Πέμπτη, Νοεμβρίου 13, 2008

Σύμφωνο Συμβίωσης στην Ολομέλεια: Ομιλία Θεοδώρας Τζάκρη στο μικροσκόπιο e-lawyer



Σχολιάζω με κόκκινο ενδιάμεσα.

ΘΕΟΔΩΡΑ ΤΖΑΚΡΗ: Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, σε πλήρη αντίθεση με τη ζώσα πραγματικότητα και τα κείμενα των διεθνών συνθηκών και συγκεκριμένα σε πλήρη αντίθεση με τα άρθρα 8 και 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που αποκλείει κάθε διάκριση με βάση το γενετήσιο προσανατολισμό, η ελληνική πολιτεία αποκλείει από την προτεινόμενη προς ψήφιση ρύθμιση του συμφώνου συμβίωσης τα ομόφυλα ζευγάρια και αρνείται να θεσπίσει γι’ αυτά ένα νομικό, προστατευτικό πλέγμα, συμπεριφερόμενη σαν να μην πρόκειται για μία πραγματική κατάσταση, αλλά για ένα ζήτημα που αφορά άλλους. 

Το ΠΑΣΟΚ παράλληλα, με το δικό του νομοσχέδιο, απαγορεύει την υιοθεσία σε κάθε ζευγάρι που θα συνάχει σύμφωνο συμβίωσης, ετερόφυλο ή ομόφυλο. Σε συνδυασμό με την θέση του ΠΑΣΟΚ κατά του γάμου των ομοφύλων, το συμπέρασμα είναι προφανές: όχι υιοθεσία για τα ομόφυλα ζευγάρια. Σε κάθε περίπτωση. "Έως εδώ!". Ενώ η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Υιοθεσία ρητώς επιτρέπει στα κράτη μέλη να επεκτείνουν τα δικαιώματα υιοθεσίας και στα ομόφυλα ζευγάρια με σύμφωνο συμβίωσης.

Η αντίληψη αυτή είναι και κοντόφθαλμη και αδιέξοδη, διότι πολύ απλά με την αναγνώριση δικαιώματος νόμιμης συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια από την πολιτεία, θα μπορούσε αυτή να αναγνωρίσει επιτέλους μια ζωντανή κοινωνική πραγματικότητα, που αφορά πολύ περισσότερους ανθρώπους από όσους φανταζόμαστε και να επιτρέψει έτσι σε ένα μεγάλο αριθμό συνανθρώπων μας να αποφύγουν την κοινωνική περιθωριοποίηση. 

Ενώ η απαγόρευση της υιοθεσίας είναι επιβεβλημένη, ε;

Όσο και εάν θέλουμε να κρυφτούμε από τον εαυτό μας, η συμβίωση ομόφυλων ζευγαριών είναι και υπαρκτή και ανθρωπίνως δικαιολογημένη και δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην προστατεύεται και νομικά και να έχουμε έτσι τις τραγικές συνέπειες, να αποβιώνει ένας εκ του ζεύγους των ομοφύλων μετά από πλείστα έτη συμβίωσης και ο επί έτη σύντροφός του να μη δικαιούται αποζημίωσης για ψυχική οδύνη κατά το άρθρο 938 του Αστικού Κώδικα, επειδή δεν είναι νόμιμος σύζυγός του ή να μη δικαιούται τη σύνταξή του, αλλά και πολλά άλλα. 

Είναι δικαιολογημένο όμως να μην υιοθετούν, ε;

Έτσι, θεσμοθετείται η δυνατότητα συμβίωσης μόνο μεταξύ ετερόφυλων ζευγαριών και δη με μία παντελώς αδικαιολόγητη διάκριση σε βάρος του συμφώνου ελεύθερης συμβίωσης, στα πλαίσια της οποίας τα ζευγάρια που συνάπτουν το υπ' όψιν σύμφωνο να στερούνται σε μεγάλο βαθμό την προστασία της πολιτείας και να απολαμβάνουν πολύ λιγότερα δικαιώματα απ’ αυτά των εγγάμων ζευγαριών. 

