Παρασκευή, Νοεμβρίου 02, 2012

O θεσμός του τοπικού διαμεσολαβητή



Ι. Ανεξαρτησίες 

Είναι προδιαγεγραμμένο ότι κάθε νέος δημόσιος θεσμός που δεν  αποτελεί συνέχεια κάποιας βαθειάς ρίζας του ελληνικού διοικητικού συστήματος, θα αντιμετωπίσει έντονη καχυποψία από την κοινή γνώμη, αλλά κι από τους “ειδικούς”. Ιδίως στην περίπτωση που ο πυρήνας της λειτουργίας του αναφέρεται στην ανεξαρτησία, μια άκρως αμφισβητούμενη έννοια που αποκτά διαφορετικό περιεχόμενο, ανάλογα με τα συμφραζόμενα και το συγκείμενο. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από εκεί. Ανεξαρτησία, σε ένα διοικητικό σχήμα είναι, πολύ απλά, η έλλειψη προϊσταμένης αρχής. Όταν ένα διοικητικό όργανο δεν υπακούει σε εντολές ανωτέρων, επειδή δεν υπάγεται στην ιεραρχία, αλλά έχει ιδρυθεί και λειτουργεί παράλληλα προς αυτήν, αποτελεί έναν ανεξάρτητο θεσμό. Το κλασικότερο παράδειγμα όλων: τα δικαστήρια. Με διοικητικούς – και συνταγματικούς – όρους, τα δικαστήρια είναι εντελώς ανεξάρτητα από την πυραμίδα της ελληνικής δημόσιας διοίκησης. Αλλά αυτό είναι ένα παράδειγμα τόσο σχολικό πια, που η χρησιμότητά του φαίνεται να χάνει την βασική λειτουργία του, δηλαδή την προώθηση μιας αναλογικής σκέψης. Ωστόσο, δεν θα παραιτηθώ τόσο γρήγορα από αυτό: η de jure διοικητική ανεξαρτησία  που απολαμβάνουν αδιαμφισβήτητα τα δικαστήρια αποτελεί κενό τύπο, αν δεν συνοδεύεται από τήρηση πολλαπλών εγγυήσεων λειτουργικής αυτοτέλειας, ακόμη και υλικοτεχνικής, εγγυήσεων που προϋποθέτουν, τελικά, αυτοπεριορισμό του ελεγχόμενου. Αυτό είναι σαφέστατα ζητούμενο και για τις άλλες ανεξάρτητες αρχές, πέραν των δικαστικών. Η “πραγματική” ανεξαρτησία, εξάλλου, δεν μπορεί παρά να έχει και αμιγώς πολιτικά χαρακτηριστικά, τα οποία αναζητώνται κάθε φορά στην διαδικασία ανάδειξης των προσώπων. Όσο πιο υψηλό είναι το επίπεδο της συναίνεσης που πρέπει να επιτευχθεί για την ανάδειξη των προσώπων, τόσο πιο αυξημένος είναι και ο δείκτης της ανεξαρτησίας.  Συνοψίζοντας λοιπόν, η έλλειψη προϊστάμενης αρχής, η λειτουργική αυτοτέλεια και η ευρεία συναίνεση για την ανάδειξη του προσώπου είναι τα τρία κριτήρια για να αξιολογηθεί κατά πόσον ένας δημόσιος θεσμός είναι ανεξάρτητος. Και τα τρία αυτά χαρακτηριστικά καταγράφονται στο Πρόγραμμα “Καλλικράτης”, στα κεφάλαια της θέσπισης των δημοτικών και περιφερειακών διαμεσολαβητών, δηλαδή στα άρθρα για τον “Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχειρησης” και τον “Περιφερειακό Συμπαραστάτη του Πολίτη και της Επιχείρησης”. 

ΙΙ. Θεσμικές συγγένειες και στόχοι

Ο ρόλος των νέων αυτών θεσμών που καλούνται να αναδείξουν με αυξημένες πλειοψηφίες οι δημοτικές και περιφερειακές αρχές, αφορά την υποδοχή καταγγελιών από τους άμεσα θιγόμενους πολίτες για τα φαινόμενα κακοδιοίκησης από τις υπηρεσίες των δήμων και των περιφερειών. Παράλληλα, οι Συμπαραστάτες διατυπώνουν και προτάσεις βελτίωσης της δημοτικής διοίκησης, όταν εντοπίζουν αυτεπαγγέλτως σημαντικά προβλήματα κακοδιοίκησης, με υποχρεωτική μάλιστα, κατά τον νόμο, δημόσιότητα: τα σχετικά κείμενά τους αναρτώνται σύμφωνα με τον “Καλλικράτη” στις ιστοσελίδες του οικείου δήμου ή περιφέρειας. Πρόκειται, λοιπόν, για θεσμικούς διαμεσολαβητές, οι οποίοι λειτουργούν όπως το μοντέλο του Συνηγόρου του Πολίτη, ανεξάρτητης αρχής που έχει ήδη συμπληρώσει 14 χρόνια λειτουργίας στην Ελλάδα. Θα μπορούσε κάποιος, σε αυτό το σημείο, να διατυπώσει δύο ερωτήσεις: η πρώτη αφορά την σκοπιμότητα της λειτουργίας τοπικών Συνηγόρων και η δεύτερη αφορά την αποτελεσματικότητα του ίδιου του Συνηγόρου του Πολίτη. Ας δούμε την πρώτη ερώτηση: τί χρειάζεται τοπικός διαμεσολαβητής, αφού υπάρχει ο εθνικός; Η απάντηση ξεκινάει από το ίδιο το Σύνταγμα, στο άρθρο 102 του οποίου αναφέρεται ότι για τις τοπικές υποθέσεις αρμοδιότητα έχουν κατ' αρχήν οι τοπικές αρχές (κι όχι η κεντρική, κρατική διοίκηση). Ο Συνήγορος του Πολίτη έχει το ρόλο αυτόν για όλη την κεντρική δημόσια διοίκηση, ενώ για να αντεπεξέλθει στον τεράστιο φόρτο εργασίας, ο νομοθέτης τον απάλλαξε από κάποιες κατηγορίες υποθέσεων: εάν έχει παρέλθει 6μηνο δεν παρεμβαίνει, εάν η υπόθεση εκκρεμεί σε δικαστήριο είναι αναρμόδιος, εάν η υπόθεση αφορά υπηρεσιακή κατάσταση δημοσίων υπαλλήλων δεν διαμεσολαβεί κ.τ.λ. Οι Συμπαραστάτες είναι απαλλαγμένοι από αυτούς τους αποκλεισμούς, ενώ, ταυτόχρονα, η εγγύτητά τους προς τις  αρχές της τοπικής αυτοδιοίκησης επιτρέπουν την αμεσότερη επίλυση των προβλημάτων (ο “Καλλικράτης” επιβάλλει την απάντηση στον πολίτη σε 30 ημέρες), αλλά και την σταδιακά αποκτώμενη αυξημένη εξειδίκευση και κωδικοποίηση των προβλημάτων κακοδιοίκησης στους δήμους και τις περιφέρειες. Αυτά, όμως, είναι τα γενικά χαρακτηριστικά, ενώ η ερώτηση για την σκοπιμότητα θα απαντηθεί στην ουσία της από την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων των Συμπαραστατών. Υπάρχουν ήδη πάνω από 25 Συμπαραστάτες του Δημότη και της Επιχείρησης και 6 Περιφερειακοί Συμπαραστάτες του Πολίτη και της Επιχείρησης, οι οποίοι εκλέχθηκαν από τα αντίστοιχα συμβούλια αιρετών, με την αυξημένη πλειοψηφία των 2/3, ενώ σε όλη τη χώρα οι σχετικές διαδικασίες ανάδειξής τους συνεχίζονται. Όσοι και όσες εκλέχθηκαν και λειτούργησαν το 2011, πρώτο έτος ουσιαστικής εφαρμογής του “Καλλικράτη”, έχουν ήδη δημοσιεύσει τις Ετήσιες Εκθέσεις τους, οι οποίες αναρτώνται υποχρεωτικά στις ιστοσελίδες των οργανισμών που υπηρετούν. Μέσα από αυτές τις Ετήσιες Εκθέσεις βρίσκουμε μια  “ακτινογραφία” του εκάστοτε οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, διαμορφωμένη από τις καταγγελίες που αντιμετώπισαν οι Συμπαραστάτες, αλλά και από τις λύσεις που πρότειναν για τα φαινόμενα κακοδιοίκησης κάθε περιοχής. 

ΙΙΙ. Λογοδοσία και διαφάνεια 

Η δουλειά του διαμεσολαβητή, εκ των πραγμάτων φέρνει την διοίκηση σε θέση λογοδοσίας. Το στάδιο της διαμεσολάβησης και οι απαντήσεις που οφείλουν να δώσουν οι υπηρεσίες, τις υποχρεώνει να αιτιολογήσουν τις πράξεις ή τις παραλήψεις τους. Η ίδια η αιτιολόγηση, που δεν γίνεται πια στο πλαίσιο μιας δικαστικής διαδικασίας (με όλο το κόστος, την καθυστέρηση αλλά και την -ας το παραδεχθούμε-  στατικότητα που χαρακτηρίζει μια τέτοια παρέμβαση), αποτελεί στοιχείο εμβάθυνσης της δημοκρατίας. Όταν η λογοδοσία αυτή αποκτά και υποχρεωτική διαδικτυακή δημοσιότητα, το θεσμικό μείγμα γίνεται εξαιρετικά ενδιαφέρον για την ποιότητα των  δημόσιων αποφάσεων, καθώς αποκτά και το συστατικό της διαφάνειας. Προϋπόθεση, βέβαια, για να λειτουργήσουν όλα αυτά είναι να θέλει η διοίκηση να ελεγχθεί. Η διοίκηση θα θέλει να ελεγχθεί από μόνη της, όχι μόνο εάν είναι “πεφωτισμένη”, αλλά, κυρίως, εάν υπάρχει ενδιαφέρον των πολιτών να παρακολουθήσουν διαδικασίες λογοδοσίας και διαφάνειας. Άφησα σκόπιμα αναπάντητο το ερώτημα για την αποτελεσματικότητα του Συνηγόρου του Πολίτη, καθώς θεωρώ  θεμελιώδες κριτήριο την αξιοποίηση του έργου του από τους πολίτες. Η επιτυχία ή μη μιας ελεγκτικής αρχής που μοναδικό μέσο επιβολής έχει την ισχυρή τεκμηρίωση – κι όχι εκτελεστικές ή κανονιστικές αρμοδιότητες – καθώς και την δημοσιότητα των κρίσεών της, προϋποθέτει σε μεγάλο βαθμό την ενεργητική συμμετοχή των πολιτών. Όχι μόνο ως προς την χρήση των παρεχόμενων υπηρεσιών διαμεσολάβησης, αλλά και ως προς την μετέπειτα αξιοποίηση  των προϊόντων της, στο πλαίσιο του δημόσιου διαλόγου, της νομικής κριτικής ή και της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η αλήθεια είναι ότι, σε όλα αυτά τα χρόνια, δεν είδαμε μια κοινωνία των πολιτών να προχωράει σε εντατική χρήση των πορισμάτων του Συνηγόρου του Πολίτη ή και να ασκεί συντεταγμένη κριτική στην ανεξάρτητη αρχή για τις περιπτώσεις που οι παρεμβάσεις της ήταν ανεπαρκείς. Αυτός θα έπρεπε να  είναι λοιπόν ένας προγραμματικός στόχος για έναν νέο αντίστοιχο θεσμό της τοπικής αυτοδιοίκησης: να εμπλέξει την κοινωνία των πολιτών και τις οργανώσεις της, αλλά και τα μέσα ενημέρωσης, όχι μόνο στην διαδικασία της διαμεσολάβησης, αλλά και στην δυναμική αξιοποίηση  των αποτελεσμάτων της. 

ΙV. Οιονεί δικαιοδοτικά όργανα

Οι Συμπαραστάτες οφείλουν να έχουν πλήρη συνείδηση ότι ο ρόλος τους δεν είναι αυτός του εκπροσώπου των δημοτών ή των πολιτών και των επιχειρήσεων. Ο ρόλος της πολιτικής εκπροσώπησης έχει επιφυλαχθεί από τον νομοθέτη για τα άμεσα εκλεγμένα όργανα της διοίκησης των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης. Γι' αυτό και ο “Καλλικράτης” έχει προβλέψει κώλυμα εκλογιμότητας για τους Συμπαραστάτες σε αιρετές θέσεις στις περιοχές που υπηρετούν, ώστε να αποκλεισθούν περιπτώσεις ψηφοθηρικής αξιοποίησης της αποστολής τους. Είναι ακόμη μια εγγύηση της θεσμικής ανεξαρτησίας, καθώς οι Συμπαραστάτες πολύ συχνά θα πρέπει να είναι και σε θέση να απορρίπτουν αβάσιμες καταγγελίες. Το αξίωμα του Συμπαραστάτη δεν συγγενεύει λοιπόν με τους παραδοσιακούς  “πλειοψηφικούς” θεσμούς, αλλά συνοψίζει μια αποστολή πλησιέστερη στους θεσμούς του κράτους δικαίου: την δικαιοσύνη και τις ανεξάρτητες αρχές. Δεν είναι τυχαίο ότι υπάρχουν πρώην δικαστικοί που ανέλαβαν αυτή την αποστολή. Έχουν γραφτεί πάρα πολλά για τον οιονεί δικαιοδοτικό ρόλο των ανεξάρτητων διαμεσολαβητών, ακριβώς λόγω του ότι δεν εκπροσωπούν, αλλά συμπαρίστανται με γνώμονα τους κανόνες δικαίου και της ορθής διοικητικής συμπεριφοράς. Στοιχεία και κριτήρια που απέχουν από τις σκοπιμότητες των πολιτικών και διοικητικών αποφάσεων. Από την άλλη πλευρά, αυτά είναι βέβαια ζητούμενα κι όχι δεδομένα. Οι Συμπαραστάτες πρέπει διαρκώς να αποδεικνύουν ότι αποφασίζουν με γνώμονα τη συνείδησή τους κι όχι τις δημοφιλείς επιλογές της κοινής γνώμης. Πρόκειται για εξαιρετικά δύσκολη συνθήκη, δεδομένου ότι οι Συμπαραστάτες δεν είναι τόσο “προστατευμένοι” θεσμικά και προσωπικά όσο λ.χ. οι δικαστές. 

