Τρίτη, Μαΐου 30, 2017

Άρνηση διόρθωσης δημοτολογικής εγγραφής σε τρανς άτομα

Στον δημόσιο τομέα αρκετές φορές οι συνήθεις πρακτικές αποκτούν δήθεν δεσμευτικότητα νόμου. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι δημοτολογικές διορθώσεις των στοιχείων των τρανς ανθρώπων: για να αλλάξει η αστυνομική ταυτότητα πρέπει πρώτα να διορθωθεί το δημοτολόγιο.
Κατά την αντίληψη των δημοτολογίων στα διάφορα δημαρχεία, η διόρθωση του δημοτολογίου για μια τρανς γυναίκα γίνεται μόνο μετά την διαγραφή της από το μητρώο αρρένων, διαγραφή που δεν γίνεται όμως από τον δήμο, αλλά από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση - που έχει τεράστιο όγκο εργασιών και η απόφαση διαγραφής μπορεί να διαρκέσει 6 μήνες κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 4 που ορίζει ότι η διεκπεραίωση υποθέσεων πολιτών διενεργείται σε 50 μέρες, αλλά και κατά παράβαση του άρθρου 13 του ν.2472/1997 που ορίζει προθεσμία 15 ημερών από την υποβολή γραπτής αίτησης για διόρθωση προσωπικών δεδομένων.
Ο νόμος περί δημοτολογίων πουθενά δεν λέει ότι πρέπει πρώτα να διαγραφεί ένα άτομο από τα μητρώα αρρένων για να διορθωθούν τα στοιχεία του στα δημοτολόγια. Το άρθρο 6 του εν λόγω προεδρικού διατάγματος ορίζει ότι οι διορθώσεις γίνονται με απόφαση δημάρχου. Πιο κάτω βέβαια αναφέρει ότι οι αποφάσεις της Αποκεντρωμένης Διοίκησης για τα μητρώα αρρένων είναι εκτελεστές για τα δημοτολόγια, αλλά δεν τίθεται ως προϋπόθεση της διόρθωσης του δημοτολογίου η προηγούμενη έκδοση απόφασης από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση!
Έτσι η στρέβλωση αυτή εξαρτά την δημοτολογική εγγραφή και άρα την έκδοση νέας αστυνομικής ταυτότητας από προϋπόθεση που δεν αναφέρει ο νόμος: την προηγούμενη απόφαση της Αποκεντρωμένης Διοίκησης για διαγραφή από τα μητρώα αρρένων! Η οποία όπως είπαμε μπορεί να πάρει μήνες, μήνες που στερούν από τα διεμφυλικά άτομα τις νέες ταυτότητες τους για τις οποίες, στο κάτω κάτω, έχει ήδη κρίνει η Δικαιοσύνη!
Εδώ δεν χρειάζεται νομοθέτηση, αλλά ορθή ανάγνωση και ερμηνεία του νόμου. Εννοείται ότι ο νόμος θα ενίσχυε την ασφάλεια δικαίου, αλλά οι διατάξεις είναι εκεί μπροστά μας. Μια απλή ανάγνωση τους θεωρώ ότι μπορεί να λύσει όλο το θέμα ακόμα και χωρίς εγκύκλιο.

Κυριακή, Μαΐου 28, 2017

To δικαίωμα ψήφου των γυναικών

Σήμερα είναι η επέτειος μιας μέρας μεγαλύτερης ισότητας και ελευθερίας: στις 28 Μαΐου 1952 θεσμοθετήθηκε το δικαίωμα ψήφου των Ελληνίδων στις δημοτικές και βουλευτικές εκλογές. (Το 1934 είχαν ψηφίσει και οι γυναίκες στις δημοτικές εκλογές). Στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, αυτό το δικαίωμα θεωρείτο αδιανόητο, λόγω των αντιλήψεων που επικρατούσαν στην ελληνική κοινωνία για τον ρόλο των γυναικών ως σαφέστατα κατώτερων ανθρώπινων όντων: πολίτες χωρίς ψήφο, για λόγους που βλέπετε και στο δημοσίευμα της "Νέας Ημέρας" του 1928 (έχουν περίοδο = δεν μπορούν να συντονιστούν = δεν μπορούν να ψηφίσουν)! Στην δεκαετία του 1920 που ο τότε πρωθυπουργός Γούναρης έφερε το θέμα στη Βουλή αντιμετώπισε ισχυρότατες αντιδράσεις και πραγματοποιήθαν επεισόδια. 

Η πρώτη χώρα που θεσμοθέτησε την ψήφο των γυναικών ήταν η Ν.Ζηλανδία (1893), ενώ στην Τουρκία οι γυναίκες ψήφισαν για πρώτη φορά το 1926. Σημειωτέον ότι η Ελβετία είναι η τελευταία ευρωπαϊκή χώρα στην οποία επιτράπηκε το δικαίωμα ψήφου, στην δεκαετία του 1970, γιατί το θέμα μέχρι τότε ετίθετο σε δημοψήφισμα, πράγμα που λέει πολλά για την σχέση της άμεσης δημοκρατίας με την προστασία των πιο αδύναμων. Στην Ελβετία, το 1959 έγινε δημοψήφισμα για το αν πρέπει να δοθεί δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες. Οι άνδρες ψηφοφόροι ψήφισαν, φυσικά, ΟΧΙ σε ποσοστό 67%. Το 1971 έγινε πάλι δημοψήφισμα για το ίδιο θέμα και το ΝΑΙ κέρδισε με 66% έναντι 34% που επέμενε ότι οι γυναίκες δεν πρέπει να ψηφίζουν! Ωστόσο, σε κάποια καντόνια της Ελβετίας ακόμη δεν είχε θεσπιστεί το δίκαιωμα ψήφου των γυναικών για τοπικά θέματα και έπρεπε να φτάσουν ως το 1991 οποτε με απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου κρίθηκε ότι και στο τελευταίο καντόνι έπρεπε να αναγνωριστεί το δικαίωμα ψήφου των γυναικών.

Η τελευταία χώρα στην οποία επιτράπηκε η ψήφος των γυναικών ήταν το Μπουτάν το 2008

Το θέμα της αδιανόητης κάποτε ψήφου των γυναικών μας θυμίζει και άλλα αδιανόητα σήμερα αστικά δικαιώματα στην χώρα μας, όπως ο γάμος ανεξαρτήτως φύλου και η τεκνοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια που απορρίπτονται με εξίσου αντεπιστημονικά επιχειρήματα όπως αυτά της "Νέας Ημέρας".

Τρίτη, Μαΐου 16, 2017

Άρνηση ιατρικής σύμπραξης σε έκτρωση για συνειδησιακούς λόγους

"Ο ιατρός, επικαλούμενος λόγους συνείδησης, έχει δικαίωμα να μη μετέχει σε νόμιμες ιατρικές επεμβάσεις στις οποίες αντιτίθεται συνειδησιακά, εκτός από επείγουσες περιπτώσεις." (άρθρο 2 παρ. 5 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, Ν.3418/2005). 
"1. Ο ιατρός μπορεί να επικαλεσθεί τους κανόνες και τις αρχές της ηθικής συνείδησής του και να αρνηθεί να εφαρμόσει ή να συμπράξει στη διαδικασία τεχνητής διακοπής της κύησης, εκτός εάν υπάρχει αναπότρεπτος κίνδυνος για τη ζωή της εγκύου ή κίνδυνος σοβαρής και διαρκούς βλάβης της υγείας της. Στην περίπτωση αυτή, απαιτείται σύμφωνη και αιτιολογημένη γνώμη του κατά περίπτωση αρμόδιου ιατρού.
2. Ο ιατρός οφείλει να παρέχει συμβουλευτική υποστήριξη στη γυναίκα που ζητεί την παροχή των υπηρεσιών του, πριν προχωρήσει στη διακοπή της κύησης." (άρθρο 31 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, Ν.3418/2005).

Αυτά φυσικά γνωρίζουν ένα όριο: το ανθρώπινο δικαίωμα της γυναίκας για σεβασμό της ιδιωιτκής και οικογενειακής της ζωής. Τα ανωτέρω άρθρα δεν επιτρέπεται να οδηγούν σε παραβίαση του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. 

Στην υπόθεση P. & S. κατά Πολωνίας, ένα 14χρονο κορίτσι εμφανίστηκε με τη μητέρα της σε ένα νοσοκομείο της πόλης Λουμπλίν (η 9η μεγαλύτερη πόλη της Πολωνίας) και ζήτησε να κάνει έκτρωση, γιατί είχε μείνει έγκυος από βιασμό. Αρχικά, ο υπεύθυνος του νοσοκομείου είπε ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να δεχτεί το αίτημα και είπε στην μητέρα του θύματος να το παντρέψει. Μετά από διάφορα γραφειοκρατικά ευτράπελα, ανάμεσα στα οποία και η παρέμβαση ενός Καθολικού ιερέα, που προσπάθησε να πείσει το θύμα να γεννήσει, το νοσοκομείο της Λουμπλίν έβγαλε μέχρι και δελτίο τύπου ότι δεν προκειται να συμβάλει στην έκτρωση και το θέμα έφτασε στις ειδήσεις. Μετά, η οικογένεια προσέφυγε σε ένα νοσοκομείο στη Βαρσοβία, όπου ο ιερέας μαζί με έναν ακτιβιστή κατά των εκτρώσεων επισκέφθηκε το θύμα! Το νοσοκομείο βομβαρδίστηκε από e-mail να μην προχωρήσει στην έκτρωση, οπότε η μητέρα πήρε το θύμα για να φύγει από το νοσοκομείο αλλά οι ακτιβιστές δεν της επέτρεπαν ουτε ταξί να πάρει και ειδοποίησαν την αστυνομία. Το θύμα οδηγήθηκε σε καταφύγειο για εφήβους, καθώς ένα δικαστήριο αφαίρεσε την γονική μέριμνα απο τη μητέρα της. 3 μήνες μετά, το Υπουργείο Υγείας παρενέβη για να γίνει η έκτρωση.

Η Πολωνική Κυβέρνηση, ενώπιον του ΕΔΔΑ είπε μεταξύ άλλων ότι οι γιατροί είχαν εκφράσει "αντίρρηση συνείδησης" λόγω των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων που ήταν αντίθετες στην έκτρωση. Ο Πολωνικός νόμος για τα Ιατρικά Επαγγέλματα δίνει τέτοιο δικαίωμα στους γιατρούς, οι οποίοι όμως οφείλουν: α) να αρνηθούν εγγράφως και αιτιολογημένα την ιατρική πράξη για λόγους συνείδησης και β) να παραπέμψουν τον ασθενή σε άλλον ιατρό που μπορεί να κάνει την πράξη. Αυτό δεν συνέβη στην κριθείσα υπόθεση και το ΕΔΔΑ είπε ότι το κράτος πρέπει να βρίσκει ένα μηχανισμό ώστε οι συνειδησιακές ενστάσεις των γιατρών να συμβαδίζουν με τα συμφέροντα των ασθενών. Το ΕΔΔΑ καταδίκασε την Πολωνία που δεν εξασφάλισε αυτή την ισορροπία σε παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ (σεβασμός της ιδιωτικής ζωής), παρόλο που τελικά ο υπουργός έδωσε την άδεια, ακριβώς επειδή οι γιατροί δεν είχαν παραπέμψει, ως όφειλαν, το θύμα σε άλλον γιατρό οι ίδιοι.

Δευτέρα, Μαΐου 15, 2017

Τιμωρείται ο σκέτος μισαλλόδοξος λόγος από τον αντιρατσιστικό νόμο;

Υπάρχει η πεποίθηση ότι ο μισαλλόδοξος λόγος (hate speech) από μόνος του, ας τον πούμε "σκέτο", δεν τιμωρείται, αλλά πρέπει να συνδέεται με παρακίνηση σε βιαιοπραγία εναντίον των θιγόμενων. Αυτή είναι, όμως, η προσέγγιση της αμερικάνικης νομοθεσίας, η οποία υπηρετεί ένα σύνταγμα που, αν και δεν έχει ειδικό κεφάλαιο ατομικών δικαιωμάτων, περιλαμβάνει μια τροπολογία που λέει ότι το κογκρέσο δεν μπορεί να θεσπίσει νόμο που περιορίζει την ελευθερία του λόγου. [Τώρα, βέβαια, πώς έφτασε το ίδιο κογκρέσο να έχει θεσπίσει τους πιο αυστηρούς νόμους για την πνευματική ιδιοκτησία και, ταυτόχρονα, να μην περιορίζει την ελευθερία του λόγου είναι κάτι που διδάσκεται σε χρόνο τουλάχιστον ενός εξαμήνου στις νομικές σχολές πέραν του ατλαντικού.]. 

Οι αναλυτές της αντιρατσιστικής νομοθεσίας στη μεγάλη τους πλειονότητα ξεχνούν ότι η νομοθεσία αυτή έχει τεθεί σε ισχύ, προς εκλήρωση υποχρέωσης διεθνούς σύμβασης που θεσπίστηκε στο πλαίσιο της λειτουργίας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και τέθηκε σε εφαρμογή το έτος 1969. Η Διεθνής Σύμβαση για την Κατάργηση Κάθε Μορφής Φυλετικών Διακρίσεων ορίζει μια σειρά από μέτρα που οφείλει να λαμβάνει κάθε κράτος - μέλος που την έχει υπογράψει. Τα μέτρα αυτά δεν περιορίζονται φυσικά στην αντιρατσιστική νομοθεσία: αφορούν την εκπαίδευση, την επιμόρφωση, την πληροφόρηση, την ενθάρρυνση και παροχή υποστήριξης σε οργανώσεις και κινήματα που ασχολούνται με αυτά τα θέματα κ.τ.λ. Στο άρθρο 4 της Διεθνούς Σύμβασης αναφέρεται και ότι τα κράτη θα κηρύξουν με νόμο τιμωρητέα "κάθε διάδοση ιδεών βασιζόμενων στην φυλετική ανωτερότητα και το μίσος, παρότρυνση προς φυλετική διάκριση, καθώς και πράξεις βίας ή παρότρυνση για την διάπραξή τους εναντίον οποιασδήποτε φυλής ή ομάδας προσώπων άλλου χρώματος ή εθνολογικής προέλευσης και επίσης την χορήγηση κάθε βοήθειας για φυλετικές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης και της χρηματοδότησης αυτών". Επομένως η Διεθνής Σύμβαση μνημονεύει διακριτά, αλλά όχι διαζευκτικά, την διάδοση μισαλλόδοξων ιδεών από την πατρότρυνση προς φυλετική διάκριση και πράξη βίας και επιβάλλει στα κράτη να καταδικάζονται και τα δύο από τον ποινικό νόμο. 

Ας δούμε πως το θέτει ο ελληνικός αντιρατσιστικός νόμος 4285/2014 που τροποποιεί τον Ν.927/1979: 

"Όποιος με πρόθεση, δημόσια, προφορικά ή δια του τύπου, μέσω του διαδικτύου ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο ή τρόπο, υποκινεί, προκαλεί, διεγείρει ή προτρέπει σε πράξεις ή ενέργειες που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά προσώπου ή ομάδας προσώπων, που προσδιορίζονται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, το σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα φύλου ή την αναπηρία, κατά τρόπο που εκθέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη ή ενέχει απειλή για τη ζωή, την ελευθερία ή τη σωματική ακεραιότητα των ως άνω προσώπων, τιμωρείται με φυλάκιση τριών (3) μηνών έως τριών (3) ετών και με χρηματική ποινή πέντε έως είκοσι χιλιάδων (5.000 − 20.000) ευρώ."

Άρα και ο ελληνικός νόμος τιμωρεί όχι μόνο την υποκίνηση, την πρόκληση ή την προτροπή, αλλά και την "δ ι έ γ ε ρ σ η" και όχι μόνο σε πράξεις, αλλά και σε "ε ν έ ρ γ ε ι ε ς" που μ π ο ρ ο ύ ν να προκαλέσουν (άρα, μπορεί και να μην προκάλεσαν ήδη) όχι μόνο διακρίσεις και βία, αλλά και μ ί σ ο ς. Επομένως, εκτός από την περίπτωση που ευθέως κάποιος παρακινεί σε πράξεις βίας λόγω φυλετικής καταγωγής κ.τ.λ., υπάρχει και η περίπτωση που κάποιος απλά και σκέτα δ ι ε γ ε ί ρ ε ι  σε ε ν έ ρ γ ε ι ε ς που μ π ο ρ ο ύ ν να προκαλέσουν μ ί σ ο ς. Ως δικλείδα ασφαλείας, τίθεται, επιπρόσθετα σε όλα αυτά, ο  τ ρ ό π ο ς που τελούνται αυτές οι διεγέρσεις: για να τιμωρηθούν, θα πρέπει να τελούνται κατά τρόπο που εκθέτει σε κίνδυνο την δημόσια τάξη    ή    ενέχει α π ε ι λ ή, όχι μόνο για την ζωή ή την σωματική ακεραιότητα, αλλά και την  ε λ ε υ θ ε ρ ί α των θυμάτων του μισαλλόδοξου λόγου.  Ο κίνδυνος διασάλευσης της δημόσιας τάξης προφανώς θα αφορά με την απήχηση που έχει ο ίδιος ο δράστης με το συγκεκριμένο μήνυμα, ενώ η εναλλακτική δικλείδα (να έχει το "έρμα", δηλαδή την έκταση ακροατηρίου που να μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την δημόσια τάξη) ή, εναλλακτικά, εάν δεν συντρέχει τέτοιος γενικός κίνδυνος, αν το μήνυμα ενέχει από μόνο του κίνδυνο για ζωτικά αγαθά των θυμάτων, δηλαδή την ζωή και την σωματική ακεραιότητα, αλλά, πάλι εναλλακτικά, για την ελευθερία του θύματος. 