Όπως και το δικαίωμα υιοθεσίας.

Έτσι, από το σύνολο των διατάξεων του παρόντος νομοσχεδίου, καταλαβαίνουμε ότι η ελεύθερη συμβίωση αντιμετωπίζεται υποβαθμισμένα απέναντι στο γάμο, χωρίς, όμως, να υπάρχει καμμία νομική, δικαιολογητική βάση προς τούτο, ο δε μετέχων στο σύμφωνο της ελεύθερης συμβίωσης στερείται των σοβαρών εκείνων διασφαλίσεων που απολαμβάνει εντός του γάμου και τούτο γίνεται αντιληπτό από τις εξής καινοφανείς ρυθμίσεις. 
Ενώ δεν επιτρέπεται να συναφθεί σύμφωνο συμβίωσης, αν υπάρχει προηγούμενος γάμος ή προηγούμενο σύμφωνο συμβίωσης, ωστόσο επιτρέπεται να συναφθεί γάμος, παρά την ύπαρξη προηγούμενου συμφώνου και μάλιστα ο μεταγενέστερος αυτός γάμος λύει αυτοδίκαια το υφιστάμενο σύμφωνο. Δηλαδή, εάν κάποιος ζει σε ελεύθερη συμβίωση με ένα άτομο επί είκοσι συναπτά έτη και κάποια στιγμή αποφασίσει να τελέσει γάμο, πολιτικό ή θρησκευτικό, με κάποιο τρίτο πρόσωπο που μπορεί να είναι και μία γνωριμία λίγων μηνών, με το γάμο αυτό θα λύεται αυτοδίκαια το σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης που έχει διαρκέσει επί είκοσι έτη με το πρώτο πρόσωπο, που πολύ πιθανόν να μην γνωρίζει κιόλας την τέλεση του νέου αυτού γάμου. 

Και τι το νοιάζει το κράτος αν κάποιος θέλει να συνάψει γάμο μετά από γνωριμία λίγων μηνών; Είναι αυτό αντικείμενο νομοθετικής ρύθμισης;

Και σας ρωτώ, κύριε Υπουργέ, αν πιστεύετε ότι έτσι προάγουμε, με τέτοιες ρυθμίσεις, τη σοβαρότητα και την υπευθυνότητα των Ελλήνων πολιτών. 

Ενώ η αντιπολίτευση θέλει να προστατεύσει τους Έλληνες πολίτες από απερίσκεπτους γάμους, αποτέλεσμα ολιγόμηνων γνωριμιών.

Έχω την άποψη ότι η μόνη λύση θα ήταν να θεσμοθετηθεί ως κώλυμα για τη σύναψη γάμου η προηγούμενη λύση του συμφώνου, με προσθήκη σχετικής διάταξης του Αστικού Κώδικα, κάτι που, εν πάση περιπτώσει, είναι εξαιρετικά ευχερές, αφού το σύμφωνο λύεται μεταξύ άλλων και με απλή γνωστοποίηση στον αντισυμβαλλόμενο. Άρα, είναι εξαιρετικά επικίνδυνο να επιτρέπουμε στον Έλληνα πολίτη, με περισσή ανευθυνότητα να συνάπτει ένα γάμο και με μόνο αυτή την ενέργεια να λύει ένα προηγούμενο σύμφωνο, συχνά και εν αγνοία του αρχικού του συντρόφου και συγχρόνως είναι και μια εξαιρετικά ταπεινωτική ρύθμιση για το σύντροφο που ουσιαστικά εγκαταλείπεται. 

