Πέμπτη, Οκτωβρίου 30, 2014

H διαμεσολάβηση UNESCO για την υπόθεση των γλυπτών του Παρθενώνα

Επί πολλά χρόνια στην ατζέντα της UNESCO (Εκπαιδευτικός, Επιστημονικός και Πολιτισμικός Οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών) υπάρχει η προσπάθεια για την συνεννόηση της Ελληνικής και της Βρετανικής πλευράς για το ζήτημα των γλυπτών του Παρθενώνα που βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο. Στο πλαίσιο του Οργανισμού λειτουργεί η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Προώθηση της Επιστροφής Πολιτισμικών Αγαθών στην Χώρα Προέλευσής, η οποία επί χρόνια συνεδριάζει για το θέμα (βλ. π.χ. την 9η συνεδρίαση του 1996, όπου η βρετανική πλευρά ζητά πληροφορίες για τα νομικά επιχειρήματα που δόθηκαν στην προηγούμενη συνεδρίαση). 

Τον Σεπτέμβριο του 2010, προκειμένου προφανώς να τυποποιήσει και να παγιώσει την διαδικασία, η Διακυβερνητική Επιτροπή θέσπισε τους νέους Κανόνες Διαμεσολάβησης (Mediation and Conciliation) για υποθέσεις που αφορούν αιτήματα επιστροφής πολιτισμικών αγαθών. Σύμφωνα με τους Κανόνες, ως διαμεσολάβηση ορίζεται η διαδικασία σύμφωνα με την οποία και τα δύο μέρη συμφωνούν την παρέμβαση ενός τρίτου για την επιβοήθησαν τους ώστε να βρουν μια φιλική λύση στην διαφορά που σχετίζεται με την επιστροφή πολιτισμικής κληρονομιάς

Επομένως, δεν αρκεί να "προσφύγει" μία χώρα στην UNESCO, αλλά θα πρέπει και η άλλη χώρα να συμφωνήσει στην διαδικασία της διαμεσολάβησης. Βασική αρχή σύμφωνα με τους Κανόνες είναι η εμπιστευτικότητα της διαμεσολάβησης, δηλαδή η μη δημόσια διεξαγωγή της διαδικασίας. Βασικές αρχές είναι επίσης η δικαιοσύνη, η ανεξαρτησία και η καλή πίστη του Διαμεσολαβητή.  Ο Διαμεσολαβητής έχει την αποστολή να συμβάλλει στην επίλυση της διαφοράς με βάση το διεθνές δίκαιο και αναγνωρισμένες αρχές. Αυτό σημαίνει ότι, σε αντίθεση με μια δικαστική διαδικασία, τα εργαλεία επίλυσης της διαφοράς δεν περιορίζονται στους νομικούς κανόνες, αλλά μπορεί να περιλαμβάνουν και άλλες αρχές, αρκεί φυσικά να γίνουν αποδεκτές από τα μέρη, αφού η δεσμευτικότητα απορρέει μόνο από την διαμόρφωση της συμφωνίας.

Ο Διαμεσολαβητής διορίζεται με κοινή απόφαση των δύο κρατών. Αυτό πρέπει να γίνει εντός εξήντα (60) ημερών από την υποβολή του αιτήματος διαμεσολάβησης εκ μέρους των χωρών. Εάν τα κράτη δεν συμφωνήσουν, τότε ο Διαμεσολαβητής διορίζεται με απόφαση του Γενικού Διευθυντή της UNESCO, ύστερα από διαβούλευση με τα μέρη, το ταχύτερο δυνατό. Αν ο Διαμεσολαβητής παραβιάσει τις βασικές αρχές, ένα από τα μέρη έχει δικαίωμα να ζητήσει την αντικατάστασή του. 

Τα κράτη προσκομίζουν όλο το γραπτό υλικό που αφορά την υπόθεση στον Διαμεσολαβητής και λαμβάνουν τα αντίστοιχα έγγραφα του άλλου μέρους. Ο Διαμεσολαβητής ορίζει τον τόπο, τον χρόνο και την γλώσσα των συναντήσεων που θα ακολουθήσουν. Ο Διαμεσολαβητής έχει αρμοδιότητα να διεξάγει και ο ίδιος έρευνα για την διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών που αφορούν την υπόθεση. Εάν το ζητήσουν οι συμμετέχοντες, ο Διαμεσολαβητής μπορεί να εξετάσει μάρτυρες, ειδικούς ή άλλους τρίτους για θέματα απόδειξης.Οι διαβουλεύσεις είναι εμπιστευτικές, δεν τηρούνται πρακτικά και τα έγγραφα που θα συγκεντρωθούν από την διαδικασία δεν επιτρέπεται να δημοσιευθούν εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία των μερών. Ο Διαμεσολαβητής μπορεί να πραγματοποιεί συναντήσεις και με κάθε μέρος χωριστά, τηρώντας τις βασικές αρχές και χωρίς να μεταφέρει οποιαδήποτε πληροφορία στην άλλη πλευρά, αν δεν του έχει ζητηθεί. Ο Διαμεσολαβητής επιδιώκει να επιβοηθήσει τα μέρη να φτάσουν σε συμφωνία, εντός ενός έτους από τον διορισμό του, εκτός αν υπάρχει διαφορετική συμφωνία των μερών. Τα μέρη μπορούν να ορίζουν μια προθεσμία για την κατάληξη σε συμφωνία. 

Η εξέλιξη της διαδικασίας μπορεί να είναι είτε η συμφωνία, είτε η λήξη χρόνου χωρίς συμφωνία, είτε και η αποχώρηση ενός μέρους από την διαμεσολάβηση. Η τυχόν συμφωνία είναι δεσμευτική για τα μέρη, εάν τα ίδια αποφασίσουν να είναι δεσμευτική. Τα έξοδα μοιράζονται τα δύο μέρη, εκτός αν υπάρχει διαφορετική συμφωνία.

Στην 19η Συνεδρίαση της Διακυβερνητικής Επιτροπής που έλαβε χώρα την 1-2 Οκτωβρίου 2013 (βλ. εδώ) εκδόθηκε η Σύσταση 19.COM 8, η οποία έχει ως εξής:

"Η Επιτροπή, 

Ανακαλώντας τις σχετικές συστάσεις της UNESCO που εκφράζουν την διαρκή ανησυχία της για την επίλυση του ζητήματος των Γλυπτών του Παρθενώνα,
1. Αναγνωρίζει την αποδοτική συνεργασία της Ελλάδας και του Ηνωμένου Βασιλείου σε πολιτισμικά θέματα και εκφράζει την ευχή ότι αυτό θα συνεχιστεί για την επιβοήθηση των σχετικών συζητήσεων που είναι σε εξέλιξη όσον αφορά την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα,
2. Ανακαλώντας ότι τον προηγούμενο Αύγουστο εστάλη στην UNESCO μια επίσημη επιστολή στην Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και στο Βρετανικό Μουσείο αναφέροντας ότι:

"Νωρίτερα σε αυτόν τον χρόνο, οι Ελληνικές αρχές προσέγγισαν την UNESCO με αίτημα για παροχή των υπηρεσιών του Οργανισμού προκειμένου να διερευνηθεί η δυνατότητα συμφωνίας του Ηνωμένου Βασιλείου στην διαδικασία που προβλέπουν οι Κανονισμοί Διαμεσολάβησης (που θεσπίστηκαν το 2010) στο πλαίσιο της Διακυβερνητικής Επιτροπής και σημειώνει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν έχει απαντήσει ακόμη στην UNESCO παρ΄ όλο που κατά την 19η Συνεδρίαση αναγνώρισε ότι η UNESCO είναι έτοιμη να υποβοηθήσει συζητήσεις διαμεσολάβησης. 
3. Καλεί τον Γενικό Διευθυντή να επιβοηθήσει τον προγραμματισμό των αναγκαίων συναντήσεων ανάμεσα στην Ελλάδα και στο Ηνωμένο Βασίλειο, με σκοπό την επίτευξη κοινά αποδεκτής λύσης για το θέμα των Γλυπτών του Παρθενώνα και καλεί τα δύο μέρη να εξετάσουν την προσφυγή στην διαδικασία της διαμεσολάβησης, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα έχει ήδη ζητήσει διαμεσολάβηση."

Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση,  η UNESCO ζήτησε από την Βρετανική πλευρά να απαντήσει εντός 6 μηνών εάν δέχεται την πρόταση για προσφυγή σε διαμεσολάβηση. Σύμφωνα με δήλωση κυβερνητικού στελέχους του Ηνωμένου Βασιλείου στο Κοινοβούλιο, η Βρετανική πλευρά θα απαντήσει. 

Τρίτη, Οκτωβρίου 28, 2014

Η έρευνα δεν κινδυνεύει από το δικαίωμα στην λήθη

Δεν συμμερίζομαι τις ανησυχίες που διατυπώνονται δημοσίως σχετικά με τις πρόσφατες εξελίξεις για την αναγνώριση ενός «δικαιώματος στη λήθη» από τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Διεκτραγωδείται ότι θα επιβληθούν νέοι κανόνες λογοκρισίας και παρεμπόδισης πρόσβασης στην διαδικτυακή ενημέρωση, με αποτέλεσμα την κατίσχυση της ιδιωτικότητας έναντι της διαφάνειας και την αχρήστευση των τεχνολογικών εργαλείων που διευκολύνουν την ιστορική έρευνα, την επιστημονική αναζήτηση και την δημοσιογραφία. Η ηρεμία μου οφείλεται στο ότι οι ανησυχούντες δεν έχουν, φαίνεται, αντιληφθεί την περιορισμένη έκταση και το στενό πεδίο εφαρμογής της νομοθεσίας για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Σε ορισμένες περιπτώσεις φαίνεται ότι δεν έχουν καν διαβάσει την απόφαση του Δικαστηρίου της Ε.Ε. που σχολιάζουν ή το σχέδιο Κανονισμού Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων που συζητείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ας ξεκαθαρίσουμε, λοιπόν, ορισμένα ζητήματα ορολογίας που είναι καθοριστικά για το «δικαίωμα στη λήθη».
Με τον όρο «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» νοείται κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε φυσικό πρόσωπο, η ταυτότητα του οποίου είναι γνωστή ή μπορεί να προσδιοριστεί με μια σειρά από κριτήρια. Πρόκειται για τον ορισμό που κατοχυρώνεται σε όλες τις νομοθεσίες των κρατών της Ε.Ε. Αυτή η, εκ πρώτης όψεως, γενικόλογη διατύπωση εξαιρεί, πρώτα, τους νεκρούς: φυσικά πρόσωπα είναι μόνο όσοι βρίσκονται στη ζωή. Άρα, οι ανησυχίες περί εργαλειακής χρήσης του «δικαιώματος στην λήθη» για την εξάλειψη κρίσιμων ιστορικών πληροφοριών από το Διαδίκτυο, καταστατικά, δεν μπορεί να αφορά πρόσωπα τα οποία δεν βρίσκονται στη ζωή – που είναι ενδεχομένως και τα περισσότερα. Για τα «ιστορικά πρόσωπα» που μας άφησαν χρόνους δεν νοείται, λοιπόν, δικαίωμα στην λήθη.
Έπειτα, θα πρέπει να διαχωρίσουμε το ισχύον, το οποίο απλώς επιβεβαίωσε το Δικαστήριο της Ε.Ε., από το σχεδιαζόμενο δίκαιο, δηλαδή το σχέδιο του Κανονισμού. Το ισχύον «δικαίωμα στην λήθη» δεν είναι τίποτε περισσότερο από το δικαίωμα «αντίρρησης» που αναγνωρίζει ήδη από το 1995 η ευρωπαϊκή νομοθεσία σε κάθε άτομο που επιθυμεί να μην τυγχάνουν οι πληροφορίες που το αφορούν αντικείμενο αθέμιτης επεξεργασίας. Κάθε άτομο έχει δικαίωμα να προβάλλει την «αντίρρησή» του για την επεξεργασία των δεδομένων που το αφορούν. Το δικαίωμα αυτό συνεπάγεται μόνο ότι ο «υπεύθυνος επεξεργασίας» των δεδομένων έχει υποχρέωση να συμμορφωθεί με το αίτημα, εφόσον η επεξεργασία είναι αντίθετη σε διατάξεις για την προστασία προσωπικών δεδομένων· εάν απορρίψει το αίτημα, οφείλει να θέσει υπόψη τους λόγους απόρριψης στον αιτούντα και στην αρμόδια ανεξάρτητη αρχή. Το μόνο που προσέθεσε στην ερμηνεία του κανόνα αυτού η απόφαση του Δικαστηρίου της Ε.Ε. είναι ότι «υπεύθυνος επεξεργασίας» είναι και η Google, όταν αναμεταδίδει προσωπικά δεδομένα (όχικάθε πληροφορία!) που διατηρούνται σε ιστοσελίδες τις οποίες καταλογογραφεί. Το θεωρώ στοιχειώδες, καθώς ίσχυε από πάντα, ενώ τώρα έγινε δικαστικά σαφές.
Το σχεδιαζόμενο «δικαίωμα στην λήθη» στον Κανονισμό της Ε.Ε. απλώς προσθέτει άλλη μια υποχρέωση στον υπεύθυνο επεξεργασίας: να ενημερώσει και όλους τους άλλους υπεύθυνους επεξεργασίας που έχουν αντλήσει πληροφορίες από αυτόν, ότι υποβλήθηκε ένα αίτημα διαγραφής. Δεν αρκεί δηλαδή το Google να αφαιρέσει από την καταλογογράφησή του μια ιστοσελίδα που περιέχει αθεμίτως προσωπικά δεδομένα· θα πρέπει να ενημερώσει και τον διαχειριστή της ιστοσελίδας ότι υποβλήθηκε αίτημα αφαίρεσης. Αίτημα με τέτοιο περιεχόμενο δεν μπορεί βεβαίως να γίνεται δεκτό, όταν υποβάλλεται από ένα δημόσιο πρόσωπο ή πρόσωπο της επικαιρότητας για ζητήματα που δεν σχετίζονται με την ιδιωτική του ζωή, όπως με λεπτομέρεια έχει χαρτογραφηθεί ο όρος αυτός εδώ και δεκαετίες από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα είναι ίσης νομικής αξίας με την ελευθερία της έκφρασης, της έρευνας, της πρόσβασης στην πληροφόρηση. Στην πράξη, όμως, η ιδιωτικότητα είναι πολύ πιο ευπαθές αγαθό σε σχέση με την ελεύθερη έκφραση: από τη στιγμή που θα εκτοξευθεί μια πληροφορία στο Διαδίκτυο, θεμιτώς ή μη, μετά δύσκολα μπορεί να ανακληθεί. Το θεσμικό πλαίσιο για την προστασία και την ελεύθερη κυκλοφορία των προσωπικών δεδομένων δεν εισάγει μονοσήμαντες απαγορεύσεις, αλλά θεσπίζει κανόνες στάθμισης και εγγυήσεις διαφάνειας, ώστε καθένας να γνωρίζει ποιοί, για ποιούς σκοπούς και έως πότε θα χρησιμοποιούν προσωπικές πληροφορίες που τον αφορούν. Ώστε, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να μπορέσει να αντιταχθεί σε παραβάσεις των δικαιωμάτων του και να υπάρχει θεσμικό όργανο για να αποφασίζει με ανεξαρτησία, ειδίκευση και ταχύτητα, ποιός έχει, κάθε φορά, δίκιο.
(Δημοσιεύθηκε με τίτλο "Η αλήθεια και η λήθη" στα "Ενθέματα" της Αυγής, 26.10.2014)

Δευτέρα, Οκτωβρίου 27, 2014

Επιστροφή γλυπτών αρχαίου ναού: μια υπόθεση στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ασχολήθηκε με την υπόθεση της Καμπότζης εναντίον της Ταϊλάνδης, ως προς την σωστή οριοθέτηση των συνόρων ανάμεσα στις δύο χώρες. Κοντά στα σύνορα των χωρών βρίσκεται ινδουιστικός ναός Preah Vihear ("Nαός του Θεού" ή "Ιερό Κάστρο") του 9ου αι. μ.Χ., ο οποίος είχε καταληφθεί από την Ταϊλάνδη και αφαιρέθηκαν ορισμένα γλυπτά από αυτόν. Η Καμπότζη ζήτησε, μεταξύ άλλων, την επιστροφή των γλυπτών του ναού που είχαν μεταφερθεί στην Ταϊλάνδη. Μια πολύ ενδιαφέρουσα υπόθεση που αποκτά ως δεδικασμένο μια σχετική επικαιρότητα, καθώς συζητείται εκ νέου το ενδεχόμενο της νομικής διεκδίκησης των γλυπτών του Παρθενώνα από το Βρετανικό Μουσείο. Σε αυτό το post θα παρουσιάσω την υπόθεση Καμπότζη κατά Ταϊλάνδης, εστιάζοντας κυρίως στο θέμα της επιστροφής των γλυπτών. 

Ο ναός  

Ο ναός ξεκίνησε να χτίζεται τον 9ο αιώνα, κατά την διάρκεια της Αυτοκρατορίας των Χμερ και έδωσε το όνομά του στην περιοχή, ενώ συμπληρώθηκε με αρχιτεκτονικά στοιχεία καθ' όλη τη διάρκεια των 6 αιώνων της Αυτοκρατορίας, με αποτέλεσμα να αποτελεί ένα μοναδικό ιστορικό μνημείο, χαρακτηρισμένο από την UNESCO το 2008 ως στοιχείο της παγκόσμιας κληρονομιάς. Ως εγκατάσταση, αποτελεί ένα μεγάλο συγκρότημα, ενώ ο ναός είναι αφιερωμένος στον Σίβα.

Η προσφυγή της Καμπότζης

Από το 1949 το Βασίλειο της Ταϊλάνδης, παρά τις διπλωματικές διαμαρτυρίες, επέμενε στην κατοχή μιας περιοχής της Καμπότζης, στην οποία βρίσκεται ο ναός. Το 1954 η Ταϊλάνδη κατέλαβε την περιοχή με ένοπλες δυνάμεις, χωρίς η Καμπότζη να αντιταχθεί ένοπλα σε αυτή την παραβίαση της εδαφικής της ακεραιότητας. Για τον λόγο αυτό, η Καμπότζη προσέφυγε στο Διεθνές Δικαστήριο με προσφυγή στις 6.4.1959. Η Καμπότζη από το 1863 έως το 1953 ήταν προτεκτοράτο της Γαλλίας (Γαλλική Ινδοκίνα), έτσι η δίκη αφορά σε μεγάλο βαθμό την ερμηνεία εγγράφων δύο μικτών επιτροπών (Γαλλο-σιαμέζικων) που μεταξύ των ετών 1904-1908 χάραξε τα σύνορα της Καμπότζης με το -τότε- Σιάμ. Στην προσφυγή αναφέρεται ότι ενώ η Ταϊλάνδη ήταν πάντα σε γνώση ότι ο ναός βρίσκεται στο έδαφος της Καμπότζης, εν τούτοις, πραγματοποιούσε ορισμένες πράξεις κατοχής, οι οποίες όμως δεν της έδιναν δικαιώματα επί του ναού. Το αίτημα της προσφυγής ήταν να κηρύξει το Δικαστήριο κατά πόσον η Ταϊλάνδη οφείλει να αποσύρει τα στρατεύματά της  από το χώρο του ναού και κατά πόσον το έδαφος επί του οποίου βρίσκεται ο ναός είναι κυριαρχία της Καμπότζης. Στην προσφυγή δεν περιλαμβάνεται αίτημα για επιστροφή γλυπτών και άλλων αντικειμένων που αφαιρέθηκαν από τις αρχές της Ταϊλάνδης!

Το θέμα της αφαίρεσης γλυπτών, στηλών, σπαραγμάτων, τούβλων και κεραμικών από τον ναό τέθηκε από την Καμπότζη κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας της δίκης, στις 5 και στις 20 Μαρτίου 1962. Ζητήθηκε όλα αυτά που έχουν αφαιρεθεί από τον ναό μετά το 1954, να επιστραφούν από την Ταϊλάνδη στην Καμπότζη.

Τα επιχειρήματα της Ταϊλάνδης

Η Ταϊλάνδη στο υπόμνημά της ισχυρίστηκε ότι έχει τελέσει πολλές κυριαρχικές πράξεις στον ναό για
πολλά χρόνια κι επομένως η Καμπότζη έχει το βάρος της απόδειξης ότι εγκαταλείφθηκε η εδαφική κυριαρχία της Ταϊλάνδης στην περιοχή. Επιπλέον, η Ταϊλάνδη επισημαίνει ότι ο ναός είναι χτισμένος με τρόπο ώστε η πρόσβασή του να είναι ευχερέστερη από την Ταϊλάνδη, παρά από την Καμπότζη.

Ως προς τα αιτήματα περί επιστροφής των γλυπτών, η Ταϊλάνδη ισχυρίστηκε ότι αυτά δεν προβλήθηκαν καν με την προσφυγή, αλλά στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας και γι' αυτό θα έπρεπε να απορριφθούν από το Δικαστήριο ως απαράδεκτα. Εναλλακτικά, η Ταϊλάνδη ζήτησε από το Δικαστήριο να περιορίσει το θέμα σε όσα αντικείμενα έχει αποδειχθεί ότι αφαιρέθηκαν μετά το 1954.

