Τετάρτη, Ιουνίου 30, 2010

Ανταπόκριση στο κάλεσμα του πρωθυπουργού

Σήμερα ο πρωθυπουργός με αφορμή την κατάθεση του νομοσχεδίου ´´Διαύγεια´´ που εισάγει μια πραγματικά σημαντική θεσμική καινοτομια - την υποχρεωτικη αναρτηση των διοικητικων πράξεων στο Διαδίκτυο - κάλεσε τους μπλογκερς να συνεισφέρουν με τις προτάσεις τους στην προσπαθεια που γινεται για την επιβολη της διαφανειας παντού.

Η ιδέα που έχει υποστηριχθεί απο διάφορες πλευρές στην μπλογκοσφαιρα είναι η θέσπιση ενός ανεξαρτητου φορέα που θα επιβαλλει την αυστηρή τήρηση αυτών των κανόνων στο δημόσιο τομέα. Η ιδρυση ενος Information Commissioner, θεσμος που λειτουργεί και σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Και επειδη η οικονομικη συγκυρία δεν επιτρέπει την ίδρυση νέων δημόσιων υπηρεσιών, ο Επίτροπος Διαφάνειας μπορεί να ενταχθεί στη δομή μιας υφιστάμενης δημοσιας αρχής. Θα μπορούσε για παράδειγμα ο Επίτροπος να είναι ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων ή ενα στέλεχος του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης με επαρκείς εγγυήσεις ανεξαρτησίας αλλά και με τις ειδικές γνώσεις, εκτελεστικές αρμοδιότητες και φυσικά όρεξη για ατέλειωτο κυνηγητό με τους κρατικοδίαιτους μανδαρίνους που θεωρούν την δημόσια πληροφορία ως πνευματική τους ιδιοκτησία. Nα λοιπόν μια οικονομική λύση που προσδίδει την απαιτούμενη θεσμική θωράκιση και διασφάλιση οτι η καινοτομία δεν θα μείνει κενό γράμμα (οπως ο νομος του 2006 για την περαιτερω χρήση της δημόσιας πληροφορίας) καθώς ενας φορέας θα αναλάβει και την πρακτική παρακολούθησή της στην καθημερινή ζωή.

Ο δικαστικός έλεγχος του μνημονίου

Δέχομαι συχνά τις τελευταίες μερες ερωτήματα για την προσφυγη στη Δικαιοσυνη εναντιον του μνημονιου. Δημοσιευω ενα επαναλαμβανομενο ερωτημα μαζι με την απαντηση που εδωσα.

"Καλησπερα σας.Μπορει να ελεγχθει δικαστικα το αν επρεπε να υπογραφει με 180 η με 151 το μνημονιο με το ΔΝΤ;Δεν ειναι κυβερνητικη πραξη που δεν επιδεχεται αιτηση ακυρωσεως;"

Η κυρωση του μνημονιου γινεται με νομο ο οποιος στο ελληνικο δικαστικο συστημα δεν προσβαλλεται ευθεως παρα μονον εμμεσως δια προσβαλλομενης ατομικης πραξης που επιφερει αποτελεσματα εις βαρος των δικαιωματων του εκαστοτε προσφευγοντος. Αλλα ακομη κι αν υπαρξει τετοια πραξη ο δικαστικος ελεγχος δεν μπορει να φτασει σε ενα ζητημα θεσπισης της νομοθεσιας ακομη κι αν αυτη η θεσπιση ηταν αντισυνταγματικη, διοτι θεωρειται οτι ετσι υπεισερχεται σε ενα ζητημα εσωτερικης λειτουργιας της νομοθετικης εξουσιας, πραγμα που θα διεταρασσε τη συνταγματικη αρχη της διακρισης των εξουσιων. Ο ελεγχος που μπορουν να κανουν τα δικαστηρια ειναι οχι αν ο νομος επρεπε να λαβει περισσοτερες ψηφους (λογω αυξημενων πλειοψηφιων που απαιτουνται απο το αρθρο 28 του Σ.) αλλα εαν θιγει συνταγματικο δικαιωμα του προσφευγοντος. Οποτε δεν προκειται για κυβερνητικη πραξη αφου δεν θεσπιστηκε απο την εκτελεστικη αλλα την νομοθετικη εξουσια. Προκειται ομως για θεμα που αφορα τα interna corporis της Βουλης και αυτο ελλειψει Συνταγματικου Δικαστηριου, δυστυχως δεν ειναι δικαστικα ελεγξιμο.

Παρασκευή, Ιουνίου 25, 2010

H πρώτη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για γάμους ομοφύλων

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αναμένεται να εκδικάσει μια σειρά υποθέσεων με θέμα το κατά πόσον τα ομόφυλα ζευγάρια έχουν το ανθρώπινο δικαίωμα του άρθρου 12 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (δικαίωμα στο γάμο). Δηλαδή το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο θα κρίνει κατά πόσον τα ομόφυλα ζευγάρια αποτελούνται από ανθρώπους, αφού το ερώτημα είναι εάν μπορούν να είναι φορείς ενός ανθρώπινου δικαιώματος.

Στην πρώτη απόφαση του επί του θέματος, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι η Αυστρία δεν έχει υποχρέωση βάσει της ΕΣΔΑ να αναγνωρίσει γάμους ομόφυλων ζευγαριών. Πρόκειται για την πρωτοβάθμια απόφαση στην υπόθεση Schalk & Kopf vs. Austria, ενώ εκτιμάται ότι η υπόθεση θα εκδικαστεί και σε δεύτερο βαθμό, από το Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως (Grand Chamber) του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Επίσης αναμένεται η απόφαση στην αντίστοιχη υπόθεση Capin & Chapentier vs France, επί της οποίας το ΕΔΔΑ έχει ήδη στείλει τις ερωτήσεις του στην Γαλλία για την ακύρωση γάμου ομόφυλου ζευγαριού από τα γαλλικά δικαστήρια (η υπόθεση μοιάζει με τους γάμους της Τήλου).

Επομένως είναι ανακριβές να λέγεται ότι "χάθηκε" η υπόθεση των ομόφυλων γάμων στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, καθώς αναμένεται και η δευτεροβάθμια κρίση, αλλά και η εκδίκαση κι άλλων ομοειδών προσφυγών. Επίσης, ακόμη κι αν το Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως απορρίψει σε αυτή τη φάση την έφεση, η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ιδίως σε αυτά τα ευαίσθητα ζητήματα διακρίσεων είναι κάτι που μεταβάλλεται διαρκώς προς την ευρύτερη προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αναγνώριση του δικαιώματος υιοθεσίας σε ομοφυλόφιλη (M.E. κατά Γαλλίας), απόφαση που επικρίθηκε έντονα από την μειοψηφία των δικαστών - ανάμεσα στους οποίους και ο Πρόεδρος του ΕΔΔΑ- ως σημαντική απόκλιση από την μέχρι τότε νομολογία τους.

Εάν δεχθούμε ότι τα διακρατικά δικαστήρια, όπως το ΕΔΔΑ, αποτελούν θεσμούς ενάσκησης δικαστικής πολιτικής (judicial policy), τότε το θέμα των γάμων ομοφύλων είναι το πιο "δύσκολο" πολιτικά θέμα που πρέπει να χειριστεί το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο από τότε που ιδρύθηκε. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο γνώρισε πολύ πρόσφατα εντονότατη κριτική από το σύνολο της χριστιανικής Ευρώπης στην απόφασή του Lautsi κατά Ιταλίας, όπου έκρινε ότι η εικόνα του Εσταυρωμένου σε ιταλικό σχολείο συνιστά παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας. Η απόφαση αποτέλεσε αφορμή σφυροκοπήματος για πολλούς μήνες και η κυβέρνηση Μπερλουσκόνι προσέφυγε σε δεύτερο βαθμό. Ωστόσο, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εισέπραξε την γενική δυσαρέσκεια σε ένα θέμα θρησκευτικής ελευθερίας, στο οποίο η Ευρώπη (χριστιανική ή μη) έχει μια παράδοση πολλών αιώνων. Εκείνη η απόφαση όμως θα μπορούσε να θεωρηθεί πολύ πιο χαμηλού αντικτύπου σε σχέση με μια απόφαση που θα αναγνώριζε ότι και τα ομόφυλα ζευγάρια έχουν το ανθρώπινο δικαίωμα του γάμου κατά το άρθρο 12 της ΕΣΔΑ. Διότι μπορεί να έχουμε αποδεχθεί (έστω και θεωρητικά) ότι οι αθέμιτες διακρίσεις λόγω φυλής, φύλου, θρησκεύματος, αναπηρίας, πολιτικών πεποιθήσεων ή ηλικίας είναι απαράδεκτες, υπάρχει όμως ακόμα μια σημαντική μερίδα πληθυσμού που αρνείται να συζητήσει το θέμα του σεξουαλικού προσανατολισμού, πολύ περισσότερο να το αναγνωρίσει ως λόγο εισαγωγής αθέμιτων διακρίσεων. "Δεν σφάζουμε τους ομοφυλόφιλους στην Ελλάδα, αντίθετα, έχουν κυριαρχήσει στα ΜΜΕ" είναι ο κλασικός ομοφοβικός αντίλογος που αποκαλύπτει την πλήρη άγνοια για την έννοια των ανθρώπινων δικαιωμάτων, τα οποία δεν περιορίζονται βέβαια στο δικαίωμα στη ζωή. Εάν συμφωνούμε ότι οι ομοφυλόφιλοι είναι άνθρωποι, τότε πρέπει να συμφωνήσουμε και στο ότι είναι φορείς όλων των ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Επί της ουσίας, η πρώτη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για το θέμα των γάμων αναγνώρισε την απόκλιση στις νομοθεσίες των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης και απέρριψε την συγκεκριμένη προσφυγή, λόγω ακριβώς αυτών των αποκλίσεων (6 Ευρωπαϊκές χώρες έχουν θεσπίσει γάμο ομόφυλων, ενώ 13 Ευρωπαϊκές χώρες έχουν σύμφωνο συμβίωσης για ομόφυλα ζευγάρια). Δηλαδη τελικά δεν δίκασε με βάση το άρθρο 12 της ΕΣΔΑ, αλλά με βάση το στατιστικό δεδομένο ότι οι γάμοι ομόφυλων αναγνωρίζονται σε λιγότερα κρατη, ενώ στα περισσότερα όχι. Είναι γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εξέδωσε μια απόφαση με εντελώς εξωνομικά κριτήρια, σαν να μετρούσε το πολιτικό κόστος! Είναι εξοργιστικό ένα διεθνές δικαστήριο να κρίνει με γνώμονα - τελικά - τις αντιλήψεις της πλειοψηφίας κι όχι την ισότητα που πάντα θα υποφέρει κάτω από το "δίκαιο" του ισχυρότερου. Είναι επίσης απαράδεκτο ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δεν εξέτασε τα επιχειρήματα και τις νομικές σκέψεις του συνόλου των ανώτατων δικαστηρίων που του προσκομίστηκαν από τις ΜΚΟ που άσκησαν τριτοπαρέμβαση ενώπιόν του, περιοριζόμενο απλώς να αναφέρει τις αποφάσεις κατ΄ όνομα δικαστηρίου. Γι' αυτό θεωρώ ότι η απόφαση είναι εντελώς πρωτόλεια, τόσο σε επίπεδο διατύπωσης, όσο και σε επίπεδο εμβάθυνσης στα ουσιαστικά ζητήματα ανθρώπινων δικαιωμάτων που συνδέονται άρρηκτα με την αναγνώριση στα ομόφυλα ζευγάρια του δικαιώματος σύναψης γάμου.

Το Δικαστήριο αναγνώρισε λοιπόν, σε αυτή την πρώτη και αμφίβολης πειστικότητας απόφαση, ότι οι πολιτισμικές διαφοροποιήσεις ανάμεσα στα Ευρωπαϊκά κράτη επιτρέπουν σε άλλες χώρες να υπάρχει γάμος ομοφύλων, ενώ σε άλλες να μην υπάρχει. Αναρωτιέμαι ποια πολιτιστική παράδοση δικαιολογεί την αναγνώριση gay γάμων στην "καθολικότατη" Ισπανία και την πτωχή, πλην τίμια και "παραδοσιακότατη" Πορτογαλία. Αλλά εγώ θα αντέστρεφα το επιχείρημα: στις 6 αυτές χώρες που υπάρχει ο θεσμός του γάμου ομοφύλων, το δικαίωμα αυτό βασίζεται μόνο στην εθνική νομοθεσία ή μήπως βρίσκει το θεμέλιό του και στο άρθρο 12 της ΕΣΔΑ; Δηλαδή εάν πάει ένα ομόφυλο ζευγάρι Ρομά στην Ισπανία να παντρευτεί, όπως έχει το δικαίωμα και από το εθνικό δίκαιο, αλλά για κάποιο λόγο οι Ισπανικές αρχές αρνηθούν λόγω της ιδιότητάς του ως Ρομα (φυλετική καταγωγή), τότε το ΕΔΔΑ θα αναγνωρίσει ότι η Ισπανία παραβίασε το δικαίωμα του άρθρου 12 σε συνδυασμό με το άρθρο 14 (αθέμιτες διακρίσεις) ή και πάλι θα πει "έχει όμως δικαίωμα η Ισπανία να εξαιρεί τους Ρομ από το δικαίωμα γάμου ομοφύλων, επειδή στην πολιτισμική παράδοση των Ρομ ο γάμος έχει βαθύτατες ρίζες οι οποίες συνδέονται μόνο με την ετερόφυλη εκδοχή του θεσμου"; Προφανώς το πρώτο, όπως έκανε και στις μαντήλες, παρά την "παράδοση". Ακόμη χρειαζόμαστε τρανταχτές διακρίσεις για να διαγνώσουμε παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων. Δύο αστοί Αυστριακοί ομοφυλόφιλοι δεν δικαιώνονται εύκολα στο ΕΔΔΑ, δύο Ρομ ανάπηροι ομοφυλόφιλοι μπορεί να είναι πιο πειστικοί για τους Ευρωπαίους δικαστές.

Ωστόσο, η πρωτοβάθμια αυτή απόφαση έχει και μειοψηφία. Ο κ. Ροζάκης, ο Ευρωπαίος δικαστής που ορίστηκε από την Ελλάδα, συμφωνεί μαζί με τους δικαστές Spielmann και Jemens ότι υπήρξε παραβίαση ανθρώπινου δικαιώματος με τον αποκλεισμό των ομόφυλων από το δικαίωμα σύναψης γάμου. Όχι όμως του δικαιώματος στο γάμο, αλλά του δικαιώματος σεβασμού στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή: η μη αναγνώριση του γάμου ιδρύει για τους 3 αυτούς δικαστές αθέμιτη διάκριση σεβασμού της ιδιωτικότητας και της ομόφυλης οικογένειας. Η μειοψηφία βασίζεται σε μια παραδοχή της ίδιας της απόφασης: ενώ παλαιότερα η νομολογία θεωρούσε ότι οι ομοερωτικές σχέσεις αποτελούσαν στοιχείο της "ιδιωτικής" όχι όμως και της "οικογενειακής ζωής", η απόφαση εδώ αναγνωρίζει ξεκάθαρα ότι οι δύο Αυστριακοί προσφεύγοντες αποτελούν οικογένεια. Αυτό είναι και το μόνο, δειλό, βήμα εμπρός που γίνεται με αυτήν την απόφαση.

Με αυτή την απόφαση το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο "μετράει" ουσιαστικά τις γνώμες. Αφου αποφάσισε να λειτουργήσει "πολιτικά", πετάει πρώτα αυτήν την απόφαση για να δει τις αντιδράσεις και επιφυλάσσεται στη συνέχεια να επανεξετάσει το θέμα στις άλλες εκκρεμείς υποθέσεις περί γάμων ομοφύλων. Διαφορετικά, το τμήμα που εκδίκασε την υπόθεση θα είχε παραιτηθεί υπέρ της απευθείας εκδικάσεως από το Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως, το οποίο θα έδινε και μια τελική απόφαση. Παρά την μεγάλη σημασία της υπόθεσης, τέτοια παραπομπή δεν υπήρξε. Πράγμα το οποίο συνηγορεί στο γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο περιμένει να δει τις αντιδράσεις. Οι οποίες θεωρώ ότι δεν πρόκειται να είναι θετικές από το νομικό κόσμο και από την κοινωνία των πολιτών. Είναι όμως κρίμα που πρέπει να αναζητάμε την τελική απόφαση στις σφιγμομετρήσεις και την στατιστική κι όχι στο δίκαιο και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Το Δικαστήριο πρέπει να ξανακρίνει με βάση την αρχή του κράτους δικαίου.




Τετάρτη, Ιουνίου 23, 2010

"Μετεξεταστέα" η Νομική Θεσσαλονίκης στην προστασία προσωπικών δεδομένων

Διαβάζω μία δήλωση του προέδρου της Νομικής Θεσσαλονίκης στην επίσημη ιστοσελίδα του τμήματος που αναφέρει αρχικά:

"Την προηγούμενη εβδομάδα, είδε το φως της δημοσιότητας ένα πολύ δυσάρεστο περιστατικό σχετικά με τον άγριο ξυλοδαρμό 9χρονου παιδιού από την θετή μητέρα του, η οποία εμφανίστηκε από τα μέσα ενημέρωσης ως «καθηγήτρια οικογενειακού δικαίου της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ».