Μπράβο, πρέπει να απαγορευτεί αυτή η ανευθυνότητα να συνάπτεις γάμο χωρίς να πεις τίποτα σε αυτόν με τον οποίο συζείς. Τι προτείνει το ΠΑΣΟΚ; Να θεωρείται κώλυμα γάμου το σύμφωνο συμβίωσης. Το οποίο όμως λύεται με την τέλεση γάμου. Άρα να αποτελεί "θεωρητικό" κώλυμα γάμου το σύμφωνο συμβίωσης, στα χαρτιά. Επομένως, ποια ανευθυνότητα κατακεραυνώνει το ΠΑΣΟΚ;

Όμως, το παράλογο δεν σταματάει εδώ. Με το άρθρο 4, παράγραφος 2, του προτεινόμενου νομοσχεδίου, ορίζεται ότι σε κάθε περίπτωση η λύση του συμφώνου ελεύθερης συμβίωσης καταχωρείται στο ειδικό βιβλίο που καταχωρήθηκε και η σύσταση. Ωστόσο, αυτή η καταχώρηση είναι εφικτή μόνο στην περίπτωση που η λύση του συμφώνου ελεύθερης συμβίωσης γνωστοποιείται στο ληξιαρχείο. 
Κι αυτό δεν αλλάζει, κύριε Υπουργέ, με τη νομοτεχνική μεταβολή που μόλις επιφέρατε. 
Συνεπώς, στην περίπτωση που αυτή γίνει αυτοδίκαια με τη σύναψη του γάμου με τρίτο πρόσωπο, το σύμφωνο θα υφίσταται και ο συνάψας το σύμφωνο αυτό πιθανόν να αγνοεί και την τέλεση του νέου αυτού γάμου. Όμως, αυτό είναι κάτι εξαιρετικά επικίνδυνο, αν συνδυαστεί με το άρθρο 6 που αφορά τις περιουσιακές σχέσεις των συμβαλλομένων στο σύμφωνο συμβίωσης, σύμφωνα με το οποίο αν δεν υπάρχει συμφωνία για τα αποκτήματα, το κάθε μέρος έχει μετά τη λύση του συμφώνου αξίωση κατά του άλλου για ό,τι αυτό απέκτησε με τη δική του συμβολή, η δε αξίωση παραγράφεται δύο έτη μετά τη λύση του συμφώνου. Έτσι, υπάρχει ο κίνδυνος ο συμβαλλόμενος στο σύμφωνο συμβίωσης που δεν γνωρίζει ότι έχει λυθεί αυτοδίκαια με τη σύναψη του γάμου του αντισυμβαλλομένου του, να χάσει τη διετία και να μη μπορέσει ποτέ να ασκήσει την αγωγή συμμετοχής στα αποκτήματα και να διεκδικήσει ό,τι δικαιούται ακριβώς λόγω παραγραφής του δικαιώματός του. 

Μιλάμε πάντα για την περίπτωση που ένα ζευγάρι έχει σύμφωνο συμβίωσης, ο ένας από τους δύο κάνει γάμο με άλλο άτομο, δεν λέει ΤΙΠΟΤΑ στο άτομο με το οποίο συμβιώνει και αυτό το άτομο ανακαλύπτει μετά από δύο χρόνια τον κρυφό γάμο του συντρόφου του. Πολύ Μπαρμπρα Κάρτλαντ αυτή η σχέση. 

Νομίζω ότι τέτοια παγίδευση, τέτοια υπονόμευση του συμβαλλόμενου μέρους από την ίδια τη νομοθεσία δεν προβλέπεται σε καμμία άλλη αστική σύμβαση του Αστικού Κώδικα από την αρχή ακόμα της ψήφισής του ως νομοθετήματος. 

Και τέτοιες τρικλοποδιές στους συγγραφείς των Άρλεκιν δεν έβαλε ούτε ο νομοθέτης του Αστικού Κώδικα το 1946.

