Τετάρτη, Απριλίου 28, 2010

Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης: η Google δεν έχει ευθύνη για το περιεχόμενο του AdWords

Το ζήτημα της ευθύνης του παρόχου υπηρεσιών Κοινωνίας της Πληροφορίας σε σχέση με το περιεχόμενο που αναμεταδίδει κρίθηκε στην πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. Δελτίο Τύπου). Η υπόθεση αφορούσε το ότι οι διαφημιζόμενοι πελάτες της Google, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν την υπηρεσία AdWords, είχαν δεσμεύσει ως λέξεις - κλειδιά τα εμπορικά σήματα που δεν τους ανήκουν (λ.χ. "Louis Vuitton").

Η υπόθεση είχε ξεκινήσει με βάση δικαστικές ενέργειες εναντίον της Google στη Γαλλία, οπότε ο γαλλικός Άρειος Πάγος απέστειλε προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το κατά πόσον η Google φιλοξενώντας αυτές τις διαφημίσεις παραβιάζει ή όχι την ευρωπαϊκή νομοθεσία περί trademark. 

To νομικό θέμα που τίθεται είναι κατά πόσον ο πάροχος μιας υπηρεσίας κοινωνίας της πληροφορίας, όπως το AdWords, την οποία οι πελάτες του χρησιμοποιούν προσδίδοντάς της περιεχόμενο (στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι πελάτες επιλέγουν ποιες λέξεις-κλειδιά θα κατοχύρωναν), έχει ευθύνη και ο ίδιος εκτός από τους πελάτες του. Πρόκειται για το  πιο σοβαρό νομικό πρόβλημα που τίθεται από την σημερινή μορφή λειτουργίας και εφαρμογής του Διαδικτύου, ως Web 2.0: το γεγονός δηλαδή ότι οι πάροχοι απλώς παρέχουν χώρο και υπηρεσίες, χωρίς να συνδιαμορφώνουν το περιεχόμενο. Ο αντίλογος είναι ότι είναι τεχνικά και πρακτικά πολύ πιο εύκολο να διώξει κανείς τον πάροχο, παρά τον χρήστη των υπηρεσιών, ο οποίος πολύ συχνά θα καλύπτεται από το απόρρητο των τηλεπικοινωνιών. 

Πριν την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου της ΕΕ, ο Γενικός Εισαγγελέας με τις Προτάσεις του εισηγήθηκε ότι η Google ως προς αυτή την υπηρεσία της δεν αποτελεί πάροχο υπηρεσιών κοινωνίας της πληροφορίας. Ο Γενικός Εισαγγελέας αναπτύσσει ως εξής τα επιχειρήματά του:

137. Κρίσιμο ζήτημα είναι συνεπώς το αν οι δραστηριότητες της Google μπορούν να χαρακτηριστούν φιλοξενία κατά την έννοια του άρθρου 14 της οδηγίας 2000/31, ήτοι, αν το AdWords είναι υπηρεσία που συνίσταται στην αποθήκευση, μετά από αίτηση του αποδέκτη της υπηρεσίας, πληροφοριών παρεχομένων από τον εν λόγω αποδέκτη της υπηρεσίας.

138. Όπως τονίστηκε παραπάνω, το AdWords εμφανίζει συγκεκριμένο περιεχόμενο –ήτοι, το κείμενο των αγγελιών και τους συνδέσμους τους– το οποίο, αφενός, παρέχεται από τους αποδέκτες της υπηρεσίας (τους διαφημιζομένους) και, αφετέρου, αποθηκεύεται κατόπιν αιτήσεώς τους. Συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή στην έννοια της φιλοξενίας, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 14 της οδηγίας 2000/31, πληρούνται κατά το γράμμα της προαναφερθείσας διατάξεως.

139. Εντούτοις, οι δικαιούχοι των σημάτων ισχυρίζονται ότι η φιλοξενία προϋποθέτει μια αμιγώς τεχνική πράξη. Παρέχοντας φιλοξενία στο πλαίσιο διαφημιστικής δραστηριότητας, το AdWords εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 14 της οδηγίας 2000/31.

140. Εύλογα τίθεται το ερώτημα για ποιον λόγο η διαφημιστική δραστηριότητα θα είχε τέτοιο αποτέλεσμα. Γεγονός είναι ότι οι υπηρεσίες της κοινωνίας της υπηρεσίας πάντοτε φιλοξενούν κάποιο περιεχόμενο είτε για διαφημιστικούς σκοπούς είτε για την άσκηση οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας που καλύπτεται από τις υπηρεσίες αυτές. Οι υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας σπάνια συνιστούν δραστηριότητες αποκλειστικώς τεχνικές και συνδέονται συνήθως με άλλες δραστηριότητες οι οποίες και αποτελούν την πηγή χρηματοδοτήσεώς τους.

141. Οι υπό κρίση υποθέσεις, όμως, αφορούν ένα ιδιαίτερο πλαίσιο ασκήσεως διαφημιστικών δραστηριοτήτων, το οποίο διακρίνεται από τη δραστηριότητα της φιλοξενίας. Για τον λόγο αυτό συμφωνώ με τους δικαιούχους των σημάτων –ακόμη και αν δεν συμμερίζομαι απολύτως τα επιχειρήματά τους– ότι η απαλλαγή από την ευθύνη κατά την έννοια του άρθρου 14 της οδηγίας 2000/31 δεν πρέπει να εφαρμοστεί στο AdWords. Η θέση αυτή ερείδεται στον σκοπό που επιδιώκουν τόσο το άρθρο 14 όσο και η οδηγία 2000/31 στο σύνολό της.

142. Φρονώ ότι σκοπός της οδηγίας 2000/31 είναι να δημιουργήσει έναν ελεύθερο και ανοιχτό δημόσιο χώρο στο Διαδίκτυο. Προς επίτευξη του σκοπού αυτού περιορίζει την ευθύνη όσων μεταδίδουν και αποθηκεύουν πληροφορίες, δυνάμει των άρθρων της 12 έως 14, στις περιπτώσεις που δεν γνωρίζουν την παρανομία (71).

143. Κρίσιμο για την επίτευξη του σκοπού αυτού είναι το άρθρο 15 της οδηγίας 2000/31, το οποίο απαγορεύει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν στους παρέχοντες υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας υποχρέωση ελέγχου των πληροφοριών που μεταδίδουν ή αποθηκεύουν ή υποχρέωση δραστήριου ελέγχου της νομιμότητάς τους. Φρονώ ότι το άρθρο 15 της οδηγίας δεν επιβάλλει απλώς και μόνο μια αρνητική υποχρέωση στα κράτη μέλη, αλλά ότι αποτελεί έκφραση της αρχής κατά την οποία οι παρέχοντες υπηρεσίες που επιδιώκουν να επωφεληθούν από την απαλλαγή από την ευθύνη πρέπει να παραμένουν ουδέτεροι έναντι των πληροφοριών που μεταδίδουν ή φιλοξενούν.

144. Τούτο μπορεί να καταδειχτεί εναργέστερα μέσω της συγκρίσεως με τη μηχανή αναζητήσεως της Google, η οποία είναι ουδέτερη όσον αφορά τις πληροφορίες που μεταδίδει (72).        Τα ουδέτερα αποτελέσματά της προκύπτουν από αυτόματους αλγορίθμους, οι οποίοι εφαρμόζουν αντικειμενικά κριτήρια προκειμένου να εμφανίσουν ιστοτόπους που ενδέχεται να ενδιαφέρουν τους χρήστες του Διαδικτύου. Η εμφάνιση των ιστοτόπων αυτών και η σειρά κατατάξεώς τους εξαρτάται από τη συνάφειά τους με τις επιλεγείσες λέξεις-κλειδιά, και όχι από τυχόν ενδιαφέρον της Google για αυτούς ή τυχόν σχέση της με οποιονδήποτε ιστότοπο. Ομολογουμένως, η Google έχει συμφέρον –και μάλιστα οικονομικό συμφέρον– να εμφανίζει στους χρήστες του Διαδικτύου τους περισσότερο συναφείς ιστοτόπους· δεν έχει όμως συμφέρον να προσελκύσει το ενδιαφέρον των χρηστών του Διαδικτύου σε συγκεκριμένο ιστότοτο.