Με αυτά τα χαρακτηριστικά, ο νόμος ορίζει τον ποινικά κολάσιμο μισαλλόδοξο λόγο ως ένα ποινικό αδίκημα με πολλούς, εναλλακτικά εφαρμοζόμενους, κανόνες στάθμισης που τελικά εξαρτούν την τιμωρία του δράστη αφενός από την κατάρτιση ενός σωστού κατηγορητηρίου από την πλευρά της εισαγγελίας κι αφενός από την οργάνωση μιας αποδεικτικής διαδικασίας με την κλήση επαρκών μαρτύρων για να καταθέσουν κατά πόσον όλα αυτά τα "μπορεί να προκαλέσει μίσος" και "κατά τρόπο που εκθέτει την δημόσια τάξη" ή "ενέχει απειλή για τη ζωή, την ελευθερία ή την σωματική ακεραιότητα" σχετίζονται με ένα τυχόν απτό αποτέλεσμα που είχε ο μισαλλόδοξος λόγος στην κοινωνία ή σε συγκεκριμένες ομάδες κρούσης ή όχι. Αν δεν υπάρχουν αυτές οι προϋποθέσεις, ο αντιρατσιστικός θα οδηγεί συνεχώς σε αθωώσεις, παρά τις ποινικές διώξεις.

Πέραν όμως του εγκλήματος αυτού, το άρθρο 81Α του Ποινικού Κώδικα αναφέρει ότι έάν από τις περιστάσεις προκύπτει ότι έχει τελεστεί έγκλημα κατά παθόντος, η επιλογή του οποίου έγινε λόγω των χαρακτηριστικών φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής γενεαλογικών καταβολών, θρησκείας, αναπηρίας, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου το πλαίσιο ποινής είναι αυξημένο σε σχέση με το "απλό", δηλαδή μη ρατσιστικό έγκλημα. ΄Ετσι, μια ομαδική εξύβριση εναντίον πιστών κάποιου θρησκεύματος τιμωρείται με το άρθρο 361 Π.Κ. αλλά με το ανώτερο όριο ποινής στα δύο (2) έτη, αντί για το ένα (1) έτος που είναι το ανώτατο όριο ποινής στην απλή εξύβριση. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε δηλαδή ποινική τιμωρία του μισαλλόδοξου λόγου εφόσον αυτός συνιστά ομαδική εξύβριση, χωρίς τις προϋποθέσεις της διέγερσης σε ενέργειες που μπορεί να προκαλέσουν μίσος και με τρόπο που να εκθέτει σε κίνδυνο την δημόσια τάξη ή να ενέχει απειλή για την ζωή ή την σωματική ακεραιότητα ή την ελευθερία των θυμάτων. Η διαφορά όμως είναι ότι η ρατσιστική εξύβριση προϋποθέτει υποβολή έγκλησης από τα ίδια τα θύματα, ενώ η εφαρμογή του αντιρατσιστικού στο παραπάνω αδίκημα κινείται αυτεπαγγέλτως. 

Η Ελλάδα ελέγχεται από τον ΟΗΕ και την Επιτροπή του περί κατάργησης των φυλετικών διακρίσεων (CERD) για την τήρηση του άρθρου 4 της Διεθνούς Σύμβασης. Στις παρατηρήσεις της με ημερομηνία 3.10.2016, η Επιτροπή σημειώνει:

"12. Παρ' όλο που η Επιτροπή σημειώνει με εκτίμηση τις θετικές πτυχές που ενσωματώνονται στον νέο αντιρατσιστικό νόμο 4285/2014, εξακολουθεί να ανησυχεί ότι ο νέος νόμος δεν είναι πλήρως συμβατός με τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 της Σύμβασης, ιδίως καθώς δεν ποινικοποιεί την διάδοση ιδεών που βασίζονται στην φυλετική ανώτερότητα και δεν προβλέπει μια διαδικασία για να κηρυχθούν παράνομες και να απαγορευθούν οι ρατσιστικές οργανώσεις. Η Επιτροπή ανησυχεί επίσης για την ύπαρξη στο κράτος μέλος του πολιτικού κόμματος της Χρυσής Αυγής, το οποίο  η αποστολή ανέφερε στην εναρκτήρια δήλωσή της ως την πιο γνωστή ρατσιστική οργάνωση που εμπνέεται ευθέως από νεοναζιστικές ιδέες (άρθρο 4).
13. Υπενθυμίζοντας τις γενικές συστάσεις αρ. 7 (1985) και αρ. 15 (1993) ως προς την εφαρμογή του άρθρου 4 της Σύμβασης, η Επιτροπή συνιστά στο κράτος μέλος να εναρμονίσει το αντιρατσιστικό θεσμικό πλαίσιό του με το άρθρο 4 της Σύμβασης και να διασφαλίσει την αυστηρή εφαρμογή του. Το κράτος μέλος θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να κηρύξει παράνομες και να απαγορεύσει οργανώσεις που προωθούν και υποκινούν την φυλετική διάκριση, όπως η Χρυσή Αυγή, όπως έχει συστήσει και νωρίτερα ο Ειδικός Εισηγητής για τις σύγχρονες μορφές ρατσισμού, φυλετικής διάκρισης, ξενοφοβίας και σχετικής μισαλλοδοξίας και ο Επίτροπος του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα."

Στη συνέχεια η Επιτροπή συνιστά στην Ελλάδα, μεταξύ άλλων:

"Να λάβει κατάλληλα μέτρα για να διωχθούν άτομα, συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών, για τις πράξεις που περιγράφονται στο άρθρο 4 και να παρέχει πληροφορίες στην επόμενη έκθεσή της για τις αστυνομικές έρευνες, τις ποινικές διώξεις και τις ποινές, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συνδέονται με την Χρυσή Αυγή και τα μέλη της. Η Επιτροπή επιθυμεί να υπογραμμίσει ότι το θεμελιώδες δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης δεν πρέπει να υπέρκειται των αρχών της αξιοπρέπειας, της ανεκτικότητας, της ισότητας και της απαγόρευσης διακρίσεων, καθώς η ενάσκηση του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης συμπεριλαμβάνει ειδικές ευθύνες, μεταξύ των οποίων και την υποχρέωση περί μη διάδοσης ιδεών βασιζόμενων στην φυλετική ανωτερότητα ή το μίσος" (υπογράμμιση της Επιτροπής).

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ελληνική Αντιπροσωπεία κατά την εμφάνισή της ενώπιον της CERD ανέφερε ότι το Σύνταγμα της Ελλάδας δεν αντίκειται προς το άρθρο 4 της Σύμβασης, ως προς τις ρατσιστικές οργανώσεις. 

Η Ελλάδα ελέγχεται επίσης και από το Συμβούλιο της Ευρώπης και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή περί κατάργησης των φυλετικών διακρίσεων (ECRI). Στην έκθεση του 2015 για την Ελλάδα, η ECRI διαπίστωσε ότι ο αντιρατσιστικός νόμος δεν καλύπτει την ρατσιστική εξύβριση ή δυσφήμηση και ζήτησε την τροποποίησή του ώστε να περιληφθούν και αυτές οι ρατσιστικές παραβάσεις: 

"11. Η ECRI συνιστά την τροποποίηση του νόμου 927/1979 προκειμένου να ποινικοποιηθεί η δημόσια έκφραση με ρατσιστικό σκοπό, των ιδεολογιών με ισχυρισμό ανωτερότητας."

Επίσης, η ECRI ζητά να εφαρμόζεται ο αντιρατσιστικός σε ισλαμοφοβικές δηλώσεις στα ΜΜΕ (βλ. σελ.21):

"51. Ο αντιτρομοκρατικός λόγος στα μέσα ενημέρωσης, επίσης, συχνά έχει ως στόχο τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, καθώς και τη μουσουλμανική κοινότητα γενικά. Τα ΜΜΕ διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη σύνδεση της εγκληματικότητας και της τρομοκρατίας με τη μετανάστευση, τροφοδοτώντας περαιτέρω τις ομιλίες μίσους. Τον Δεκέμβριο 2011, για παράδειγμα, η ακροδεξιά εφημερίδα ΣΤΟΧΟΣ αναφέρθηκε ανοιχτά σε μουσουλμάνους και τους μετανάστες που προέρχονται από την Τουρκία ως «τρομοκράτες». 28 Η Ισλαμοφοβία έχει αυξηθεί δραματικά από τότε που ο ακροδεξιός τύπος άρχισε να συνδέει το Ισλάμ με την τρομοκρατία.29 Στις 9 Απριλίου 2011 τα γραφεία του Συλλόγου Σομαλικής Κοινότητας στην Αθήνα υπέστησαν βανδαλισμό. Το περιστατικό αυτό συνέβη μετά τη δημοσίευση στην υπερ-συντηρητική Ελεύθερη Ώρα ενός άρθρου με τον τίτλο «Σομαλοί πειρατές με ένα τέμενος στην οδό Φυλής» και τον υπότιτλο «Χριστιανοσύνη κατά Ισλάμ». Ο συγγραφέας του αναφέρει ότι «οι Σομαλοί είναι τα πιο επικίνδυνοι ισλαμιστές στον κόσμο». 30 Αναφορές στην «ισλαμική τρομοκρατία» μπορεί επίσης να βρεθούν σε πολλά εξτρεμιστικά διαδικτυακά blog - όπως Ελληνική Εθνική Υπερηφάνεια ή Ελλάς - όπου οι συνεισφέροντες συχνά παραμένουν ανώνυμοι. 31 

52. Η ECRI συνιστά ο νόμος 927/1979 να εφαρμόζεται πάντα σε περιπτώσεις ομιλιών μίσους στα ΜΜΕ. Συνιστά επίσης στις αρχές να ενθαρρύνουν, χωρίς να παραβιάζουν την ανεξαρτησία των ΜΜΕ, τη δημιουργία ενός μηχανισμού αυτορρύθμισης για τη βιομηχανία των ΜΜΕ ώστε να προληφθούν τα ρατσιστικά σχόλια στις εφημερίδες, την τηλεόραση και το ραδιόφωνο. Επιπλέον, συνιστά στις ελληνικές αρχές να επικυρώσουν το Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Σύμβασης για το Έγκλημα στον Κυβερνοχώρο, όπως δηλώνεται στο Εθνικό Σχέδιο Δράσης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων 2014-2016."

Σάββατο, Μαΐου 06, 2017

Κριτική στο νομοσχέδιο για την ταυτότητα φύλου

Έχοντας χειριστεί ως πληρεξούσιος δικηγόρος μια σειρά υποθέσεων που αφορούν την ληξιαρχική μεταβολή του φύλου, εκπροσωπώντας κυρίως άτομα που δεν έχουν υποβληθεί σε χειρουργικές επεμβάσεις επαναπροσδιορισμού φύλου στα Ειρηνοδικεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης, καταγράφω ορισμένες πρακτικές παρατηρήσεις στο προς διαβούλευση νομοσχέδιο.

Το νομοσχέδιο αφορά μόνο την αστική κατάσταση (civil status) του ατόμου ως προς την ταυτότητα φύλου, δηλαδή την σχέση κράτους - πολίτη ως προς το συγκεκριμένο στοιχείο ληξιαρχικής, δημοτολογικής, στρατολογικής και αστυνομικής ταυτοποίησης. Είναι λοιπόν ένα νομοσχέδιο στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου που ρυθμίζει, κατά κύριο λόγο, τις προϋποθέσεις για την ληξιαρχική μεταβολή του φύλου. Δεν είναι ένα ολοκληρωμένο νομοσχέδιο για την νομική προστασία των ατόμων λόγω της ταυτότητας φύλου τους, γεγονός που θα προϋπέθετε και άλλες διατάξεις περί ίσης μεταχείρισης (στον Ν.4446/2016) και πρόσθετων διαδικασιών για το κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα.

Το πρώτο δημόσιο έγγραφο στο οποίο καταχωρίζεται το φύλο του ατόμου είναι η ληξιαρχική πράξη γέννησης. Με βάση τη ληξιαρχική πράξη γέννησης ακολουθούν όλες οι υπόλοιπες εγγραφές, όπως είναι το δημοτολόγιο και το μητρώο αρρένων (μόνο για τους άνδρες, καθώς συνδέεται αποκλειστικά με την στρατολογική υποχρέωση), αλλά και όλες οι υπόλοιπες εγγραφές όπως οι αστυνομικές ταυτότητες, οι εκλογικοί κατάλογοι, τα αρχεία του εκπαιδευτικού συστήματος, των φορολογικών υπηρεσιών, της κοινωνικής πρόνοιας. Ένα νομοσχέδιο λοιπόν που προβλέπει δυνατότητες μεταβολής της ληξιαρχικής πράξης πρέπει να μεριμνά με λεπτομέρεια και για όλα τα υπόλοιπα νομοθετήματα που υποδέχονται τα δεδομένα των ληξιαρχικών πράξεων γέννησης. Αλλιώς, θα έπρεπε να περιοριστεί μόνο στην τροποποίηση του Ν.344/1976 περί ληξιαρχείων.

Περαιτέρω, βέβαια, το νομοσχέδιο αφορά και τις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, καθώς τα άτομα μεταξύ τους οφείλουν να σέβονται την μεταβολή των στοιχείων του φύλου και του ονοματεπωνύμου. Ο σεβασμός αυτός δεν αφορά μόνο τους κανόνες καλής συμπεριφοράς, αλλά και την επίσημη χρήση των μεταβληθέντων στοιχείων του ονοματετωνύμου και του φύλου και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών: οι δικαιοπραξίες (συμβάσεις, δηλώσεις βούλησης κ.τ.λ.) πρέπει όλες να εναρμονίζονται με το επίσημο ονοματεπώνυμο κατόπιν της σχετικής μεταβολής λόγω ταυτότητας φύλου. Παράλληλα, αυτό συνεπάγεται και περαιτέρω περιορισμούς λόγω του φύλου στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπου αυτοί προβλέπονται νόμιμα π.χ. στο οικογενειακό δίκαιο, αλλά και στο εργατικό δίκαιο. Επομένως ένα νομοθέτημα για την αστική κατάσταση σε σχέση με την ταυτότητα φύλου αφορά ευθέως το δημόσιο δίκαιο και τα ατομικά δικαιώματα έναντι του κράτους, αλλά έχει άμεσες αντανακλάσεις και στο ιδιωτικό, κλασικό αστικό δίκαιο, το δίκαιο της προσωπικότητας, το δίκαιο των συμβάσεων κ.τ.λ.

Ποια είναι η πραγματικότητα σήμερα

Για να αλλάξει το ονοματεπώνυμο και το φύλο στα επίσημα έγγραφα του Ελληνικού Δημοσίου πρέπει πρώτα να μεταβληθεί η σχετική εγγραφή στην ληξιαρχική πράξη γέννησης του ατόμου. Οι μεταβολές των ληξιαρχικών πράξεων προβλέπονται στον Ν.344/1976, ο οποίος προβλέπει τρεις κύριες κατηγορίες διορθώσεων.

1) Διόρθωση σφαλμάτων εκ παραδρομής

Η απλή περίπτωση που αφορά τα ορθογραφικά κ.τ.λ. λάθη και η οποία γίνεται από τον ληξίαρχο με ή χωρίς την εντολή του εισαγγελέα. Σε αυτή την περίπτωση, το ενδιαφερόμενο άτομο υποβάλει μια αίτηση στην/στον εισαγγελέα και εκείνη/-ος εκδίδει μια εισαγγελική εντολή προς την/τον ληξίαρχο για την μεταβολή. Στην περίπτωση μεταβολής του θρησκεύματος ή μη περαιτέρω αναπαραγωγής του στα αντίγραφα των ληξιαρχικών πράξεων, αρκεί απλό αίτημα του ατόμου στο ληξιαρχείο. Ο/η ληξίαρχος καταγράφει στο βιβλίο της ληξιαρχικής πράξης γέννησης την μεταβολή του αιτήματος, χωρίς όμως να διαγράφεται το αρχικό θρήσκευμα. Το βιβλίο του ληξιαρχείου καταγράφει όλες τις μεταβολές των στοιχείων στην πορεία της ζωής του ατόμου και δεν διαγράφει καμία προηγούμενη κατάσταση, αλλά τα αντίγραφα των ληξιαρχικών πράξεων που εκτυπώνονται αποτυπώνουν μόνο την ισχύουσα κάθε φορά κατάσταση των στοιχείων του ατόμου, χωρίς να παρουσιάζεται το “ιστορικό” των μεταβολών. Εάν δηλαδή ένα άτομο μεταβάλει το θρήσκευμά του, στο βιβλίο του ληξιαρχείου θα καταγραφεί η μεταβολή, αλλά στο αντίγραφο της ληξιαρχικής πράξης που θα πάρει το άτομο και κάθε ενδιαφερόμενος θα αναγράφεται μόνο το τελευταίο θρήσκευμα (εκτός αν έχει ζητηθεί μη αναγραφή θρησκεύματος, οπότε στα αντίγραφα δεν θα αναγράφεται θρήσκευμα, αλλά αυτά θα παραμένουν στο ιστορικό των μεταβολών του ληξιαρχικού βιβλίου).