Η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου

H πρώτη απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου, το 1961, αφορούσε την ίδια την δικαιοδοσία του, την οποία είχε αμφισβητήσει η Ταϊλάνδη. Στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι είναι αρμόδιο να εκδικάσει την υπόθεση, ορίζοντάς την ως μια διαφορά σχετικά με την εδαφική κυριαρχία, καθώς αφορούσε την κυριότητα της περιοχής του ναού.

Στην επί της ουσίας απόφαση του, το 1962, το Διεθνές Δικαστήριο αναγνώρισε ότι ο ναός, αν και πλέον ερείπιο, είναι αξιόλογης καλλιτεχνικής και αρχαιολογικής σημασίας. Ωστόσο, το Δικαστήριο σημείωσε ότι δεν μπορεί να εκλάβει ως νομικώς αποφασιστικά τα επιχειρήματα των μερών σχετικά με τα σύνορά τους που είναι φυσικού, ιστορικού, αρχαιολογικού και θρησκευτικού χαρακτήρα. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι το κρίσιμο ερώτημα είναι αν τα μέρη είχαν δεχθεί το περιεχόμενο ενός χάρτη που όριζε τα σύνορα στο σημείο του ναού, καταλήγοντας ότι η Καμπότζη έχει δίκαιο και ότι ο ναός είναι επί των εδαφών της κι όχι επί των εδαφών της Ταϊλάνδης.

Όσον αφορά την επιστροφή των γλυπτών και άλλων αντικειμένων, το Δικαστήριο θεωρεί ότι το αίτημα αυτό δεν διαφοροποιείται από το βασικό αίτημα της προσφυγής, καθώς συνδέεται με την αμφισβητηθείσα εδαφική κυριαρχία. Από την άλλη πλευρά, το Δικαστήριο αναφέρει ότι δεν προσκομίστηκαν ενώπιόν του αποδείξεις ότι όντως αφαιρέθηκαν τέτοια αντικείμενα του ναού από την Ταϊλάνδη, μετά την κατάληψη του ναού το 1954. Όμως, διαπιστώνει ότι η Ταϊλάνδη δεν αρνήθηκε και πολύ τον ισχυρισμό, όσο θεώρησε ότι πρέπει να απορριφθεί για δικονομικούς λόγους. Έτσι, το Διεθνές Δικαστήριο κατέληξε ότι το μόνο που μπορεί να κρίνει είναι ότι η Καμπότζη έχει επί της αρχής δίκιο για την επιστροφή αντικειμένων από τον ναό, χωρίς όμως να αναφέρεται σε συγκεκριμένα αντικείμενα!

Έτσι Δικαστήριο με εννέα ψήφους έναντι τριών έκρινε ότι ο ναός βρίσκεται σε έδαφος της Καμπότζης και ότι η Ταϊλάνδη πρέπει να ανακαλέσει ένοπλες δυνάμεις της που έχει στείλει στον ναό, ενώ με ψήφους επτά έναντι πέντε, ότι η Ταϊλάνδη πρέπει να επιστρέψει στην Καμπότζη κάθε αντικείμενο "από αυτά που αναφέρονται στο πέμπτο αίτημά της" και το οποίο μπορεί να έχει αφαιρεθεί από τον ναό ή την περιοχή του ναού,  από την ημέρα της κατάληψης του ναού το 1954 από τις αρχές της Ταϊλάνδης.

Δύο δικαστές που μειοψήφισαν για το θέμα της επιστροφής των γλυπτών και άλλων αντικειμένων εξηγούν σε κοινή δήλωσή τους που έχει ενσωματωθεί στην απόφαση ότι η κρίση τους δεν σχετίζεται με την ουσία του αιτήματος, αλλά με το γεγονός ότι το αίτημα της επιστροφής των γλυπτών δεν αποτέλεσε μέρος της προσφυγής, καθώς προτάθηκε στην ακροαματική διαδικασία, δηλαδή εκπρόθεσμα (επομένως, η διαφωνία τους είναι καθαρά δικονομική).

Μετά την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου

Dean Acheson 
Η αντίδραση της Ταϊλάνδης ήταν οργισμένη, καθώς ανακοίνωσε ότι δεν θα συμμετείχε στις συνεδριάσεις του Οργανισμού Νοτιοανατολικής Ασίας, προκειμένου να διαμαρτυρηθούν εναντίον των Η.Π.Α. για παρέμβαση υπέρ της Καμπότζης στην διαφορά. Ως απόδειξη της παρέμβασης επικαλούνταν την ψήφο του Αμερικάνου δικαστή του Διεθνούς Δικαστηρίου υπέρ της Καμπότζης και τον ρόλο του Άτσεσον (πρώην υπουργού Εσωτερικών των Η.Π.Α.) ως συνηγόρου της Καμπότζης. Η κυβέρνηση των Η.Π.Α. απάντησε ότι ο Άτσεσον ενεργούσε ως ιδιώτης δικηγόρος που προσελήφθη από την Καμπότζη. Στην Ταϊλάνδη έγιναν μαζικές διαδηλώσεις κατά της δικαστικής απόφασης, αλλά τελικά η Ταϊλάνδη συμφώνησε να οπισθοχωρήσει. Οι στρατιώτες της δεν υπέστειλαν την Ταϊλανδέζικη σημαία που ανέμιζε στον ναό, αλλά μετακίνησαν τον πυλώνα μαζί με την σημαία να εξακολουθεί να ανεμίζει. 

Norodom Sihanouk
Τον Ιανουάριο του 1963, η Καμπότζη ανακατέλαβε την περιοχή με μια τελετή που παρακολούθησαν περίπου 1.000 άτομα. Ο  πρίγκηπας Sihanouk, αρχηγός του κράτους της Καμπότζης, σε μια χειρονομία συμφιλίωσης ανακοίνωσε στην τελετή ότι όλοι οι Ταϊλανδοί θα μπορούσαν να επισκέπτονται τον ναό χωρίς βίζα και ότι η Ταϊλάνδη θα μπορούσε να κρατήσει τις αρχαιότητες που είχε αφαιρέσει από την περιοχή (Σχετικές παραπομπές: Wikipedia).

Το 2008, η UNESCO χαρακτήρισε τον ναό μνημείο της παγκόσμιας κληρονομιάς. Ακολούθησαν στρατιωτικού τύπου επεμβάσεις από την Ταϊλάνδη και υπήρξαν περιστατικά που έθεσαν σε κίνδυνο τον ναό. 

Η ερμηνεία της απόφασης το 2013

To 2011 η Καμπότζη επανήλθε στο Διεθνές Δικαστήριο και ζήτησε ερμηνεία της απόφασης. Το 2013 εκδόθηκε η ερμηνευτική απόφαση

Κυριακή, Οκτωβρίου 26, 2014

To Συμβούλιο της Ευρώπης για τον Συμπαραστάτη του Δημότη

Πέρα από την ρύθμιση του "Καλλικράτη" για τον Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης, υπάρχει μια σειρά συστάσεων και ψηφισμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης που ορίζουν τα χαρακτηριστικά της λειτουργίας ενός δημοτικού και περιφερειακού Συνηγόρου του Πολίτη. Τα έγγραφα αυτά, τα οποία εμβαθύνουν στην ουσία, τόσο της αποστολής, των αρμοδιοτήτων, όσο και στα χαρακτηριστικά που πρέπει να παρουσιάζει ο τοπικός Ombudsman, δεν φαίνεται να έχουν απασχολήσει ιδιαίτερα την τοπική αυτοδιοίκηση. Ίσως έφταιγε και το ότι δεν είχαν αναδειχθεί ποτέ από τα έγκατα της ιστοσελίδας του Συμβουλίου της Ευρώπης, στα οποία υπάρχουν μόνο στα Αγγλικά και τα Γαλλικά. 

Μία από τις πρωτοβουλίες που ανέλαβα ως Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης στον Δήμο Αθηναίων, αλλά και ως συντονιστής του Δικτύου Συμπαραστατών  που ιδρύσαμε οι συμπαραστάτες το 2012 ήταν η μετάφραση των συστάσεων του Συμβουλίου της Ευρώπης στα Ελληνικά και η χρήση των εγγράφων αυτών στο πλαίσιο της λειτουργίας του θεσμού. Έτσι, μεταφράστηκαν στα Ελληνικά και αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο:

1) Η συλλογή κειμένων του Συμβουλίου της Ευρώπης (2010) με τίτλο "Εθνικοί, περιφερειακοί και τοπικοί Συνήγοροι του Πολίτη και εθνικοί ανεξάρτητοι θεσμοί για την προώθηση και προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων" (προσβάσιμο εδώ). Η συλλογή περιλαμβάνει τα ψηφίσματα και τις συστάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης των ετών 1985-2004 στα οποία αναλύονται οι λόγοι για τους οποίους στα κράτη πρέπει να υπάρχουν Συνήγοροι όχι μόνο σε εθνικό, αλλά και σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, αλλά και τα χαρακτηριστικά που πρέπει να παρουσιάζουν αυτοί οι θεσμοί, τόσο ως προς το πρόσωπο που θα εκλεγεί, όσο και ως προς τις αρμοδιότητες που θα ασκεί. 

2) Το Ψήφισμα 1959/2013 του Συμβουλίου της Ευρώπης, για την ενδυνάμωση του θεσμού, στο οποίο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι δεν πρέπει να μειωθεί ο προϋπολογισμός των Συνηγόρων, καθώς κάτι τέτοιο θα μείωνε την ανεξαρτησία τους (προσβάσιμο εδώ).

3) Το Ψήφισμα 296/2010 του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνει η τοπική αυτοδιοίκηση σχετικά με την προώθηση και προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων, ανάμεσα στα οποία είναι και η ίδρυση γραφείου ανεξάρτητης εξέτασης παραπόνων, δηλ. Συνηγόρου (προσβάσιμο εδώ). 

Ως Δίκτυο Συμπαραστατών χρησιμοποιήσαμε τα παραπάνω ψηφίσματα και συστάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης, όταν χρειάστηκε να υπερασπιστούμε τον θεσμό και να αξιώσουμε την ενίσχυσή του και την προσαρμογή του "Καλλικράτη" προς τα ευρωπαϊκά πρότυπα: 

- Όταν υπήρχε απόφαση μιας επιτροπής της ΚΕΔΕ για κατάργηση του θεσμού του Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης, το Δίκτυο Συμπαραστατών με το "Ψήφισμα Δικτύου Συμπαραστατών για την καταστατική θέση και το μέλλον του θεσμού" υπενθύμισε στην ΚΕΔΕ ότι δεν μπορεί να καταργήσει τον θεσμό, καθώς αυτό θα σήμαινε εκτροπή από το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Μερικές μέρες μετά, η απόφαση της ΚΕΔΕ ήταν η έναρξη διαλόγου με το Δίκτυο Συμπαραστατών για την λειτουργία του θεσμού.

- Όταν στην Βουλή γινόταν η συζήτηση σχετικά με την τροποποίηση του "Καλλικράτη" σχετικά με τον Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης, καταθέσαμε τις "Προτεινόμενες τροποποιήσεις" ώστε ο θεσμός να εναρμονιστεί με τα ψηφίσματα και τις συστάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ένα μεγάλο μέρος των προτάσεων ενσωματώθηκε στο άρθρο 125 του σχεδίου Ενιαίου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης.  

- Όταν ανακοινώθηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης ότι η Ελλάδα πρόκειται να εξεταστεί για την τήρηση των ευρωπαϊκών προτύπων που αφορούν την τοπική αυτοδιοίκηση, απευθυνθήκαμε με Ψήφισμα Δικτύου Συμπαραστατών για την συνέχεια λειτουργίας του θεσμού στους Δήμους και στο Υπουργείο Εσωτερικών, απαριθμώντας τις σχετικές συστάσεις και καλώντας τα αρμόδια όργανα να μεριμνήσουν ώστε  ο θεσμός να εξακολουθήσει να λειτουργεί όπου έχει ήδη συγκροτηθεί, αλλά και να ξεκινήσει να λειτουργεί όπου δεν έχει ακόμη εισαχθεί. Η διαδικασία αυτή δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη, αλλά ως Δίκτυο την παρακολουθούμε στενά και καταγράφουμε όλες τις σχετικές εξελίξεις στο facebook page.


Παρασκευή, Οκτωβρίου 24, 2014

Η συζήτηση στην Βουλή για τα Ανοικτά Δεδομένα

Χθες και προχθές ολοκληρώθηκε η συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής για το νομοσχέδιο που αφορά την ανοικτή διάθεση δεδομένων του δημόσιου τομέα. Σταχυολογώ ορισμένες από τις αγορεύσεις των βουλευτών από τα Πρακτικά, μόνο για το θέμα των Ανοικτών Δεδομένων, δηλ, της ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2013/37/ΕΚ (χωρίς τα θέματα της Διαύγειας κλπ που περιέχονται στο νομοσχέδιο). Υπογραμμίζω με bold, όσα σχολιάζω ενδιάμεσα με κόκκινο χρώμα.

ΛΑΖΑΡΟΣ ΤΣΑΒΔΑΡΙΔΗΣ [ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ Ν.Δ.]: “Μέχρι σήμερα, σύμφωνα με την ισχύουσα ρύθμιση, η πρόσβαση στη δημόσια πληροφορία προϋπέθετε αίτημα του ενδιαφερομένου. Από την πρώτη, όμως, θέσπιση δέσμης μέτρων για την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημοσίου τομέα το 2003 η ποσότητα των δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων των δημοσίων δεδομένων, έχει αυξηθεί σημαντικά, ενώ παράγονται και συλλέγονται συνεχώς νέοι τύποι δεδομένων. Η ταχεία τεχνολογική εξέλιξη απαιτεί τη δημιουργία νέων υπηρεσιών και νέων εφαρμογών, που βασίζονται στη χρήση, τη συσσώρευση ή τον συνδυασμό δεδομένων.Οι παλιές διατάξεις που θεσπίστηκαν σε κοινοτικό επίπεδο ως εκ τούτου θεωρούνται ήδη ξεπερασμένες και η επικαιροποίησή τους σε κοινοτικό αλλά και σε κατ’ επέκταση σε εθνικό επίπεδο είναι πλέον επιβεβλημένη.”

H φράση αυτή είναι διπλά εσφαλμένη: αφενός και σήμερα χρειάζεται αίτημα του ενδιαφερομένου για πρόσβαση στην δημόσια πληροφορία, καθώς εξακολουθεί να ισχύει το άρθρο 5 του Ν.2690/1999 που επιβάλλει την κατάθεση γραπτού αιτήματος του "ενδιαφερομένου" για να λάβει έγγραφα. Αφετέρου, η υποχρέωση της διάθεσης των εγγράφων για περαιτέρω χρήση δεν θεσπίζεται με το νομοσχέδιο για τα "Ανοικτά Δεδομένα", το οποίο απλώς τροποποιεί σε κάποιες διατάξεις την υφιστάμενη από το 2006 υποχρέωση των φορέων του δημόσιου τομεά (ν.3448). Επομένως: ο πολίτης θα συνεχίσει να υποβάλλει αιτήματα για να λαμβάνει αντίγραφα δημοσίων εγγράφων και θα δούμε κατά πόσον ο δημόσιος τομεάς θα συμμορφωθεί, οκτώ χρόνια μετά την πρώτη νομοθέτηση της υποχρέωσής του για διάθεση των εγγράφων του μέσω διαδικτύου. 

“Επιπροσθέτως, με την εισαγωγή του παρόντος σχεδίου νόμου προς ψήφιση στη Βουλή επιχειρείται η απαραίτητη εναρμόνιση της Ελλάδας και με τις λοιπές πολιτικές που δρομολογεί η Ευρωπαϊκή Ένωση, προκειμένου να είναι παγκοσμίως ανταγωνιστική στην οικονομία των δεδομένων και απηχούν την παγκόσμια τάση ανοίγματος των δημόσιων δεδομένων, όπως ο χάρτης των ανοικτών δεδομένων που εξέδωσε η ομάδα G8  το 2013. Με το νέο σχέδιο νόμου καθιερώνεται η αρχή της ανοικτής διάθεσης και περαιτέρω χρήσης των εγγράφων, πληροφοριών και δεδομένων του δημοσίου τομέα υπό την επιφύλαξη ασφαλώς της προστασίας των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικότητας των πολιτών. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνονται δυο πολύ σημαντικά πράγματα: Πρώτον, ενισχύεται εντυπωσιακά τόσο η διαφάνεια όσο και η λογοδοσία στο δημόσιο στο πλαίσιο της αρχής της φανερής δράσης της διοίκησης. Δεύτερον, ενισχύονται οι προϋποθέσεις για την αποκόμιση σημαντικών οικονομικών οφελών τα οποία θα προκύπτουν τόσο ευθέως από υπηρεσίες που αναπτύσσονται με τα ανοικτά δεδομένα όσο και από το εισόδημα που δημιουργούν οι νέες θέσεις απασχόλησης που δημιουργούνται. Αυτό θα συμβεί, διότι οι πολιτικές ανοικτών δεδομένων όχι μόνο για τους οικονομικούς φορείς αλλά και για το κοινό μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην ταχεία ανάπτυξη νέων υπηρεσιών που βασίζονται σε νέους τρόπους συνδυασμού και χρησιμοποίησης αυτών των πληροφοριών, τόνωσης της οικονομικής ανάπτυξης και προώθησης της κοινωνικής δέσμευσης. Γίνεται αμέσως αντιληπτό ότι η διάθεση στοιχείων προσβασιμότητας θα καταστήσει τους πολίτες πιο ενημερωμένους, αλλά και θα μειώσει μια σειρά υφισταμένων προς το παρόν εμποδίων, όπως αυτά για την εύρεση εργασίας, τον τουρισμό, τις δημόσιες μεταφορές, την αποδοτικότερη λειτουργία και συντονισμό του συνόλου των δημοσίων υπηρεσιών, τα κόστη συναλλαγής των πολιτών με τις δημόσιες υπηρεσίες καθώς και το χρόνο που οι πολίτες δαπανούν για τις επισκέψεις αυτές. Εκτιμάται από σχετικές μελέτες ότι τα ανοικτά δεδομένα θα οδηγήσουν σε οικονομικά οφέλη πλέον των 40 δισεκατομμυρίων ευρώ καθώς και σε αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας που θα ξεπερνά τα 3 τρισεκατομμύρια δολάρια σε επτά διαφορετικούς τομείς της οικονομικής δραστηριότητας: εκπαίδευση, μεταφορές, καταναλωτικά προϊόντα, ηλεκτρική ενέργεια, πετρέλαιο και φυσικό αέριο, υγεία και καταναλωτική πίστη σε παγκόσμιο επίπεδο."

ΑΛΕΞΙΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ [ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ ΣΥΡΙΖΑ] : “Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, αντικείμενο του παρόντος νομοσχεδίου είναι κατ’ αρχήν η καθιέρωση της αρχής της ανοιχτής διάθεσης και περαιτέρω χρήσης των εγγράφων, πληροφοριών και δεδομένων που βρίσκονται στην κατοχή φορέων του δημοσίου, η τροποποίηση ορισμένων διατάξεων του πρώτου κεφαλαίου του ν. 3848/2006 και η προσαρμογή της εθνικής νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας 2013/37 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Η νομοθετική αυτή πρωτοβουλία ως ενιαίο όλον ορώμενη περιέχει μια προφανή αντίφαση: Η Κυβέρνηση, που υλοποιεί το υπερσύνταγμα του μνημονίου, από τη μια, έχει κηρύξει πόλεμο κατά του κράτους και της δημόσιας διοίκησης σε μέγεθος, αντικείμενο, ποσότητα, ποιότητα υπηρεσιών, ώστε να μην μπορεί να ανταποκριθεί στις κοινωνικές και εθνικές ανάγκες και, από την άλλη, εισάγει ρυθμίσεις δευτερεύουσας σημασίας για τον εκσυγχρονισμό του, ώστε να παρέχει τη ψευδαίσθηση ότι συμπλέει με τα προτάγματα της σύγχρονης εποχής.”

Eίναι πραγματικά απογοητευτικό που ο εισηγητής της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης δεν είπε ούτε μία (1) φράση για τα ανοικτά δεδομένα. 

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΣΑΛΤΟΥΡΟΣ (Ειδικός Αγορητής ΠΑΣΟΚ): “Η μεγάλη καινοτομία, όμως, του νομοσχεδίου έγκειται στην καθιέρωση της υποχρέωσης των φορέων του δημόσιου τομέα για ανοιχτή διάθεση, εκτός από τα έγγραφα, και των πληροφοριών και δεδομένων που βρίσκονται στην κατοχή τους, τα οποία διατίθενται ελεύθερα προς χρήση και αξιοποίηση για εμπορικούς και μη σκοπούς, χωρίς να απαιτείται καμία ενέργεια από τον ενδιαφερόμενο ή τη διοίκηση, εφόσον διατίθενται στο διαδίκτυο. Βεβαίως, καθιερώνονται και οι σχετικές εξαιρέσεις, πρωτίστως όσον αφορά τη δημοσίευση πληροφοριών που αφορούν την εθνική ασφάλεια, καθώς και ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα.”