V. Κρίνοντας την νομοθεσία

Καθώς ο θεσμός έρχεται πολύ κοντά σε δικαιοδοτικές σχέσεις, παρ' όλο που η δέσμευσή του από το κανονιστικό πλαίσιο είναι δεδομένη, ο ρόλος των Συμπαραστατών είναι κριτικός απέναντι και στις γενικές ρυθμίσεις. Λειτουργώντας ως εισηγητής για την εφαρμογή γενικών αρχών, οι οποίες εν πολλοίς εδράζονται στην συνταγματική έννομη τάξη, ο ανεξάρτητος διαμεσολαβητής οφείλει να ειναι κριτικός όχι μόνο απεναντι στην δράση των υπηρεσιών, αλλά και να εντοπίζει τις νομοθετικές αγκυλώσεις που παράγουν κακοδιοίκηση. Η ίδια η έννοια της κακοδιοίκησης είναι ευρύτερη των απλών νομικών παραβάσεων και εκτείνεται σε δομικά προβλήματα, τα οποία ενδέχεται να αφορούν και τις κανονιστικές αρμοδιότητες των οργάνων διοίκησης των δήμων και περιφερειών, αλλά τελικά ακόμη και τις νομοθετικές αστοχίες. Ήδη υπάρχουν Ετήσιες Εκθέσεις ορισμένων Συμπαραστατών που διατυπώνουν ενστάσεις αντισυνταγματικότητας νόμων. Αυτές οι εισηγήσεις μπορούν να είναι εξαιρετικά χρήσιμες για τα όργανα διοίκησης, κατά την συνεννόησή τους με τις κεντρικές αρχές, αλλά ακόμη και στο πλαίσιο της ενάσκησης της νομοθετικής λειτουργίας από το Κοινοβούλιο. Εκεί ακριβώς βρίσκεται κι ένας μείζονος σημασίας λόγος της χρησιμότητας του θεσμού: οι Συμπαραστάτες “ακτινογραφούν”, τελικά, όχι μόνο την τοπική κακοδιοίκηση, αλλά και την κακή νομοθέτηση. Εξυπακούεται ότι η σοβαρότητα μιας τέτοιας παρέμβασης είναι άμεση συνάρτηση της ποιότητας της τεκμηρίωσής της. Σε μια χώρα, όμως, που δεν υπάρχει συνταγματικό δικαστήριο, οι ανεξάρτητες αρχές σε πολλές περιπτώσεις έχει αποδειχθεί ότι συμπληρώνουν, γνωμοδοτικά βεβαίως (και πολύ σπανιότερα, εκτελεστικά), το σχετικό κενό. Η παραγωγή αυτού του αποτελέσματος δεν αφορά, ενδεχομένως, την περίπτωση της διαμεσολάβησης σε ατομική υπόθεση, αλλά την αρμοδιότητα των Συμπαραστατών να διατυπώνουν βελτιωτικές προτάσεις ενόψει σημαντικών προβλημάτων, είτε στο πλαίσιο των Ετήσιων Εκθέσεων, είτε και στο πλαίσιο σύνταξης Ειδικών Προτάσεων που απευθύνονται στα όργανα της διοίκησης του δήμου ή της περιφέρειας.

VΙ. Κριτική των κρινόντων

Οι θεσμοί δεν είναι αυτοσκοποί: κρίνονται από την αποτελεσματικότητά τους. Αποτελεί πια γενική παραδοχή στην διοικητική επιστήμη, αλλά και σε διάφορα άλλα κανονιστικά σύνολα, ότι ένα ολοκληρωμένο σύστημα διοίκησης πρέπει να περιλαμβάνει και τον ανεξάρτητο διαμεσολαβητή για την εξωδικαστική επίλυση διαφορών. Ωστόσο, οι “γενικές παραδοχές” δεν κάμπτουν την -εξίσου γενική- δυσπιστία απέναντι στην δημιουργία νέων υπηρεσιών, ειδικά σε μια περίοδο που επιβάλλεται αυξημένη δημοσιονομική πειθαρχία. Και, καθώς το έργο των Συμπαραστατών δεν θα κριθεί, τουλάχιστον ευθέως, από τα ακυρωτικά δικαστήρια, το ζήτημα θα είναι εαν όντως θα συμβάλουν στην βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών που παρέχουν οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης. Το αποτέλεσμα αυτό θα είναι μετρήσιμο με διάφορα κριτήρια - ένα από αυτά είναι κατά πόσον η διαμεσολάβηση θα απορροφήσει τις δικαστικές κινήσεις εναντίον των δήμων και περιφερειών. Ένα άλλο είναι κατά πόσον τα μέσα ενημέρωσης θα ασχοληθούν με τις εισηγήσεις των διαμεσολαβητών. Κι ένας τρίτο και πιο θεμελιώδες κριτήριο, εξίσου μετρήσιμο, είναι πόσο απαραίτητος θα γίνει ο νέος θεσμός στους αποδέκτες των υπηρεσιών του, δηλαδή στους ίδιους τους πολιτες. Σε κάθε περίπτωση, όπως συμβαίνει με κάθε προσωποπαγή αποστολή, η κριτική δεν μπορεί παρά να εστιάσει και στο ιδιαίτερο στυλ που θα ακολουθηθεί από τον εκάστοτε φυσικό φορέα του θεσμού. Συνήθως, στις σχετικές αναλύσεις υπερτονίζονται τα  χαρακτηριστικά της ακεραιότητας κι αμεροληψίας, όροι που καμία θεσμική ανεξαρτησία δεν μπορεί να προδιαγράψει. Ωστόσο, τέτοιου είδους προσωπικά χαρακτηριστικά μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο μόνο υποκειμενικών κρίσεων, οι οποίες είναι πάντοτε ευπρόσδεκτες, αλλά βέβαια πρέπει να αντιμετωπίζονται στο πλαίσιο που διατυπώνονται, με την αναπόφευκτη συναξιολόγηση και του εκάστοτε κρίνοντος. 

(Δημοσιεύθηκε στο τεύχος Οκτωβρίου 2012 του περιοδικού "The Book's Journal"). 

Κυριακή, Οκτωβρίου 28, 2012

H νομιμότητα της δημοσίευσης της "λίστας Λαγκάρντ"

Η δημοσίευση σε έκτακτο τεύχος περιοδικού ερευνητικής δημοσιογραφίας της "λίστας Λαγκάρντ", δηλαδή ενός φερόμενου καταλόγου ονομάτων Ελλήνων καταθετών του ελβετικού τραπεζικού συστήματος, θέτει μια σειρά από νομικής και συνταγματικής φύσης ερωτήματα, τα οποία δεν είναι εύκολο να απαντηθούν με ένα ναι ή ένα όχι, αλλά προϋποθέτουν ευρύτατη συνεκτίμηση πολλών και διαφορετικών κανονιστικών διανυσμάτων. 

Σεβόμενος το τεκμήριο της αθωότητας του δημοσιογράφου που συνελήφθη για την δημοσίευση της λίστας, αλλά και τα έννομα συμφέροντα των ανθρώπων που τα ονόματά τους περιλαμβάνονται σε αυτή, θα περιορίσω αυτή την αναφορά στα κριτήρια που πρέπει να ληφθούν υπόψη σε μια αντικειμενική και επιστημονικά επαρκή  ποινική διερεύνηση της νομιμότητας της δημοσίευσης της λίστας Λαγκάρντ. Σημειωτέον, ότι το νομικό ζήτημα για την αξιοποίηση του περιεχομένου της αποτελεί αντικείμενο εντελώς διαφορετικών σταθμίσεων και κρίσεων και σε αυτό το κείμενο δεν ασχολούμαι με αυτό το θέμα, αλλά μόνο με την νομιμότητα της δημοσιοποίησης των ονομάτων.

Είναι "προσωπικά δεδομένα;"

Υπάρχει η εσφαλμένη αντίληψη ότι τα προσωπικά δεδομένα αφορούν τις σφαίρες της ιδιωτικότητας και τις πιο εσωτερικές πτυχές της ζωής και της προσωπικότητας του ατόμου. Είναι η άποψη που βλέπει το συγκεκριμένο νομικό ζήτημα ως μια στάθμιση ανάμεσα αφενός στην ελευθερία του Τύπου και αφετέρου στην ιδιωτική ζωή των ατόμων. Με τόσο χονδροειδή κριτήρια, είναι προφανές ότι πιο εύκολα καταλήγει κανείς ότι η ελευθερία του Τύπου δεν μπορεί να καταργηθεί για ένα θέμα που έχει απασχολήσει τόσο πολύ την κοινή γνώμη. Στην πραγματικότητα, όμως, το δίκαιο μας παρέχει πιο εκλεπτυσμένα νομικά εργαλεία, τα οποία αποτελούν προϊόντα δεκαετιών επεξεργασίας αντίστοιχων υποθέσεων.

Ο όρος "δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα" (ή "προσωπικά δεδομένα") δεν αποτελεί μέγεθος ταυτόσημο με την ιδιωτικότητα. Κατά την σχετική νομοθετική διάταξη, προσωπικά δεδομένα είναι "κάθε πληροφορία" που αναφέρεται σε ένα φυσικό πρόσωπο, η ταυτότητα του οποίου είναι γνωστή ή μπορεί να προσδιοριστεί με διάφορα κριτήρια. Aπό αυτή την άποψη, δεν νομίζω ότι υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η καταγραφή ή μετάδοση του ονοματεπωνύμου του οποιουδήποτε, σε οποιοδήποτε πλαίσιο, αποτελεί προσωπικά δεδομένα. Από εκεί και πέρα όμως, το ζητούμενο είναι αν τα συγκεκριμένα προσωπικά δεδομένα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Νόμου για την προστασία προσωπικών δεδομένων.

Είναι "ευαίσθητα δεδομένα";

Προσωπικά δεδομένα δεν σημαίνει αυτομάτως και πλήρη απαγόρευση της χρήσης της εκάστοτε ονομαστικοποιημένης πληροφορίας. Αυτό γίνεται σαφέστερο, αν παρακολουθήσουμε την διαφορά ρύθμισης ανάμεσα σε απλά και σε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα. Τα ευαίσθητα δεδομένα σχετίζονται με ορισμένες ιδιότητες εγγενείς ή δυσμετάβλητες: εθνική - φυλετική προέλευση, θρήσκευμα, πολιτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις, υγεία, ποινικές διώξεις και καταδίκες, κοινωνική πρόνοια, ερωτική ζωή, συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση. Αποτελούν όλα κατηγορίες πληροφοριών βάσει των οποίων ενδέχεται να επιβληθούν στα άτομα δυσμενείς και απαγορευμένες διακρίσεις. Γι' αυτό η χρήση των ευαίσθητων δεδομένων απαγορεύεται, εάν δεν υπάρχει άδεια της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. 

Οι καταθέσεις σε τραπεζικό λογαριασμό δεν είναι ευαίσθητα δεδομένα. Άλλο όμως είναι οι καταθέσεις σε τραπεζικό λογαριασμό γενικά, κι άλλο είναι "οι καταθέσεις Ελλήνων σε ελβετική τράπεζα", κατηγοριοποίηση η οποία υπογραμμίζει ως καθοριστικό κριτήριο του περιεχομένου του αρχείου την εθνική προέλευση των υποκειμένων των δεδομένων. Κριτήριο λοιπόν για το εάν τα δεδομένα αυτά είναι ευαίσθητα ή όχι, αποτελεί η πλαισίωση της επεξεργασίας και το κατά πόσον το στοιχείο της εθνικής καταγωγής ήταν καθοριστικό για την στοιχειοθέτηση της λίστας ή εάν αρκούσε το πιο απλό κριτήριο της ιθαγένειας. 

Το πεδίο εφαρμογής του Ν.2472/1997

Το γεγονός ότι μια πληροφορία μπορεί να αποτελεί προσωπικά δεδομένα δεν σημαίνει ότι εμπίπτει άνευ ετέρου στις ρυθμίσεις της ειδικής νομοθεσίας για την προστασία προσωπικών δεδομένων. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν.2472, ο νόμος αυτός εφαρμόζεται σε δύο περιπτώσεις:

 α) όταν τα δεδομένα υποβάλλονται σε αυτοματοποιημένη εν  όλω ή εν μέρει επεξεργασία και 

β) όταν τα δεδομένα υποβάλλονται σε μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία, αλλά περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο. 

Επομένως, εάν τα προσωπικά δεδομένα έχουν υποβληθεί σε μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία, χωρίς να περιλαμβάνονται ή να πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο, τότε δεν εφαρμόζεται ο Ν.2472.

 Η έννοια του αρχείου προσδιορίζεται κι αυτή απο το άρθρο 2 και αφορά κάθε διαρθρωμένο σύνολο προσωπικών δεδομένων που είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια. Αυτό σημαίνει ότι μια λίστα με ονόματα από μόνη της δεν είναι αρχείο, εάν δεν είναι διαρθρωμένο σύνολο που καθιστά τα δεδομένα προσιτά με συγκεκριμένα κριτήρια, και επομένως εάν έχει υποβληθεί σε μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία, τότε ο Ν.2472 δεν εφαρμόζεται. Εάν βέβαια έχει υποβληθεί σε αυτοματοποιημένη επεξεργασία, έστω και εν μέρει, τότε δεν χρειάζεται να αναζητήσουμε κατά πόσον η λίστα συνιστά "αρχείο". 

Σύμφωνα με την πάγια νομολογία της Αρχής, η δημοσίευση προσωπικών δεδομένων στον Τύπο, δηλαδή σε έντυπα που κυκλοφορούν με περιοδικότητα, συνιστά εισαγωγή των προσωπικών δεδομένων σε αρχείο, αφού τα καθιστά προσιτά με γνώμονα "συγκεκριμένα κριτήρια": τον τίτλο του εντύπου, την ημερομηνία και το φύλλο κυκλοφορίας του. Το κατά πόσον η ερμηνεία αυτή είναι επαρκής είναι ένα ανοικτό θέμα, αλλά αποτελεί μια προσέγγιση που η Αρχή ακολουθεί από το 2008 στις αποφάσεις της, με πρώτη υπόθεση την δημοσίευση των φωτογραφιών ερωτικών περιπτύξεων του πρώην γ.γ. του ΥΠΠΟ και της (τότε) "34χρονης" από το "Πρώτο Θέμα". 

Προϋποθέσεις δημοσίευσης

Αν θεωρήσουμε λοιπόν ότι η δημοσίευση της λίστας υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του Ν.2472/1997, θα πρέπει να εξετάσουμε κατά πόσον πληρούνται οι όροι της νόμιμης επεξεργασίας τους. 