2) Μεταβολή επωνύμου με απόφαση Δημάρχου

Να σημειωθεί ότι η μεταβολή του επωνύμου, για συγκεκριμένους λόγους που προβλέπονται από υπουργική απόφαση και από την διοικητική πρακτική και τη νομολογία πραγματοποιείται χωρίς δικαστική απόφαση με απόφαση Δημάρχου (μετά τον Καλλικράτη -Ν.3852/2010, ενώ πριν από αυτόν τον νόμο, η αρμοδιότητα ανήκε στους Νομάρχες). Αυτό όμως αφορά μόνο το επώνυμο, όχι το κύριο όνομα και το φύλο.

[βλ. Άρθρο μόνο του ν.δ. 2573/1953 (ΦΕΚ 241 Α' “Αλλαγή επωνύμου και πρόσληψη επωνύμου, πατρωνύμου, μητρωνύμου, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με την παρ. 9 του άρθρου 9 του Ν.2307/1995 (113 Α'), σε συνδυασμό με τα οριζόμενα στις διατάξεις της παρ. 1Α του άρθρου 282 του Ν.3851/2010 (Πρόγραμμα Καλλικράτης). Με το άρθρο 94 παρ. 6 του ν.3852/2010 που τροποποίησε το άρθρο 75 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, η αρμοδιότητα της πρόσληψης και αλλαγής επωνύμου μεταφέρθηκε στους Δήμους.]

Επομένως, δεν υπάρχει κάποιο “μονοπώλιο” για μεταβολή ληξιαρχικών στοιχείων δια της δικαστικής και μόνον οδού. Διοικητικά γίνεται και η αλλαγή για το θρήσκευμα.


3) Διόρθωση ουσιαστικών μεταβολών

Η άλλη περίπτωση που αφορά ουσιαστικές μεταβολές στοιχείων, όπως είναι το κύριο όνομα και το φύλο, γίνεται μέσω της δικαστικής οδού: το ενδιαφερόμενο άτομο, εκπροσωπούμενο υποχρεωτικά από πληρεξούσιο δικηγόρο, υποβάλει στην γραμματεία του Ειρηνοδικείου αίτημα για να “βεβαιώσει” το Δικαστήριο ότι επήλθε μεταβολή σε κάποιο από τα στοιχεία της ληξιαρχικής πράξης. Με την κατάθεση της αίτησης, ο δικηγόρος προσκομίζει υποχρεωτικά στην γραμματεία του Δικαστηρίου υποχρεωτικά και Γραμμάτιο του οικείου δικηγορικού συλλόγου προκαταβολής εισφορών και ενσήμων ποσού 110,36 ευρώ. Το Ειρηνοδικείο πρέπει να είναι αυτό της περιφέρειας του ληξιαρχείου στο οποίο καταγράφηκε η γέννηση. Πιο πρόσφατα έχει γίνει δεκτό ότι μπορεί να είναι και το Ειρηνοδικείο του τόπου κατοικίας του ατόμου, αλλά αυτό δεν το αναφέρει ο νόμος: το έχουν δεχτεί οι δικαστές λόγω της ελαστικότητας της διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας.


Ο/η Ειρηνοδίκης προσδιορίζει την ημερομηνία της δικασίμου, κατά την οποία διεξάγεται η συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και επίσης ορίζει τον αριθμό των ημερών προ της δικασίμου, κατά την οποία το ενδιαφερόμενο άτομο οφείλει να κοινοποιήσει την αίτησή του στον αρμόδιο Εισαγγελέα. Το κόστος για την επίδοση της αίτησης στην Εισαγγελία ειναι 43 ευρώ. Κατά την διαδικασία της “εκούσιας δικαιοδοσίας”, η Εισαγγελία πρέπει να είναι ενήμερη για τις υποθέσεις που εκδικάζονται στο Δικαστήριο, ώστε η/ο Εισαγγελέας να παρέμβει εάν κρίνει ότι θίγεται κάποιο ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή δημόσιας τάξεως.

Κατά την συζήτηση της υπόθεσης κατατίθεται ο φάκελος με τις προτάσεις και τα σχετικά έγγραφα και εάν σε αυτά δεν περιλαμβάνεται η έκθεση επίδοσης της αίτησης προς την/τον Εισαγγελέα, μια έκθεση που συντάσσει η/ο δικαστικός επιμελητής που θα πραγματοποιήσει την επίδοση, τότε το Δικαστήριο απορρίπτει το αίτημα ως απαράδεκτο. Στη συνέχεια, διεξάγεται η δίκη, στην οποία το Δικαστήριο εξετάζει και μάρτυρα ως προς τα πραγματικά περιστατικά και κατατίθεται φάκελος με δικόγραφο προτάσεων που έχει συντάξει ο πληρεξούσιος δικηγόρος και παρουσιάζονται τα προσκομιζόμενα στο Δικαστήριο σχετικά έγγραφα. Για την περίπτωση της μεταβολής της εγγραφής φύλου, ο νόμος δεν αναφέρει ποια είναι τα δικαιολογητικά που απαιτούνται με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να ζητάει το ίδιο ό,τι θέλει, αν δεν είναι ικανοποιημένο από όσα του προσκομίσει ο πληρεξούσιος δικηγόρος. Το σίγουρο είναι ότι ο πληρεξούσιος οφείλει να προσκομίσει γραμμάτιο του δικηγορικού συλλόγου για την παράσταση του ενώπιον του δικαστηρίου (ποσού 110,36 ευρώ) και γραμμάτιο για την κατάθεση του δικογράφου των προτάσεων (ποσού 97,96 ευρώ)

Οι Δικαστές δικάζουν τις αιτήσεις για μεταβολή ονοματεπωνύμου και φύλου εφαρμόζοντας πρακτικά ένα άρθρο, δηλαδή το άρθρο 13 του Ν.344/1976 που αναφέρει ότι “προς διόρθωση ληξιαρχικής πράξης απαιτείται τελεσίδικος δικαστική απόφαση” (δηλ. απόφαση που δεν προσβάλλεται με έφεση), σε συνδυασμό με το άρθρο 14 που αναφέρει ότι η μεταβολή μπορεί να αφορά την “αλλαγή φύλου”. Ο νόμος δεν δίνει καμία άλλη κατεύθυνση τους Δικαστές για την ερμηνεία του όρου “αλλαγή φύλου”. Κατ’ αποτέλεσμα, οι Δικαστές αναζητούν το νόημα του όρου αυτού στην ιατρική επιστήμη και φυσικά στην σχετική ανάλυση για τον σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Γι’ αυτό στις αποφάσεις τους συχνά αναφέρουν ως νομική βάση και το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος που ορίζει ότι καθένας έχει δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και στην συμμετοχή στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας χωρίς να θίγει τα δικαιώματα των άλλων, το Σύνταγμα και τα χρηστά ήθη.

Μέχρι πρόσφατα, η αντίληψη ήταν ότι “αλλαγή φύλου” σημαίνει χειρουργικές επεμβάσεις επαναπροσδιορισμού γεννητικών οργάνων (κολποπλαστική, φαλλοπλαστική, κλειτοριδοπλαστική κ.τ.λ.) και άλλων μερών του σώματος (αφαίρεση ή προσθετική στήθους) και ορμονική θεραπεία για την εμφάνιση δευτερογενών χαρακτηριστικών φύλου (τριχοφυία κ.τ.λ.), ενώ η συμβολή της ψυχιατρικής επιστήμης ήταν καθοριστική για να διαπιστώνεται ότι το άτομο παρουσιάζει “διαταραχή ταυτότητας φύλου” και ότι δεν υπάρχουν στοιχεία ψυχοπαθολογίας που πιθανώς να του προκαλούν σύγχυση ως προς το φύλο του.

Η αντίληψη αυτή των δικαστών στα Ειρηνοδικεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης άλλαξε τα δύο τελευταία έτη. Με αποφάσεις τους το 2016 και το 2017, οι δικαστές ακολούθησαν έγγραφα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης με τα οποία αναφέρεται ότι η αλλαγή των στοιχείων ταυτότητας για λόγους νομικής αναγνώρισης ταυτότητας φύλου δεν πρέπει να έχει ως προϋπόθεση ιατρικές επεμβάσεις. Σε έγγραφο του Συμβουλίου της Ε.Ε. κρίθηκε μάλιστα ότι η υποχρεωτική στείρωση είναι αντίθετη και σε άρθρα περί ισότητας και απαγόρευσης διακρίσεων του Διεθνούς Συμφώνου των Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων (ΔΣΑΠ) που έχει κυρώσει και η Ελλάδα. Έτσι στην πρώτη απόφαση αυτής της κατηγορίας αποφάσεων, την 418/2016 του Ειρηνοδικείου Αθηνών κρίθηκε ότι σύμφωνα με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (σεβασμός ιδιωτικής ζωής), αλλά και τα άρθρα 2 και 26 ΔΣΑΠΔ δεν απαιτείται αφαίρεση γεννητικών οργάνων για να βεβαιωθεί η μεταβολή φύλου από θήλυ σε άρρεν. Ακολούθησαν κι άλλες αποφάσεις με πιο σημαντική την 1572/2016 του Ειρηνοδικείου Αθηνών που δίνει τον ορισμό της ταυτότητας φύλου και η οποία δέχεται ότι και η ορμονική θεραπεία αποτελεί υπερβολική προϋπόθεση. Το 2017 εκδόθηκαν και οι πρώτες αποφάσεις, με το ίδιο σκεπτικό, για την αντίστροφη πορεία: από άρρεν σε θήλυ, χωρίς αφαίρεση γεννητικών οργάνων. Οι αποφάσεις αυτές είναι τελεσίδικες και τα άτομα που αφορούν έχουν ολοκληρώσει την διαδικασία και έχουν λάβει νέες αστυνομικές ταυτότητες.

Μετά την έκδοση της απόφασης του Ειρηνοδικείου, ο ενδιαφερόμενος θα πρέπει να αναμένει την καθαρογραφή της από την γραμματεία του Δικαστηρίου. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι Ειρηνοδίκες, τουλάχιστον στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, δεν δίνουν τελικό κείμενο της δικαστικής απόφασης, αλλά ένα χειρόγραφο “σχέδιο” με το σκεπτικό και το διατακτικό τους. Ο δικηγόρος λαμβάνει το σχέδιο αυτό και, λόγω έλλειψης πόρων της γραμματείας, αναλαμβάνει ο ίδιος με σχετικές οδηγίες να καθαρογράψει την απόφαση, την οποία πρέπει να αφήσει στη συνέχεια στην γραμματεία για να υπογραφεί από τον δικαστή και τον γραμματέα. Αυτό είναι ένα χρονικό διάστημα που μπορεί να διαρκέσει ακόμη κι ένα μήνα.

Στη συνέχεια, η απόφαση πρέπει να επιδοθεί με δικαστικό επιμελητή στην Εισαγγελία, καθώς ο/η εισαγγελέας έχει δικαίωμα έφεσης εντός ενός (1) μήνα και καθώς στο ληξιαρχείο η μεταβολή γίνεται μόνο με “τελεσίδικη” δικαστική απόφαση (δηλαδή απόφαση που δεν προσβάλλεται με έφεση). Το κόστος και γι’ αυτή την επίδοση ειναι 43 ευρώ. Μετά την άπρακτη τυχόν παρέλευση του μήνα, ο πληρεξούσιος δικηγορος υποβάλει αίτημα στην γραμματεία του δικαστηρίου για να λάβει πιστοποιητικό ότι δεν έχουν ασκηθεί ένδικα μέσα κατά της απόφασης. Μετά από λίγες ημέρες λαμβάνει επικυρωμένο αντίγραφο του πιστοποιητικού, με την σχετική χαρτοσήμανση. Μαζί με το πιστοποιητικό και την έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο ζητά από το αρμόδιο ληξιαρχείο την σχετική διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης. Η μεταβολή αναγράφεται στο βιβλίο του ληξιαρχείου και στο άτομο δίνεται αντίγραφο ληξιαρχικής πράξης που αναφέρει την μεταβολή λόγω της δικαστικής απόφασης. Από εκεί και πέρα, όλα τα αντίγραφα της ληξιαρχικής πράξης δεν αναφέρουν πλέον την μεταβολή.

Στη συνέχεια, το νέο αντίγραφο μαζί με επικυρωμένο αντίγραφο της δικαστικής απόφασης υποβάλλεται από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο στο δημοτολόγιο του δήμου στο οποίο είναι δημότης (μπορεί να μην ταυτίζεται με το δημοτολογίο του δήμου της γέννησης: δημότης είναι το άτομο στον δήμο που ψηφίζει). Πρώτα υποβάλλεται αίτημα για μεταβολή στο μητρώο αρρένων: εάν η μεταβολή είναι από θήλυ σε άρρεν το αίτημα είναι η εγγραφή στο μητρώο αρρένων και εάν είναι από άρρεν σε θήλυ το αίτημα είναι η διαγραφή από το μητρώο αρρένων. Αλλαγές πρέπει να γίνουν επίσης και στο δημοτολόγιο, ώστε το άτομο να αναγράφεται σε όλα τα πιστοποιητικά που εκδίδονται (π.χ. οικογενειακής κατάστασης) με τα νέα του στοιχεία, όπως πρέπει να γίνει και στους εκλογικούς καταλόγους. Μόνο όταν ολοκληρωθούν και αυτές οι μεταβολές μπορεί το άτομο πλέον να πάει στο αστυνομικό τμήμα και να λάβει την νέα αστυνομική του ταυτότητα.

Σημειωτέον ότι ήδη η στρατολογία έχει ήδη καλέσει διεμφυλικούς άνδρες (που έχουν ολοκληρώσει την μεταβολή των εγγράφων από θήλυ σε άρρεν) για να παρουσιαστούν ώστε να εκπληρώσουν τις στρατιωτικές υποχρεώσεις τους. Το σχετικό προεδρικό διάταγμα ορίζει την διαταραχή ταυτότητας φύλου ως λόγο για νόμιμη απαλλαγή από τις στρατιωτικές υποχρεώσεις (Ι5), αλλά αυτό είναι κάτι που αφορά την κλασική διαδικασία όσων έχουν δικαίωμα νόμιμης απαλλαγής για ψυχιατρικούς λόγους. Δεν υπάρχει δηλαδή κάποιος αυτοματισμός: οι διεμφυλικοί άνδρες πρέπει να περάσουν από την διαδικασία του φρουραρχείου και της παραπομπής σε εξέταση.

Ποιες αλλαγές έρχονται με το νομοσχέδιο - άρθρο προς άρθρο παρατηρήσεις

Άρθρο 1 – Δικαιώματα του προσώπου

Στο πρώτο άρθρο αναφέρεται στην πρώτη παράγραφο ότι στοιχείο της προσωπικότητας αποτελεί και η ταυτότητα φύλου καθώς και, στην δεύτερη παράγραφο, ότι το πρόσωπο έχει δικαίωμα σεβασμού και ως προς τα χαρακτηριστικά φύλου του. Οι ορισμοί της ταυτότητας και των χαρακτηριστικών φύλου δίνονται στο επόμενο άρθρο. Οι διατυπώσεις αυτού του άρθρου είναι “διακηρυκτικές”: δεν μνημονεύουν έννομες συνέπειες από τυχόν προσβολές. Προφανώς ο νομοθέτης μας παραπέμπει εδώ σιωπηλά στην αστικού δικαίου προστασία της προσωπικότητας, διευκρινίζοντας ότι σε αυτήν την έννοια περιλαμβάνονται και τ.φ. καθώς και τα χ.φ. Πάντως, η διατύπωση δεν είναι διαφωτιστική.