Στο άρθρο 6 τώρα που αφορά τις περιουσιακές σχέσεις, θα διαπιστώσουμε σοβαρές μειονεξίες της νομιμοποιούμενης συμβίωσης απέναντι στο θεσμό του γάμου που, όμως, δεν έχουν κανένα δικαιοπολιτικό έρεισμα. Και συγκεκριμένα στο γάμο υπάρχει το κατά το άρθρο 1400 του Αστικού Κώδικα τεκμήριο συμμετοχής του ενός συζύγου στα αποκτήματα του άλλου που είναι μαχητό και για τις δύο πλευρές και ανέρχεται στο 1/3 της περιουσίας του άλλου συζύγου. 
Επίσης, στο άρθρο 1402 του Αστικού Κώδικα θεσπίζεται και παροχή ασφαλείας του δικαιούχου στην περιουσία του υπόχρεου συζύγου ως την εκδίκαση της υποθέσεώς του, ενώ η αξίωση του δικαιούχου συζύγου εφ’ όσον αυτή έχει αναγνωριστεί δικαστικά, συμβατικά ή έχει επιδοθεί γι’ αυτήν αγωγή, κληρονομείται και από τους κληρονόμους του. 
Αντίθετα, στο σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης ο συμβαλλόμενος δεν έχει υπέρ του κανένα τεκμήριο, ούτε καν μαχητό, συμμετοχής στα αποκτήματα του αντισυμβαλλομένου του σε περίπτωση λύσης του συμφώνου ελεύθερης συμβίωσης και θα πρέπει να ασκήσει αγωγή για τη διεκδίκηση του οποιουδήποτε ποσοστού συμμετοχής ακόμη κι αν έχει ζήσει μ’ αυτόν, με τον αντισυμβαλλόμενό του, επί πάρα πολλά έτη. 

Αν δεν θέλει να συναφθεί το τεκμήριο συμμετοχής στα αποκτήματα, για ποιο λόγο αυτό να προβλέπεται αυτοδικαίως σε μια συμβατική σχέση στην οποία υπερέχει η ιδιωτική βούληση και όχι το αναγκαστικό δίκαιο;

Επίσης, δεν έχει καμμία δυνατότητα εξασφάλισης κατά το άρθρο 1402 του Αστικού Κώδικα μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεώς του ενώ, τέλος, και σε περίπτωση που η αξίωσή του έχει αναγνωριστεί από τον αντισυμβαλλόμενό του ή έχει ασκηθεί αγωγή γι’ αυτήν, οι κληρονόμοι του δεν μπορούν να την κληρονομήσουν.
Κύριε Υπουργέ, ποια είναι η δικαιολογία αυτής της άνισης ρύθμισης σε βάρος του δικαιούχου συμμετοχής στα αποκτήματα όταν δεν είναι σε γάμο, αλλά είναι σε σύμφωνο συμβίωσης; Κατά την άποψή μου καμμία απολύτως. 

Καμία απολύτως επειδή περιμένεις από το κράτος πατερούλη να έρθει να σου ρυθμίσει όλη την ελεύθερη συμβίωση, ενώ εδώ ο νομοθέτης θέλει να εισαγάγει μια κατά το δυνατόν πιο ανοικτή σύμβαση του ιδιωτικού δικαίου.


Και να έρθουμε τώρα στο ζήτημα της διατροφής μετά τη λύση του συμφώνου συμβίωσης. Τότε θα αντιμετωπίσουμε μία εξαιρετικά δαιδαλώδη και συγκεχυμένη διάταξη, αυτήν του άρθρου 7, που δεν είμαι σίγουρη αν την έχουν κατανοήσει ακριβώς ακόμα κι αυτοί που συνέταξαν το υπό κρίση νομοσχέδιο. 
Συγκεκριμένα, στην αρχή της διάταξης αυτής ορίζεται ότι τα αντισυμβαλλόμενα μέρη μπορεί να συμφωνήσουν αν θέλουν αμοιβαία ή μονομερή υποχρέωση διατροφής για την περίπτωση λύσης του συμφώνου. Όμως, αυτή η συμφωνία θα είναι ισχυρή μόνο στην περίπτωση που μετά τη λύση του συμφώνου το δικαιούχο της διατροφής άτομο θα είναι άπορο, δηλαδή δεν θα μπορεί να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματά του ή από την περιουσία του.
 Και διερωτώμαι γιατί αφήνετε το ουσιώδες ζήτημα του δικαιώματος του συμβαλλόμενου στο σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης στην ελεύθερη επιλογή –συμβατική ελευθερία των μερών, σαν να πρόκειται για σύμβαση πώλησης ή μίσθωσης κινητού ή ακινήτου ή για εμπορική συναλλαγή και επιφυλάσσετε την άσκηση του κρατικού παρεμβατισμού στη μοναδική εκείνη περίπτωση που ο ισχυρός συμβαλλόμενος επιθυμεί να συμφωνήσει να πληρώσει διατροφή στον αδύναμο αντισυμβαλλόμενό του μετά τη λύση του συμφώνου, άσχετα αν εκείνος είναι τελείως άπορος, αλλά απλώς και μόνο επειδή είναι οικονομικά πιο αδύναμος. 