Εάν θεωρήσουμε ότι πρόκειται για απλά δεδομένα, κι όχι για ευαίσθητα, τότε θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον συντρέχει μια από τις 6 περιπτώσεις νόμιμης επεξεργασίας του άρθρου 5. Η πρώτη αφορά την συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων: ο πληροφοριακός αυτοκαθορισμός επιβάλλει το ίδιο το άτομο να είναι ο κύριος των πληροφοριών που το αφορούν και να αποφασίζει το ίδιο για την τύχη τους. Από την δεύτερη έως την πέμπτη προϋπόθεση, οι διατάξεις αφορούν άσχετα θέματα (όχι, δεν είναι έργο δημοσίου συμφέροντος η δημοσίευση από ιδιώτη). Η έκτη προϋπόθεση είναι εκείνη που θέτει ορισμένους κανόνες στάθμισης, επιτρέποντας την χρήση κι άλλων κανονιστικών κριτηρίων, όπως η νομολογία, οι συστάσεις διεθνών οργανισμών κλπ. Αναφέρει λοιπόν το άρθρο 5 παρ. 2 περ. ε του Ν.2472/1997 ότι επιτρέπεται η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και χωρίς την συγκατάθεση των ατόμων, 

"όταν είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα, και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών."

Αυτός είναι ο κανόνας, ο οποίος εισάγει το ζήτημα της στάθμισης "ελευθερία του Τύπου" - "ιδιωτικότητα". Όσο κι αν ο κανόνας φαίνεται υπεργενικός, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι δίνει μια προτεραιότητα στην ιδιωτικότητα: η δημοσίευση δεν αρκεί να είναι απλώς επιθυμητή, αλλά "απολύτως αναγκαία" και το έννομο συμφέρον του δημοσιογράφου να πληροφορήσει και του κοινού να μάθει δεν πρέπει να είναι απλώς υπαρκτό αλλά πρέπει και να "υπερέχει προφανώς" των δικαιωμάτων και συμφερόντων των ατόμων που περιλαμβάνονται στη λίστα Λαγκάρντ. 

Εάν κριθεί δεν υπάρχει τέτοια "απόλυτη" αναγκαιότητα να μάθουμε το περιεχόμενο της λίστας και αν κριθεί ότι  δεν υπρέχει "προφανώς" το δικαίωμα στην πληροφόρηση, τότε η δημοσίευση δεν θα ήταν νόμιμη, τουλάχιστον σύμφωνα με αυτόν τον κανόνα. 

Χωρίς βέβαια να σημαίνει και ότι αυτή η διατύπωση μπορεί να μείνει χωρίς κριτική  από την άποψη της συνταγματικής επάρκειάς της, αν λάβουμε υπόψη ότι το δικαίωμα στην πληροφόρηση αλλά και το δικαίωμα στην προστασία δεδομένων είναι δύο δικαιώματα ίσης τυπικής ισχύος από την ίδια την κατοχύρωσή τους στον Συνταγματικό χάρτη, όσο κι αν - τελικά - και στην ίδια την διατύπωση του Συντάγματος, στο άρθρο 5Α είναι που τοποθετείται η επιφύλαξη υπέρ των προσωπικών δεδομένων κι όχι το αντίστροδο. 

Υποχρέωση ενημέρωσης των υποκειμένων 

Ο γενικός κανόνας είναι ότι ακόμη κι αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις νόμιμης επεξεργασίας, ο υπεύθυνος οφείλει να ενημερώσει τα υποκείμενα των δεδομένων κατά το στάδιο της συλλογής (δηλ. εν προκειμένω όταν παρέλαβε την λίστα Λαγκάρντ) και αν πρόκειται να τα ανακοινώσει σε τρίτους, τα υποκείμενα πρέπει να ενημερωθούν πριν από αυτούς. (Άρθρο 11). Γενικά, το δικαίωμα στον πληροφοριακό αυτοκαθορισμό περιλαμβάνει ως θεμελιώδη αρχή ότι καθένας πρέπει να γνωρίζει ποιος, για ποιο σκοπό και ποια προσωπικά δεδομένα του διαχειρίζεται. 

Ωστόσο, έτσι δεν θα μπορούσε να προχωρήσει ποτέ η δημοσιογραφία. Γι' αυτό ο νόμος περιλαμβάνει μια εξαίρεση: η υποχρέωση ενημέρωσης δεν υφίσταται όταν η συλλογή γίνεται "αποκλειστικά για δημοσιογραφικούς σκοπούς" και αφορά δημόσια πρόσωπα. Σημειωτέον ότι η διάταξη αυτή αφορά την "συλλογή", δηλαδή το στάδιο της δημοσιογραφικής έρευνας, όχι απαραίτητα και το στάδιο της δημοσιοποίησης. Έπειτα, η άρση της υποχρέωσης ισχύει για δημόσια πρόσωπα, χωρίς ο νόμος να προσδιορίζει σε αυτό το άρθρο με πιο σαφή κριτήρια αυτή την έννοια. Βέβαια, ο νόμος στο άρθρο 7 που αφορά τα ευαίσθητα δεδομένα, δίνει ορισμένες πιο σαφείς κατευθύνσεις για την έννοια του δημοσίου προσώπου: είναι αυτό που ασκεί δημόσιο λειτούργημα ή διαχειρίζεται συμφέροντα τρίτων. Έτσι, η ευρεία έννοια του δημόσιου προσώπου περιλαμβάνει όχι μόνο τους δημόσιους λειτουργούς, αλλά και κάθε πρόσωπο που και στον ιδιωτικό τομέα εξαρτώνται τα συμφέροντα άλλων ανθρώπων από τις αποφάσεις του. 

Πάντως, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, εάν ένα πρόσωπο δεν εμπίπτει σε αυτήν την διευρυμένη κατηγορία δημόσιων προσώπων, η υποχρέωση ενημέρωσης ακόμη και για δημοσιογραφική συλλογή δεδομένων δεν αίρεται. Επομένως, η νομιμότητα της δημοσίευσης της "λίστας Λαγκάρντ" εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τις ιδιότητες των ίδιων των ατόμων που περιλαμβάνονται σε αυτή. 

Το ποινικό αδίκημα

Δεν αποτελεί κάθε παράβαση του Ν.2472 και ποινικό αδίκημα. Υπάρχει το άρθρο 22 του ίδιου νόμου που τυποποιεί συγκεκριμένες, σοβαρές -και λιγότερο σοβαρές- παραβάσεις ως ποινικά αδικήματα: η μη γνωστοποίηση αρχείου προσωπικών δεδομένων στην Αρχή, η μη λήψη άδειας για συλλογή ευαίσθητων δεδομένων και η μη συμμόρφωση προς απόφασης της Αρχής είναι ορισμένα από αυτά. 

Το πιο κλασικό βέβαια είναι το αδίκημα της παραγράφου 4, το οποίο στην πραγματικότητα περιλαμβάνει μια ευρύτατη διατύπωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, που αφορά  την "χωρίς δικαίωμα" χρήση, με κάθε τρόπο, των προσωπικών δεδομένων: 

Όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων, ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις.

Αυτό το "χωρίς δικαίωμα" είναι που διαχωρίζει τις επιτρεπόμενες, κατά τον υπόλοιπο ν.2472, επεξεργασίες, από τις ποινικά κολάσιμες. 

Δηλαδή τελικά η τέλεση ή μη του ποινικού αδικήματος θα κριθεί από το εάν:

α) τα προσωπικά δεδομένα υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του ν.2472 ή όχι,

β) συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της λήψης συγκατάθεσης ή της απολύτως αναγκαίας δημοσίευσης που εξυπηρετεί το δικαίωμα πληροφόρησης εάν αυτό υπερέχει προφανώς των συμφερόντων των ατόμων να μην δημοσιευτούν τα δεδομένα τους. 

γ) έπρεπε ή όχι να έχουν ενημερωθεί τα υποκείμενα των δεδομένων πριν την δημοσίευση της λίστας. 

Αυτά είναι τα τρία νομικά ερωτήματα που η απάντησή τους, με βάση τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, θα πρέπει να εξεταστεί και να δοθεί από τις αρμόδιες αρχές. Η απάντηση λοιπόν δεν μπορεί να δοθεί ούτε από έναν νομικό παρατηρητή, όχι μόνο για λόγους σεβασμού του τεκμηρίου της αθωότητας, αλλά και για λόγους μη γνώσης των ιδιαίτερων συνθηκών στις οποίες διενεργήθηκε η επίμαχη δημοσίευση. 




Τρίτη, Οκτωβρίου 16, 2012

Ομοφοβική λογοκρισία από την ΕΡΤ

Απόψε ξεκίνησε η προβολή της σειράς Downton Abbey από τον κρατικό τηλεοπτικό σταθμό της ΝΕΤ. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, από το σώμα του πρώτου επεισοδίου της σειράς απαλείφθηκε σκηνή που περιείχε ένα φιλί μεταξύ δύο ανδρών (βλ. εδώ). 

Πρόκειται σαφέστατα για φαινόμενο λογοκρισίας, καθώς η σειρά μεταδόθηκε μετά τις 10.00 και πλέον δεν υπάρχει απολύτως καμία δικαιολογία, ούτε καν οι φαιδρότητες περί προστασίας της παιδικής ηλικίας που ακούστηκαν και στο παρελθόν.

Να θυμίσουμε ότι ήδη από το 2006 το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε πρόστιμο που είχε επιβάλει το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόραση στο MEGA για αντίστοιχη σκηνή της σειράς "Κλείσε τα μάτια". Με την απόφαση 3490/2006, το Δ' Τμήμα του ΣτΕ έκρινε μεταξύ άλλων:

"(...) αυτή καθεαυτήν η παρουσίαση σκηνής με την οποία εκφράζεται απλώς και η ομοφυλόφιλη ερωτική επιθυμία, με ένα φιλί και χωρίς να υπάρχουν σκηνές πορνογραφικού περιεχομένου ή βωμολοχίες, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ότι προσδίδει στην επίμαχη τηλεοπτική ταινία την, απαγορευμένη από το Σύνταγμα, χαμηλή και υποβαθμισμένη ποιοτική στάθμη, που την καθιστά επίμεμπτη. Με την παράσταση στην επίμαχη ενδιάμεση σκηνή της εκφράσεως ομοφυλόφιλης ερωτικής επιθυμίας, γίνεται παρουσίαση μιας υπαρκτής κοινωνικής πραγματικότητας, η οποία σχετίζεται με μια κοινωνική ομάδα, μεταξύ των πολλών, οι οποίες συνθέτουν μια ανοικτή και σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία, οι ερωτικές επιλογές της οποίας, όχι μόνο δεν αποδοκιμάζονται από τη συνταγματική τάξη της χώρας, αλλά τουναντίον επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 2 (σεβασμός και προστασία της αξίας του ανθρώπου) και 5 παρ. 1 (προστασία της προσωπικής ελευθερίας) ως εκδήλωση ελεύθερης επιλογής των αποτελούντων αυτή, να γίνονται απολύτως σεβαστές και να μπορούν να εκφράζονται στα έργα τέχνης, όπως εξάλλου οι ερωτικές επιλογές και ευαισθησίες και των υπόλοιπων ομάδων του πληθυσμού της χώρας."


Αντίστοιχη περίπτωση λογοκρισίας καλλιτεχνικού έργου με την αφαίρεση φιλιού ανάμεσα σε δύο άνδρες υπήρξε και το 2009 στην παράσταση της όπερας Ρούσαλκα στην Εθνική Λυρική Σκηνή. Σ΄εκείνη την περίπτωση παρενέβη ο Συνήγορος του Πολίτη, ο οποίος σε σύστασή του έκρινε ότι με την λογοκρισία αυτή θίγεται όχι μόνο ο καλλιτέχνης, αλλά και το κοινό, το οποίο αποστερείται από το συνταγματικό του δικαίωμα να απολαύσει το έργο στην πληρότητα με την οποία το παρέδωσε ο δημιουργός του: 


“(...)στο σκέλος που αφορά την ελευθερία της τέχνης στην παθητική της διάσταση, ως δικαίωμα δηλαδή του κοινού να παρακολουθήσει την ελεύθερη καλλιτεχνική απόδοση μιας παράστασης, όπως την εμπνεύστηκε και επέλεξε να την αποδώσει η δημιουργός της (...)”. Σε αυτό το σημείο, ο Συνήγορος αναγνωρίζει λοιπόν την αξίωση του κοινού να παρακολουθεί ένα έργο χωρίς λογοκριτικές επεμβάσεις διοικητικών οργάνων, επισημαίνοντας ότι αυτή η αξίωση απορρέει από το άρθρο 16 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει ανεπιφύλακτα την ελευθερία της τέχνης και την υποχρέωση του κράτους για την ανάπτυξη και την προαγωγή της. Ο Συνήγορος αναφέρει ότι “η συνταγματική αυτή πρόβλεψη καθιερώνει την υποχρέωση του κράτους και των οργάνων του να συμβάλλουν στη δημιουργία ενός κλίματος ελευθερίας και εκτίμησης της καλλιτεχνικής δημιουργίας, απέχοντας από κάθε ενέργεια που θα απέβλεπε ή θα είχε ως πιθανολογούμενη συνέπεια τον καθορισμό του αισθητικού αποτελέσματος της παρεχόμενης προς το κοινό καλλιτεχνικής δημιουργίας. Βασική προϋπόθεση για την επιδίωξη αυτή είναι η απουσία άμεσων ή έμμεσων προληπτικών  ή κατασταλτικών πρακτικών από την πλευρά του κράτους και των υπηρεσιών του στο στάδιο της παραγωγής ή της διάδοσης έργων τέχνης”. 

Αυτή η συνταγματική ελευθερία του κοινού πιθανολογεί ο Συνήγορος ότι παραβιάστηκε, αναφέροντας: “Ωστόσο, εκ του αποτελέσματος φαίνεται ότι όχι μόνο δεν κατέστη τελικώς δυνατή η διασφάλιση της ελεύθερης από παρεμβάσεις παροχή της καλλιτεχνικής αυτής υπηρεσίας προς το κοινό, όπως αρχικώς είχε επιλεγεί και προαναγγελθεί δημοσίως, αλλά επιπλέον η αδυναμία αυτή αποδίδεται σε αντιδράσεις των ίδιων των μελών της “Ορχήστρας Λυρικής Σκηνής”, μολονότι η “Ορχήστρα Λυρικής Σκηνής” οφείλει να συνεπικουρεί την Εθνική Λυρική Σκηνή στο έργο της, αλλά και στη διασφάλιση του δικαιώματος των θεατών να παρακολουθήσουν aπρόσκοπτα την παρεχόμενη καλλιτεχνική υπηρεσία.