Παράδειγμα: σε έναν cis ή trans άνδρα, τα γένια είναι “χαρακτηριστικό φύλου”. Το ίδιο όμως και σε μία trans γυναίκα. Ο αστυνομικός που επιθυμεί να αφήσει γένια και η τρανς αεροσυνοδός που επιθυμεί το ίδιο θα μπορούν επικαλούμενοι αυτό το άρθρο να επιβάλουν στην υπηρεσία τους την ανοχή του χαρακτηριστικού φύλου;

Άλλο παράδειγμα: σεβασμός της ταυτότητας φύλου σημαίνει σεβασμός στην εμφάνιση κι έκφραση φύλου, χωρίς υποχρεωτικά να έχει ολοκληρωθεί διαδικασία επίσημης μεταβολής των εγγράφων. Σε ένα δικαστήριο ή σε μια δημόσια υπηρεσία ή και ιδιωτική επιχείρηση όταν εμφανίζεται μια τρανς γυναίκα που δεν έχει ολοκληρώσει τον επανακαθορισμό των εγγράφων, θα έχει το δικαίωμα να ζητά να χρησιμοποιούνται αντωνυμίες στο θηλυκό;

Θεωρώ ότι η απάντηση στα παραπάνω πρέπει να είναι θετική. Αυτό όμως θα γίνει σαφέστερο αν μαζί με την διακηρυκτική διατύπωση του άρθρου 1 περιλαμβανόταν και κάποια σχετική απαγόρευση. Αν λείπουν κυρώσεις, το μονο που μένει για να εφαρμοστεί η διάταξη είναι να δοκιμαστεί δικαστηριακά. Νομίζω όμως ότι αρκεί η σαφέστερη νομοθέτηση.

Το νόημα του πρώτου άρθρου θα μπορούσε να έχει έννομη συνέπεια να γίνεται σεβαστή η ταυτότητα φύλου και τα χ.φ., στην κοινωνική ζωή, ανεξάρτητα από το αν το άτομο έχει ολοκληρώσει ή όχι την παρακάτω διαδικασία. Δηλαδη να μην απευθύνεται κάποιος χρησιμοποιώντας αρσενικό γένος σε μια τρανς ή cis γυναίκα και, αντίστοιχα, να μηναπευθύνεται κάποιος χρησιμοποιώντας θηλυκό γένος σε έναν τρανς ή cis άνδρα. Γι’ αυτό θα προσέθετα μια σχετική διάταξη με την οποία να επισημαίνεται ότι “στις κοινωνικές σχέσεις” η ταυτότητα φύλου αναγνωρίζεται και τα χαρακτηριστικά φύλου γίνονται σεβαστά για κάθε άτομο, ανεξάρτητα από το αν έχει ακολουθήσει ή όχι την διαδικασία των επομενων άρθρων. Θα είναι χρήσιμο για όσα άτομα δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί η διαδικασία, ενώ έχουν ήδη π.χ. καταθέσει το δικόγραφό τους στο δικαστήριο. Στις νομικές σχέσεις, σε αντιδιαστολή προς τις “κοινωνικές σχέσεις” εννοείται ότι μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία θα χρησιμοποιείται το νόμιμο όνομα. Η αναφορά σε “κοινωνικές σχέσεις” δεν είναι αδόκιμη νομικά: στο άρθρο 1388 ΑΚ αναφέρεται ότι ο γάμος δεν μεταβάλει μεν το επώνυμο των συζύγων ως προς τις έννομες σχέσεις τους, αλλά στις κοινωνικές σχέσεις ο κάθε σύζυγος μπορεί εφόσον σ’ αυτό συμφωνεί και ο άλλος να χρησιμοποιεί το επώνυμο του τελευταίου ή να το προσθέτει στο δικό του. Το ίδιο ισχύει και με την αντίστοιχη διάταξη για τα μέρη που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης (άρθρο 4 N.4356/2015). 

Άρθρο 2 – Ορισμοί

Τον ορισμό της ταυτότητας φύλου αρχικά τον εντοπίζουμε στις Αρχές της Yogyakarta για την Εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου Ανθρώπινων Δικαιωμάτων χωρίς διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου. Το 2008 μερικοί μπλόγκερς δημιουργήσαμε μια ομάδα εργασίας και μεταφράσαμε το σύνολο των Αρχών. Άλλοι ορισμοί της ταυτότητας φύλου έχουν διατυπωθεί από το Συμβούλιο της Ευρώπης και τα όργανά του: τον Επίτροπο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και την Επιτροπή Υπουργών που εξέδωσε την Σύσταση (2010) 5 για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου. Τους ορισμούς αυτούς ακολούθησε και η απόφαση 1572/2016 του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Ο ορισμός του νομοσχεδίου δεν περιλαμβάνει τις ρητές ενδεικτικές αναφορές των εν λόγω ορισμών: το ντύσιμο, τον τρόπο ομιλίας, τον τρόπο συμπεριφοράς. Θα ήταν χρήσιμο, για λόγους σαφήνειας να προστεθεί και αυτό.

Από αντίστοιχες πηγές διεθνών κειμένων προέρχεται και ο ορισμός των χαρακτηριστικών φύλου που περιλαμβάνει το άρθρο.

Μια κριτική που αναπτύσσεται στους ορισμούς είναι το ζήτημα της αναγνώρισης και άλλων, μη δυαδικών κατηγοριών ταυτότητας φύλου ή και χαρακτηριστικών φύλου (non binary, genderqueer), όπως η άφυλη ταυτότητα (agender) ή και η ρευστή ταυτότητα φύλου (genderfluid). Επίσης δεν έχει αναγνωριστεί η δυνατότητα να μην δηλώνεται καν φύλο στο ληξιαρχείο, κάτι που θα μπορουσε να γίνει με τροποποίηση του Ν.344/1976, ο οποίος ορίζει το φύλο ως ένα από τα στοιχεία της αστικής κατάστασης (civil status). Θεωρώ ότι αυτό γίνεται καθαρά για έναν και μόνο λόγο: το Σύνταγμα ακολουθεί την παραδοσιακή έμφυλη διπολικότητα άνδρας – γυναίκα και με βάση αυτό το δίπολο ορίζει διακριτές -φαινομενικά- στρατολογικές υποχρεώσεις. Η πρόβλεψη κενής δήλωσης φύλου ή άλλης, μη δυαδικής ταυτότητας προϋποθέτει την βούληση του νομοθέτη να επαναπροσδιορίσει την συνταγματική ύλη ως προς τις διακριτές υποχρεώσεις των φύλων. Τέτοια βούληση δεν έχει διατυπωθεί με το υπό κρίση νομοσχέδιο. Πάντως η υποχρέωση σεβασμού των χαρακτηριστικών φύλου καλύπτει κατά τη γνώμη μου, τουλάχιστον ως προς την προστασία της προσωπικότητας, και τις μη δυαδικές κατηγορίες ταυτότητας φύλου. Δεν συνεπάγεται όμως άλλα έννομα αποτελέσματα.

Άρθρο 3 – Διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου – Προϋποθέσεις

Το άρθρο αυτό καθιερώνει προϋποθέσεις που σήμερα δεν προβλέπονται από την νομοθεσία. Οι δύο προϋποθέσεις (δικαιοπρακτική ικανότητα και αγαμία) είναι πρόσθετα εμπόδια στην διόρθωση φύλου που σήμερα δεν προβλέπει ο νόμος. Η τρίτη – αρνητική- προϋπόθεση (ότι δεν χρειάζονται εξετάσεις ή ιατρικές επεμβάσεις και βεβαιώσεις) είναι ένα σημαντικό βήμα μπροστά ακόμη και σε σχέση με τα σημαντικά βήματα που έχει κάνει η νομολογία των δικαστηρίων προς αυτή την κατεύθυνση.

Δικαιοπρακτική ικανότητα

Η ανάπτυξη της δικαιοπρακτικής ικανότητας στον Αστικό Κώδικα έχει ως εξής:

- Οποιος έχει συμπληρώσει το 18ο έτος είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία (πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα, άρθρο 127 ΑΚ).
- Ανίκανοι για δικαιοπραξία είναι (α) όποιοι δεν έχουν συμπληρώσει το 10 έτος και (β) όσοι βρίσκονται σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση (πλήρης δικαιοπρακτική ανικανότητα, άρθρο 128 ΑΚ).
- Περιορισμένη δικαιοπρακτική ικανότητα έχουν (α) οι ανήλικοι που συμπλήρωσαν το 10ο έτος, (β) οι τελούντες σε μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση, (γ) οι τελούντες σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση, δηλαδή στην κατάσταση που ο δικαστικός συμπαραστάτης δεν τους υποκαθιστά πλήρως αλλά χρειάζεται η συμβολή του (άρθρο 129 ΑΚ). Ο ανήλικος που έχει συμπληρώσει το 10ο έτος είναι ικανός για δικαιοπραξία από την οποία αποκτά απλώς και μόνο έννομο όφελος (άρθρο 134 ΑΚ). Ο ανήλικος που έχει συμπληρώσει το 14ο έτος μπορεί να διαθέτει ελεύθερα κάθε τι που κερδίζει από την προσωπική του εργασία ή που του δόθηκε για να το χρησιμοποιήσει ή να το διαθέσει ελεύθερα (άρθρο 135 ΑΚ). Ο ανήλικος που συμπλήρωσε το 15ο έτος μπορεί με τη συναίνεση των ασκούντων την επιμέλειά του να συνάψει σύμβαση εργασίας ως εργαζόμενος (άρθρο 136 ΑΚ). Ο έγγαμος ανήλικος μπορεί να επιχειρεί μόνος του κάθε δικαιοπραξία απαραίτηγη για να συντηρεί/βελτιώνει την περιουσία του ή να αντιμετωπίζει τις ανάγκες της οικογένειάς του (άρθρο 137 ΑΚ).
- Η δήλωση της βούλησης είναι άκυρη αν, κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του (άρθρο 131 ΑΚ).


Η δήλωση στο ληξιαρχείο δεν αποτελεί δικαιοπραξία του Αστικού Κώδικα γι’ αυτό και σήμερα δεν απαιτείται η δικαιοπρακτική ικανότητα όποιου επιθυμεί την ληξιαρχική διόρθωση του φύλου. Εξυπακούεται ότι όποιος πηγαίνει στο δικαστήριο για να ζητήσει το οτιδήποτε πρέπει να έχει την κατάλληλη εκπροσώπηση: ο ανήλικος εκπροσωπείται δικαστικά από τους ασκούντες την γονική μέριμνα, ο δικαστικά συμπαραστατούμενος που δεν έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα εκπροσωπείται από τον συμπεραστάτη του στο δικαστήριο. Αυτά ισχύουν και σήμερα. Σήμερα και οι ανήλικοι, αλλά και οι δικαστικά συμπαραστατούμενοι μπορούν να ζητήσουν από το δικαστήριο την βεβαίωση ότι η ληξιαρχική πράξη γέννησής τους πρέπει να διορθωθεί ως προς το φύλο.

Η προσθήκη με το νομοσχέδιο ως προϋπόθεση ότι “για τη διόρθωση καταχωρισμένου φύλου απαιτείται πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα” αφαιρεί την ήδη υπάρχουσα δυνατότητα των ατόμων να εκπροσωπηθούν από τους υπεύθυνους για την δικαστική εκπροσώπησή τους (γονείς, ασκούντες τη γονική μέριμνα, δικαστικούς συμπαραστάτες).

Με αυτή την ρύθμιση λοιπόν, το νομοθέτημα αποστερεί από ένα σύνολο των φορέων του δικαιώματος σεβασμού της ταυτότητας φύλου την δικαστική διεκδίκηση αυτού του σεβασμού, χωρίς καμία απολύτως αναλογικότητα. Προσοχή: υπενθυμίζεται ότι το νομοθέτημα δεν αφορά χειρουργικές επεμβάσεις, καθώς η μεταβολή των στοιχείων του φύλου γίνεται και χωρίς αυτές. Επομένως, δεν συντρέχουν εκείνες οι ανησυχίες για μη αναστρέψιμες ιατρικές επεμβάσεις σε ανήλικους που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την απαγόρευση για μεταβολή ληξιαρχικών πράξεων πριν τα 18 έτη. Η απαγόρευση αλλαγής στοιχείων πριν τα 18 αποστερεί από τα άτομα να αξιώνουν το νομικό (και κατ’ επέκταση τον κοινωνικό) σεβασμο της ταυτότητας και των χαρακτηριστικών του φύλου τους σε εξαιρετικά ευαίσθητες περιόδους της ζωής τους, όπως η παιδική ηλικία και η εφηβεία. Σε αυτές τις περιόδους πραγματοποιούνται σοβαρότατες επιθέσεις σε διεμφυλικά άτομα (π.χ. στο σχολικό περιβάλλον) γεγονός που επιβάλει την κρατική προστασία για την επιβολή του σεβασμού της ταυτότητας/των χαρακτηριστικών φύλου και πριν το άτομο αποκτήσει δικαιοπρακτική ικανότητα.

Εξάλλου, η πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα δεν απαιτείται για καμία άλλη ληξιαρχική δήλωση! Ακόμα και για την τέλεση του γάμου αρκεί η μερική κι όχι πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα (για το σύμφωνο συμβίωσης απαιτείται πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα: όταν ένα δικαίωμα προβλέπεται και για άτομα που δεν είναι ετεροφυλόφιλα ή CIS, αίφνης αυξάνονται οι απαιτήσεις του νόμου!). Η διαδικασία διόρθωσης στοιχείων σε ληξιαρχική πράξη δεν αποτελεί “δικαιοπραξία”, ώστε να απαιτείται δικαιοπρακτική ικανότητα.

Έτσι, όμως, το νομοσχέδιο υποχωρεί σε σχέση με το σημερινό επίπεδο προστασίας του σεβασμού της ταυτότητας φύλου, παραβιάζοντας την εξασφάλιση εφαρμογής του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος από την κοινή νομοθεσία.

Επίσης, με την διατύπωση αυτή το νομοσχέδιο φέρνει εκ του πλαγίου άλλο ένα ιατρικό πιστοποιητικό που επιχειρεί να καταργήσει με την τρίτη αρνητική προϋπόθεση: την ψυχιατρική γνωμάτευση. Η δικαιοπρακτική ικανότητα δεν αφορά μόνο τους ανήλικους και τους δικαστικά συμπαραστατούμενους. Μπορεί ένα άτομο να απωλέσει και προσωρινά την δικαιοπρακτική ικανότητά του για άλλους λόγους, δηλαδή για λόγους υγείας. Το άρθρο 131 του Αστικού Κώδικα με σαφήνεια ορίζει ότι στερείται δικαιοπρακτικής ικανότητας το άτομο αν λόγω ψυχικής διαταραχής δεν έχει συνείδηση των πράξεών του. Δυστυχώς ακόμα και σήμερα προβλέπεται από τα ιατρικά πρωτόκολλα, αλλά και από επίσημες κρατικές κατηγοριοποιήσεις η “διαταραχή ταυτότητας φύλου”, αλλά και άλλες συναφείς διαταραχές. Η πρακτική μέχρι σήμερα είναι ότι οι ψυχίατροι βεβαιώνουν ότι το άτομο έχει εξεταστεί και ότι δεν συντρέχουν “άλλες” περιπτώσεις ψυχοπαθολογίας (χαρακτηριστικά αναφέρουν τον “τρανσβεστισμό”). Βεβαιώνουν επίσης ότι η απόφασή του να ζήσει στο “επιθυμητό” φύλο δεν φαίνεται να αλλάξει και ότι με αυτή την κατάσταση το άτομο ζει ποιοτικά και έτσι πρέπει να συνεχίσει, ενδεικνυόμενων των σχετικών ληξιαρχικών μεταβολών. Εάν όμως η διαδικασία αυτή συνδεθεί με την δικαιοπρακτική ικανότητα, την οποία στερείται κάποιος και λόγω “ψυχικής διαταραχής”, τότε τίποτε δεν αποκλείει τους δικαστές της εκούσιας δικαιοδοσίας (οι οποίοι ενεργούν με βάση το “ανακριτικό σύστημα”, έχοντες εξουσία να διαγνώσουν πραγματικά περιστατικά από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο ακόμη κι αν δεν το προσκομίσει ο ενδιαφερόμενος) να ζητήσουν ιατρικό πιστοποιητικό ότι το άτομο δεν πάσχει από “άλλη” ψυχική διαταραχή.

Ενώ, δηλαδή, με την παράγραφο 4 ορίζεται ότι: ”Για τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου δεν απαιτείται να βεβαιώνεται ότι το πρόσωπο έχει υποβληθεί σε οποιαδήποτε προηγούμενη ιατρική επέμβαση. Δεν απαιτείται επίσης η οποιαδήποτε προηγούμενη εξέταση ή ιατρική αγωγή που σχετίζεται με τη σωματική ή ψυχική του υγεία”, αν ένας Δικαστής έχει αμφιβολίες για την δικαιοπρακτική ικανότητα ενός ενηλίκου, τίποτε δεν του απαγορεύει να ζητήσει σχετική ιατρική γνωμάτευση. Ώστε να αποσυνδεθεί το θέμα της ταυτότητας φύλου από “άλλες” διαταραχές που ο κάθε δικαστής μπορεί να ανησυχεί ότι πιθανώς παρουσιάζει το πρόσωπο.

Με αυτή την διαδρομή, λόγω του άρθρου 131 του Αστικού Κώδικα, η απαίτηση του νομοθέτη για πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα μπορεί, στην πράξη και εκ πλαγίου, να προσθέσει ένα ιατρικό πιστοποιητικό που ρητώς το νομοσχέδιο επιθυμεί να καταργήσει.

