Παρασκευή, Απριλίου 28, 2006

Η Eλλάδα θα αναβάλει την εφαρμογή της Οδηγίας Διατήρησης Δεδομένων

Η Οδηγία 2006/24/ΕΚ που καθιστά υποχρεωτική τη διατήρηση τηλεπικοινωνιακών δεδομένων για κάθε επικοινωνία μέσω σταθερής ή κινητής τηλεφωνίας και κάθε επικοινωνίας μέσω Διαδικτύου, δημοσιεύθηκε στις 13.4.2006 στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Δεκαέξι χώρες της ΕΕ, ανάμεσα στις οποίες και η Ελλάδα, έκαναν χρήση του δικαιώματός τους να αναβάλουν την εφαρμογή της Οδηγίας ως προς τη διατήρηση των δεδομένων που αφορά την πρόσβαση στο Ίντερνετ, το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και την τηλεφωνία μέσω Ίντερνετ για 18 μήνες μετά τη θέση της σε εφαρμογή (3.5.2006).

Παρατηρούμε δηλαδή ότι αυτό το απαράδεκτο μέτρο που παραβιάζει τα δικαιώματα της ιδιωτικότητας, της ελευθερίας της έκφρασης, της προστασίας δεδομένων, της ιδιοκτησίας και του απορρήτου των επικοινωνιών, αποτυγχάνει ακόμη και σε επίπεδο εναρμόνισης των νομοθεσιών των κρατών μελών (άρθρο 95 ΣυνθΕΚ), ο οποίος υποτίθεται ότι είναι ο αρχικός στόχος του. Διαμορφώνεται μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων, ως προς τους παρόχους Ίντερνετ: αφενός αυτοί που δραστηριοποιούνται σε μία απο τις 16 χώρες που ανέβαλαν την εφαρμογή της Οδηγίας (οπότε για 18 μήνες δεν έχουν υποχρεώσεις διατήρησης δεδομένων) και στις υπόλοιπες χώρες στις οποίες απο τις 3.5.2006 πρέπει να κάνουν τεράστιες επενδύσεις ώστε να αποθηκεύουν όλα τα δεδομένα κίνησης των επικοινωνιών μέσω διαδικτύου.

Κι όλα αυτά, για να έχουν ανά πάσα στιγμή οι διωκτικές αρχές δυνατότητα πρόσβασης σε κάποιο τηλεφώνημα που έκανε κάποιος (όχι στο περιεχόμενο ομως, λες και μπορείς να βγαλεις άκρη μονο από τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας) που μπορεί να εμπλακεί στο μέλλον σε κάποια οργάνωση κλπ. Καταστρέφουμε την ούτως ή άλλως χαμηλής ανταγωνιστικότητας σε επίπεδο υπηρεσιών διαδικτύου ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα, προκειμένου να παρακολουθούμε όλους τους πολίτες...

Πρώτα συμφωνούν οι 25 στο Συμβούλιο ΕΕ και μετά οι 16 βγάζουν απέξω την ουρά τους. Η απόλυτη υποβάθμιση της ΕΕ, ως το προπέτασμα καπνού όσον δεν τολμούν τα κράτη μέλη να επιβάλουν ευθέως...

Πέμπτη, Απριλίου 27, 2006

H συγκατάθεση ως προϋπόθεση χρήσης προσωπικών δεδομένων

Η έννοια της συγκατάθεσης, όπως διαπλάσθηκε από τα νομοθετικά συστήματα προστασίας δεδομένων, αποτελείται από προϋποθέσεις που εγγυώνται την πλήρη επίγνωση και άρα την πλήρη ελευθερία, βάσει της οποίας το άτομο προβαίνει στην συγκεκριμένη επιλογή. Οι εγγυήσεις επίγνωσης, ειδικότητας, πανηγυρικότητας που περιβάλλουν την συγκατάθεση εξασφαλίζουν για το άτομο ένα πραγματικό δικαίωμα επιλογής: η επεξεργασία των δεδομένων βασίζεται στην ελεύθερη βούλησή του και δεν είναι αποτέλεσμα άγνοιας ή πίεσης. Από την άλλη πλευρά, το σύστημα αυτό αφαιρεί από το υποκείμενο το δικαίωμα συνειδητής και επιθυμητής άγνοιας ή το «δικαίωμα» υπόκυψης σε πίεση.

Ορισμός συγκατάθεσης από το ελληνικό και το κοινοτικό δίκαιο:

«Κάθε δήλωση βούλησης, ελεύθερης, ρητής και εν πλήρει επίγνωση, με την οποία το πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν»

(άρθρο 2, στ. η΄ Οδηγία 95/46/ΕΚ για την προστασία προσωπικών δεδομένων).

«Κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή, και εν πλήρει επιγνώσει, και με την οποία, το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για τον σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του. Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα.»

(άρθρο 2 στ. ια΄ Ν.2472/1997 για την προστασία προσωπικών δεδομένων).

«Κάθε ελεύθερη, ρητή και εν πλήρει επιγνώσει δήλωση βουλήσεως, με την οποία το υποκείμενο δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.»

(Άρθρο 2 στ η΄ Κανονισμού (ΕΚ) 45/2001 για την προστασία προσωπικών δεδομένων).

Η συγκατάθεση που δεν δόθηκε κατόπιν πλήρους ενημέρωσης για την τύχη των προσωπικών δεδομένων ή που δόθηκε ενόψει της στέρησης ενός προνομίου δεν θεμελιώνει τη νομιμότητα της επεξεργασίας, ακόμη κι αν το ίδιο το υποκείμενο το επιθυμεί. Η νόμιμη συγκατάθεση δεν μπορεί επίσης να καταστήσει νόμιμη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων όταν με αυτή θίγεται κάποια από τις αρχές των ποιοτικών χαρακτηριστικών των δεδομένων (π.χ. συγκατάθεση για την επεξεργασία ανακριβούς δεδομένου), ακριβώς επειδή οι αρχές αυτές απηχούν αναγκαστικό δίκαιο, από τις οποίες η ιδιωτική βούληση δεν επιτρέπεται να παρεκκλίνει. Επιπρόσθετα, κατά το εσωτερικό δίκαιο, η συγκατάθεση, ακόμη κι αν δόθηκε σύμφωνα με τους όρους αυτούς δεν νομιμοποιεί την επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, αν δεν είναι έγγραφη και αν δεν υπάρχει άδεια της Αρχής (άρθρο 7§2 στ. α΄ ν.2472/1997).


H συγκατάθεση ως νομιμοποιητικός λόγος της επεξεργασίας εντάσσεται στον σκληρό πυρήνα του δικαιώματος προστασίας δεδομένων, ενώ προβλέπεται και ρητά από το άρθρο 8§2 εδ. α΄ του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.

Άρθρο 8 Προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.

2. Η επεξεργασία αυτών των δεδομένων πρέπει να γίνεται νομίμως, για καθορισμένους σκοπούς και με βάση τη συγκατάθεση του ενδιαφερομένου ή για άλλους θεμιτούς λόγους που προβλέπονται από τον νόμο. Κάθε πρόσωπο δικαιούται να έχει πρόσβαση στα συλλεγέντα δεδομένα που το αφορούν και να επιτυγχάνει τη διόρθωσή τους.

3. Ο σεβασμός των κανόνων αυτών υπόκειται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής.

Η λήψη συγκατάθεσης αποτελεί τον κανόνα-προϋπόθεση για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων.

«Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του» (άρθρο 5§1 Ν.2472/1997).

Κατ’ εξαίρεση, η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων επιτρέπεται και για άλλους 5 λόγους:

  1. Όταν είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης στην οποία συμβαλλόμενο είναι το υποκείμενο.
  2. Όταν είναι αναγκαία για την εκπλήρωση νομικής υποχρέωσης του υπεύθυνου επεξεργασίας.
  3. Όταν είναι αναγκαία για τη διαφύλαξη ζωτικού συμφέροντος του υποκειμένου των δεδομένων, όταν δεν τελεί σε νομική ή φυσική αδυναμία να δώσει τη συγκατάθεσή του.
  4. Όταν είναι αναγκαία για την εκτέλεση έργου δημόσιου συμφέροντος.
  5. Όταν είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων του υποκειμένου και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες του

(άρθρο 5§2 Ν.2472/1997).