Την στιγμή που προβαίνω στη δήλωση αυτή, η δικαιοσύνη έχει αποφανθεί για την αποτρόπαια αυτή πράξη. Καθόσον με αφορά, μπορώ μόνο να προσθέσω με την ιδιότητα του Προέδρου του Τμήματος Νομικής του ΑΠΘ, πως σύσσωμο το διδακτικό, ερευνητικό και διοικητικό προσωπικό του Τμήματός μου είναι συγκλονισμένο από το γεγονός αυτό και το καταδίκασε απερίφραστα. "

Στη συνέχεια όμως, η ανακοίνωση παραθέτει φαρδύ πλατύ το επώνυμο της πρώην διδάσκουσας, μόνο και μόνο για να διευκρινίσει ότι δεν ήταν καθηγήτρια αλλά επιστημονική συνεργάτης και για να επισημάνει ότι ουδέποτε δίδαξε οικογενειακό δίκαιο στη Νομική Θεσσαλονίκης.

Η σπουδή του προέδρου να υπερασπιστεί την φήμη της Νομικής Θεσσαλονίκης ενώπιον της κοινής γνώμης είναι σαφώς δικαιολογημένη. Διόλου απαραίτητη όμως ήταν και η δημοσιοποίηση του ονόματος της φερόμενης ως "αυτουργού". Η διαφάνεια έχει κι ένα όριο: τα ανθρώπινα δικαιώματα. Μένω έκπληκτος από την πράξη αυτή, η οποία παραδίδει στα μέσα ενημέρωσης το όνομα μιας πρώην συνεργάτη του Πανεπιστημίου, σαν να μην έφτανε η όποια καταδίκη, αλλά να πρέπει να υποστεί και την δημόσια διαπόμπευση. Ο Ν.2472/1997 αναφέρει ξεκάθαρα στο άρθρο 2 ότι δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων που αφορούν ποινικές καταδίκες επιτρέπεται μόνον με διάταξη του αρμόδιου Εισαγγελέα και για συγκεκριμένους λόγους. Είναι γνωστή και η σχετική νομολογία για παράνομη δημοσίευση ονομάτων σε δελτία τύπου της Αστυνομίας, η οποία οδήγησε το Ελληνικό Δημόσιο σε καταβολή αποζημιώσεων χιλιάδων ευρώ, επειδή πολύ απλά δεν ζητήθηκε η γνώμη ενός εξειδικευμένου νομικού συμβούλου.

Το εν λόγω περιστατικό παραβίασης της ιδιωτικότητας σημειώνεται στην Νομική Θεσσαλονίκης, στην οποία θητεύουν ως πανεπιστημιακοί δάσκαλοι ορισμένοι από τους πιο καταρτισμένους νομικούς της χώρας, όσον αφορά την προστασία προσωπικών δεδομένων. Από αυτές κι αυτούς θα περιμέναμε τώρα να απαντήσουν, απορρίπτοντας την εν λόγω δημόσια διαπόμπευση της πρώην συναδέλφου τους, κατά τρόπο μάλιστα που ιεραρχεί την φήμη του τμήματος ως πιο σημαντική από τα ανθρώπινα δικαιώματα των θητευσάντων σε αυτό.


Δευτέρα, Ιουνίου 21, 2010

Το νομοσχέδιο για την υποχρεωτική αποθήκευση των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων

Ένα νομοσχέδιο που δεν έχει απασχολήσει ακόμη καθόλου τη δημοσιότητα και δεν έχει δοθεί σε δημόσια διαβούλευση είναι αυτό που υποχρεώνει τις εταιρίες τηλεπικοινωνιών (τηλεφωνίας και πρόσβασης στο Διαδίκτυο) να αποθηκεύουν υποχρεωτικά το σύνολο των δεδομένων κίνησης και θέσης όλων των χρηστών, για σκοπούς καταπολέμησης του εγκληματος. Πρόκειται για το μέτρο της "διατήρησης δεδομένων" (data retention) που επιβλήθηκε  το 2006 από την Ευρωπαϊκή Ένωση υπό τον τύπο της Οδηγίας 2006/24 (βλ. εδώ).

Η Οδηγία αυτή είναι το αποτέλεσμα αρκετών ετών διαπραγματεύσεων στην Ευρώπη. Έτυχε εκείνο τον καιρό να εργάζομαι στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων στις Βρυξέλλες και όλη η πορεία μέχρι την ψήφιση της Οδηγίας έχει καταγραφεί στο άρθρο που δημοσιεύσαμε με την Δρ. Ζ.Ταλίδου το 2006 (βλ. εδώ). Τα κράτη μέλη της ΕΕ υποχρεούνται να θεσπίσουν νομοθετήματα υποχρεώνοντας τις εταιρίες να διατηρούν τα δεδομένα για μια περίοδο από 6 μήνες έως 2 χρόνια. Ήδη το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ρουμανίας και το Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας έχουν κρίνει αντισυνταγματικούς τους σχετικούς νόμους (βλ. εδώ και εδώ αντίστοιχα).  Η Ιρλανδία όμως δεν έμεινε ικανοποιημένη από την Οδηγία, επιθυμώντας μια πιο μαξιμαλιστική λύση, προσφεύγοντας γι' αυτό στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το οποίο όμως απέρριψε την προσφυγή του κράτους αυτού (βλ. εδώ την απόφαση του ΔΕΚ). 

Το σχέδιο νόμου που έχει αναρτηθεί στη ιστοσελίδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (βλ. εδώ) ακολουθεί την πιο προσεκτική δυνατή εναρμόνιση της Οδηγίας 2006/24. Επιβάλλει το minimum της δυνατής υποχρεωτικής διατήρησης όλων των δεδομένων, δηλαδή για χρονικό διάστημα έξι μηνών. Δεν προβλέπει όμως μία λίστα αδικημάτων για τα οποία θα είναι επιτρεπτή η άντληση αυτών των στοιχείων από τις διωκτικές αρχές, πράγμα που σημαίνει ότι η άντληση αυτή θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με το Ν.2225/1994 και το άρθρο 19 του Συντάγματος. Επομένως, με το σχέδιο νόμου διατηρείται το υπάρχον επίπεδο συνταγματικής προστασίας του απορρήτου και ως προς αυτό, το νομοσχέδιο βρίσκεται στη σωστή κατεύθυνση, ασχέτως αν διαφωνεί κάποιος συνολικά με την "φιλοσοφία" αυτού του μέτρου. 

(Διαβάστε εδώ και την αιτιολογική έκθεση, η οποία κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε να είναι πιο αναλυτική και να αναφέρει την απόφαση του ΔΕΚ, καθώς και τις δύο αποφάσεις των Συνταγματικών Δικαστηρίων, αιτιολογώντας τον τρόπο με τον οποίο ο Έλληνας Νομοθέτης θα διαφύγει την αντισυνταγμτικότητα).

Από τις πιο ενδιαφέρουσες διατάξεις του σχεδίου νόμου είναι η εξουσιοδότηση για κατάρτιση του λεπτομερούς κανονιστικού πλαισίου σε δύο ανεξάρτητες αρχές, οι οποίες καλούνται να εκδόσουν κοινή απόφαση. Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και η Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών καλούνται να εκδόσουν κοινή κανονιστική πράξη που να ρυθμίζει τα τεχνικά, διαδικαστικά και λεπτομερειακά ζητήματα εφαρμογής του μέτρου και μάλιστα εντός 3 μηνών από την θέσπιση του νόμου. Βέβαια και στο παρελθόν είχε προβλεφθεί η συναρμοδιότητα των δύο ανεξάρτητων αρχών σε τομέα κοινής αρμοδιότητας: σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 5 του Ν.3471/2006 προβλέπεται κοινή κανονιστική αρμοδιότητα των ΑΠΔΠΧ και ΑΔΑΕ, η οποία ουδέποτε ασκήθηκε μέχρι σήμερα. 

Στη ουσία, το νομοσχέδιο υπαινίσσεται ότι αυτό που θα πρέπει να γίνει είναι η συγχώνευση των δύο ανεξάρτητων αρχών - οι αρμοδιότητες των οποίων συχνά επικαλύπτονται στην πράξη - σε μία ανεξάρτητη αρχή, όπως ισχύει στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Είναι μία λύση την οποία όσοι ασχολούμαστε με αυτόν τον τομέα υποστηρίζουμε εδώ και χρόνια χωρίς να έχουμε αντιμετωπίσει αντίλογο (ακόμη και το Σύνταγμα το επιτρέπει) και φυσικά θα απαλλάξει το Δημόσιο Ταμείο από τα περιττά έξοδα των μισθών και αποζημιώσεων δύο διοικητικών συμβουλίων. Το νομοσχέδιο αυτό σηματοδοτεί περισσότερο από κάθε άλλη φορά την ολοκλήρωση της συζήτησης για την συγχώνευση ΑΠΔΠΧ και ΑΔΑΕ σε μία ανεξάρτητη αρχή. Η οικονομικοπολιτική συγκυρία εξάλλου είναι η ιδανική: λιγότερες δημόσιες δαπάνες, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στην προάσπιση των ατομικών δικαιωμάτων στο περιβάλλον της Κοινωνίας της Πληροφορίας.




Σάββατο, Ιουνίου 19, 2010

Τα κοινωνικά δικαιώματα ως κόκκινη γραμμή για τα νέα μέτρα

Με απόφασή της, η Εθνική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επισημαίνει ότι τα μέτρα και οι νέες συνθήκες για την έξοδο από την οικονομική κρίση δεν πρέπει να θίξουν το επίπεδο προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι η Επιτροπή υπογραμμίζει ιδίως την ανάγκη προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων (πρόσβαση στην υγεία, εργασία, εκπαίδευση, στέγαση), τα οποία θεωρεί έτσι - και ορθά - ενιαίο σύνολο με τα υπόλοιπα, ατομικά δικαιώματα.

(Βλ. εδώ την Απόφαση της ΕΕΔΑ και εδώ το Δελτίο Τύπου της ΕΕΔΑ)


Θεμελιώδη δικαιώματα είναι τόσο τα ατομικά (δικαίωμα στη ζωή, προσωπική ελευθερία, δίκαιη δίκη, ιδιωτικότητα, ελεύθερη έκφραση, ιδιοκτησία κλπ), όσο και τα κοινωνικά δικαιώματα (εργασία, εκπαίδευση, υγεία, στέγαση, περιβάλλον), καθώς κι αυτά κατοχυρώνονται συνταγματικά. Η νομική διαφοροποίηση έγκειται στο γεγονός ότι παραδοσιακά τα ατομικά δικαιώματα θεωρούνται "αγώγιμα" δικαστικά , ενώ τα κοινωνικά δικαιώματα όχι, επειδή δεν  αφορούν το άτομο αλλά κοινωνικές ομάδες. Αλλά κι αυτό σταδιακά αλλάζει. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, μολονότι τυπικά δεσμεύεται να δικάζει τα κράτη για παραβάσεις ατομικών δικαιωμάτων, τελικά έχει καταλήξει να εντάσσει κοινωνικά δικαιώματα μέσα στο ευρύτερο σύνολο των ατομικών δικαιωμάτων. Για παράδειγμα, το δικαίωμα σε ένα υγιές περιβάλλον - κλασικό κοινωνικό δικαίωμα - θεωρήθηκε ως συνιστώσα του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής ενός προσφεύγοντα που επλήγη η υγεία του από εκπομπές ρύπων γειτονικού εργοστασίου στη Ρωσία. 

Η απόφαση της ΕΕΔΑ έρχεται παράλληλα με την επικείμενη κύρωση του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη από τη Βουλή. Ο εν λόγω Χάρτης θεσπίστηκε το 1996 στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης, ως μια διεθνής συνθήκη ανθρώπινων δικαιωμάτων και υπογράφηκε το ίδιο έτος από την Ελλάδα, χωρίς όμως να έχει μέχρι σήμερα κυρωθεί με νόμο από τη Βουλή. Πρόκειται για ένα νομικό κείμενο που εγγυάται έναν μεγάλο κατάλογο κοινωνικών δικαιωμάτων: από το δικαίωμα στην εργασία, μέχρι το δικαίωμα προστασίας από την φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό (Διαβάστε εδώ το πλήρες κείμενο του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη). 

Την εφαρμογή του Χάρτη από τα Κράτη παρακολουθεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κοινωνικών Δικαιωμάτων, ένα διακρατικό όργανο που λειτουργεί στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η Επιτροπή δεν εξετάζει ατομικές προσφυγές, αλλά μόνο συλλογικές προσφυγές που υποβάλλονται από μη κυβερνητικές οργανώσεις ή ενώσεις εργαζομένων. Στην ιστοσελίδα της φιλοξενείται ένα εξαιρετικό και απολύτως αναλυτικό αρχείο όλων των προσφυγών, των υπομνημάτων απάντησης των Κρατών και των αποφάσεων της Επιτροπής. (βλ. εδώ την ιστοσελίδα της ΕΕΚΔ). 

Πέρα όμως από αυτό τον ελεγκτικό μηχανισμό, η κύρωση του Χάρτη τον καθιστά δεσμευτικό κείμενο και μάλιστα αυξημένης νομοθετικής ισχύος για τα Ελληνικά Δικαστήρια (άρθρο 28 του Συντάγματος), τα οποία, ύστερα από προσφυγή άμεσα θιγόμενου, θα είναι υποχρεωμένα να εξετάζουν την νομοθεσία των νέων μέτρων ως προς τη συμφωνία της με τις διατάξεις του Χάρτη.  

Σύμφωνα με τις Παρατηρήσεις της ΕΕΔΑ (βλ. εδώ) το άρθρο 24 του Χάρτη, για το οποίο η Ελλάδα έχει τηρήσει επιφύλαξη, επιβάλλει την αιτιολογημένη απόλυση εργαζομένου. Η ΕΕΔΑ θεωρεί ότι αυτό θα αποτελέσει σημαντική προστατευτική δικλείδα έναντι των νέων μέτρων του Ν.3845/2010.

Η ΕΕΔΑ ζητάει - ορθά - να κυρωθεί και το σχετικό πρωτόκολλο που επιτρέπει την υποβολή συλλογικών προσφυγών από ελληνικές ΜΚΟ. Βεβαίως, η πρόταση συνοδεύεται από μια ακατανόητη κορώνα : "Η ΕΕΔΑ φρονεί ότι κατ’ αυτό τον τρόπο η Πολιτεία θα δώσει μια ορθολογική διέξοδο στη δράση οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών που δραστηριοποιούνται έντονα στην περιοχή της προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων, μετριάζοντας την αποκλειστικά επικοινωνιακή διέξοδο που σήμερα οι οργανώσεις αυτές διαθέτουν για την προώθηση της δράσης τους, η οποία έτσι τίποτε επί της ουσίας βελτιώνει και απλώς αμαυρώνει στην κοινή γνώμη την εικόνα της Πολιτείας ως εγγυητή της τήρησης, ευρύτερα, των δικαιωμάτων του ανθρώπου (άρθρο 25 παρ.  1 Συντ.)." Είναι κρίμα που η ΕΕΔΑ περιφρονεί τόσο απροκάλυπτα τον ελεγκτικό ρόλο που εκπληρώνουν οι ΜΚΟ με την δημόσια καταγγελία των παραβάσεων θεμελιωδών δικαιωμάτων. Είναι σόλοικο για μια Εθνική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου να θεωρεί ότι η ενάσκηση της ελευθερίας έκφρασης και συλλογικής δράσης των ΜΚΟ "τίποτε επί της ουσίας βελτιώνει και απλώς αμαυρώνει στην κοινή γνώμη την εικόνα της Πολιτείας", λες και η κοινωνία των πολιτών θα έπρεπε να λειτουργεί με γνώμονα τον εξωραϊσμό της "εικόνας της Πολιτείας"! Και φυσικά συγχέει το φαίνεσθαι (εικόνα της Πολιτείας) με το δέον (εγγύηση τήρησης των δικαιωμάτων του ανθρώπου, άρθρο 25 Σ.), αυτοακυρώνοντας τον ρόλο της ως Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.


Θα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε κατά πόσον θα έχουν γίνει  δεκτές οι εισηγήσεις της Εθνικής Επιτροπής όταν το νομοσχέδιο δοθεί σε δημόσια διαβούλευση.