Δεν μπορεί να αντιληφθεί η εισηγήτρια του σοσιαλιστικού κόμματος ότι μιλάμε για ελευθερία των συμβάσεων και όχι για αναγκαστικό δίκαιο.

Εκεί παρεμβαίνετε ως κράτος, κύριε Υπουργέ, και απαγορεύεται να συμφωνηθεί διατροφή υπέρ ενός συμβαλλομένου αν αυτός δεν είναι τελείως άπορος; Δηλαδή, αντί να προστατεύσετε τον αδύναμο από τον ισχυρό συμβαλλόμενο στο σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης, εσείς εμποδίζετε και τον ισχυρό συμβαλλόμενο να τον προστατεύσει ακόμη και σε εκείνη την περίπτωση που αυτός θα θέλει να τον προστατεύσει!
Παρακάτω, στην ίδια τρικυμιώδη από πλευράς διατύπωσης και νοήματος διάταξη του άρθρου 7 του προτεινόμενου νόμου και στην παράγραφο 1 ορίζεται ότι ο υπόχρεος για διατροφή συμβαλλόμενος που συμφώνησε να δώσει διατροφή στο δικαιούχο άπορο συμβαλλόμενο μετά τη λύση του συμφώνου και πάλι μπορεί να αρνηθεί να την καταβάλει προτείνοντας ένσταση διακινδύνευσης της δικής του διατροφής ή των προσώπων που πρέπει να διατρέφει από γάμο. 
Δηλαδή δύο άτομα ζουν επί δέκα έτη με σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης και έχουν συμφωνήσει ότι μετά την τυχόν λύση του συμφώνου ο εύπορος συμβαλλόμενος θα δώσει ως διατροφή στον άπορο συμβαλλόμενο ένα ποσό μηνιαίως και κάποια στιγμή ο εύπορος συμβαλλόμενος εγκαταλείπει τον άπορο και παντρεύεται μ’ ένα τρίτο πρόσωπο λύοντας έτσι το σύμφωνο συμβίωσης αυτοδίκαια. 

Τι λάθος ο νόμος που δεν λύνει όλες τις περιπτώσεις κοινωνικής αδικίας!

Τότε, ο εύπορος συμβαλλόμενος, ο σύζυγος, θα δικαιούται να αρνηθεί τη διατροφή που υποσχέθηκε ακόμα κι αν ευθύνεται αποκλειστικά για τη λύση του συμφώνου συμβίωσης, αρκεί να υποστηρίξει ότι τώρα πρέπει να διατρέφει τη νέα σύζυγό του. 

Τη "νέα σύζυγό του", ε; Ο εύπορος συμβαλλόμενος θα είναι πάντοτε ο άνδρας στο μυαλό της εισηγήτριας.

Δηλαδή τι λέει εδώ ο νόμος; Έκανες το σφάλμα κι έζησες με κάποιον σε σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης και ανέπτυξες και κάποιες υποχρεώσεις, αν, όμως, αναβαπτιστείς ως σωστός πολίτης και συνάψεις γάμο με ένα άλλο άτομο, η κοινωνία και η πολιτεία σε επιβραβεύουν και σου δίνουν το δικαίωμα να αποφύγεις κάθε υποχρέωση διατροφής του συμβαλλομένου σου στο σύμφωνο συμβίωσης αφού αυτός δεν είναι σύζυγός σου!
Τώρα, αν αυτό δεν είναι αδικία, ποιος είναι ο ορισμός τότε της αδικίας; Αλήθεια, έτσι περιμένουμε να διαπαιδαγωγήσουμε συνειδητοποιημένους και υπεύθυνους πολίτες; 

Όχι θα τους διαπαιδαγωγήσετε απαγορεύοντάς τους να επέλθουν τα αποτελεσματα της λύσης του συμφώνου αν δεν παρέλθουν έξι μήνες, όπως προτείνετε με το νομοσχέδιο σας.