Αυτοί οι 5 νόμιμοι λόγοι που επιτρέπουν επίσης την συλλογή και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων είναι οι μόνες περιπτώσεις σύννομης συμπεριφοράς, σύμφωνα με το ελληνικό και το ευρωπαϊκό δίκαιο. Ισχύουν και στα 25 κράτη μέλη της ΕΕ, έχουν αναγνωριστεί ως οι μόνοι έγκυροι από το Συμβούλιο της Ευρώπης (Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία προσωπικών δεδομένων), το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και τις 25 ανεξάρτητες Αρχές Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων των κρατών μελών.

Επειδή ορισμένα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ειδικά σε χώρες που δεν είχαν παράδοση στην προστασία προσωπικών δεδομένων πριν το 1995 που εκδόθηκε η σχετική Οδηγία, διαμαρτυρήθηκαν για περιορισμό της ελευθερίας της πληροφόρησης, λόγω του ειδικού καθεστώτος των προσωπικών πληροφοριών, η Οδηγία και οι Νόμοι Προστασίας Δεδομένων, περιλαμβάνουν ορισμένες προνομιακές ρυθμίσεις για το δημοσιογραφικό επάγγελμα:

  1. Δεν είναι υποχρεωτική η προηγούμενη ενημέρωση των υποκειμένων όταν η συλλογή και η επεξεργασία αφορά δημόσια πρόσωπα και γίνεται αποκλειστικά για δημοσιογραφικούς σκοπούς.
  2. Επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση, η επεξεργασία ακόμη και ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων (υγεία, ερωτική ζωή, φυλετική καταγωγή, ποινικές καταδίκες, θρησκευτικές πεποιθήσεις), αλλά μόνο για δημόσια πρόσωπα, μόνο για λόγους ενημέρωσης του κοινού, εφόσον δεν θίγεται ο πυρήνας των ατομικών τους δικαιωμάτων.

Η αφαίρεση της υποχρέωσης ενημέρωσης δημόσιων προσώπων συνεπάγεται και αφαίρεση της υποχρέωσης λήψης συγκατάθεσης για την μετάδοση των δεδομένων τους (αφού η κατά νόμο συγκατάθεση προϋποθέτει ενημέρωση). Έτσι, όμως, πάμε στην εξαίρεση νο 5, κατά την οποία η επεξεργασία των δεδομένων δεν είναι απλώς αναγκαία αλλά «απολύτως αναγκαία» και το έννομο συμφέρον που επιδιώκουν τα μ.μ.ε. «υπερέχει προφανώς» των δικαιωμάτων των δημόσιων προσώπων. Κατ’ αντιδιαστολή, οτιδήποτε άλλο (π.χ. αν δεν είναι και τόσο "προφανές" ότι υπερέχει το έννομο συμφέρον πληροφόρησης του κοινού): απαγορεύεται.

Σχετική σύσταση για τις σταθμίσεις ανάμεσα σε προστασία προσωπικών δεδομένων και στην ελευθερία έκφρασης έχει εκδοθεί από την Ομάδα Εργασίας του άρθρου 29 (την μόνιμη πλατφόρμα συνάντησης και γνωμοδότησης των ευρωπαϊκών Αρχών Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων) από το 1997 (επί προεδρίας P.Hustinx), που αναγνωρίζει τις επιτρεπτές αποκλίσεις υπέρ των μέσων μαζικής ενημέρωσης.

Recommendation 1/97, Data protection law and the media

Adopted by the Working Party on 25 February 1997

http://europa.eu.int/comm/justice_home/fsj/privacy/docs/wpdocs/1997/wp1_en.pdf

Στο έγγραφο αυτό διακηρύσσεται ξεκάθαρα ότι οι νόμοι προστασίας δεδομένων εφαρμόζονται στα μ.μ.ε., για τα οποία ισχύουν οι ειδικές εξαιρέσεις που κατοχυρώνουν. Η στάθμιση μάλιστα γίνεται σε διαρκή αντιπαραβολή προς το δικαίωμα ελευθερίας της έκφρασης (άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου), η οποία όπως παντού κατοχυρώνεται με την επιφύλαξη της προστασίας όλων των άλλων ατομικών δικαιωμάτων.

Τρίτη, Απριλίου 25, 2006

Δημοσίευση video από το πάρτι των bloggers

Παρακολουθήσαμε στο http://www.nylon.gr/index.php το θέμα της ανάρτησης ενός video το οποίο γυρίστηκε κατά τη διάρκεια του πάρτυ που διοργανώθηκε από bloggers με σκοπό να γνωριστούμε από κοντά και να διασκεδάσουμε. Όπως διαβάζουμε σε αυτό το blog που ανάρτησε τελικά το video, υπήρξαν ορισμένες αντιδράσεις από πρόσωπα που εικονίζονται στο video και δεν ήθελαν να αναρτηθεί αυτό στον internet (δικαίωμα αντίρρησης). Τα πρόσωπα αυτά χλευάστηκαν, καθυβρίστηκαν μάλιστα από κάποια άλλη blogger (“Στο διάλο με την ανωνυμία σας”, http://annasfe.blogspot.com/) και ο κάτοχος του video περιφρόνησε κάθε αντίρρηση, σταθμίζοντας ότι το δικαίωμά του να κάνει χρήση του υλικού που συνέλεξε είναι υπέρτερο του δικαιώματος των προσώπων να μην περιληφθούν στο υλικό αυτό.
Διάβασα μάλιστα σε κάποιο άλλο blog ότι το να μη θέλεις να αναρτηθεί ένα video σου σχετίζεται με την έλλειψη ωριμότητας της ελληνικής ιστολογόσφαιρας. Το κείμενο αυτό έχει διαγραφεί από το blog που ανέβηκε.


Πρόκειται για τη διαχείριση ενός συνόλου πληροφοριών. Διαχείριση για την οποία αναπτύσσονται πέραν της μία απόψεις και συνεπώς αναδύεται μία διαφορά. Τα θέματα που προκύπτουν είναι εξαιρετικά γοητευτικά και αξίζει να εξεταστούν από όλες τις πλευρές.

1. Το context της λήψης του video.


Οι παρακάτω πέντε παρατηρήσεις αναφέρονται στις συνθήκες εντός των οποίων έγινε η λήψη του video.

1.1. Ένα πάρτι στα όρια του ιδιωτικού και του δημόσιου.

Την κάμερα που συνέλεξε την πληροφορία έφερε ένας blogger ο οποίος πήρε μέρος σε ένα πάρτι. Το πάρτι αυτό, όπως γνωρίζουμε, είχε οργανωθεί από bloggers για bloggers, σε έναν χώρο που άνοιξε ειδικά για την περίσταση, με dj έναν γνωστό blogger, σε μία όχι και τόσο κεντρική γειτονιά της πόλης – σίγουρα όχι σε έναν δρόμο με πολλά μπαράκια.

Εύλογα μπορούσε να αναμένει κανείς ότι τα πρόσωπα που πήραν μέρος σε αυτό το πάρτι είναι bloggers ή έστω φίλοι προσκεκλημένοι κάποιου από τους bloggers. Αυτό έχει στο μυαλό του όποιος προσέρχεται σε αυτό το πάρτι, αναμένοντας ότι θα εκθέσει τον εαυτό του σε έναν δεδομένο βαθμό δημοσιότητας (ο κύκλος των 900 bloggers – το πολύ), αλλά αξιώνοντας ταυτόχρονα –εκ του αντιστρόφου- ένα επίπεδο ιδιωτικότητας. Το πάρτι αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί κλειστό, αφού δεν υπήρχαν μέτρα ελέγχου της εισόδου και εν πάσει περιπτώσει έγινε σε έναν χώρο ελεύθερης προσέλευσης του κοινού, από την άλλη δεν μπορεί να θεωρηθεί και ανοιχτό, αφού το μόνο ενδιαφερόμενο κοινό που μπορεί να προσέλθει είναι το κοινό της μπλογκόσφαιρας.