 
 

Οι νόμιμες προσλήψεις είναι και "ηθικές";

Το πόρισμα του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης για τις εκατοντάδες προσλήψεις στο ΜΕΤΡΟ είναι σαφές: ορισμένες έγιναν χωρίς δημόσια πρόσκληση ενδιαφέροντος, με βιογραφικά που εστάλησαν από fax του ΥΠΕΧΩΔΕ, αφορούν πρόσωπα της ίδιας (εκλογικής;) περιφέρειας, οι αποφάσεις των προσλήψεων φαίνονται προειλημμένες, αφού ορισμένοι έδωσαν συνεντεύξεις μετά την πρόσληψη και σε πολλές περιπτώσεις υπήρχαν ακραίες αποστάσεις βιογραφικού - σύμβασης (λ.χ. μουσικός προσελήφθη ως οδηγός συρμού). Το πόρισμα χαρακτηρίζει τις προσλήψεις της παραμονής των εκλογών ως αντιδεοντολογική συμπεριφορά, στιγματίζοντας τη διαδικασία ως περίπτωση πελατειακών σχέσεων πολιτών - πολιτικών. Όμως, στο πόρισμα δεν αναφέρεται ούτε μία παράβαση νόμου (διαβάστε εδώ το Πόρισμα).

Ο Γενικός Eπιθεωρητής αναγκάζεται να επικαλεστεί γενικές αρχές "βέλτιστων πρακτικών" που ακολουθούνται στον ιδιωτικό τομέα, όπως η πρόσκληση δημόσιου ενδιαφέροντος για την πρόσληψη του καταλληλότερου προσωπικού, καθώς και την δεοντολογική αρχή της μη πρόσληψης προσωπικού στον ευρύτερο δημόσιο τομέα κατά την προεκλογική περίοδο. Είναι οι μόνοι κανόνες που μπορεί να επικαλεστεί, αλλά δεν πρόκειται για νομικά δεσμευτικές διατάξεις, όπως λ.χ. ισχύει για την πρόσληψη σε Δήμους, με ρητή νομική απαγόρευση (διαβάστε εδώ το Πόρισμα του Συνηγόρου του Πολίτη για προσλήψεις σε Δήμους κατά την προεκλογική περίοδο). Η διαφορά είναι σημαντική: η παραβίαση άγραφων δεοντολογικών αρχών από μόνη της αποτελεί απλώς ένα αντικείμενο δημόσιας κριτικής, ενώ η παραβίαση νομικών διατάξεων οδηγεί στις σχετικές έννομες συνέπειες (όπως η ακυρότητα των συμβάσεων).

Διαβάζοντας αυτό το Πόρισμα, αποφάσισα ότι μάλλον κινδυνεύω, εάν συνεχίσω να χρησιμοποιώ το ΜΕΤΡΟ για τις μετακινήσεις μου. Έτσι, έπεσα στην παγίδα της διάκρισης ανάμεσα στο "νόμιμο" και το "ηθικό". Από τη μία δεν παραβιάστηκαν διατάξεις διαδικασίας προσλήψεων, άρα οι προσλήψεις είναι νόμιμες. Από την άλλη πλευρά, όπως επισημαίνει το Πόρισμα, δεν υπήρχαν κανόνες για αυτή τη διαδικασία, επομένως δεν θα μπορούσαν και να παραβιασθούν. Επομένως, η νομοθεσία δεν έχει παραβιαστεί, καθώς ο έλεγχος του κανονιστικού πλαισίου από τον Γενικό Επιθεωρητή, εντοπίζει παραβιάσεις ως προς την δεοντολογία, την ηθική ή τις βέλτιστες πρακτικές. Αλλά αυτό που παραβιάζεται τελικά είναι η ίδια η νομική μεθοδολογία, η οποία παρακάμφθηκε και κατ' αποτέλεσμα περιφρονήθηκαν όλα αυτά τα εξωνομικά κανονιστικά σύνολα (το "ηθικό").

Γι' αυτό συμφωνώ, κατά μία έννοια, με μια φράση που προκάλεσε σάλο όταν ξεστομίστηκε: ό,τι είναι νόμιμο (θεσπισμένο) είναι και ηθικό (θεμιτό). Η ηθική είναι μια εντελώς αόριστη κανονολογία και ανάγεται σε προσωπικές, υποκειμενικές, πιθανώς κυμαινόμενες και μη μετρήσιμες εκτιμήσεις του καθενός. Η συλλογική ηθική δεν μπορεί να αναπτύσσει από μόνη της δεσμευτικά αποτελέσματα, ακριβώς επειδή, σε αντίθεση με τη νομοθεσία, δεν είναι θεσμικά νομιμοποιημένη δια της καταγραφής της σε σαφείς και ρητούς κανόνες. Μόνο όταν παρέμβει η θετική διαδικασία της θέσπισης κανόνων επέρχεται η οριζόντια δεσμευτικότητα, αλλά τότε δεν μιλάμε πια για συλλογική ηθική (ή "δεοντολογία"), αλλά για νομοθεσία. Άρα το "ηθικό" είναι δημοκρατικά δεσμευτικό μόνο όταν συμπίπτει με το "νόμιμο". Ωστόσο, το "νόμιμο" δεν μπορεί να έχει τον τελικό λόγο, εφόσον δεν συμμορφώνεται με την επιστημονική μεθοδολογία της νομικής. Δια της οποίας, μερικές φορές, επέρχεται η δίκαιη αποκατάσταση των θετικών κανόνων.




Πέμπτη, Ιουνίου 17, 2010

Η Βουλή φέρεται να λογοκρίνει διαφημιστικά spot κλιματιστικών


Η Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής σε συνεδρίασή της ασχολήθηκε με δύο διαφημιστικά spot εταιρίας κλιματιστικών, στα οποία η έκπτωση στην τιμή παρουσιαζόταν ως "μίζα" προς όλους τους Έλληνες, ως "ιαπωνικό πακέτο στήριξης". Γνωστοί κοινοβουλευτικοί από διάφορα κόμματα, οι οποίοι δεν φημίζονται πάντως για την αίσθηση του χιούμορ τους, δρομολόγησαν τη διαδικασία για την απαγόρευση προβολής των spot, ζητώντας την παρέμβαση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης. Σύμφωνα με ένα άρθρο που δημοσιεύεται στα "ΝΕΑ", το ΕΣΡ φέρεται ότι αποφάσισε την απαγόρευση προβολής των διαφημιστικών (βλ. εδώ το άρθρο).


Πρόκειται για μια αστεία περίπτωση, όπως κατά βάθος κάθε υπόθεση λογοκρισίας και ακρωτηριασμού της ελεύθερης έκφρασης. Το ωραίο είναι ότι οι βουλευτές ασχολούνται μάλλον επειδή ο Ιαπωνέζος του πρώτου spot φαίνεται να μιλά από κάτι-σαν-το βήμα της Βουλής. Οι κορώνες ότι θίγονται οι Έλληνες μάλλον υποκρύπτουν ότι οι ίδιοι οι βουλευτές αισθάνονται προσβεβλημένοι, ως χρήστες αυτού του βήματος. Γι΄αυτό δεν επιτρέπουν να συσχετίζεται η λέξη "μίζα" με κανένα τρόπο με τα ξύλινα έδρανα της Βουλής. Δεν πρέπει όμως ούτε να μείνουμε στην σουρεαλιστική γελοιότητα, ούτε στις ψυχαναλυτικές αναζητήσεις για την λογοκριτική υστερία. Εάν ευσταθούν αυτά που αναφέρονται στα ΝΕΑ, προφανώς ενεργοποιήθηκαν ορισμένα πολύ επικίνδυνα ανακλαστικά, τα οποία θίγουν την ελευθερία της έκφρασης.

Θα πρέπει να τραβήξουμε μια διαχωριστική γραμμή: ναι, οι βουλευτές έχουν κάθε δικαίωμα να αναπτύξουν τις απόψεις τους για οποιοδήποτε θέμα, κάνοντας κριτική, επισημαίνοντας ό,τι δεν τους αρέσει, καταγγέλλοντας ό,τι θεωρούν ότι τους προσέβαλλε, ζητώντας να παρέμβουν οι αρμόδιες Αρχές. Από το πολιτικό επίπεδο της επίκρισης και της καταγγελίας, μέχρι το νομικό επίπεδο της εντολής σε ανεξάρτητη αρχή για λήψη συγκεκριμένης απόφασης, υπάρχει μια σημαντική διαφοροποίηση: το ένα είναι σύμφωνο με το Σύνταγμα, ενώ το δεύτερο όχι. Το γεγονός μάλιστα ότι η εν λόγω ανεξάρτητη αρχή είναι το ΕΣΡ, το οποίο υπόκειται στον κοινοβουλευτικό έλεγχο της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας καθιστά σαφή την θεσμική στρέβλωση. Άλλο κοινοβουλευτικός έλεγχος κι άλλο διαταγή για λήψη συγκεκριμένης απόφασης. Δεν υιοθετώ τον ισχυρισμό ότι όντως έγινε κάτι τέτοιο, επισημαίνω ότι αυτό ΔΕΝ πρέπει να γίνεται, διότι έτσι παραβιάζονται συνταγματικές διατάξεις και κυρίως η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών. Η Βουλή δεν ασκεί εκτελεστική λειτουργία, ώστε να επιτρέπεται να χρησιμοποιεί το ΕΣΡ ως πλυντήριο ξεπλύματος λογοκριτικών αποφάσεών της. Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος που ασκείται στις ανεξάρτητες αρχές προσδιορίζεται από συγκεκριμένες διατάξεις του Κανονισμού της Βουλής και περιλαμβάνει την κλήση μελών του ΕΣΡ για εξέταση και την συζήτηση της Ετήσιας Έκθεσης από τους βουλευτές. Δεν περιλαμβάνει όμως και την παροχή εντολών για λήψη απόφασης: ο ν.3051/2002 για τις συνταγματικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές προβλέπεται ότι επ' αυτών δεν ασκείται διοικητικός έλεγχος ή εποπτεία από την κυβέρνηση ή άλλα όργανα. Αυτή είναι και η ουσία της θεσμικής ανεξαρτησίας αυτών των αρχών.


Επί της ουσίας του θέματος, τα διαφημιστικά κάνουν σάτιρα με αφορμή την πρόσφατη οικονομική στήριξη της Ελλάδας από διεθνείς οργανισμούς σε συνδυασμό με την ιαπωνική προέλευση των διαφημιζόμενων κλιματιστικών. Δεν πρόκειται λοιπόν για κυριολεκτικό λόγο, αλλά για ένα κωμικό στρατήγημα εμπνευσμένο από την τρέχουσα πολιτική συγκυρία. Επομένως, δεν υπάρχει σκοπός για να θιγεί κανείς και ούτε καν διατυπώθηκε η φράση ότι οι Έλληνες παίρνουν "μίζα" με την κυριολεξία του όρου. Ο όρος χρησιμοποιείται μεταφορικά για μια παιγνιώδη παρουσίαση της έκπωσης επί της τιμής των κλιματιστικών. Συνεπώς ελλείπουν τα στοιχεία που θα καθιστούσαν τα εν λόγω διαφημιστικά ως αντικειμενικώς προσβλητικά για ομάδα προσώπων, όπως ο Ελληνικός λαός.

Εάν λοιπόν έχει ληφθεί όντως σχετική απόφαση απαγόρευσης από το ΕΣΡ και εάν επιβεβαιωθούν οι περιστάσεις παρέμβασης της Βουλής στην λήψη της φερόμενης απόφασης, τότε θα πρόκειται για μια ακόμη εκτροπή με θύμα την ελευθερία του λόγου. Η ελευθερία του λόγου επιδέχεται βέβαια περιορισμούς, αλλά αυτοί οι περιορισμοί δεν μπορούν να φτάνουν μέχρι του σημείου να απαγορεύεται η σατιρική τηλεοπτική διαφήμιση, μόνο και μόνο επειδή παρουσιάσθηκε μια εικόνα που εικονίζει το βήμα των βουλευτών και ακούγεται η λέξη "μίζα". Οι περιορισμοί της ελευθερίας της έκφρασης είναι αυτοί που προβλέπονται από τις διεθνείς συμβάσεις και ουσιαστικά αφορούν μόνο τους αναγκαίους σε μια δημοκρατική κοινωνία περιορισμούς για σκοπούς όπως η προστασία των δικαιωμάτων τρίτων, η εθνική ασφάλεια, η δημόσια τάξη και η αντιμετώπιση του εγκλήματος. Η σατιρική παρουσίαση της Βουλής δεν θίγει κάποιο από αυτά τα έννομα αγαθά.

H απαγόρευση αυτών των δύο διαφημιστικών spot δεν δικαιολογείται βάσει των επιτρεπτών περιορισμών της ελευθερίας της έκφρασης. Εάν αποδειχθεί ότι η Βουλή έχει συνεργήσει στη λήψη της φερόμενης απόφασης, θα πρόκειται για μια από τις πιο σοβαρές υποθέσεις λογοκρισίας των τελευταίων 30 ετών. Σε μια περίοδο, κατά την οποία η Βουλή θα πρέπει να σταματήσει κατεπειγόντος τις προκλήσεις του δημόσιου αισθήματος και να σεβαστεί έμπρακτα τα ανθρώπινα δικαιώματα.



Τετάρτη, Ιουνίου 16, 2010

O Συνήγορος του Πολίτη μπορεί να πιέσει περισσότερο για την ίση μεταχείριση

Δόθηκε χθες στην δημοσιότητα η Ετήσια Έκθεση του Συνηγόρου του Πολίτη ως θεσμού προώθησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης, για το έτος 2009 (μπορείτε να την κατεβάσετε εδώ - κι εδώ μπορείτε να διαβάσετε το σχετικό δελτίο τύπου). 

Είναι μια Έκθεση που αποκαλύπτει τις συνηθέστερες περιπτώσεις αθέμιτων διακρίσεων στην σύγχρονη Ελλάδα, για λόγους φυλετικούς, θρησκεύματος, υγείας, ηλικιακούς, σεξουαλικού προσανατολισμού. Η ειδική αρμοδιότητα του Συνηγόρου του Πολίτη να παρεμβαίνει για την επίλυση διαφορών λόγω αθέμιτων διακρίσεων περιορίζεται δυστυχώς από την ειδική νομοθεσία (ν.3304/2005) σε συγκεκριμένα πεδία, όπως η εργασία, η εκπαίδευση, η στέγαση. Ωστόσο, η γενική αρμοδιότητα του Συνηγόρου αφορά κάθε παράνομη πράξη ή παράλειψη της Διοίκησης και είναι πολύ θετικό ότι η ανεξάρτητη αρχή επιδιώκει την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ακόμη και σε άλλους τομείς, όπως η ελευθερία της Τέχνης. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις κρατικής λογοκρισίας σε έργα τέχνης για λόγους που ανάγονται σε προκαταλήψεις διοικητικών στελεχών. Κατά 2009, υπήρξε η υπόθεση της ομοφοβικής λογοκρισίας στην Λυρική σκηνή, αλλά και η λογοκρισία του βίντεο Γαβρά από το  Μουσείο Ακρόπολης, όπως και η απόπειρα να "ντυθούν" κάποιοι γυμνοί χορευτές στο Εθνικό Θέατρο επειδή την πρεμιέρα θα παρακολουθούσε ο ... Αρχιεπίσκοπος. Από αυτές τις τρεις υποθέσεις - που δεν θα ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του ν.3304/2005, ο Συνήγορος ασχολήθηκε κατόπιν αναφοράς ΜΚΟ με την περίπτωση της "Ρούσαλκα" στη Λυρική και η υπόθεση αυτή αναφέρεται στην Ετήσια Έκθεση ως χαρακτηριστική περίπτωση εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης όχι στο στενό πεδίο εφαρμογής της ειδικής νομοθεσίας, αλλά βάση της γενικής αρμοδιότητας του Συνηγόρου ως ενός θεσμού που προωθεί την ισότητα.

Περιμένουμε όμως περισσότερα. Είναι γνωστό ότι  η φυσιογνωμία του θεσμού του Συνηγόρου του Πολίτη βασίζεται στην δύναμη των επιχειρημάτων με τα οποία προσπαθεί να πείσει την Διοίκηση να άρει την παρανομία και την κακοδιαχείριση. Ο Συνήγορος δεν είναι - και δεν πρέπει να γίνει - άλλος ένας κυρωτικός μηχανισμός, όπως είναι λ.χ. το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, γιατί η αποστολή του είναι η διαμεσολαβητική επίλυση των διαφορών πολίτη - κράτους. Ωστόσο, η αντίληψη ότι η Διοίκηση πρέπει να συμμορφώνεται μόνο αφού πειστεί από τα επιχειρήματα, έχει οδηγήσει την ανεξάρτητη αρχή σε ένα φαινόμενο που θα χαρακτήριζα ως θεσμική ηττοπάθεια. Όταν ο Συνήγορος δεν μπορεί να πείσει την Διοίκηση να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις της, αρκετά συχνά καταθέτει τα όπλα και παραιτείται από τις αρμοδιότητες για την επιβολή των απόψεών του. Έτσι, όμως, πολύ απλά, έχει παραιτηθεί κι από τις άλλες αρμοδιότητες που έχει, αλλά και από τις άλλες υπηρεσίες που μπορεί να προσφέρει στον πολίτη για την επίλυση της υπόθεσής του. 