Καμία "μεγάλη καινοτομία": αυτά προβλέπονται εδώ και 8 χρόνια από τον ν.3448/2006. Στην πράξη δεν είδαμε να γίνονται όμως.

AIMIΛΙΑ ΧΡΥΣΟΒΕΛΩΝΗ [ΕΙΔΙΚΗ ΑΓΟΡΗΤΡΙΑ ΑΝ.ΕΛ.]: “Στο κεφάλαιο Α΄ που αφορά την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημοσίου, η οποία κατέστη θεωρητικά δυνατή με το ν. 3448/2006, πρέπει πρώτα από όλα να παραδεχθούμε ότι αυτή ουδέποτε υλοποιήθηκε. Στόχος του νόμου εκείνου ήταν η εμπορική εκμετάλλευση ενός τομέα επιχειρηματικής δραστηριότητας που ενώ αλλού στην Ευρωπαϊκή Ένωση αντιστοιχεί σε τζίρο δισεκατομμυρίων ευρώ, στην Ελλάδα εξακολουθεί να παραμένει πρακτικά ανύπαρκτος. Είναι αυτονόητο ότι η διάθεση πληροφοριών του δημοσίου είναι συνάρτηση αφενός της ψηφιοποίησής τους και αφετέρου της συνεργασιμότητας των παρόχων, δηλαδή των δημοσίων υπηρεσιών. Δυστυχώς, το τελευταίο στοιχείο είναι κάτι που σαφώς δεν υπάρχει σήμερα έναντι των πολιτών ή των επιχειρήσεων στη χώρα μας. Τα αίτια αυτής της δυσλειτουργίας είναι πολλά. Μεταξύ αυτών κυριαρχούν και τα εξής: Πρώτον, είναι η κουλτούρα αδιαφάνειας που διέπει τις δημόσιες υπηρεσίες. Δεύτερον, η ευθυνοφοβία πολλών στελεχών του δημοσίου. Τρίτον, η ανυπαρξία ελέγχου εφαρμογής του ισχύοντος νόμου, για τον οποίο υπεύθυνος θεωρητικά είναι ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης, που όμως πρακτικά δεν ασχολήθηκε με το θέμα. Τέλος, θεωρούμε ότι παίζει σημαντικό ρόλο και η ανυπαρξία πειθαρχικών επιπτώσεων στις περιπτώσεις μη συνεργασίας των δημοσίων υπαλλήλων με τους πολίτες ή με τις αιτούσες επιχειρήσεις. Για να αντιμετωπιστεί, λοιπόν, η παραπάνω κατάσταση εισάγεται η λεγόμενη «ανοιχτή διάθεση των δημοσίων πληροφοριών», χωρίς δηλαδή να χρειάζεται να υποβληθεί κάποια αίτηση του ενδιαφερομένου. Για να έχει όμως κάποιο νόημα θα πρέπει ασφαλώς να προηγηθεί η ψηφιοποίηση και η αυτοματοποιημένη διάθεσή τους εκ μέρους των αρμοδίων φορέων. Σημειώνω εδώ ότι η «Διαύγεια», το πρόγραμμα ανάρτησης δημοσίων εγγράφων στο διαδίκτυο, δεν καλύπτει σε καμία περίπτωση περιπτώσεις εμπορικά αξιοποιήσιμων πληροφοριών, ιδιαίτερα με τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί σήμερα. Σε αυτό το σημείο θέλω να επισημάνω πως η συντριπτική πλειοψηφία των αιτημάτων πολιτών ή επιχειρήσεων που υποβλήθηκαν μέχρι τώρα, βάσει του νόμου του 2006, δεν ικανοποιήθηκαν από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Ο κύριος λόγος είναι η παντελής απουσία ελέγχου εφαρμογής του νόμου και η έλλειψη κυρώσεων για τους δημόσιους φορείς σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, παράγοντες που θεωρούμε ότι διαιωνίζουν το σημερινό καθεστώς αδιαφάνειας και άρνησης συνεργασίας εκ μέρους του κράτους. Το αντίδοτο που προτείνει το συζητούμενο νομοσχέδιο είναι η συμπλήρωση του ανύπαρκτου σήμερα ελεγκτικού μηχανισμού, αυτού δηλαδή του ΓΕΕΔ με το ΣΕΕΔΔ στο ρόλο του ελεγκτή εφαρμογής του νέου πλαισίου ανοικτής διάθεσης των δημοσίων δεδομένων. Η εμπειρία λέει πως πρόκειται για ένα πολύ δύσκολο έργο, το οποίο συχνά εκφυλίζεται και σε πάρεργο εκ μέρους των ελεγκτικών αρχών."

Αυτή ήταν η πιο ενημερωμένη παρέμβαση βουλευτή σε όλη την κοινοβουλευτική συζήτηση για το θέμα: ότι δεν υπάρχει ο σωστός μηχανισμός επιβολής των διατάξεων για την διάθεση των ανοικτών δεδομένων, όπως είχα επισημάνει κι εγώ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΥΡΙΤΣΗΣ [ΕΙΔΙΚΟΣ ΑΓΟΡΗΤΗΣ ΔΗΜ.ΑΡ.]:  “Η νομοθετική πρωτοβουλία είναι βασικό βήμα για την ουσιαστική εισαγωγή κανόνων ανοιχτής διάθεσης της δημόσιας πληροφορίας και ειδικότερα για την εισαγωγή δύο νέων βασικών αρχών σ’ αυτόν τον τομέα, δηλαδή πρώτον της εξ ορισμού ανοιχτότητας ή ανοιχτής πληροφορίας και, δεύτερον, της ενεργητικής διαφάνειας. Βεβαίως, δεν διστάζω να επαινέσω ότι δεν επιδιώκεται μία μηχανιστική μεταφορά της Οδηγίας 2013/37 της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το νομοσχέδιο προσαρμόζει την Οδηγία στο ελληνικό περιβάλλον και προτείνει επιπλέον μέτρα για την ενίσχυση της ανοιχτής διάθεσης της πληροφορίας του δημόσιου τομέα στη χώρα, αλλά και τη διαφάνεια στη δράση της Δημόσιας Διοίκησης. Η απελευθέρωση των δημόσιων δεδομένων είναι εντός του πλαισίου της μεταφοράς της Οδηγίας. Αυτή η πρακτική είναι απαραίτητη στην ελληνική πραγματικότητα για μία σειρά από λόγους. Ενδεικτικά αναφέρω, πρώτον, ότι στις έρευνες του ΟΚΧΕ κατά τη διάρκεια εφαρμογής του ν. 3882/2010 σε σχέση με τη μεταφορά της Οδηγίας «Inspire», προκύπτει ότι το 86,3% των συμμετεχόντων στην έρευνα υπαλλήλων του δημοσίου τομέα θεωρεί ότι υπάρχει ανάγκη για περισσότερο διαμερισμό δεδομένων του δημοσίου τομέα. Επίσης, το 97% πιστεύει ότι τα γεωχωρικά δεδομένα θα πρέπει να είναι ελεύθερα και ανοιχτά, επειδή υπάρχει τεράστια ανάγκη να υπάρχει πρόσβαση στη δημόσια πληροφορία από τρίτους, προκειμένου να μπορούν οι φορείς του Δημοσίου να επιτελούν καλύτερα και με μικρότερο κόστος συναλλαγών τη δημόσια αποστολή τους. Την ίδια ώρα, οι επιχειρήσεις μπορούν να προσφέρουν υπηρεσίες προστιθέμενης αξίας με τη μέγιστη δυνατή παραγωγικότητα, χωρίς όμως να μειώνουν τους μισθούς των εργαζομένων. Δεύτερον, αυτοί οι δύο στόχοι, δηλαδή η μείωση του διοικητικού βάρους και η αύξηση της παραγωγικότητας της ιδιωτικής επιχείρησης, αποτελούν κεντρικά σημεία σειράς εθνικών πολιτικών, οι οποίες έχουν αποτυπωθεί σε επίσημα κείμενα πολιτικής. Τρίτον, η εμπειρία από την εφαρμογή των ν. 3448/2006, 3882/2010 και 3979/2011 υποδεικνύει ότι είναι απαραίτητο να υπάρξουν δραστικά μέτρα για το άνοιγμα της πληροφορίας που δεν προϋποθέτουν την έκδοση υπουργικών αποφάσεων ή άλλων κανονιστικών πράξεων της διοίκησης ούτε εξαρτώνται από την έκδοση κειμένων εθνικής πολιτικής, καθώς η διοίκηση δεν έχει εκδώσει κανένα σχετικό κείμενο για το σύνολο των διατάξεων που παραμένουν ανενεργές. Κατά συνέπεια, η επιλογή λύσεων σε νομοθετικό επίπεδο και η χρήση γενικών κανόνων φαίνεται να είναι η ασφαλέστερη λύση για την επιβολή κανόνων ανοιχτότητας. Η επιλογή της εισαγωγής των αρχών της εξ ορισμού ανοιχτότητας και της ενεργητικής διαφάνειας φαίνεται να είναι η βέλτιστη προσέγγιση για το πραγματικό άνοιγμα των δεδομένων. Τέταρτον, το σύνολο των μελετών που έχουν γίνει σε σχέση με τα ανοιχτά δεδομένα του δημοσίου τομέα συμφωνεί ότι δημιουργεί σημαντικά θετικά οικονομικά αποτελέσματα σε σχέση με την εθνική οικονομία. Βελτιώνει τη διαφάνεια και τη λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης και δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας.Γι’ αυτούς τους λόγους και εξαιτίας της δύσκολης οικονομικής συγκυρίας είναι απολύτως αναγκαίο ο νόμος να επιτρέπει την πλέον ανοιχτή διάθεση της πληροφορίας του δημόσιου τομέα. Όμως, θα ήθελα να διατυπώσω ορισμένες παρατηρήσεις. Το νομοσχέδιο, κατ’ αρχήν, θα μπορούσε να είναι πιο τολμηρό ενσωματώνοντας τους κανόνες για την ανοιχτή διάθεση της πληροφορίας του δημοσίου τομέα και τους κανόνες για το πολιτιστικό και εκπαιδευτικό υλικό που βρίσκεται εκτός του πεδίου εφαρμογής της Οδηγίας.Κάτι τέτοιο θα έδειχνε την ενότητα των δεδομένων και θα εξυπηρετούσε γενικότερους στόχους πολιτικής ανοικτότητας και διαφάνειας. Επίσης, είναι απαραίτητο να υπάρξει κεντρική πολιτική χρεώσεων και να μην αφεθεί το ζήτημα αυτό σε μεμονωμένους φορείς του δημοσίου. Διαφορετικά, ενδέχεται να οδηγηθούμε σε αδικαιολόγητες αρνήσεις διάθεσης της δημόσιας πληροφορίας που θα σταματήσουνε την εφαρμογή του νόμου.”

2η Συνεδρίαση:Ας αναφερθώ, όμως, στα άρθρα του νομοσχεδίου. Καταρχήν εκφράζω την ικανοποίησή μου που η ηγεσία του Υπουργείου ενσωμάτωσε αρκετές από τις προτάσεις μου για τα ανοιχτά δεδομένα. Όμως, παρ’ όλα αυτά έχω μερικές παρατηρήσεις. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 5 θα μπορούσε να απαλειφθεί αυτή η εξαίρεση για τις βιβλιοθήκες. Η παράγραφος 1 του άρθρου 6 θεωρώ ότι θα έπρεπε να επαναδιατυπωθεί ως εξής: «Η διάθεση να γίνεται στον διαδικτυακό τόπο και στην ιστοσελίδα του φορέα». Στο άρθρο 7 θεωρώ ότι θα έπρεπε να επαναφέρετε τη διατύπωση της διαβούλευσης που έθετε μέσα την προϋπόθεση της Υπουργικής Απόφασης για τη χρήση αδειών ως εξαίρεση στην εξ’ ορισμού ανοιχτότητα της πληροφορίας. Τέτοιες αποφάσεις θα πρέπει να έχουν νομιμοποίηση. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 9 θα έπρεπε να προστεθεί η φράση: «…είτε από την ιστοσελίδα που παρέχονται τα δεδομένα, είτε από τη www.data.gov.gr». Στην παράγραφο 5 του άρθρου 10 θα πρέπει να υπάρχει ρητή πρόβλεψη ότι τα στοιχεία θα επικαιροποιούνται σε ετήσια βάση. Μόνο έτσι θα μπορέσει να λειτουργήσει το νομοσχέδιο. Στη παράγραφο 2α του άρθρου 11 θα μπορούσε να μειωθεί η περίοδος από τα δέκα στα πέντε έτη. Η περίοδος που προτείνετε είναι εξαιρετικά μεγάλη, κύριοι συνάδελφοι. Η κριτική που διατυπώνεται είναι ότι οι μεγάλες προθεσμίες μπορούν να οδηγήσουν σε αποκλειστικές συμφωνίες, που καταργούν την πρόσβαση του κοινού στο εθνικό ψηφιακό πολιτιστικό απόθεμα.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΤΣΩΤΗΣ [ΕΙΔΙΚΟΣ ΑΓΟΡΗΤΗΣ Κ.Κ.Ε.] : “Στο Κεφάλαιο Α΄ -που οι περισσότεροι το προσπερνάτε- και με το ν. 3448/2006 προωθήθηκαν οι ρυθμίσεις, με σκοπό τη δημιουργία μιας αγοράς πληροφοριών που ανήκουν στο δημόσιο και για τις οποίες ορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για πρόσβαση σ’ αυτές από τους ιδιώτες, ιδίως τους επιχειρηματίες, για αξιοποίηση και για εμπορική τους χρήση έναντι μικρού αντιτίμου. Στόχος η αξιοποίηση του πλούτου των πληροφοριών που διαθέτει το δημόσιο, για τη συγκέντρωση και επεξεργασία των οποίων δαπανήθηκαν χρήματα του ελληνικού λαού και άπειρες εργατοώρες για την ανάπτυξη κερδοφορίας του κεφαλαίου και για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς του. Με το Κεφάλαιο Α΄ του νομοσχεδίου τροποποιούνται οι ρυθμίσεις του ν. 3448/2006, ώστε αυτή η διοχέτευση των πληροφοριών που διαθέτει το δημόσιο προς τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους να είναι κατά κανόνα πλήρως ελεύθερη με το χαμηλότερο δυνατό κόστος, όταν αυτό προβλέπεται κατ’ εξαίρεση και με επέκταση σε τομείς στους οποίους ενδιαφέρεται να επενδύσει η πλουτοκρατία, όπως είναι τα πολιτιστικά αγαθά της χώρας μας. Πάνω σ’ αυτό η αιτιολογική έκθεση είναι σαφής. Στόχος των ρυθμίσεων είναι η καθιέρωση της αρχής της ελεύθερης διάθεσης και περαιτέρω χρήσης των εγγράφων, πληροφοριών και δεδομένων του δημοσίου τομέα και μάλιστα σε ηλεκτρονική μορφή, αλλά και σε μορφή πλήρως προσβάσιμη και αξιοποιήσιμη από τους επιχειρηματίες. Στην αιτιολογική έκθεση αναφέρεται ότι οι πολιτικές ανοιχτών δεδομένων, οι οποίες ενθαρρύνουν την ευρεία διαθεσιμότητα και την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημοσίου τομέα για εμπορικούς σκοπούς με ελάχιστους ή καθόλου νομικούς, τεχνικούς και οικονομικούς περιορισμούς, μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην τόνωση της οικονομικής ανάπτυξης. Η αιτιολογική έκθεση, δηλαδή, θεωρεί σημαντική την ενίσχυση του ανταγωνισμού και τη μείωση του κόστους των υπηρεσιών που προσφέρουν ιδιωτικές εταιρείες και που προηγουμένως έπρεπε να προβούν σε χρονοβόρες διαδικασίες ή να καταβάλουν αντίτιμο για να αποκτήσουν δημόσια δεδομένα.Η αιτιολογική έκθεση εκτιμά ότι με τις πολιτικές ανοιχτής διάθεσης και περαιτέρω χρήσης εγγράφων, πληροφοριών και δεδομένων του δημοσίου, θα υπάρξουν για την Ευρωπαϊκή Ένωση οικονομικά οφέλη πλέον των 40.000.000.000 ευρώ. Βέβαια, αυτά τα 40.000.000.000 ευρώ θα τα κερδίσουν οι πολυεθνικές με αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας που θα ξεπερνά τα 3.000.000.000 ευρώ σε επτά διαφορετικούς τομείς δραστηριότητες που θα τους ενδιαφέρει, όπως είναι η εκπαίδευση, οι μεταφορές για τα αγροτικά προϊόντα, η ηλεκτρική ενέργεια, το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο, η υγεία και η καταναλωτική πίστη. Οι πιο πάνω πολιτικές προωθούνται για τους πιο πάνω λόγους από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ώστε και η ίδια να καταστεί πιο ανταγωνιστική στον τομέα της εμπορευματοποίησης της γνώσης σε σχέση με τα υπόλοιπα ανταγωνιστικά ιμπεριαλιστικά κέντρα.Στην πιο πάνω κατεύθυνση, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εκδώσει και την Οδηγία 2013/37 σε αντικατάσταση της Οδηγίας 2003/98, η οποία θεωρείται πίσω από τις απαιτήσεις των πολυεθνικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ταχύτατη και με το λιγότερο δυνατό κόστος και εμπόδια αξιοποίηση του κέρδους των πληροφοριών και δεδομένων του πλούτου που διαθέτουν τα δημόσια των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επικαλείται η Κυβέρνηση ότι μέσω της εφαρμογής της ανοικτής διάθεσης των εγγράφων, των πληροφοριών και των δεδομένων που τηρούν οι δημόσιες υπηρεσίες για την περαιτέρω χρήση και αξιοποίησή τους θα ευνοηθεί η αποτελεσματικότητα του δημοσίου, όπως επίσης και η εξυπηρέτηση του απλού πολίτη που θα έχει πρόσβαση σε έγγραφα που τον αφορούν. Υπάρχει βεβαίως και αυτή η πλευρά. Όμως, η θεσμοθέτηση της αρχής της ανοικτής διάθεσης γίνεται για να διευκολυνθεί η πρόσβαση και η αξιοποίηση των πληροφοριών του δημοσίου από τις επιχειρήσεις για την εξασφάλιση της κερδοφορίας του, κάτι που προκύπτει σαφώς, όπως είπα, από την αιτιολογική έκθεση. Οι πιο πάνω στόχοι των πολυεθνικών τους οποίους προωθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και η ελληνική Κυβέρνηση για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους έχουν και επιμέρους ρυθμίσεις. Καθιερώνεται πλέον η αρχή της ανοικτής διάθεσης και περαιτέρω χρήση των εγγράφων, πληροφοριών και δεδομένων χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ενέργεια του ενδιαφερόμενου ή πράξη της διοίκησης. Δεύτερον, η ελεύθερη διάθεση γίνεται μέσω του διαδικτύου και με τρόπο οργανωμένο και πλήρως προσβάσιμο. Τρίτο, ανοίγει η αγορά πληροφοριών και η ελεύθερη διάθεση σε σημαντικά πολιτιστικά αγαθά, αφού θα είναι πλέον δυνατή η εφαρμογή της ελεύθερης διάθεσης και η παραπέρα χρήση πληροφοριών και δεδομένων που κατέχουν οι βιβλιοθήκες, μεταξύ αυτών οι βιβλιοθήκες των ανωτέρω εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, τα μουσεία και τα αρχεία. Τέταρτο, η πρόσβαση των ιδιωτών και κυρίως των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, ιδίως στα πολιτιστικά αγαθά που περιέχονται στις πληροφορίες και τα δεδομένα του δημοσίου, πέρα από την πιο πάνω διεύρυνση του πεδίου πρόσβασης, επιτυγχάνεται αποτελεσματικότερα με την εξασφάλιση μακροχρόνιων αποκλειστικών δικαιωμάτων για την ψηφιοποίηση πολιτιστικών πόρων. Πέμπτο, ο κανόνας θα είναι η ελεύθερη διάθεση και περαιτέρω χρήση των πληροφοριών και δεδομένων του δημοσίου και μόνο κατ’ εξαίρεση θα υπάρχουν κάποιοι περιορισμοί που θα προβλέπουν αδειοδότηση του δημοσίου ή άλλους τρόπους, όπως υποχρέωση αναφοράς της πηγής, ρήτρα προστασίας των προσωπικών δεδομένων κλπ, αλλά και οι σχετικές αδειοδοτήσεις όπως κατ’ εξαίρεση θα επιβάλλονται και θα πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένες και θα παρέχουν ευρύτερα δικαιώματα περαιτέρω χρήσης χωρίς περιορισμούς ή με τους λιγότερους δυνατούς περιορισμούς. Έκτο, ακόμη και στις περιπτώσεις που θα απορρίπτεται η ελεύθερη διάθεση και η περαιτέρω χρήση πληροφοριών και δεδομένων προβλέπεται ταχεία διαδικασία για την ανατροπή αυτής της απόρριψης με διοικητική προσφυγή ενώπιον του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης χωρίς προηγούμενη προσφυγή στη δημόσια υπηρεσία που έβγαλε απορριπτική απόφαση. Και σε περίπτωση απορριπτικής απόφασης από το Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης προσφυγή για ακύρωση, όχι ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, αλλά ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου. Έβδομο, η διάθεση στους ιδιώτες και η περαιτέρω χρήση των πληροφοριών και των δεδομένων του δημοσίου για εμπορική χρήση και εκμετάλλευση από μέρους τους προβλέπεται να γίνεται και δωρεάν, ενώ όταν θα προβλέπεται αντίτιμο, αυτό θα γίνεται με το χαμηλότερο δυνατό κόστος αφού προβλέπεται χρέωση στο οριακό κόστος για την αναπαραγωγή, παραγωγή και διάθεση των πληροφοριών και δεδομένων. Μόνο κατ’ εξαίρεση προβλέπεται και μια εύλογη απόδοση της επένδυσης του δημοσίου για τη συγκέντρωση και επεξεργασία αυτών των πληροφοριών, μια απόδοση που επιδιώκεται να είναι η μικρότερη δυνατή. Όγδοο, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ελεύθερη πρόσβαση και η περαιτέρω χρήση των πληροφοριών και δεδομένων του δημοσίου στους ιδιώτες, το νομοσχέδιο υποχρεώνει τους φορείς του δημοσίου να προβαίνουν μέσα σε τακτές προθεσμίες στην καταγραφή και αξιολόγηση του συνόλου των εγγράφων, πληροφοριών και δεδομένων με σκοπό την ανοιχτή διάθεση και μάλιστα καταρχήν με προσπάθεια να διατίθενται στο διαδίκτυο σε ανοικτό και μηχαναγνώσιμο μορφότυπο και με προσδιορισμό των πληροφοριών και των δεδομένων, τα οποία θα διατίθενται μέσω αδειοδότησης ή τελών, αλλά και εγγράφων πληροφοριών που εμπίπτουν στην εξαίρεση της μη διάθεσης και μη αξιοποίησης και χρήσης. Προβλέπεται μάλιστα και η τήρηση μητρώου ανοικτών δεδομένων του δημοσίου για όλους τους φορείς του δημοσίου στο Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης. Το χρήσιμο είναι ότι προβλέπεται στις μεταβατικές διατάξεις πως εάν οι δημόσιες υπηρεσίες δεν προβούν μέσα στις τασσόμενες προθεσμίες στις πιο πάνω ταξινομήσεις εγγράφων, πληροφοριών και δεδομένων που διαθέτουν, τότε τα σύνολα των εγγράφων, των πληροφοριών και δεδομένων, που θα μπορούν να διαθέτουν, θα διατίθενται ελεύθερα προς περαιτέρω χρήση και αξιοποίηση από τις υπηρεσίες.”