Συνεπώς, η λήψη του video συντελέστηκε σε ένα χώρο που καλύπτεται από μία σφαίρα χαλαρής ιδιωτικότητας, μία ιδεατή ζώνη στην οποία παράγονται ορισμένες πληροφορίες, ορισμένες από τις οποίες επιτρέπεται να διαχυθούν περαιτέρω, ενώ ορισμένες όχι.

1.2.Πάντως: ένα πάρτι με πολύ κόσμο.

Σε κάθε πάρτι, όσο «κλειστό» ή «ανοικτό» κι αν είναι, περιμένει κανείς εύλογα ότι θα υπάρχουν φωτογραφικές μηχανές. Ακόμη και video κάμερες (βλ. κινητά τηλέφωνα). Προσερχόμενος μάλιστα σε ένα πάρτι που ξέρεις ότι θα υπάρχουν bloggers, δηλαδή άτομα εξοικειωμένα με την διαχείριση πληροφοριών, πρέπει να είσαι προετοιμασμένος 100% για την περίπτωση ατόμων που θα συλλέγουν φωτογραφίες ή video.

Ακόμη κι αν η «κλειστότητα» του πάρτι διαμορφώνει μία σφαίρα χαλαρής ιδιωτικότητας, είναι εύλογο ότι το πάρτι θα σχολιαστεί την επόμενη μέρα, αφού συμμετέχει πολύς κόσμος σε αυτό και για τα σχόλια θα υπάρχει ενδιαφέρον ιδίως για τα πρόσωπα τα οποία δεν συμμετείχαν σε αυτό, παρόλο που ενδεχομένως να το επιθυμούσαν. Υπάρχει εύλογο ενδιαφέρον ΑΥΤΟΥ του κοινού (σίγουρα όχι του συνολικού κοινού του διαδικτύου) να λάβει γνώση των πληροφοριών που παρήχθησαν ή διαδόθηκαν μέσα στο πάρτι.

1.3. Η λήψη του video είναι ανοιχτή.

Το video φαίνεται ότι δεν έχει γυριστεί με κρυφή κάμερα. Αυτό σημαίνει ότι ο λήπτης ήταν ορατός από τα πρόσωπα τα οποία θα καταγράφονταν. Όχι απόλυτα, όμως: υπάρχουν εικόνες που είναι σαφές ότι ο βιντεοσκοπούμενος δεν έχει προσέξει την κάμερα. Αν την είχε προσέξει θα ήταν αλλιώς.

Επίσης, το γεγονός ότι η λήψη του video είναι ορατή δεν σημαίνει ότι ο βιντεοσκοπούμενος έχει πάντοτε τη δυνατότητα να εξαιρέσει τον εαυτό του από την εικόνα, αποφεύγοντας τον λήπτη. Ακόμη και για λόγους αβρότητας και ευγένειας, ενδεχομένως μερικοί να ντραπούν να ζητήσουν από τον λήπτη να αποφύγει να τους καταγράψει, παρόλο που τον έχουν μπροστά τους - παρόλο που είναι αναφαίρετο δικαίωμά τους. Είμαστε bloggers, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι βρισκόμαστε ανά πάσα στιγμή σε θέση να μπορούμε να εκφραζόμαστε ανοιχτά, χωρίς περιστροφές: ταυτόχρονα είμαστε και άνθρωποι που συναντιόμαστε για πρώτη φορά στη ζωή μας. Επομένως, το γεγονός ότι ο λήπτης είναι ορατός δεν αφαιρεί τα χαρακτηριστικά ιδιωτικότητας που έχει προσλάβει το γεγονός. Αντιθέτως, θα μπορούσε να υποστηριχθεί η εκδοχή ότι η ίδια η ορατότητά του εκβιάζει την ανοχή και τη σιωπηρή συναίνεση.
Τέλος, το γεγονός ότι βλέπουμε τον λήπτη δεν σημαίνει ότι τον γνωρίζουμε, όπως δεν γνωρίζουμε και σε τι χρήση της πληροφορίας θα προβεί. Άλλωστε, ούτε και ο ίδιος ενημερώνει για την χρήση την οποία προτίθεται να κάνει. Η χρήση αυτή δυνητικά εκτείνεται από την καταχώρηση σε προσωπικό αρχείο (ιδιωτική χρήση), την καταστροφή την επόμενη μέρα, την αποστολή προς συγκεκριμένους αποδέκτης (κάλυψη από το απόρρητο της επικοινωνίας), έως την δημοσίευση στο internet και τη μετάδοση από την τηλεόραση (απόλυτη δημοσιότητα).

1.4.Ορισμένοι ποζάρουν στον λήπτη.

Ανεξάρτητα από το αν τον γνωρίζουν ή όχι, εκείνη τη στιγμή που κάποιος ποζάρει στον λήπτη, αποδέχεται την καταγραφή από μία κάμερα, κάποιου που κατά πάσα πιθανότητα έχει ένα blog. Την ίδια στιγμή, η αποδοχή της καταγραφής γίνεται σε ένα χώρο χαλαρής ιδιωτικότητας, την οποία εύλογα ο καταγραφόμενος αναμένει ότι θα τηρηθεί: η πληροφορία που παράγεται σε αυτόν τον χώρο πρέπει να παραμείνει σε αυτόν τον χώρο, εκτός αν υπάρχει ένα αντίρροπο υπέρτερο συμφέρον που υπερέχει προφανώς από την απαίτησή του για ιδιωτικότητα.
Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι ο κάτοχος της κάμερας ενδεχομένως να είναι blogger, οδηγεί σε σκέψεις χρήσης αυτού του υλικού on-line. Το γεγονός όμως ότι αυτή η δημοσίευση, σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να θεμελιώνεται σε ένα ειδικό υπέρτερο ενδιαφέρον -όχι και τόσο προφανές και αυτονόητο τη δεδομένη στιγμή- που υπερακοντίζει πέρα από κάθε αμφιβολία (δηλαδή: κατ’ εξαίρεση κι όχι κατά κανόνα) τις συνθήκες χαλαρής ιδιωτικότητας, οδηγεί αυτόν που ποζάρει στον εύλογο εφησυχασμό.

1.5.Ορισμένοι ζητούν επί τόπου την μη χρήση του υλικού.


Υπήρχε και η περίπτωση παρατήρησης επί τόπου. Πρόσωπα εντός του πάρτι, τα οποία ποζάρουν, ζήτησαν να μη γίνει χρήση του υλικού που συλλέχθηκε στο internet. Η συλλογή έχει ήδη δεσμευθεί από ρητή δήλωση των προσώπων που αφορούν τα δεδομένα.


2. Η χρήση του video ως δικαίωμα του λήπτη και το εύλογο ενδιαφέρον του κοινού για ενημέρωση.