Η υπόθεση της Ρούσαλκα είναι χαρακτηριστική: ενώ ο Συνήγορος ενεργοποιήθηκε άμεσα στέλνοντας σε χρόνο ρεκόρ δύο εξαιρετικής νομικής ανάλυσης σχετικές επιστολές στη διοίκηση της Λυρικής Σκηνής, όταν οι αρμόδιοι δέησαν να απαντήσουν μετά από πάρα πολλούς μήνες,  τελικά ο Συνήγορος αρκέστηκε σε μια διαβεβαίωση ότι στο μέλλον δεν θα επαναληφθούν φαινόμενα λογοκρισίας, αλλά και ότι η νέα διοίκηση της ΕΛΣ δεν μπορεί να κάνει τίποτε γιατί δεν γνωρίζει το περιστατικό! Κι ενώ ο Συνήγορος υπενθυμίζει την αρχή της συνέχειας της Διοίκησης, βάσει της οποίας - ανεξάρτητα από τις αλλαγές ηγεσίας- οι εκκρεμείς υποθέσεις πρέπει να διεκπεραιώνονται κανονικά, αρκέστηκε στην διαβεβαίωση ότι στο μέλλον αντίστοιχα φαινόμενα θα διερευνηθούν. Και δύο μήνες μετά είχαμε άλλα δύο αντίστοιχα περιστατικά αρμοδιότητας του ίδιου υπουργείου (Πολιτισμού): την λογοκρισία στο βίντεο Γαβρά και την απόπειρα λογοκρισίας στην παράσταση Παπαϊωάννου στο Εθνικό Θέατρο. Σημειωτέον ότι ο Συνήγορος ούτε καν δημοσίευσε Πόρισμα  για την περίπτωση της Λυρικής σκηνής, υπόθεση την οποία μνημονεύει για πρώτη φορά στη Ετήσια Έκθεση για την ίση μεταχείριση. 

Ο Συνήγορος του Πολίτη, μολονότι δεν μπορεί να επιβάλλει κυρώσεις, μπορεί να αξιοποιήσει της θεσμικές δυνατότητες επιβολής των συστάσεών του που του δίνει η νομοθεσία. Δυστυχώς, ο Συνήγορος ασκεί μια άγνωστη πολιτική επιλογής περί του πότε (και εάν) θα αξιοποιήσει αυτές τις πιο δυναμικές του αρμοδιότητες, πολλές εκ των οποίων έχουν περιπέσει σε αχρησία. Ας δούμε τι μπορεί - και πρέπει- να κάνει ο Συνήγορος όταν η Διοίκηση δεν συμμορφώνεται:

α) Δημοσιοποίηση Πορίσματος σε κάθε περίπτωση που η Διοίκηση αρνείται να συμμορφωθεί προς τις συστάσεις του. Η προσφυγή του Συνηγόρου στη δημοσιότητα είναι ένα μέσο που ασκείται άκρως επιλεκτικά, ενώ θα έπρεπε να αποτελεί την πάγια και αναμενόμενη πρακτική: αν η Διοίκηση γνωρίζει ότι κάθε άρνηση συμμόρφωσής της θα δημοσιοποιηθεί στο Διαδίκτυο, τότε είναι βέβαιο ότι θα αντιμετωπίζει με μεγαλύτερη περίσκεψη την άρνηση. Σήμερα όμως που η Διοίκηση γνωριζει ότι ο Συνήγορος κατ΄ επιλογην  θα δημοσιεύσει ένα Πόρισμα, οι αντιστάσεις της είναι πολύ πιο σθεναρές. Ειδικά για την περίπτωση παραβιάσεων της αρχής της ίσης μεταχείρισης - όπου η Διοίκηση θίγει θεμελιώδη δικαιώματα - θα πρέπει να συντάσσεται και να δημοσιεύεται σχετική Έκθεση για κάθε περίπτωση άρνησης συμμόρφωσης κι όχι μόνο μία Ετήσια Έκθεση, η οποία έχει περισσότερο συμπιληματικό χαρακτήρα. 

β) Υποβολή έκθεσης στον εισαγγελέα για κάθε περίπτωση δημόσιου υπαλλήλου που αρνείται να συνεργαστει με τον Συνήγορο του Πολίτη. Πρόκειται για ένα ειδικό ποινικό αδίκημα που προβλέπεται από το άρθρο 4 παρ. 10 του Ν.3094/2005. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο μετά από έκθεση που υποβάλλει ο Συνήγορος στην Εισαγγελία. Ο Συνήγορος θα έπρεπε να ασκεί αυτήν την αρμοδιότητα, συχνά, ακόμη κι  όταν παρέρχεται 3μηνο και δεν έχει λάβει απάντηση στην επιστολή με τις συστάσεις του. Μετά την παρέλευση 3μήνου, ο αρμόδιος υπάλληλος που δεν έχει απαντήσει στην σύσταση του Συνηγόρου θα πρέπει να οδηγείται στον εισαγγελέα. Έτσι η Διοίκηση θα συνειδητοποιήσει ότι η συνεργασία της με το Συνήγορο δεν είναι προαιρετική και δεν θα αναβάλει για τις καλένδες την υποχρέωση ανταπόκρισης στις συστάσεις του. Μπορεί ο Συνήγορος να μην είναι κυρωτικό όργανο, είναι όμως  δημόσια Αρχή. 



γ) Πρόκληση πειθαρχικής δίωξης λειτουργού ή υπαλλήλου. Ο Συνήγορος του Πολίτη μπορεί να προκαλέσει την πειθαρχική δίωξη λειτουργού σε περίπτωση που διαπιστώνει παράνομες πράξεις ή παραλείψεις δημόσιων λειτουργών ή υπαλλήλων. Μάλιστα το σχετικό άρθρο του 4 παρ. 11 του ν.3094/2003 προβλέπεται ότι η άρνηση μέλους της διοίκησης για συνεργασία με τον Συνήγορο κατά την διεξαγωγή έρευνας, αποτελεί παράβαση καθήκοντος και λόγο αντικατάστασης του μέλους της Διοίκησης. Αυτό σημαίνει ότι σε σοβαρές περιπτώσεις, με ενέργεια του Συνηγόρου μπορεί να ζητηθεί η αντικατάσταση όποιου στελέχους αρνείται να λάβει μέρος σε έρευνα της ανεξάρτητης αρχής. Ο Συνήγορος πρέπει να ασκήσει αυτήν την αρμοδιότητά του, ώστε να γίνει αντιληπτό ότι η συνεργασία της Διοίκησης μαζί του είναι υποχρεωτική. Εάν αρχίσουν να αντικαθίστανται στελέχη της διοίκησης επειδή δεν ανταποκρίθηκαν στις υποχρεώσεις τους, τότε θα αρχίσουν να αντιμετωπίζουν με μεγαλύτερη υπευθυνότητα τον Συνήγορο του Πολίτη. 

Αυτές οι τρεις θεσμικές δυνατότητες, των οποίων η σημερινή διοίκηση του Συνηγόρου κάνει εξαιρετικά φειδωλή χρήση, μπορούν να ενδυναμώσουν το ρόλο και την αποτελεσματικότητα της ανεξάρτητης αρχής, χωρίς να την μετατρέπουν σε έναν κυρωτικό μηχανισμό (αφού για τυχόν κυρώσεις θα αποφασίζουν άλλα όργανα), αλλά και απαλλάσσοντάς την από την θεσμική ηττοπάθεια στην οποία έχει περιπέσει. Χρειαζόμαστε έναν ισχυρό Συνήγορο, ο οποίος θα προσφέρει όλες τις υπηρεσίες που προβλέπει η νομοθεσία υπερ του πολίτη και δεν θα παραιτείται με την πρώτη άρνηση, ούτε θα περιορίζεται στην γραφειοκρατική επισήμανση της κακοδιοίκησης, αλλά θα είναι έτοιμος να συμβάλλει έμπρακτα στην βελτίωση των στελεχών της Διοίκησης. Το όραμα θα ήταν να εμπεδώσει την πεποίθηση ότι κάθε δημόσιος υπάλληλος είναι ένας μικρός Συνήγορος του Πολίτη, αφού και το Σύνταγμα αναφέρει ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι "υπηρετούν τον Λαό" (βλ. εδώ το άρθρο 103 Σ.)

Χρειάζεται λοιπόν αλλαγή πολιτικής του Συνηγόρου, ώστε  ο πολίτης να μπορεί να εμπιστευθεί όχι μόνο την ορθότητα των επιχειρημάτων, αλλά και την αποτελεσματικότητα της ανεξάρτητης αρχής, σε ευαίσθητες υποθέσεις όπως αυτές που αφορούν την αρχή της ίσης μεταχείρισης. Γιατί είναι σίγουρο ότι οι παραβιάσεις το έτος 2009 ήταν πολύ περισσότερες από τις 54 υποθέσεις που χειρίστηκε και αναγνωρίζει στην Ετήσια Έκθεση ότι προφανώς πρόκειται για ένα μικρό ποσοστό σε σχέση με την πραγματική κατάσταση στην σύγχρονη Ελλάδα. 


Τρίτη, Ιουνίου 15, 2010

Παραβιάσεις της θρησκευτικής ελευθερίας στον στρατό

Οι κρατικές διαδικασίες από τις οποίες υποχρεούται να διέλθει ένας πολίτης, θα πρέπει να σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματά του. Η υποχρεωτική εκπαίδευση,  η απονομή δικαιοσύνης στα δικαστήρια, ο όρκος ενόψει ανάληψης δημόσιων καθηκόντων, αλλά και η υποχρεωτική στράτευση και η φυλακή δεν είναι περιστάσεις στις οποίες το κράτος έχει την αρμοδιότητα να περιφρονήσει ορισμένες θεμελιώδεις επιλογές, όπως είναι η θρησκευτική συνείδηση. Αντιθέτως μάλιστα: η υποχρεωτικότητα αυτών των διαδικασιών, σηματοδοτώντας τον περιορισμό της ατομικότητας και την ένταξη σε μια τεχνητή συλλογικότητα, επιβάλλει ακόμη μεγαλύτερο  σεβασμό των εντελώς εσωτερικών σφαιρών της προσωπικότητας και της συνείδησης. Έτσι, οι περιορισμοί των ανθρώπινων δικαιωμάτων όσων βρίσκονται σε αυτές τις περιστάσεις (κάποιοι τις ονομάζουν "ειδικές εξουσιαστικές σχέσεις") επιτρέπονται μόνον εφόσον είναι αναλογικοί ενόψει του σκοπού της υποχρεωτικής διαδικασίας. Ο πολίτης εξακολουθεί να είναι φορέας των δικαιωμάτων του, ακόμη και στο πλαίσιο των υποχρεωτικών διαδικασιών.

Η υποχρεωτική στράτευση προβλέπεται από το άρθρο 4 παράγραφος 6 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει τα εξής:

"Κάθε Έλληνας που μπορεί να φέρει όπλα είναι υποχρεωμένος να συντελεί στην άμυνα της Πατρίδας, σύμφωνα με τους ορισμούς των νόμων."

Άρα ο σκοπός της υποχρεωτικής στράτευσης είναι η συμβολή των δυνητικά ενόπλων Ελλήνων πολιτών στην εθνική άμυνα, στο πλαίσιο που η εκπλήρωση αυτού του σκοπού προβλέπεται από την νομοθεσία. Επομένως, θα πρέπει να εξεταστεί αν ο στενός εναγκαλισμός του στρατού με την Ορθόδοξη Εκκλησία, στο βαθμό που έχει επιπτώσεις στην ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης των υποχρεωτικώς στρατευόμενων Ελλήνων,  σχετίζεται με τον σκοπό της υποχρεωτικής αυτής διαδικασίας.

1. Υποχρεωτική καταγραφή του θρησκεύματος. Κατά την ημέρα κατάταξης, οι Έλληνες που εκπληρώνουν την συνταγματική υποχρέωση του άρθρου 4 παρ. 6 του Συντάγματος καλούνται υποχρεωτικά να γνωστοποιήσουν το θρήσκευμά τους, το οποίο καταχωρείται στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές του στρατού. Πριν από μερικά χρόνια μάλιστα, δεν υπήρχε η επιλογή "άθεος" στο μενού του ηλεκτρονικού υπολογιστή κι έτσι έπρεπε υποχρεωτικά να επιλεχθεί μια "γνωστή θρησκεία" (δεν γνωρίζω αν εξακολουθεί να μην υπάρχει αυτή η επιλογή). Η συγκεκριμένη δήλωση των θρησκευτικών πεποιθήσεων αποτελεί ένα αδικαιολόγητο υποχρεωτικό φακέλωμα ευαίσθητων δεδομένων των πολιτών, το οποίο δεν είναι αναγκαίο ενόψει του σκοπού της συνταγματικής υποχρέωσης, αφού η συμβολή στην άμυνα της Πατρίδας δεν μπορεί να έχει καμία σχέση με τις θρησκευτικές πεποιθήσεων των ενόπλων Ελλήνων (το Σύνταγμα δεν επιβάλλει στους άοπλους να συμβάλουν στην άμυνα της Πατρίδας, επομένως, όσοι δεν μπορούν να φέρουν όπλα υπηρετούν θητείες όχι βάση συνταγματικής υποχρέωσης, αλλά επειδή το αναφέρει ο κοινός νόμος). Συνεπώς, η υποχρεωτική καταγραφή του θρησκεύματος στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές του στρατού αποτελεί παράνομη συλλογή και διατήρηση ευαίσθητων δεδομένων, σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ. 1 και 7 παρ. 1 του Ν.2472/1997 (η νομική βάση της απαγόρευσης καταγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες της Αστυνομίας). 

2. Υποχρεωτικός εκκλησιασμός σε ναό Χριστιανών Ορθοδόξων (που συχνά βρίσκεται εντός του στρατοπέδου).  Η υποχρεωτικότητα του εκκλησιασμού είναι μια πράξη που προσβάλλει πρώτ' απ' όλα τους Χριστιανούς Ορθόδοξους, διότι το δόγμα τους βασίζεται στην ελεύθερη βούληση και αποκλείει τις υποχρεωτικές διαδικασίες συμμετοχής. Η δυνατότητα που παρέχει ο στρατός να μην παρακολουθήσει κανείς τον υποχρεωτικό εκκλησιασμό αφορά μόνον όσους δήλωσαν "ετερόδοξοι" ή "αλλόθρησκοι" κατά το (1). Δηλαδή όσοι έχουν δηλώσει Χ.Ο. στα computers δεν έχουν δυνατότητα να μην παρακολουθήσουν τον υποχρεωτικό εκκλησίασμό. Οι "αλλόδοξοι" παρευρίσκονται συνήθως σε ανοικτό χώρο εκτός του ναού, με αποτέλεσμα να γίνεται ορατό σε όλους τους υπόλοιπους ποιοι είναι εκείνοι που δεν παρακολουθούν. Αυτό είναι ακριβώς το σύστημα "χριστιανός by default" που οδήγησε ήδη σε μια καταδίκη της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (Δημητράς κ.α. κατά Ελλάδας). Δεν επιτρέπεται το Κράτος να θεωρεί τον  Έλληνα πολίτη εξ ορισμού Χ.Ο. και να έχει στήσει μια ολόκληρη υποχρεωτική διαδικασία βάση αυτής της προκατάληψης και μόνο εκ των υστέρων - και με δήλωση!- να μπορεί ο πολίτης να αποφεύγει μια διαδικασία που είναι αντίθετη στη θρησκευτική του συνείδηση και μάλιστα κατά τρόπον ώστε να στοχοποιείται και να επισημαίνεται η "ετερότητά" του πανυγηρικά. 

3. Υποχρεωτική ορκοδοσία με δοξολογία και ανάγνωση Ιερού Ευαγγελίου. Κατά την τελετή ορκωμοσίας, οι στρατιώτες καλούνται να επαναλάβουν ένα κείμενο όρκου (το οποίο δεν περιέχει θρησκευτικά στοιχεία) υψώνοντας όμως το χέρι σε σχηματισμό τριάδας (3 πρώτα δάχτυλα) και αφού προηγηθεί δοξολογία και ανάγνωση Ιερού Ευαγγελίου από ορθόδοξο ιερέα, σε πανηγυρική εκδήλωση με συμμετοχή κοινού. Οι "αλλόδοξοι" κλπ δεν παίρνουν μέρος σε αυτή την πανηγυρική διαδικασία, αλλά ορκίζονται άλλη στιγμή, στο γραφείο του διοικητή, χωρίς τυμπανοκρουσίες και τελετές. 