145. Αυτό δεν ισχύει όσον αφορά το περιεχόμενο που εμφανίζεται στο AdWords. Η προβολή αγγελιών από την Google οφείλεται στη σχέση του με τους διαφημιζόμενους. Συνεπώς, το AdWords δεν είναι πλέον ουδέτερος φορέας πληροφοριών: η Google έχει άμεσο συμφέρον οι χρήστες του Διαδικτύου να κάνουν κλικ στους διαφημιστικούς συνδέσμους (σε αντίθεση προς τα φυσικά αποτελέσματα που εμφανίζει η μηχανή αναζητήσεως).

146. Κατά συνέπεια, η απαλλαγή από την ευθύνη για φιλοξενία που προβλέπει το άρθρο 14 της οδηγίας 2000/31 δεν τυγχάνει εφαρμογής όσον αφορά το περιεχόμενο που εμφανίζεται στο AdWords. Όπως προαναφέρθηκε, το ζήτημα αν υφίσταται τέτοιου είδους ευθύνη ρυθμίζεται από το εθνικό δίκαιο.



 Όμως το Δικαστήριο της ΕΕ έκρινε διαφορετικά στην απόφασή του που εξέδωσε στις 23 Μαρτίου 2010.  Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, εφόσον ο πάροχος της υπηρεσίας κοινωνίας της πληροφορίας δεν έχει ενεργό ρόλο που του επιτρέπει τη γνώση ή τον έλεγχο του περιεχομένου, δεν είναι υπεύθυνος γι' αυτές. Υπεύθυνος καθίσταται μόνον όταν λάβει γνώση, δηλαδή εκ των υστέρων. Το Δικαστήριο ΕΕ θεμελίωσε ως εξής αυτή την κρίση του. 


106    Με το τρίτο ερώτημα στην υπόθεση C-236/08, το δεύτερο ερώτημα στην υπόθεση C-237/08 και το τρίτο ερώτημα στην υπόθεση C-238/08, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 14 της οδηγίας 2000/31 έχει την έννοια ότι η υπηρεσία αντιστοίχησης στο Διαδίκτυο αποτελεί υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας που συνίσταται στην αποθήκευση πληροφοριών παρεχομένων από τον διαφημιζόμενο, οπότε τα στοιχεία αυτά αποτελούν αντικείμενο «φιλοξενίας» υπό την έννοια του άρθρου αυτού και, επομένως, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ευθύνη του παρέχοντος την υπηρεσία αυτή αν αυτός δεν έχει προηγουμένως λάβει γνώση της παράνομης συμπεριφοράς του εν λόγω διαφημιζόμενου.

107    Το τμήμα 4 της οδηγίας 2000/31, που περιλαμβάνει τα άρθρα 12 έως 15 και αγορά το κεφάλαιο με τίτλο «Ευθύνη των μεσαζόντων παροχής υπηρεσιών», αποσκοπεί στον περιορισμό των περιπτώσεων στις οποίες, σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, μπορεί να θεσμοθετηθεί ευθύνη των μεσαζόντων παροχής υπηρεσιών. Επομένως, οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση μιας τέτοιας ευθύνης πρέπει να αναζητηθούν στο πλαίσιο του εν λόγω εθνικού δικαίου, λαμβανομένου, ωστόσο, υπόψη ότι, σύμφωνα με το τμήμα 4 της οδηγίας 2000/31, ορισμένες περιπτώσεις δεν συνεπάγονται ευθύνη των παρεχόντων υπηρεσίες διαμεσολάβησης. Μετά τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά στην εσωτερική νομοθεσία της εν λόγω οδηγίας, οι εθνικοί κανόνες που αφορούν την ευθύνη των παρόχων αυτών πρέπει να περιλαμβάνουν τους περιορισμούς της ευθύνης που θεσπίζονται με τα εν λόγω άρθρα.

108    Η Vuitton, η Viaticum και η CNRRH υποστηρίζουν, ωστόσο, ότι υπηρεσία αντιστοίχησης όπως η AdWords δεν αποτελεί υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας, όπως αυτή ορίζεται στις εν λόγω διατάξεις της οδηγίας 2000/31, οπότε ο παρέχων μια τέτοια υπηρεσία δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να τύχει του ευεργετήματος των εν λόγω περιορισμών της ευθύνης. Η Google και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υποστηρίζουν το αντίθετο.

109    Ο περιορισμός της ευθύνης που προβλέπεται στο άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31 εφαρμόζεται σε περίπτωση «παροχής μιας υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας η οποία συνίσταται στη μετάδοση πληροφοριών που παρέχει ο αποδέκτης της υπηρεσίας σε ένα δίκτυο επικοινωνιών ή στην παροχή πρόσβασης στο δίκτυο επικοινωνιών», και σημαίνει ότι ο παρέχων μια τέτοια υπηρεσία δεν έχει ευθύνη για τα στοιχεία που αποθήκευσε κατόπιν αιτήματος αποδέκτη της εν λόγω υπηρεσίας, εκτός εάν ο εν λόγω πάροχος, αφού έλαβε γνώση, είτε μέσω πληροφορίας από τον θιγόμενο είτε με άλλο τρόπο, του παράνομου χαρακτήρα των στοιχείων αυτών ή των δραστηριοτήτων του εν λόγω αποδέκτη, δεν προέβη αμέσως σε ενέργειες για να τα αποσύρει ή να καταστήσει αδύνατη την πρόσβαση σ’ αυτά.

110    Όπως επισημαίνεται στις σκέψεις 14 και 15 της παρούσας αποφάσεως, ο νομοθέτης όρισε την έννοια της «υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας» ως περιλαμβάνουσα τις υπηρεσίες που παρέχονται εξ αποστάσεως, μέσω εξοπλισμών ηλεκτρονικής επεξεργασίας και αποθήκευσης δεδομένων, κατόπιν ατομικού αιτήματος του αποδέκτη των υπηρεσιών και, συνήθως, έναντι αμοιβής. Λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών, τα οποία αναφέρονται συνοπτικώς στη σκέψη 23 της παρούσας αποφάσεως, της επίδικης στις υποθέσεις της κύριας δίκης υπηρεσίας αντιστοίχησης, έπεται ότι η υπηρεσία αυτή συγκεντρώνει το σύνολο των στοιχείων που απαρτίζουν την εν λόγω έννοια.

111    Δεν μπορεί, εξάλλου, να αμφισβητηθεί ότι ο παρέχων την υπηρεσία αντιστοίχησης έχει ένα ρόλο μεσάζοντα που συνίσταται στη διαβίβαση των πληροφοριών του αποδέκτη της εν λόγω υπηρεσίας, δηλαδή του διαφημιζόμενου, σε ένα δίκτυο επικοινωνίας που είναι ανοικτό στους χρήστες του Διαδικτύου και το οποίο απαιτεί την αποθήκευση, δηλαδή την τοποθέτηση στη μνήμη του διακομιστή του παρέχοντος την υπηρεσία ορισμένων δεδομένων, όπως οι λέξεις-κλειδιά που επιλέχθηκαν από το διαφημιζόμενο, ο διαφημιστικός σύνδεσμος και το διαφημιστικό μήνυμα που τον συνοδεύει, καθώς και η διεύθυνση του ιστότοπου του διαφημιζόμενου.

112    Επιπλέον, για να εμπίπτει η αποθήκευση που πραγματοποιεί ο παρέχων την υπηρεσία αντιστοίχησης στο άρθρο 14 της οδηγίας 2000/31, πρέπει η συμπεριφορά του εν λόγω παρόχου να περιορίζεται σε συμπεριφορά «μεσάζοντα παρόχου» όπως αυτή ορίζεται από τον νομοθέτη στο πλαίσιο του τμήματος 4 της εν λόγω οδηγίας.