2η Συνεδρίαση: “Η θέση μας είναι ότι τα δημόσια έγγραφα, οι κάθε είδους πληροφορίες και άλλα δεδομένα στην υπηρεσία των επιχειρηματικών ομίλων δεν θα λειτουργήσουν μόνο ως νέοι δρόμοι κερδοφορίας του κεφαλαίου, αλλά και ως νέοι δρόμοι δυσκολιών για τους εργαζόμενους και τα άλλα λαϊκά στρώματα, ως νέοι τρόποι στέρησης προσωπικών δεδομένων και ατομικών ελευθεριών. Είμαστε υπέρ της διάχυσης των πληροφοριών και των γνώσεων σε όλους, αλλά εδώ δεν μιλάμε γι’ αυτό. Ο λόγος γίνεται κυρίως για την επιχειρηματική αξιοποίηση όλου αυτού του δημοσίου πλούτου.”

Αναρωτιέται κανείς ποιοι είναι αυτοί οι μη κατονομαζόμενοι "δρόμοι δυσκολιών για τους εργαζόμενους και τα άλλα λαϊκα στρώματα" που θα επιφέρουν τα ανοικτά δεδομένα. Οι "τρόποι στέρησης προσωπικών δεδομένων και ατομικών ελευθεριών" κατανοητοί (και μπράβο στο Κ.Κ.Ε. που αναγνωρίζει ότι υπάρχουν προσωπικά δεδομένα και ατομικές ελευθερίες), αλλά οι δυσκολίες για τους εργαζόμενους ποιές θα είναι;

ΘΩΜΑΣ ΨΥΡΡΑΣ [ΔΗΜΑΡ]“. Εντούτοις, το μέρος του νομοσχεδίου που αφορά την ανοιχτότητα και τη διαφάνεια θα μπορούσε να είναι πολύ πιο τολμηρό, δηλαδή να ενσωματώνει τους κανόνες για την ανοιχτή διάθεση της πληροφορίας του δημόσιου τομέα, καθώς επίσης -και παρακαλώ να το προσέξουμε αυτό- κανόνες για το πολιτιστικό και εκπαιδευτικό υλικό. Κάτι τέτοιο θα έδειχνε την ενότητα των δεδομένων και θα εξυπηρετούσε γενικότερους στόχους πολιτικής, ανοιχτότητας και διαφάνειας. Επίσης, η πολιτική χρεώσεων θα μπορούσε να πραγματοποιείται κεντρικά και να μην αφήνεται σε μεμονωμένους φορείς του δημοσίου τομέα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ανοιχτή διάθεση της δημόσιας πληροφορίας, διότι υπάρχει ο κίνδυνος να οδηγηθούμε σε αδικαιολόγητες αρνήσεις διάθεσης της δημόσιας πληροφορίας, κάτι που θα σταματήσει τελικά την εφαρμογή του νόμου. Ήδη, αγαπητοί κύριοι συνάδελφοι, έχουμε τέτοια στοιχεία. Ένα χρόνο τώρα, τα γεωχωρικά δεδομένα -ενώ έχει ψηφιστεί αντίστοιχος νόμος- δεν έχουν καταστεί ακόμα ανοιχτά. Θα ήθελα να αναφερθώ σε τρεις τροπολογίες που κατέθεσε η Δημοκρατική Αριστερά. Πρώτον, η υπ’ αριθμόν 1891. Η διαύγεια και οι νόμοι που διαμορφώνουν το πλαίσιο της αποτελούν τη σημαντικότερη ίσως θεσμική παρέμβαση για την ενίσχυση της διαφάνειας. Οι μηχανισμοί της ΔΙΑΥΓΕΙΑΣ ήδη υπάρχουν. Οι υπάλληλοι είναι εξοικειωμένοι με τη χρήση της και οι υποδομές του προγράμματος λειτουργούν με επιτυχία. Με την τροπολογία μας προτείνουμε για την μεν ανοιχτή πληροφορία να διατίθεται μέσα από τις υποδομές της ΔΙΑΥΓΕΙΑΣ και για λόγους επιπλέον ελαχιστοποίησης του κόστους. Για την πληροφορία που δίδεται για χρήση, αλλά δεν είναι ανοιχτή, εφόσον δεν συντρέχουν περιορισμοί εμπιστευτικότητας, να καταγράφονται οι απαντήσεις της διοίκησης με την ίδια διαδικασία. Για τις αποφάσεις παραγωγής και διάθεσης δημόσιων δεδομένων, η ανακοίνωση τις διοίκησης να γίνεται τουλάχιστον τριάντα μέρες πριν από τη διακοπή παροχής της σχετικής υπηρεσίας. Όσο για την τροπολογία με αριθμό 1889, για να ενισχυθεί η διαφάνεια της δημόσιας διοίκησης –το καταλαβαίνουν όλοι- δεν αρκεί μόνο η υποχρέωση της ανάρτησης στο διαδίκτυο του συνόλου των πράξεων που προσδιορίζονται με το ν.3861, αλλά πρέπει η δημοσίευση να γίνεται με τέτοιον τρόπο ώστε να είναι εύκολη η αναζήτηση της πληροφορίας από το μέσο χρήστη. Η εφαρμογή του ν. 3861/2010 δείχνει ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα σε σχέση με την «ευρεσιμότητα» των πράξεων της δημόσιας διοίκησης που αναρτώνται στο διαδίκτυο σχετίζεται με την ελλιπή τεκμηρίωσή τους που προέρχεται από την ελλιπή συμπλήρωση των απαραίτητων μεταδεδομένων, χωρίς τα οποία η εύρεση και η διακίνηση της πληροφορίας είναι εντελώς αδύνατη. Για το λόγο αυτό, με την τροπολογία μας προτείνουμε η ανάρτηση να περιλαμβάνει και τα απαραίτητα μεταδεδομένα που θα την καταστήσουν ουσιαστικά αναζητήσιμη και άρα διακινήσιμη. Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα ολοκληρωθεί και θα καταστεί λειτουργικός ο ν. 3861. Έρχομαι στην υπ’ αριθμόν 1892 τροπολογία. Ο ν. 3979/2011 περιλαμβάνει στη ρύθμισή του πλήθος θεμάτων που σχετίζονται με την εισαγωγή, το διαμοιρασμό, τη διαχείριση και τη διάθεση πληροφορίας του δημόσιου τομέα, όμως δεν περιέχει διατάξεις που να διασφαλίζουν ένα σύστημα κινήτρων προς τους δημόσιους φορείς που εθελοντικά υπάγονται στο καθεστώς της ανοικτής διάθεσης των δεδομένων τους. Ενδέχεται, λοιπόν, η συντήρηση της «ανοικτότητας» να συνεπάγεται επιπλέον κόστος για τους δημόσιους φορείς που αναλαμβάνουν να παράγουν, να διαχειρίζονται και να διαθέτουν τα σχετικά δεδομένα. Για το λόγο αυτό, είναι απαραίτητο αφενός μεν να ορίζεται ο δημόσιος φορέας που είναι υπεύθυνος για το σύνολο του κύκλου ζωής ενός ή περισσότερων συνόλων δεδομένων και αφετέρου να παρέχεται στον δημόσιο φορέα η ελάχιστη πρόσθετη χρηματοδότηση που είναι αναγκαία για τη διάθεση και συντήρηση των δεδομένων. Κύριοι συνάδελφοι, το ζήτημα δεν είναι να κάνουμε ένα νόμο που να μιλάει για τα ανοικτά δεδομένα. Μπορεί να υπάρξει. Εάν οι βάσεις δεδομένων δεν συντηρηθούν και δεν εξακολουθήσει να υπάρχει μόνιμη παρακολούθηση, είναι «γράμμα κενό», είναι «μία τρύπα στο νερό» και πρέπει να το καταλάβουμε. Οι δύο στόχοι που ανέφερα μπορεί να επιτευχθούν μέσα από μία σχετική εισήγηση που γίνεται στο τέλος κάθε οικονομικού έτους στο Υπουργείο Οικονομικών από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και η οποία προσδιορίζει ποιοι φορείς μπορεί να είναι υπεύθυνοι για το άνοιγμα συγκεκριμένων συνόλων δεδομένων και υπηρεσιών. Οι φορείς που επιθυμούν να ανοίγουν και να συντηρούν συγκεκριμένα σύνολα δεδομένων απευθύνουν σχετική αίτηση στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης η οποία καταρτίζει τη συγκεκριμένη οικονομοτεχνική μελέτη που υποβάλλεται στο Υπουργείο Οικονομικών στο τέλος του τρέχοντος οικονομικού έτους και αφορά το επόμενο έτος.Τελικά, με την προτεινόμενη τροπολογία θα επιτευχθεί η δραστική μείωση του κόστους της μεταφοράς της δημόσιας πληροφορίας με τη διακίνηση του μόνιμου προσδιοριστή των δεδομένων ή της προγραμματιστικής διεπαφής αντί των ίδιων των δεδομένων.Η τροπολογία προτείνει τη χρήση των υποδομών του προγράμματος «Διαύγεια» έτσι ώστε να επιτευχθεί η μόχλευση υπαρχόντων υποδομών και η ελαχιστοποίηση τόσο του κόστους εφαρμογής των σχετικών ρυθμίσεων, όσο και η διασύνδεση των συνόλων δεδομένων με μία υποδομή που ήδη λειτουργεί αποτελεσματικά και αποδοτικά για τη δημόσια διοίκηση. Κύριε Υπουργέ, παρακαλούμε οι τρεις τροπολογίες μας να γίνουν δεκτές.”

ΧΡΥΣΟΥΛΑ - ΜΑΡΙΑ ΓΙΑΤΑΓΑΝΑ [ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ]: “Συνολικά οι ρυθμίσεις του κεφαλαίου αυτού είναι θετικές διότι συμβάλουν στη διαφάνεια στο χώρο των δημοσίων υπηρεσιών και σύμφωνα με τις γενικές εκτιμήσεις θα συμβάλει κατά τι και στην αύξηση του ΑΕΠ. Το κατά πόσο όμως θα επιτευχθεί το οικονομικό όφελος και σε ποιο ύψος θα ανέλθει αυτό στη χώρα μας εξαρτάται από το σχέδιο δράσης και υλοποίησης που πρέπει να συνοδεύει νομοθετήματα όπως αυτό. Χωρίς τον αντίστοιχο σχεδιασμό σε επίπεδο πράξης και με στόχο την αξιοποίηση του δημόσιου πλούτου προς όφελος του δημοσίου του ίδιου και όχι μόνο του ιδιωτικού κεφαλαίου οι όποιες θετικές ρυθμίσεις θα παραμείνουν νεκρό γράμμα. Προς τούτο ζητώ, κυρία και κύριε Υπουργέ, να γίνουν δεκτές οι τροπολογίες που έχουν κατατεθεί από τη Δημοκρατική Αριστερά και αναφέρθηκαν προηγουμένως από τον προλαλήσαντα, διότι υλοποιούν στην πράξη αυτή τη νομοθετική ρύθμιση. Βεβαίως, για τον ίδιο λόγο είμαι αντίθετη με τη ρύθμιση του άρθρου 11, που προβλέπει δικαιώματα αποκλειστικής χρήσης πολιτιστικών πόρων από ιδιώτες, σύμφωνα με όσα ανέπτυξε στην αρμόδια Επιτροπή η κυρία Κουτσούμπα, εκπρόσωπος του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, ότι δηλαδή ο πλούτος που παράγεται από δικαιώματα αποκλειστικής χρήσης πολιτιστικών πόρων πρέπει να αξιοποιείται αποκλειστικά για το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων γιατί είναι ο βασικός τρόπος που λειτουργούν εκτός ωραρίου οι αρχαιολογικοί χώροι και τα μουσεία μέσω της πληρωμής φυλάκων και λοιπών υπαλλήλων.”

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΟΥΣΗΣ (ΔΗΜ.ΑΡ.): “Αγαπητοί συνάδελφοι, δημόσιο σημαίνει ανοικτό, ορατό, παρατηρήσιμο, διαθέσιμο στο κοινό. Είναι, δηλαδή, το αντίθετο του μυστικού, του ιδιωτικού, του συμβαίνοντος σε περιορισμένο κύκλο ανθρώπων. Δημόσιο σημαίνει προσκήνιο και όχι παρασκήνιο με ρόλους διακριτούς και ορατούς. Δημόσιο δεν σημαίνει παλαιό φωτισμό ή παλαιά παράθυρα απομόνωσης από το οπτικό πεδίο των άλλων. Δημόσιος χώρος επικοινωνίας είναι ή νοείται μία σφαίρα κοινωνικής συνύπαρξης πολιτών που συζητούν -και με θεσμικό τρόπο- ζητήματα ευρύτερου ενδιαφέροντος, καθώς το δημόσιο δυνητικά μας αφορά όλους. Το νομοσχέδιο είναι μια πρώτη κεντρικά, κυβερνητικά οργανωμένη προσπάθεια διεύρυνσης του «OpenGov» και της «ΔΙΑΥΓΕΙΑ». Το πρόβλημα, όμως, που φαίνεται να προκύπτει είναι ότι σε θεωρητικό επίπεδο είναι επί χάρτου σχεδιασμός. Όλα αυτά που ακούγονται είναι εξαιρετικά ως προς την κατεύθυνση, όμως, στην πράξη, στην υλοποίηση έχουμε δει ότι δεν μπόρεσαν μέχρι τώρα να εφαρμοστούν. Εξαιρέσεις από υποχρέωση δημοσίευσης που αναφέρονται σε κάποιους ευρείς και θολούς τομείς –φορολογικό, στατιστικό απόρρητο κλπ.-  αφήνουν πολλά περιθώρια ερμηνείας ως προς το τι μπορεί να εξαιρεθεί, γιατί πρέπει να εξαιρεθεί, ποιους αφορά και –θα έλεγα- ποιος τιμωρείται αν τυχόν δεν τηρήσει αυτήν τη διάταξη. Έτσι λοιπόν, θα δημιουργήσουμε διπλά και τριπλά συστήματα, ενώ θα μπορούσαμε –όπως πολύ σωστά ειπώθηκε- να διευρύνουμε τη «ΔΙΑΥΓΕΙΑ». Πρόκειται, δηλαδή, στην ουσία για ένα είδος γενικού πλαισίου, αφήνοντας πολλά και ουσιώδη να ρυθμιστούν με υπουργικές αποφάσεις. Επομένως, η πραγματική βούληση για τη λειτουργία και εφαρμογή των στόχων του νομοσχεδίου επαφίεται στον Υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης, ο οποίος θα είναι και εκείνος που θα ξεκαθαρίσει και θα αποσαφηνίσει τα θολά σημεία του νομοσχεδίου. Κι εδώ ερχόμαστε σε ένα κρίσιμο ζήτημα, αγαπητοί συνάδελφοι: Οι φορείς της εκτελεστικής λειτουργίας πρέπει να κινούνται σε ένα χώρο παραδοσιακής αποστολής, δηλαδή, να εξειδικεύουν και να εφαρμόζουν τους νόμους, όχι να θεσπίζουν νόμους, ούτε κανόνες. Να μην αποκτούν, δηλαδή, μια πρωτογενή και αυτόνομη νομοθέτηση, διότι δημιουργούμε δεύτερο νομοθέτη. Η υφαρπαγή νομοθετικών αρμοδιοτήτων είτε από τη διοίκηση, είτε από την Κυβέρνηση –βλέπε τις Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου- χαρακτηρίζει αυτό που ο Αριστόβουλος Μάνεσης είχε πει «νόσφιση εξουσίας». Αυτόβουλη νομοθεσία δεν νοείται. Νομίζω ότι σε μεγάλο βαθμό, όπου έχουμε δεκάδες υπουργικές αποφάσεις που στην ουσία δεν εξειδικεύουν απλώς, αλλά νομοθετούν, πάμε σε νόσφιση. Όσον αφορά το απόρρητο, εκεί που παρουσιάζεται: Τι είναι το απόρρητο; Το απόρρητο είναι ένας συνδυασμός μιας άγνωστης ή σε μικρό κύκλο γνωστής πληροφορίας, μιας επιθυμίας μυστικότητας και ενός ενδιαφέροντος μυστικότητας. Έχουμε, δηλαδή, αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία. Το απόρρητο έχει αρνητικό χαρακτήρα -μη δημοσιότητα- αλλά έχει και χρονικά σχετικό χαρακτήρα. Δεν υπάρχει απόρρητο για πάντα. Για αυτό θα πρέπει να δούμε τα του απορρήτου, να τα θεμελιώσουμε και να δούμε και ποια είναι η συνέπεια της μη τήρησης. Άρα, θα μου επιτρέψετε να πω, ότι όλο αυτό το νομοσχέδιο στηρίζεται σε μια υποχρέωση πίστεως, στην αρχή της καλής πίστης, στην εχεμύθεια και στην εμπιστοσύνη. Ερώτημα: Ναι, αλλά για να γίνουν όλα αυτά χρειαζόμαστε ένα πλαίσιο πολιτικής αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος κι ένα πλαίσιο αναβάθμισης της Δημόσιας Διοίκησης. Αν δεν τα έχουμε αυτά, φοβάμαι ότι ένας ακόμη νόμος θα πέσει στη «μαύρη τρύπα» της διαπλοκής.”