4. Παρουσία ιερών εικόνων και συμβόλων σε θαλάμους διαβίωσης στρατιωτών. Πρόκειται για παραβίαση αντίστοιχη με την παρουσία της εικόνας του Εσταυρωμένου σε σχολεία της Ιταλίας, για την οποία το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο καταδίκασε την Ιταλία (πρωτοβάθμια) για παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας (υπόθεση Lautsi κατά Ιταλίας, αναμένεται εκδίκαση και σε δεύτερο βαθμό). Σε εκείνη την υπόθεση μάλιστα, η Ιταλία είχε ισχυριστεί ότι ο Σταυρός αποτελεί εθνικό σύμβολο κι όχι θρησκευτικό σύμβολο κι εξάλλου υπάρχει στις σημαίες αρκετών ευρωπαϊκών χωρών. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκανε τη διάκριση: άλλο το σταυρικό σύμβολο στις σημαίες κρατών (εθνικό σύμβολο) κι άλλο η εικόνα του Χριστού στα σχολεία (θρησκευτικό σύμβολο). Αντίστοιχα, είναι άλλο ο σταυρός στην Ελληνική σημαία και στο εθνόσημο (εθνικό σύμβολο) κι άλλο οι αναρτημένες εικόνες του Ιησού, της Παναγίας κλπ σε θαλάμους στρατευμένων, στα γραφεία διοίκησης και σε άλλους χώρους από τους οποίους διέρχεται υποχρεωτικά ο πολίτης για να εκπληρώσει την συνταγματική του υποχρέωση.

5. Υποχρεωτική αποστήθιση και απαγγελία προσευχής. Πρόκειται για την πιο χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης της θρησκευτικής ελευθερίας για μια μεγάλη μερίδα των στρατευμένων, στους οποίους εντάσσονται και οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι που μπορεί να μην θέλουν να μάθουν τη συγκεκριμένη προσευχή: οι στρατιώτες υποχρεούνται να αποστηθίσουν μια χριστιανική προσευχή ("Δέσποτα Παντοκράτωρ κλπ"), την οποία οφείλουν να απαγγείλουν απέξω μόλις διαταχθούν από τους ανωτέρους τους. Η μη απαγγελία της ενδέχεται να επισείρει πειθαρχικές κυρώσεις, όπως και κάθε παράβαση εντολής που δεν εκτελέστηκε, σύμφωνα με τον στρατιωτικό κανονισμό. Δεν προβλέπονται ρητές εξαιρέσεις για τους "αλλόθρησκους" ή άθεους.

Και οι πέντε παραπάνω περιπτώσεις αποτελούν παρέμβαση του Κράτους στην σφαίρα της θρησκευτικής συνείδησης των υποχρεωτικώς στρατευόμενων πολιτών, οι οποίοι μάλιστα δεν έχουν δικαίωμα να αρνηθούν συμμόρφωσης προς το νόμο για λόγους θρησκευτικής συνείδησης (άρθρο 13 παρ. 4 Σ.) . Η παρέμβαση αυτή δεν δικαιολογείται ενόψει του σκοπού της στρατιωτικής θητείας που είναι η συμβολή στην άμυνα της Πατρίδας. Συνεπώς παραβιάζεται το άρθρο 13 του Συντάγματος και το άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα.  Κατά τη γνώμη μου είναι προσβλητικό ακόμη και για το ίδιο το  θρήσκευμα που επιβάλλεται στους πολίτες, ενόψει των διδαχών του Χριστιανισμού. Άλλωστε και για τη περίπτωση του όρκου στα δικαστήρια, ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος έχει δηλώσει ότι η Εκκλησία δεν έχει αντίρρηση για την κατάργηση.

Δευτέρα, Ιουνίου 14, 2010

Αιμοδοσία και αθέμιτες διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού

Σήμερα είναι η παγκόσμια ημέρα αιμοδοσίας, όπως μας ενημερώνει η αρχική σελίδα του διαδικτυακού τόπου του Συμβουλίου της Ευρώπης [βλ. εδώ]. Μια διαδικασία που δίνει ζωή στον συνάνθρωπο και μπορεί να συνδέεται ακόμη και με διοικητικές επιβραβεύσεις (όπως η άδεια από τον στρατό), εκτός από την ηθική ικανοποίηση που αποκομίζει ο αιμοδότης.

Ενώ όμως γιορτάζουμε την παγκόσμια ημέρα της αιμοδοσίας, το Συμβούλιο της Ευρώπης και οι άλλοι διεθνείς οργανισμοί που συμμετέχουν σε αυτήν την καμπάνια, αποσιωπούν μια σοβαρή αθέμιτη διάκριση. Υπάρχει μια σημαντική μερίδα του παγκόσμιου πληθυσμού που δεν επιτρέπεται να πάρει μέρος σε διαδικασία αιμοδοσίας, όχι επειδή νοσεί ή δεν πληροί άλλα κριτήρια αντικειμενικής καταλληλότητας. Όποιος προσέρχεται ως υποψήφιος αιμοδότης, έχει την υποχρέωση να δηλώσει ότι δεν είχε στο παρελθόν ομοφυλοφιλικές σχέσεις. Για κάποιο λόγο που ανατρέχει στα στερεότυπα των αρχών της δεκαετίας του 1980, οι ομοφυλόφιλοι θεωρούνται εξ ορισμού άτομα υψηλού κινδύνου και αποκλείονται από την δυνατότητα να δωρίσουν το αίμα τους. Επομένως, ένας ομοφυλόφιλος είτε πρέπει να υποβάλλει μια ταπεινωτική ψευδή δήλωση, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως κάποιον άλλο, είτε του απαγορεύεται να δώσει αίμα.

Η προσβλητική απαγόρευση ισχύει παγκοσμίως, με διάφορες παραλλαγές. Για παράδειγμα, στη Σουηδία και στην Σλοβακία, οι ομοφυλόφιλοι επιτρέπεται να δώσουν αίμα, εφόσον δηλώσουν ότι εντός του τελευταίου έτους δεν είχαν ομοφυλοφιλική σεξουαλική επαφή [βλ. σχετική είδηση εδώ]. Λες και αν είχε βάση η απαγόρευση, εντός του έτους αποχής θα είχαν αποθεραπευτεί. Στην Αγγλία και στη Γαλλία, αποκλείονται όσοι δηλώσουν ότι είχαν έστω και μία ομοφυλοφιλικη εμπειρία στη ζωή τους!

Το θέμα απασχόλησε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πέρσι με ερώτηση που υπέβαλαν ευρωβουλευτές στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εγειροντας το ζήτημα της αθέμιτης διάκρισης [βλ. εδώ την Ερώτηση]. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απάντησε ότι θα διαβουλευθεί με τα κράτη μέλη της ΕΕ για το θέμα, πράγμα που έπραξε, εξάγοντας το συμπέρασμα ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να καταρτίζουν τα κριτήρια για τους αιμοδότες με βάση την αρχή της αναλογικότητας αλλά και με βάση τα τρέχοντα επιδημιολογικά δεδομένα [βλ. εδώ].

Πιο πρόσφατα, Καναδοί επιστήμονες ζήτησαν δημόσια την άρση της απαγόρευσης αιμοδοσίας για τους ομοφυλόφιλους [βλ. εδώ].

Η δυνατότητα του να είναι κάποιος αιμοδότης αποτελεί μια ιδιαίτερα σημαντική επιλογή για τη διάθεση ενός φυσικού του στοιχείου, αφορά μια εσωτερική απόφαση που καθορίζει ανεξίτηλα την ηθική του υπόσταση. Αναγνωρίζοντας αυτή την πτυχή στην απόφαση της αιμοδοσίας, καθώς ενδεχομένως και τις διοικητικές επιβραβεύσεις με τις οποίες μπορεί να συνδέεται η αιμοδοσία, είναι βέβαιο ότι πρόκειται για μια επιλογή που αφορά την πιο στενή σφαίρα του ιδιωτικού βίου του προσώπου: την σχέση του με το ίδιο του το σώμα και την αλληλεπίδρασή του με τους συνανθρώπους του. Συνεπώς, οποιαδήποτε παρέμβαση δημόσιας αρχής, η οποια δεν είναι αναλογική και σχετική με κάποιο άλλο υπέρτερο έννομο συμφέρον ή δικαίωμα, συνιστά αθέμιτη παραβίαση της ιδιωτικής ζωής του ατόμου, σύμφωνα με το άρθρο 8 σε συνδυασμό με το άρθρο 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα.

Ο αποκλεισμός ενός ατόμου από το δικαίωμά του να δώσει αίμα για λόγους που οφείλονται αποκλειστικώς και μονο στον σεξουαλικό του προσανατολισμό αποτελεί λοιπόν λόγο προσφυγής ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Είναι μία μάχη που πρέπει να δοθεί, ιδίως μετά την αποφυγή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για άμεση επίλυση του θέματος με την κοινοτική νομοθεσία.


Κυριακή, Ιουνίου 13, 2010

Το Δικαστήριο ΕΕ για την "ανεξαρτησία" των ανεξάρτητων αρχών

Ενώ στην Ελλάδα η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων ιδρύθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1990, στην Γερμανία ο αντίστοιχος θεσμός υπάρχει από τις αρχές της δεκαετίας του 1970.  Στη Γερμανία όμως προέκυψε το εξής παράδοξο: ενώ ήταν η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα με αυτόν τον θεσμό, που ενέπνευσε και τον Κοινοτικό Νομοθέτη να επιβάλλει σε όλα τα κράτη της ΕΕ την θέσπιση Αρχών Προστασίας Δεδομένων, το Δικαστήριο της ΕΕ έκρινε τον Μάρτιο του 2010 ότι η Γερμανία παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο, επειδή οι Αρχές Προσωπικών Δεδομένων των γερμανικών κρατιδίων που εποπτεύουν τον ιδιωτικό τομέα δεν ήταν "ανεξάρτητες", κατά την έννοια που επέβαλε η ευρωπαϊκή οδηγία 95/46. Η χώρα με την πρώτη Αρχή Προστασίας Δεδομένων κρίθηκε ότι δεν πληρούσε τα κριτήρια ανεξαρτησίας που πληρούν άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ελλάδα!

Ο λόγος για τον οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρέπεμψε την Γερμανία στο Δικαστήριο ήταν επειδή, ενώ η Οδηγία 95/46 αναφέρει ότι η Αρχή Προσωπικών Δεδομένων πρέπει να τελεί σε καθεστώς "πλήρους ανεξαρτησίας", στα γερμανικά κρατίδια προβλέπεται διοικητική εποπτεία τους από υπουργεία. Η Γερμανία ισχυρίστηκε ότι η έννοια της "πλήρους ανεξαρτησίας" αφορά την αμεροληψία έναντι των ελεγχόμενων (δηλ. έναντι των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα που ελέγχουν οι Αρχές) κι όχι κατ' ανάγκη ανεξαρτησία έναντι του Κράτους. Υποστηρίχθηκαν δηλαδή δύο εκδοχές της ανεξαρτησίας: η διευρυμένη εκδοχή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κατά την οποία η "πλήρης ανεξαρτησία" είναι έναντι όλων και η στενή εκδοχή της Γερμανίας, κατά την οποία ενδιαφέρει η "λειτουργική" ανεξαρτησία έναντι των ελεγχόμενων. [βλ. εδώ το Δικόγραφο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για παραπομπή της Γερμανίας στο ΔΕΚ]. Με τη άποψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής συντάχθηκε και ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων, ο οποίος άσκησε παρέμβαση ενώπιον του ΔΕΚ [Βλ. εδώ την Διάταξη με την οποία επιτρέπεται στον Επόπτη η παρέμβαση].



Σε πρώτη φάση, η εκδοχή της Γερμανίας έπεισε τον Γενικό Εισαγγελέα του ΔΕΚ, ο οποίος πρότεινε στο Δικαστήριο να απορριφθεί η προσφυγή, θεωρώντας ότι παρά την διοικητική εποπτεία, οι Αρχές των κρατιδίων είναι όντως "πλήρως ανεξάρτητες", κατά την λειτουργική έννοια, οπότε δεν παραβιάζεται το κοινοτικό δίκαιο. [Βλ. εδώ τις Προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα]. Στις Προτάσεις του, ο Γενικός Εισαγγελέας εξετάζει την έννοια της ανεξαρτησίας με διάφορα παραδείγματα από το κοινοτικό δίκαιο, όπως για παράδειγμα τον Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς που αναφέρει ότι οι κοινοτικοί υπάλληλοι πρέπει να είναι "αμερόληπτοι" και διάφορα καταστατικά ευρωπαϊκών οργάνων που επιβάλλουν την "πλήρη ανεξαρτησία". Ο Γενικός Εισαγγελέας χαράσσει όμως μια διαχωριστική γραμμή: άλλη η (αυστηρή και κάθετη) ανεξαρτησία των Δικαστηρίων και των δικαστικών λειτουργών και άλλη η φύση της ανεξαρτησίας των ελεγκτικών διοικητικών αρχών (όπως εν προκειμένω). Σε αυτό το σημείο, το οποίο είναι κομβικό για την ανάλυσή του, ο Γενικός Εισαγγελέας διαφωνεί με το Υπόμνημα του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, ο οποίος υποστήριξε ότι για να ορίσουμε την έννοια της ανεξαρτησίας θα πρέπει να ανατρέξουμε στην νομολογία του ΔΕΚ για τον προσδιορισμό της έννοιας "δικαστήριο". Ο Γενικός Εισαγγελέας αντιπαρέρχετα, αναφέροντας ότι "ουδείς αμφισβητεί ότι οι εν λόγω αρχές είναι διοικητικά όργανα και ως εκ τούτου ανήκουν στην σφαίρα της εκτελεστικής εξουσίας. Επομένως, η επιταγή περί της ασκήσεως των καθηκόνων τους με πλήρη ανεξαρτησια πρέπει να οριοθετηθεί αποκλειστικώς και μόνο στο πλαίσιο της εκτελεστικής εξουσίας και όχι σε σχέση με άλλες μορφές κρατικών εξουσιών".  Έτσι ο Γενικός Εισαγγελέας συνεχίζει αναζητώντας τον σκοπό της ίδρυσης των Αρχών Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων που είναι η αποτελεσματική επιτήρηση της σχετικής νομοθεσίας, πράγμα που κατά τη γνώμη του μπορεί να επιτευχθεί ακόμα κι αν στις εν λόγω Αρχές ασκείται κρατική εποπτεία. Κατά τη γνώμη του Γενικού Εισαγγελέα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η κρατική εποπτεία παρακωλύει την αποτελεσματική ενάσκηση των αρμοδιοτήτων των Αρχών, οπότε η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί και η Γερμανία να αθωωθεί. 

Όμως το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δεν συμφώνησε με την σχετικοποιημένη εκδοχή της "πλήρους ανεξαρτησίας". [βλ. εδώ την απόφαση της 9.10.2010] Αποφεύγοντας την "επικίνδυνη" αντιπαραβολή προς την ανεξαρτησία των δικαστηρίων (που ζητούσε ο ΕΕΠΔ), το ΔΕΚ ακολουθεί μια γραμματική αλλά και συστηματική ερμηνεία της Οδηγίας 95/46: όταν λέμε "πλήρης", εννοούμε "πλήρης ανεξαρτησία". Η κρατική εποπτεία μπορεί να συνεπάγεται άμεσες ή έμμεσες πολιτικές παρεμβάσεις από την κυβέρνηση στο ίδιο το έργο των Αρχών και συνεπώς να ακυρώσει τελικά την αποτελεσματικότητά τους. Και μόνον η ύπαρξη κρατικής εποπτείας σημαίνει υπόθαλψη αυτού του ενδεχομένου: το Δικαστήριο δεν εξετάζει αν όντως αποδείχθηκαν τέτοια πραγματικά περιστατικά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (όπως εξέτασε ο Γενικός Εισαγγελέας), μένει μόνο στην παραδοχή ότι η εποπτεία μπορεί να θίξει την αποτελεσματικότητα. Η προσφυγή της Επιτροπής γίνεται δεκτή, η Γερμανία δεν εναρμόνισε το εσωτερικό της δίκαιο με το κοινοτικό ως προς την "πλήρη ανεξαρτησία" των Αρχών ελέγχου.

O Eυρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων κ. P. Hustinx έκανε το εξής σχόλιο μετά την δημοσίευση της απόφασης: " Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι πολύ σημαντική. Ενδυναμώνει και διευκρινίζει το ρόλο των Αρχών Προστασίας Δεδομένων ως στοιχείου του θεμελιώδους δικαιώματος στην προστασία δεδομένων. Η απόφαση σχετίζεται με όλες τις εποπτικές Αρχές σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ". [Βλ. εδώ Δελτίο Τύπου ΕΕΠΔ]


Το πιο ενδιαφέρον δικαιοπολιτικά σημείο της απόφασης είναι η αντιμετώπιση της ένστασης της Γερμανίας, κατά την οποία δεν συμβιβάζεται με τη δημοκρατική αρχή η ίδρυση κρατικών οργάνων που δεν υπόκεινται σε κυβερνητικό έλεγχο. Σύμφωνα με το επιχείρημα της Γερμανίας, η απόλυτη "πλήρης ανεξαρτησία" είναι αντίθετη στην δημοκρατική αρχή η  οποία "επιβάλλει την υποταγή της διοικήσεως στις εντολές της κυβερνήσεως η οποία είναι υπεύθυνη ενώπιον του κοινοβουλίου". Πρόκειται για το πιο χαρακτηριστικό ζήτημα συνταγματικού δικαίου που τίθεται με την λειτουργία ανεξάρτητων αρχών: πώς εντάσσονται οι αρχές αυτές στο σύστημα της διάκρισης των λειτουργιών, κατά το οποίο η εκτελεστική εξουσία ασκείται από την Κυβέρνηση (ή/και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας), η νομοθεσία από τη Βουλή (ή/και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας) και η Δικαιοσύνη από τα Δικαστήρια, όταν μία Αρχή δεν υπάγεται διοικητικά στον κυβερνητικό έλεγχο, αλλά ούτε αποτελεί "δικαστήριο"; Στις αρχές του 20ου αιώνα, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ είχε διαφύγει του ερωτήματος με το εξής εύρημα: οι ανεξάρτητες αρχές (independent regulatory commissions) δεν εμπίπτουν στην εκτελεστική εξουσία (άρα ορθώς είναι ανεξάρτητες από τον Πρόεδρο ΗΠΑ), αλλά μετέχουν τόσο της νομοθετικής όσο και της δικαστικής εξουσίας, αφού έχουν κανονιστικές αρμοδιότητες (δηλ. οιονεί νομοθετικές) και αποφασιστικές αρμοδιότητες να "εκδικάζουν" υποθέσεις. Αυτή η τοποθέτηση όμως, άκρως σχηματική, όσο και το ίδιο το Σύνταγμα των ΗΠΑ, εγκαταλείφθηκε στη συνέχεια από τη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ. Σταδιακά, έγινε δεκτό ότι οι αμερικάνικες ανεξάρτητες αρχές είναι εκτελεστική εξουσία και μάλιστα δεν έχουν δικαίωμα να αποκλίνουν από την γενική πολιτική που καθορίζεται από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ.

Το Δικαστήριο της ΕΕ είναι η πρώτη φορά που αντιμετώπισε το εν λόγω μείζον ζήτημα συνταγματικού δικαίου, με ιδιαίτερα κομψό τρόπο, δεδομένου ότι δεν είναι και Ανώτατο Δικαστήριο μιας χώρας, αλλά ενός διεθνούς οργανισμού. Η απάντηση είναι δημιουγική: στην "πλήρη ανεξαρτησία" δεν περιλαμβάνεται η αυθαιρεσία, αφού οι ανεξάρτητες αρχές εξακολουθούν να δεσμεύονται από το νόμο, άρα είναι υπόλογες ενώπιον των δικαστηρίων.Δεν είναι λοιπόν ανεξάρτητες έναντι της νομοθετικής και της δικαστικής λειτουργίας. Εξάλλου, η Οδηγία δεν απαγορεύει την υπαγωγή των ανεξάρτητων αρχών στον (πολιτικό) κοινοβουλευτικό έλεγχο - αντίθετα επιβάλλει τη δημοσίευση ετήσιας έκθεσης (χωρίς να αναφέρει όμως υποβολή της στην Βουλή). Επομένως, οι ανεξάρτητες αρχές δεν είναι ανεξέλεγκτες, διότι τότε θα θιγόταν όχι πια η δημοκρατική αρχή, αλλά η αρχή του κράτους δικαίου. Το ΔΕΚ δέχθηκε ότι το σύστημα δικαστικού και κοινοβουλευτικού ελέγχου διασφαλίζει τα επαρκή δικαιοπολιτικά και συνταγματικά αντίβαρα, ώστε να γίνει δεκτό ότι οι ανεξάρτητες αρχές δεν είναι αντίθετες στην δημοκρατική αρχή. 

Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου είναι κατά τη γνώμη μου ορθή, αλλά δημιουργεί ένα πρόβλημα κυκλικότητας: αφού δεχόμαστε ότι "πλήρης ανεξαρτησία" είναι η ανεξαρτησία έναντι όλων (όχι μόνο έναντι των ελεγχόμενων, όπως έλεγε η Γερμανία), τότε πως σχετικοποιούμε με τόση ευκολία  το "πλήρης", αποδεχόμενοι ως αυτονόητο ότι η ανεξαρτησία αφορά μόνο την εκτελεστική, όχι όμως την νομοθετική και τη δικαστική λειτουργία; Το επιχείρημα a silentio ότι "η Οδηγία δεν απαγορεύει τον κοινοβουλευτικό έλεγχο" (ή "τον δικαστικό έλεγχο") θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως "η Οδηγία δεν απαγορεύει τον κυβερνητικό έλεγχο", όπως υποστήριξε η Γερμανία.  Εδώ όμως, η θεμελίωση της απόφασης χρειαζόταν λίγη ακόμη εμβάθυνση:

(α)  Ως προς τον δικαστικό έλεγχο,  οι δικαστές είναι κι αυτοί ανεξάρτητοι και δεσμεύονται μόνο από το Σύνταγμα και την συνείδησή τους (έλεγχος ορίων), ενώ η Κυβέρνηση επιβάλλει τις πολιτικές της (επιλογή προτεραιοτήτων), οπότε υπάρχει απόκλιση αξιακών συστημάτων που δικαιολογεί την παραδοχή ότι ο δικαστικός έλεγχος είναι επιτρεπτός, ενώ ο κυβερνητικός θα πρέπει να αποκλεισθεί. 

(β) Ως προς τον κοινοβουλευτικό έλεγχο, αυτός έχει να κάνει περισσότερο με την δημόσια λογοδοσία και την διαφάνεια, χωρίς να μπορεί να αποτελέσει κυριολεκτικά ακυρωτικό έλεγχο ή να απευθύνει δεσμευτικές εντολές στις ανεξάρτητες αρχές.

 Άρα η μόνη εξουσία που μπορεί ουσιαστικά να έχει επίδραση στην αποτελεσματικότητα των ανεξάρτητων αρχών είναι η εκτελεστική, έναντι της οποία αναπτύσσεται η "πλήρης ανεξαρτησία" των Αρχών Προστασίας Δεδομένων. Με αυτόν τον τρόπο διασώζεται h δημοκρατική νομιμοποίηση των ανεξάρτητων αρχών και μάλιστα κατά τρόπο αντίστοιχο με αυτόν που διασφαλίζεται η νομιμοποίηση της εκτελεστικής αλλά και της νομοθετικής εξουσίας, οι οποίες επίσης περνούν από τον δικαστικό και τον κοινοβουλευτικό έλεγχο. 

Το σημείο της απόφασης στο οποίο αναγνωρίζεται η ευχέρεια της Κυβέρνησης ("ή της Βουλής") να διορίζει τα πρόσωπα που ηγούνται των ανεξάρτητων αρχών, δεν επιτρέπει πάντως την επιλογή προσώπων από την εκτελεστική εξουσία (άλλο "πράξη διορισμού" από τον Υπουργό κι άλλο "επιλογή προσώπων" - το ένα είναι δέσμια αρμοδιότητα ενώ το άλλο απόφαση ουσίας). Αντίθετη ανάγνωση της απόφασης θα σήμαινε ότι σε αυτό το σημείο υπάρχει παραχώρηση προς την κατεύθυνση της "λειτουργικής ανεξαρτησίας" και αποδοχή ενός στοιχείου εξάρτησης από την εκτελεστική εξουσία, γεγονός το οποίο αποκηρύσσει συλλήβδην το ΔΕΚ. Τα μέλη των ανεξάρτητων αρχών πρέπει να επιλέγονται με κριτήριο την προσωπική τους αμεροληψία κι αυτό σημαίνει ότι η επιλογή πρέπει να γίνεται από το όργανο με την μεγαλύτερη δυνατή αντιπροσωπευτικότητα, όπως είναι το Κοινοβούλιο κι όχι η Κυβέρνηση. Στην Ελλάδα, τα μέλη των πέντε συνταγματικά κατοχυρωμένων ανεξάρτητων αρχών (Αρχή Προστασίας Δεδομένων, Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου Επικοινωνιών, Συνήγορος του Πολίτη και Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού) διορίζονται με ομοφωνία (ή με πλειοψηφία 4/5) από την Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, ένα όργανο με διακομματική εκπροσώπηση, ώστε να μην επιλέγονται "κυβερνητικά" πρόσωπα.  Υπάρχουν όμως και οι νομοθετικά κατοχυρωμένες ανεξάρτηρες αρχές (όπως η ΕΕΤΤ, η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας, ο Συνήγορος του Καταναλωτή κλπ) τα μέλη των οποίων επιλέγονται και διορίζονται από την Κυβέρνηση. 

Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για μια από τις σημαντικότερες υποθέσεις στη νομολογία του ΔΕΚ, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέες κρίσεις για το βαθμό της ανεξαρτησίας των νομοθετικά κατοχυρωμένων ανεξάρτητων αρχών στην Ελλάδα.




Σάββατο, Ιουνίου 12, 2010

Tα Ελληνικά Δικαστήρια παραβιάζουν την θρησκευτική ελευθερία

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εξέτασε προφυγή για το θέμα του όρκου ενώπιον των Ελληνικών Δικαστηρίων. Στην απόφαση Δημητράς και άλλοι κατά Ελλάδας, κρίθηκε ότι η υποχρέωση των μαρτύρων να ορκίζονται, με τον τρόπο που εκπληρώνεται στα Ελληνικά Δικαστήρια  παραβιάζει το ανθρώπινο δικαίωμα για ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης (άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου). Οι προσφεύγοντες  προκειμένου να δώσουν πολιτικό όρκο στα Ελληνικά Δικαστήρια, αναγκάστηκαν να δηλώσουν ότι δεν είσαι Χριστιανοί Ορθόδοξοι, γεγονός που καταγράφηκε ("άθεος", "Εβραία" κλπ), ως αιτιολόγηση για το μη θρησκευτικό όρκο. Δηλαδή η Ελληνική Δικαιοσύνη αντιμετωπίζει κατ' αρχάς τους προσερχόμενους σε αυτήν ως Χριστιανούς Ορθόδοξους (by default) και μόνο αν δεν είναι (και το δηλώσουν) ενεργοποιεί τις εναλλακτικές δυνατότητες, σαν να πρόκειται για σύστημα opt - out.  Το "κανονικό" είναι να είσαι Χ.Ο. και τα υπόλοιπα είναι εξαιρέσεις. Ενώ η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, όπως και κάθε συνταγματική ελευθερία, δεν θα έπρεπε να αποτελεί εξαίρεση, αλλά τον κανόνα.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου υπέβαλε σε έλεγχο τα σχετικά άρθρα 218 και 220 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Οι μάρτυρες αντιμετωπίζονται κατ' αρχάς ως Χ.Ο. και σε ορισμένες περιπτώσεις χρειάζεται να αποδείξουν ότι δεν είναι, προκειμένου να δώσουν τον πολιτικό όρκο. Αυτό κρίθηκε ότι συνιστά αδικαιολόγητη παρέμβαση στην θρησκευτική ελευθερία των μαρτύρων. Η Ελλάδα καταδικάστηκε για παραβίαση αυτού του δικαιώματος (άρθρο 9 ΕΣΔΑ) καθώς και για παραβίαση του δικαιώματος για αποτελεσματικό ένδικο μέσο (άρθρο 13 ΕΣΔΑ), επειδή δεν υπήρχε Ελληνική νομολογία για αποζημίωση ή για παράκαμψη των κανόνων του ΚΠΔ ως αντίθετων στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ. Την προσφυγή κατέθεσε το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι, στελέχη του οποίου είναι και οι τέσσερις προσφεύγοντες (βλ. Δελτίο Τύπου). Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα του ΕΔΔΑ στα γαλλικά (βλ. εδώ).

Αυτή η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου καταδεικνύει ότι ορισμένες "βεβαιότητες" που έχουμε για τους συνανθρώπους μας βασίζονται στην προκατάληψη και στην άρνηση της διαφορετικότητας. Επισημαίνει όμως και ένα άλλο πολύ κρίσιμο κατά τη γνώμη μου θέμα: έχουμε στα χέρια μας τα νομικά εργαλεία για την άρση των παραβιάσεων, χωρίς να χρειάζεται να έρθει το Στρασβούργο να μας πει ότι κάνουμε λάθος. Το άρθρο 13 του Ελληνικού Συντάγματος αναφέρει ξεκάθαρα ότι η ενάσκηση των ατομικών δικαιωμάτων δεν επιτρέπεται να εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των πολιτών. Aντί λοιπόν, οι ίδιοι οι εθνικοί Δικαστές να διαβάσουν το άρθρο αυτό και να διαπιστώσουν ότι η θρησκευτική ελευθερία είναι αντίθετη με αυτά που αναφέρει ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας και με τη φόρμα των Πρακτικών που θεωρεί εξ αρχής όλους Χ.Ο., συνέχιζαν και συνεχίζουν να παραβιάζουν οι ίδιοι το Σύνταγμα, καθημερινά, στα Δικαστήρια. Μολονότι το ίδιο το Σύνταγμα αναφέρει στο άρθρο 93 παρ. 4 ότι "τα Δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα". Δηλαδή οι Έλληνες Δικαστές είχαν την συνταγματική υποχρέωση να μην ακολουθούν αυτές τις διατάξεις που εξαρτούσαν την απόλαυση ατομικού δικιαιώματος από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των εν λόγω μαρτύρων. Αντί όμως να εκπληρώσουν αυτό το καθήκον, οι Δικαστές συνέχιζαν να παραβιάζουν το Σύνταγμα: η Ελλάδα στη συγκεκριμένη δίκη δεν βρήκε να φέρει ούτε μια (1) δικαστική απόφαση που οι Δικαστές να απείχαν από την εφαρμογή αυτών των διατάξεων ως αντισυνταγματικών ή ως αντίθετων στην ΕΣΔΑ.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για άλλη μια φορά μας επισημαίνει ότι δεν εφαρμόζουμε όχι μόνο την ΕΣΔΑ, αλλά ούτε το ίδιο το Σύνταγμα της Ελλάδας. Είναι απαράδεκτο να εκτίθεται διεθνώς η Χώρα και κυρίως ο νομικός της κόσμος, αλλά και ο συνταγματικός μας πολιτισμός, επειδή ορισμένοι δεν είναι σε θέση να ασκήσουν την επιστήμη που σπούδασαν, ενώ συνεχίζουν να πληρώνονται κανονικότατα από το δημόσιο ταμείο. Κάποτε θα πρέπει να υφίστανται κυρώσεις και οι δικαστές που οδηγούν την Ελλάδα σε καταδίκες, επειδή δεν έκαναν σωστά τη δουλειά τους. 








Παρασκευή, Ιουνίου 11, 2010

Η νέα έκδοση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

Στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου εισάγονται προσφυγές για παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων από τις 48 χώρες του Συμβουλίου της Ευρώπης. Μέχρι το 1998, υπήρχε η Επιτροπή Ανθρώπινων Δικαιωμάτων που αποτελούσε ένα πρώτο φίλτρο, απορρίπτοντας τις προσφυγές που ήταν δικονομικά απαράδεκτες (λ.χ. δεν είχαν εξαντληθεί τα εσωτερικά ένδικα μέσα ή είχε παρέλθει το εξάμηνο εντό του οποίου πρέπει να γίνεται η προσφυγή). Μετά την κατάργηση της Επιτροπής, τον έλεγχο αυτό επιφορτίστηκε το ίδιο το Δικαστήριο, το οποίο από τον τεράστιο όγκο των προσφυγών πλέον κοντεύει να ξεπεράσει ακόμη και τις καθυστερήσεις της Ελληνικής Δικαιοσύνης.

Γι' αυτό προτάθηκαν ορισμένα δικονομικά μέτρα για την επίσπευση της εκδίκασης των υποθέσεων: μονομελή τμήματα του Διαστηρίου απορρίπτουν τις προφανώς απαράδεκτες προσφυγές, τριμελή τμήματα του Δικαστηρίου μπορούν να βγάζουν σύντομα αποφάσεις σε υποθέσεις που απλώς ακολουθούν την πάγια νομολογία και δεν έχουν πρωτοτυπία, απόρριψη προσφυγής όταν η παραβίαση πιθανολογείται ότι δεν έχει στοιχίσει σοβαρά στον προσφεύγοντα. Όλα αυτά και άλλα πολλά μέτρα που θα επιταχύνουν τις διαδικασίες στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο περιλαμβάνονταν στο Πρωτόκολλο 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο είχαν υπογράψει όλες οι χώρες, εκτός από την Ρωσία, η οποία το μπλόκαρε για αρκετά χρόνια. Τελικά το πρωτόκολλο 14 τέθηκε σε εφαρμογή την 1η Ιουνίου 2010. [βλ. Δελτίο Τύπου Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για 14ο πρωτόκολλο]

Στην ιστοσελίδα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου υπάρχει και σε ελληνική μετάφραση η νέα έκδοση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπως αυτή τροποποιήθηκε από το πρωτόκολλο 14. Δυστυχώς ακολουθείται ακόμη η μετάφραση της ΕΣΔΑ στην καθαρεύουσα (από το Γαλλικό πρωτότυπο), όπως ήταν όπως αυτή κυρώθηκε στη δεκαετία του 1970 από την Ελλάδα. Θα πρέπει η ΕΣΔΑ να μεταφραστεί στα Νέα Ελληνικά και να κυρωθεί εκ νέου με νόμο κατά τη διαδικασία του άρθρου 28 του Συντάγματος. Η θέση σε ισχύ του 14ου πρωτοκόλλου είναι ευκαιρία να αναληφθεί η σχετική πρωτοβουλία, ώστε η Ελληνική μετάφραση της ΕΣΔΑ να μην είναι ένα αρχαϊζον και "κρυπτικό" κείμενο, αλλά, όπως λέει και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ένα "ζωντανό νομοθέτημα που καλείται να επιλύσει ζητήματα της σύγχρονης ζωής".