Ο λήπτης του video έχει κάθε δικαίωμα να προβεί σε συλλογή πληροφοριών, να τις επεξεργαστεί και να τις διακινήσει ηλεκτρονικά. Εντάσσεται στο συνταγματικό του δικαίωμα για έκφραση, ενεργητική πληροφόρηση, συμμετοχή στην κοινωνία της πληροφορίας. Το κοινό επίσης έχει δικαίωμα πρόσβασης στις πληροφορίες που συλλέχθησαν: το video είναι το τεκμήριο ενός πολυδιαφημισμένου –στην μπλογκόσφαιρα- πάρτι και ορισμένοι δεν μπόρεσαν να έρθουν παρ’ όλο που θα το ήθελαν και επιθυμούν να πάρουν μια γεύση από την ατμόσφαιρα.
Τόσο ο λήπτης του video όσο και το ενδιαφερόμενο κοινό που κατεβάζει το video κάνουν χρήση της ελευθερίας που περιγράφεται στο άρθρο 5Α του Συντάγματος:

1. Καθένας έχει δικαίωμα στην πληροφόρηση, όπως νόμος ορίζει. Περιορισμοί στο δικαίωμα αυτό είναι δυνατόν να επιβληθούν με νόμο εφόσον είναι απολύτως αναγκαίοι και δικαιολογούνται για λόγους εθνικής ασφάλειας, καταπολέμησης του εγκλήματος ή προστασίας δικαιωμάτων και συμφερόντων τρίτων.
2. Καθένας έχει δικαίωμα συμμετοχής στην Κοινωνία της Πληροφορίας. Η διευκόλυνση της πρόσβασης στις πληροφορίες που διακινούνται ηλεκτρονικά, καθώς και της παραγωγής, ανταλλαγής και διάδοσής τους αποτελεί υποχρέωση του Κράτους, τηρουμένων πάντοτε των εγγυήσεων των άρθρων 9, 9Α

Όπως προκύπτει βέβαια από την απλή ανάγνωση του άρθρου, τα δικαιώματα αυτά περιορίζονται από άλλα, αντίρροπα και ανταγωνιστικά προτάγματα του Συντάγματος. Ανάμεσα σε αυτά είναι η προστασία δικαιωμάτων και συμφερόντων τρίτων και οι εγγυήσεις των άρθρων 9 (απαραβίαστο ιδιωτικής ζωής), 9Α (προστασία προσωπικών δεδομένων), 19 (απόρρητο επικοινωνίας). Το ίδιο το Σύνταγμα περιορίζει τα δικαιώματα διάδοσης της πληροφορίας, αφήνοντας έξω από το περιεχόμενο της νόμιμα διακινούμενης πληροφορίας κάθε στοιχείο που είναι απολύτως αναγκαίο, ώστε να προστατευθούν και αυτά τα αντίρροπα αγαθά.
Όπως προεκτέθηκε, το context λήψης του video προσδιορίζεται από μία σφαίρα χαλαρής ιδιωτικότητας: παρ’ όλο που αφορά τη δημόσια ζωή μας, η ελεγχόμενη δημοσιότητα που αναμένουμε προσερχόμενοι σε αυτό το πάρτι είναι εκείνη που προσδιορίζει το κριτήριο του αν θα παρεβρεθούμε και πως. Το προσδόκιμο ιδιωτικότητας είναι αυτό που επιδρά όχι μόνο στην συμπεριφορά μας, αλλά και στη συμπεριφορά του διαχειριστή της πληροφορίας (λήπτης) και το «εύλογο» του ενδιαφέροντος του κοινού. Αλλιώς θα συμπεριφερθώ όταν θα είμαι μόνος μου στην τουαλέτα του μπαρ, αλλιώς στην πίστα, αλλιώς σε μια γωνίτσα με ένα αγαπημένο πρόσωπο και με τον ίδιο τρόπο έχω αξίωση να συμπεριφέρεται και η κάμερα, αλλά και ανάλογο και αντίστοιχο να είναι το ενδιαφέρον του κοινού. Το κριτήριο για το σωστό ή το λάθος (για όλους) είναι η αρχή της αναλογικότητας που επιβάλλει την ενημέρωση με τη μικρότερη δυνατή προσβολή:

- Μπορείς να ενημερωθείς μόνο με κείμενο; Περιττεύει η ανάρτηση της αντίστοιχης φωτογραφίας.
- Μπορείς να ενημερωθείς μόνο με φωτογραφία; Περιττεύει η ανάρτηση του βίντεο.
- Μπορείς να ενημερωθείς μόνο με ήχο; Περιττεύει η ανάρτηση της εικόνας του βίντεο.
- Μπορείς να ενημερωθείς μόνο με εικόνα; Περιττεύει η ανάρτηση του ήχου του βίντεο.
- Μπορείς να ενημερωθείς με 2-3 λεπτά υλικού; Περιττεύει η ανάρτηση των τυχόν 2-3 ωρών που έχουν συλλεχθεί.

Κι όταν λέμε «περιττεύει», εννοούμε ότι, στο μέτρο που υπάρχουν και προσωπικά δεδομένα μέσα σε αυτό το υλικό, ό,τι ξεπερνάει το «απολύτως αναγκαίο» για την ενημέρωση πρέπει να γίνεται μόνο με τη συγκατάθεση του προσώπου που αφορά το υλικό. Κάθε χρήση περαιτέρω υλικού, χωρίς συγκατάθεση, όχι μόνο συνιστά παραβίαση δικαιωμάτων –και μάλιστα συνταγματικών- αλλά αποτελεί και σοβαρή περιφρόνηση μιας πολιτισμικής κατάκτησης: της ευχέρειας του καθένα μας να συμπροσδιορίζει ποιες πληροφορίες για το άτομό του θα αποσπασθούν από τον ίδιο και το άμεσο περιβάλλον του (ακεραιότητα της πληροφορίας) και θα περάσουν αποκομμένες (με ό,τι συνεπάγεται αυτό για την εγκυρότητά τους) σε άλλο context, τον έλεγχο του οποίου δεν έχει ο ίδιος. Με λίγα λόγια, περιφρόνηση του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού, καταστρατήγηση της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης. Μην ξεχνάμε ότι όποιος δεν γνωρίζει και δεν είναι σε θέση να συμπροσδιορίζει ποιες πληροφορίες που τον αφορούν είναι γνωστές στον κοινωνικό περίγυρο, είναι δυνατόν να περιορίζεται σημαντικά στην ελευθερία του να προγραμματίζει και να αποφασίζει αυτόνομα…

3. Η φύση των πληροφοριών που περιέχει το video ως δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Είναι όμως προσωπικά δεδομένα οι πληροφορίες που περιέχονται σε αυτό το video; Πως είναι δυνατόν ένα δημόσιο γεγονός (έστω και χαλαρής ιδιωτικότητας) να καλύπτεται από δικαιώματα που έχουν σχέση με τα προσωπικά δεδομένα;

Ας δούμε τον ορισμό που δίνει ο ίδιος ο νόμος:

Προσωπικά δεδομένα: κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε εξατομικευμένο πρόσωπο, δηλαδή άτομο που μπορεί να προσδιοριστεί άμεσα ή έμμεσα με βάση τα στοιχεία της ταυτότητάς του ή βάσει ενός ή περισσότερων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτική ή κοινωνική

(άρθρο 2 στ. α΄ και γ΄ Ν.2472/1997).

Μέσα σε αυτό το video που αναρτήθηκε υπάρχουν απεικονίσεις προσώπων των οποίων η ταυτότητα μπορεί να προσδιοριστεί άμεσα, λόγω της εμφάνισής τους. Άρα «κάθε πληροφορία» που αναφέρεται σε αυτούς, όχι μόνο δηλαδή τα πρόσωπά τους, αλλά και το γεγονός ότι πήγαν σε αυτό το πάρτι και όλα όσα εικονίζονται να πράττουν σε αυτό το πάρτι, εντάσσονται στην έννοια της προστασίας προσωπικών δεδομένων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι απαγορεύεται η χρήση προσωπικών δεδομένων. Προσωπικά δεδομένα δεν σημαίνει απόρρητα, σημαίνει πληροφορία που αναφέρεται σε προσδιορίσιμο φυσικό πρόσωπο. Δεν σημαίνει καν «ευαίσθητα» ή «ιδιωτικά» δεδομένα (αυτά είναι τα σχετιζόμενα με την υγεία, την ερωτική ζωή, τις πεποιθήσεις κλπ και κατ’ αρχήν απαγορεύεται η συλλογή τους). Λόγω της ανθρωποπαγούς φύσης της πληροφορίας αυτής όμως, και των συνεπειών που μπορούν να επέλθουν στο πρόσωπο από την χρήση της, η πληροφορία αυτή υπόκειται σε ειδικό καθεστώς και πρέπει να τηρούνται ειδικοί όροι για την συλλογή και τη διαχείρισή της.
Οι όροι αυτοί που έχουν αναπτυχθεί στο δίκαιο της προστασίας προσωπικών δεδομένων περιλαμβάνουν το ουσιαστικό περιεχόμενο της αυτοδιάθεσης των πληροφορίών. Συνιστούν έμπρακτη εφαρμογή των ίδιων πολιτισμικών κατακτήσεων που προεκτέθηκαν παραπάνω. Κάθε υποτίμηση αυτών των αξιών, αποκαλύπτει άγνοια βασικών συνιστωσών του επιπέδου ανοχής και σεβασμού που πρέπει να επιδικνύεται σε κάθε πληροφοριακή συμβίωση. Αποτελεί περιφρόνηση θεμελιωδών αξιών της κοινωνίας μας.