Ως προς το ομοφοβικό κίνητρο της λογοκριτικής παρέμβασης, το οποίο αναφέρει ως “κριτήρια που δεν φαίνεται να έχουν καν καλλιτεχνικό περιεχόμενο” ο Συνήγορος του Πολίτη είναι κάθετος: 

Η απόδοση ομοφυλοφιλικής ερωτικής επιθυμίας σε έναν ήρωα μυθοπλασίας και η εκδήλωσή της με ένα ερωτικό φιλί επί σκηνής, λαμβανομένης υπ' όψιν της εξέλιξης των κοινωνικών ηθών, ούτε αποτελεί "ακραία σκηνή", ούτε μπορεί να εκληφθεί ως προσβλητική προστατευόμενου έννομου αγαθού των φερομένων ως θιγόμενων από αυτό. [...] Η ομοφυλόφιλη ερωτική επιθυμία αποτελεί άλλωστε κοινωνικό δεδομένο και προστατεύεται στην συνταγματική μας έννομη τάξη , στο πλαίσιο της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος) και του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 του Συντάγματος). Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, η έκφρασή της στην τέχνη δεν την καθιστά, άνευ άλλου τινός επίμπεμπτη και δεν επιτρέπει την επιβολή περιορισμών, για τον λόγο και μόνο ότι αυτή εκφράζεται σε καλλιτεχνικό έργο και εκδηλώνεται με ένα ερωτικό φιλί επί σκηνής (βλ. και σχετική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ΣτΕ 3490/2006 με την οποία ακυρώθηκε επιβληθέν πρόστιμο από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης σε τηλεοπτική εκπομπή για την παρουσίαση ερωτικού φιλιού μεταξύ ανδρών).”

Σε μια χώρα που οι θεσμοί λειτουργούν, το ΕΣΡ θα είχε ήδη ζητήσει από την ΝΕΤ να προβάλλει το επεισόδιο,  χωρίς να λογοκρίνει το περιεχόμενό του, εξασφαλίζοντας έτσι την πλήρη πρόσβαση στου τηλεοπτικού κοινού στο καλλιτεχνικό έργο.

Σε μια χώρα με ενεργή κοινωνία των πολιτών, η ΕΡΤ θα είχε ήδη λάβει χιλιάδες επιστολές διαμαρτυρίας με αίτημα την προβολή του επεισοδίου στην ακέραιη εκδοχή του. 

Πέμπτη, Οκτωβρίου 11, 2012

Παράνομη η χορήγηση στατιστικών στοιχείων αλλοδαπών παιδιών

Αναφέρεται στην ειδησεογραφία ότι, στο πλαίσιο κοινοβουλευτικού ελέγχου, ζητήθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών η διαβίβαση των στοιχείων των αλλοδαπών νηπίων και βρεφών που γίνονται δεκτά από δημοτικούς παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς. Σε μία περίπτωση, καταγράφεται η προώθηση του αιτήματος από Αποκεντρωμένη Διοίκηση (δηλαδή κρατικό φορέα που ασκεί έλεγχο στους Ο.Τ.Α. της περιοχής) προς τους Δήμους της αρμοδιότητάς της και με επίκληση εγγράφου του Υπουργείου Εσωτερικών ζητείται η γνωστοποίηση του αριθμού των ημεδαπών και αλλοδαπών που επελέγησαν για να καλύψουν τις θέσεις των αντίστοιχων παιδικών και βρεφονηπιακών σταθμών. 

Τίθεται λοιπόν το ερώτημα περί του εάν είναι νομικώς επιτρεπτή η χορήγηση  τέτοιου είδους αριθμητικών στοιχείων ανά βρεφονηπιακό και παιδικό σταθμό ή εάν υπάρχουν απαγορεύσεις που θα απέκλειαν την ικανοποίηση του σχετικού αιτήματος  - εντολής. 

Υπάρχει το επιχείρημα ότι εφόσον πρόκειται για απλά αριθμητικά στοιχεία, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής του Ν.2472/1997, καθώς ο νόμος αυτός καλύπτει τις πληροφορίες που αφορούν φυσικά πρόσωπα τα οποία μπορούν να ταυτοποιηθούν. Ωστόσο, κατά τον νομοθετικό ορισμό των "δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", ως τέτοια αναφέρεται μεν "κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων", με την συμπλήρωση όμως ότι "δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν πλέον να προσδιοριστούν τα υποκείμενα των δεδομένων". Εάν, δηλαδή, ακόμη κι από στατιστικής φύσεως στοιχεία μπορούν να προσδιοριστούν τα υποκείμενα των δεδομένων, a contrario, ακόμη και φαινομενικώς ανωνυμοποιημένα στοιχεία, αποτελούν τελικά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κι επομένως εφαρμόζονται επ' αυτών οι σχετικές διατάξεις του Ν.2472. Σε αυτήν την προσέγγιση συνηγορεί εξάλλου και ο νομοθετικός ορισμος του "υποκειμένου των δεδομένων", ο οποίος αφορά "το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτοτητα είναι γνωστή ή μπορει να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιοριστεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική."

Σύμφωνα μάλιστα με την Γνωμοδότηση 4/2007 της Ομάδας Εργασίας των Ευρωπαϊκών Αρχών Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων ως προς τον ορισμό των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες "παρά το ότι οι πληροφορίες παρουσιάζονται ενδεχομένως ως συνολικά στοιχεία, το αρχικό δείγμα δεν είναι ικανού μεγέθους και μπορεί να γίνει εξακρίβωση της ταυτότητας ατόμων μέσω άλλων πληροφοριών" (βλ. και αρκετά τέτοια παραδείγματα στην Γνωμοδότηση). Έτσι, η ανωνυμοποίηση και η παρουσίαση στοιχείων ως συγκεντρωτικών, όταν αφορούν μια περιορισμένη γεωγραφικά περιοχή και προσδιορίσιμους παιδικούς ή βρεφονηπιακούς σταθμούς είναι πολύ πιθανό τελικά να μην συνιστά πραγματική ανωνυμοποίηση, έτσι ώστε τα στατιστικά στοιχεία να καθίστανται, στην πράξη, προσωπικά δεδομένα (λ.χ. στον βρεφονηπιακό σταθμό Χ υπάρχει 1 αλλοδαπός = έμμεσα, αλλά ευχερώς ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο = προσωπικά δεδομένα). 

Εξάλλου, τα δεδομένα που αφορούν την φυλετική ή εθνική προέλευση αποτελούν "ευαίσθητα δεδομένα" και ως εκ τούτου η επεξεργασία τους απαγορεύεται χωρίς την άδεια της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, η οποία μπορεί να δοθεί μόνο για τους προβλεπόμενους από το άρθρο 7 παρ. 2 ν.2472 σκοπούς, ανάμεσα στους οποίους δεν συγκαταλέγεται και ο σκοπός του κοινοβουλευτικού ελέγχου

Περαιτέρω όμως, ανεξάρτητα από το αν το τελικό διαβιβάσιμο αποτέλεσμα αποτελεί στατιστική πληροφορία ή προσωπικά δεδομένα, μια τέτοια διαδικασία θα προϋποθέτει αυτονόητα ήδη την δημιουργία ενός επώνυμου αρχείου: πριν ανωνυμοποιηθούν και στατιστικοποιηθούν τα στοιχεία, οι αρμόδιοι θα πρέπει να ετοιμάσουν ονομαστικούς καταλόγους των νηπίων και βρεφών. Η ίδια η δημιουργία ενός τέτοιου καταλόγου που αποσκοπεί στην απάντηση του επίμαχου ερωτήματος αποτελεί τελικά ένα εθνοτικό profiling, δηλαδή συγκρότηση ενός αρχείου προσωπικών δεδομένων με κριτήριο την φυλετική/εθνική καταγωγή ή - έστω - την ιθαγένεια (που δεν είναι καθόλου διακριτό στοιχείο απο τα δύο προηγούμενα), ενώ η δημιουργία ενός τέτοιου αρχείου και πάλι προϋποθέτει την άδεια από την Αρχή, μόνο όμως για λόγους του άρθρου 7 παρ. 2 ν.2472, ανάμεσα στους οποίους, όπως είπαμε, δεν περιλαμβάνεται η ανταπόκριση σε ερώτημα κοινοβουλευτικούς ελέγχου. 

Για αυτούς τους δύο λόγους, δηλαδή: 1ον τα εν δυνάμει ταυτοποιήσιμα φυσικά πρόσωπα και 2ον τη ειδική προεργασία για την προετοιμασία των στατιστικών στοιχείων, ο ν.2472 δεν επιτρέπει την χορήγηση τέτοιων στοιχείων στο πλαίσιο του συγκεκριμένου αιτήματος και οι τυχόν σχετικές εντολές για διαβίβαση στοιχείων πρέπει να απορρίπτονται ως αντίθετες στον ν.2472, ο οποίος εξειδικεύει σε επίπεδο κοινής νομοθεσιας το περιεχόμενο των διατάξεων του άρθρου 9Α του Συντάγματος. 



Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 26, 2012

H άρνηση προστασίας του απορρήτου

Αξίζει να αναζητήσει κανείς την ιστορία της θεσμοθέτησης του απορρήτου των επικοινωνιών στην Ελλάδα, ιδίως της διαδικασίας για την δικαστική άρση του, της προστασίας του από διάφορες αρχές, ανεξάρτητες και κλασικές. Θα διαπιστώσει την πλήρη άρνηση της κάθε κυβέρνησης να αντιμετωπίσει το θέμα στις πραγματικές διαστάσεις του: ως μια υπόθεση διαχείρισης ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Από την μία πλευρά η προστασία της ιδιωτικότητας, εν γένει, περιλαμβάνει φυσικά και το απόρρητο των επικοινωνιών. Από την άλλη πλευρά, όταν τα δικαιώματα κάποιου άλλου προσώπου θίγονται, τότε πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο περιορισμού της ιδιωτικότητας. Το Σύνταγμα δίνει μια προτεραιότητα στο απόρρητο: μόνο για ιδιαίτερα σοβαρά εγκλήματα ή για λόγους εθνικής ασφάλειας επιτρέπεται η άρση του. Επίσης: αποδεικτικά μέσα που συλλέχθηκαν κατά παράβαση του απορρήτου δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται στα δικαστήρια. 

Ο εκάστοτε νομοθέτης όμως, έρχεται συνήθως περιστασιακά και αποσπασματικά, να καλύψει μια δεδομένη "επικαιρότητα". Κάποτε τα ζητήματα απορρήτου συνδέθηκαν με το μεγάλο μεταπολιτευτικό σκάνδαλο της δεκαετίας του '80. Στη δεκαετία του 1990 υπήρξε πάλι πολιτική επικαιρότητα που οδήγησε στην ψήφιση του πολύπαθου Ν.2225/1994 που ισχύει μέχρι σήμερα, ύστερα από αλλεπάλληλες επεμβάσεις. Στον "δρόμο" προστέθηκαν και νέα νομικά εργαλεία: η νομοθεσία για την προστασία προσωπικών δεδομένων και η λειτουργία της αντίστοιχης ανεξάρτητης αρχής. Παράλληλα, ξεκίνησε η εξάπλωση του Διαδικτύου με την απόδοσή του στην ευρεία χρήση. Οι κυβερνήσεις, κάθε φορά που συνέβαινε κάτι σοβαρό, θεωρούν ότι με διάφορους νομοθετικούς αυτοσχεδιασμούς θα λύσουν το πρόβλημα της εγκληματικότητας. Η εισαγγελία του Αρείου Πάγου, απαντώντας σε ερωτήματα υπηρεσιών, έρχεται να ακυρώσει όσα αναφέρουν οι ευρωπαϊκές Οδηγίες για την προστασία των δεδομένων κίνησης και θέσης, γνωμοδοτώντας ότι αυτά δεν εμπίπτουν στο απόρρητο, άρα κάθε αστυνομικός υπάλληλος μπορεί να παραβιάζει ό,τι θέλει στο διαδίκτυο για να βρίσκει ό,τι χρειάζεται για κάθε αδίκημα, όχι μόνο τα "ιδιαιτέρως σοβαρά" που αναφέρει το Σύνταγμα.

Η υπερρύθμιση, είναι στην πραγματικότητα μη ρύθμιση. Κι όταν αφορά την ενάσκηση ανθρώπινων δικαιωμάτων και κυρίως την επιβολή περιορισμών σε αυτά, η μη ρύθμιση σημαίνει άρνηση προστασίας. 

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 24, 2012

Σύλληψη κατόχου σατιρικής σελίδας στο facebook

Διαβάζοντας τo σχετικό δελτίο τύπου της Αστυνομίας διαπιστώνει κανείς ότι δεν γίνεται αναφορά σε άρση του απορρήτου. Η άρση του απορρήτου που προβλέπεται από τον Ν.2225/1994 (όπως τροποποιήθηκε και ισχύει) είναι η συνταγματικά προβλεπόμενη διαδικασία για τον περιορισμό του απορρήτου των επικοινωνιών, αλλά σύμφωνα με το άρθρο 19 του Συντάγματος αφορά "ιδιαιτέρως σοβαρά εγκλήματα". O συγκεκριμένος καθορισμός των ιδιαιτέρως σοβαρών εγκλημάτων προσδιορίζεται από τον κοινό νομοθέτη, ο οποίος σεβόμενος το γράμμα και το πνεύμα του Συντάγματος περιέλαβε στον σχετικό κατάλογο μόνο ορισμένα σοβαρά κακουργήματα.

Τα αδικήματα της κακόβουλης βλασφημίας, της καθύβρισης θρησκευμάτων και της εξύβρισης νεκρού είναι πλημμελήματα, επομένως δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο των εγκλημάτων για τα οποία επιτρέπεται η άρση του απορρήτου. Σημειωτέον ότι επειδή το απόρρητο των επικοινωνιών είναι συνταγματικό δικαίωμα, ο συνταγματικός νομοθέτης έχει ορίσει τις δικαστικές αρχές ως αρμόδιες για να διατάξουν την σχετική άρση.