Μια αντίστοιχη ενέργεια είχε γίνει από το ΠΑΣΟΚ το 1986, όταν προέβη στην εκ νέου κύρωση του Συντάγματος στα Νέα Ελληνικά, διότι το αρχικό κείμενο του 1975 ήταν στην καθαρεύουσα.


Πρόταση προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρώπινων Δικαιωμάτων:

Αναθέστε μια μετάφραση της νέας έκδοσης της ΕΣΔΑ στα Νέα Ελληνικά και προωθείστε το κείμενο για κύρωση με νομοθετική πράξη. Τα ανθρώπινα δικαιώματα πρέπει να είναι γνωστά στο σύνολο του πληθυσμού και ένα θεμελιώδες κείμενο όπως η ΕΣΔΑ (με κατά κοινή ομολογία απλή διατύπωση) δεν πρέπει να αφορά μόνο ένα "ιερατείο", αλλά τον καθέναν.




Παρασκευή, Ιουνίου 04, 2010

H αντισυνταγματικη απαγόρευση κινητών τηλεφώνων στον στρατό

Η εξάπλωση των πολυμεσικών κινητών συσκευών που συνδυάζουν τηλεφωνικές υπηρεσίες, πρόσβαση στο Διαδίκτυο και δυνατότητα λήψης φωτογραφιών και κινούμενης εικόνας απειλεί ένα από τα κατ' εξοχήν "άβατα" της δημόσιας διοίκησης: τις στρατιωτικές υπηρεσίες. Τα κινητά τηλέφωνα ως εργαλεία διαφάνειας έχουν χρησιμοποιηθεί κατά κόρον για να επισημανθούν φαινόμενα παραβίασης ανθρώπινων δικαιωμάτων, διεθνώς αλλά και στην Ελλάδα. Ωστόσο, η χρήση ενός πολυμεσικού κινητού δεν αποτελεί απλή ευχέρεια του κατόχου του, αλλά γνωρίζει συνταγματική θεμελίωση και βασίζεται σε διατάξεις του ευρωπαϊκού δικαίου. Οι περιορισμοί και οι αυστηρές απαγορεύσεις που επιβάλλει ο Ελληνικός Στρατος στην χρήση κινητών τηλεφώνων από τους πολίτες που υπηρετούν υποχρεωτικά στις τάξεις του, θα πρέπει λοιπόν να ελεγχθεί ως προς τη συμβατότητά τους με το Σύνταγμα, αλλά και με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.

1. H απαγόρευση

Ως προς την χρήση κινητών τηλεφώνων με κάμερα στα στρατόπεδα, έχει επιβληθεί στην πράξη μια γενική απαγόρευση. Σύμφωνα με σχετικά δημοσιεύματα που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, η απαγόρευση βασίζεται σε κάποια εσωτερική διαταγή του Γενικού Επιτελείου Στρατού, η οποία όμως είναι απόρρητη. Οι στρατευμένοι ενημερώνονται για την απαγόρευση προφορικά, ή και από ανακοινώσεις που είναι αναρτημένες στα στρατόπεδα, χωρίς όμως να αναφέρεται η νομική βάση, δηλ. έστω ο αριθμός της εν λόγω απόρρητης διαταγής. Ως κύρωση, στην πράξη, εφαρμόζεται η προσωρινή κατάσχεση της συσκευής καθώς και η επιβολή πειθαρχικών μέτρων όπως η πενθήμερη φυλάκιση των κατόχων τέτοιων κινητών τηλεφώνων.

Ως προς την χρήση κινητών τηλεφώνων χωρίς κάμερες, έχει επιβληθεί χρονικός και τοπικός περιορισμός. Σε αυτή την περίπτωση ο κανόνας εκκινεί από την απαγόρευση και αναγνωρίζει το δικαίωμα χρήσης ως εξαίρεση (σε ώρες μεσημεριανής ανάπαυσης και σε χώρο ψυχαγωγίας μονάδος, αλλά όχι στους θαλάμους διαβίωσης). Και σε αυτήν την περίπτωση, η ανακοίνωση του κανόνα δεν συνοδεύεται από μνεία της νομικής βάσης, η οποία φέρεται ότι είναι απόρρητη, όπως προαναφέρθηκε.


2. Αντισυνταγματικότητα της απαγόρευσης


Η χρήση πολυμεσικού κινητού τηλεφώνου (smartphone) συνιστά ενάσκηση δύο δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από το Σύνταγμα: το δικαίωμα στην πληροφόρηση, αλλά και το δικαίωμα συμμετοχής στην Κοινωνία της Πληροφορίας. Τα δικαιώματα αυτά προβλέπονται από τοάρθρο 5Α του Συντάγματος:

1. Καθένας έχει δικαίωμα στην πληροφόρηση, όπως νόμος ορίζει. Περιορισμοί στο δικαίωμα αυτό είναι δυνατόν να επιβληθούν με νόμο μόνο εφόσον είναι απολύτως αναγκαίοι και δικαιολογούνται για λόγους εθνικής ασφάλειας, καταπολέμησης του εγκλήματος ή προστασίας δικαιωμάτων και συμφερόντων τρίτων.
2. Καθένας έχει δικαίωμα συμμετοχής στην Κοινωνία της Πληροφορίας. Η διευκόλυνση της πρόσβασης στις πληροφορίες που διακινούνται ηλεκτρονικά, καθώς και της παραγωγής, ανταλλαγής και διάδοσής τους αποτελεί υποχρέωση του Κράτους, τηρουμένων πάντοτε των εγγυήσεων των άρθρων 9, 9Α και 19.



Ως προς το δικαίωμα στην πληροφόρηση, (δηλαδή στην ενεργητική μετάδοση πληροφοριών, αλλά και στο δικαίωμα πρόσβασης στις πληροφορίες), επιτρέπεται η επιβολή περιορισμών για λόγους εθνικής ασφάλειας. Ωστόσο, οι περιορισμοί αυτοί πρέπει να επιβληθούν: (α) με νόμο και (β) να είναι απολύτως αναγκαίοι ενόψει των επιδιωκόμενων σκοπών (λ.χ. εθνική ασφάλεια). Αυτό σημαίνει ότι εάν οι περιορισμοί (α) δεν έχουν επιβληθεί με νόμο ή (β) δεν είναι απολύτως αναγκαίοι, δεν βρίσκονται σε συμβατότητα με το Σύνταγμα.

Ως προς το δικαίωμα συμμετοχής στην Κοινωνία της Πληροφορίας, δηλαδή στο αμυντικό δικαίωμα έναντι του Κράτους να μην παρεμποδίζει, αλλά να διευκολύνει την πρόσβαση σε πληροφορίες που διακινούνται ηλεκτρονικά, αλλά και την παραγωγή, ανταλλαγή και διάδοσή τους, το Σύνταγμα αναφέρει ως λόγους περιορισμών την προστασία της ιδιωτικότητας (άρθρο 9), την προστασία των προσωπικών δεδομένων (άρθρο 9Α) και την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών (άρθρο 19). Επομένως, οι ειδικοί περιορισμοί της πρώτης παραγράφου (ανάμεσα στους οποίους και οι λόγοι εθνικής ασφάλειας) δεν επαναλαμβάνονται ρητώς στην δεύτερη παράγραφο.

Πάντως, εκτός από τους ρητά προβλεπόμενους στο άρθρο 5Α περιορισμούς, ο νομοθέτης μπορεί να επιβάλλει τους εν γένει περιορισμούς που προβλέπει το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο έχει ως εξής.

Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Oι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.


Επομένως, για να ελεγχθεί εάν η απαγόρευση χρήσης κινητών με κάμερα και ο περιορισμός χρήσης των άλλων κινητών στον στρατό, είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα, θα πρέπει να εξεταστεί: (α) εάν ο περιορισμός έχει επιβληθεί με νόμο, (β) εάν ο περιορισμός είναι απολύτως αναγκαίος για σκοπούς προστασίας της εθνικής ασφάλειας, (γ) εάν ο περιορισμός σέβεται την αρχή της αναλογικότητας. Ας τα εξετάσουμε ένα προς ένα:

(α) ο περιορισμός έχει επιβληθεί με νόμο;

Ως προς την έννοια του "νόμου" γίνεται δεκτό ότι δεν απαιτείται τυπικός νόμος (θεσπισμένος από τη Βουλή), αλλά αρκεί και ουσιαστικός νόμος, δηλαδή κανονιστική πράξη της διοίκησης. Σε αυτήν την δεύτερη περίπτωση βεβαίως, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον το διοικητικό όργανο που θέσπισε την σχετική κανονιστική πράξη βρίσκεται στο συνταγματικώς επιτρεπτό πλαίσιο της εξουσιοδότησης που του παρέχεται σύμφωνα με το άρθρο 43 του Συντάγματος. Το εν λόγω άρθρο αναφέρει ότι τα διοικητικά όργανα μπορούν να εκδίδουν κανονιστικές διοικητικές πράξεις, εφόσον ο νομοθέτης τα έχει εξουσιοδοτήσει.

Δεν είναι γνωστό με ποια νομική μορφή (και άν) έχουν θεσπιστεί οι επίμαχες απαγορεύσεις , πέραν της σχετικής φημολογίας περί υπάρξεως απόρρητης διαταγής. Εάν είναι ακριβές ότι υφίσταται απόρρητη διαταγή, τότε ο περιορισμός αυτός, δεδομένου ότι δεν είναι προσβάσιμος και γνωστών συνεπειών για τους τυχόν παραβάτες του, είναι αντίθετος στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (βλ. παρακάτω: υπό 3. Αντίθεση στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο).

Σε κάθε περίπτωση, το αδιευκρίνιστο ως προς την νομική βάση των επίμαχων απαγορεύσεων δημιουργεί σοβαρή αμφιβολία, για το κατά πόσον ο περιορισμός έχει επιβληθεί με "νόμο", κατά την έννοια του Συντάγματος. Συνεπώς, και με βάση την αρχή "εν αμφιβολία, υπέρ του ενδιαφερομένου", αλλά και με βάση την αρχή της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο περιορισμός αυτός έχει επιβληθεί "με νόμο" και ως εκ τούτου είναι εκ πρώτης όψεως αντίθετος στα άρθρα 5Α και 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Για λόγους εμβάθυνσης όμως, εξετάζονται και οι άλλοι λόγοι συνταγματικώς επιτρεπτού περιορισμού της χρήσης κινητών τηλεφώνων στον στρατό.

(β) ο περιορισμός είναι απολύτως αναγκαίος για λόγους προστασίας της εθνικής ασφάλειας;

Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η ελεύθερη φωτογράφηση στρατιωτικών εγκαταστάσεων και η ανάρτησή τους στο Διαδίκτυο ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια, κοινοποιώντας σε εν δυνάμει εχθρούς διάφορους στρατηγικούς στόχους ή αποκαλύπτοντας απόρρητα που καθιστούν το στράτευμα ευάλωτο σε διάφορες απειλές. Ο κίνδυνος αυτός είναι ένας συνταγματικά βάσιμος λόγος για τον περιορισμό του δικαιώματος ενεργητικής πληροφόρησης, δηλαδή λήψης εικόνων και ανταλλαγής και διάδοσής τους στο Διαδίκτυο. Ωστόσο, το μέτρο που θα ληφθεί για την αποτροπή αυτού του κινδύνου πρέπει να είναι το "απολύτως αναγκαίο" για την προστασία της εθνικής ασφάλειας - δηλαδή το ηπιότερο δυνατό, δεδομένου ότι πρόκειται για περιορισμό ατομικού δικαιώματος.

Πρέπει λοιπόν να εξεταστεί έαν για σκοπούς προστασίας του στρατιωτικού απορρήτου υπάρχουν ηπιότερα μέσα σε σχέση με την επίμαχη απαγόρευση χρήσης μιας τεχνολογικής εφαρμογής. Ο Ποινικός Κώδικας έχει προβλέψει βαρύτατες ποινές για περιπτώσεις παραβίασης του στρατιωτικού απορρήτου:

Άρθρο 146

1. Όποιος με πρόθεσή του και παράνομα παραδίδει ή αφήνει να περιέλθουν στην κατοχή ή τη γνώση άλλου έγγραφα, σχέδια ή άλλα πράγματα ή ειδήσεις που τα συμφέροντα της πολιτείας ή των συμμάχων της επιβάλλουν να τηρηθούν απόρρητα απέναντι σε ξένη κυβέρνηση, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.

2. Σε καιρό πολέμου ο υπαίτιος τιμωρείται με ισόβια ή πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών.



Άρθρο 147
Όποιος γίνεται από αμέλεια υπαίτιος κάποιας από τις πράξεις που αναφέρονται στο προηγούμενο άρθρο, αν αυτά τα σχέδια, τα έγγραφα, τα πράγματα ή οι ειδήσεις τού είναι εμπιστευμένα υπηρεσιακώς ή τού είναι προσιτά χάρη στη δημόσια υπηρεσία του ή χάρη σε εντολή της αρχής ή τα έμαθε λόγω μιας σύμβασης από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 145 του Κώδικα, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών.


Αντίστοιχα, ποινικό αδίκημα θεωρείται η τέλεση τέτοιων πράξεων και απο τον Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα:

Άρθρο 22
Στρατιωτικός που με πρόθεση και χωρίς δικαίωμα επιτυγχάνει να περιέλθουν σε γνώση του πληροφορίες από αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 143 ή να περιέλθουν στην κατοχή του έγγραφα ή άλλα πράγματα που περιέχουν τέτοιες πληροφορίες, τιμωρείται με φυλάκιση έξι μηνών μέχρι τριών ετών. Αν όμως ενήργησε για να ωφελήσει ξένο κράτος ή για να βλάψει το ελληνικό κράτος τιμωρείται σε ειρηνική περίοδο με ισόβια κάθειρξη ή κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και σε πολεμική περίοδο με θάνατο ή ισόβια κάθειρξη.

Άρθρο 23
Στρατιωτικός που εισχωρεί χωρίς δικαίωμα σε κινητό ή ακίνητο ή χώρο που χρησιμοποιείται από το στρατό προορίζεται να χρησιμοποιηθεί από αυτόν και όπου απαγορεύεται η είσοδος, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Αν ενήργησε για να ωφελήσει ξένο κράτος ή για να βλάψει το ελληνικό κράτος, τιμωρείται με κάθειρξη.

Άρθρο 25

1. Τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ο στρατιωτικός που χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής:

α) Φωτογραφίζει ή με οποιοδήποτε άλλο μισό ή τρόπο καταρτίζει εικόνες ή σχέδια οδικών συγκοινωνιών ή τόπων ή αντικειμένων από τα αναφερόμενα στο άρθρο 23 ή της περιοχής γύρω από αυτά σε ακτίνα καθορισμένη από την αρμόδια στρατιωτική αρχή.

β) Παρακολουθεί στρατιωτικές επιχειρήσεις ή ασκήσεις ή βρίσκεται αδικαιολόγητα τόσο κοντά σε στρατιωτική θέση ή στρατόπεδο ή οχυρωμένη γραμμή, ώστε να είναι δυνατή η παρακολούθησή τους ή φέρει πλησίον των τόπων αυτών συσκευή πρόσφορη για απεικόνιση ή παρακολούθηση.

2. Αν η πράξη τελέσθηκε σε πολεμική περίοδο, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.



Έξάλλου, το ίδιο το Σύνταγμα έχει προβλέψει την προστασία του στρατιωτικού απορρήτου, επιτρέποντας το μείζον: την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών, όταν τίθεται ζήτημα εθνικής ασφάλειας, σύμφωνα με το άρθρο 19 Σ. Αυτό σημαίνει ότι το ίδιο το Σύνταγμα αντιλαμβάνεται την προστασία της εθνικής ασφάλειας ως ένα ζήτημα που αφορά το περιεχόμενο των μηνυμάτων επικοινωνίας (γι' αυτό επιτρέπει την άρση του απορρήτου) κι όχι ως ένα ζήτημα που αφορά το μέσο τέλεσης, ώστε να επιτρέπει και την κατάσχεσή του, όπως λ.χ. προβλέπει για την κατάσχεση εντύπων στο άρθρο 14 παρ. 3 (γ) Σ.). Διότι τα έντυπα αφορούν την δημοσιότητα, ενώ τα μηνύματα επικοινωνίας (και τα μέσα με τα οποία μεταδίδονται) αφορούν την ιδιωτικότητα του πολίτη. Η αντίστιξη ανάμεσα στα δύο συνταγματικώς προβλεπόμενα μέτρα (άρση απορρήτου για τις επικοινωνίας - κατάσχεση εντύπου για τα μ.μ.ε.) είναι απολύτως χαρακτηριστική και αποτελεί κατευθυντήριο γραμμή για τον έλεγχο συνταγματικότητας της απαγόρευσης κινητών στον στρατό.