113     Όπως προκύπτει, ωστόσο, από την τεσσαρακοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/31, οι εξαιρέσεις σε θέματα ευθύνης που προβλέπονται από την οδηγία αυτή καλύπτει μόνον τις περιπτώσεις που η δραστηριότητα του παρέχοντος υπηρεσίες στο πλαίσιο της κοινωνίας της πληροφορίας έχει χαρακτήρα «καθαρά τεχνικό, αυτόματο και παθητικό», γεγονός που συνεπάγεται ότι ο εν λόγω πάροχος «δεν έχει ούτε τη γνώση ούτε τον έλεγχο των πληροφοριών που μεταδίδει ή αποθηκεύει.

114    Ως εκ τούτου, προκειμένου να εξακριβωθεί αν η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες αντιστοίχησης μπορεί να περιοριστεί βάσει του άρθρου 14 της οδηγίας 2000/31, είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν ο ρόλος που διαδραματίζει ο εν λόγω πάροχος είναι ουδέτερος, στο μέτρο που η συμπεριφορά του είναι καθαρά τεχνική, αυτόματη και παθητική, γεγονός που συνεπάγεται ότι δεν είχε γνώση ή έλεγχο των στοιχείων που αποθηκεύει.

115    Όσον αφορά την επίδικη στις υποθέσεις της κύριας δίκης υπηρεσία αντιστοίχησης, από τον φάκελο και την περιγραφή της εν λόγω υπηρεσίας που παρατίθεται στις σκέψεις 23 και επόμενες της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι η Google, χρησιμοποιώντας το λογισμικό που έχει αναπτύξει, προβαίνει σε επεξεργασία των στοιχείων που υποβάλλουν οι διαφημιζόμενοι και ότι αυτό έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση των διαφημίσεων υπό συνθήκες τις οποίες ελέγχει η Google. Συγκεκριμένα, η Google καθορίζει τη σειρά εμφάνισης αναλόγως, μεταξύ άλλων, της αμοιβής που καταβάλλουν οι διαφημιζόμενοι.

116    Πρέπει να επισημανθεί ότι το γεγονός και μόνον ότι η υπηρεσία αντιστοίχησης είναι επί πληρωμή ή ότι η Google καθορίζει τις λεπτομέρειες της αμοιβής ή ότι παρέχει γενικές πληροφορίες στους πελάτες της δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα ότι η Google αποκλείεται από την εφαρμογή των εξαιρέσεων σε θέματα ευθύνης που προβλέπονται από την οδηγία 2000/31.

117    Ομοίως, η αντιστοιχία μεταξύ της επιλεχθείσας λέξης-κλειδιού και του όρου αναζήτησης που εισήγαγε ο χρήστης του Διαδικτύου δεν αρκεί από μόνη της για να θεωρηθεί ότι η Google έχει γνώση ή έλεγχο των στοιχείων που εισήχθησαν στο σύστημα από τους διαφημιζόμενους και αποθηκεύθηκαν στον διακομιστή του.

118    Είναι αντιθέτως σημαντικός, στο πλαίσιο της εξέτασης που αναφέρεται στη σκέψη 114 της παρούσας αποφάσεως, ο ρόλος της Google στη διατύπωση του διαφημιστικού μηνύματος που συνοδεύει τον διαφημιστικό σύνδεσμο ή στη δημιουργία ή την επιλογή των λέξεων-κλειδιών.

119    Λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω σκέψεις, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο είναι σε θέση να γνωρίζει καλύτερα τους συγκεκριμένους τρόπους παροχής της υπηρεσίας στις υποθέσεις της κύριας δίκης, να εκτιμήσει αν ο ρόλος της Google συμπίπτει με αυτόν που περιγράφεται στη σκέψη 114 της παρούσας αποφάσεως.

120    Επομένως, στο τρίτο ερώτημα στην υπόθεση C-236/08, στο δεύτερο ερώτημα στην υπόθεση C‑237/08 και στο τρίτο ερώτημα στην υπόθεση C-238/08 πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 14 της οδηγίας 2000/31 έχει την έννοια ότι ο κανόνας του άρθρου αυτού έχει εφαρμογή στον παρέχοντα υπηρεσία αντιστοίχησης στο Διαδίκτυο όταν ο εν λόγω παρέχων δεν είχε ενεργό ρόλο που θα του επέτρεπε να έχει γνώση ή έλεγχο των αποθηκευμένων στοιχείων. Εάν δεν είχε τέτοιο ρόλο, ο εν λόγω πάροχος δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος για τα στοιχεία που αποθήκευσε κατόπιν αιτήματος διαφημιζόμενου, εκτός εάν, έχοντα λάβει γνώση του παράνομου χαρακτήρα των στοιχείων αυτών ή των δραστηριοτήτων του εν λόγω διαφημιζόμενου, δεν προέβη αμέσως σε ενέργειες για να τα αποσύρει ή να καταστήσει αδύνατη την πρόσβαση σ’ αυτά.

Αυτή η απόφαση είναι λοιπόν πολύ σημαντική γιατί επιβεβαιώνει την έλλειψη υποχρέωσης  προληπτικού ελέγχου των πληροφοριών που αναρτώνται σε υπηρεσίες Web 2.0. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιβεβαίωσε λοιπόν αυτόν τον κανόνα νομολογιακά, γενικεύοντάς τον ως ευρωπαϊκό δεδικασμένο, πέραν των στενών διατυπώσεων της σχετικής Οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο. 

Τρίτη, Απριλίου 27, 2010

Ομιλία για προσωπικά δεδομένα στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ Αθήνας





Ακούστε εδώ την ομιλία που κάναμε με τον συνάδελφο Φώτη Σπυρόπουλο για τα προσωπικά δεδομένα σε φοιτητές του Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών

Δευτέρα, Απριλίου 26, 2010

Ιρλανδός δικαστής εγκρίνει three strikes και αναγνωρίζει την πνευματική ιδιοκτησία ως ανθρώπινο δικαίωμα

Σύμφωνα με αυτή την είδηση, ένας δικαστής στην Ιρλανδία έχει κρίνει ότι η πρόθεση παρόχου σύνδεσης στο Διαδίκτυο για εφαρμογή συστήματος "τριών χτυπημάτων", δεν παραβιάζει την νομοθεσία για την προστασία της ιδιωτικότητας (και το αντίστροφο). Ο πάροχος αποφάσισε να ακολουθήσει αυτό το σύστημα ύστερα από νομική ενέργεια συνδικαλιστικού συλλόγου της μουσικής βιομηχανίας που απαίτησε να σταματήσουν να υποστηρίζουν την ανταλλαγή αρχείων μεταξύ των χρηστών. Ο δικαστής σε αυτή την υπόθεση έκρινε ότι το copyright είναι θεμελιώδες δικαίωμα σύμφωνα με το Ιρλανδικό δίκαιο. Ο σχολιαστής της είδησης αναφέρει ότι αυτό "είναι ένα τεράστιο παραθυράκι για τις δισκογραφικές εταιρίες που θέλουν να περάσουν την δική τους ατζέντα: τώρα πια θα μάχονται για ανθρώπινα δικαιώματα, όπως οι άνθρωποι που προσπαθούν να σταματήσουν την γενοκτονία, την πείνα, τις αθέμιτες διακρίσεις και άλλες ευγενείς επιδιώξεις."

Θα πρέπει όμως να εξετάσουμε αυτό το δεδικασμένο στις πραγματικές του διαστάσεις, χωρίς να καλλιεργούμε υπέρμετρη ανησυχία για τους χρήστες ή υπερβολικές προσδοκίες για όσους ζητούν την εφαρμογή σχεδίων "τριών χτυπημάτων".