Ωστόσο, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου το 2009 γνωμοδότησε ότι στο Διαδίκτυο "δεν υπάρχει απόρρητο" ως προς τα δημοσιεύματα. Με την λογική ότι η δημοσίευση συνιστά εξ ορισμού παραίτηση του ατόμου από τα δικαιώματα της ιδιωτικότητας. Πρόκειται περί μιας απολύτως αβάσιμης ερμηνείας: άλλο είναι το μέρος που ο χρήστης θέλει να δημοσιεύσει κι άλλο το μέρος των προσωπικών δεδομένων του που χρησιμοποιούνται για την ολοκλήρωση της διαδικτυακής ανάρτησης και από τα οποία μπορει να προκύψει η σχετική ταυτοποίηση. Ο χρήστης που δημοσιεύει με ψευδώνυμο επιθυμεί την δημοσιότητα μόνο ενός μέρους του περιεχομένου, ενώ ουδέποτε παραιτήθηκε φυσικά από το απόρρητο των traffic data που μπορούν να οδηγήσουν στην αποκάλυψη της ταυτότητάς του. 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως, διαβάζουμε στο δελτίο τύπου της Αστυνομίας ότι


"Από την αστυνομική ψηφιακή έρευνα, που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο διενέργειας προκαταρκτικής εξέτασης, διακριβώθηκαν τα αρχεία καταγραφής ( logfiles ) και τα ηλεκτρονικά ίχνη του διαχειριστή - χρήστη της επίμαχης σελίδας.
Στη συνέχεια, την Παρασκευή (21-09-2012) το πρωί, κλιμάκιο εξειδικευμένων Αξιωματικών της Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος πραγματοποίησε νομότυπη έρευνα, παρουσία Εισαγγελικού λειτουργού, στο σπίτι του 27χρονου στα Ψαχνά Ευβοίας."


Επομένως, εδώ έχουμε δύο στάδια: το πρώτο στάδιο αφορά τον ψηφιακό εντοπισμό των ιχνών. Από το δελτίο τύπου δεν προκύπτει  ότι υπάρχει δικαστική διάταξη για άρση του απορρήτου, οπότε προφανώς η αστυνομική έρευνα έγινε με βάση την γνωμοδότηση Σανιδά. Υπάρχει όμως ένα κενό στην πληροφόρησή μας: τα ηλεκτρονικά ίχνη του χρήστη βρίσκονται στην κατοχή της Facebook. Η Facebook δεν παραδίδει τέτοια στοιχεία στις αστυνομικές υπηρεσίες εάν δεν προηγηθεί δικαστική διαδικασία στην δικαιοδοσία της έδρας της. Εξάλλου, ούτε η ανακοίνωση της αστυνομίας αναφέρει ότι έγινε τέτοιο "διάβημα" (όπως είχε γίνει με την υπόθεση του twitter για τον σατιρικό λογαριασμό του "ΚΚΕ"). Επομένως, για τον ψηφιακό εντοπισμό των ιχνών του χρήστη, είτε διασταυρώθηκαν στοιχεία που με αμέλεια του χρήστη είχαν κυκλοφορήσει σε δημοσιότητα, είτε ο λογαριασμός του χρήστη στο facebook παγιδεύθηκε με κάποια αστυνομική μέθοδο "ψαρέματος", όπως είναι, για παράδειγμα, η αποστολή e-mail με κατασκοπευτικό λογισμικό. Πάντως μέχρι πρόσφατα όταν κάποιος πολίτης κατήγγειλε περιστατικό εξύβρισης ή άλλων τέτοιων αδικημάτων στη Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, η απάντηση ήταν σταθερά ότι το Facebook δεν δίνει στοιχεία στα σχετικά διαβήματα. Και δεν γνωρίζω να έχει αλλάξει αυτή η πολιτική. 

Στο δεύτερο στάδιο, έχουμε κατ' οίκον έρευνα παρουσία εισαγγελικού λειτουργού, προφανώς για να συλληφθεί ο χρήστης επ' αυτοφώρο. Η διαδικασία αυτή ακολουθείται συνήθως όταν υπάρχουν  μεν κάποιες πληροφορίες για διαδικτυακό αδίκημα, αλλά δεν υπάρχει πλήρης βεβαιότητα για την ταυτότητα του δράστη, ώστε να ακολουθηθεί η κλασική διαδικασία της υποβολής μηνύσεως. Είναι χαρακτηριστικό ότι το δελτίο τύπου ως προς την κατ' οίκον έρευνα περιλαμβάνει τον όρο "νομότυπη". Κάτι που παραλείπεται στην περιγραφή του σταδίου έρευνας των ψηφιακών ιχνών. 

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 05, 2012

Διορισμοί στη Βουλή και διάκριση των εξουσιών

Να που και πάλι γίνεται επίκαιρη η αρχή της "διάκρισης των κρατικών λειτουργιών" που διέπει κάθε δημοκρατικό πολίτευμα από την εποχή του Μοντεσκιέ κι έπειτα. Αυτή τη φορά, το θέμα αναδεικνύεται μέσα από το ειδικό καθεστώς που ισχύει για τον διορισμό των εργαζομένων στην Βουλή, από πολιτικά πρόσωπα, χωρίς ΑΣΕΠ. Η "θεμελίωση" που προτείνεται πίσω από όλα αυτά - αλλά και πίσω από άλλες εξαιρέσεις της Βουλής, όπως λ.χ. ότι οι διοικητικές υπηρεσίες της δεν ελέγχονται από τον Συνήγορο του Πολίτη- είναι το ειδικό καθεστώς που πρέπει να απολαμβάνει το νομοθετικό σώμα, που ασκεί εξουσία ανεξάρτητη, λόγω της διάκρισης των κρατικών λειτουργιών. Άλλο η δημόσια διοίκηση (εκτελεστική λειτουργία), άλλο η δικαιοσύνη κι άλλο η νομοθετική εξουσία.

Κι επειδή υπάρχει δηλαδή η διάκριση των εξουσιών, αίφνης ο διορισμός ορισμένων στην Βουλή "εκφεύγει" των συνταγματικών διαδικασιών που προβλέπονται για τον διορισμό στον δημόσιο τομέα (άρθρο 103 του Συντάγματος), αφού πια δεν μιλάμε για τον ... ταπεινό δημόσιο τομέα, αλλά για τους Λειτουργούς Που Υπηρετούν τον Φορέα της Νομοθετικής Εξουσίας. Με λογική παραπλήσια με αυτή για τους "δικαστικούς υπαλλήλους", οι οποίοι, όχι, δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως οι υπόλοιποι δημόσιοι υπάλληλοι, καθόσον υπηρετούν τον φορέα της δικαστικής εξουσίας (δεν έχω πάντως υπόψη μου εξαιρέσεις από το ΑΣΕΠ για τους δικαστικούς υπαλλήλους: γιατί, όμως; Δεν πιστεύω να είναι "απλοί" δημόσιοι υπάλληλοι;!). 

Και κάπως έτσι, τελικά, η διοικητική υποστήριξη των κρατικών θεσμών έρχεται να ταυτιστεί με τους ίδιους τους θεσμούς. Σαν να ασκείται η νομοθετική εξουσία από τους υπάλληλους της Βουλής κι όχι από το νομοθετικό Σώμα. Άλλη μια στρεβλή επίκληση της αρχής της διάκρισης των λειτουργιών! Η οποία απορρέει από την αντίληψη ότι η διάκριση των λειτουργιών είναι μια υπερ-αρχή με εννοιολογικό περιεχόμενο που μπορεί να κατισχύει ακόμη και συνταγματικών διατάξεων. Ενώ αντίθετα, στον ίδιο τον πυρήνα της βρίσκεται η  διάκριση ελέγχοντος - ελεγχομένου (κι όχι ταύτιση!) και ότι το δίκαιο καθορίζεται από καταστατικά όργανα, εν προκειμένω τον Συνταγματικό νομοθέτη, ο οποίος είναι ο μόνος αρμόδιος να καταστρώσει τις γενικές και ειδικότερες εκφάνσεις της διάκρισης των λειτουργιών στον καταστατικό χάρτη. 

Δεν βρίσκω λοιπόν κανέναν λόγο για τον οποίο οι διορισμοί  στην Βουλή δεν θα πρέπει να διέπονται από το άρθρο 103 του Συντάγματος, αφού υπάρχει γι' αυτούς και ειδική μνεία στην παράγραφο 6. Ούτε γνωρίζω κάποια γενική αρχή, η οποία κατισχύει συνταγματικών διατάξεων, χάριν της διάκρισης των εξουσιών.


Σάββατο, Αυγούστου 11, 2012

H διάκριση των εξουσιών ως "ταφόπλακα" της προστασίας των προσωπικών δεδομένων

1. Μια πολύ καλή ιδέα

Η διάκριση των εξουσιών αποτελεί μια κεντρική πνευματική κατάκτηση της εποχής του Διαφωτισμού, αρχικά ως μια πολιτικοφιλοσοφική απάντηση στον κίνδυνο της υπερσυγκέντρωσης ισχύος στα χέρια του ηγεμόνα. 

Ο διαχωρισμός της εκτελεστικής από την νομοθετική και την δικαστική εξουσία αποτελεί σε κάθε κράτος δικαίου μια εγγύηση ότι η εξουσία ελέγχεται και δεν αυθαιρετεί.  Σήμερα, η διάκριση των εξουσιών κατάντησε να λειτουργεί με το ακριβώς  αντίθετο αποτέλεσμα, με την απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα που αρνείται να ασκήσει τις συνταγματικές ελεγκτικές της αρμοδιότητες για να μην "θιγεί" η διάκριση των λειτουργιών, επειδή θα εκανε έμμεση κριτική στο σκεπτικό μιας εισαγγελικής διάταξης. Βρισκόμαστε ενώπιον ενός σπάνιου περιστατικού πλήρους στρέβλωσης του θεσμικού στόχου, καθώς το εργαλείο που δημιουργήθηκε για να αποτρέψει την υπερσυγκέντρωση εξουσίας, χρησιμοποιείται ακριβώς για να την ενισχύσει. 

Μια πολύ καλή ιδέα, η διάκριση των εξουσιών, που θεσπίστηκε για να μας προστατεύει από την ανεξέλεγκτη κρατική επιβολή, ξαφνικά μετατρέπεται στο κεντρικό επιχείρημα υπέρ της διατήρησης της κρατικής επιβολής ως ανεξέλεγκτης. 

2. Άλλο όμως η ιδέα κι άλλο η θετική κατοχύρωσή της

"Δεν μπορώ να επέμβω στο έργο του εισαγγελέα", λέει η Αρχή Προστασίας Δεδομένων, "γιατί εγώ είμαι διοικητικό όργανο (εκτελεστική λειτουργία), ενώ ο εισαγγελέας είναι δικαστικός λειτουργός (δικαιοσύνη). Η διάκριση των εξουσιών δεν επιτρέπει να παρεμβαίνει η εκτελεστική λειτουργία στο έργο της δικαιοσύνης.

Εύλογο και πειστικό, για κάποιον που θεωρεί ότι το δίκαιο εξακολουθεί να λειτουργεί με τα νεφελώματα των γενικών γνώσεων και τις θεωρητικές πολιτειολογικές παραδοχές. Όμως, μια άλλη αρχή του κράτους δικαίου, παράλληλη και συνισχύουσα με την διάκριση των λειτουργιών, είναι η αρχή της ασφάλειας του δικαίου. Ο νομικός που θα εφαρμόσει τον νόμο δεν θα ανατρέξει στα γραπτά του Μοντεσκιέ για να αναζητήσει το κανονιστικό περιεχόμενο της διάκρισης των εξουσιών. Στην εποχή μας το δίκαιο είναι γραπτό και οι καταστατικές βάσεις του πολιτεύματος καταγράφονται στο Σύνταγμα, με μια "βαριά" διαδικασία πολλαπλών εγγυήσεων δημοσιότητας και αντιπροσωπευτιότητας. Η διάκριση των λειτουργιών, ως γενική ιδέα αφορά όντως την παραδοχή ότι η εκτελεστική λειτουργία δεν επιτρέπεται να παρεμβαίνει στο έργο της δικαιοσύνης. Αλλά στο Σύνταγμα, αυτή η ιδέα βρίσκει μια πολύ συγκεκριμένη διατύπωση, η οποία εμπεριέχει και τις εξαιρέσεις του κανόνα: υπάρχει και η διασταύρωση των λειτουργιών, καθώς η διάκριση μόνη της θα δημιουργούσε στεγανά "φέουδα" που θα οδηγούσε σε νέες αυθαιρεσίες. 

Το Σύνταγμα κατοχυρώνει την διάκριση των εξουσιών στο άρθρο 26. Η παράγραφος 3 αναφέρει ότι "η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια". Η συνταγματική κατοχύρωση της διάκρισης των λειτουργιών δεν περιορίζεται όμως στο άρθρο 26, αλλά καταστρώνεται και σε άλλες διατάξεις. Στο άρθρο 87 παράγραφος 1 αναφέρεται ότι "η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές που απολαμβάνουν προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία." Άρα, η "δικαστική λειτουργία" του άρθρου 26 αφορά τα δικαστήρια που συγκροτούνται από τακτικούς δικαστές. Το άρθρο 88 του Συντάγματος αναγνωρίζει και μια ευρύτερη κατηγορία προσώπων, τους "δικαστικούς λειτουργούς", στους οποίους σαφώς περιλαμβάνονται και οι εισαγγελείς. Οι εισαγγελείς είναι μεν δικαστικοί λειτουργοί, αλλά δεν είναι αυτοί που "απονέμουν δικαιοσύνη", κατά το άρθρο 87, επειδή δεν είναι "τακτικοί δικαστές", μολονότι κάποτε μπορεί να μετέχουν σε δικαστικές συνθέσεις (όπως, άλλωστε, και οι γραμματείς της "έδρας"). Η εισαγγελική ιδιότητα εντάσσεται λοιπόν στο πλαίσιο της διάκρισης των λειτουργιών, μόνο στο βαθμό που οι εισαγγελείς μετέχουν στην σύνθεση ενός "δικαστηρίου" που συγκροτείται από "τακτικούς δικαστές". Αυτή είναι η μόνη συνταγματική σύνδεση των αρμοδιοτήτων τους με την διάκριση των λειτουργιών του άρθρου 26 παρ. 3. Μόνο ως μετέχοντες σε δικαστικές συνθέσεις τακτικών δικαστών, οι εισαγγελείς συμβάλλουν στην ενάσκηση της "δικαστικής λειτουργίας", την οποία το Σύνταγμα ορίζει ως διακριτή από τις άλλες δύο λειτουργίες. Οι εκτός δικαστικού σχηματισμού αρμοδιότητες των εισαγγελέων δεν υπάγονται λοιπόν στις συγκεκριμένες συνταγματικές διευθετήσεις.