Ετσι λοιπόν, ο νόμος έχει ήδη προβλέψει διατάξεις για τον περιορισμό του δικαιώματος πληροφόρησης και συμμετοχής στην Κοινωνία της Πληροφορίας, όταν από την ενάσκηση αυτού του δικαιώματος, όντως απειλείται η εθνική ασφάλεια. Εάν με ένα κινητό με κάμερα (ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο, όπως και το απλό ταχυδρομείο) τελεστεί κάποιο από τα παραπάνω αδικήματα, είναι προφανές ότι αβάσιμα θα επικαλείτο κάποιος το Σύνταγμα για να αποφύγει τις κυρώσεις.

Ωστόσο, η ίδια η απαγόρευση της (γενικής) χρήσης κινητού τηλεφώνου με κάμερα, δεδομένου ότι υπάρχουν οι ανωτέρω, στοχευμένες και συγκεκριμένες διατάξεις (που λειτουργούν και αποτρεπτικά, όπως όλο το Ποινικό Δίκαιο) δεν μπορεί να θεωρηθεί απολύτως αναγκαία, γιατί το αντίθετο θα σήμαινε ότι κάθε πολίτης που υπηρετεί στον στρατό θεωρείται εξ ορισμού ύποπτος κατασκοπείας. Η κατοχή ενός κινητού τηλεφώνου με κάμερα δεν θεμελιώνει από μόνη της το δόλο για την κατασκοπευτική χρήση της εν λόγω συσκευής. Αντίθετα μάλιστα, υπάρχουν περιπτώσεις εξελιγμένων κινητών (smartphones) που έχουν πλέον αναπόφευκτα κάμερες, χωρίς όμως ο χρήστης να ενδιαφέρεται για τη συγκεκριμένη εφαρμογή περισσότερο απ' όσο για τις πιο ουσιαστικές εφαρμογές περιεχομένου, όπως η πρόσβαση στις διαδικτυακές υπηρεσίες. Δηλαδή η ύπαρξη κάμερας σε ένα κινητό τηλέφωνο δεν σημαίνει καν ότι ο κάτοχος σκοπεύει να την χρησιμοποιήσει (πολύ περισσότερο, να εγκληματίσει με αυτήν), καθώς θεωρείται ένα εμπορικά αναπόσπαστο χαρακτηριστικό τηλεφώνου, το οποίο ως κύριες εφαρμογές έχει τις διαδικτυακές κι όχι την εικονοληψία.

Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω υφιστάμενων απολύτως αναγκαίων περιορισμών που προβλέπονται στο Ποινικό Δίκαιο, η απαγόρευση χρήσης κινητών τηλεφώνων με κάμερες per se, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απολύτως αναγκαίος περιορισμός του δικαιώματος του άρθρου 5Α παρ. 1 του Συντάγματος. Ως εκ τούτου, ακόμη κι αν ο περιορισμός προβλεπόταν από το "νόμο", ο νόμος αυτός θα ήταν αντισυνταγματικός, ως περιέχων μη απολύτως αναγκαίο περιορισμό ατομικού δικαιώματος.


(γ) ο περιορισμός σέβεται την αρχή της αναλογικότητας;

Η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί έναν κανόνα "τελικού" ελέγχου της συνταγματικότητας μιας διάταξης που περιορίζει ανθρώπινο δικαίωμα. Αποτελεί λοιπόν έναν "περιορισμό των περιορισμών". Τα κριτήρια που θέτει είναι η προσφορότητα και η αναγκαιότητα ενός μέτρου που λαμβάνεται εις βάρος του ατομικού δικαιώματος, αλλά και ο έλεγχος της ισορροπίας ανάμεσα στα δύο προστατευόμενα και αντιπαρατασσόμενα έννομα αγαθά: το ατομικό δικαίωμα αφενός, το δημόσιο συμφέρον (συνήθως) αφετέρου.

Ως προς τον έλεγχο της προσφορότητας, εξετάζουμε αν με το προτεινόμενο μέτρο μπορεί να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός. Δηλαδή εάν η απαγόρευση κινητών με κάμερα είναι ένα μέτρο που αν εφαρμοστεί όντως θα περιοριστεί η διάδοση στρατιωτικών μυστικών. Η απάντηση είναι προφανώς θετική. Εάν απαγορευτούν τα κινητά με κάμερες, όλο και λιγότερα στρατιωτικά μυστικά θα διαδίδονται. (Αν καταργηθεί επίσης και ο στρατός ως θεσμός, ο κίνδυνος θα εκμηδενιστεί ολοσχερώς). Άρα ως προς τον έλεγχο προσφορότητας, το μέτρο είναι σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας.

Ως προς τον έλεγχο της αναγκαιότητας, ισχύουν όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω (υπό β) για το "απολύτως αναγκαίο" της απαγόρευσης. Εφόσον υπάρχει ηπιότερος τρόπος για προστασία (ποινικές διατάξεις περί κατασκοπείας), δεν χρειάζεται να απαγορευτούν τα κινητά με κάμερες.

Ως προς τον έλεγχο στάθμισης κόστους - οφέλους, πρέπει να εξεταστεί η ουσία του θέματος. Οι πολίτες που υπηρετούν υποχρεωτικά στον στρατό είναι πολίτες της Κοινωνίας της Πληροφορίας. Ιδίως όσοι γεννήθηκαν στην δεκαετία του 1980 και πιο μετά, έχουν συνηθίσει να βρίσκονται συνέχεια σε on-line κατάσταση, έτσι ώστε οι διαδικτυακές εφαρμογές και η παρουσία τους σε αυτές να αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της προσωπικότητάς τους, όπως αποτελούσε σε παλαιότερες εποχές, η αλληλογραφία. Ειδικά για τους στρατευμένους πολίτες, η αλληλογραφία πάντοτε αποτελούσε μια ιερή ζώνη ιδιωτικότητας και επικοινωνίας με τον έξω κόσμο και τους οικείους, στοιχείο που γινόταν πάντοτε σεβαστό από κάθε στρατιωτική υπηρεσία, ιδίως για ψυχολογικούς λόγους. Ο σωματικός εγκλεισμός, για λόγους σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων, θα πρέπει να αντισταθμίζεται με την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη προστασία των ελάχιστων σφαιρών ιδιωτικότητας που έχουν απομείνει στους στρατιώτες. Οι σφαίρες αυτές περιλαμβάνουν σαφώς και την ζώνη αλληλεπίδρασης και επικοινωνίας με τον έξω κόσμο, μια ζώνη η οποία πρέπει να γίνεται σεβαστή, ιδίως όταν σύμφωνα με το αρθρο 5Α παρ. 2, η διευκόλυνση πρόσβασης στις ηλεκτρονικά διακινούμενες πληροφορίες και της παραγωγής, ανταλλαγής και διάδοσής τους, αποτελεί "υποχρέωση του Κράτους". Επομένως, σε αυτό το πλαίσιο, το δικαίωμα κάθε στρατιώτη για συμμετοχή στην Κοινωνία της Πληροφορίας αποτελεί κι ένα αντιστάθμισμα για τον αναγκαστικό περιορισμό άλλων ατομικών του δικαιωμάτων. Η προληπτική και κατασταλτική απαγόρευση πρόσβασης στην Κοινωνία της Πληροφορίας, με την κατάσχεση του κινητού τηλεφώνου ή και την επιβολή ποινής φυλάκισης για την απλή κατοχή του, χωρίς να έχει διευκρινιστεί δηλαδή το είδος της επικείμενης χρήσης, το οποίο ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας δεν πρέπει να προεξοφλείται ως "επικίνδυνο" θίγει τον ίδιο τον πυρήνα του δικαιώματος, αφού αφαιρεί από τον φορέα του την ίδια την δυνατότητα για συμμετοχή στην Κοινωνία της Πληροφορίας.

Ως προς τον χρονικό και τοπικό περιορισμό της χρήσης κινητών τηλεφώνων (χωρίς κάμερα) θα πρέπει να επισημανθεί ότι η διατύπωση του απαγορευτικού κανόνα είναι αποφατική: η ελευθερία προβλέπεται ως εξαίρεση. Μόνη σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας εφαρμογή της χρονικής και τοπικής απαγόρευσης είναι η εφαρμογή της σε ώρες παροχής στρατιωτικών υπηρεσιών που απαιτείται 100% συγκέντρωση του στρατιώτη στο έργο του (λ.χ. σκοπιά) καθώς στις ώρες της στρατιωτικής εκπαίδευσης. Και σε αυτές τις περιπτώσεις όμως, θα πρέπει να γίνει δεκτή η εξαίρεση των έκτακτων περιστατικών που ενδεχομένως θίγουν την σωματική ή ψυχική ακεραιότητα του στρατιώτη (λ.χ. λόγοι υγείας) και επιβάλλουν την επικοινωνία με κινητό τηλέφωνο. Συνεπώς, οι περιορισμοί χρήσης κινητών τηλεφώνων που εκφεύγουν αυτού του ειδικού context θα πρέπει να προβλέπονται με σαφήνεια, ώστε να είναι σεβαστή η ισορροπία ανάμεσα στα έννομα αγαθά (ατομικά δικαιώματα - δημόσιο συμφέρον) και να μην θυσιάζεται ολοσχερώς το ένα αγαθό προς όφελος του άλλου.

Συμπερασματικά: η απαγόρευση κινητών τηλεφώνων με κάμερες και η απαγόρευση της χρήσης απλών τηλεφώνων σε ώρες και χώρους πέραν της παροχής υπηρεσιών βρίσκεται σε ασυμφωνία προς την αρχή της αναλογικότητας και ως εκ τούτου παραβιάζει τα άρθρα 5Α και 25 παρ. 1 του Συντάγματος.

3. Αντίθεση της απαγόρευσης στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Η λήψη και μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων προβλέπεται ως ανθρώπινο δικαίωμα από το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ):


1. Παv πρόσωπov έχει δικαίωμα εις τηv ελευθερίαv εκφράσεως. Τo δικαίωμα τoύτo περιλαμβάvει τηv ελευθερίαv γvώμης ως και τηv ελευθερίαv λήψεως ή μεταδόσεως πληρoφoριώv ή ιδεώv, άvευ επεμβάσεως δημoσίωv αρχώv και ασχέτως συvόρωv. Τo παρόv άρθρov δεv κωλύει τα Κράτη από τoυ vα υπoβάλωσι τας επιχειρήσεις ραδιoφωvίας, κιvηματoγράφoυ ή τηλεoράσεως εις καvovισμoύς εκδόσεως αδειώv λειτoυργίας.

2. Η άσκησις τωv ελευθεριώv τoύτωv, συvεπαγoμέvωv καθήκovτα και ευθύvας δύvαται vα υπαχθή εις ωρισμέvας διατυπώσεις, όρoυς, περιoρισμoύς ή κυρώσεις, πρoβλεπoμέvoυς υπό τoυ vόμoυ και απoτελoύvτας αvαγκαία μέτρα εv δημoκρατική κoιvωvία δια τηvεθvικήv ασφάλειαv, τηv εδαφικήv ακεραιότηταv ή δημoσίαv ασφάλειαv, τηv πρoάσπισιv της τάξεως και πρόληψιv τoυ εγκλήματoς, τηv πρoστασίαv της υπoλήψεως ή τωv δικαιωμάτωv τωv τρίτωv, τηv παρεμπόδισιv της κoιvoλoγήσεως εμπιστευτικώv πληρonoριώv ή τηv διασφάλισιv τoυ κύρoυς και αμερoληψίας της δικαστικής εξoυσίας.

Παρατηρούμε λοιπόν ότι η ελευθερία μεταδόσεως ή λήψεως πληροφοριών και ειδήσεων προβλέπεται ως μέρος του ανθρώπινου δικαιώματος για ελευθερία της έκφρασης, το οποίο όμως μπορεί να υπαχθεί σε περιορισμούς ή κυρώσεις, εφόσον αυτοί (α) προβλέπονται από το νόμο και αποτελούν (β) αναγκαία μέτρα σε μια δημοκρατική κοινωνία για την εθνική ασφάλεια και την εδαφική ακεραιότητα. Ας εξετάσουμε αν οι επίμαχες απαγορεύσεις συμβιβάζονται με αυτά τα κριτήρια (πρόβλεψη από το νόμο, αναγκαία μέτρα σε δημοκρατική κοινωνία).

(α) προβλέπονται οι περιορισμοί και οι κυρώσεις από το "νόμο";

Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η αναφορά της ΕΣΔΑ σε "νόμο" δεν αφορά κάθε γενική ρύθμιση που επιβάλλει έναν περιορισμό, αλλά θα πρέπει ο "νόμος" αυτός να παρουσιάζει δύο ποιοτικά χαρακτηριστικά: προσβασιμότητα της διάταξης (accessibility) και προβλεψιμότητα των συνεπειών (forseeability). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως έχει προαναφερθεί, φημολογείται ότι οι απαγορεύσεις θεσπίστηκαν με απόρρητη διαταγή, συνεπώς ελλείπει το στοιχείο της προσβασιμότητάς της. Επίσης οι κυρώσεις που επιβάλλονται (κατάσχεση κινητού με κάμερα και επιβολή πειθαρχικού μέτρου φυλάκισης) δεν είναι προβλέψιμες για τους στρατιώτες, αφού η ανακοίνωση των απαγορεύσεων δεν συνοδεύεται από ανακοίνωση των συνεπειών από τη μη συμμόρφωση προς τις απαγορεύσεις.

Συνεπώς, οι επίμαχες απαγορεύσεις δεν προβλέπονται από "νόμο", κατά την έννοια που προσδίδεται στον όρο αυτόν του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ απο την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

(β) είναι οι περιορισμοί αναγκαίο μέτρο σε μια δημοκρατική κοινωνία;

Η ανάλυση περί της μη αναγκαιότητας των επίμαχων απαγορεύσεων έχει γίνει και παραπάνω, κατά την εξέταση του ελέγχου τήρησης της αρχής της αναλογικότητας. Εφόσον υπάρχουν σαφείς ποινικοί κανόνες που απαγορεύουν την κατάχρηση των κινητών τηλεφώνων και τα αδικήματα της παραβίασης απορρήτων ή κατασκοπείας, η ίδια η κατάσχεση του μέσου εφόσον δεν έχει τελεστεί κάποιο από αυτά τα αδικήματα και η επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων μόνο για την κατοχή των κινητών τηλεφώνων δεν είναι αναγκαία μέτρα, κατά την έννοια της ΕΣΔΑ.

Περαιτέρω, σε μια δημοκρατική κοινωνία πρέπει να είναι ανεκτός ο πλουραλισμός των απόψεων και η ελεύθερη συμμετοχή στην Κοινωνια της Πληροφορίας. Το γεγονός ότι οι Έλληνες που μπορούν να φέρουν όπλα είναι υποχρεωμένοι να συντελούν στην άμυνα της Πατρίδας (άρθρο 4 παρ. 6 του Συντάγματος) δεν σημαίνει ότι χάνουν την ιδιότητα τους ως πολίτες και τα δικαιώματά τους να εξακολουθούν να αποτελούν μέλη μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Θεμελιώδεις πτυχές αυτής της δημοκρατικής κοινωνίας εκφράζονται και αναπτύσσονται πλέον μέσω του Διαδικτύου και των τηλεπικοινωνιακών εφαρμογών ("Κοινωνία της Πληροφορίας") και συνεπώς η απόλυτη απαγόρευση πρόσβασης σε αυτά, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο σκοπός της πρόσβασης, δεν μπορούν να θεωρηθούν μέτρα αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία.

Γι' αυτούς τους λόγους, οι επίμαχες απαγορεύσεις είναι αντίθετες στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο και ελλοχεύει ο κίνδυνος οι επιβαλλόμενες κυρώσεις να οδηγήσουν σε καταδίκη της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

4. Συμπέρασμα

Η απαγόρευση της χρήσης των κινητών τηλεφώνων είναι ένα περιττό μέτρο, όταν ασκείται εν ονόματι της προστασίας των στρατιωτικών απορρήτων, ιδίως ενόψει της παράλειψης επισήμανσης περί φωτογράφησης των συγκεκριμένων εγκαταστάσεων που χαρακτηρίζονται ως ευαίσθητες. Είναι γνωστό ότι οι κατόψεις των στρατοπέδων είναι ήδη ελεύθερα προσβάσιμες παγκοσμίως μέσω της διαδικτυακής υπηρεσίας Google Earth και ως εκ τούτου οι επιβαλλόμενες απαγορεύσεις εις βάρος των συνταγματικών και ανθρώπινων δικαιωμάτων των στρατιωτών αποτελούν ένα απαράδεκτο μέτρο που θίγει την δημοκρατική αποστολή και φυσιογνωμία που πρέπει να έχει ένας εθνικός στρατός ευρωπαϊκής χώρας σε καιρό ειρήνης.