ΕΥΗ ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΥ [ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΜΗΔ]: “Ποιοι είναι οι στόχοι; Θέλω και εγώ να τους πω με το δικό μου τρόπο, αν και αναφέρθηκαν πολλοί από τους εισηγητές ήδη σε αυτούς. Οι στόχοι είναι δύο. Ο πρώτος είναι να μπορούν οι πολίτες να έχουν ανοιχτή, διαρκή πρόσβαση σε όλα τα δεδομένα του Δημοσίου, πλην εκείνων τα οποία αφορούν είτε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα –και αυτό είναι αυτονόητο- είτε ζητήματα εθνικής ασφάλειας. Διασφαλίζουμε, δηλαδή, στην πράξη με την εφαρμογή αυτού του νομοσχεδίου –και θα μιλήσω αμέσως μετά για αυτήν την εφαρμογή- ότι κάθε πολίτης έχει δικαίωμα όχι μόνο στην απλή πρόσβαση –και εδώ είναι και η διαφορά με το ΔΙΑΥΓΕΙΑ- αλλά στην πρόσβαση στα ανοιχτά δεδομένα, στα data sets, στα σύνολα δεδομένων. Εδώ έχουμε τη δυνατότητα να επεξεργάζονται οι επιχειρήσεις, τα ερευνητικά κέντρα, να επεξεργάζεται κάθε πολίτης τη δημόσια πληροφορία και να παράγει πλούτο γνώσης, πλούτο εφαρμογών, πλούτο τελικά, ο οποίος θα έρθει σε αυτήν την ίδια χώρα και την οικονομία. Άρα, είναι μια μεγάλη τομή που έχει, όπως είπα, δύο στόχους. Ο ένας είναι να εμπεδωθεί ένα κλίμα εμπιστοσύνης, γιατί όλα τελικά είναι και σε επεξεργάσιμη μορφή, ανοιχτά προς τους πολίτες. Ο δεύτερος είναι, βεβαίως, ένας τεράστιος αναπτυξιακός πλούτος από όλες τις εφαρμογές, από την επιχειρηματικότητα που θα αναπτυχθεί. Ήδη βλέπουμε στις κοινωνίες τις ερευνητικές, στις κοινωνίες των startups πόσο αυτά τα λίγα δεδομένα, που μέχρι σήμερα και πριν το νομοσχέδιο έχουν βγει σε ανοιχτή διάθεση, έχουν πραγματικά αξιοποιηθεί με καλές πρακτικές. Πώς εφαρμόζουμε το νομοσχέδιο; Άκουσα την κριτική και είναι μπροστά μας η εφαρμογή. Πράγματι, το μεγαλύτερο πρόβλημα που έχουμε εδώ στη Βουλή είναι ότι ψηφίζουμε νομοθετήματα και είτε δεν εφαρμόζονται είτε εφαρμόζονται κατά ένα μέρος. Τι κάνουμε, λοιπόν, στο ίδιο το νομοσχέδιο, για να το διασφαλίσουμε; Κατ’ αρχήν, όλα είναι εξ ορισμού ανοιχτά. Αυτό σημαίνει ότι η Υπηρεσία –και το λέει ρητά ο νόμος- θα πρέπει να εξηγήσει γιατί κάτι δεν είναι ανοιχτό, γιατί κάτι δεν είναι προσβάσιμο, κάποια πληροφορία, κάποιο δεδομένο δεν είναι προσβάσιμο. Επίσης, έχουμε τη ρύθμιση όπου το ΣΕΕΔΔ, το Σώμα Επιθεώρησης Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης, έχει την υποχρέωση να ελέγχει τη διαδικασία ανοιχτής πρόσβασης των δεδομένων. Δίνουμε και κίνητρα με τον ετήσιο δημόσιο διαγωνισμό. Οι κοινότητες, οι επιστημονικές, οι επιχειρηματικές, στις οποίες αναφέρθηκα πριν, θα μπορούν να αξιοποιούν τα δημόσια δεδομένα –είναι ένα κίνητρο αυτό- και να βραβεύονται για αυτό. Έτσι, θα υπάρξει μια διάχυση αυτής της ιδέας σε όλο τον κόσμο, σε όλους τους πολίτες. Θα υπάρχει, λοιπόν, έλεγχος του κράτους και αξιοποίηση της δημόσιας πληροφορίας. Θέλω να αναφερθώ ειδικά στο θέμα του πολιτισμού, γιατί τέθηκε από αρκετούς συναδέλφους. Η εξαίρεση που υπάρχει σε ό,τι αφορά την ανοιχτή διάθεση αφορά την προστασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς από κλοπή, λεηλασία, βανδαλισμό, λαθρανασκαφή, αρχαιοκαπηλία. Ήδη βλέπουμε ότι και στον Τύμβο Καστά υπάρχουν υποψίες –δεν το ξέρουμε ακόμα- ότι έχει συληθεί ο τάφος. Ο αρχαιολογικός πλούτος είναι τέτοιος και η προστασία της αρχαιολογικής νομοθεσίας είναι αντίστοιχη που επέβαλε το να μπει αυτή η διάταξη, έτσι ώστε να μην μπορεί καθένας μέσω της ανοιχτής διάθεσης των δεδομένων να έχει την πρόσβαση για να κάνει αξιόποινες πράξεις.”

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΤΥΡΗ - ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΑΡΗ [ΔΗΜΑΡ]  “ Θα ήθελα να πω ότι η Οδηγία αυτή -και η αναθεώρησή της κυρίως- έχει ορισμένα πολύ βασικά σημεία: Την καθιέρωση της αρχής ότι επιτρέπεται η περαιτέρω χρήση για εμπορικούς και μη εμπορικούς σκοπούς όλων των δημόσιων πληροφοριών. Τον καθορισμό του ποσού που επιτρέπεται για τις πληροφορίες του δημόσιου τομέα, σε ύψος όχι μεγαλύτερο του οριακού κόστους.  Την επέκταση του πεδίου εφαρμογής της Οδηγίας, ώστε να συμπεριλαμβάνονται βιβλιοθήκες, αρχεία, μουσεία και πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες και αναβάθμιση των πρακτικών εργαλείων της αναζήτησης των στοιχείων. Επίσης, με τις τροποποιήσεις τις Οδηγίας, θα υπάρξει μία –περιορισμένη, λέμε εμείς- οικονομική και διοικητική επιβάρυνση των διάφορων φορέων του δημόσιου τομέα. Όμως, τα αναμενόμενα οφέλη για την κοινωνία, για το δημόσιο τομέα και τις υπηρεσίες του θα είναι κατά πολύ μεγαλύτερα από αυτήν την επιβάρυνση. Το θέμα της χρέωσης του οριακού κόστους είναι ένα σημείο που χρειάζεται κριτική. Εντάξει, πρέπει να υπάρχει αυτό το οριακό κόστος, αλλά ιδιαίτερα για πληροφορίες οι οποίες ενδιαφέρουν περιπτώσεις μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, εκπαίδευσης κλπ., θα μπορούσε και να μην υπάρχει. Συνεπάγεται μία ουσιαστικότερη τροποποίηση, υπό την έννοια ότι ανάγει την περαιτέρω χρήση πληροφοριών σε δικαίωμα. Η διάθεση των πληροφοριών δεν είναι ένα δικαίωμα το οποίο θα πρέπει να μείνει στατικό, θα πρέπει να μείνει παθητικό. Κύριε Υπουργέ, θα έπρεπε ο εμπλουτισμός αυτής της Οδηγίας και η προσαρμογή στην Ελλάδα να είναι πιο τολμηρή και πιο ολοκληρωμένη, ούτως ώστε αυτό το δικαίωμα να είναι υποχρέωση ενεργητικής προώθησης αυτών των πληροφοριών. Υπάρχει, λοιπόν, ανάγκη βελτίωσης του κειμένου. Εμείς σας έχουμε καταθέσει τέσσερις τροπολογίες πάνω σε αυτά τα θέματα, τις οποίες πραγματικά έχουμε δουλέψει πάρα πολύ -τα έχει εξηγήσει και ο κ. Κυρίτσης, ο Ειδικός Αγορητής, τα θέματα αυτά- ούτως ώστε πράγματι αυτή η χρήση των δεδομένων, αυτή η πολύτιμη χρήση των διάφορων στοιχείων τα οποία υπάρχουν και που πραγματικά βοηθούν πάρα πολύ όλους τους τομείς και του δημόσιου τομέα και του ιδιωτικού τομέα να προχωρήσει. Παράλληλα, εφόσον εφαρμόζονται όλες οι συνθήκες για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, για τα δικαιώματα ιδιοκτησίας, θα πρέπει όντως να έχει μία ουσιαστική προώθηση και χρήση μέσα στην ελληνική κοινωνία.  Βασικός παράγοντας είναι να μπορέσουμε να διαχειριστούμε αυτήν την αδράνεια και την έλλειψη ευαισθητοποίησης των δημόσιων Οργανισμών, σχετικά με τις δυνατότητες των ανοιχτών δεδομένων.Άκουσα με προσοχή και τις αιτιάσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος. Είναι γεγονός ότι υπάρχει μία διαρκής πάλη. Ζούμε πράγματι σε ένα καπιταλιστικό σύστημα, το οποίο παλεύουμε όλοι, καθένας με το δικό του τρόπο, να το αλλάξουμε. Όμως, από την άλλη πλευρά η δημοκρατία υπάρχει, ο δημόσιος τομέας υπάρχει και στο δικό μας κράτος και στα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην αντίληψη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επομένως, εδώ, σε αυτή τη μάχη των νέων τεχνολογιών, των πληροφοριών και της πληροφορικής, πρέπει το δημόσιο να θωρακιστεί με τέτοιον τρόπο που να χρησιμοποιεί ή να κάνει τον έλεγχο της χρήσης αυτών των δεδομένων με αποτέλεσμα πράγματι να προάγεται το δημόσιο συμφέρον, να προάγονται ακόμη και εκείνες οι δράσεις και του ιδιωτικού τομέα, οι οποίες όντως βελτιώνουν και το παραγόμενο προϊόν και πολλά άλλα θέματα. Όλα αυτά είναι ένας διαρκής αγώνας. Βλέπουμε τώρα το νομοσχέδιο που συζητούν στην Επιτροπή για τα θέματα της έρευνας και τεχνολογίας. Είναι ένα νομοσχέδιο το οποίο μεταφέρει όλο αυτό τον κύριο όγκο που πρέπει να υπάρχει στο δημόσιο τομέα. Και αυτός θα πρέπει να κατευθύνει την έρευνα και την τεχνολογία. Ακόμη γίνεται αναφορά στο πώς θα συνδέονται τα πανεπιστήμια, ο δημόσιος τομέας με τον ιδιωτικό τομέα, για να προχωρήσει αυτή η αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών. Βλέπουμε, λοιπόν, να αποδυναμώνεται εντελώς με αυτές τις ρυθμίσεις ο ρόλος του δημόσιου τομέα, ο οποίος θα έπρεπε να είναι στρατηγικός. Άρα, πράγματι, είμαστε σε μία διαρκή πάλη.  Δεν μπορούμε, όμως, να αρνηθούμε αυτή τη χρήση των ανοιχτών δεδομένων. Διότι αν γίνει σωστά, είναι μία χρήση η οποία πράγματι σε μία δημοκρατική κοινωνία είναι πάρα πολύ χρήσιμη, γιατί οι πολίτες θα γνωρίζουν ακόμη και η ίδια τους η κυβέρνηση -αλλά και τα διπλανά τους κράτη με τα οποία συνεργάζονται- τι πράττουν ακριβώς. Θα έχουν μία ελεύθερη πρόσβαση και στα κυβερνητικά δεδομένα και σε πληροφορίες. Και, βέβαια, θα έχουν πρόσβαση και σε θέματα κοινωνικής πολιτικής, αλλά και επιχειρηματικής κ.ο.κ.

ΡΑΧΗΛ ΜΑΚΡΗ [ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ]:  “Η εφαρμογή των μέτρων της Οδηγίας είναι πρωτεύουσας σημασίας για τη ζωή των πολιτών. Δεν πιστεύουμε, βέβαια, όσα ακούσαμε περί ύπαρξης μελετών, δυνάμει των οποίων υποτίθεται ότι η επεξεργασία, αλλά και η μετατροπή των δεδομένων σε εμπορικές πράξεις, θα αυξήσει το ΑΕΠ κατά 3 τρισεκατομμύρια. Μόνο ως ανέκδοτο μπορεί να ακουστεί κάτι τέτοιο.”

Η βουλευτής αμφισβητεί την ύπαρξη της μελέτης της McKinsey, το link προς την οποία υπάρχει στην αιτιολογική έκθεση. 

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ [ΥΔΜΗΔ] : “Έρχομαι τώρα στο σχέδιο νόμου, ξεκινώντας με το πρώτο κεφάλαιο, το οποίο αφορά στην ενσωμάτωση της Οδηγίας 37/2013 για την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του Δημοσίου Τομέα. Το θέμα καλύφθηκε σε μεγάλη έκταση από την κυρία Υφυπουργό, η οποία είναι και η αρμόδια για τα ζητήματα ηλεκτρονικής διακυβέρνησης και για τα ζητήματα τα οποία αφορούν την ανοικτή διακυβέρνηση, μέρος της οποίας είναι και η ενσωμάτωση της σχετικής Οδηγίας. Εγώ θα πω μόνο ότι η Ελλάδα είναι μία από τις πρώτες χώρες που ενσωματώνει τη σχετική Οδηγία και ότι κατά τεκμήριο όλοι οι Φορείς, με τους οποίους ήρθαμε σε εκτενή διαβούλευση, έκριναν -και το κατέθεσαν και στη σχετική Επιτροπή- ότι η ενσωμάτωση της σχετικής Οδηγίας ήταν και είναι άρτια. Θα δούμε με προσοχή τις τροπολογίες που κατέθεσε η Δημοκρατική Αριστερά, κυρία Ξηροτύρη, και εφόσον κρίνουμε ότι πρέπει καθ’ οποιονδήποτε τρόπο να γίνουν αποδεκτές ή να ενσωματωθούν στο κύριο σώμα του νόμου, θα το κάνουμε και θα έχετε την απάντησή μας μέχρι αύριο. Να πω μόνο ότι η περαιτέρω χρήση ανοικτών δεδομένων δεν υπακούει μόνο στις αρχές της ανοικτής διακυβέρνησης, υπακούει και στην ανάγκη πολίτες και επιχειρήσεις να έχουν ανοικτή και εύκολα διαχειρίσιμη πρόσβαση σε μία σειρά από δεδομένα, τα οποία, δυστυχώς, μέχρι και σήμερα η δημόσια διοίκηση τα αντιλαμβάνεται ως κλειστά. Τα δεδομένα αυτά μπορούν να έχουν πολύ μεγάλη αξία, όχι μόνο στο πλαίσιο του ελέγχου της άσκησης δημόσιας εξουσίας, αλλά να έχουν και μία αξία, διότι είναι δεδομένα τα οποία είναι άκρως εκμεταλλεύσιμα και αξιοποιήσιμα από επιχειρήσεις, οι οποίες πάνω σε αυτά τα δεδομένα μπορούν να χτίσουν μία σειρά από εφαρμογές, οι οποίες εν τέλει να είναι χρήσιμες και στους πολίτες, αλλά να μπορούν να αποφέρουν και κέρδη στις επιχειρήσεις. Εμείς, λοιπόν, είμαστε από τους πρώτους που ερχόμαστε και συμμορφωνόμαστε με αυτό το παγκόσμιο κίνημα ανοίγματος δεδομένων της Δημόσιας Διοίκησης, προωθώντας με τρόπο -όπως σας είπα- απόλυτα τεκμηριωμένο τις διαδικασίες εκείνες με τις οποίες η Δημόσια Διοίκηση υποχρεούται από εδώ και στο εξής να ανοίγει στους πολίτες όλα τα δεδομένα με εξαίρεση προφανώς αυτά τα οποία διέπονται από την προστασία των προσωπικών δεδομένων, η οποία, όπως γνωρίζετε, είναι πολύ αυστηρή, και εκείνα τα δεδομένα τα οποία προφανώς δεν θα μπορούσαν να διατεθούν ανοικτά. Πραγματικά, προσβλέπουμε στην έντονη αξιοποίηση αυτών των δεδομένων και από τους πολίτες αλλά και από την επιχειρηματική κοινότητα. Ήδη έχουμε δείγματα εξαιρετικά καινοτόμων εφαρμογών, που στηρίζονται ακριβώς στη λογική των ανοικτών δεδομένων. Πρόκειται για εφαρμογές που κάνουν χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας και για εφαρμογές που τελικά δίνουν περισσότερες επιλογές στους πολίτες. Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι τα δεδομένα της Δημόσιας Διοίκησης δεν ανήκουν μόνο σε ένα Υπουργείο, δεν ανήκουν μόνο στη διοίκηση. Ανήκουν στους πολίτες, εν προκειμένω στον ελληνικό λαό, ο οποίος μπορεί να κάνει χρήση τους με όποιον τρόπο επιθυμεί. Ακριβώς αυτό επιτυγχάνουμε. Βέβαια, ξέρουμε πολύ καλά -και το έχουμε συζητήσει πολλές φορές και με την Υφυπουργό- ότι αυτή θα είναι μία διαδικασία επώδυνη και επίπονη, εξ ου και στην ενσωμάτωση της Οδηγίας θέτουμε πολύ ξεκάθαρα χρονοδιαγράμματα για την ανάληψη συγκεκριμένων πρωτοβουλιών από τα Υπουργεία για να ανοsίξουν τα δεδομένα τους. Κάποια έχουν ήδη ανταποκριθεί, διότι, όπως γνωρίζετε, υπάρχει ήδη ένας κεντρικός διαδικτυακός τόπος data.gov.gr, όπου τα Υπουργεία θέτουν σε δημόσια χρήση ανοιχτά σετ δεδομένων. Εμείς θέλουμε αυτό να γίνει πολύ πιο επιθετικά και να γίνει και με κανόνες και τα δεδομένα να είναι τέτοια ώστε να επιδέχονται εύκολης επεξεργασίας, να μην είναι, δηλαδή, ατάκτως ερριμμένα, αλλά να είναι διαμορφωμένα με έναν τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορούν πραγματικά να είναι αξιοποιήσιμα από τους πολίτες. Θεωρώ, λοιπόν, θετικό ότι επί της αρχής υπήρξε μία αναγνώριση, ότι ο κεντρικός πυρήνας του νομοσχεδίου που αφορά στην ενσωμάτωση Οδηγίας είναι στη σωστή κατεύθυνση και πιστεύω ότι ο έλεγχος από εδώ και στο εξής θα πρέπει να ασκείται από όλους και από τους πολίτες και από τους Βουλευτές, αλλά και από εμάς ως εποπτεύων Υπουργείο, στην ταχύτητα με την οποία η δημόσια διοίκηση θα ανταποκριθεί στις κεντρικές κατευθύνσεις αυτής της Οδηγίας. Δεν σταματάμε, όμως, μόνο εδώ. Προωθούμε και μία σειρά από άλλες διατάξεις που αφορούν στην περαιτέρω προώθηση της διαφάνειας, της λογοδοσίας και του ελέγχου των πολιτών με δύο συγκεκριμένα άρθρα, το άρθρο 15 και το άρθρο 16, και γι’ αυτά, απ’ ό,τι αντιλαμβάνομαι, υπάρχει μία ευρεία στήριξη από τις πιο πολλές πτέρυγες της Βουλής. Τα άρθρα αυτά προβλέπουν ότι οι δημόσιοι φορείς πρέπει να αναρτούν σε πραγματικό χρόνο εκτέλεσης τα αποτελέσματα της εκτέλεσης των προϋπολογισμών στο διαδίκτυο. Αυτό είναι κάτι το οποίο κάποιοι φορείς ήδη το έχουν κάνει. Το έχει κάνει, παραδείγματος χάριν, με δικιά του πρωτοβουλία ο Δήμος της Αθήνας και είναι μία πρωτοβουλία την οποία και από αυτό το Βήμα θέλω να χαιρετίσω. Πιστεύω, όμως, ότι η παρακολούθηση της εκτέλεσης ενός προϋπολογισμού ενός φορέα είναι εξαιρετικά χρήσιμη και διότι προφανώς υπακούει στη βασική αρχή της διαφάνειας, αλλά και διότι με αυτόν τον τρόπο βαρούν στην πορεία του χρόνου διάφορα καμπανάκια για το αν ένας φορέας καθ’ οποιονδήποτε τρόπο βρίσκεται στη δυσάρεστη θέση να έχει υπερβεί τις συγκεκριμένες από τον προϋπολογισμό δαπάνες. Δεν νομίζω ότι σας λέω κάτι το οποίο δεν γνωρίζετε. Είχαμε και έχουμε περιπτώσεις στο παρελθόν όπου φορείς στη διάρκεια του έτους ξεπερνούσαν το εγκεκριμένο όριο δαπανών μόνο για να έρθει εκ των υστέρων το Υπουργείο Οικονομικών να καλύψει αυτές τις υπερβάσεις, χρησιμοποιώντας το αποθεματικό του προϋπολογισμού και ακριβώς αυτές τις πρακτικές θέλουμε εδώ να αποφύγουμε. Άρα, πιστεύω ότι και τα δύο αυτά άρθρα κινούνται σε αυτή τη σωστή κατεύθυνση της περαιτέρω κατοχύρωσης της διαφάνειας και της λογοδοσίας από τους ίδιους τους πολίτες.”