4. Οι υποχρεώσεις του κατόχου των πληροφοριών.

Όποιος συλλέγει προσωπικά δεδομένα («υπεύθυνος επεξεργασίας») πρέπει πρώτ’ απ’όλα, κατά το στάδιο της συλλογής, και πριν την μετάδοσή τους, να ενημερώνει το πρόσωπο που αφορούν τα δεδομένα («υποκείμενο των δεδομένων») για:
· την ταυτότητά του.
· τον σκοπό της επεξεργασίας.
· του αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων.
· την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης

(άρθρο 11 Ν.2472/1997)
Η μόνη εξαίρεση από την υποχρέωση προηγούμενης ενημέρωσης γίνεται όταν γίνεται αποκλειστικά για δημοσιογραφικούς σκοπούς και μόνο εφόσον αφορά δημόσια πρόσωπα (σ.σ. κατά τον ίδιο νόμο, στο σημείο αυτό δημόσια πρόσωπα είναι όσα συνδέονται με την άσκηση δημόσιας εξουσίας ή διαχειρίζονται συμφέροντα τρίτων – όχι δηλαδή γενικά οι «επώνυμοι», ούτε τα πρόσωπα σχετικής δημοσιότητας).

Δηλαδή εφόσον η συλλογή δεν αφορά δημόσια πρόσωπα ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούνται και για δημοσιογραφικούς ακόμη σκοπούς να ενημερώνει τα υποκείμενα των δεδομένων

Περαιτέρω, η συλλογή και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων πρέπει να γίνεται σε κάθε περίπτωση μόνο για έναν από τους 6 νόμιμους λόγους που επιτρέπονται:

Α. Κατ’ αρχήν η συγκατάθεση. Κανόνας είναι ότι πρέπει να υπάρχει συγκατάθεση για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Η συγκατάθεση αποτελεί θετική εκδήλωση του δικαιώματος του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού και το να ζητάται πριν από κάθε επεξεργασία προσωπικών δεδομένων αποτελεί στοιχείο πολιτισμού: η πληροφορία δεν "ανήκει" σε κάποιον μόνο και μόνο επειδή τη βρήκε διαθέσιμη. Πρέπει να ρωτάει και αν μπορεί να την χρησιμοποιεί.

Β. Υπάρχουν κι άλλοι λόγοι, όπως η προστασία του ζωτικού συμφέροντος του προσώπου, όταν δεν μπορεί να δώσει τη συγκατάθεσή του. Όπως λόγοι δημοσίου συμφέροντος, για να μην παρεμποδίζεται η λειτουργία του κράτους. Τέλος, υπάρχει ως λόγος επεξεργασίας η προφανής υπεροχή ενός αντίθετου έννομου συμφέροντος του υπεύθυνου επεξεργασίας ή τρίτου, το οποίο μπορεί να εκτοπίζει τα δικαιώματα του υποκειμένου. Παραδοσιακά ένα τέτοιο έννομο συμφέρον είναι η ελευθερία της έκφρασης και ενεργητικής πληροφόρησης (media) και η ελευθερία λήψης πληροφορίας (κοινό). Εδώ η στάθμιση πρέπει να γίνεται με πολύ προσοχή, ώστε τα δικαιώματα να μην βρίσκονται σε σχέση έντασης. Κριτήρια στάθμισης είναι τα εξής:

1. Μήπως το κοινό μπορεί να ενημερωθεί χωρίς χρήση προσωπικών δεδομένων; Αν ναι, δεν επιτρέπεται η χρήση των δεδομένων αυτών (αρχή της αναλογικότητας).

2. Μήπως το κοινό μπορεί να ενημερωθεί και με τη χρήση λιγότερων προσωπικών δεδομένων (αντί για βίντεο: ήχος, αντί για ήχο: κείμενο κλπ). Αν ναι, για το επιπλέον πρέπει να ζητηθεί η συγκατάθεση των ίδιων των υποκειμένων των δεδομένων.

-Στη συγκεκριμένη περίπτωση με το video , η αλήθεια είναι ότι κατ’ αρχήν για το πάρτι εκείνο έγραψαν όλοι σχεδόν οι bloggers που παραστάθηκαν. Οπότε, το εύλογο ενδιαφέρον του κοινού ικανοποιήθηκε εν μέρει με τα κείμενα αυτά.

-Για το υπόλοιπο ποσοστό του εύλογου ενδιαφέροντος που δεν ικανοποιήθηκε, επιστρατεύεται η εικόνα. Η μεταφορά της «ατμόσφαιρας του πάρτι» δεν προϋποθέτει κατ’ ανάγκη τη δημοσίευση αναγνωρίσιμων προσώπων. Στο μέτρο μάλιστα που επήλθε επεξεργασία με μοντάζ, θα ήταν πολύ εύκολο για τον κάτοχο του video να ελαχιστοποιήσει ή και να εξαλείψει τα πλάνα σε πρόσωπα που καθιστούν προσδιορίσιμα τα άτομα που συμμετέχουν στο πάρτι.

-Αν υποθέσουμε ότι και πάλι το εύλογο ενδιαφέρον του κοινού δεν έχει ικανοποιηθεί και αν υποθέσουμε ότι η είδηση είναι τα ίδια τα πρόσωπα των bloggers, φτάνουμε σε γκρίζα ζώνη δικαιωμάτων: το δικαίωμα του κοινού δεν υπερέχει «προφανώς» των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των προσώπων που εικονίζονται στο video. Τα πρόσωπα αυτά, προκειμένου να περιληφθούν στο video που θα αναρτηθεί στο ίντερνετ, πρέπει να ερωτηθούν και να ληφθεί η ρητή, ειδική και κατηγορηματική (και ανά πάσα στιγμή ελεύθερα ανακλητή, λέει ο νόμος) συγκατάθεσή τους με την οποία αποδέχονται τα προσωπικά τους δεδομένα να μεταδοθούν στο internet.

Τέλος, εφόσον προτίθεται ο υπεύθυνος να διατηρήσει το υλικό, πρέπει να γνωστοποιήσει τη σύσταση αρχείου στην Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, σύμφωνα με το άρθρο 6.

5. Τα δικαιώματα των προσώπων που περιλαμβάνονται στην καταγραφή.

Τα πρόσωπα που περιλήφθηκαν στο video και είναι προσδιορίσιμα, έχουν δικαίωμα αντίρρησης στην ανάρτηση αυτών των εικόνων.
Συγκεκριμένα, έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από τον υπεύθυνο να κατεβάσει τα τμήματα του video που περιέχουν καταγραφές του προσώπου τους, να τα διαγράψει από κάθε αρχείο στο οποίο τα έχει διασώσει, να μην τα ξαναχρησιμοποιήσει. Και μάλιστα, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεστούν κανέναν απολύτως λόγο για τον οποίον επιθυμούν να ασκήσουν αυτό το δικαίωμά τους. (Τα ατομικά δικαιώματα είναι αυτοσκοποί: η άσκησή τους έχει σκοπό μόνο την άσκησή τους, όχι την επίτευξη κάποιου άλλου στόχου. Αυτή είναι και η έννοια της τοποθέτησής τους στο Σύνταγμα, δηλαδή στην κορυφή της κανονιστικής πυραμίδας: δεν υπάρχει κάτι άλλο πιο πάνω, μόνο αυτό.)