Πρωτ' απ' όλα, ελάχιστες αντιρρήσεις υπάρχουν πια στο κατά πόσον η πνευματική ιδιοκτησία είναι ένα θεμελιώδες δικαίωμα. Το έχει αναγνωρίσει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ως περίπτωση του γενικότερου ανθρώπινου δικαιώματος στην ιδιοκτησία. Η πνευματική ιδιοκτησία αναγνωρίζεται επίσης ως θεμελιώδες δικαίωμα στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος με τη Συνθήκη της Λισαβόνας αποκτά δεσμευτική νομική ισχύ (μέσα στο περίεργο πεδίο εφαρμογής του βέβαια, το οποίο αφορά τα όργανα της ΕΕ καθώς και τα κράτη - μέλη όταν αυτά καλούνται να εφαρμόσουν ή να ενσωματώσουν το ενωσιακό δίκαιο):

Άρθρο 17

Δικαίωμα ιδιοκτησίας

1. Κάθε πρόσωπο δικαιούται να είναι κύριος των νομίμως κτηθέντων αγαθών του, να τα χρησιμοποιεί, να

τα διαθέτει και να τα κληροδοτεί. Κανείς δεν μπορεί να στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνον για λόγους δημόσιας ωφέλειας, στις περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο νόμο και έναντι δίκαιης και έγκαιρης αποζημίωσης για την απώλειά της. Η χρήση των αγαθών μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς από το νόμο, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο προς το γενικό συμφέρον.

2. Η διανοητική ιδιοκτησία προστατεύεται.


Τι σημαίνει όμως στην πραγματικότητα το γεγονός ότι ένα δικαίωμα αναγνωρίζεται ως "θεμελιώδες";

Πρώτον, ότι ο κοινός νόμος που κατοχυρώνει τα ειδικότερα δικαιώματα που απορρέουν από το "θεμελιώδες" δεν επιτρέπεται να καταργηθεί ή να αντικατασταθεί από άλλον νόμο, ο οποίος παρέχει κατώτερο επίπεδο προστασίας του "θεμελιώδους" δικαιώματος. Αυτό σημαίνει ότι οι νόμοι για την πνευματική ιδιοκτησία, στο μέτρο που διασφαλίζουν την πρακτική ενάσκηση του "θεμελιώδους" δικαιώματος είναι αμετακίνητοι από τον κοινό νομοθέτη, δηλ. τα κοινοβούλια.


Δεύτερον, ότι οι περιορισμοί που επιτρέπεται να επιβληθούν στην πνευματική ιδιοκτησία είναι μόνο εκείνοι που επιτρέπεται να επιβάλλονται στο ανθρώπινο δικαίωμα της ιδιοκτησίας, δηλαδή βασικά λόγοι δημοσίου συμφέροντος οι οποίοι όμως θα πρέπει να (α) προβλέπονται από το νόμο, (β) να μην προσβάλλουν το "βασικό περιεχόμενο του δικαιώματος" και (γ) να είναι σύμφωνοι με την αρχή της αναλογικότητας. Οι αρχές αυτές για τους επιτρεπόμενους περιορισμούς θεμελιωδών δικαιωμάτων προβλέπονται από το άρθρο 52 παρ. 1 του Χάρτη: 


Κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον παρόντα Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από το νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών. Τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων. 


Από την άλλη πλευρά όμως και το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα είναι ένα ανθρώπινο, θεμελιώδες δικαίωμα. Αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, ενώ στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ έχουμε τόσο την ιδιωτικότητα όσο και την προστασία προσωπικών δεδομένων:


Άρθρο 7

Σεβασμός της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής

Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και των επικοινωνιών του.


Άρθρο 8

Προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.

2. Η επεξεργασία αυτών των δεδομένων πρέπει να γίνεται νομίμως, για καθορισμένους σκοπούς και με βάση τη συγκατάθεση του ενδιαφερομένου ή για άλλους θεμιτούς λόγους που προβλέπονται από το νόμο.

Κάθε πρόσωπο δικαιούται να έχει πρόσβαση στα συλλεγέντα δεδομένα που το αφορούν και να επιτυγχάνει τη διόρθωσή τους.

3. Ο σεβασμός των κανόνων αυτών υπόκειται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής.


Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, προβλέπονται  οι επιτρεπτοί  περιορισμοί του δικαιώματος ιδιωτικότητας:


"Δεv επιτρέπεται vα υπάρξη επέµβασις δηµoσίας αρχής εv τη ασκήσει τoυ δικαιώµατoς τoύτoυ, εκτός εάv η επέµβασις αύτη πρoβλέπεται υπό τoυ vόµoυ και απoτελεί µέτρov τo oπoίov, εις µίαv δηµoκρατικήv κoιvωvίαv, είvαι αvαγκαίov δια τηv εθvικήv ασnάλειαv, τηv δηµoσίαv ασφάλειαv, τηv oικovoµικήv ευηµερίαv της χώρας, τηv πρoάσπισιv της τάξεως και τηv πρόληψιv πoιvικώv παραβάσεωv, τηv πρoστασίαv της υγείας ή της ηθικής, ή τηv πρoστασίαv τωv δικαιωµάτωv και ελευθεριώv άλλωv."


Αυτό σημαίνει ότι η εφαρμογή ενός συστήματος "τριών χτυπημάτων" πρέπει να ελεγχθεί και ως προς τη συμβατότητά της με την παραπάνω παράγραφο: να θεσπιστεί με νόμο, ο οποίος να εισάγει έναν περιορισμό υπέρ των "δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων", ο οποίος όμως να είναι "αναγκαίος", "σε μια δημοκρατική κοινωνία". Πρέπει δηλαδή και σε αυτή την περίπτωση να γίνει ένας έλεγχος αναλογικότητας. 


Εκεί ακριβώς κρίνεται όλο το ζήτημα της νομιμότητας ενός σχεδίου "τριών χτυπημάτων": είναι αναγκαίο να θεσπιστεί αυτό το σύστημα ή μήπως μια σχετική νομοθεσία μπορεί να αποφευχθεί με ηπιότερα μέσα ενόψει του σκοπού για τον οποίο θεσπίζεται; Ο Ιρλανδός δικαστής έκρινε ότι τα "τρία χτυπήματα" είναι σύμφωνα με τους νόμους της ιδιωτικότητας. Επειδή δεν έχουμε διαβάσει βέβαια το πλήρες κείμενο της απόφασης, δεν γνωρίζουμε εάν ο Ιρλανδός δικαστής υπέβαλε το μέτρο και σε έλεγχο σε σχέση με την ΕΣΔΑ και τον ΧΘΔΕΕ. Διότι ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων έχει ήδη δημοσιεύσει τη δική του γνωμοδότηση (για την ACTA), στην οποία αποφαίνεται ότι αυτά τα συστήματα παρακολούθησης, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ότι είναι αντίθετα με το ευρωπαϊκό δίκαιο της προστασίας προσωπικών δεδομένων.


Oπότε, η αναγνώριση της πνευματικής ιδιοκτησίας και του copyright ως θεμελιώδους δικαιώματος δεν "λύνει" το σχετικό νομικό πρόβλημα του three strikes ως δια μαγείας, αλλά το θέτει στο πλαίσιο εξέτασης που αναγκαστικά ακολουθεί τους κανόνες επίλυσης "συγκρούσεων" θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ένα πλαίσιο, το οποίο ούτως ή άλλως είχε ληφθεί υπόψη στη δημόσια αντιπαράθεση. 


Ευχαριστώ τον Αυγουστίνο Ζενάκο που μου επισήμανε την είδηση. 




Σάββατο, Απριλίου 24, 2010

Retrospectiva 14: Ο άνθρωπος που επέστρεψε απο το ηφαίστειο







Ακούστε εδώ την εορταστική εκπομπή για την επιστροφή από Βρυξέλλες.


Μουσικές με θέμα "ηφαίστειο" σε μια ηφαιστειοσπεκτίβα με θέμα την επεισοδιακή επιστροφή μας από τις Βρυξέλλες και την αναδρομή στο ταξιδάκι επιστροφής. Στην εκπομπή μπουκάρουν ξαφνικά η Loucretia και ο Morel Kauffman!