ΜΑΡΙΑ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ [ΣΥΡΙΖΑ]: Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, καταρχάς θα αναφερθώ στο άρθρο 11 του νομοσχεδίου. Επιλεκτικά για την ψηφιοποίηση πολιτιστικών πόρων εισηγείστε την παραχώρηση σε ιδιώτες δικαιώματος αποκλειστικότητας διάρκειας δέκα χρόνων, τροποποιώντας την παράγραφο 2 του άρθρου 12 του προϋπάρχοντα νόμου 3448/2006, που προέβλεπε τριετείς συμβάσεις και επανέλεγχο. Με την τροποποίηση που εισηγείστε, οι συμβάσεις μετά την πρώτη δεκαετία θα επανελέγχονται ανά επταετία. Κάνετε, δηλαδή, ένα τεράστιο οικονομικό δώρο στους επιχειρηματίες που υπό διάφορους μανδύες ορέγονται τον ψηφιοποιημένο πολιτισμό και το δώρο αυτό συνοδεύεται με την πρόβλεψη να μένει κι ένα δωρεάν αντίγραφο στο δημόσιο για χρήση μετά το τέλος του δικαιώματος αποκλειστικότητας. Αν δεν ήταν τόσο σοβαρό το θέμα, θα γελούσαμε με το αντίγραφο αυτό, κύριε Υπουργέ. Δυστυχώς, δεν μπορούμε ούτε να μειδιάσουμε, βλέποντας να ξεπουλιούνται στην κυριολεξία οι πολιτιστικοί πόροι της χώρας. Εννοείται πως θα καταψηφίσουμε.”

Τετάρτη, Οκτωβρίου 22, 2014

Αναδημοσίευση φωτογραφιών σε ιστότοπο και πνευματικά δικαιώματα των φωτογράφων

Είναι συνηθισμένη πρακτική των μέσων ενημέρωσης, διαδικτυακών ή μη, να αναζητούν την εικονογράφηση των ειδήσεων με υλικό που αντλούν με μηχανές αναζήτησης από το Διαδίκτυο. Δεν μπορεί να είναι γνωστό εάν μια φωτογραφία καλύπτεται ή όχι από πνευματικά δικαιώματα. Το σίγουρο είναι ότι εάν η φωτογραφία δεν παρουσιάζει το στοιχείο της πρωτοτυπίας, τότε ο φωτογράφος δεν μπορεί να ζητήσει δικαστική προστασία, καθώς ο νόμος για την πνευματική ιδιοκτησία προστατεύει μόνο τα πρωτότυπα έργα. Έτσι, έργα της καθημερινότητας που δεν παρουσιάζουν δημιουργικό ύψος είναι εκτός του πεδίου προστασίας και μπορεί καθένας να τα χρησιμοποιεί χωρίς να έχει τις υποχρεώσεις λήψης άδειας ή καταβολής αντιτίμου ή ακόμη και αναφοράς στην πηγή από την οποία έχει αντληθεί το έργο. 

Προς αυτή την κατεύθυνση κινείται και μια απόφαση που εξέδωσε πρόσφατα το Ειρηνοδικείο Αθηνών, σε υπόθεση στην οποία υπερασπίστηκα τον διαχειριστή ενός ενημερωτικού site, κατόπιν αγωγής  που υποβλήθηκε από φωτογράφους. Η απόφαση απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, επειδή το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είχαν εκτεθεί στο δικόγραφο τα στοιχεία εκείνα που συνιστούν την πρωτοτυπία της κάθε φωτογραφίας. Και περιέχει μερικές ενδιαφέρουσες νομικές σκέψεις, για την φύση αυτής της "πρωτοτυπίας" που προϋποθέτει ο νόμος να έχει μια φωτογραφία, προκειμένου να προστατεύεται ως πνευματικό δημιούργημα:

"Κατά το άρθρο 1 του Ν.2121/1993 “Πνευματική ιδιοκτησία, συγγενικά δικαιώματα και πολιτιστικά θέματα”, οι πνευματικοί δημιουργοί, με τη δημιουργία του έργου, αποκτούν πάνω σ' αυτό πνευματική ιδιοκτησία που περιλαμβάνει, ως αποκλειστικά και απόλυτα δικαιώματα, το δικαίωμα εκμετάλλευσης του έργου (περιουσιακό δικαίωμα) και το δικαίωμα της προστασίας του προσωπικού τους δεσμού προς αυτό (ηθικό δικαίωμα). Τα δικαιώματα αυτά περιλαμβάνουν τις εξουσίες που προβλέπονται στα άρθρα 3 και 4 του ιδίου νόμου, ενώ, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 ως έργο νοείται κάθε πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης που εκφράζεται  με οποιαδήποτε μορφή, ιδίως τα γραπτά ή προφορικά κείμενα, οι μουσικές συνθέσεις με κείμενο ή χωρίς, τα θεατρικά έργα, με μουσική ή χωρίς, οι χορογραφίες και οι παντομίμες, τα οπτικοακουστικά έργα, τα έργα των εικαστικών τεχνών, στα οποία περιλαμβάνονται και τα σχέδια, τα έργα ζωγραφικής και γλυπτικής, τα χαρακτικά έργα, οι φωτογραφίες, τα έργα των εφαρμοσμένων τεχνών, οι εικονογραφήσεις, οι χάρτες, τα τρισδιάστατα έργα που αναφέρονται στην γεωγραφία, την τοπογραφία, την αρχιτεκτονική ή την επιστήμη. Πνευματικό δημιούργημα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, είναι το προϊόν του ανθρώπινου πνεύματος, το οποίο έχει μορφή προσιτή στις αισθήσεις και, λόγω της ιδιαιτερότητός του, διαφέρει απ' όσα προϋπάρχουν και συνθετική διαμόρφωση των επιμέρους στοιχείων του και ως προς τη συγκεκριμένη εκφραστική εφαρμογή της σχετικής αφετηριακής ιδέας του δημιουργού. Πρωτοτυπία δε είναι η ιδιαίτερη ατομικότητα του έργου που οφείλεται στην προσωπική συμβολή του δημιουργού. Κρίσιμο στοιχείο και, συνεπώς, βασικό κριτήριο της πρωτοτυπίας, η έννοια της οποίας δεν προσδιορίζεται γενικά από το νόμο, εκτός από το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του Ν.2121/1993, που αφορά τα προγράμματα των ηλεκτρονικών υπολογιστών, αλλά έχει διαμορφωθεί από την θεωρία και την νομολογία υπό το καθεστώς του Ν.2121/1993 αλλά και του προϊσχύσαντος του Ν.2378/1920 “περί πνευματικής ιδιοκτησίας” όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.4301/1929 είναι η κρίση ότι, υπό παρόμοιες συνθήκες και με τους ίδιους στόχους, κανένας άλλος δημιουργός, κατά λογική πιθανολόγηση, δεν θα ήταν σε θέση να δημιουργήσει έργο όμοιο ή ότι παρουσιάζει μια ατομική ιδιομορφία ή ένα ελάχιστο όριο δημιουργικού ύψους, έτσι ώστε να ξεχωρίζει και να διαφοροποιείται από τα άλλα έργα της καθημερινότητας ή από άλλα παρεμφερή γνωστά έργα. Η μοναδικότητα αυτή μπορεί να αναζητηθεί σε κάποιο από τα γνωρίσματα του έργου (στο θέμα, στη σύλληψη, στην κατάταξη, στην διατύπωση, σε κάποιες λεπτομέρειες) ανάλογα με το είδος και τη φύση του. Δεν αρκεί, όμως, για να προσδώσει πρωτοτυπία σε ένα έργο, το απλό γεγονός ότι δεν είναι αντιγραφή, ακόμα και με κάποιες παραλλαγές, ενός άλλου, ούτε  η πρωτοτυπία ταυτίζεται με τον κόπο, την επιμέλεια, την έκταση, την χρησιμότητά του την δαπάνη ή την χρονική διάρκεια που απαιτήθηκαν για την εκπόνησή του, αλλά θα πρέπει να παρουσιάζει, ως σύνολο ή τμήμα του, την απαιτούμενη πρωτοτυπία, δηλαδή να είναι στατιστικά μοναδικό. Εφόσον συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις, ο νόμος πρόστατεύει το έργο ως άυλο αγαθό, όχι ως υλικό αντικείμενο καθ΄εαυτό που ενσωματώνει το πνευματικό δημιούργημα και μόνο σε σχέση με τη συγκεκριμένη μορφή που έδωσε σ' αυτό  ο δημιουργός του (Γ. Κουμάντου, Πνευματική Ιδιοκτησία, σελ. 20,21 και 98 επ. Δ.Καλλινίκου, Τα θεμελιώδη θέματα του Ν.2121/1993, σελ. 22 επ., Λ.Κοτσίρη, Δίκαιο Πνευματικής Ιδιοκτησίας σελ. 59-67, Μ.Μαρίνου, Η προσβολή του δικαιώματος της πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων, Ελ/Δνη 35/441 επ. ΑΠ 152/2005 αδημ. ΑΠ 257/1995, ΝοΒ 43, 893 ΕΠειρ. 281/2005, Πειρ.Νομ. 2005. 174, Ε.Α. 2768/2003, ΝοΒ 2004, 51, Ε.Α. 3252/2002 ΔΕ 2003, 293). Όπως προαναφέρθηκε, με τις διατάξεις του νόμου προστατεύονται και οι φωτογραφίες, για τις οποίες απαιτείται επίσης πρωτοτυπία, συνισταμένη στο να είναι αυτές “προσωπικό πνευματικό δημιούργημα του δημιουργού τους και να αντανακλά την προσωπικότητά του" (βλ. και άρθρο 6 της Οδηγίας 93/1998 της ΕΟΚ, ΑΠ 152/2005 ό.π.). Όταν ο ενάγων ισχυρίζεται ότι είναι πνευματικός δημιουργός φωτογραφιών και ζητεί να αναγνωριστεί ο προσωπικός πνευματικός δεσμός προς τις φωτογραφίες και ασκεί τα περιουσιακά δικαιώματά του που αναγνωρίζονται από το νόμο, πρέπει να αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής, εκτός από το ακριβές αντικείμενο της φωτογραφίας και τον τρόπο επιλογής και παρουσίασης του αντικειμένου που καθιστούν την φωτογραφία πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4 και 216 παρ. 1 α ΚπολΔ, τέλος, προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για την νομική της θεμελίωση.  Η έλλειψη ή η ανεπαρκής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά καθιστά την αγωγή αόριστη και συνιστά έλλειψη προδικασίας που εξετάζεται από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, διότι ανάγεται στην δημόσια τάξη. Η αοριστία αυτή, η οποία συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως απαραδέκτου, δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση στην υπό κρίση αγωγή εκτίθεται ότι [...] ο εναγόμενος, ο οποίος είναι ιδιοκτήτης του διαδικτυακού μέσου “***” έχει χρησιμοποιήσει και αναρτήσει στο εν λόγω διαδικτυακό μέσο τις παρατιθέμενες στην αγωγή φωτογραφίες, χωρίς να τον συνδέει σύμβαση με την ενάγουσα εταιρεία, χωρίς άδεια και χωρίς να έχει καταβάλει προς τούτο οποιαδήποτε αμοιβή. Ότι ο εναγόμενος καίτοι γνώριζε την ύπαρξη πνευματικών δικαιωμάτων επί των αγωγικών φωτογραφιών, δολίως και προς αποφυγή καταβολής οποιουδήποτε ποσού στον δικαιούχο των πνευματικών δικαιωμάτων επί των φωτογραφιών που χρησιμοποίησε, αλλιώς από ενσυνείδητη αμέλεια, δεν φρόντισε να ανεύρει τον δικαιούχο και να συνάψει μετ΄ αυτού την επ' αμοιβή σύμβαση που απαιτείται στην συγκεκριμένη περίπτωση. Για τους λόγους αυτούς ζητείται να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην πρώτη των εναγόντων ως δικαιούχο του περιουσιακού δικαιώματος των ενδίκων φωτογραφιών το ποσό των 5.000 ευρώ ως αποζημίωση για τη ζημία την οποία υπέστη, υπολογιζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 65 παρ. 2 του Ν.2121/1993 και από 1.000 ευρώ στους τρίτο, τετάρτη και πέμπτο των εναγόντων για την προσβολή του ηθικού δικαιώματος και την μη αναφορά του ονόματος κατά την χρήση του φωτογραφικού υλικού, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, να αναγνωρισθεί το δικαίωμα των τελευταίων ως δημιουργών και ειδικότερα [...], να διαταχθεί η παράλειψη της προσβολής στο μέλλον και να απειληθεί για κάθε μελλοντική προσβολή χρηματική ποινή 1.000 ευρώ και να καταδικασθεί ο εναγόμενος στη δικαστική τους δαπάνη. Η αγωγή, η οποία αρμόδια εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 14 παρ. 1 α και 22 ΚπολΔ), κατά την τακτική διαδικασία είναι με τέτοιο περιεχόμενο και αιτητικό ως προς τον δεύτερο των εναγόντων μη νόμιμη, δι΄ έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης, εφόσον δεν υφίσταται σύνδεσμος αυτού με το κρινόμενο δικαίωμα (Β.Βαθρακοκοίλη, ΕρμΚΠολΔ, αρ. 68 Κ.Πολ.Δ.), ως προς τους λοιπούς δε ενάγοντες ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, κατά τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσας, καθόσον δεν εκτίθεται ότι οι επίδικες φωτογραφίες διαθέτουν πρωτότυπα στοιχεία, οφειλόμενα στην προσωπική συμβολή των [...] εναγόντων που αντανακλούν την ιδιαιτερότητα της δημιουργικής διαδικασίας τούς και τα οποία συνίστανται, στοιχειοθετούνται και αποδεικνύονται με την επιλογή του υλικού, τη ρύθμισή του για να σχηματοποιηθεί η δημιουργική ιδέα, την διευθέτηση των μερών εργασίας τους, τη σπουδή κάθε μέρους της, την προσαρμογή και εναρμόνιση του ενός με το άλλο, έτσι ώστε να απαρτίζουν ένα αρμονικό σύνολο, που διαθέτει “στατιστική μοναδικότητα”, με την έννοια, ότι υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες, κατά λογική πιθανολόγηση, δεν θα ήταν σε θέση να δημιουργήσει έργο όμοιο ή που να παρουσιάζει μια ατομική ιδιομορφία ή ένα ελάχιστο όριο δημιουργικού ύψους, ώστε να ξεχωρίζει ή να διαφοροποιείται από τα έργα της καθημερινότητας. Δεν εκτίθενται, δηλαδή, στοιχεία, τα οποία να προσίδουν σ' αυτές ξεχωριστό αισθητικό περιεχόμενο και να τις καθιστούν εξατομικευμένες, στατιστικά μοναδικές και πρωτότυπες, με την προεκτεθείσα έννοια και προσωπικά πνευματικά δημιουργήματα των δημιουργών εναγόντων που αντανακλούν την προσωπικότητα αυτών. Επίσης, ότι, λόγω της πρωτοτυπίας  της ατομικής τους ιδιομορφίας και της μοναδικότητας που τις χαρακτηρίζει, διαφοροποιούνται σαφώς από άλλες παρεμφερείς φωτογραφίες, που ήταν γνωστές κατά το χρόνο κυκλοφορίας αυτών στην ελληνική αγορά, ώστε να αποτελούν πνευματικά δημιουργήματα, υπαγόμενα στις περί προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας διατάξεις του Ν.2121/1993. Προσέτι δεν αναφέρονται στην αγωγή τα μεν στοιχεία με βάση τα οποία κοστολογείται το ύψος εκάστης των επίμαχων φωτογραφιών και κατά συνέπεια το ύψος της αποζημίωσης της πρώτης των εναγόντων ομόρρυθμης εταιρείας, προς δε και τα στοιχεία επί των οποίων ερείδεται η φερόμενη προσβολή δια της δημοσίευσης στην ιστοσελίδα του εναγομένου των ένδικων φωτογραφιών του προσωπικού δεσμού των τριών τελευταίων εναγόντων με τις εν λόγω φωτογραφίες – έργα. Κατ΄ακολουθία των προαναφερομένων, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν λόγω του δυσερμήνευτου των σχετικών κανόνων δικαίου κατ' άρθρο 179 Κ.Πολ.Δ."

Τετάρτη, Οκτωβρίου 15, 2014

Πρόταση τροπολογίας για τα Ανοικτά Δεδομένα


Το νομοσχέδιο για τα "Ανοικτά Δεδομένα" που πρόκειται να εισαχθεί για ψήφιση στην Ολομέλεια της Βουλής παρουσιάζει ένα σοβαρό λάθος: δεν προβλέπει τον σωστό μηχανισμό για την επιβολή των δικαιωμάτων του πολίτη, όταν οι δημόσιες υπηρεσίες αρνούνται να χορηγήσουν έγγραφα (βλ. εδώ). Όσοι παρακολουθείτε e-lawyer γνωρίζετε ότι το θέμα αυτό, που σχετίζεται με το επίπεδο διαφάνειας της λειτουργίας του Δημοσίου, έχει απασχολήσει πολλές φορές. 

Σήμερα καταθέτω δημόσια μία ολοκληρωμένη πρόταση για την διόρθωση του λάθους αυτού που σχετίζεται και με την σωστή ενσωμάτωση του ενωσιακού δικαίου. 


ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ ΜΕ ΤΙΤΛΟ

Ανοικτή διάθεση και περαιτέρω χρήση εγγράφων, πληροφοριών και δεδομένων του δημόσιου τομέα, τροποποίηση του ν.3448/2006 (Α' 57), προσαρμογή της εθνικής νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας 2013/37/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, περαιτέρω ενίσχυση της διαφάνειας, ρυθμίσεις θεμάτων Εισαγωγικού Διαγωνισμού Ε.Σ.Δ.Δ.Α. και άλλες διατάξεις”


Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

1. Σύμφωνα με το προτεινόμενο άρθρο 5, σε περίπτωση απορριπτικής αποφάσεως για χορήγηση εγγράφων προς περαιτέρω χρήση, οι έχοντες έννομο συμφέρον έχουν δικαίωμα να ασκήσουν ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης. Επί της αποφάσεως του Γ.Ε.Δ.Δ. μπορεί να ασκηθεί αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου.

2. Ο εν λόγω μηχανισμός επιβολής είναι καταδικασμένος σε αποτυχία. Η αρμοδιότητα του Γ.Ε.Δ.Δ. να αποφαίνεται επί ενδικοφανών προσφυγών σε περιπτώσεις απόρριψης αιτημάτων για περαιτέρω χρήση εγγράφων του δημόσιου τομέα έχει ανατεθεί το πρώτον με το άρθρο 5 του Ν.3448/2006. Μετά από οκτώ (8) χρόνια ισχύος της εν λόγω αρμοδιότητας, η διαδικασία αυτή ασκήθηκε ελάχιστες φορές και με ισχνά αποτελέσματα για την ουσιαστική και πλήρη εφαρμογή του Ν.3448/2006, όπως προκύπτει από τις ίδιες τις Ετήσιες Εκθέσεις του Γ.Ε.Δ.Δ. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το πεδίο αρμοδιοτήτων του Γ.Ε.Δ.Δ. αφορά κατά κύριο λόγο τον συντονισμό των ελεγκτικών σωμάτων του Δημοσίου και την επιβολή του πειθαρχικού δικαίου στα στελέχη του δημόσιου τομέα. Σε καμία χώρα της Ε.Ε. ο ομόλογος γενικός επιθεωρητής δημόσιας διοίκησης διαθέτει αρμοδιότητα να εξετάζει ενδικοφανείς προσφυγές κατά των απορριπτικών πράξεων επί αιτημάτων περαιτέρω χρήσης πληροφοριών δημόσιου τομέα. Πρόκειται για μια αρμοδιότητα ξένη προς τον ρόλο, αλλά και τις θεσμικές δυνατότητες του εν λόγω φορέα. Για τον λόγο αυτόν, το προτεινόμενο άρθρο 5 είναι επιτακτική ανάγκη να αναδιατυπωθεί, έτσι ώστε να καταργηθεί η εν λόγω αρμοδιότητα και να ανατεθεί σε ανεξάρτητο όργανο, με κατάλληλη τεχνογνωσία και με την δυνατότητα λήψης δεσμευτικών αποφάσεων, όπως ξεκάθαρα ορίζει το άρθρο 1 παρ. 4 της Οδηγίας 2013/37/ΕΕ. Αυτές οι τρεις προϋποθέσεις συνοδεύονται από μία ενδεικτική μνεία της Οδηγίας: το όργανο αυτό μπορεί να είναι είτε η Επιτροπή Ανταγωνισμού (η οποία όμως στην Ελλάδα δεν έχει την σχετική τεχνογνωσία), είτε η Εθνική Αρχή Πρόσβασης στα Έγγραφα (η οποία όμως στην Ελλάδα δεν υπάρχει), είτε η Δικαιοσύνη.