Επομένως, η Ελληνική συνταγματική κατοχύρωση της διάκρισης των εξουσιών δεν αφορά τους εισαγγελείς στις εκτός δικαστικών σχηματισμών αρμοδιότητές τους. Άρα ουδείς μπορεί να επικαλείται την διάκριση των λειτουργιών ως απαγόρευση για την ενάσκηση ελέγχου στο έργο ενός μεμονωμένου εισαγγελέα. Μπορεί, βέβαια, να το απαγορεύει η λειτουργική ανεξαρτησία που απολαμβάνει ένας εισαγγελέας, αλλά αυτό είναι άλλος κανόνας, με ειδικό περιεχόμενο και σαφώς διακριτός από την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Και, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να ληφθεί υπόψη και η φύση αυτού του "ελέγχου", για να δούμε εάν απαγορεύεται όπως κάθε παρέμβαση. 

3. Άλλο η "παρέμβαση" κι άλλο ο ανεξάρτητος έλεγχος

Μια άλλη ωραία κατάκτηση της σύγχρονης δημοκρατίας είναι οι ανεξάρτητες αρχές. Αποτέλεσαν επί δεκαετίες έναν πονοκέφαλο για τους θεωρητικούς, αφού δεν ήξεραν που ακριβώς να τις "εντάξουν", στο σύστημα της διάκρισης των λειτουργιών. Το θέμα στην Ελλάδα είναι κανονιστικά διευθετημένο: το Σύνταγμα περιέχει το ειδικό άρθρο 101Α που αναφέρεται στον τροπο ανάδειξης των μελών των ανεξάρτητων αρχών μέσα από μία κοινοβουλευτική διαδικασία που επιβάλλει ομοφωνία των κομμάτων που μετέχουην στην Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής. Το άρθρο 101Α υπάγεται στο Τμήμα ΣΤ' του Συντάγματος, το οποίο τιτλοφορείται "Διοίκηση". Επομένως, είναι σαφές ότι, κανονιστικά, οι ανεξάρτητες αρχές δεν αποτελούν πυλώνες ούτε της νομοθετικής εξουσίας, αλλά ούτε και της δικαιοσύνης. Μπορεί να έχουν την αρμοδιότητα να εκδίδουν και κανονιστικές πράξεις ορισμένες από αυτές, αλλά τέτοιες αρμοδιότητες έχουν και τα δημοτικά συμβούλια χωρίς κανείς ποτέ να αναρωτηθεί μήπως πρέπει να τα χρεώσει στην "νομοθετική" εξουσία, κι όχι στην Διοίκηση. Μπορεί να έχουν την αρμοδιότητα να αποφαίνονται και με ατομικές πράξεις για ιδιωτικές διαφορές, αλλά η απόφασή τους είναι διοικητική, όχι "δικαστική". 

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα ιδρύθηκε στην Ελλάδα κατ' επιταγή της κοινοτικής Οδηγίας 95/46, η οποία επέβαλε στο κράτος να της αναθέσει πλήρεις ελεγκτικές αρμοδιότητες, ως προς τον ειδικό τομέα της τήρησης των κανόνων προστασίας δεδομένων. Το 2001, το ίδιο το Σύνταγμα αναγνώρισε στο άρθρο 9Α ότι η Αρχή έχει την αρμοδιότητα της διασφάλισης της προστασίας προσωπικών δεδομένων, όπως ο νόμος ορίζει. Ο νόμος αυτός, ο Ν.2472 ανέθεσε στην Αρχή την αποστολή της  εποπτείας της εφαρμογής του (άρθρο 15). Μέχρι και να "γνωμοδοτεί για κάθε ρύθμιση που αφορά την επεξεργασία και  προστασία προσωπικών δεδομένων" (άρθρο 19 παρ. 1 περ. θ'), έχει αρμοδιότητα η Αρχή, συμβουλεύοντας δηλαδή ακόμη και τον Νομοθέτη. Προβλέποντας ορισμένες εξαιρέσεις εποπτείας από κάποιους τομείς στους οποίους αναγνωρίζεται ότι υπάρχουν ήδη επαρκείς εγγυήσεις, ώστε να καθίσταται μάλλον περιττή η πρόσθετη εποπτεία της Αρχής. Οι τηλεφωνικοί κατάλογοι που έχουμε για αμιγώς οικιακή χρήση, προφανώς δεν θέτουν σε τόσο μεγάλο κίνδυνο τα προσωπικά δεδομένα των "επαφών", ώστε να δικαιολογούν επισκέψεις των ελεγκτών της Αρχής στο σπίτι μας για να διαπιστώσουν αν τους κλειδώνουμε στο σωστό συρτάρι. Θα ήταν μια δυσανάλογη παρέμβαση στην ιδιωτικότητά μας. 

Παρέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας στο έργο της Δικαιοσύνης είναι να σηκώνει ο Υπουργός το τηλέφωνο και να υπαγορεύει δικαστικές αποφάσεις. Να μετατίθεται δυσμενώς ο  δικαστικός επειδή εξέδωσε μια "δυσάρεστη" απόφαση.  Να μειώνονται σε εξευτελιστικό βαθμό οι αποδοχές των δικαστών. Σεβασμός της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης σημαίνει αποχή από οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο τρόπο που νοθεύει την καθαρότητα της δικαστικής κρίσης, δηλαδή που επιβάλλει στον δικαστή να σκεφτεί με κριτήρια άλλα από αυτά που προβλέπουν το Σύνταγμα και ο νόμος. Αυτά είναι παραβάσεις της αρχής της διάκρισης των εξουσιών. Ο διορισμός της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων από το Υπουργικό Συμβούλιο θα ήταν κι αυτός παραβίαση της διάκρισης των εξουσιών, αν δεν προβλεπόταν από το ίδιο το Σύνταγμα: όλες οι συνταγματικές διατάξεις έχουν την ίδια, υπέρτατη, κανονιστική ισχύ.

Ο έλεγχος όμως των έργων των δικαστικών λειτουργών κατά τα μη δικαιοδοτικά τους καθήκοντα, ως προς τη συμμόρφωσή τους με την τήρηση των κανόνων προστασίας προσωπικών δεδομένων, από ένα όργανο το οποίο έχει αναδειχθεί με ομόφωνη διακομματική απόφαση της Βουλής και το οποίο ασκεί τις αρμοδιότητές του με όρους γραφειοκρατικής διαφάνειας, ουδόλως μπορεί να θεωρηθεί "παρέμβαση", με την έννοια της καταστρατήγησης της διάκρισης των λειτουργιών. Η αξιολόγηση της συμβατότητας μιας εισαγγελικής διάταξης προς τους κανόνες προστασίας δεδομένων, από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων, ουδόλως επιβάλλει στον εισαγγελέα να σκεφτεί με κριτήρια άλλα από αυτά που προβλέπουν το Σύνταγμα και ο νόμος. Αντιθέτως, μάλιστα, ο ανεξάρτητος έλεγχος θα τον επαναφέρει στο να περιοριστεί   σε αυτά τα κριτήρια, αν υποτεθεί ότι ένας εισαγγελέας μπορεί κάποτε να παρασύρεται από εξωνομικές επιρροές, ξένες προς τον σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων (όπως η θέση της Κυβέρνησης ή η οργή της κοινής γνώμης για τον κατηγορούμενο).  Με αυτά τα χαρακτηριστικά, ο ανεξάρτητος έλεγχος της Αρχής δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την παρέμβαση στο έργο της δικαιοσύνης. Πολύ περισσότερο που, όπως είπαμε, στην έννοια αυτή δεν υπάγεται συνταγματικά ο κάθε προϊστάμενος της ποινικής δίωξης εισαγγελεάς. 

4. "Και τι ξέρει η Αρχή από απονομή Δικαιοσύνης;"

Υπάρχει μια έντονη αμφισβήτηση του ρόλου των ανεξάρτητων αρχών στην Ελλάδα, κυρίως επειδή ως θεσμοί δεν προέκυψαν μέσα από την εγχώρια πολιτική συζήτηση και την κοινωνική αναγκαιότητα, καθώς η ίδρυση των περισσοτέρων επιβλήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην "κόντρα" ανεξάρτητων αρχών - δικαστικών λειτουργών, συνήθως οι παραδοσιακοί νομικοί είναι με την μεριά των δικαστικών, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της διαφωνίας. Στην υπόθεση με τις κάμερες, μια γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (ο οποίος είπαμε από ποιους διορίζεται) ήταν εντελώς αντίθετη από τις αποφάσεις της Αρχής Προστασίας Δεδομένων (η οποία είπαμε επίσης από ποιους εκλέγεται), με αποτέλεσμα να παραιτηθούν από ευθιξία τα μισά μέλη της Αρχής. Δεν έχουμε διαμορφώσει μια αντίληψη σεβασμού των ανεξάρτητων αρχών στην Ελλάδα και σε αυτό ενέχεται τόσο η εκάστοτε κυβέρνηση, όσο και οι ίδιες οι ηγεσίες των ανεξάρτητων αρχών που αποφεύγουν να ασκήσουν τις αρμοδιότητές τους σε όλη τους την πληρότητα, ακόμη κι όταν αυτό δεν συνεπάγεται οικονομικό κόστος. 

Αν το αξιολογήσουμε από μια σκοπιά θεσμικής "βαρύτητας", θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ορισμένα χαρακτηριστικά που σχετίζονται με την δημοκρατική νομιμοποίηση των δύο θεσμών. Ο εισαγγελέας έχει αποφοιτήσει από την σχολή δικαστών κι έχει διοριστεί  με προεδρικό διάταγμα, διαθέτοντας βέβαια τις εγγυήσεις προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας όπως και οι τακτικοί δικαστές. Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων, από την άλλη, έχει επικεφαλής έναν ανώτατο δικαστικό και ως μέλη της καθηγητές νομικής και πληροφορικής και πρόσωπα εμπειρίας στον τομέα της προστασίας δεδομένων, που έχουν επιλεχθεί με ομοφωνία ή πλειοψηφία 4/5 από την διακομματική Διάσκεψη της Βουλής. Η Αρχή δεν υπάγεται σε ιεραρχικό έλεγχο ή δοικητική εποπτεία Υπουργού κι έχει περιορισμένη χρονικα θητεία, ενώ ο εισαγγελέας υπάγεται στην εποπτεία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, υποχρεούμενος να εκτελεί τις παραγγελίες του, διατηρώντας βέβαια την ανεξαρτησία της συνείδησής του, και είναι ισόβιος. Και το σημαντικότερο απ' ολα: ο εισαγγελέας ασχολείται με οποιοδήποτε νομικό θέμα του ανατεθεί, καθώς προϊσταται της ποινικής δίωξης, ενώ η Αρχή μόνο με την προστασία προσωπικών δεδομένων. Παρ' όλ' αυτά, οι περισσότεροι νομικοί έχουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στους δικαστικούς, παρά στις ανεξάρτητες αρχές, έχοντας κατά νου όχι τόσο την πολιτική "νομιμοποίηση" τους, αλλά την ιστορική και συνταγματική έδραση της Δικαιοσύνης ως μια από τις τρεις κρατικές λειτουργίες.

Αυτή η τελευταία προκατάληψη τελικά επικράτησε ως φαίνεται ακόμα και μέσα στην ίδια την Αρχή Προστασίας Δεδομένων: "ποιοι είμαστε εμείς που θα ελέγξουμε την Δικαιοσύνη;". Παρ' όλο που ο μεμονωμένος εισαγγελέας που διατάζει την δημοσιοποίηση των προσωπικών δεδομένων σαφέστατα και δεν αποτελεί "δικαστήριο", οπότε δεν υπάγεται στο σχήμα της συνταγματικά κατοχυρωμένης διάκρισης των λειτουργιών που αφορά μόνο τα δικαστήρια και όχι κάθε οιονεί δικαιοδοτική αρμοδιότητα του εισαγγελέα. Η Αρχή δυστυχώς επικαλέστηκε την διάκριση των εξουσιών ως γενική ιδέα, χωρίς να έχει λάβει υπόψη της την συγκεκριμένη συνταγματική κατάστρωσή της. Όταν όμως μια άλλη συνταγματικά κατοχυρωμένη ανεξάρτητη αρχή (το Ε.Σ.Ρ.) επελήφθη μιας εκπομπής για παράβαση της ιδιωτικής ζωής, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων δεν είχε καμία αναστολή να επέμβει και αυτή, εκδίδοντας μάλιστα και εν μέρει αντίθετη απόφαση, ως προς το σκέλος βέβαια της παραβίασης προσωπικών δεδομένων. Κι αυτά, παρόλο που το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος αναφέρει ότι ο άμεσος έλεγχος της ραδιοτηλεόρασης και η επιβολή κυρώσεων αποτελεί "αποκλειστική αρμοδιότητα" του Ε.Σ.Ρ! Έχουμε δηλαδή έναν ρητό συνταγματικό αποκλεισμό κάθε άλλης αρχής, κι όμως η Αρχή βρήκε τα νομικά εργαλεία να τον υπερβεί.

Έρχεται λοιπόν σήμερα η Αρχή, με ένα σκεπτικό που δεν αντέχει αν το αντιπαραβάλεις με τις συγκεκριμένες διατάξεις των άρθρων 26 και 87 του Συντάγματος, να αποποιηθεί της ευθύνης της, λόγω "της διάκρισης των λειτουργιών". Και προτείνει και μερικές τροποποιήσεις στο νομοθετικό πλαίσιο, αλλά, προς Θεού, όχι και ότι θα έχει αρμοδιότητα αδειοδότησης ή έστω γνωμοδότησης, παρ' όλο που πρόκειται για "ρύθμιση σχετική με την επεξεργασία και την προστασία προσωπικών δεδομένων". Δηλαδή, τον Νομοθέτη μπορεί να τον συμβουλεύσει η Αρχή, ενώ τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, όχι. Έτσι, ο εισαγγελέας παραμένει μόνος του, να αποφασίζει για τα προσωπικά δεδομένα των κατηγορούμενων, αφού η ίδια η "διάκριση των λειτουργιών", δηλαδή το Σύνταγμα, δεν επιτρέπει στην Αρχή να τοποθετηθεί! Και όσο κι αν μπορούν να γίνουν βεβαίως τροποποιήσεις των νόμων, η Αρχή δεν νοείται, τάχα, να αδειοδοτεί την Αστυνομία παράλληλα με την αρμοδιότητα του εισαγγελέα, γιατί αυτό θα συνιστά παραβίαση του... Συντάγματος. Αποτέλεσμα: οι εισαγγελείς και οι Αστυνομίες μπορούν να παραβιάζουν όσο θέλουν το Σύνταγμα, με την Αρχή σε ρόλο Πόντιου πιλάτου. Ποιος θα τους ελέγξει; Οι προϊστάμενοί τους; 

5. Έχουμε όμως και διεθνείς υποχρεώσεις

Το θέμα δεν θα μπορούσε παρά να έχει και διαστάσεις πέρα από τον μικρόκοσμο του Ελληνικού συνταγματικού δικαίου. Δεν αναφέρομαι εδώ στην διεθνή κατακραυγή για τον εξευτελισμό των οροθετικών, αλλά στις δεσμεύσεις της Ελλάδας απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στις 30.12.2008 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ε.Ε. ένα νομοθέτημα του ευρωπαϊκού δικαίου, η "Απόφαση Πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2008, για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τυγχάνουν επεξεργασίας στο πλαίσιο της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις". Πρόκειται για ένα νομοθέτημα το οποίο ρυθμίζει, μεταξύ άλλων τις ανταλλαγές προσωπικών δεδομένων που αφορούν διακρατικές ποινικές υποθέσεις, όχι μόνο μεταξύ των αστυνομικών, αλλά και των δικαστικών αρχών των κρατών της Ε.Ε. Στο νομοθέτημα αυτό αναφέρεται και ότι η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων πρέπει να έχει τις πλήρεις ελεγκτικές αρμοδιότητές της και επί των Ελληνικών Δικαστικών Αρχών, στο πλαίσιο βέβαια του πεδίου εφαρμογής του συγκεκριμένου νομοθετήματος και με σεβασμο στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. (Δείτε την ανάλυση που είχα κάνει για το θέμα το 2008, εδώ). 