Παρασκευή, Απριλίου 23, 2010

ΕΣΡ:Πρόστιμο 30.000 για την προβολή του "Straight Story"


Ακολουθώντας σταθερά και εμπλουτίζοντας την ομοφοβική του "νομολογία" το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης επέβαλε πρόστιμο 30.000 ευρώ σε τηλεοπτικό σταθμό επειδή πρόβαλε την κινηματογραφική ταινία "Straight Story" που παρουσιάζει έναν υποθετικό κόσμο, στον οποίο κυριαρχούν ανεστραμμένα πρότυπα σεξουαλικής συμπεριφοράς, αλλά ο ρατσισμός και ο κοινωνικός αποκλεισμός παραμένουν οι ίδιοι.

Παραθέτω την αιτιολογία της απόφασης 128/2010:

Πρόκειται περί κινηµατογραφικής ταινίας κατά τη διάρκεια της οποίας γίνονται συζητήσεις µεταξύ των ηθοποιών αλλά προβάλλονται και φαντασιώσεις ενός εξ αυτών. Προβάλλονται ετεροφυλοφιλικές και οµοφυλοφιλικές σχέσεις και εκστοµίζονται φράσεις όπως «θέλω άντρα», «όπου κι αν τον δω σκύβω και τον αρπάζω», «σκύψε ευλογηµένη», «θα σας το κλείσω το µπουρδέλο ανώµαλοι», και άλλες παρόµοιες.  Ασφαλώς η εκποµπή µπορεί να επιφέρει σοβαρή βλάβη στη πνευµατική και ηθική ανάπτυξη των ανηλίκων, γι΄αυτό και θα έπρεπε να προβληθεί µε τη σήµανση «ΚΑΤΑΛΛΗΛΗ ΓΙΑ ΑΝΗΛΙΚΟΥΣ ΑΝΩ ΤΩΝ 15 ΕΤΩΝ» από ώρας 22:30.  Εποµένως η προβολή της εν λόγω ταινίας µε τη σήµανση «ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΓΟΝΙΚΗ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ» και εντεύθεν µετά την 21:00 συνιστά παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 3 της 6138/Ε/17.3.2000 Αποφάσεως του Υπουργού Τύπου και Μ.Μ.Ε.  Για τις εν λόγω εκτροπές, ενδείκνυται όπως επιβληθεί στον τηλεοπτικό σταθµό η διοικητική κύρωση του προστίµου.   


Θεωρώ ότι ήρθε η ώρα να κληθεί το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης για να λογοδοτήσει ενώπιον της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, του αρμόδιου οργάνου που ελέγχει κοινοβουλευτικά τις ανεξάρτητες αρχές. Πρέπει κάποιος να σταματήσει τους λογοκριτές.

Πέρα από τις διαμαρτυρίες και τις δηλώσεις εναντίον του ΕΣΡ, η διεκδίκηση τώρα πρέπει να είναι θεσμική. Δεν επιτρέπεται στην Ελλάδα  να λαμβάνουν χώρα τέτοιου είδους μεσαιωνικοί αποκλεισμοί και οι εκπρόσωποι του λαού να παραμένουν αμέτοχοι, χωρίς να ασκούν τον επιβαλλόμενο κοινοβουλευτικό έλεγχο. Θα πρέπει λοιπόν να υποβληθεί σχετική αναφορά από τις ενδιαφερόμενες ΜΚΟ στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας, με επισυναπτόμενη όλη την ομοφοβική νομολογία του ΕΣΡ.


Παράλληλα, ο τηλεοπτικός σταθμός θα πρέπει να προσφύγει στο Συμβούλιο της Επικρατείας, κατά της απόφασης του ΕΣΡ.


Δείτε και το σχετικό επεισόδιο της εκπομπής e-legal για τις ομοφοβικές αποφάσεις του ΕΣΡ.


 





 


Παρασκευή, Απριλίου 16, 2010

Retrospectiva 13: Πρώτη ανταπόκριση από Βρυξέλλες για εξελίξεις στην Ευρωβουλή


Ακούστε
εδώ την έκτακτη Retrospectiva από Βρυξέλλες για τις εξελίξεις στην Ευρωβουλη:

- νομοθετική πρωτοβουλία πολιτών βάσει της Συνθήκης της Λισαβόνας,

- Υπόθεση SWIFT

- Συνθήκη ACTA

- Επικείμενη αναθεώρηση της Οδηγίας 95/46 για την προστασία προσωπικών δεδομένων.


Από το radiobubble.gr.


[O κ. Λαμπρινίδης και η κ. Jeanine Hennis-Plasschaert συζητούν σε ένα draft για την υπόθεση SWIFT]

Τετάρτη, Απριλίου 14, 2010

Μια επικίνδυνη Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων


Aπό το καλοκαίρι που ψηφίστηκε η αντισυνταγματική τροπολογία για τις κάμερες (βλ. εδώ) έχω υποστηρίξει ότι το πρόβλημα, αν θέλει, μπορεί να επιλύσει η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, αφήνοντας τις "γνωμοδοτήσεις" και τις "οδηγίες" και προχωρώντας σε κανονιστική ρύθμιση. Έχει την σχετική εξουσία που της έχει ανατεθεί από το νομοθέτη, εθνικό και ευρωπαίο, να θεσπίσει ως ανεξάρτητη αρχή μια κανονιστική διοικητική πράξη με νομική δεσμευτικότητα, η οποία θα κλείνει το θέμα, προβλέποντας σαφείς κανόνες για την λειτουργία καμερών σε δημόσιους χώρους.

Ύστερα και από τη θετική διαβεβαίωση του υπουργείου περί απάλειψης της τροπολογίας, αλλά και με την υποστήριξη της Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (βλ. εδώ), η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα επανέρχεται για να μας πεί λίγο - πολύ: βάλτε κάμερες παντού, αρκεί να έχω εγώ (κι όχι ο εισαγγελέας) την εποπτεία για την λειτουργία τους

Η Αρχή υπεραμύνεται της "φυσικής" αρμοδιότητάς της, την οποία της στέρησε ο νομοθέτης, σε συνέχεια μιας από τις περίφημες γνωμοδοτήσεις Σανιδά. Και σε δεύτερο επίπεδο μισο-ακολουθεί την πρόταση για κανονιστική ρύθμιση: ας εκδοθεί προεδρικό διάταγμα για την λειτουργία των καμερών. Το προεδρικό διάταγμα είναι μια κανονιστική πράξη, η οποία πρέπει να περάσει από την επεξεργασία του Συμβουλίου της Επικρατείας και στη συνέχεια να εκδοθεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Η προετοιμασία του γίνεται από την ίδια την Αρχή, αλλά μόνο ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης (άρθρο 5 παρ. 3 του Ν.2472/1997). Και πάλι δηλαδή, η Αρχή ζητάει από την πολιτεία να "εγκρίνει" την κανονιστική της αρμοδιότητα, ενώ θα μπορούσε, χωρίς την "πρόταση" Υπουργού να εκδόσει από μόνη της μια κανονιστική πράξη (άρθρο 19 παρ. 1 (ι) Ν.2472/1997).

Δυστυχώς για μια ακόμη φορά προκύπτει ότι  η Αρχή Προστασίας Δεδομένων δεν είναι σε θέση να ασκήσει με αποτελεσματικό τρόπο τη συνταγματική της αποστολή για προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών στην πληροφοριακή τους διάσταση. Θέλει να ασκήσει μια αρμοδιότητα, την οποία  δεν είναι σε θέση να ασκήσει, μόνο και μόνο επειδή "πρέπει". Αναφέρει μεγάλα πεδία εν δυνάμει βιντεοκάλυψης, ενώ αποφεύγει να εκδόσει την κανονιστική πράξη που θα οριστικοποιούσε τους κανόνες προστασίας δεδομένων. Ζητάει την "πρόταση του Υπουργού" και την "επεξεργασία του Συμβουλίου της Επικρατείας", λες και δεν είναι σε θέση να διατυπώσει ισχυρούς κανόνες προστασίας, εκδίδοντας μια νομικά δεσμευτική κανονιστική πράξη, μονομερώς, όπως κάθε κρατικό όργανο που είναι εξοπλισμένο με κανονιστικές αρμοδιότητες. Μεταθέτει δηλαδή σε άλλους την ευθύνη για την πρωτοβολία, όπως περίπου ο στερεοτυπικός και γραφικός δημόσιος υπάλληλος που καλύπτεται πίσω από το "δεν έχω αρμοδιότητα". 