3. Η καλύτερη δυνατή συμμόρφωση προς το εν λόγω άρθρο της Οδηγίας προϋποθέτει την ίδρυση της Εθνικής Αρχής Πρόσβασης στα Έγγραφα, κατά το πρότυπο του “Information Commissioner”, ανεξάρτητης αρχής η οποία προέκυψε σε Ευρωπαϊκές χώρες από την μετεξέλιξη των ανεξάρτητων Αρχών Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ύστερα από την ανάθεση σε αυτές και της αρμοδιότητας της εποπτείας εφαρμογής των νομικών διατάξεων για την πρόσβαση στα δημόσια έγγραφα και, εν γένει, της πρόσβασης στην δημόσια πληροφορία. Στο πλαίσιο του παρόντος, παρουσιάζουμε την κατάσταση που ισχύει σε σχέση με το θέμα αυτό σε άλλες χώρες (ΙΙ), εκθέτουμε τις παθογένειες από το υφιστάμενο πλαίσιο για την πρόσβαση στα δημόσια έγγραφα, καθώς και τις πρακτικές δυνατότητες για την θεσμοθέτηση του φορέα και στην Ελλάδα με την μέγιστη δυνατή εξοικονόμηση πόρων και τον εξορθολογισμό της λειτουργίας της υπάρχουσας Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και (ΙΙΙ) προτείνουμε συγκεκριμένες νομικές διατάξεις που μπορούν να αντικαταστήσουν το άρθρο 5 του υπό συζήτηση νομοσχεδίου για την άμεση νομοθέτηση και υλοποίηση της εδώ υποστηριζόμενης βέλτιστης θεσμικής λύσης.

ΙΙ. Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΟΥ “INFORMATION COMMISSIONER”

4. Με βάση την Οδηγία 95/46, κάθε κράτος μέλος της Ε.Ε. είναι υποχρεωμένο να αναθέσει σε μία η περισσότερες αρχές που λειτουργούν “με πλήρη ανεξαρτησία” την παρακολούθηση, εποπτεία και επιβολή εφαρμογής της νομοθεσίας για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών. Το ίδιο ισχύει και για όλες τις χώρες του Συμβουλίου της Ευρώπης που έχουν κυρώσει το Πρόσθετο Πρωτόκολλο στην Σύμβαση 108. Αποτέλεσμα της εν λόγω ευρωπαϊκής νομοθεσίας είναι να λειτουργούν σε κάθε κράτος μέλος ανεξάρτητες “Αρχές Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα”, δηλαδή δημόσιες αρχές με αρμοδιότητα να παρακολουθούν την εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα, να δίνουν οδηγίες, να εκδίδουν κανονιστικές πράξεις και να επιβάλλουν κυρώσεις όταν, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν καταγγελίας, διαπιστώνουν παραβάσεις της νομοθεσίας περί προστασίας δεδομένων.

5. Σε ορισμένα κράτη οι εν λόγω “Αρχές” οργανώθηκαν ως πολυπρόσωπες επιτροπές ατόμων κύρους (κατά το πρότυπο της γαλλικής CNIL), ενώ σε άλλα κράτη η “Αρχή” οργανώθηκε ως μονοπρόσωπο διοικητικό όργανο (με έναν ή δύο αναπληρωτές) που προΐσταται μιας διοικητικής γραμματείας (κατά το πρότυπο του γερμανού Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων). Η επιλογή της οργάνωσης της Αρχής ως επιτροπής ακολουθείται από 23 χώρες του Συμβουλίου της Ευρώπης (Ανδόρα, Αυστρία, Βέλγιο, Βοσνία – Ερζεγοβίνη, Βουλγαρία, Ισπανία, Κροατία, Τσεχία, Δανία, Εσθονία, Γαλλία, Ελλάδα, Ισλανδία, Λετονία, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Μολδαβία, Μονακό, Νορβηγία, Ολλανδία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Σουηδία), ενώ η επιλογή της μονοπρόσωπης αρχής ακολουθείται από 15 χώρες (Αλβανία, Κύπρος, Φινλανδία, Γεωργία, Γερμανία, Ελβετία, Ουγγαρία, Ιρλανδία, Ιταλία, Μάλτα, Πολωνία, Σερβία, Σλοβακία, Σλοβενία, Ηνωμένο Βασίλειο) . Η λύση του μονοπρόσωπου οργάνου επελέγη και ως προς την λειτουργία της αντίστοιχης αρχής που εποπτεύει την εφαρμογή της νομοθεσίας στα όργανα της Ε.Ε. και ονομάζεται “Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων”1, συνεργαζόμενος με έναν “Αναπληρωτή Επόπτη” που επιλέγονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ε.Ε. κατόπιν πρότασης καταλόγου υποψηφίων που υποβάλλει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η ίδια επιλογή έχει γίνει από το Συμβούλιο της Ευρώπης, με την θεσμοθέτηση του Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων2. “Eπίτροπος Ιδιωτικότητας” υπάρχει επίσης στον Καναδά, στην Αυστραλία, στο Ισραήλ, στην Νέα Ζηλανδία και στο Χονγκ Κόνγκ.

6. Η συνάφεια της νομοθεσίας για την προστασία κι ελεύθερη κυκλοφορία προσωπικών δεδομένων με τα δικαιώματα πρόσβασης των πολιτών στα δημόσια έγγραφα, οδήγησε ορισμένα κράτη να αναθέσουν στους “Επιτρόπους Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων” την πρόσθετη αρμοδιότητα της επιβολής και του δεύτερου σκέλους, δηλαδή να είναι αρμόδιοι και για τον έλεγχο της πρόσβασης πολιτών στα έγγραφα. Έτσι, οι παλαιότεροι “Επίτροποι Προστασίας” ανέλαβαν και την παρακολούθηση των διατάξεων για την πρόσβαση των πολιτών στα δημόσια έγγραφα καθώς και για την περαιτέρω χρήση των εγγράφων αυτών. Με αυτό το νέο σύνολο αρμοδιοτήτων, συγκεντρώνεται στο πλαίσιο της ίδιας ανεξάρτητης αρχής η ολοκληρωμένη αποστολή της λήψης των αποφάσεων όταν οι πολίτες λαμβάνουν αρνητικές απαντήσεις από τις δημόσιες υπηρεσίες όσον αφορά τα αιτήματα των πρώτων για πρόσβαση σε έγγραφα και χορήγηση αντιγράφων. Καθώς ένας συνήθης λόγος απόρριψης των αιτημάτων αυτών από τις δημόσιες υπηρεσίες είναι “τα προσωπικά δεδομένα”, η συγκέντρωση σε μία ανεξάρτητη αρχή της διττής αρμοδιότητας (τόσο της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, όσο και της αρμοδιότητας να διατάσσεται η παράδοση των εγγράφων όταν το επιβάλλει ο νόμος) αποφεύγει από τον διπλασιασμό των διαδικασιών και τον κίνδυνο της έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, όταν η αρμοδιότητα δίνεται σε δύο διαφορετικές ανεξάρτητες αρχές. Ο κίνδυνος των αντιφατικών αποφάσεων ελλοχεύει όταν, για παράδειγμα, το αίτημα για τη χορήγηση των εγγράφων προς περαιτέρω χρήση απορρίπτεται και η υπόθεση οδηγείται από μεν την δημόσια υπηρεσία στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για γνωμοδότηση και από μεν τον πολίτη με ενδικοφανή προσφυγή προς τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης.

7. Επί του παρόντος, ο θεσμός του Information Commissioner λειτουργεί σε 6 ευρωπαϊκά κράτη: Γερμανία3, Ελβετία4, Ηνωμένο Βασίλειο5, Ιρλανίδα6, Σερβία7, Σλοβενία8. Ο θεσμός υπάρχει επίσης στην Αυστραλία9 (όπου πρόκειται να ισχύσει μέχρι τέλους του 2014), στον Καναδά10, στην Σκοτία11, ενώ στην Ινδία12 και στο Μπαγκλαντές υπάρχει ενιαία επιτροπή και για τα δύο δικαιώματα.

ΙΙΙ. ΕΠΙΒΟΛΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

8. Στην Ελλάδα, η δυνατότητα του πολίτη να αξιώσει την εφαρμογή των διατάξεων για την πρόσβαση στα δημόσια έγγραφα και την χορήγηση αντιγράφων για περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα (Ν.2690/1999, Ν.1599/1986, Ν.3448/2006) υποβοηθείται με προσφυγή στον Συνήγορο του Πολίτη, με αίτηση στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών για έκδοση εισαγγελικής παραγγελίας, με ενδικοφανή προσφυγή στον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης σε περίπτωση απόρριψης αίτησης για περαιτέρω χρήση εγγράφων, με προσφυγή στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για τις περιπτώσεις που το έγγραφο περιλαμβάνει προσωπικά δεδομένα του αιτούντος και με προσφυγή στην Δικαιοσύνη.

9. Οι παραπάνω δυνατότητες παρουσιάζουν τα εξής κενά:

- η παρέμβαση του Συνηγόρου του Πολίτη είναι – και πρέπει να είναι - αμιγώς διαμεσολαβητική, χωρίς να παρουσιάζει νομική δεσμευτικότητα για την δημόσια υπηρεσία που αρνείται την χορήγηση εγγράφων (ενώ το άρθρο 1 παρ. 4 της Οδηγίας 2013/37/ΕΕ απαιτείται η προσφυγή να υποβάλλεται σε φορέα που εκδίδει νομικά δεσμευτικές αποφάσεις),

- η έκδοση εισαγγελικής παραγγελίας κατ΄ άρθρο 25 παρ. 4 (β) Ν.1756/1988 είναι μεν δεσμευτική, αλλά σύμφωνα με την Γνωμοδότηση 3/2009 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, εφόσον τα ζητηθέντα έγγραφα περιέχουν ευαίσθητα δεδομένα, θα πρέπει να υπάρχει άδεια της Αρχής για την χορήγησή τους13, επομένως θα δημιουργηθεί κενό εφαρμογής αν η αρμοδιότητα ανατεθεί στην Εισαγγελία,

- η ενδικοφανής προσφυγή ενώπιον του Γ.Ε.Δ.Δ. οδηγεί σε αρμοδιότητα του τελευταίου που αφορά μόνο την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα. Από το 2006 που ανατέθηκε η εν λόγω αρμοδιότητα στον Γ.Ε.Δ.Δ. έχει ασκηθεί ελάχιστες φορές μέχρι σήμερα και στις δύο τελευταίες ετήσιες εκθέσεις του (2012 και 2013) δεν αναγράφεται καν να έχει εκδοθεί σχετική απόφαση επί ενδικοφανούς προσφυγής, μολονότι μνημονεύεται γενικά η σχετική αρμοδιότητα,

- η προσφυγή στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, με τις αρμοδιότητες που αυτή έχει σήμερα, αφορά μόνο την πρόσβαση του υποκειμένου στα δεδομένα που το αφορούν, επομένως όχι σε όλα τα δημόσια έγγραφα (άρθρο 12 του Ν.2472/1997)

- η προσφυγή στην Δικαιοσύνη για την επίδειξη εγγράφου παρουσιάζει όλα τα προβλήματα καθυστέρησης κάθε αιτήματος δικαστικής προστασίας. Από την σχετική έρευνα νομολογίας στις γνωστές βάσεις δεδομένων δεν προκύπτει να έχουν καταγραφεί δικαστικές αποφάσεις για το θέμα της περαιτέρω χρήσης πληροφοριών του δημόσιου τομέα (ν.3448/2006), ενώ τα σχετικά αποτελέσματα αφορούν μόνο μερικές γνωμοδοτήσεις του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

10. Επιπλέον, με το άρθρο 25 του ν. 4210/2013 καταργήθηκαν οι Ειδικές Επιτροπές Ελέγχου Εφαρμογής της Νομοθεσίας που εξέταζαν αιτήματα καθυστέρησης χορήγησης εγγράφων κι επομένως δεν υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής του δικαιώματος του άρθρου 10 παρ. 3 του Συντάγματος για καταβολή “ειδικής χρηματικής ικανοποίησης” όταν δεν χορηγούνται εμπροθέσμως τα έγγραφα. Το άρθρο 25 αναφέρει: “αιτήσεις για την καταβολή πλήρους αποζημίωσης, οι οποίες έχουν υποβληθεί και εκκρεμούν για εξέταση στις Ειδικές Επιτροπές Ελέγχου Εφαρμογής της Νομοθεσίας, καθώς και οι σχετικές αιτήσεις που υποβάλλονται από την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφεξής, διαβιβάζονται στα αρμόδια ελεγκτικά όργανα”. Ωστόσο, τα εν λόγω “αρμόδια ελεγκτικά όργανα” (δηλαδή τα σώματα ελέγχου της δημόσιας διοίκησης) δεν έχουν την αρμοδιότητα επιβολής καταβολής αποζημιώσεων κι επομένως το σχετικό συνταγματικό δικαίωμα του πολίτη δεν μπορεί να ασκηθεί παρά μόνον ίσως με δικαστική προσφυγή.

11. Από όλα τα ανωτέρω, διαπιστώνεται σημαντικό θεσμικό κενό στην διασφάλιση του δικαιώματος του πολίτη για πρόσβαση στα δημόσια έγγραφα και λήψη αντιγράφων για περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα, κατά τρόπον ώστε να παρακωλύεται η εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 4. της Οδηγίας 2003/98/ΕΚ όπως αυτό τροποποιήθηκε από το άρθρο 1 παρ. 4 της ενσωματούμενης Οδηγίας 2013/37/ΕΕ, κατά το οποίο:

4.   Κάθε απόφαση σχετικά με την περαιτέρω χρήση περιέχει αναφορά στα ένδικα μέσα σε περίπτωση που ο αιτών επιθυμεί να προσβάλει την απόφαση. Τα ένδικα μέσα περιλαμβάνουν τη δυνατότητα επανεξέτασης από αμερόληπτο φορέα επανεξέτασης, με την κατάλληλη εμπειρογνωμοσύνη, όπως η εθνική αρχή ανταγωνισμού, η εθνική αρχή για την πρόσβαση στα έγγραφα, ή η εθνική δικαστική αρχή, των οποίων οι αποφάσεις είναι δεσμευτικές για τον οικείο φορέα του δημόσιου τομέα.».

Επειδή η μετάφραση δεν είναι νομικά ακριβής (το πρωτότυπο δεν αναφέρεται σε “ένδικα μέσα”, αλλά γενικά σε “means of redress”, δηλαδή “μέσα αποκατάστασης”) παραθέτουμε και την αγγλική εκδοχή του νέου άρθρου:

4.   Any decision on re-use shall contain a reference to the means of redress in case the applicant wishes to appeal the decision. The means of redress shall include the possibility of review by an impartial review body with the appropriate expertise, such as the national competition authority, the national access to documents authority or a national judicial authority, whose decisions are binding upon the public sector body concerned.’.

12. Οι ανωτέρω προϋποθέσεις της Οδηγίας δεν περιλαμβάνονται στο προτεινόμενο άρθρο 5 του νομοσχεδίου, με την ανάθεση της αρμοδιότητας στον Γ.Ε.Δ.Δ., για τους λόγους που εξηγήθηκαν. Μεγαλύτερη εμπειρία σε σχέση με την πρόσβαση σε δημόσια έγγραφα κατέχει η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα που λειτουργεί από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 στην Ελλάδα, καθώς και ο Συνήγορος του Πολίτη, ο οποίος όμως δεν εκδίδει νομικά δεσμευτικές αποφάσεις.

13. Για τους λόγους αυτούς, επιβάλλεται η αναδιάρθρωση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα κατά τα πρότυπα του Information Commissioner (“Επίτροπος Διαφάνειας και Προστασίας Δεδομένων”), ως μονοπρόσωπη ανεξάρτητη αρχή, κατά το άρθρο 9Α του Συντάγματος, με την δυνατότητα διορισμού δύο αναπληρωτών Επιτρόπων κατά την διαδικασία του άρθρου 101Α του Συντάγματος (ένας αναπληρωτής Επίτροπος για την Πρόσβαση στην Δημόσια Πληροφορία και ένας αναπληρωτής Επίτροπος για την Προστασία Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα) και με την μετακίνηση του απαραίτητου προσωπικού για την διευρυμένη στελέχωση της Γραμματείας της, από το επιστημονικό προσωπικό του Συνηγόρου του Πολίτη. Στον Επίτροπο Διαφάνειας και Προστασίας Δεδομένων μπορεί επίσης να ανατεθεί η αρμοδιότητα επιδίκασης της “ειδικής χρηματικής ικανοποίησης” που ασκούσαν οι καταργηθείσες Ειδικές Επιτροπές Ελέγχου Εφαρμογής της Νομοθεσίας. Κατ' αυτόν τον τρόπο θα καταστεί εκ νέου ενεργό το δικαίωμα των πολιτών που προβλέπει το άρθρο 10 παρ. 3 του Συντάγματος, για την εν λόγω ειδική χρηματική ικανοποίηση σε περιπτώσεις άπρακτης παρέλευσης προθεσμιών για την χορήγηση πληροφοριών από τις δημόσιες υπηρεσίες.

14. Πρέπει να σημειωθεί ότι η αναδιάρθρωση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα είναι αναγκαία και για λόγους που σχετίζονται με την αποτελεσματικότητα της επιτέλεσης της αποστολής της. Επί του παρόντος, με βάση το άρθρο 16 του Ν.2472/1997, η Αρχή αποτελείται από έναν Πρόεδρο με τον Αναπληρωτή του και έξι (6) μέλη με τους αναπληρωτές τους (σύνολο: δεκατέσσερα άτομα διοίκησης). Αυτό σημαίνει ότι η Αρχή είναι ένα δυσκίνητο συλλογικό διοικητικό όργανο που σημειώνει σημαντικές καθυστερήσεις στην εκπλήρωση των καθηκόντων του. Για τον λόγο αυτόν, ήδη από το έτος 2008 τροποποιήθηκε ο Κανονισμός Λειτουργίας της Αρχής14, ώστε αυτή να συνεδριάζει και σε Τμήματα, για λόγους επιτάχυνσης του έργου της. Ωστόσο και αυτή η λύση ήταν αμφισβητήσιμης επιτυχίας. H αναδιάρθρωση της Αρχής σε μονοπρόσωπο όργανο, δηλαδή σε Επίτροπο, με δύο αναπληρωτές θεματικούς Επιτρόπους, θα εξορθολογήσει σημαντικά τον τρόπο λειτουργίας της, αφαιρώντας πλήρως τις υποχρεώσεις συνεδριάσεων για την λήψη αποφάσεων και θα επιτρέψει την ομαλή υποδοχή της πρόσθετης αρμοδιότητας της εποπτείας των ρυθμίσεων για την πρόσβαση των πολιτών στα δημόσια έγγραφα και για την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα.

15. Παράλληλα, η Αρχή επικουρείται στην λειτουργία της από μία Γραμματεία, η οποία λειτουργεί σε επίπεδο Διευθύνσεως κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Ν.2472/1997. Σύμφωνα, όμως, με την Ετήσια Έκθεση της Αρχής για το έτος 2013, η Αρχή εξακολουθεί να παρουσιάζει υποστελέχωση και συγκεκριμένα αναφέρεται ότι οι κενές οργανικές θέσεις όλων των τμημάτων της Αρχής ανέρχονται συνολικά σε τριάντα μία (31). Συνεπώς, η αναδιοργάνωση της Αρχής θα πρέπει να περιλαμβάνει και την μετακίνηση ανθρώπινου δυναμικού από άλλη υπηρεσία που έχει αποκτήσει την απαραίτητη τεχνογνωσία ως προς την πρόσβαση του κοινού στα δημόσια έγγραφα. Μια τέτοια υπηρεσία είναι ο Συνήγορος του Πολίτη, ο οποίος είναι άρτια στελεχωμένος με επιστημονικό προσωπικό, ο φόρτος εργασίας του οποίου θα μειωθεί με την ανάθεση της αρμοδιότητας για τον έλεγχο της πρόσβασης στα δημόσια έγγραφα στην Αρχή.


ΙΙΙ. ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ

16. Προκειμένου να εφαρμοστεί πλήρως το δικαίωμα του άρθρου 1 παρ. 4 της Οδηγίας 2013/37/ΕΕ στην Ελληνική έννομη τάξη, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω προβλημάτων που εντοπίζονται στο ισχύον θεσμικό πλαίσιο, όσον αφορά την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα, αλλά και την εν γένει πρόσβαση πολιτών στα δημόσια έγγραφα, προτείνουμε το άρθρο 5 του νομοσχεδίου να αναδιατυπωθεί ως εξής.


Άρθρο 5

Θεσμική εποπτεία πρόσβασης στα δημόσια έγγραφα και διασφάλισης της περαιτέρω χρήσης πληροφοριών του δημόσιου τομέα

1. Το άρθρο 15 του Ν.2472/1997 αντικαθίσταται ως εξής:

“Άρθρο 15
Σύσταση – αποστολή – νομική φύση

1. Συνίσταται ανεξάρτητη δημόσια αρχή με την επωνυμία “Επίτροπος Διαφάνειας και Προστασίας Δεδομένων”, με αποστολή την εποπτεία της εφαρμογής του παρόντος νόμου και άλλων ρυθμίσεων που αφορούν την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και των διατάξεων που αφορούν την πρόσβαση στα διοικητικά έγγραφα και την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα.
2. Ο Επίτροπος εξυπηρετείται από δική του γραμματεία. Ο Επίτροπος δεν υπόκειται σε οποιονδήποτε διοικητικό έλεγχο. Κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ο Επίτροπος και οι Αναπληρωτές του απολαύουν προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας. Ο Επίτροπος εδρεύει στην Αθήνα και η εδαφική του αρμοδιότητα εκτείνεται στην Ελληνική Επικράτεια.
3. Οι απαιτούμενες πιστώσεις για την λειτουργία του Επιτρόπου εγγράφονται σε ειδικό φορέα που ενσωματώνεται στον ετήσιο Προϋπολογισμό της Βουλής των Ελλήνων. Διατάκτης της δαπάνης είναι ο Επίτροπος ή ο Αναπληρωτής του.
4. Όπου στον παρόντα νόμο ή σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη αναφέρεται η “Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα” ή “ο Πρόεδρος της Αρχής” εφεξής νοείται ο Επίτροπος, κατ' απορρόφηση των σχετικών αρμοδιοτήτων.”