Η γνώμη μου είναι ότι η δικαιοπρακτική ικανότητα είναι προϋπόθεση παντελώς άσχετη με τα ανθρώπινα δικαιώματα, αφορά τον στενό κύκλο των δικαιοπραξιών του ιδιωτικού δικαίου και όχι το δημόσιο δίκαιο και, για όλους τους παραπάνω λόγους, αυτή η προϋπόθεση που σήμερα δεν υπάρχει στον νόμο, δεν πρέπει να εισαχθεί νομοθετικά.

Αγαμία

Το νομοσχέδιο εισάγει ως πρόσθετη προϋπόθεση για να ζητηθεί η διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης να είναι το άτομο άγαμο. Δηλαδή θα πρέπει το άτομο να πηγαίνει και “πιστοποιητικό αγαμίας” στο δικαστήριο για να ζητήσει νόμιμα την ληξιαρχική μεταβολή (προφανώς πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης). Εδώ προστίθεται λοιπόν κι άλλη γραφειοκρατία στην ήδη υφιστάμενη.

Αυτή η προϋπόθεση σήμερα δεν υφίσταται: και οι έγγαμοι σήμερα, με βάση το ισχύον δίκαιο, μπορούν να διεκδικήσουν την μεταβολή των ληξιαρχικών στοιχείων φύλου. Το θέμα συνδέεται με το κύρος του γάμου ομοφύλων: εάν ένας έγγαμος μεταβάλει ληξιαρχικά το φύλο του, κατ’ αποτέλεσμα ο γάμος θα συνεχίζεται ανάμεσα σε δύο άτομα που πλέον θα είναι ομόφυλα.

Το επιχείρημα είναι ότι αφού δεν επιτρέπεται στο ελληνικό δίκαιο ο γάμος ομοφύλων, δεν μπορεί να επιτραπεί μια διαδικασία που θα οδηγήσει κατ’ αποτέλεσμα σε έγγαμη συμβίωση ομοφύλων. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης θεωρούν ότι τα άτομα μπορούν να συνεχίσουν με σύναψη συμφώνου συμβίωσης.

Η κριτική που έχει γίνει σε αυτή τη διάταξη είναι ότι παραβιάζει το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, διότι παρεμβαίνει στην οικογενειακή ζωή του ατόμου και δεν του επιτρέπει να έχει συνάψει γάμο πριν προχωρήσει στην ληξιαρχική διόρθωση. Η κριτική αυτή δεν συμβαδίζει με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Στην απόφαση της 16.7.2014 επί της υπόθεσης Hämäläinen κατά Φινλανδίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι η προϋπόθεση μεταβολής της έγγαμης κατάστασης για την αναγνώριση ενός διεμφυλικού ατόμου ως γυναίκας δεν παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα. Συγκεκριμένα, η πλειοψηφία του Ε.Δ.Δ.Α. έκρινε ότι η εν λόγω προϋπόθεση δεν παραβιάζει τα άρθρα 8 (σεβασμός ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής) και 12 (δικαίωμα στο γάμο) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Επομένως, όσο το Ε.Δ.Δ.Α. ακολουθεί αυτή την άποψη, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης της ΕΣΔΑ.

Η άποψη ότι μπορεί “αυτοδικαίως” ο γάμος να τρέπεται σε σύμφωνο συμβίωσης παραγνωρίζει την αυξημένη συμβατική αυτονομία που έχει το σύμφωνο συμβίωσης (με δυνατότητες παραίτησης από την διατροφή, τη νόμιμη μοίρα, κτλ) σε σχέση με το θεσμικό πακέτο που λέγεται γάμος και από τις διατάξεις του οποίου δεν μπορεί να αποκλίνει η ιδιωτική βούληση. Δεν νοείται αυτοδίκαιη μετάπτωση ενός θεσμού με αναγκαστικό δίκαιο σε ένα θεσμό με ενδοτικό δίκαιο.

Κατά τη γνώμη μου το πιο σοβαρό είναι ότι ο νομοθέτης δεν μπορεί να παρεμβαίνει στο έργο της Δικαιοσύνης: εφόσον το θέμα του γάμου ομοφύλων εκκρεμεί στον Άρειο Πάγο όπου και συζητήθηκε το 2016 και δεν έχει εκδοθεί ακόμη απόφαση, ο νομοθέτης δεν μπορεί να καταφάσκει εμμέσως την άποψη ότι δεν επιτρέπεται γάμος ομοφύλων: ας το κάνει ρητά αν θέλει, προσθέτοντας μια σαφή απαγόρευση στον Αστικό Κωδικα. Τέτοια απαγόρευση δεν υπάρχει, οι δικαστές που την έχουν επινοήσει αναγκάστηκαν να την αναζητήσουν έξω από τον Αστικό Κώδικα, στο ρωμαϊκό δίκαιο. Οπότε ας περιμένουμε και την απόφαση του Αρείου Πάγου πριν νομοθετήσουμε ότι οι διεμφυλικοί πρέπει να είναι και άγαμοι. Δεν μπορείς να πηγαίνεις τρία βήματα πίσω σε ένα νομοσχέδιο που έρχεται να αναγνωρίσει ανθρώπινα δικαιώματα!

Επίσης υπάρχει και το άλλο: αν το άτομο προσκομίσει το πιστοποιητικό αγαμίας στο Ειρηνοδικείο και μέχρι να εκδοθεί η απόφαση της ληξιαρχικής μεταβολής φύλου το άτομο τελέσει γάμο, ο σκοπός της διάταξης περί αγαμίας καταργείται στην πράξη.

Επομένως, καλύτερα είναι να μην προστεθεί η προϋπόθεση της αγαμίας και να συνεχιστεί αυτό που ισχύει σήμερα: εάν ένας εισαγγελέας θεωρήσει ότι κάποιος γάμος είναι ανυπόστατος, μπορεί εκ των υστέρων να τον προσβάλλει δικαστικά, σύμφωνα με τα ισχύοντα κατά τον Αστικό Κώδικα. Εξάλλου, το νομοσχέδιο διατηρεί την εκούσια δικαιοδοσία, άρα και την κοινοποίηση της δικαστικής απόφασης στον/στην Εισαγγελέα. Ας το κρίνουν εκείνοι κατά περίπτωση, αν πρέπει τέτοιοι γάμοι να κηρυχθούν ανυπόστατοι ή αν συντρέχουν ειδικές περιπτώσεις που επιβάλλουν την διατήρησή τους.

Άρθρο 4 – Διαδικασία

Με το άρθρο 4 ορίζεται: (α) ότι η διόρθωση γίνεται με δίκη στην οποία εφαρμόζεται η ειδική διαδικασία της “εκούσιας δικαιοδοσίας”, ρύθμιση που ισχύει και σήμερα, (β) ότι απαιτείται αυτοπρόσωπη δήλωση του προσώπου ενώπιον του δικαστηρίου, κάτι το οποίο σήμερα δεν είναι υποχρεωτικό, καθώς το πρόσωπο έχει δικαίωμα να εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, (γ) ότι η δήλωση γίνεται σε ιδιαίτερο γραφείο χωρίς δημοσιότητα, (δ) ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες με βάση τη νέα ληξιαρχική πράξη προβαίνουν στις σχετικές διορθώσεις, χωρίς αναφορά ότι μεσολάβησε διόρθωση φύλου και (ε) ότι η “νέα” ληξιαρχική πράξη μπορεί στο εξής να αλλάξει μία φορά με τις ίδιες προϋποθέσεις.

Το άρθρο αυτό όμως συνεφαρμόζεται με σωρεία άλλων διατάξεων και νομοθετημάτων, έτσι ώστε η αξιολόγησή του να προϋποθέτει την παρουσίαση όλων των συνισχυόντων, για να κριθεί τελικά αν πρόκειται για μια “διαφανή” και “απλή” διαδικασία όπως επιβάλει η Σύσταση (2010) 5 του Συμβουλίου της Ευρώπης και άλλα ευρωπαϊκά κείμενα.

(α) Η δικαστική απόφαση του άρθρου 782 Κ.Πολ.Δ

Είναι τελείως περιττό να νομοθετηθεί εκ νέου ότι “η διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου γίνεται με δικαστική απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 782 Κ.Πολ.Δ.”. Αυτό ήδη προβλέπεται στο ίδιο το άρθρο 782 ΚπολΔ και το άρθρο 13 του Ν.344/1976! Οπότε η πρώτη παράγραφος του άρθρου 4 του νομοσχεδίου απλώς επαναλαμβάνει αυτά που ήδη ισχύουν. Θα έπρεπε όμως να είναι έτσι;

Όπως έχω αναφέρει πιο πάνω, οι τρόποι μεταβολής ληξιαρχικών στοιχείων περιλαμβάνουν και διαδικασίες στις οποίες δεν είναι υποχρεωτική η δικαστική κρίση:
(α) η διόρθωση σφαλμάτων από τον ληξίαρχο, με ή και χωρίς εισαγγελική εντολή,
(β) η απόφαση δημάρχου για αλλαγή επωνύμου,
(γ) η μεταβολή του θρησκεύματος με απλή αίτηση του ενδιαφερόμενου.
Στα “πρωτογενή” γεγονότα, αρκεί απλή δήλωση του ατόμου στο ληξιαρχείο (γέννηση, θάνατος, γάμος, υιοθεσία, σύμφωνο συμβίωσης).
Άρα δεν υπάρχει ένα δικαστικό “μονοπώλιο”. Σε άλλες χώρες, η νομοθεσία επιτρέπει την μεταβολή του φύλου μόνο με δήλωση του ατόμου στο ληξιαρχείο (Ισπανία, Μάλτα). Το νομοσχέδιο εδώ απλώς επαναλαμβανει τα ήδη ισχύοντα, αφαιρώντας, με το άρθρο 3, τις ιατρικές επεμβάσεις κι εξετάσεις, κάτι στο οποίο τα δικαστήρια είχαν καταλήξει και με το σήμερα ισχύον δίκαιο.

Η “εκούσια δικαιοδοσία” ειναι μια ιδιαίτερη δικαστική διαδικασία, με την οποία ο νόμος υποχρεώνει το άτομο να ζητήσει από το Δικαστήριο να βεβαιώσει ή να επιτρέψει μια κατάσταση. Στην εκούσια δικαιοδοσία το άτομο παρίσταται υποχρεωτικά με πληρεξούσιο δικηγόρο. Είναι υποχρεωμένο να καταθέσει μια αίτηση που έχει συντάξει ο δικηγόρος και να την κοινοποιήσει σε καθορισμένες μέρες πριν την δικάσιμο (ανάλογα με την κρίση του Ειρηνοδίκη, σε υποθέσεις αλλαγής καταχώρισης φύλου οι Ειρηνοδίκες έχουν ορίσει χρόνο από 15 έως 3 μέρες πριν την δικάσιμο) στον Εισαγγελέα μέσω δικαστικού επιμελητή, τον οποίο επιμελητή πρέπει επίσης να πληρώσει το ενδιαφερόμενο άτομο για την επίδοση της αίτησης στον εισαγγελέα.

Το πρόβλημα με την εκούσια δικαιοδοσία είναι ότι η δικαστική απόφαση που εκδίδεται δεν είναι δεσμευτική για τον ληξίαρχο! Όσο κι αν ακούγεται παράλογο, η δικαστική απόφαση που εκδίδεται κατά την εκούσια δικαιοδοσία έχει κριθεί, κατά πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ότι δεν δεσμεύει το ληξιαρχείο, αλλά συνεκτιμάται μαζί με άλλα επίσημα στοιχεία. Παραθέτω, ενδεικτικά, το σκεπτικό μερικών τέτοιων αποφάσεων του ΣτΕ:

- Κατά την απόφαση υπ' αρ. 4047/2008 του Συμβουλίου της Επικρατείας (Τμήμα Δ', Α ́ Δημοσίευση Νόμος), στην έννοια της διάταξης του άρθρου 1 του Ν.3068/2002, “σε αρμονία ερμηνευόμενης προς το άρθρο 94 παρ. 2 του Συντάγματος – εμπίπτουν οι αποφάσεις των δικαστηρίων που ασκούν κατ' ουσία δικαιοδοτικό έργο όχι δε και εκείνες που εκδίδονται κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. ΚπολΔ). [...] η δικαστική απόφαση που εκδίδεται κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και βεβαιώνει ορισμένο γεγονός προκειμένου να συνταχθεί ή διορθωθεί ληξιαρχική πράξη, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 13 του ν.344/1976 (“περί ληξιαρχικών πράξεων”, Α' 143), δεν δεσμεύει, κατά το ανωτέρω άρθρο 1 ΚΕΦ. Α' του ν.3068/2002, την αρμόδια αρχή κατά την άσκηση της απονεμόμενης με τον εν λόγω διοικητικό νόμο αρμοδιότητας διόρθωσης του αναγραφόμενου στα μητρώα αρρένων έτους και ημερομηνίας γέννησης (βλ. ΣτΕ 1051/2005, 2894/2000), αλλά συνεκτιμάται με άλλα επίσημα αποδεικτικά στοιχεία (βλ. ΣτΕ 1983, 1401/2000, 1051/2005) που υποβάλλει ο ενδιαφερόμενος σύμφωνα με το άρθρο 22 του νόμου αυτού.” Το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την ανωτέρω απόφαση, ακύρωσε απόφαση του Γ.Γ.Περιφέρειας Αττικής που επικαλέστηκε την εφαρμογή του άρθρου 1 του Ν.3068/2002 για απόφαση εκούσιας δικαιοδοσίας διόθρωσης ληξιαρχικής πράξης γέννησης.