Ας δούμε τι πρέπει να πράξει ο υπεύθυνος όταν λάβει την αίτηση διαγραφής (άρθρο 13§1 Ν.2472/1997):

Ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει την υποχρέωση να απαντήσει εγγράφως επί των αντιρρήσεων μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών. Στην απάντησή του οφείλει να ενημερώσει το υποκείμενο για τις ενέργειες στις οποίες προέβη ή, ενδεχομένως, για τους λόγους που δεν ικανοποίησε το αίτημα. Η απάντηση σε περίπτωση απόρριψης των αντιρρήσεων πρέπει να κοινοποιείται και στην Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων.


Σύμφωνα με τον ίδιο Νόμο, αν ο υπεύθυνος δεν απαντήσει εμπρόθεσμα ή ικανοποιητικά, το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προσφύγει στην Αρχή και να ζητήσει την εξέταση των αντιρρήσεών του.

Η Αρχή μπορεί να επιβάλλει κυρώσεις, όπως: προειδοποίηση με αποκλειστική προθεσμία για άρση της παράβασης, πρόστιμο (900 ευρώ-150.000 ευρώ), καταστροφή των σχετικών δεδομένων (άρθρο 21).

Τέλος, ένα ακόμη δικαίωμα είναι η απαίτηση αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης. Σύμφωνα με το άρθρο 23§2 του Ν.2472/1997, η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του νόμου ορίζεται κατ’ ελάχιστο στο ποσό των 6.000 ευρώ, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια.


6. Υπάρχει κουλτούρα σεβασμού των δικαιωμάτων των άλλων στην ελληνική μπλογκόσφαιρα;

Όλη η συζήτηση ξεφεύγει φυσικά από το επίπεδο των δικαιωμάτων ή και της ίδιας ακόμη της δεοντολογίας (για την οποία πολλές φορές έχω μιλήσει από αυτό το βήμα και βλέπετε τώρα τα χάλια μας, όσοι ήσασταν αρνητικοί) και εκτείνεται τελικά στην διαμόρφωση μιας κουλτούρας του κυβερνοχώρου.

Ας θυμηθούμε πρωτ’ απ’ όλα ότι εδώ δεν μιλάμε για hackers ή για μη mainstream καταστάσεις που θα μπορούσαν μέσα στο μεταμοντερνισμό του διαδικτύου να δικαιολογήσουν και συμπεριφορές «παραβατικές» ή απλώς μη πολιτικά ορθές. Εδώ μιλάμε για μια διαδικασία που χαίρει καθολικής αποδοχής, νομιμοποίησης, ευσήμων και λοιπά. Αυτός που ανέβασε το video το κάνει για να του πουν μπράβο, όχι για να θίξει, να πειράξει, να αποκαλύψει, να σατιρίσει κάποια πρόσωπα ή καταστάσεις. Συνεπώς, μιλάμε για το πώς αντιλαμβανόμαστε το mainstream ως μπλογκόσφαιρα σήμερα.

Όταν μιλάμε για δικαιώματα στην μπλογκόσφαιρα, το πρώτο απ’ όλα είναι το δικαίωμα στην ψευδωνυμία (δεν λέω στην ανωνυμία, γιατί εκεί περνάμε σε μία άλλη κατηγορία). Ακόμη και στις ΗΠΑ με τη γνωστή παράδοση σε θέματα ελευθερίας λόγου, με την γνωστή απουσία νομοθεσίας για προστασία προσωπικών δεδομένων, έχει επισημανθεί από τα δικαστήρια (και σε ανώτατο επίπεδο) ότι το δικαίωμα του blogger στο να μην αποκαλυφθεί το όνομά του είναι ουσιώδες στοιχείο της ελευθερίας της έκφρασης και της ζωντάνιας που προϋποθέτει ένας ενεργητικός ιντερνετικός διάλογος (Δείτε εδώ την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου του Delaware http://elawyer.blogspot.com/2005/10/bloggers.html). Μαζί έρχεται η προστασία της εμπιστευτικότητας των επιστολών - δηλαδή το στοιχειώδες ότι δεν πρέπει να αποκαλύπτουμε την πληροφορία που μεταδόθηκε ατομικά μόνο σε μας από κάποιον άλλο, ο οποίος έχει την ΑΥΤΟΝΟΗΤΗ αξίωση να μην σπάσουμε τη σφαίρα απορρήτου που διαμορφώνεται . Μαζί και η προστασία κάθε πληροφορίας που αναφέρεται σε πρόσωπο προσδιορίσιμο, η οποία επιτρέπεται να αναπαράγεται μόνο βάσει συγκατάθεσης και μόνο κατ’ εξαίρεση για άλλους νόμιμους λόγους. Παράδοση 35 ετών στην ευρωπαϊκή ήπειρο και πρωτοπορία παγκοσμίως – σε εμάς μερικοί επιμένουν να αδυνατούν να κατανοήσουν την επαύξηση των συνταγματικών ελευθεριών που επέρχεται με την καθιέρωση της προστασίας προσωπικών δεδομένων.

Το corpus αυτό δεν είναι ένα νομικίστικο κατασκεύασμα όπως ενδεχομένως ακόμη μερικοί θεωρείτε. Έχει δουλευτεί επί δεκαετίες στην πράξη, πολύ πριν το δίκτυο ενσωματώσει σε ενιαίες εφαρμογές έννοιες όπως επικοινωνία, ψευδωνυμία, αμεσότητα επεξεργασίας πληροφοριών, διάδραση, εξαγωγή πληροφοριών από το περιβάλλον παραγωγής τους, εύλογο ενδιαφέρον για ενημέρωση.
Οι κανόνες αυτοί έχουν εγγραφεί πλέον ως minimum αποδεκτότητας της επικοινωνιακής λειτουργίας μιας κοινωνίας και αποτελούν ένα κεκτημένο που προσδιορίζει την «ωριμότητα» -που τόσο βάναυσα διαστρεβλώθηκε ως κριτήριο- και τη διαχωρίζει από την ωμότητα της αρένας των λιονταριών που οδηγεί, τηρουμένων των αναλογιών, η άλλη οπτική σε αυτά τα θέματα. Ο αντίποδας στο σεβασμό αυτών των δικαιωμάτων είναι το διαδικτυακό και πληροφοριακό Κολοσσαίο, η Κοινωνία της Πληροφορίας ως κοινωνία της αρένας.

Κι επειδή κάτι ειπώθηκε για «υπερβολική ευαισθησία σχετικά με τα προσωπικά δεδομένα», θα κλείσω λέγοντας ότι στα θεμελιώδη δικαιώματα δεν υπάρχει «υπερβολική» ή «κανονική» ευαισθησία. Υπάρχει μόνο σεβασμός ή παραβίαση.

Πέμπτη, Απριλίου 20, 2006

Η δράση του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων κατά το 2005

Δημοσιεύθηκε χτες η Ετήσια Έκθεση 2005 για τις δραστηριότητες του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων.

http://www.edps.eu.int/publications/annual_report_en.htm

Ο κ. Peter Hustinx είναι η ανεξάρτητη αρχή για την προστασία των πολιτών από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων την οποία διενεργούν τα όργανα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωβουλή, το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής και οι περίπου 15 αποκεντρωμένες υπηρεσίες της Κοινότητας σε όλη την Ευρώπη).

Από τα γραφεία του στις Βρυξέλλες, στα οποία εργάζονται νομικοί από πολλές χώρες της ΕΕ (δεν λείπει και η ελληνική παρουσία) ο κ. Hustinx ασκεί την απαραίτητη εποπτεία που απαιτείται προκειμένου τα όργανα αυτά να μην παραβιάζουν τους κανόνες προστασίας προσωπικών δεδομένων. Απευθύνει συστάσεις, ενεργεί ελέγχους στα αρχεία τους και , όταν χρειαστεί έχει την αρμοδιότητα να απαγορεύσει επεξεργασίες προσωπικών δεδομένων, καταγγέλλοντας παράνομες πράξεις στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Μία από αυτές τις περιπτώσεις ήταν η γνωστή υπόθεση για την διαβίβαση προσωπικών δεδομένων επιβατών πτήσεων από Ευρώπη προς ΗΠΑ, στην οποία ο Επόπτης άσκησε παρέμβαση στο Δικαστήριο υπέρ των δικαιωμάτων των πολιτών (η απόφαση αναμένεται).