Η απογοήτευση είναι πολύ μεγάλη. Το θεσμικό πλαίσιο για την προστασία προσωπικών δεδομένων χρειάζεται ριζική επανεξέταση, η οποία θα πρέπει να ξεκινήσει από την δομή και τη συγκρότηση της ανεξάρτητης αρχής. Διότι το πρόβλημα κρατάει εδώ και αρκετά χρόνια και τελικά θίγει το επίπεδο διασφάλισης των ανθρώπινων δικαιωμάτων στη Χώρα. 




Βρυξέλλες, πάλι

Οι Βρυξέλλες είναι η αγαπημένη μου πόλη. Τις ανακάλυψα πριν 5 χρόνια, όταν βρέθηκα να εργάζομαι στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, ένα νεοσύστατο τότε ευρωπαϊκό όργανο με το ρόλο της ανεξάρτητης αρχής στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Από τότε, παρακολουθώ κάθε σχετική εκδήλωση (συνέδρια κλπ) και πριν από δύο χρόνια είχα την τιμή  να είμαι προσκεκλημένος της σοσιαλιστικής ομάδας στην Ευρωβουλή, μαζί με άλλους bloggers, σε μια περίοδο που τα ζητήματα ελευθερίας έκφρασης και ιδιωτικότητας στο Διαδίκτυο ήταν κεντρικά στην ατζέντα.

Σήμερα βρίσκομαι και πάλι εδώ, προσκεκλημένος του Αντιπροέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κ. Σταύρου Λαμπρινίδη. Τα ίδια κεντρικά ζητήματα είναι και πάλι επί τάπητος, με αφορμή την ACTA, αλλά και τις υποθέσεις SWIFT και PNR. Επίσης ένα θέμα που θα παρακολουθήσουμε και με ενδιαφέρει πάρα πολύ είναι η νέα δυνατότητα που δίνει η Συνθήκη της Λισαβόνας, για δημοψηφισματική πρωτοβουλία πολιτών. Σκέφτομαι μάλιστα να αφιερώσω σε αυτό το θέμα και το επεισόδιο του e-legal  που θα γυρίσουμε εδώ.

Ένα μεγάλο ευχαριστώ στους υπεύθυνους της διοργάνωσης αυτού του ταξιδιού που με έφερε πάλι στην πρωτεύουσα της δεύτερης ιθαγένειάς μου. 

Κυριακή, Απριλίου 11, 2010

Μια απάντηση στο Θανάση Τριαρίδη


Διαβάζω αυτό το κείμενο του Θανάση Τριαρίδη, στο οποίο λέει ότι είναι αντίθετος  "σε οποιαδήποτε έγκληση για οποιοδήποτε κείμενο (ό,τι κι αν λέει αυτό, όσο αποκρουστικό και απάνθρωπο κι αν είναι το περιεχόμενό του)". Αν πάρουμε τοις μετρητοίς αυτόν τον αφορισμό, ο κ. Τριαρίδης είναι αντίθετος στην ποινικοποίηση όχι μόνο του μισαλλόδοξου λόγου, αλλά και του αδικήματος της απειλής, της απάτης, της συκοφαντικής δυσφήμησης, καθώς και όλων των άλλων εγκλημάτων που τελούνται με μέσο το γραπτό λόγο. 

Προς τιμήν του ο κ. Τριαρίδης διατυπώνει με υποκειμενικό ύφος τις απόψεις του, αναφέροντας τι (δεν) θα έκανε ο ίδιος. Προσφέρεται επίσης να παραστεί ως μάρτυρας υπεράσπισης του εγκληθέντος Μητροπολίτη, υποστηρίζοντας ως υπαρκτική του ανάγκη την "ελευθερία του ενάντιου λόγου". Με αυτή τη λογική, εμείς οι δικηγόροι θα έπρεπε να υποστηρίζουμε ως υπαρκτική μας ανάγκη κάθε μορφή εγκληματικότητας, παρανομίας, βίας και κάθε πράξη κοινωνικής αποσύνθεσης. Διότι, με αυτή τη λογική, δεν θα υπήρχαμε κι εμείς ως συνήγοροι υπεράσπισης ή κατηγορίας, εάν δεν υπήρχε παραβατικότητα. Δεν είναι έτσι όμως: ο μισαλλόδοξος λόγος, όπως και οι άλλες εγκληματικές πράξεις αποτελούν μια κοινωνική πραγματικότητα που υπάρχει πριν και πέρα από εμάς και δεν χρειαζεται "συνηγόρους" ή "μάρτυρες" για να συνεχίσει να υπάρχει. Οι αθέμιτες διακρίσεις είναι το πρόβλημα, όχι τα "δικαιώματα" όσων υποκινούν και συντηρούν αυτές τις διακρίσεις.

Για όσους ασχολούνται με την ελευθερία του λόγου στην Ελλάδα, είναι γνωστό ότι κανένας από τους θεσμικούς εκφραστές του ρατσισμού, της ξενοφοβίας και της μισαλλοδοξίας δεν αντιμετώπισε ποτέ σοβαρό πρόβλημα στο να εκφραστεί ελεύθερα. 

Ο ρατσιστικός λόγος είναι ο επίσημος θεσμικός λόγος των εξουσιαστικών φορέων στην Ελλάδα, χωρίς κανέναν θεσμικό αντίλογο από τη Δικαιοσύνη ή τις ανεξάρτητες δομές εκτελεστικής λειτουργίας που θα έπρεπε να λειτουργούν ως αντίβαρα σε αυτή τη μορφή βίας που υποθάλπει και καλλιεργεί την προκατάληψη και τον διχασμό μέσα στη ίδια τη κοινωνία. 

Αρχηγοί πολιτικών κομμάτων προβαίνουν σε αντισημιτικές και ξενοφοβικές δηλώσεις ελεύθερα (κι ας επισημαίνει το Συμβούλιο της Ευρώπης ότι δεν έχουν ποτέ διωχθεί γι' αυτά), προϊστάμενοι θρησκευτικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου καταδικάζουν την ομοφυλοφιλία ως ψυχική νόσο (κερδίζοντας και δίκες εναντίον ακτιβιστών που αντιδρούν οργισμένα), κρατικοί οργανισμοί απαγορεύουν τη μετάδοση ή την παρουσίαση από σκηνής φιλιών ανάμεσα σε άνδρες, στελέχη στρατιωτικών υπηρεσιών εκφωνούν ξενοφοβικά συνθήματα σε παρελάσεις, επίσημοι εκπρόσωποι της Ελλάδας διαβεβαιώνουν διεθνείς οργανισμούς ότι "δεν υπάρχουν εξτρεμιστικές και νεοναζιστικές οργανώσεις στη Χώρα", συγγραφείς έργων που υπερασπίζονται το ναζιστικό καθεστώς αθωώνονται από ανώτερα δικαστήρια, εκδότες τέτοιων έργων εκλέγονται βουλευτές, τηλεοπτικοί σταθμοί αρνούνται να μεταδόσουν προεκλογικά μηνύματα πολιτικών κομμάτων επειδή περιέχουν ξενόγλωσσο περιεχόμενο, ελεγκτικοί θεσμοί απευθύνουν συστάσεις σε ραδιοφωνικούς σταθμούς επειδή το πρόγραμμά τους δεν είναι 30% στα Ελληνικά. 