- Με την απόφαση υπ' αρ. 864/2010 του Συμβουλίου της Επικρατείας (Τμήμα Δ', Α' Δημοσίευση Νόμος), σε υπόθεση απόρριψης αίτησης γυναίκας για διόρθωση ηλικίας της βάσει απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου που ελήφθη με την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, κρίθηκε ότι “νομίμως, επίσης, η προσκομισθείσα δικαστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας θεωρήθηκε ως στοιχείο απλώς συνεκτιμητέο (βλ. ΣτΕ 387/1984) και όχι δεσμευτικό. Τούτο δε, διότι από την δικαστική αυτήν απόφαση (βάσει της οποίας καταρτίσθηκε η νέα ληξιαρχική πράξη) που εκδόθηκε χωρίς κλήτευση του Δήμου, καμμία δέσμευεση δεν απορρέει γι' αυτόν λόγω δεδικασμένου, ελλείψει των νομίμων προϋποθέσεων προς τούτο (βλ. ΣτΕ 515/1983). Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ειδικώτερος λόγος, με τον οποίον υποστηρίζεται ότι απέρρεε δέσμευση των οργάνων του Δήμου από την – βάσει της δικαστικής αποφάσεως συνταγείσα ληξιαρχική πράξη γεννήσεως του Δήμου Υπάτης, που προσκομίσθηκε. Απορριπτέος, ομοίως, είναι και ο συναφής ισχυρισμός ότι κακώς – ελλείψει ληξιαρχικής πράξεως συνταγείσης μέσα σε 90 ημέρες από την γέννηση του προσώπου – ζητήθηκαν από την αιτούσα ως αποδεικτικά στοιχεία (πιστοποιητικά ιερέως, σχολείου κλπ.) που προβλέπονται από την Φ.42301/12168/28.6.-12.7.1995 (Β' 608) απόφαση του Υφυπουργού Εσωτερικών [Κεφ. (Γ) παρ. (9) σε συνδ. με Κεφ. (Α) παρ. (1) υποπαράγρ. (γ) περιπτ. (αα), (ββ), (δδ) αυτής].”
- Με την απόφαση 1051/2005 του Συμβουλίου της Επικρατείας (Τμήμα Δ', Α' Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), κρίθηκε ότι “[...] τόσο κατά τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας περί δεδικασμένου (αρ. 321 επ.), όσο και κατά τις διατάξεις του π.δ. 497/91 που παρατίθενται στη σκέψη 4, οι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρ. 782 Κ.Πολ.Δ.) και βεβαιώνουν ορισμένο γεγονός, προκειμένου να συνταχθεί ή διορθωθεί ληξιαρχική πράξη, δεν δεσμεύουν την αρμόδια αρχή κατά την ενάσκηση της διοικητικής αρμοδιότητας διόρθωσης του αναγραφομένου στο δημοτολόγιο έτους γέννησης (βλ. ΣτΕ 2894/2000 κ.α.), αλλά συνεκτιμώνται με άλλα επίσημα στοιχεία (πρβλ. ΣτΕ 1983, 1401/2000). Ως εκ τούτου, μη νομίμως ο Δήμαρχος Περιστερίου είχε αρχικώς προβεί, με την πράξη του 16334/21.4.2000, σε διόρθωση της ηλικίας της αιτούσας, βάσει μόνον της – μνημονευόμενης στο προοίμιο της πράξης αυτής – ληξιαρχικής πράξης γέννησης, διορθωμένης ως προς το έτος γέννησης κατόπιν της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, θεωρώντας εσφαλμένως ότι η δικαστική απόφαση και η βάσει αυτής διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης τον υποχρέωναν άνευ ετέρου να αποδεχθεί το αίτημα διόρθωσης. Για το λόγο δε αυτό, νομίμως και εντός ευλόγου χρόνου (μικρότερου του ενός έτους) ανακλήθηκε η πράξη αυτή διόρθωσης του έτους γέννησης της αιτούσας. Περαιτέρω, η κρίση του Δημάρχου (ο οποίος υιοθετεί την ανωτέρω εισήγηση του δημοτικού υπαλλήλου), κατά την οποία δεν δικαιολογείται διόρθωση της ηλικίας βάσει των προσκομισθέντων από την αιτούσα στοιχείων, είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη, βάσει των άρθρων 10 παρ. 4 και 6 παρ. 1 π.δ. 497/91, σύμφωνα με τα οποία η διόρθωση εσφαλμένων στοιχείων των εγγραφών στο δημοτολόγιο και συγκεκριμένα του έτους γέννησης γυναίκας, γίνεται βάσει επίσημων στοιχείων. Ειδικότερα, ο Δήμαρχος Περιστερίου, προκειμένου να αχθεί στην ανωτέρω κρίση, συνεκτίμησε και την δικαστική απόφαση, η οποία είχε εκδοθεί το έτος 2000 κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και κατόπιν της οποίας είχε διορθωθεί η ληξιαρχική πράξη γέννησης της αιτούσας, προσέδωσε όμως μείζονα βαρύτητα, κατά την ακυρωτικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, στις εγγραφές του βιβλίου γεννήσεων – βαπτίσεων και του μαθητολογίου, από τις οποίες προέκυπτε ότι η αιτούσα είχε γεννηθεί το έτος 1953 και, άρα, βαπτίσθηκε σε ηλικία 6 ή 7 μηνών και ενεγράφη στην α' τάξη του δημοτικού σε ηλικία 6 ετών (βλ. και το άρθρο 24 του α.ν. 1297/38, περί εγγραφής στην α' τάξη όσων συμπληρώνουν έως 31/12 το έκτος έτος). Τα στοιχεία αυτά επιτρεπτώς (πρβλ. ΣτΕ 2894, 1983, 1401/2000, 5203/97, 1429/94, 387/84, 4891/83) συνεκτιμήθηκαν ως επίσημα στοιχεία, προβλέπονται άλλωστε ως ληπτέα υπόψη για τη διόρθωση έτους γέννησης γυναίκας στα δημοτολόγια στη – διάφορη της κρινόμενης – περίπτωση, κατά την οποία δεν υπάρχει ληξιαρχική πράξη γέννησης συνταχθείσα εντός 90 ημερών από τη γέννηση (απόφαση Υπουργού Εξωτερικών Φ. 42301/12168/28.6.1995 “Απαιτούμενα δικαιολογητικά για την διενέργεια εγγραφών, διαγραφών κ.λ.π. Μεταβολών στα δημοτολόγια”, Β' 608, Κεφ. Γ' παρ. 9 σε συνδυασμό με Κεφ. Α' παρ. 1, εδ ́γ ́'). Και προβάλλει μεν η αιτούσα ότι θα έπρεπε να εφαρμοστεί στην περίπτωσή της η παράγραφος 8 του Κεφαλαίου Γ' της ανωτέρω (από 28.6.95) ΥπουργικήςΑποφάσεως (Υ.Α.), σύμφωνα με την οποία για τη διόρθωση του τόπου γέννησης, του θρησκεύματος ή άλλων στοιχείων εγγραφής στα δημοτολόγια απαιτείται να προσκομισθεί ληξιαρχική πράξη γέννησης με καταχώρηση του προς διόρθωση στοιχείου, άρα θα έπρεπε ο Δήμαρχος να προβεί σε διόρθωση της ηλικίας της στο Δημοτολόγιο βάσει της διορθωμένης κατά τούτο ληξιαρχικής πράξης γέννησης, ο λόγος όμως αυτός προβάλλεται αβασίμως. Και τούτο διότι ειδικώς για την διόρθωση ηλικίας γυναίκας στο δημοτολόγιο, η ανωτέρω Υ.Α. ρυθμίζει (στην παρ. 9 και όχι στην παρ. 8 του Κεφ. Γ' αυτής) μόνον δύο περιπτώσεις, δηλαδή αφενός τη διόρθωση στο δημοτολόγιο λόγω διάστασης του εκεί αναγραφόμενου έτους γέννησης σε σχέση με το αναγραφέν στην ληξιαρχική πράξη, η οποία όμως έχει συνταχθεί εντός 90 ημερών από τη γέννηση της ενδιαφερομένης και αφετέρου την περίπτωση πλήρους ανυπαρξίας ληξιαρχικής πράξης γέννησης, περιπτώσεις όμως που δεν συντρέχουν εν προκειμένω. Επομένως, εφαρμοστέα στην κρινόμενη υπόθεση είναι η διάταξη του άρ. 10 παρ. 4 του π.δ.497/91, που περιέχει ειδική ρύθμιση για τη διόρθωση ηλικίας γυναίκας και απαιτεί “επίσημα στοιχεία” εν γένει, τα οποία οφείλει να συνεκτιμήσει ο Δήμαρχος προκειμένου να προβεί στην εν λόγω διόρθωση και δεν θεσπίζει υποχρέωση αυτού, με μόνη την προσκόμιση της διορθωμένης ως προς την ηλικία ληξιαρχικής πράξης γέννησης, να διορθώσει το έτος γέννησης που αναφέρεται στο δημοτολόγιο.”
Υπάρχει βέβαια και αντίθετη νομολογία του ΣτΕ που ορίζει ότι οι αποφάσεις εκούσιας δικαιοδοσίας για την μεταβολή ονόματος σε ληξιαρχική πράξη είναι δεσμευτικές:
- Με την απόφαση 508/2005 του Δ’ τμήματος του ΣτΕ κρίθηκε μεταξύ άλλων: “Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, συνάγεται ότι η μεταβολή του κυρίου ονόματος του προσώπου γίνεται με απόφαση του αρμοδίου δικαστηρίου, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Κατά της αποφάσεως αυτής δύναται να ασκήσει έφεση και ο εκπροσωπών το δημόσιο συμφέρον εισαγγελέας, βάσει δε της αποφάσεως αυτής, όταν καταστεί τελεσίδικη, γίνεται η σχετική καταχώριση στην ληξιαρχική πράξη. Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι η δικαστική απόφαση περί της μεταβολής του κυρίου ονόματος είναι δεσμευτική για τα διοικητικά όργανα, τα οποία δεν δύνανται να αποκλίνουν αυτής, αμέσως ή εμμέσως, κατά την έκδοση διοικητικών πράξεων σχετικών προς την μεταβολή αυτή, όπως επί υποβολής αιτήματος μεταβολής του καταχωρισμένου στο μητρώο αρρένων κυρίου ονόματος συνεπεία αντίστοιχης διορθώσεως της ληξιαρχικής πράξεως κατόπιν τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως (βλ. ΣτΕ 2564/2002, 101/2002, 196/2001, 3361/ 1998, επτ. 5008/1996).”
Επομένως, η εκούσια δικαιοδοσία είναι επισφαλής διαδικασία όταν επιλέγεται από τον νομοθέτη για την προστασία ενός ατομικού δικαιώματος, όπως είναι εν προκειμένω η νομική αναγνώριση και ο σεβασμός της ταυτότητας φύλου, κατά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Λόγω των ανωτέρω αντιφατικών αποφάσεων του Σ.τ.Ε., ουδείς μπορεί να προεξοφλήσει ότι εάν εφαρμοστεί η συγκεκριμένη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, οι δικαστικές αποφάσεις δεν θα θεωρηθούν “ενδεικτικές” από τους ληξιάρχους που μπορεί μόνοι τους να απαιτήσουν και άλλα πρόσθετα στοιχεία και κυρίως η βεβαίωση για την δικαιοπρακτική ικανότητα ή ακόμη και τα ιατρικά πιστοποιητικά και τις ιατρικές πράξεις που έχουν ήδη αποκλειστεί με το άρθρο 3 του νομοσχεδίου, γιατί μπορεί να θεωρηθεί ότι ο αποκλεισμός αφορά την δικαστική κρίση κι όχι την μεταγενέστερη χρήση της δικαστικής απόφασης στο ληξιαρχείο!
Επιπλέον, μετά την έκδοση της απόφασης, καθώς ο Ν.344/1976 επιβάλει την τελεσιδικία για την καταχώριση της διόρθωσης, πρέπει να ακολουθηθεί η διαδικασία της επίδοσης στον εισαγγελέα και της παρέλευσης του διαστήματος εντός του οποίου ο εισαγγελέας έχει δικαίωμα να ασκήσει ένδικα μέσα. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κανένας λόγος να συντηρείται αυτή η περιττή γραφειοκρατία από το νέο νομοσχέδιο. Θα πρέπει η υποχρέωση περί τελεσιδικίας να καταργηθεί.
Με αυτά τα χαρακτηριστικά, η εκδίκαση των αιτημάτων με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν παρέχει την απαιτούμενη ασφάλεια δικαίου που επιβάλλεται με την Σύσταση (2010) 5 του Συμβουλίου της Ευρώπης για μια διαδικασία διαφανή, απλή και σύντομη για την διόρθωση των εγγράφων, αφού είναι αβέβαιη η χρήση της δικαστικής απόφασης από τα ενδιαφερόμενα άτομα στο ληξιαρχείο. Το πρόβλημα της δικαστικής διαδικασίας εν γένει είναι ότι διασπά σε δύο μεγάλα στάδια την διόρθωση: το δικαστικό στάδιο και το διοικητικό, ενώ θα έπρεπε να είναι ενιαίο κι όχι να εξαρτάται από τον κάθε ληξίαρχο αν θα εφαρμόσει την δικαστική απόφαση.
Πιο ασφαλής και απλή θα ήταν μια διαδικασία απευθείας αίτησης της μεταβολής στο ληξιαρχείο από το ενδιαφερόμενο άτομο, όπως γίνεται για την αλλαγή θρησκεύματος, αλλά και όπως γίνεται για την κάθε εξ αρχής δήλωση ληξιαρχικού γεγονότος (γέννησης, θανάτου, υιοθεσίας, γάμου, συμφωνου συμβίωσης). Το αίτημα για την διόρθωση ως προς το φύλο έχει πολλά στοιχεία “αναγέννησης” του ατόμου που θα δικαιολογούσαν την θεσμοθέτησης μιας διαδικασιας εξ αρχής δήλωσης του επαναπροσδιορισμού φύλου ως νέου ληξιαρχικού γεγονότος κι όχι ως “διόρθωση” της πράξης γέννησης.




(β) Αυτοπρόσωπη δήλωση του προσώπου
Αυτό δεν προβλέπεται σήμερα για καμία δικαστική διαδικασία: πάντοτε ο πολίτης έχει δικαίωμα – τις περισσότερες φορές και υποχρέωση – εκπροσώπησης από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η υποχρέωση παράστασης με δικηγόρο εξακολουθεί και διατηρείται και με το νομοσχέδιο (αφού ακολουθείται η διαδικασία έκδοσης απόφασης του άρθρου 782Κ.Πολ.Δ. που εντασσεται στην εκούσια δικαιοδοσία που είναι υποχρεωτική η παράσταση με δικηγόρο). Η πρόσθετη υποχρεώση για “αυτοπρόσωπη” δήλωση του προσώπου που επιθυμεί την ληξιαρχική διόρθωση φύλου είναι μια ένδειξη δυσπιστίας: αμφιβάλλουμε ότι οι δηλώσεις θα είναι ειλικρινείς από όλους, αφού έχουμε αφαιρέσει και την υποχρέωση υποβολής ιατρικών πιστοποιητικών και φοβόμαστε μήπως κάποιοι πονηροί επιδιώξουν να χρησιμοποιήσουν τη διαδικασία για να αλλάξουν απλά το φύλο τους. Εκ των προτέρων, νομοθετημένος περιορισμός των δικαιωμάτων των διεμφυλικών, για να αποφευχθούν καταστρατηγήσεις. Με ποιο κριτήριο όμως θα κρίνει ο Δικαστής εάν ο αυτοπρόσωπα δηλών είναι ή όχι διεμφυλικός; Καταργούμε τα ιατρικά πιστοποιητικά και αφήνουμε τον Δικαστή να υποκαταστήσει την ιατρική επιστήμη; Υπάρχει κάτι κρυπτικό που πρέπει να διαγνώσει άραγε ο Δικαστής και για το οποίο απαιτείται – για πρώτη φορά στην πολιτική δικονομία – η αυτοπρόσωπη δήλωση του ενδιαφερομένου; Κάτι άρρητο, που ο νόμος αποφεύγει να το ονοματίσει;


Η εισαγωγή της αυτοπρόσωπης δήλωσης των ενδιαφερομένων για την μεταβολή της ληξιαρχικής καταχώρισης του φύλου δεν λαμβάνει υπόψη ότι τα διεμφυλικά άτομα πολύ συχνά αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα στο να εμφανιστούν σε μια δημόσια αρχή, όπως είναι ένα δικαστήριο, έστω και με όρους μυστικότητας όπως επιβάλλει το άρθρο. Είναι απαράγραπτο δικαίωμά τους να εκπροσωπηθούν ενώπιον της Δικαιοσύνης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, όπως κάθε άλλη περίπτωση ατόμου που έρχεται ενώπιον της Δικαιοσύνης: ο κανόνας αυτός είναι χωρίς καμία απολύτως εξαίρεση!
Έπειτα, το νομικό ζήτημα είναι ποιο θα είναι το περιεχόμενο αυτής της “αυτοπρόσωπης δήλωσης”, την στιγμή που έχει ήδη κατατεθεί αίτηση διόρθωσης ληξιαρχικής πράξης στο Δικαστήριο, για να εκδικαστεί η υπόθεση. Τί ακριβώς χρειάζεται και η “αυτοπρόσωπη δήλωση”, εφόσον η διαδικασία βασίζεται στην αίτηση;
Η σήμερα ισχύουσα διαδικασία είναι σαφώς πιο αξιόπιστη: ένας μάρτυρας εμφανίζεται και ορκίζεται ότι το άτομο είναι διεμφυλικό, ότι χρησιμοποιεί όντως στις κοινωνικές σχέσεις του το τάδε όνομα (στο “επιθυμητό” φύλο) και ότι είναι αναγκαία η διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης του για να μπορέσει να ζήσει ανθρώπινα. Η κατάθεση του μάρτυρα περιβάλλεται τον ένορκο τύπο, επομένως είναι προσωπικά υπεύθυνος (ακόμα και ποινικά) για τυχόν ψευδορκία. Με την προτεινόμενη διαδικασία αυτό καταργείται και μια ένορκη κατάθεση υποβιβάζεται σε απλή αυτοπρόσωπη δήλωση, χωρίς καμία συνέπεια εάν αυτή η δήλωση στο Δικαστήριο είναι ψευδής!
Συνοψίζοντας, με την αυτοπρόσωπη δήλωση το άτομο στερείται το δικαίωμα που έχει να εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο που ούτως ή άλλως είναι υποχρεωμένο να προσλάβει για την συγκεκριμένη διαδικασία, “εξετάζεται” για το αν είναι διεμφυλικό από τον Δικαστή, ενώ καταργείται η νομικά αξιόπιστη διαδικασία της ένορκης κατάθεσης μάρτυρα που εξοπλίζει με πρόσθετη βεβαιότητα το Δικαστήριο ότι όσα κατατίθενται είναι αληθή.