Η προθεσμία που είχαμε ήταν δύο ετών, δηλαδή η Ελλάδα έπρεπε να είχε ενσωματώσει αυτή την Απόφαση στην εθνική νομοθεσία μέχρι τις 27.11.2010. Πράγματι, λίγους μήνες πριν την εκπνοή αυτής της προθεσμίας, στις 20-4-2010 ο Υπουργός συγκρότησε την νομοπαρασκευαστική επιτροπή που θα επεξεργαζόταν το νομοσχέδιο για αυτή την Απόφαση - πλαίσιο. Μέχρι στιγμής πάντως, αντί η νομοθεσία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων να επεκτείνεται και στην εφαρμογή της στο πλαίσιο της Δικαιοσύνης, ολοένα απομακρύνεται. Είτε με νομοθετικές παρεμβάσεις που αφαιρούν αρμοδιότητες από την Αρχή, είτε και με αποφάσεις της ίδιας της Αρχής, όπως αυτή για τα δεδομένα των οροθετικών, που η Αρχή αναζητά μια συνταγματική έδραση για να αποτρέψει και τον νομοθέτη ακόμη από το να της αναθέσει αρμοδιότητες. 

Όταν όμως κληθούμε να πληρώσουμε το πρόστιμο για την μη εφαρμογή της Απόφασης - Πλαίσιο, καμία ευφάνταστη κατασκευή για την διάκριση των εξουσιών δεν θα μας γλιτώσει.

6. Tί πραγματικά ζητήθηκε από την Αρχή

Ουδείς ζήτησε από την Αρχή να ελέγξει τον Εισαγγελέα. Η καταγγελία που υποβλήθηκε αφορούσε την δημοσιοποίηση στοιχείων από την Αστυνομία, όχι από την Εισαγγελία.  Ο νόμος δίνει στον Εισαγγελέα την αρμοδιότητα να διατάξει την δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων σχετικών με ποινική δίωξη. Σχετικά με ποινική δίωξη δεδομένα είναι: "Εναντίον του Χ ασκήθηκε ποινική δίωξη για την φερόμενη παράβαση του αδικήματος Υ". Τα δεδομένα που αφορούν την κατάσταση της υγείας του ατόμου και της εθνικής καταγωγής του ανήκουν σε διακριτές κατηγορίες ευαίσθητων δεδομένων, η δημοσίευση των οποίων προϋποθέτει άδεια της Αρχής, κατά το άρθρο 7 Ν.2472, αλλιώς απαγορεύεται. Ο Εισαγγελέας έκρινε όμως ότι και αυτά καλύπτονται από την αρμοδιότητά του. Η Αστυνομία δημοσίευσε και αυτά στις ιστοσελίδες της, χωρίς φυσικά άδεια της Αρχής. Η Αρχή θα μπορούσε να είχε αποφανθεί ότι ορισμένα από τα δεδομένα δεν είναι "σχετικά με ποινική δίωξη" ή ότι, εν πάσει περιπτώσει δεν νοείται τρεις μήνες μετά να παραμένουν στην ιστοσελίδα της Αστυνομίας, αφού αυτό εκφεύγει σε τελική ανάλυση και της ίδιας της εισαγγελικής διάταξης, η οποία αφορούσε τις ανάγκες μιας δεδομένης χρονικής περιόδου. 

Δεν ζητήθηκε λοιπόν στην Αρχή, ούτε να κάνει έλεγχο συνταγματικότητας και να "καταργήσει" την διάταξη που δίνει την σχετική αρμοδιότητα στον Εισαγγελέα, ούτε να επιβάλλει φυσικά κάποια κύρωση στον Εισαγγελέα ή να παρέμβει στο έργο του, αλλά να υποχρεώσει την Αστυνομία να είναι εφοδιασμένη και με άδεια της Αρχής για ορισμένες κατηγορίες ευαίσθητων δεδομένων. Επρόκειτο για ένα απολύτως ισορροπημένο και τεκμηριωμένο αίτημα, το οποίο απέφευγε κάθε ακρότητα και "ακτιβισμό": ούτε ζητήθηκε έλεγχος συνταγματικότητας του νόμου, ούτε υπέρβαση των αρμοδιοτήτων της Αρχής, ούτε παραβίαση της διάκρισης εξουσιών. Ζητήθηκε απλώς η πλήρης εφαρμογή του Ν.2472/1997, όπως ισχύει αυτήν την στιγμή.

7. Τι πραγματικά αποφάνθηκε η Αρχή

Η Αρχή, όμως, χωρίς να καλέσει τις οργανώσεις να αναπτύξουν το αίτημα, το οποίο πάντως ήταν σαφώς διατυπωμένο στην καταγγελία, αποφάσισε ότι δεν έχει αρμοδιότητα να ελέγξει την νομιμότητα των ευαίσθητων δεδομένων  των οροθετικών που είναι δημοσιευμένα  στην ιστοσελίδα της Αστυνομίας. Αυτό αν ίσχυε θα σήμαινε όμως ότι η Αρχή δεν θα μπορούσε να έχει αρμοδιότητα ούτε μετά από νομοθετική τροποποίηση, γιατί κάτι τέτοιο θα ... παραβίαζε την διάκριση των εξουσιών. 

Επομένως, η πραγματική απόφαση της Αρχής είναι ότι αναγνωρίζει ένα τεράστιο κενό στην προστασία προσωπικών δεδομένων στην Ελλάδα, δηλαδή σε δικαστικές - εισαγγελικές - αστυνομικές αρχές, δικαιολογώντας πλήρως την ύπαρξη αυτού του κενού βάσει της αρχής της διάκρισης των εξουσιών!!! Πρόκειται για μια ταφόπλακα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, αφού δίνει μια "ασυλία" συνταγματικής δήθεν περιωπής σε κάθε αστυνομικό-προανακριτικο υπάλληλο τελικά, καθώς όλοι αυτοί έχουν προϊστάμενους εισαγγελείς και σε γενικές γραμμές οτιδήποτε μπορεί να αναχθεί, με αυτό το μαξιμαλιστικό σκεπτικό της Αρχής, στην "ανεξάρτητη Δικαιοσύνη". 

Η Αρχή προτείνει στο Υπουργείο και κάποιες τροποποιήσεις ώστε να εκλογικευθεί η αρμοδιότητα του εισαγγελέα (άραγε αυτή η πρόταση πώς και δεν παραβιάζει την διάκριση των λειτουργιών;), ενώ στην πραγματικότητα η Χώρα έχει υποχρέωση απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση να δημιουργήσει ένα πλήρες νομοθέτημα για την προστασία των προσωπικών δεδομένων κατά την  ενάσκηση των αρμοδιοτήτων των αστυνομικών και εισαγγελικών - δικαστικών αρχών στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις. 

8. Συμπέρασμα

Οι πολίτες περιμένουν από τους θεσμούς να λειτουργούν αποτελεσματικά και να προστατεύουν τα δικαιώματά τους από την αυθαιρεσία της εκάστοτε εξουσίας. Όταν οι θεσμοί επινοούν χίλια - δυο τερτίπια για να αποποιηθούν των αρμοδιοτήτων τους, μην απορούμε μετά για το πού μπορεί να φτάσουν οι πολίτες για να δικαιωθούν. Ιδίως όταν είναι όντως αδικημένοι. Δεν πρόκειται να τους σταματήσει καμία επίκληση της "διάκρισης των λειτουργιών", ιδίως όταν είναι τόσο σαθρή. 


Παρασκευή, Αυγούστου 10, 2012

H απόφαση της Αρχής Δεδομένων για τις συλληφθείσες οροθετικές

Τρεις και πλέον μήνες μετά την απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση που επιφύλαξε το κράτος σε συλληφθείσες εκδιδόμενες οροθετικές γυναίκες και παρά την διεθνή κατακραυγή για την κατάφωρη παραβίαση των δικαιωμάτων τους με την δημοσιοποίηση πλήθους προσωπικών δεδομένων τους, σαν να ήταν καταζητούμενες ενώ είχαν ήδη προφυλακιστεί, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωρινού Χαρακτήρα δίνει στην δημοσιότητα ένα κείμενο 16 σελίδων, στο οποίο αποφαίνεται ότι δεν έχει αρμοδιότητα να ασχοληθεί με το θέμα.

Eίχε προηγηθεί η  καταδικαστική γνώμη της Συνηγόρου του Πολίτη, η αντίστοιχη διαμαρτυρία της Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στην οποία μετέχει ως καταστατικό μέλος εκπρόσωπος της Αρχής!), η  σχετική ανάλυση της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου που επεσήμαινε ότι έπρεπε προηγουμένως να έχει τοποθετηθεί η Αρχή Προστασίας Δεδομένων, καθώς και η σχετική ανακοίνωση της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων. Το θέμα γνώρισε διεθνείς διαστάσεις, με οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών να καταδικάζουν την απάνθρωπη συμπεριφορά, ενώ τοποθετήθηκε και η εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κατόπιν σχετικών ερωτημάτων που υποβλήθηκαν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. 

Ως πληρεξούσιος δικηγόρος ορισμένων οργανώσεων που ασχολούνται με ανθρώπινα δικαιώματα, στις 2.5.2012 υπέβαλα μια καταγγελία στην Αρχή, αναφέροντας ότι, καθώς ο νόμος αναφέρει ότι η δημοσιοποίηση στοιχείων για λόγους δημόσιας υγείας προϋποθέτει άδεια της Αρχής, η διαδικασία θα έπρεπε να είχε διέλθει και από αυτό το επίπεδο ανεξάρτητης κρίσης. Και ότι η κρίση θα έπρεπε να είναι αρνητική, αφού είχαν προηγηθεί ανακοινώσεις του ΚΕΕΛΠΝΟ και της ΕΛ.ΑΣ. για το θέμα αυτό, χωρίς προσωπικά δεδομένα, οπότε το ίδιο το κράτος διέθετε ηπιότερο μέσο για την προστασία της δημόσιας υγείας, το οποίο είχε εξάλλου εφαρμόσει κι επομένως η δημοσιοποίηση όλων των υπόλοιπων στοιχείων ήταν περιττή και ξεπερνούσε τα ανεκτά όρια σε μια δημοκρατική κοινωνία. 

Ένα μήνα μετά, στις 6.6.2012, σχετικό έγγραφο προς την Αρχή απέστειλε και ο Γενικός Γραμματέας Διαφάνειας και Ανθρώπινων Δικαιωμάτων του αντίστοιχου Υπουργείου, θέτοντας ερωτήματα για την νομιμότητα της δημοσιοποίησης των φωτογραφιών, ζητώντας τη γνώμη της Αρχής για τυχόν αναγκαίες παρεμβάσεις στο θσμικό πλαίσιο. 

Η Αρχή απέφυγε να καλέσει τις οργανώσεις κατά τις δύο μυστικές συνεδριάσεις που αφιέρωσε στο θέμα. Κάλεσε όμως την Ελληνική Αστυνομία να τοποθετηθεί, χωρίς ποτέ να μας δώσει την δυνατότητα να αντικρούσουμε τα επιχειρήματά της, τα οποία περιέχονταν στις έγγραφες απαντήσεις της. Και, ακόμη χειρότερα, η Αρχή "συνένωσε" την υπόθεση με άλλη καταγγελία που εκκρεμούσε από το έτος 2009 και η οποία αφορούσε διαμαρτυρία για δημοσιοποίηση στοιχείων ατόμου που διωκόταν για πορνογραφία ανηλίκων. Το γεγονός ότι μαθαίνουμε το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας από την ιστοσελίδα της Αρχής, παρά τα πολλαπλά τηλεφωνήματά μας προς τον Πρόεδρο για εμφάνιση των εκπροσώπων των οργανώσεων κατά τη συνεδρίαση, δείχνει ότι η ανεξάρτητη αρχή περιφρονεί το ρόλο της κοινωνίας των πολιτών και των συγκεκριμένων, αντιπροσωπευτικών οργανώσεων που ασχολούνται με τα δικαιώματα των οροθετικών στην Ελλάδα. Ακόμη χειρότερα, συνδέει το θέμα της προστασίας των δεδομένων υγείας των οροθετικών με την καταγγελία ενός ατόμου που κατηγορείται για πορνογραφία ανηλίκων, προκαλώντας μια απαράδεκτη σύγχυση και ανυπόστατους συνειρμούς στο κοινό, ενώ οφείλει ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή να διαλύει τις συγχύσεις και  να διαμορφώνει μια κουλτούρα σεβασμού ανθρώπινων δικαιωμάτων. Αυτά τα  ατοπήματα στα οποία υπέπεσε η Αρχή, ακόμη κι αν δεν παρουσιάζουν τα στοιχεία της νομικής παρατυπίας, υποδεικνύουν ότι, δυστυχώς, το αρμόδιο θεσμικό όργανο για την προστασία των προσωπικών δεδομένων στην Ελλάδα δεν έχει αντιληφθεί ούτε την σοβαρότητα της ίδιας της υπόθεσης, αλλά ούτε και τον παιδευτικό θεσμικό του ρόλο. Ανεξάρτητα λοιπόν από το αποτέλεσμα, τα ατοπήματα αυτά δεν συνάδουν με τους κανόνες της ορθής διοικητικής συμπεριφοράς, πρωτοπόρος της οποίας θα έπρεπε να είναι η Αρχή, αλλά αντίθετα στοιχειοθετούν χαρακτηριστικές περιπτώσεις κακοδιοίκησης. 