Ο Επόπτης σε μια εκτενή γνωμοδότησή του ήταν αρνητικός για την θέσπιση της Οδηγίας για την διατήρηση των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων. Επίσης παρακολουθεί όλες τις τεχνολογικές εξελίξεις που έχουν επιπτώσεις στην προστασία της ιδιωτικότητας, προσανατολιζόμενος πάντα στην υπόδειξη λύσεων ώστε να μην παρεμποδίζεται αφενός η τεχνολογική εξέλιξη, αλλά αφετέρου να προστατεύονται κατά το δυνατόν τα ατομικά δικαιώματα.

Σε αυτήν την Ετήσια Έκθεση (θα ακολουθήσει η έκδοσή της και στα ελληνικά, στο site που παραπέμπω) παρουσιάζεται αναλυτικά η δράση του για το έτος 2005, την δεύτερη επιχειρησιακή χρονιά του Επόπτη.

Σημειώνεται ότι ο κ. Hustinx ήταν από τη δεκαετία του 1970 εμπειρογνώμονας του Συμβουλίου της Ευρώπης (του θεσμού από τον οποίο προέρχεται η πρώτη σχετική Ευρωπαϊκή Σύμβαση) σε θέματα προστασίας προσωπικών δεδομένων, διετέλεσε επί 15 έτη πρόεδρος της Ολλανδικής Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων και προεδρεύων της Ομάδας Εργασίας για την προστασία προσωπικών δεδομένων (άρθρο 29 Οδηγίας 95/46) που αποτελεί την πλατφόρμα συνάντησης όλων των Αρχών Δεδομένων των κρατών μελών της ΕΕ.

Τρίτη, Απριλίου 04, 2006

Συνταγματικές αστοχίες από τον Καθηγητή κ. Μανιτάκη

Ο καθηγητής Μανιτάκης είναι αντίθετος στην ίδρυση του Συνταγματικού Δικαστηρίου με την επικείμενη αναθεώρηση.

http://www.enet.gr/online/online_text/c=110,id=55548568

Είναι κάθε δικαίωμά του και μπορεί να υποστηρίζει ό,τι θέλει. Όταν όμως χρησιμοποιεί συνταγματολογικά επιχειρήματα για να θεμελιώσει την υποτιθέμενη απαγόρευση , δηλαδή την αντισυνταγματικότητα της ίδρυσης, πρέπει να έχει υπόψη του ότι εκτίθεται στην δημόσια κριτική. Γεγονός που μπορεί να αποβεί ιδιαίτερα επαχθές λόγω της ιδιότητάς του ως καθηγητής, όχι τόσο για τον ίδιο, όσο για την εικόνα που αποκτά η κοινή γνώμη για την επιστήμη του συνταγματικού δικαίου.

Ο Μανιτάκης προσπαθεί να υποστηρίξει ότι η ανάθεση του ελέγχου της συνταγματικότητας σε ένα κεντρικό δικαστικό όργανο μέσα από μία αναθεώρηση του συντάγματος δεν είναι επιτρεπτή. Κι αυτό διότι (δική του διατύπωση, σύμφωνα με το άρθρο που παραπέμπεται εδώ) “προσκρούει και αντίκειται στη δικαιοδοτική μορφή του πολιτεύματος, δηλαδή σε θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος και άρα είναι συνταγματικώς ανεπίτρεπτη”. Αναφέρει επίσης ότι η ίδρυση ΣΔ προσκρούει στην αρχή της διάκρισης των λειτουργιών (άρθρο 26).

Ο Καθηγητής παραπέμπει εμμέσως στο άρθρο 110§1 του Συντάγματος, περί μη αναθεωρήσιμων διατάξεων. Με το άρθρο αυτό πράγματι απαγορεύεται η αναθεώρηση των διατάξεων “που καθορίζουν τη βάση και την μορφή του Πολιτεύματος ως Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας”. Αυτό είναι το γενικό τμήμα της απαγόρευσης, όπου χωρίς να απαριθμούνται συγκεκριμένα άρθρα του συντάγματος, το ίδιο το Σύνταγμα “κλειδώνει” την αναθεώρηση των δομικών συστατικών του πολιτεύματος.

[Υπενθυμίζεται εδώ ότι αυτό δεν εμπόδισε τον αναθεωρητικό νομοθέτη να εκτοπίσει τη διάταξη κατά την οποία ο Πρόεδρος της δημοκρατίας κυρώνει τους νόμους του κράτους, ότι μπορεί να διαλύσει τη Βουλή όταν αυτή βρίσκεται σε προφανή δυσαρμονία με το λαϊκό αίσθημα και ότι μπορεί να προκηρύξει δημοψήφισμα για κρίσιμο εθνικό θέμα. Επίσης καταργήθηκε το "Συμβούλιο της Δημοκρατίας", ένα όργανο που αποτελείτο από τους ηγέτες κυβέρνησης, αντιπολίτευσης και διατελέσαντες προέδρους και πρωθυπουργούς το οποίο θα επικουρούσε τον ΠτΔ στις αρμοδιότητές του. Αυτές οι διατάξεις θεωρήθηκε ότι δεν καθορίζουν την βάση και την μορφή του πολιτεύματος, σύμφωνα με τον αναθεωρητικό νομοθέτη του 1986. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι επιστημονιά ορθό, υπάρχει ήδη ένα "δεδικασμένο" που επιτρέπει την πολύ στενή προσέγγιση της έννοιας "διατάξεις που καθορίζουν την βάση και την μορφή του πολιτεύματος". Γι' αυτό παλαιότερα είχα υποστηρίξει ότι και η άμεση εκλογή του ΠτΔ δεν θα επηρεάσει την μορφή του πολιτεύματος ως προεδρευόμενης δημοκρατίας, αφού χωρίς αναθεώρηση των αρμοδιοτήτων του ΠτΔ δεν υπάρχει μετάβαση σε "προεδρικό" ή "ήμι-προεδρικό" σύστημα.]


Στο επόμενο εδάφιο, το 110 αναφέρει και συγκεκριμένα άρθρα που δεν πρέπει να αναθεωρηθούν: 2§1 (σεβασμος και προστασία της ανθρώπινης αξίας), 4§1,4,7 (ισότητα), 5§1 και 3 (προστασία της ελεύθερης ανάπτυξης προσωπικότητας), 13§1 (ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης) και 26 (διάκριση των λετουργιών). Αυτά είναι όλα κι όλα που ΔΕΝ επιτρέπεται να αναθεωρηθούν.