(γ) Χωρίς δημοσιότητα
Σύμφωνα με το άρθρο 93 παρ. 2 του Συντάγματος: “Οι συνεδριάσεις κάθε δικαστηρίου είναι δημοσιες, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει με απόφασή του ότι η δημοσιότητα πρόκειται να είναι επιβλαβής στα χρηστά ήθη ή ότι συντρέχουν ειδικοί λόγοι προστασίας της ιδιωτικής ή οικογενειακής ζωής των διαδίκων”. Επίσης, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου του Συντάγματος: “Κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη και απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση”.
Αυτοί οι συνταγματικοί κανόνες επιβάλλουν ως κανόνα την δημοσιότητα για την συνεδρίαση του δικαστηρίου και την απαγγελία της δικαστικής απόφασης, με εξαίρεση μόνο ως προς την συνεδρίαση. Με το σήμερα ισχύον σύστημα, η εκδίκαση υποθέσεων διόρθωσης ληξιαρχικών πράξεων ως προς την ταυτότητα φύλου γίνεται δημόσια και τα Δικαστήρια έχουν δικαίωμα να διατάξουν την κεκλεισμένων των θυρών διεξαγωγή της συνεδρίασής τους. Αυτό θα αλλάξει με το νομοσχέδιο. Δεν είναι η πρώτη φορά που η εκούσια δικαιοδοσία γίνεται με κατάθεση φακέλου (π.χ. έγκριση ίδρυσης σωματείου). Εδώ όμως δεν είναι απλά κατάθεση φακέλου, αλλά απαιτείται και η “αυτοπρόσωπη δήλωση” του ενδιαφερόμενου σε ιδιαίτερο γραφείο, χωρίς δημοσιότητα.
Η διόρθωση ληξιαρχικής πράξης ως προς το φύλο είναι μια υπόθεση που αφορά και την ιδιωτική ζωή του ατόμου. Είναι εύλογο οι ενδιαφερόμενοι να μην ενθαρρύνονται να προχωρήσουν στην διαδικασία όταν ξέρουν ότι θα πρέπει να σταθούν σε ένα ακροατήριο δικαστικής αίθουσας με δημοσιότητα. Η δημοσιότητα είναι ένας ανασταλτικός παράγοντας για την ενάσκηση των δικαιωμάτων των διεμφυλικών, για ψυχολογικούς λόγους: την αγωνία πιθανού εξευτελισμού.
Η δημοσιότητα όμως είναι μια συνταγματική εγγύηση για την ορθή λειτουργία της Δικαιοσύνης και την αποφυγή παρεκτροπών εκ μέρους των Δικαστών. Από την εμπειρία μου στην εκδίκαση υποθέσεων ταυτότητας φύλου, οι δικαστές υπήρξαν πάντοτε διακριτικοί και δεν υπέβαλαν τα άτομα σε προσβλητικές ερωτήσεις. Σε αυτό θεωρώ ότι συντέλεσε και η ύπαρξη ακροατηρίου, αλλά και το γεγονός ότι μπορούσαν να εξετάσουν μάρτυρες (η εξέταση διαδίκου γίνεται μόνο αν το Δικαστήριο δεν καλυφθεί από την κατάθεση του μάρτυρα). Η μυστική εξέταση του ενδιαφερόμενου με την υποχρέωση “αυτοπρόσωπης δήλωσης” μπορεί να αποτελέσει περιβάλλον που μπορεί να ενθαρρύνει δυσάρεστες ερωτήσεις εκ μέρους των δικαστών. Σημειωτέον ότι στην εκούσια δικαδιοσοσία οι δικαστές έχουν αυτεπάγγελτη ευχέρεια να διατάξουν αποδείξεις και αυτό μπορεί να οδηγήσει σε εξαιρετικά δυσάρεστες κατάστάσεις όταν το αντικείμενο της υπόθεσης είναι η βεβαίωση της μεταβολής του φύλου, σε συνδυασμό με την κατάργηση των ιατρικών βεβαιώσεων περί του επαναπροσδιορισμού.
Κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει να διατηρηθεί ο συνταγματικός κανόνας της δημοσιότητας της διαδικασίας με κατά περίπτωση απόφαση του δικαστηρίου για κεκλεισμένων των θυρών διεξαγωγή της συνεδρίασης για λόγους προστασίας του προσώπου. Όταν το διεμφυλικό άτομο επιθυμεί μυστικότητα, να μπορεί να υποβάλει το σχετικό αίτημα. Η απόφαση του δικαστηρίου ούτως ή άλλως απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση κι αυτό δεν μεταβάλλεται με το υπό κρίση νομοσχέδιο.


(δ) Διόρθωση από άλλες αρμόδιες υπηρεσίες

Αυτή η διάταξη, κατά την οποία οι άλλες αρμόδιες υπηρεσίες οφείλουν να ακολουθήσουν την “νέα” ληξιαρχική πράξη γέννησης, έπρεπε νομοτεχνικά να αποτελεί μέρος του επόμενου άρθρου (“Συνέπειες της διόρθωσης του καταχωρισμένου φύλου”).

Επίσης δεν πρόκειται για “νέα” ληξιαρχική πράξη, αλλά για διορθωμένη ληξιαρχική πράξη: η ληξιαρχική πράξη γέννησης είναι μία, αυτή που συντάχθηκε εξ αρχής και απλώς προστίθενεται σε αυτήν μεταβολές (π.χ. ονοματοδοσία ως προς το κύριο όνομα) και διορθώσεις. Δεν υπάρχει “νέα” και “παλιά” ληξιαρχική πράξη. Νέο είναι το αντίγραφο της ληξιαρχικής πράξης που δίνεται μετά από την διόρθωση.

Το πρόβλημα με το άρθρο είναι ότι δεν ορίζει ποιες ακριβώς είναι οι αρμόδιες υπηρεσίες, με ποια διαδικασία θα προβούν στις διορθώσεις (αυτεπάγγελτα ή κατ’ αίτηση των ενδιαφερόμενων;) και σε ποιο χρονικό διάστημα πρέπει να ολοκληρωθούν οι σχετικές διορθώσεις, ενόψει του ότι το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει τον απόλυτο συντονισμό των αρχείων που περιέχουν στοιχεία αστικής κατάστασης των πολιτών.

Από την πράξη γνωρίζουμε ότι μετά την ληξιαρχική διόρθωση, πρέπει να συντελεστεί και η σχετική διαγραφή ή εγγραφή στο μητρώο αρρένων και η σχετική διόρθωση στο δημοτολόγιο, προκειμένου να ακολουθήσει η έκδοση νέου δελτίου αστυνομικής ταυτότητας. Στην πράξη σήμερα τα ίδια τα ενδιαφερόμενα άτομα υποβάλουν τα αιτήματα, περιφέροντας ότι μόνο το νέο αντίγραφο της ληξιαρχικής πράξης, αλλά και την δικαστική απόφαση, καθώς και την έκθεση επίδοσης στην εισαγγελία και το πιστοποιητικό της γραμματείας του δικαστηρίου για να ολοκληρωθούν οι σχετικές διορθώσεις, ενώ θα αρκούσε ένα και μόνο έγγραφο: η διορθωμένη ληξιαρχική πράξη που αναφέρει την αιτιολογία της διόρθωσης.

Κατά τη γνώμη μου δεν θα έπρεπε να επαφίενται οι δημόσιες υπηρεσίες στην επιμέλεια των ίδιων των ενδιαφερόμενων: το ληξιαρχείο θα πρέπει από την στιγμή που έχει ολοκληρώσει την διόρθωση να ενημερώσει αυτεπαγγέλτως και αμελλητί το μητρώο αρρένων και το δημοτολόγιο (είτε αυτό ανήκει στον ίδιο δήμο είτε όχι), ώστε η διαδικασία να προχωρήσει άμεσα και ενδουπηρεσιακά. Η υποδομή υπάρχει, η νομική βάση για την ενδοϋπηρεσιακή επικοινωνία με e-mail και fax (Ν. 2462/1998, Ν.3979/2011) και δεν χρειάζεται το άτομο να επαναλαμβάνει από την αρχή την δίκη ή να εξηγεί τα ίδια και τα ίδια σε κάθε δημόσια υπηρεσία. Εκεί που χρειάζεται η συμβολή του (π.χ. φωτογραφία και παράβολο για την έκδοση αστυνομικής ταυτότητας), φυσικά πρέπει να εμφανιστεί, αλλά για το μητρώο αρρένων και το δημοτολόγιο η διαδικασία πρέπει να ολοκληρώνεται αυτεπαγγέλτως. Αυτό πρέπει να αποτυπωθεί στο νομοσχέδιο με σαφείς διατάξεις που επιβάλλουν την αυτεπάγγελτη και αμελλητί ενημέρωση των αρχείων.

Πρωτ’ απ’ όλα, το μητρώο αρρένων. Η διατύπωση της διάταξης αναφέρει μονο “διόρθωση”, όχι όμως και (α) υποχρέωση εγγραφής των ατόμων που η ληξιαρχική καταχώριση του φύλου τους διορθώθηκε από θήλυ σε άρρεων και (β) υποχρέωση διαγραφής των ατόμων που ληξιαρχική καταχώριση του φύλου τους διορθώθηκε από άρρεν σε θήλυ. Σε σχέση με το μητρώο αρρένων ισχύει ο Ν. 2119/1993 – κύρωση Κώδικα Διατάξεων περί μητρώων αρρένων. Σε κάθε δήμο τηρείται ειδικό βιβλίο που ονομάζεται μητρώο αρρένων και στο οποίο είναι γραμμένοι οι άρρενες Έλληνες υπήκοοι. Ο τύπος του βιβλίου καθορίζεται με ΚΥΑ των Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Εσωτερικών. Σε κάθε Αποκεντρωμένη Διοίκηση και σε κάθε στρατολογικό γραφείο τηρείται επίσης όμοιο αντίτυπο του μητρώου αρρένων όλων των δήμων που υπάγονται στην περιφέρειά τους. Οι ανήλικοι εγγράφονται στα μητρώα αρρένων του δήμου στο δημοτολόγιο του οποίου είναι γραμμένοι ή οφείλουν να εγγραφούν κατά τις διατάξεις περί κτήσεως της δημοτικότητας, ενώ οι ενήλικοι εγγράφονται στο μητρώο αρρένων του δήμου της προτιμήσεώς τους. Όσοι για οποιονδήποτε λόγο δεν είναι γραμμένοι σε μητρώα αρρένων χαρακτηρίζονται “αδήλωτοι” και έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις με τους γραμμένους. Οι δήμοι έχουν υποχρέωση να μεριμνούν χωρίς καθυστέρηση για την εγγραφή των αδήλωτων , πράγμα που πρέπει να αφορά και τα διεμφυλικά αγόρια (διόρθωση ληξιαρχικών πράξεων απο θήλυ σε άρρεν). Σύμφωνα με το άρθρο 3 του ανωτέρω νόμου, οι αδήλωτοι εγγράφονται στο μητρώο αρρένων με απόφαση της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων ή αυτεπαγγέλτως ή και με αίτηση κάθε πολίτη. Επομένως, ο δήμος πρέπει να ενημερώσει την Αποκεντρωμένη Διοίκηση όταν έχει μια διόρθωση ληξιαρχικής πράξης από θήλυ σε άρρεν για την εγγραφή του “αδήλωτου”. Ως προς την διαγραφή από τα μητρώα αρρένων, αυτή προβλέπεται μόνο σε περίπτωση θανάτου ή αφάνειας, όσων δεν έχουν την ελληνική ιθαγένεια κ.τ.λ. και δεν προβλέπεται ρητώς η περίπτωση της διαγραφής λόγω διόρθωσης ληξιαρχικής πράξης ως προς το φύλο. Το άρθρο 13 προβλέπει βέβαια ότι “άλλες” μεταβολές γίνονται με απόφαση Αποκεντρωμένης Διοίκησης, άρα και η περίπτωση της διαγραφής λόγω διόρθωσης ως προς το φύλο θα γίνεται έτσι. Το ίδιο άρθρο περιλαμβάνει νομοθετική εξουσιοδότηση προς τον Υπουργό για τα δικαιολογητικά που χρειάζονται, ώστε η Αποκεντρωμένη Διοίκηση να διαγράψει άτομο από το μητρώο αρρένων. Στην Υπουργική Απόφαση Φ.28700/17574 (“Απαιτούμενα δικαιολογητικά για την ενέργεια εγγραφών, διαγραφών κ.λπ. μεταβολών στα μητρώα αρρένων”, ΦΕΚ Β` 746/1993), υπάρχει η σχετική αναφορά:
Κεφάλαιο Β – Διαγραφές [...]

6. Θηλέων (άρθρο 13).
α. Πιστοποιητικό ταυτοπροσωπίας που εκδίδεται από το δήμαρχο ή πρόεδρο κοινότητας του δήμου ή της κοινότητας από τα μητρώα αρρένων του οποίου πρόκειται να διαγραφεί το θήλυ πρόσωπο, το οποίο εσφαλμένα γράφτηκε σ` αυτά (υπόδειγμα 11).
β. Απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως.”


Με βάση αυτό το άρθρο γίνονται οι διαγραφές από το μητρώο αρρένων λόγω διόρθωσης ληξιαρχικής πράξης γέννησης ως προς το φύλο, αλλά είναι σαφές από τη διατύπωση ότι ο σκοπός της διάταξης ήταν οι “εσφαλμένες” εγγραφές στο μητρώο αρρένων. Bέβαια, στο “υπόδειγμα” του πιστοποιητικού που επισυνάπτεται στην εν λόγω Υπουργική Απόφαση, γίνεται σαφές ότι ο κανονιστικός νομοθέτης ειχε σαφέστατα υπόψη και την αλλαγή φύλου:



Πιστοποιείται ότι ο ...... του .... και της ..... που είναι γραμμένος στο μητρώο αρρένων του Δήμου μας με έτος γεννήσεως ... και αυξ. Αριθμό ... είναι ένα και το αυτό πρόσωπο με την .... του .... και της .... που ειναι γραμμένη στο δημοτολόγιό μας με με έτος γεννήσεως .... αυξ. Αριθμό οικογενειακής μερίδας .... και σειρά ... .
Αυτή κατά λάθος γράφτηκε στο μητρώο αρρένων αφού πρόκειται για θήλυ, όπως αυτό προκύπτει και από το συνημμένο απόσπασμα της αριθ. .... ληξιαρχικής πράξης γέννήσεώς της.”


Αυτό το υπόδειγμα έχει ήδη δημιουργήσει προβλήματα σε άτομα που είναι γραμμένα σε άλλο μητρώο αρρένων και άλλο δημοτολόγιο, διότι δεν λαμβάνει υπόψη αυτή την πιθανότητα. Πρέπει λοιπόν να αλλάξει και το υπόδειγμα (υπόδειγμα είναι άλλωστε, όχι δεσμευτικό περιεχόμενο δυνάμει των διατάξεων) ώστε να υποδεχτεί καλύτερα και την περίπτωση της διαγραφής λόγω μεταβολής ληξιαρχικής πράξης γέννησης ως προς το φύλο. Επιπλέον, ο νόμος για το μητρώο αρρένων ορίζει ότι μέχρι την 1η Απριλίου κάθε χρόνου, οι δήμοι συντάσσουν στρατολογικούς καταλόγους που αποστέλλουν στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση, με τα άτομα που είναι προς στράτευση τον επόμενο χρόνο. Από την διατύπωση του υποδείγματος φαίνεται ότι πρέπει να προηγηθεί η διόρθωση του δημοτολογίου και μετά να προχωρήσει η διαγραφή απο το μητρώο αρρένων. Πάμε λοιπόν στο δημοτολόγιο.

Δημοτολόγιο έχουν την υποχρέωση να τηρούν όλοι οι δήμοι, σύμφωνα με τον σχετικό Κώδικα Διαταγμάτων για τα Δημοτολόγια (π.δ. 496/1991, ΦΕΚ Α’ 180/1991). Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 του Κώδικα, κάθε εγγραφή, διαγραφή, μεταφορά από τη μια σε άλλη οικογενειακή μερίδα, προσθήκη ελλειπόντων στοιχείων, διόρθωση εσφαλμένων στοιχείων καθώς και κάθε άλλη μεταβολή στο δημοτολόγιο ενεργείται, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, είτε αυτεπαγγέλτως, βάσει επισήμων στοιχείων που υπάρχουν στο δήμο ή την κοινότητα, είτε κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, πάντοτε με πράξη του δημάρχου . Η πράξη αυτή του δημάρχου προσυπογράφεται από τον προϊστάμενο του δημοτολογίου, δημοτικό υπάλληλο για τους δήμους , καταχωρίζεται στο δημοτολόγιο και είναι αμέσως εκτελεστή. Στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι οι αποφάσεις που εκδίδονται από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση για τη διόρθωση ή προσθήκη στοιχείων εγγραφής, ως και κάθε άλλη κατά νόμο μεταβολή στα μητρώα αρρένων εκτελούνται και ως προς τα δημοτολόγια διά καταχωρίσεως των στοιχείων στα οποία αναφέρονται οι αποφάσεις αυτές στα δημοτολόγια, από τα όργανα που ορίζονται στην παρ. 1 αυτού του άρθρου. Έτσι, όμως, δίνεται η εντύπωση ότι πρώτα διαγράφεται το άτομο από τα μητρώα αρρένων και μετά γίνεται η διόρθωση στο δημοτολόγιο, αντίθετα με το συμπέρασμα που εξάγεται ανωτέρω από το υπόδειγμα του πιστοποιητικού του δημάρχου προς την Αποκεντρωμένη Διοίκηση για την ταυτοπροσωπία του ατόμου που η ληξιαρχική πράξη γέννησης του έχει μεταβολή ως προς το φύλο. Η σωστή εγγραφή στο δημοτολόγιο ειναι απαραίτητη για την έκδοση σωστού πιστοποιητικού οικογενειακής κατάστασης, αλλά και σωστής εγγραφής του ατόμου στον εκλογικό κατάλογο του Υπουργείου Εσωτερικών που καταρτίζεται με βάση τα δημοτολόγια. Εάν η μεταβολή του ονόματος και του φύλου δεν γίνουν στο δημοτολόγιο, το διεμφυλικό άτομο δεν μπορεί να ψηφίσει, αλλά ούτε και να εκδόσει το νέο δελτίο αστυνομικής ταυτότητας με βάση τα νέα στοιχεία του. Το άρθρο 13 του π.δ. ορίζει ότι τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για τις διορθώσεις στο δημοτολόγιο ορίζονται με Υπουργική Απόφαση. Σχετικά με το θέμα αυτό έχει εκδοθεί η υπουργική απόφαση 42301/12168 (ΦΕΚ Β΄ 608/12-7-1995), η οποία δεν αναφέρει τίποτα το ειδικότερο για τα δικαιολογητικά που πρέπει να προσκομιστούν σε περίπτωση ληξιαρχικής μεταβολής φύλου, οπότε ισχύει μια γενική διάταξη που υπάρχει, κατά την οποία αρκεί η προσκόμιση της ληξιαρχικής πράξης γέννησης (κεφάλαιο Γ, παρ. 8). Θα πρέπει όμως για λόγους ασφάλειας δικαίου και εδώ να προβλεφθεί ειδικώς ποια ακριβώς είναι η πορεία, δεδομένων των προβλημάτων που δημιουργούνται με την εμπλοκή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ως προς την εγγραφή / διαγραφή σχετικά με το μητρώο αρρένων.