Η "ελευθερία" του μισαλλόδοξου λόγου, δηλαδή η δημόσια προτροπή της φίμωσης του διαφορετικού, της επιβολής λογοκρισίας και της προώθησης κάθε μορφής διακρίσεων, γνωρίζει πλήρη άνθιση στην Ελλάδα και ουδείς έχει τολμήσει να αμφισβητήσει αυτή την "ελευθερία", παρά τις διεθνείς συμβάσεις και το ευρωπαϊκό δίκαιο που ορίζουν ότι έχουμε υποχρέωση να αντιμετωπίζουμε αυτές τις συμπεριφορές ως ποινικά αδικήματα. Αυτόν τον εξουσιαστικό λόγο θέλει να υπερασπιστεί ο κ. Τριαρίδης, πηγαίνοντας μάρτυρας υπέρ του Μητροπολίτη, θεωρώντας υπαρκτική του ανάγκη να εξακολουθησει να υπάρχει ο μισαλλόδοξος λόγος. Λες και ο μισαλλόδοξος λόγος είναι το υπό προστασία αγαθό και όχι η ίση μεταχείριση κάθε πολίτη ανεξάρτητα από το θρήσκευμά του.  Λες και το  θύμα είναι ο Μητροπολίτης και όχι όλοι αυτοί που φέρονται ως προσβεβλημένοι από την προτροπή του να τους αφαιρεθεί η υπηκοότητα λόγω των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων. Λες και ένας θρησκευτικός λειτουργός επικρατούσας θρησκείας εκ της θέσεώς του διαμορφώνει συνειδήσεις σε μικρότερη κλίμακα, σε σχέση με μία νεοσύστατη ΜΚΟ ανθρώπων που τολμούν να διεκδικούν την ίση μεταχείρισή τους ως άθεοι σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος.

Η ελευθερία του λόγου στη συντεταγμένη Πολιτεία δεν είναι ένα διαφημιστικό σλόγκαν, ούτε μια πολιτική εξαγγελία, ούτε καν μια φιλοσοφική έννοια, ή μια αόριστη κατασκευή: έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο, πεδίο εφαρμογής, φορείς ενάσκησης, καθώς και περιορισμούς. Η ελευθερία του λόγου είναι ένα (μόνο) από τα κατοχυρωμένα ανθρώπινα δικαιώματα και δεν επιτρέπεται να ασκείται εις βάρος των υπόλοιπων ανθρώπινων δικαιωμάτων. Η ελευθερία του λόγου δεν υπερέχει των άλλων ανθρώπινων δικαιωμάτων, αλλά αντίθετα συν-ισχύει μαζί τους και πρέπει να ασκείται κατά τρόπον ώστε να διασφαλίζεται η πρακτική εναρμόνισή της με  τα υπόλοιπα ανθρώπινα δικαιώματα.

Όποιος έχει λοιπόν τρόπους αποτελεσματικότερης αντιμετώπισης του μισαλλόδοξου λόγου, από την ποινική αντιμετώπιση των σχετικών πράξεων, ας τους καταθέσει και, αν μπορεί, ας προκαλέσει την εφαρμογή τους. Εκτός αν δεν θεωρεί τον μισαλλόδοξο λόγο ως κάτι κακό, αλλά απλώς την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος στο οποίο αποτυπώνεται το ανάγλυφο του προφίλ του.







Τρίτη, Απριλίου 06, 2010

Μια απάντηση στον Σταύρο Τσακυράκη




[Μια εξαιρετική οπτικοποίηση για το τεκμήριο της αθωότητας, το βρήκα στο πολύ ωραίο ιστολόγιο Hellenic Action for Human Rights]


Ένα άρθρο της "Ε" με τον -ανατριχιαστικό- τίτλο "Συλλογική συνενοχή" ασχολείται με την υπόθεση της αθώωσης ορισμένων παιδιών που φέρονταν ότι βίασαν μια συμμαθήτριά τους, παρουσία δύο συμμαθητριών που βιντεοσκοπούσαν με τα κινητά τους τηλέφωνα. Όταν το διάβασα, αρνήθηκα να πιστέψω ότι το υπογράφει ο κ. Σταύρος Τσακυράκης, του οποίου το μάθημα (συνταγματικό δίκαιο) παρακολουθούσα με πολύ ενδιαφέρον ως πρωτοετής φοιτητής την προ-προηγούμενη δεκαετία.

Οι καλές μαθήτριες δεν κάνουν παρτούζες στις τουαλέτες του σχολείου

Συνοπτικά, ο καθηγητής, αν και παραδέχεται ότι δεν έχει υπόψη του τη δικογραφία και στοιχεία της υπόθεσης, μας λέει -χωρίς καμία επιφύλαξη- ότι διαφωνεί με την αθώωση των αγοριών, επειδή παραδοσιακά τα θύματα βιασμού σε μια φαλλοκρατική κοινωνία αντιμετωπίζονται με το επιχείρημα "τα θελε και τα 'παθε".

Αυτή η γενίκευση είναι όντως μία από τις πιο απάνθρωπες πάγιες πρακτικές που έχουν παρατηρηθεί σε περιπτώσεις αθώωσης των θυμάτων και αποτελεί μια κλασική υπερασπιστική γραμμή των δικηγόρων φερόμενων βιαστών. Είναι όμως μια γενίκευση και δεν μπορείς να λες ανεπιφύλακτα "εγώ πιστεύω το κορίτσι", χωρίς να ξέρεις τα ειδικά χαρακτηριστικά της εν λόγω υπόθεσης. Μπορείς φυσικά να κάνεις κριτική στην απόφαση -αν την έχεις διαβάσει- όπως μπορείς να επισημάνεις και αυτά τα γενικά στοιχεία από παλαιότερες αθωώσεις επειδή δήθεν το θύμα "τα ΄θελε". Δεν έχεις όμως δικαίωμα να λες για τη συγκεκριμένη περίπτωση "εγώ πιστεύω το κορίτσι". Που το άκουσες το κορίτσι για να το πιστέψεις; Που άκουσες τι είπαν τα αγόρια για να μην τα πιστεύεις; Οι υπόλοιποι μάρτυρες; Οι ιατροδικαστικές εκθέσεις; Όλα στα σκουπίδια, επειδή οι φερόμενοι δράστες αθωόνται επειδή τα θύματα "τα θελαν";

Πιο εξοργιστικό όμως από αυτά είναι το επιχείρημα που φέρνει ο καθηγητής για να ενισχύσει την δυσπιστία του απέναντι στην αθώωση των αγοριών:

"Δυσκολεύομαι, όμως, να πιστέψω ότι ένα νέο κορίτσι με άριστη συμπεριφορά στο σχολείο και στη κοινωνία, αποφάσισε μια μέρα να διασκεδάσει με τέσσερις συμμαθητές της στην τουαλέτα του σχολείου, κάλεσε και δύο συμμαθήτριές της να κοιτάζουν (ή να βιντεοσκοπούν) και, μετά το γλέντι, είτε επειδή μετάνιωσε είτε επειδή φοβήθηκε τι θα πουν γι' αυτήν η μητέρα της ή οι άλλοι, είχε τη φαεινή ιδέα να επινοήσει την καταγγελία για βιασμό." [υπογράμμιση δική μου].

Οι καλές μαθήτριες δηλαδή δεν κάνουν παρτούζες. Δεν πειραματίζονται με τη σεξουαλικότητά τους, επειδή είναι καλές μαθήτριες. Δεν έχουν συμμαθήτριες με κινητά τηλέφωνα. Οι συμμαθήτριες των άριστων μαθητριών δεν έχουν περιέργεια για τις ερωτικές περιπέτειες των φίλων τους. Αλλά, ακόμα κι αν οι άριστες μαθήτριες κάνουν μια παρτούζα, θα τρέξουν αμέσως και ευθαρσώς να την ομολογήσουν στη μητέρα τους, ιδίως όταν τα κουτσομπολιά και τα τεκμήρια αρχίσουν να διαδίδονται από κινητό σε κινητό. Δεν θα προσπαθήσουν να συγκαλύψουν όπως - όπως την αλήθεια. Όπως και μια λεσβία ή ένας ομοφυλόφιλος μαθητής σε μια επαρχιακή πόλη, θα σπεύσει να μιλήσει για τις ερωτικές εμπειρίες του - που αλλού;- στους γονείς του. Διότι η ελληνική επαρχία είναι τόσο απελευθερωμένη που τα παιδιά μιλάνε ανοιχτά στους γονείς τους, αφού ποτέ δεν θα υποστούν κάποια συνέπεια για τους ερωτικούς πειραματισμούς τους.