Παρ' όλ' αυτά, ο καθηγητής Μανιτάκης λέει ότι δεν επιτρέπεται από το Σύνταγμα η ίδρυση ΣΔ.
  • Ο καθηγητής λέει ότι η ίδρυση ΣΔ προσκρούει στη δικαιοδοτική μορφη του πολιτεύματος και γι’ αυτό το λόγο δεν επιτρέπεται (προφανώς λόγω 110§1). Όμως το άρθρο 110§1 δεν αναφέρεται σε καμία “δικαιοδοτική μορφή του πολιτεύματος” (νεολογισμός), αλλά στις δομικές του πολιτεύματος διατάξεις, ως προς τη ΜΟΡΦΗ του, ως προς δηλ. το χαρακτήρα του ως: 1. Προεδρευόμενη, 2. Κοινοβουλευτική, 3. Δημοκρατία. Η μορφή και η δομή αυτή δεν επηρεάζεται από το αν ο έλεγχος της συνταγματικότητας είναι διάχυτος ή κεντρικός.
  • Ο καθηγητής λέει ότι η ίδρυση ΣΔ προσκρούει σε “θεμελιώδεις διατάξεις του συντάγματος”. Μα κάθε διάταξη του συντάγματος είναι εξ ορισμού θεμελιώδης, λόγω της φύσης του Συντάγματος ως lex fundamentalis (το γερμανικό σύνταγμα λέγεται "Θεμελιώδης Νόμος"). Κάθε διάταξή του είναι ένα αυτοσκοπός της πολιτείας . Εφόσον η αναθεώρηση συνταγματικών διατάξεων επιτρέπεται, το “θεμελιώδες” ή μη του χαρακτήρα τους δεν μπορεί να συνδεθεί με απαγορευτικά επιχειρήματα, εκτός αν μιλάμε για τις κατηγορίες του άρθρου 110§1.
  • Ο καθηγητής λέει ότι η ίδρυση ΣΔ προσκρούει στην αρχή της διάκρισης των λειτουργιών. Μα η αρχή αυτή, ως προς τη δικαιοσύνη που μας αφορά εδώ, αναφέρει ότι η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια. Το αν ο έλεγχος της συνταγματικότητας από αυτά είναι εμπίπτων ή διάχυτος δεν σημαίνει ότι θα μετατεθεί η δικαστική λειτουργία στις άλλες δύο λειτουργίες. Ούτε αναφέρει το σύνταγμα ότι τα μόνα όργανα που μπορούν να ελέγχουν την συνταγματικότητα είναι τα δικαστήρια: το κάνει και η Βουλή για τα interna corporis της (βλ. ψήφος Αλευρά και χρόνοι παραγραφής των υπουργικών αδικημάτων), το κάνει ο Πρόεδρος της Δημορατίας εκδίδοντας τους νόμους. Και εν πάσει περιπτώσει, ως προς αυτό το θέμα η προηγούμενη αναθεώρηση ήταν πολύ πιο δραστική, εισάγοντας και τον θεσμό των ανεξάρτητων αρχών στο Σύνταγμα, οι οποίες επίσης προβαίνουν σε έλεγχο συνταγματικότητας, χωρίς να “πάθει” τίποτα το άρθρο 26, το οποίο πλέον ερμηνεύεται κάπως πιο λειτουργικά και με την ευρύτητα που επιβάλλει ένα μη φορμαλιστικό κράτος δικαίου [βλ. επ' αυτού Βιδάλη "Τυπική ή ουσιαστική διάκριση των λειτουργιών; Το θεμέλιο των ανεξάρτητων αρχών στο Σύνταγμα",http://tosyntagma.ant-sakkoulas.gr/theoria/item.php?id=936) .
Εντυπωσιάζει επίσης, πως ο Καθηγητής ξεπερνά ότι ήδη οι συγκρούσεις ανάμεσα σε ανώτατα δικαστήρια ως προς τη συνταγματικότητα λύνονται (εδώ και 30 χρόνια) από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (περίπτωση κεντρικού και τελικού ελέγχου συνταγματικότητας) και ότι τα τμήματα των Ανώτατων Δικαστηρίων έχουν την υποχρέωση να παραπέμπουν ζητήματα συνταγματικότητας στις Ολομέλειες (το οποίο θεσπίστηκε με την προηγούμενη αναθεώρηση, το 2001). Εκεί πως και δεν υπήρχε θέμα “διάκρισης λειτουργιών” κλπ, όταν ο Ειρηνοδίκης, ο Πρωτοδίκης και ο Εφέτης μπορούν να ελέγχουν συνταγματικότητα, αλλά ο Σύμβουλος της Επικρατείας, ο Αρεοπαγίτης και ο Σύμβουλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου ΔΕΝ μπορούν (σε ένα σύστημα διάχυτου ελέγχου) και οφείλουν να παραπέμψουν το θέμα στην Ολομέλεια;
Πως και δεν μας λέτε κ. Καθηγητά ότι πρέπει να επανέλθουμε στο καθεστώς προ του 2001, αφού είστε τόσο υπέρ του διάχυτου;

Υποσημείωση: ο κ. Μανιτάκης εκδήλωσε την αντίθεσή του στην κυβερνητική εξαγγελία 2 βδομάδες μετά την ολοκλήρωση των εργασιών της επιτροπής σοφών για το απόρρητο, στην οποία συμμετείχε ύστερα από πρόσκληση του πρωθυπουργού. Να τα είπε άραγε και στον ίδιο τον πρωθυπουργό; Και αν ναι, γιατί άργησε τόσο πολύ να τα πει και στην Ελευθεροτυπία; Η συζήτηση έχει ανοίξει εδώ και μήνες...

Πείτε ό,τι θέλετε, λοιπόν, αγαπητοί κ. Καθηγητές στις εφημερίδες, αλλά μην νομίζετε ότι το Σύνταγμα είναι ένα σκονισμένο φυλλαδιάκι στις βιβλιοθήκες μας. Και δεν υπάρχει τίποτε πιο σιχαμένο από το να χρησιμοποιείται η επιστημονική αυθεντία ως μέσο πολιτικης χειραγώγησης της κοινής γνώμης.

Επίσης: θαυμάσια ευκαιρία αυτή η περίοδος για εκδήλωση υποψηφιοτήτων στις θέσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Αναμένουμε τη σχετική αρθρογραφία από άλλους συνταγματολόγους.

Σάββατο, Απριλίου 01, 2006

Μετρήσεις επισκεψιμότητας blogs: η νομική διάσταση

Αναφέρεται ότι οι μετρήσεις επισκεψιμότητας των ιστολογίων γίνεται για την τιμή των όπλων, μιας και δεν υπάρχει -κατά κανόνα- διαφημιστικό και άρα οικονομικό διακύβευμα (Νίκος Δήμου). Νομικά, δεν είναι ακριβές.
Οι πληροφορίες που αναφέρονται σε ένα προσωπικό ιστολόγιο όπως τα στατιστικά στοιχεία που μεταδίδει κάποιος τρίτος για ένα blog, αποτελούν δεδομένα τα οποία αναφέρονται σε φυσικό πρόσωπο η ταυτότητα του οποίου μπορεί να προσδιοριστεί (έστω και με τη χρήση ψευδωνύμου).
Συνεπώς, η πληροφορία για ένα ιστολόγιο, όπως η σχετική με την επισκεψιμότητά του, αποτελεί πληροφορία που αναφέρεται στον ίδιο τον διαχειριστή του. Με αυτή τη συλλογιστική, τα στατιστικά επισκεψιμότητας αποτελούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα (σύμφωνα με τον ορισμό που είναι δεκτός από όλες τις χώρες με νομοθεσία για την προστασία προσωπικών δεδομένων).

Ανάμεσα στις υποχρεώσεις που έχει όποιος επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα εντάσσεται και η αρχή της ακρίβειας: για να είναι νόμιμη η επεξεργασία, τα δεδομένα θα πρέπει να είναι ακριβή, δηλαδή να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα (για το ελληνικό δίκαιο η διάταξη βρίσκεται στο άρθρο 4§1 Ν.2472/1997, ενώ αντίστοιχες διατάξεις βρίσκονται σε όλες τις νομοθεσίες των κρατών-μελών της ΕΕ, λόγω της ένταξής της στην Οδηγία 95/46 , αλλά και της πρόβλεψής της στην Σύμβαση 108 του Συμβουλίου της Ευρώπης και τις σχετικές Guidelines του ΟΗΕ).

Κατ' αποτέλεσμα, αν μπορεί να αποδειχτεί ότι τα δεδομένα επισκεψιμότητας που μεταδίδονται από διάφορες πλευρές δεν είναι ακριβή, τότε ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει παραβιάσει τη σχετική υποχρέωσή του και υπάρχει δικαίωμα του blogger να ζητήσει διόρθωση της μεταδιδόμενης πληροφορίας. Εφόσον ο υπεύθυνος δεν συμμορφωθεί υπάρχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα ή/και ενώπιον των δικαστηρίων με αίτημα αποζημίωσης (το ελληνικό δίκαιο προβλέπει minimum αποζημίωσης 6.000 ευρώ).

Υπεύθυνος Προστασίας Δεδομένων: το βιβλίο

Ένα νέο πρόσωπο αναλαμβάνει καθήκοντα στις δημόσιες υπηρεσίες και σε ορισμένους οργανισμούς του ιδιωτικού τομέα από τον Μάιο του 2018: ο ...