2. Το άρθρο 16 του Ν.2472/1997 αντικαθίσταται ως εξής:


Άρθρο 16
Συγκρότηση

1. Ως Επίτροπος Διαφάνειας και Προστασίας Δεδομένων επιλέγεται πρόσωπο κύρους και εμπειρίας στον τομέα της πρόσβασης στην δημόσια πληροφορία και στην προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, σύμφωνα με το άρθρο 101Α του Συντάγματος.

2. Ο Επίτροπος επικουρείται από έναν Αναπληρωτή Επίτροπο Διαφάνειας και από έναν Αναπληρωτή Επίτροπο Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, οι οποίοι επιλέγονται σύμφωνα με την ανωτέρω διαδικασία και με αντίστοιχα προσόντα.

3. Η λειτουργία του Επιτρόπου διέπεται από τις διατάξεις του Ν.3051/2002 και άλλων γενικών διατάξεων που εκάστοτε ισχύουν για τις συνταγματικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές.”

3. Το άρθρο 19 του Ν.2472/1997 αντικαθίσταται ως εξής:

Άρθρο 19
Αρμοδιότητες, λειτουργία και αποφάσεις του Επιτρόπου
1. Ο Επίτροπος έχει τις εξής ιδίως αρμοδιότητες :
α) Εκδίδει δεσμευτικές διαταγές για την χορήγηση αντιγράφων εγγράφων ή πληροφοριών που τηρούνται από φορείς του δημόσιου τομέα, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν προσφυγής.
β) Εκδίδει οδηγίες προς τον σκοπό ενιαίας εφαρμογής των ρυθμίσεων που αφορούν την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και των ρυθμίσεων που αφορούν την πρόσβαση σε διοικητικά έγγραφα και την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα.
γ) Καλεί και επικουρεί τα επαγγελματικά σωματεία και τις λοιπές ενώσεις φυσικών ή νομικών προσώπων που διατηρούν αρχεία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στην κατάρτιση κωδίκων δεοντολογίας για την αποτελεσματικότερη προστασία της ιδιωτικής ζωής και των εν γένει δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων στον τομέα της δραστηριότητάς τους.
δ) Απευθύνει συστάσεις και υποδείξεις στους υπεύθυνους επεξεργασίας ή τους τυχόν εκπροσώπους τους καθώς και σε κάθε φορέα του δημοσίου τομέα που διαχειρίζεται δημόσιες πληροφορίες και δίδει κατά την κρίση της δημοσιότητα σε αυτές.
ε) Χορηγεί τις άδειες που προβλέπουν οι διατάξεις του παρόντος νόμου και καθορίζει το ύψος των σχετικών παραβόλων.
στ) Καταγγέλλει τις παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος νόμου, καθώς και των διατάξεων για την πρόσβαση στα διοικητικά έγγραφα και για την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα στις αρμόδιες διοικητικές και δικαστικές αρχές.
ζ) Επιβάλλει τις κατά το άρθρο 21 του παρόντος νόμου διοικητικές κυρώσεις.
η) Αναθέτει στους Αναπληρωτές του τη διενέργεια διοικητικών εξετάσεων.
θ) Ενεργεί αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν καταγγελίας διοικητικούς ελέγχους στο πλαίσιο των οποίων ελέγχονται η τεχνολογική υποδομή και άλλα, αυτοματοποιημένα ή μη, μέσα που υποστηρίζουν την επεξεργασία των δεδομένων και την πρόσβαση σε δημόσιες πληροφορίες. Έχει προς τούτο δικαίωμα προσβάσεως στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και συλλογής κάθε πληροφορίας για τους σκοπούς του ελέγχου, χωρίς να μπορεί να της αντιταχθεί κανενός είδους απόρρητο. Κατ’ εξαίρεση, ο Επίτροπος δεν έχει πρόσβαση στα στοιχεία ταυτότητας συνεργατών που περιέχονται σε αρχεία που τηρούνται για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για τη διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων. Τον έλεγχο διενεργεί ο Επίτροπος ή Αναπληρωτής του ή υπάλληλος του κλάδου των ελεγκτών της Γραμματείας, ειδικά προς τούτο εντεταλμένος από τον Επίτροπο. Κατά τον έλεγχο αρχείων που τηρούνται για λόγους εθνικής ασφαλείας, παρίσταται αυτοπροσώπως ο Επίτροπος.
ι) Γνωμοδοτεί για κάθε ρύθμιση που αφορά την επεξεργασία και προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθώς και την πρόσβαση σε διοικητικά έγγραφα ή την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα.
ια) Εκδίδει κανονιστικές πράξεις για τη ρύθμιση ειδικών, τεχνικών και λεπτομερειακών θεμάτων, στα οποία αναφέρεται ο παρών νόμος.
ιβ) Ανακοινώνει στη Βουλή παραβάσεις των ρυθμίσεων που αφορούν την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθώς και παραβάσεις που αφορούν το δικαίωμα πρόσβασης σε διοικητικά έγγραφα και περαιτέρω χρήσης της δημόσιας πληροφορίας.
ιγ) Συντάσσει κάθε χρόνο έκθεση για την εκτέλεση της αποστολής του κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος. Στην έκθεση επισημαίνονται και οι τυχόν ενδεικνυόμενες νομοθετικές μεταβολές στον τομέα της προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθώς και του τομέα της πρόσβασης στα έγγραφα και της περαιτέρω χρήσης πληροφοριών του δημόσιου τομέα. Η έκθεση υποβάλλεται από τον Επίτροπο στον Πρόεδρο της Βουλής και τον Πρωθυπουργό και δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του Επιτρόπου.
ιδ) Εξετάζει προσφυγές σχετικά με την εφαρμογή του νόμου για την πρόσβαση σε διοικητικά έγγραφα, για την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα και την προστασία των δικαιωμάτων , όταν αυτά θίγονται από την επεξεργασία δεδομένων που τους αφορούν. Εξετάζει επίσης αιτήσεις του υπευθύνου επεξεργασίας με τις οποίες ζητείται ο έλεγχος και η εξακρίβωση της νομιμότητας της επεξεργασίας. Ο Επίτροπος μπορεί να θέτει στο αρχείο αιτήσεις ή παράπονα που κρίνονται προδήλως αόριστα, αβάσιμα ή υποβάλλονται καταχρηστικώς ή ανωνύμως. Ο Επίτροπος ενημερώνει τα υποκείμενα των δεδομένων και τους αιτούντες για τις ενέργειές της. Η προτεραιότητα εξέτασης των αιτήσεων, παραπόνων και ερωτημάτων εκτιμάται από τον Επίτροπο με κριτήριο τη σπουδαιότητα και το γενικότερο ενδιαφέρον του θέματος.
ιε) Συνεργάζεται με αντίστοιχες αρχές άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης σε ζητήματα σχετικά με την άσκηση των αρμοδιοτήτων της.
ιστ) Ασκεί ανεξάρτητο έλεγχο στο εθνικό τμήμα του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν, σύμφωνα με το άρθρο 114 παράγραφος 1 της Σύμβασης Εφαρμογής της Συμφωνίας Σένγκεν (ν. 2514/1997 ΦΕΚ 140 Α'), ασκεί τις αρμοδιότητες της εθνικής εποπτικής αρχής που προβλέπεται στο άρθρο 23 της Σύμβασης ΕΥΡΩΠΟΛ (ν. 2605/1998 ΦΕΚ 88 Α'), και τις αρμοδιότητες της εθνικής εποπτικής αρχής που προβλέπεται στο άρθρο 17 της Σύμβασης για τη χρήση της πληροφορικής στον τελωνειακό τομέα (ν. 2706/1999 ΦΕΚ 77 Α'), καθώς και τις αρμοδιότητες εποπτείας που προκύπτουν από οποιαδήποτε άλλη διεθνή συμφωνία.
2. Ο Επίτροπος καταρτίζει τον κανονισμό λειτουργίας του, με τον οποίο ρυθμίζονται ιδίως η κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των Αναπληρωτών του, η προηγούμενη ακρόαση των ενδιαφερομένων, θέματα πειθαρχικής διαδικασίας και ο τρόπος διεξαγωγής των κατά την περίπτωση η’ της παρ. 1 του παρόντος άρθρου ελέγχων.
3. Ο Επίτροπος τηρεί τα ακόλουθα μητρώα :
α) Μητρώο Αρχείων και Επεξεργασιών, στο οποίο περιλαμβάνονται τα αρχεία και οι επεξεργασίες που γνωστοποιούνται στον Επίτροπο.
β) Μητρώο Αδειών, στο οποίο περιλαμβάνονται οι άδειες που εκδίδει ο Επίτροπος για την ίδρυση και λειτουργία αρχείων που περιέχουν ευαίσθητα δεδομένα.
γ) Μητρώο Διασυνδέσεων, στο οποίο περιλαμβάνονται οι δηλώσεις και οι άδειες που εκδίδει ο Επίτροπος για τη διασύνδεση αρχείων.
δ) Μητρώο προσώπων που δεν επιθυμούν να περιλαμβάνονται σε αρχεία, τα οποία έχουν ως σκοπό την προώθηση προμήθειας αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών εξ αποστάσεως.
ε) Μητρώο Αδειών Διαβίβασης, στο οποίο καταχωρίζονται οι άδειες διαβίβασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
στ) Μητρώο Απόρρητων Αρχείων, στο οποίο καταχωρίζονται, με απόφαση του Επιτρόπου ύστερα από αίτηση του εκάστοτε υπεύθυνου επεξεργασίας, αρχεία που τηρούν τα Υπουργεία Εθνικής Άμυνας και Δημόσιας Τάξης καθώς και η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για τη διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων. Στο Μητρώο Απόρρητων Αρχείων καταχωρίζονται και οι διασυνδέσεις με ένα τουλάχιστον αρχείο της περίπτωσης αυτής.
4. Καθένας έχει πρόσβαση στα υπό στοιχεία α, β, γ, δ και ε μητρώα της προηγούμενης παραγράφου. Ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου και με απόφαση του Επιτρόπου είναι δυνατό να επιτραπεί εν όλω ή εν μέρει, η πρόσβαση και στο Μητρώο Απόρρητων Αρχείων. Ύστερα από αίτηση του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του εκπροσώπου του και με απόφαση του Επιτρόπου είναι δυνατόν να απαγορευθεί, εν όλω ή εν μέρει, η πρόσβαση στο Μητρώο Αδειών Διαβίβασης, εφ’ όσον από αυτήν θα προέκυπτε κίνδυνος για την ιδιωτική ζωή τρίτου, την εθνική ασφάλεια, τη διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της χώρας που απορρέουν από διεθνείς συμβάσεις.
5. Ο Επίτροπος παρίσταται σε επιτροπές και ομάδες, συνεδριάσεις και συνόδους οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και άλλων διεθνών οργανισμών και οργάνων που προβλέπονται από διεθνείς συμβάσεις ή στις οποίες μετέχουν εκπρόσωποι αντίστοιχων αρχών άλλων χωρών. Ο Επίτροπος μπορεί να αναθέτει την εκπροσώπηση του σε Αναπληρωτή του ή και υπάλληλο του κλάδου ελεγκτών της Γραμματείας.
6. Στον Επίτροπο ανήκει η ευθύνη της λειτουργίας της καθώς και της λειτουργίας της Γραμματείας. Ο Επίτροπος μπορεί να εξουσιοδοτεί Αναπληρωτή του ή τον προϊστάμενο της Γραμματείας ή προϊστάμενο υπηρεσίας της Γραμματείας να υπογράφει με “εντολή Επιτρόπου” έγγραφα, εντάλματα πληρωμής ή άλλες πράξεις. Ο Επίτροπος είναι ο διοικητικός προϊστάμενος του προσωπικού της Γραμματείας, ασκεί την επ’ αυτού πειθαρχική εξουσία και μπορεί να επιβάλλει πειθαρχική ποινή το πολύ προστίμου ίσου προς το ήμισυ των μηνιαίων αποδοχών του εγκαλουμένου.
7. Οι κανονιστικές αποφάσεις του Επιτρόπου δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Οι λοιπές αποφάσεις του Επιτρόπου ισχύουν από την έκδοση ή την κοινοποίησή τους, τηρουμένων των διατάξεων σχετικά με το Πρόγραμμα Διαύγεια.
8. Ένδικα βοηθήματα κατά των αποφάσεων του Επιτρόπου μπορεί να ασκεί και το Δημόσιο. Το ένδικο βοήθημα ασκεί ο κατά περίπτωση αρμόδιος υπουργός. Σε κάθε δίκη που αφορά απόφαση του Επιτρόπου διάδικος είναι ο ίδιος. Η παράσταση στο δικαστήριο γίνεται είτε από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους είτε από Αναπληρωτή Επίτροπο ή ελεγκτή, που είναι δικηγόρος και ενεργεί με εντολή του Επιτρόπου χωρίς αμοιβή.
9. Κάθε δημόσια αρχή παρέχει τη συνδρομή της στον Επίτροπο.”


4. Στο άρθρο 20 του Ν.2472/1997 προστίθεται παράγραφος 12:
12. Στην Γραμματεία του Επιτρόπου αποσπώνται είκοσι (20) ειδικοί επιστήμονες που υπηρετούν στην ανεξάρτητη αρχή “Συνήγορος του Πολίτη” και έχουν ασχοληθεί με υποθέσεις πρόσβασης σε έγγραφα ή και περαιτέρω χρήσης πληροφοριών του δημόσιου τομέα, με κοινή απόφαση του Επιτρόπου και του Συνηγόρου του Πολίτη και αποσπώνται με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης. Η απόσπαση διαρκεί πέντε έτη, οι αποσπασμένοι αμείβονται από τον φορέα προέλευσής τους και λαμβάνουν τον μισθό και τα επιδόματα της οργανικής τους θιέσης που δεν συνδέονται με την ενεργό άσκηση των καθηκόντων τους. Μετά τη λήξη της απόσπασης επανέρχονται αυτοδικαίως στην θέση τους. “
5. Το άρθρο 21 του Ν.2472/1997 αντικαθίσταται ως εξής:
Άρθρο 21
Διοικητικές κυρώσεις
1. Ο Επίτροπος επιβάλλει στους υπεύθυνους επεξεργασίας ή στους τυχόν εκπροσώπους τους και στους κατά περίπτωση υπεύθυνους φορείς του δημόσιου τομέα τις ακόλουθες διοικητικές κυρώσεις, για παράβαση των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από τον παρόντα νόμο και από κάθε άλλη ρύθμιση που αφορά την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθώς και από κάθε ρύθμιση που αφορά την πρόσβαση στα διοικητικά έγγραφα και την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα:
α) Προειδοποίηση, με αποκλειστική προθεσμία για άρση της παράβασης.
β) Πρόστιμο ποσού από 1.000 έως 100.000 ευρώ.
γ) Προσωρινή ανάκληση άδειας.
δ) Οριστική ανάκληση άδειας.
ε) Καταστροφή αρχείου ή διακοπή επεξεργασίας και καταστροφή, επιστροφή ή κλείδωμα (δέσμευση) των σχετικών δεδομένων.
2. Οι υπό στοιχεία β, γ, δ και ε διοικητικές κυρώσεις της προηγούμενης παραγράφου επιβάλλονται πάντοτε ύστερα από ακρόαση του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του εκπροσώπου του. Είναι ανάλογες προς τη βαρύτητα της παράβασης που καταλογίζεται. Οι υπό στοιχεία γ, δ και ε διοικητικές κυρώσεις επιβάλλονται σε περιπτώσεις ιδιαίτερα σοβαρής ή καθ’ υποτροπή παράβασης. Πρόστιμο μπορεί να επιβληθεί σωρευτικά και με τις υπό στοιχεία γ, δ και ε κυρώσεις. Εάν επιβληθεί η κύρωση της καταστροφής αρχείου, για την καταστροφή ευθύνεται ο υπεύθυνος επεξεργασίας αρχείου, στον οποίο μπορεί να επιβληθεί και πρόστιμο για μη συμμόρφωση.
3. Τα ποσά των προστίμων της παρ. 1 μπορεί να αναπροσαρμόζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από πρόταση του Επιτρόπου.
4. Οι πράξεις του Επιτρόπου με τις οποίες επιβάλλονται πρόστιμα συνιστούν εκτελεστό τίτλο και επιδίδονται στον υπεύθυνο επεξεργασίας ή τον τυχόν εκπρόσωπό του. Η είσπραξη των προστίμων γίνεται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ).
5. Ο Επίτροπος δύναται να εισηγείται την πειθαρχική δίωξη υπαλλήλου που παραβιάζει τις διατάξεις για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή την πρόσβαση σε διοικητικά έγγραφα ή την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα.”


5. Προστίθεται άρθρο 21Α στον Ν.2472/1997:
Άρθρο 21Α
Καταβολή ειδικής χρηματικής ικανοποίησης
1. Σε περίπτωση που φορέας του δημόσιου τομέα δεν τηρεί τις προθεσμίες που προβλέπει ο παρών νόμος καθώς και η νομοθεσία για την πρόσβαση στα διοικητικά έγγραφα και την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα, κάθε άμεσα θιγόμενος έχει το δικαίωμα να απευθυνθεί με αίτηση στον Επίτροπο για την έκδοση απόφασης για την καταβολή ειδικής χρηματικής ικανοποίησης, λόγω της βλάβης που του προκλήθηκε.
2. Το ύψος του καταβλητέου χρηματικού ποσού καθορίζεται από τον Επίτροπο, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη:
α. το χρονικό διάστημα της καθυστέρησης για την διεκπεραίωση της υπόθεσης,
β. το μέγεθος της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης που προκλήθηκε από την καθυστέρηση,
γ. τις συνθήκες στις οποίες οφείλεται η καθυστέρηση.
3. Η απόφαση του Επιτρόπου κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο, καθώς και στην υπηρεσία που δεν ενήργησε μέσα στην νόμιμη προθεσμία και αποτελεί εντολή καταβολής στον πολίτη του ορισθέντος ποσού. Αν η καταβολή δεν γίνει εντός μηνός από την κοινοποίηση της απόφασης της επιτροπής, το χρηματικό ποσό καταβάλλεται εντόκως. Ο τόκος υπολογίζεται για κάθε μήνα με το επιτόκιο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας που ισχύει για τις καταθέσεις επί προθεσμία ενός έτους. Η προκαλούμενη από την εφαρμογή του άρθρου αυτού δαπάνη βαρύνει τον φορέα της κατά την παρ. 1 υπηρεσίας, στον προϋπολογισμό του οποίου εγγράφονται οι αναγκαίες πιστώσεις. Όταν ο Επίτροπος αποφασίσει την επιβολή χρηματικού ποσού σε βάρος του οικείου φορέα, η υπόθεση εισάγεται στο αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο και, όπου δεν υπάρχει, στο διοικητικό συμβούλιο, για να εξετασθεί εάν υπάρχει υπαιτιότητα των υπαλλήλων. Αν διαπιστωθεί υπαιτιότητα υπαλλήλων κινείται σε βάρος τους η πειθαρχική διαδικασία σύμφωνα με τις διατάξεις του κάθε φορέα.
4. Με απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών καθορίζεται ο τρόπος καταβολής του χρηματικού ποσού, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.”

___________________

1 European Data Protection Supervisor: www.edps.europa.eu
3 Federal Commissioner for Data Protection and Freedom of Information: http://www.bfdi.bund.de/Vorschaltseite_DE_node.html
4 Federal Data Protection and Information Commissioner: http://www.edoeb.admin.ch/index.html?lang=en
5 Information Commissioner: http://ico.org.uk/
6 Office of the Information Commissioner: http://www.oic.gov.ie/en/
7 Commissioner for Information of Public Importance and Personal Data Protection: http://www.poverenik.rs/en.html
8 Information Commissioner: https://www.ip-rs.si/?id=195
9 Office of the Australian Information Commissioner: http://www.oaic.gov.au/
10 Office of the Information Commissioner of Canada: http://www.oic-ci.gc.ca/eng/home-accueuil.aspx
12 Central Information Commission: http://www.cic.gov.in/

Απαγόρευση λειτουργίας καμπάνας ναού λόγω ηχορύπανσης

  Σε υπόθεση που εκπροσωπώ τον θιγόμενο πολίτη, μετά από 2 προσωρινές διαταγές, το Πρωτοδικείο Καλαμάτας εξέδωσε και απόφαση ασφαλιστικών μ...