Σε ποια χώρα ζείτε κύριε Τσακυράκη; Μήπως στις Η.Π.Α.;


Οι καταγγελλόμενοι ως βιαστες "πρέπει" να αποδείξουν την αθωότητά τους

Ο κ. Τσακυράκης παραπέμπει για άλλη μια φορά στην αγαπημένη του αμερικάνικη νομοθεσία που - όπως λέει- έχει αναστρέψει ουσιαστικά το τεκμήριο της αθωότητας και το "εν αμφιβολία υπέρ του κατηγορουμένου" σε περιπτώσεις βιασμού: ο φερόμενος ως βιαστής καλείται να αποδείξει την αθωότητά του και όχι το αντίστροφο όπως ισχύει εδώ. Θα έπρεπε δηλαδή να θεωρούνται εξ αρχής περίπου ένοχοι οι καταγγελλόμενοι και μόνο αν καταφέρουν να ανατρέψουν όλες τις κατηγορίες να αθωόνται. Ενώ το συνταγματικό δίκαιο και το ποινικό μας σύστημα προβλέπει τα απολύτως αντίθετα.

Δεν χρειάζεται όμως να αναζητήσει την νομοθεσία των Η.Π.Α. για να βρει τέτοιες αντιστροφές. Σύμφωνα με το Ν.3304/2005 για την ίση μεταχείριση χωρίς διακρίσεις σε ορισμένους τομείς του δημόσιου και ιδιωτικού βίου, ισχύει ακριβώς αυτή η αναστροφή του βάρους απόδειξης. Ο φερόμενος ως θύτης καλείται να αποδείξει ότι δεν υπήρξε αθέμιτη διάκριση κι όχι το αντίστροφο. Με μια μικρή λεπτομέρεια: η αναστροφή αυτή φυσικά και δεν ισχύει στο ποινικό δίκαιο (άρθρο 14 παρ. 2 Ν.3304/2005). Η προστασία κατά των διακρίσεων δεν μπορεί να ανατρέψει θεμελιώδεις αρχές των ανθρώπινων δικαιωμάτων, όπως το τεκμήριο της αθωότητας.

Δεν μπορείς να εντάσσεις κάθε ειδική περίπτωση στο γενικό συμπέρασμα που έχεις υπόψη σου

Ο Σταύρος Τσακυράκης σε αυτό το άρθρο θέλει - οπωσδήποτε καλοπροαίρετα- να επισημάνει το γενικότερο πρόβλημα: την κοινωνική δυσπιστία απέναντι στα φερόμενα θύματα βιασμού, η οποία είναι μια ζοφερή πραγματικότητα. Από την γενική αλήθεια, όμως, μέχρι την εξατομίκευση και την "καταδίκη" των συγκεκριμένων παιδιών υπάρχει μια τεράστια απόσταση παράβλεψης πολλών κατηγοριών νομοθεσιών και τομέων του δικαίου, πέραν του κλασικού τεκμηρίου της αθωότητας. Και γιατί να μην καταργήσουμε τελείως τις δίκες και να αρκούμαστε μόνο στην καταγγελία και κατευθείαν στην φυλακή; Το Σύνταγμα και η ΕΣΔΑ ως κουρελόχαρτα.

Ο κ. Τσακυράκης ξεκινάει και μένει σε ένα παραδοσιακό συμπέρασμα, χωρίς να λαμβάνει υπόψη ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν μιλάμε για μια συνήθη περίπτωση φερόμενου ομαδικού βιασμού. Πρόκειται για μια άκρως ειδική υπόθεση που εγείρει μια σειρά ζητημάτων από μόνο το γεγονός ότι όλοι οι μετέχοντες στην υπόθεση ήταν ανήλικοι, οπότε υπεισέρχονται οι ειδικοί κανόνες και αρχές των Δικαιωμάτων του Παιδιού. Δεν είναι λοιπόν η ιστορία μιας γυναίκας που καταγγέλλει ότι την βίασαν τέσσερις άντρες. Είναι μια υπόθεση που αφορά τα εξαιρετικά σύνθετα ζητήματα της σεξουαλικότητας των εφήβων. Μια υπόθεση λοιπόν που δεν προσφέρεται για υπαγωγή σε υπερ-γενικεύσεις και ασκήσεις επίδειξης (παλαιο)φεμινιστικών προσεγγίσεων. Και μια υπόθεση στην οποία οι βεβαιότητες δεν έχουν καμία, μα καμία θέση.

Έπειτα, ένας ακόμη παράγοντας που επηρέασε καθοριστικά την υπόθεση από την αρχή ήταν η εμπλοκή των μέσων ενημέρωσης και το τεράστιο ζήτημα της διάδοσης προσωπικών δεδομένων όλων των εμπλεκόμενων, τόσο μέσω του βίντεο που φέρονται ότι γύρισαν οι συμμαθήτριες όσο και μέσω της ενασχόλησης των μεγάλων παραδοσιακών ΜΜΕ. Η υπερέκθεση των ανηλίκων στα μέσα ενημέρωσης, με εκτενείς περιγραφές ακόμα και από την ιατροδικαστική έκθεση που δημοσιεύθηκε σε εφημερίδα - η οποία αθωώθηκε από την Ελληνική Δικαιοσύνη για αυτή την πράξη!- τοποθετεί την ιστορία αυτή σε ένα πλαίσιο που επιβάλλει απολύτως συγκεκριμένους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς και τακτικές. Αλλά και απολύτως προσεκτικό χειρισμό εκ μέρους της Δικαιοσύνης, η οποία οφείλει να μην ενδώσει στον μιντιακό καννιβαλισμό που ασκήθηκε, ακόμα και με πρωτοσέλιδους τίτλους του στυλ "Όλοι οι βιαστές μιας Βουλγάρας". Προκαλεί εντύπωση πως ένας έμπειρος δικηγόρος - με μεγάλες επιτυχίες στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο- όπως είναι ο κ. Τσακυράκης, παραβλέπει αυτούς τους παραμορφωτικούς καθρέφτες, μεγεθυντικούς και σμικρυντικούς φακούς, που αναγκαστικά δεν μας επιτρέπουν να έχουμε τη δυνατότηα να γενικολογούμε όταν έχουμε μπροστά μας τη συγκεκριμένη υπόθεση. Δεν προσφέρεται αυτή η υπόθεση ως παράδειγμα για το γενικό πρόβλημα που θέλει να θίξει ο καθηγητής.

Αυτοί οι πολλαπλά επάλληλοι άξονες δεν απασχόλησαν καθόλου τον κ. Τσακυράκη στο άρθρο του. Ο κ. Τσακυράκης υποστηρίζει απλώς μια ανάστροφα στερεοτυπική προκατάληψη: επειδή οι γυναίκες αντιμετωπίζονται με δυσπιστία, "πρέπει" οι άντρες να θεωρούνται κατά τεκμήριο όντως βιαστές.

Εξόχως προβληματικό, ιδίως όταν προσπαθείς με το ζόρι να "χωρέσεις" πραγματικά περιστατικά που ακροθιγώς γνωρίζεις (όπως εδώ) στα γενικά διδάγματα της κοινωνικής σου πείρας. Επίσης, θεωρώ ότι είναι εξόχως προσβλητικό για τις ίδιες τις γυναίκες.


Ένα άρθρο που δεν περίμενα ποτέ ότι θα είχε την υπογραφή του κ. Τσακυράκη.