Μετά το δημοτολόγιο, έρχεται η έκδοση νέας αστυνομικής ταυτότητας (όπου χρειάζεται κι ένας μάρτυρας). Ένα μεγάλο ερώτημα είναι όμως τι γίνεται με όλες τις υπόλοιπες εγγραφές σε δημόσια και ιδιωτικά αρχεία. Μια μεγάλη κατηγορία είναι ο χώρος της εκπαίδευσης και της επανέκδοσης τίτλων σπουδών στα νέα στοιχεία. Μια παλαιότερη γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ. ανέφερε ότι ένα Τ.Ε.Ι. δεν ήταν υποχρεωμένο να επανεκδόσει τον τίτλο σπουδών με τα νέα στοιχεία του ατόμου. Αυτή η προσέγγιση θα ήταν καταστροφική για την επαγγελματική ζωή του ατόμου: τα πτυχία πρέπει να επανεκδίδονται κανονικά και δυνάμει του άρθρο 4 παρ. 1 (γ) του Ν.2472/1997 που επιβάλλει ότι τα προσωπικά δεδομένα πρέπει να είναι ακριβή και να επικαιροποιούνται από τον υπεύθυνο επεξεργασίας. Για λόγους ασφάλειας δικαίου, αυτό θα πρέπει να οριστεί από το νέο νομοσχέδιο με ειδική μνεία στην σχετική διάταξη. Μια άλλη μεγάλη κατηγορία είναι τα περιουσιακά δικαιώματα και κυρίως οι συμβολαιογραφικές πράξεις που αποτελούν τίτλους κυριότητας ή άλλων εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα: για αυτές τις περιπτώσεις δεν υπάρχει καμία μνεία στο νομοσχέδιο: πώς θα αλλάζουν τα ονόματα των ιδιοκτητών σε υποθηκοφυλακεία και κτηματολόγια; Η υπάρχουσα διαδικασία είναι η υποβολή ενός αιτήματος σε συμβολαιογράφο για διόρθωση συμβολαιογραφικών πράξεων, αλλά ο νόμος πρέπει να ορίσει ποια ακριβώς δικαιολογητικά πρέπει να προσκομίσει το άτομο στον συμβολαιογράφο για να προχωρήσει την διαδικασία. Το ίδιο ζήτημα αφορά και τις Τράπεζες: πρέπει να οριστούν τα δικαιολογητικά ταυτοπροσωπίας που θα πρέπει να εμφανιζουν τα άτομα που έχει μεταβληθεί η ληξιαρχική πράξη γέννησής τους, αφού σε κανένα άλλο στοιχείο πλην της δικαστικής απόφασης δεν αναγράφεται η μεταβολή ως προς το φύλο!

Εκεί εντοπίζω το σημαντικότερο ζήτημα: αφού η “νέα” (καλύτερα: διορθωμένη) ληξιαρχική πράξη δεν θα αναφέρει το γεγονός της μεταβολής, το άτομο θα πρέπει να πάει σε όλες αυτές τις υπηρεσίες με αντίγραφο της “παλιάς” ληξιαρχικής πράξης, μαζί με την δικαστικη απόφασή, μαζί με το πιστοποιητικό περί μη άσκησης ενδίκων μέσων και την έκθεση επίδοσης για να πείσει ότι είναι το ίδιο άτομο και να ζητήσει την διόρθωση των στοιχείων του από όλες τις άλλες εγγραφές. Πρόκειται για μια απίστευτη γραφειοκρατική ταλαιπωρία που θα μπορούσε να περιοριστεί εάν οι ανωτέρω Υπουργικές Αποφάσεις και νομοθεσίες για τα μητρώα αρρένων και τα δημοτολόγια είχαν ρητώς λάβει υπόψη το ζήτημα της διόρθωσης ταυτότητας φύλου. Κατά τη γνώμη μου θα πρέπει όλα αυτά να αντικατασταθούν από ένα πιστοποιητικό ταυτοπροσωπίας που θα εκδίδει το δημοτολόγιο, κατά το πρότυπο του παραπάνω πιστοποιητικού που εκδίδεται για την διαγραφή ατόμου από το μητρώο αρρένων. Ένα τέτοιο πιστοποιητικό ταυτοπροσωπίας που θα αναφέρει ότι το άτομο με αρχικά στοιχεία τάδε είναι το ίδιο άτομο με τα νεότερα στοιχεία δείνα, σύμφωνα με την σχετική ληξιαρχική πράξη γέννησης και την σχετική δημοτολογική εγγραφή. Αυτό το πιστοποιητικό ταυτοπροσωπίας θα είναι για γενική χρήση στον δημόσιο (π.χ. Δ.Ο.Υ., εκπαίδευση, κοινωνική ασφάλιση κτλ) και τον ιδιωτικό τομέα (π.χ. τράπεζες, εταιρίες κινητής τηλεφωνίας, ΔΕΚΟ, ιδιωτική ασφάλιση κ.τ.λ.).

(ε) Μόνο δύο φορές αλλαγή στοιχείων φύλου

Κατά την παρ. 4 του νομοσχεδίου εισάγεται κι άλλος ένας περιορισμός που σήμερα δεν προβλέπεται από την νομοθεσία: “Η νέα ληξιαρχική πράξη μπορεί στο εξής να αλλάξει μία φορά, με την ίδια διαδικασία και τις ίδιες προϋποθέσεις.” Πρόκειται για ατυχή διατύπωση: το άτομο μπορεί να θέλει ή να πρέπει να αλλάξει οποιοδήποτε άλλο από τα στοιχεία αστικής κατάστασης του εκτος του φύλου (π.χ. το θρήσκευμα που δεν αλλάζει “με την ίδια διαδικασία και τις ίδιες προϋποθέσεις), ενώ η γενικότητα αυτής της διατύπωσης δεν θα του επιτρέψει άλλες μεταβολές. Χρειάζεται πιο προσεκτική διατύπωση ώστε να αποφευχθούν τέτοιες απαγορεύσεις. Επίσης δεν είναι ιδιαίτερα κατανοητό για ποιο λόγο το κράτος επιτρέπει συγκεκριμένα δύο διορθώσεις της καταχώρισης φύλου κι όχι μόνο μία ή και περισσότερες.



Άρθρο 5 – Συνέπειες της διόρθωσης του καταχωρισμένου φύλου



Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του νομοσχεδίου, “δικαιώματα, υποχρεώσεις και κάθε είδους ευθύνη του προσώπου, που δημιουργήθηκαν πριν από τη διόρθωση του φύλου, εξακολουθούν να υφίστανται”. Η διατύπωση είναι εξαιρετικά ατυχής, καθώς στην πορεία από άρρεν προς θήλυ το άτομο είχε (ως άρρεν αρχικά) στρατιωτική υποχρέωση και, με βάση την συγκεκριμένη διάταξη, θα εξακολουθήσει να την έχει και ως θήλυ, ενώ θα έχει διαγραφεί από τα μητρώα αρρένων και τους στρατολογικούς καταλόγους! Θα πρέπει λοιπόν να επαναδιατυπωθεί η διάταξη έτσι ώστε να προστεθεί η επιφύλαξη σε σχέση με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που συνδέονται αναπόσπαστα με το αρχικά καταχωρηθέν φύλο, ώστε να μην προκύψουν άτοπες υποχρεώσεις.
Στην δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου του νομοσχεδίου αναφέρεται ότι η διόρθωση καταχωρισμενου φύλου του γονέα δεν μεταβάλει την ληξιαρχική πράξη γέννησης του τέκνου. Ενω δηλαδή θα μεταβάλλεται η αναγραφή του γονέα στο δημοτολόγιο, ενώ η οικογενειακή μερίδα του τέκνου θα περιλαμβάνει την διόρθωση καταχωρισμένου φύλου του γονέα του, η ληξιαρχική πράξη του τέκνου θα μένει ανεπηρέαστη, ερχόμενη σε αντίθεση με το πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του ίδιου τέκνου! Είναι κατανοητό ότι σκοπός είναι να μην δημιουργηθούν ερωτηματικά και προβλήματα στα παιδιά, αλλά η λύση δεν είναι να δημιουργούνται αντιφατικές προς το δημοτολόγιο ληξιαρχικές καταστάσεις! Η “αποσιώπηση” της διόρθωσης καταχωρισμένου φύλου του γονέα από την ληξιαρχική πράξη του τέκνου είναι μια παρέμβαση του νομοθέτη στο δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής του ατόμου και η στρέβλωση της πραγματικής οικογενειακής του κατάστασης. Είναι μια παράλογη προσπάθεια να διατηρηθεί, σε πείσμα προς την πραγματικότητα, η αντίληψη ότι τα παιδιά έχουν “μητέρα και πατέρα”, ενώ αυτό έχει ήδη ξεπεραστεί από την ίδια την ζωή. Κατά τη γνώμη μου η διάταξη είναι αντίθετη στο άρθρο 8 της Ε.Σ.Δ.Α.

Άρθρο 06 – Μυστικότητα



Το άρθρο 6 του νομοσχεδίου επαναλαμβάνει, χωρίς να υπάρχει κανένας απολύτως λόγος, το καθήκον επαγγελματικής εχεμύθειας που δεσμεύει ούτως ή άλλως τους υπαλλήλους του ληξιαρχείου και τους δικηγόρους. Επιπλέον όμως αναφέρει ότι στην αρχική ληξιαρχική πράξη γέννησης του προσώπου, απο την οποία προκύπτει η διόρθωση φύλου που μεσολάβησε, έχει πρόσβαση μόνο το ίδιο το πρόσωπο και εξουσιοδοτημένα από αυτό άτομα, ενώ πρόσβαση τρίτου προϋποθέτει άδεια της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για πρόσβαση σε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα.


Νομοτεχνικά η παραπάνω διάταξη παρουσιάζει το εξής ζήτημα: κατά το άρθρο 8 §2 του ν. 344/1976 καθιερώνεται η αρχή της δημοσιότητας για τα ληξιαρχικά βιβλία, τα οποία ορίζονται ως «δημόσια». Το δε άρθρο 4 εδ. δ ́ του ίδιου νόμου προβλέπει την υποχρέωση του ληξίαρχου «να εκδίδει αντίγραφα, αποσπάσματα και πιστοποιητικά των εις τα βιβλία πράξεων ή των σχετικών προς ταύτας παραυτώ ευρισκομένων δημοσίων εγγράφων». Η αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού τονίζει ότι η δημοσιότητα των ληξιαρχικών βιβλίων συνίσταται στο ότι «πας τις δύναται να ζητεί αντίγραφα, αποσπάσματα ή πιστοποιητικά εκ των βιβλίων χωρίς να δικαιολογεί έννομο προς τούτον συμφέρον, ως και να πληροφορείται εάν υφίσταται ληξιαρχικό γεγονός π. χ. αν έχει συνταχθεί ληξιαρχική πράξη γάμου ορισμένου προσώπου». Επ’ αυτών το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους σε δύο γνωμοδοτήσεις του (γνωμοδότηση 73/1994 και 689/1995 Γ ́ Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους) έκανε δεκτό ότι, μολονότι οι ληξιαρχικές πράξεις αφορούν την ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτων, λόγω της θεσπιζόμενης από την ειδική διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 344/1976 δημοσιότητας των ληξιαρχικών βιβλίων, πρέπει να χορηγούνται αντίγραφα, αποσπάσματα ή πιστοποιητικά από τα ληξιαρχικά βιβλία στον οποιοδήποτε αιτούντα χωρίς αυτός να πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει έννομο συμφέρον. Η προαναφερθείσα διάταξη, ως ειδική, ούτε εθίγη από τις μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 2690/1999 το οποίο εξαιρεί από το δικαίωμα πρόσβασης στα δημόσια έγγραφα εκείνα τα έγγραφα που αφορούν στην ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή, ούτε καταργήθηκε ή τροποποιήθηκε από τις διατάξεις για την προστασία των προσωπικών δεδομένων του ν. 2472/1997 ο οποίος επίσης είναι νεώτερός της (βλ. Απόφαση της Αρχής υπαριθμ 19/2007). Στη συνέχεια, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, με την απόφαση 7/2015 έκρινε διαφορετικά:



Επειδή, οι ανωτέρω ληξιαρχικές πράξεις μπορεί να περιέχουν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα και δη δεδομένα που ανάγονται στις θρησκευτικές πεποιθήσεις των υποκειμένων (λ.χ. βάπτιση, θρησκευτικές πεποιθήσεις κ.λπ.), είναι απαραίτητη στις περιπτώσεις αυτές η προηγούμενη λήψη άδειας από την Αρχή, επί τη βάσει του άρθρ. 7 ν. 2472/1997, η οποία εν τέλει θα αποφανθεί για τη νομιμότητα ή μη της χορήγησης των ευαίσθητων δεδομένων, με την επιπρόσθετη προϋπόθεση δε ότι ο αιτών τρίτος ενδιαφέρεται για τη χορήγηση των ευαίσθητων δεδομένων που περιέχονται σ’ αυτές. Σε αντίθετη περίπτωση, ήτοι στην περίπτωση που ο αιτών δεν ενδιαφέρεται για τη χορήγηση των ευαίσθητων δεδομένων των υποκειμένων και προκειμένου να εφαρμοστεί επαρκώς το δικαίωμα πρόσβασης του αρθ. 8 §2 ν. 344/1976, η υπηρεσία σας δύναται να χορηγήσει τις εν λόγω ληξιαρχικές πράξεις με απαλοιφή των ευαίσθητων δεδομένων καθώς και των υπολοίπων επιπρόσθετων πληροφοριών που ενδεχομένως να περιέχονται σ’ αυτές και να είναι ικανές, έστω και εμμέσως, να οδηγήσουν στην αποκάλυψη των δεδομένων αυτών.”



Όμως, το φύλο δεν εμπίπτει στα “ευαίσθητα δεδομένα” από μόνο του. Επομένως, η μεταβολή της καταχώρισης φύλου δεν αποτελεί “ευαίσθητο δεδομένο” από μόνη της, ώστε να τίθεται ως προϋπόθεση η χορήγηση άδειας από την Αρχή για την πρόσβαση τρίτου στα εν λόγω ληξιαρχικά στοιχεία.
Επομένως, το νομοσχέδιο θα πρέπει να λάβει σαφή θέση ως προς την διάταξη του άρθρου 8 του Ν.344/1976, τροποποιώντας ρητώς αυτήν σε σχέση με την δημοσιότητα των ληξιαρχικών βιβλίων ή / και προσθέτοντας τα δεδομένα ταυτότητας φύλου στα “ευαίσθητα δεδομένα” του άρθρου 2 (β) του Ν.2472/1997, αλλά σε αυτή την περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη ότι όλες οι επεξεργασίες των δεδομένων ταυτότητας φύλου θα πρέπει να τελούν υπό την προϋπόθεση άδειας της Αρχής, εκτός από τις περιπτώσεις που υπάρχουν εξαιρέσεις κατά το άρθρο 7Α του Ν.2472/1997.


H παράγραφος 2 του άρθρου 8 αναφέρει ότι αν το πρόσωπο καταστεί δικαιοπρακτικά ανίκανο πρόσβαση στα δεδομένα της μεταβολής καταχώρισης φύλου έχει ο... δικαστικός συμπαραστάτης του! Πρόκειται για σαφέστατη παραβίαση του άρθρου 8 παρ. 2 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και του άρθρου 12 της Οδηγίας 95/46/ΕΚ για το δικαίωμα του υποκειμένου των δεδομένων για πρόσβαση στα δεδομένα που το αφορούν. Το δικαίωμα πρόσβασης δεν νοείται ως εξαρτώμενο από την ... δικαιοπρακτική ικανότητα του υποκειμένου, αφού αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα δημοσίου δικαίου εντελώς ανεξάρτητο από άλλες προϋποθέσεις, ακόμη κι από την ιδιότητα του πολίτη! Η διάταξη πρέπει να εξαλειφθεί πλήρως, ως εντελώς αντίθετη στο ευρωπαϊκό δίκαιο.



Απαγόρευση λειτουργίας καμπάνας ναού λόγω ηχορύπανσης

  Σε υπόθεση που εκπροσωπώ τον θιγόμενο πολίτη, μετά από 2 προσωρινές διαταγές, το Πρωτοδικείο Καλαμάτας εξέδωσε και απόφαση ασφαλιστικών μ...