Όμως, αυτό δεν ισχύει και στην αντίθετη περίπτωση και συγκεκριμένα στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού καθώς εκεί ρητά ορίζεται ότι αν κάποιος οφείλει διατροφή σε πρώην σύζυγο ή τέκνο και συγχρόνως οφείλει διατροφή στο συμβαλλόμενο του σε λυθέν σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης δεν μπορεί να αρνηθεί τη διατροφή στην πρώην σύζυγο ισχυριζόμενος ότι οφείλει διατροφή στην άπορη συμβαλλόμενη του σύμφωνου συμβίωσης, παρά τη λύση αυτού του συμφώνου. 

Πάλι η γυναίκα είναι η άπορη. Σε ποια δεκαετία είπαμε;

Δηλαδή, σε κάθε περίπτωση ο συμβαλλόμενος στο σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης είναι λιγότερο σύζυγος και λιγότερο γονιός από το συμβαλλόμενο σε γάμο και το γονέα παιδιού που αποκτήθηκε σε γάμο και γι’ αυτό χρήζει λιγότερης προστασίας. 

Καλά αυτό το "λιγότερο γονιός" άστο γιατι δεν σε παίρνει καθόλου, όταν απαγορεύεις την υιοθεσία στα ζευγάρια που έχουν σύμφωνο.