Επί της ουσίας τώρα: η Αρχή θεμελιώνει την αναρμοδιότητά της στην διάκριση των λειτουργιών. Το σκεπτικό είναι ότι αφού η δημοσιοποίηση των στοιχείων επετράπη με διάταξη εισαγγελέα, δηλαδή δικαστικού λειτουργού, τότε η Αρχή δεν επιτρέπεται να παρέμβει, καθώς αυτό θα συνιστούσε παρέμβαση της εκτελεστικής λειτουργίας στο έργο της Δικαιοσύνης. Πρόκειται για αστειότητες. Η "διάκριση των λειτουργιών" δεν είναι μια συνθηματολογική έκφραση πολιτικού τύπου, αλλά έχει ένα συγκεκριμένο, νομικά καθορισμένο περιεχόμενο από το ίδιο το Σύνταγμα. Συγκεκριμένα, το άρθρο 26 παρ. 3 αναφέρει ότι "η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια". Ποια "δικαστική λειτουργία", λοιπόν και ποιο "δικαστήριο" υπάρχει όταν ένας εισαγγελέας διατάζει την δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων για σκοπούς προστασίας της δημόσιας υγείας; Ο εισαγγελέας έχει μεν τις εγγυήσεις ανεξαρτησίας του δικαστικού λειτουργού, αλλά δεν είναι "δικαστήριο", όπως είναι λ.χ. το Μονομελές Πρωτοδικείο. Κι επίσης δεν ασκεί "δικαστική λειτουργία", αφού δεν εκδίδει δικαστική απόφαση, αλλά, εν προκειμένω, μια διάταξη με την οποία επιτρέπει στην Αστυνομία την δημοσιοποίηση των στοιχείων. Εξάλλου, δεν ζητήθηκε στην Αρχή να παρέμβει στο έργο του Εισαγγελέα, αλλά να υπενθυμίσει στην Αστυνομία (που σίγουρα αυτή, ούτε είναι "δικαστήριο", ούτε ασκεί "δικαστική λειτουργία") ότι ο ίδιος ο νόμος προβλέπει ότι χρειάζεται άδεια για την δημοσιοποίηση δεδομένων υγείας για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας. Άρα, ποια παρέμβαση στη "δικαιοσύνη" και ποια διάκριση των λειτουργιών;

Δεν θα ήταν η πρώτη περίπτωση που η Αρχή θα αντιλαμβανόταν το ρόλο της ως συμπληρωματικό των αρμοδιοτήτων του εισαγγελέα: με την γνωμοδότηση 3/2009 που αφορά την εισαγγελική αρμοδιότητα για διάταξη παράδοσης εγγράφων που τηρούνται από το Δημόσιο (δηλαδή και πάλι τον ρυθμιστικό εισαγγελικό ρόλο ως προς τη ροή προσωπικών πληροφοριών), η Αρχή καθαρά και ξάστερα είχε γνωματεύσει ότι "η εισαγγελική παραγγελία δεν πρέπει να επεκτείνεται σε ευαίσθητα δεδομένω (λ.χ δεδομένα υγείας)" και ότι "όταν ο εισαγγελέας εξετάζει αίτημα πολίτη για χορήγηση και ευαίσθητων δεδομένων, θα πρέπει να διαβιβάζει την σχετική αίτηση προς την Διοίκηση με τη σημείωση ότι οφείλει να ζητήσει την άδεια της Αρχής". Αυτά δεν ήταν εκτροπή στη διάκριση των εξουσιών. Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι είναι εντελώς διαφορετική μια ανακριτική πράξη, όπως η δημοσιοποίηση στοιχείων στο πλαίσιο ποινικής δίωξης, από την  (διοικητικής φύσεως) εισαγγελική παραγγελία χορήγησης στοιχείων από την Διοίκηση. Λες και στην μία περίπτωση επιτρέπεται η παρέμβαση στην διάκριση των λειτουργιών, ενώ στην άλλη όχι. Και η Αρχή πέφτει σε αυτήν την παγίδα, αφού στην απόφασή της για τις οροθετικές αναφέρει ότι η αρμοδιότητα δημοσιοποίηση στοιχείων "δεν αποτελεί αμιγώς διοικητική αρμοδιότητα του εισαγγελέως, η οποία εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου, με βάση το οργανικό κριτήριο, ως πράξη προερχόμενη από όργανο της δικαστικής εξουσίας, αλλά μπορεί να ενταχθεί στο έργο της απονομής δικαιοσύνης, με το οποίο είναι επιφορτισμένες κατά το Σύνταγμα (άρθρο 87 επ.) οι δικαστικές και εισαγγελικές αρχές, καθώς λαμβάνει χώρα κατά τη διερεύνηση μιας ποινικής υπόθεσης, με τη διενέργεια προανακρίσεως ή κυρίας ανακρίσεως που ως σκοπό έχουν την βεβαίωση εγκλημάτων που αναφέρονται στην διάταξη και απαριθμούνται ενδεικτικός σ' αυτή και κατατείνει στον κολασμό τους." Πρόκειται για σαφέστατη παρερμηνεία του άρθρου 87 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο αναφέρει καθαρά και ξάστερα ότι : "Η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές που απολαμβάνουν προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία." Η δικαιοσύνη, λοιπόν, δεν απονέμεται από τους εισαγγελείς, ούτε τις "εισαγγελικές αρχές", όπως ανακριβώς αναφέρει η απόφαση της Αρχής. Άλλο "δικαστικός λειτουργός", προς τον οποίο εξομοιώνεται ο εισαγγελέας, κι άλλο "τακτικός δικαστής", στον οποίο αποκλειστικά και μόνο έχει αναθέσει το Σύνταγμα την απονομή της Δικαιοσύνης. Αναφέρει η Αρχή στην απόφαση: "κατάφαση της Αρχής για άσκηση τέτοιου ελέγχου, θα υπήγαγε ουισαστικά τους λειτουργούς της εισαγγελικής αρχής, οι οποίοι, όπως και οι δικαστικοί λειτουργοί, απολαμβάνουν προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας και υπόκεινται κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους μόνο στο Σύναγμα και τους νόμους, στο διοικητικό έλεγχο της Αρχής, πράγμα το ποίο τυγχάνει ευθέως αντίθετο προς την προαναφερθείσα αρχή της διάκρισης των εξουσιών." Και πάλι, όμως, το Σύνταγμα στο άρθρο 87 παρ. 2 αναφέρει ότι "οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους (...)". Η διάκριση λοιπόν αφορά μόνο τους δικαστές κι όχι κάθε περίπτωση δικαστικού λειτουργού, κατηγορία ευρύτερη στην οποία ανήκουν και οι εισαγγελείς, οι οποίοι υπάγονται σε ένα σύστημα σαφούς εποπτείας κατά τον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών (βλ. εδώ). Επομένως, καμία απολύτως εισαγγελική πράξη νοείται ως απονομή Δικαιοσύνης, τουλάχιστον στο ισχύον Ελληνικό συνταγματικό πλαίσιο. Το γεγονός ότι οι εισαγγελείς υπάγονται για διοικητικούς κι εγγυητικούς λόγους στο σύστημα της Δικαιοσύνης δεν σημαίνει και ότι  το Σύνταγμα επιτρέπει να αποφαίνονται ως "τακτικοί δικαστές" ή "δικαστήρια", ώστε οι πράξεις τους να απολαμβάνουν και "ασυλία" από τον έλεγχο των ανεξάρτητων αρχών ή -τελικά- και της ίδιας της Δικαιοσύνης.  Δεν μιλάμε για παρέμβαση της κυβέρνησης στο έργο της δικαιοσύνης! Μιλάμε για επιβοήθηση του προϊσταμένου της αστυνομικής αρχής εισαγγελέα, από μια συνταγματικά κατοχυρωμένη ανεξάρτητη αρχή

H καταγγελία στην Αρχή δεν την καλούσε να "καταργήσει" ως αντισυνταγματική την διάταξη με την οποία απονέμεται στον εισαγγελέα η αρμοδιότητα δημοσιοποίησης, αλλά την καλούσε να τοποθετηθεί για την ουσιαστική νομιμότητα της συγκεκριμένης δημοσιοποίησης, η οποία ξεπερνούσε τα ανεκτά όρια ενόψει του επιδιωκόμενου σκοπού, δηλαδή παραβίαζε την αρχή της αναλογικότητας. Δεν ζητήθηκε δηλαδή από την Αρχή να παραστήσει το "Συνταγματικό δικαστήριο", αλλά να αναγνωρίσει ότι διατηρεί την αρμοδιότητα του άρθρου 7 παρ.2 ν.2472 που αναφέρει ότι η δημοσιοποίηση ευαίσθητων δεδομένων για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας προϋποθέτει (και) την δική της άδεια, την οποία δεν διέθετε η Ελληνική Αστυνομία. Ο στόχος δεν ήταν λοιπόν η κατάργηση της εισαγγελικής αρμοδιότητας, ώστε να τίθεται ζήτημα "διάκρισης των εξουσιών". Ο στόχος ήταν η αξιολόγηση της Αστυνομίας που ακόμη και σήμερα διατηρεί στις ιστοσελίδες της αναρτημένα αυτά τα δεδομένα. Σήμερα, που έχουν εκλείψει όλες οι δικαιολογήσεις της εισαγγελικής διάταξης (προστασία δημόσιας υγείας, διευκόλυνση απονομής δικαιοσύνης), η Αστυνομία δεν έχει απολύτως κανέναν λόγο να διατηρεί on line αυτά τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα. Αυτή την διάκριση μπορούσε και όφειλε να την είχε κάνει η Αρχή, αφού με καμία ερμηνεία μπορεί να θεμελιωθεί ότι η διάταξη του Εισαγγελέα αφορούσε μια απροϋπόθετη και αέναη δημοσιοποίηση ανεξάρτητα από τους σκοπούς που εξυπηρετούσε. Η Αρχή, όμως, αποφάσισε να μην ασχοληθεί ούτε με αυτό. 

Το μόνο θετικό στοιχείο αυτής της απόφασης - που κατά τ΄ άλλα προσβάλλει τον νομικό μας πολιτισμό -  είναι ορισμένα κριτήρια που με το ζόρι ψέλλισε η Αρχή, ως απάντηση στον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, στο οποίο "υπάγεται" υπηρεσιακά κατά τον νόμο. Η Αρχή απαντά ότι όντως το νομικό πλαίσιο χρήζει τροποποιήσεων εισηγούμενη ορισμένες από αυτές, καλώντας έτσι τον νομοθέτη να επέμβει στην "δικαστική" εξουσία των... εισαγγελέων. Στην απάντηση της, η Αρχή ακολουθεί όλα αυτά που έχουν υποστηριχθεί και στην καταγγελία των οργανώσεων, αλλά και στην σχετική βιβλιογραφία: ο εισαγγελέας οφείλει να σέβεται την αρχή της αναλογικότητας. Συγκεκριμένα, οι αλλαγές που αντιγράφει η Αρχή από την βιβλιογραφία, χωρίς βέβαια να παραθέτει, κατά την προσφιλή της συνήθεια, παραπομπές, είναι: 

α) ότι η εισαγγελική διάταξη πρέπει να είναι ειδικώς και πλήρως αιτιολογημένη και να εξειδικεύει τον σκοπό που επιβάλλει στην συγκεκριμένη περίπτωση την δημοσιοποίηση των στοιχείων που εξαντλητικά θα αναφέρει, 
β) να αναφέρεται ο τρόπος της δημοσιοποίσης και το χρονικό διάστημα που θα διαρκέσει για να μην καταλείπονται "περιθώρια διακριτικής ευχέρειας στις Αρχές που θα κληθούν να την εφαρμόσουν" και 
γ) να θεσπιστεί δικαίωμα ασκήσεως από τον κατηγορούμενο, εντός πολύ σύντομης προθεσμίας, προσφυγής κατά της εισαγγελικής διάταξης, σε ανώτερο ιεραρχικά εισαγγελέα που θα αποφαίνεται σε πολύ σύντομη επίσης προθεσμία η άσκησ της οποίας θα έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. 

Οι προτάσεις αυτές που κινούνται προς την σωστή κατεύθυνση, δεν είναι ολοκληρωμένες. Η δημοσιοποίηση δεν είναι δυνατόν να γίνεται για κάθε είδους αδίκημα με τον ίδιο τρόπο. Είναι γνωστό ότι για τα αδικήματα λ.χ. που σχετίζονται με την σεξουαλικότητα, σε άλλες χώρες υπάρχουν μητρώα για sex offenders, πρόσβαση στα οποία μπορεί να έχει κάθε ενδιαφερόμενος. Αλλά: πρόσβαση, όχι γενική δημοσιότητα. Προκαλεί κατάπληξη που η Αρχή δεν τολμάει να διατυπώσει αυτές τις διαφοροποιήσεις, ενώ τόσο η Σύσταση (R) 15 του 1987, όσο και η ίδια η Απόφαση-Πλαίσιο για την προστασία προσωπικών δεδομένων στον τομέα της αστυνομικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις επιβάλλουν την διάκριση ανάλογα με τις κατηγορίες των προσωπικών δεδομένων. Δεν αρκούν δύο - τρεις βελτιώσεις της διάταξης: χρειάζεται ένα πλήρες νομοθέτημα που να καθορίζει με σαφήνεια το πλαίσιο της ροής προσωπικών πληροφοριών για την εξυπηρέτηση των αναγκών της αστυνομίας και της δικαιοσύνης. 

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα είναι ο μοναδικός δημόσιος φορέας στην Ελλάδα, ο οποίος -κατ΄ αποτέλεσμα- αποφάνθηκε ότι νομίμως δημοσιοποιήθηκαν τα προσωπικά δεδομένα των οροθετικών γυναικών που συνελήφθησαν και διαπομπέφθηκαν με τον πιο απάνθρωπο τρόπο. Πρόκειται για τον πιο πανυγηρικό τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε ένα  ανεξάρτητο δημόσιο όργανο να διακηρύξει ότι έχει αποτύχει παντελώς στην αποστολή που του έχει ανατεθεί από το Σύνταγμα. 



Πρωτοδικείο Λάρισας: η ασυμφωνία φύλου δεν είναι ψυχική διαταραχή

 Με απόφαση 813/2026  του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας συντελέσθηκε η νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου για ένα άτομο που εκπροσωπώ ως π...