Αυτό είναι, κύριε Υπουργέ, το πνεύμα του νόμου και γι’ αυτό εμείς θεωρούμε ότι είναι άδικος και αδικαιολόγητος. Βέβαια, παρ’ ότι στο οικονομικό κομμάτι της ελεύθερης συμβίωσης ο προτεινόμενος νόμος δεν παρεμβαίνει ή παρεμβαίνει μόνο για να πείσει τους πολίτες ότι δεν πρέπει να τον προτιμούν γιατί το αδύναμο ουσιαστικά μέρος της ελεύθερης συμβίωσης θα μείνει παντελώς ακάλυπτο νομικά στο κοινωνικό κομμάτι της ελεύθερης συμβίωσης, ο νόμος παρεμβαίνει απροκάλυπτα και δραστικά και στο άρθρο 5 ορίζει ότι κάθε συμβαλλόμενος στο σύμφωνο συμβίωσης, εφόσον συγκατατίθεται ο άλλος σύζυγος, θα μπορεί να χρησιμοποιήσει τις κοινωνικές σχέσεις, το επώνυμο του άλλου ή να το προσθέτει στο δικό του. 
Δηλαδή, ό,τι δεν μπορεί να κάνει κάποιος στο γάμο του, θα μπορεί να το κάνει ή να το επιβάλλει στην ελεύθερη συμβίωση. Δηλαδή, ο οικονομικά ισχυρός συμβαλλόμενος μπορεί να μη συμφωνήσει να καταβάλει διατροφή μετά τη λύση του, ενώ ο αδύναμος θα χρησιμοποιεί το επώνυμο του ισχυρού συμβαλλόμενου στις κοινωνικές του σχέσεις. Με λίγα λόγια δεν θα έχει διατροφή, θα έχει, όμως, επώνυμο.
Τώρα, κύριε Υπουργέ, αν οι διατάξεις αυτές είχαν την παραμικρή σοβαρότητα, θα μπορούσε κάποιος να πει πολλά. Επειδή, όμως, στερούνται νομικής σοβαρότητας, το μόνο που θα πω είναι ότι είναι διατάξεις επικίνδυνες κυρίως λόγω της αοριστίας τους και θα προκαλέσουν σοβαρή αναστάτωση στις συναλλαγές, καθώς δεν ορίζεται αν στην έννοια «κοινωνικές σχέσεις» περιλαμβάνονται και οι εργασιακές σχέσεις και οι οικονομικές συναλλαγές γιατί και αυτές είναι μορφή κοινωνικών σχέσεων.
Τότε τι θα γίνεται σε περίπτωση λύσης του συμφώνου που μάλιστα λύνεται τόσο εύκολα; Πόσα επώνυμα θα φέρουν οι εκάστοτε συμβαλλόμενοι και πόσο επικίνδυνο θα είναι αυτό για τις οικονομικές και νομικές τους συναλλαγές;
Όσον αφορά το τεκμήριο πατρότητας, η διάταξη του άρθρου 10 είναι σωστή γιατί ακριβώς ακολουθεί τις αντίστοιχες διατάξεις του Αστικού Κώδικα για το γάμο, ενώ για την περίπτωση λύσης του συμφώνου ορθώς ορίστηκε ότι θα εφαρμοστεί ό,τι και για την περίπτωση λύσης του γάμου και την άσκηση γονικής μέριμνας των τέκνων, παραπέμποντας ορθώς στο άρθρο 1513 του Αστικού Κώδικα.
Όταν ερχόμαστε βέβαια στο κληρονομικό δίκαιο, επιστρέφουμε στην αρχική άδικη διάκριση του επιζώντος συζύγου από τον επιζόντα συμβαλλόμενο σε σύμφωνο συμβίωσης. Και ενώ ο σύζυγος που επιζεί έχει κληρονομικό δικαίωμα εξ αδιαθέτου ίσο με το ? της κληρονομίας όταν συντρέχει με κληρονόμους πρώτης τάξης και στο ½ όταν συντρέχει με κληρονόμους άλλων τάξεων, ο συμβαλλόμενος στο σύμφωνο συμβίωσης που επιζεί έχει κληρονομικό δικαίωμα εξ αδιαθέτου ίσο με το 1/6 της κληρονομίας, όταν συντρέχει με κληρονόμους πρώτης τάξης και στο 1/3 όταν συντρέχει με κληρονόμους άλλων τάξεων. 
Δηλαδή έχει να λαμβάνει σαφώς λιγότερη κληρονομία και μάλιστα άσχετα αν έζησε με το σύντροφό του σε ελεύθερη συμβίωση για όλη του τη ζωή, διότι πολύ απλά ο παρών νόμος δεν τον θεωρεί σύζυγο και μ’ αυτόν τον τρόπο τον τιμωρεί που επέλεξε να ζήσει όπως αυτός επέλεξε κι όχι όπως η κοινωνία του επέβαλε, δηλαδή μέσα σε γάμο. 

Αν έζησε όλη του τη ζωή, ας έκανε διαθήκη για το σύντροφο και να μην περιμένει τον νόμο να έρθει και να του λύσει 100% το θέμα του. Ιδίως όταν ξέρει το νόμο και ξέρει ότι συνάπτοντας σύμφωνο και όχι γάμο δεν θα έχει ο σύντροφος το ίδιο κληρονομικό ποσοστό! Όλα από το κράτος;

Συγχρόνως, ο επιζών συμβαλλόμενος σε σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης στερείται από το εξαίρετο του άρθρου 1820 του Αστικού Κώδικα, δηλαδή από την οικοσκευή, το οικογενειακό αυτοκίνητο και όσα ορίζει ο νόμος για τον επιζώντα σύζυγο, ενώ και η νόμιμη μοίρα του είναι το ½ της εξ αδιαθέτου μερίδας που του αναλογεί, δηλαδή το ½ του 1/6 δηλαδή, το 1/12, δηλαδή πρακτικά τίποτα από την κληρονομία του αποβιώσαντα που τον αποκλήρωσε, ενώ ο σύζυγος λαμβάνει στην περίπτωση αυτή το 1/8. 
Το κυριότερο, όμως, είναι ότι σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να τεθεί συμπληρωματική διάταξη στο άρθρο 932 του Αστικού Κώδικα, ώστε στην έννοια της οικογένειας του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του οικείου τους να συμπεριληφθεί και ο σύντροφος που ζούσε με το θανόντα σε ελεύθερη συμβίωση, ώστε να αποτρέψουμε τις κοινωνικές αδικίες που έχουμε δει ως σήμερα και να δύναται αυτός ο σύντροφος να λαμβάνει τη σχετική αποζημίωση που τη δικαιούται πολύ περισσότερο από τυχόν συγγενείς του θανόντα με τους οποίους ο ίδιος μπορεί να μην είχε καμμία σχέση κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Αφού η έννοια της οικογένειας περιλαμβάνει και το σύμφωνο συμβιωσης, δεν τίθεται θέμα,

Τέλος και εξίσου σημαντικό είναι ότι στο συμβαλλόμενο στο σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης πρέπει να θεμελιωθεί και αναγνωριστεί η δυνατότητα δικαιώματος στη σύνταξη του θανόντα συντρόφου του, κάτι που το Συμβούλιο της Επικρατείας επιδίκασε με μία και μόνο εξαιρετική του απόφαση και μάλιστα πρόσφατα. Ωστόσο το κράτος, η πολιτεία, αρνείται να θεσμοθετήσει, αναγκάζοντας τον πολίτη να καταφεύγει σε πολυδάπανες και χρονοβόρες δίκες έως την δικαίωσή του. 

Αυτό είναι απολύτως σωστό: γιατί όχι σύνταξη για τον χήρο σύντροφο;

Το ΠΑ.ΣΟ.Κ., όμως, με πρόταση νόμου που κατέθεσε μόλις χθες, έχει προβλέψει και ρυθμίσει όλα τα παραπάνω ζητήματα, για να μην υφίσταται καμμία απολύτως διάκριση και καμμία αδικία σε βάρος των συμβαλλομένων στο σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης, σε σχέση με τα έγγαμα ζευγάρια.

Εκτός από μια μικρή λεπτομέρεια, όπως είπαμε: απαγορεύει το δικαίωμα υιοθεσίας. Άρα, ας μη μιλάμε για "καμία απολύτως διάκριση"!


Από όλες τις διατάξεις, όμως, του πρώτου κεφαλαίου του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, γίνεται αντιληπτό ότι το παρόν σχέδιο νόμου είναι μια παρωδία νόμου, καθώς δείχνει μια πολιτεία, που αναγκάζεται να γνωρίσει μία πραγματικότητα -και δη την πραγματικότητα της ελεύθερης συμβίωσης των ζευγαριών και μόνο κατά ένα μέρος, δηλαδή μόνο των ετεροφύλων ζευγαριών- και αντί να τα θεσμοθετήσει με πληρότητα, δικαιοσύνη, ισότητα και ειλικρίνεια, την αποψιλώνει από κάθε έννοια δικαίου και προστασίας εκδηλώνοντας ρητά την άποψή της ότι ο μοναδικός άξιος δικαιϊκής προστασίας θεσμός είναι ο γάμος, ενώ η ελεύθερη συμβίωση είναι μία απόφαση που ταιριάζει σε νεαρά ανώριμα άτομα, που εν πάση περιπτώσει, η πολιτεία τους κάνει τη χάρη να τους αναγνωρίσει τόσο ώστε να μην θεωρούνται παράνομοι, χωρίς όμως να τους παρέχει καμμία δικαιϊκή προστασία και καμμία ουσιαστική αναγνώριση και χωρίς να επιτρέπει την ανάληψη πραγματικών ευθυνών μέσα από την επίμαχη ελεύθερη συμβίωση. 
Για όλους, λοιπόν, τους παραπάνω λόγους, εμείς καταψηφίζουμε επί της αρχής αυτό το σχέδιο νόμου. 
[...]
Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε. 
(Χειροκροτήματα από την πτέρυγα του ΠΑ.ΣΟ.Κ.)

7 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Στην επιχειρηματολογία της πρότασης ΠΑΣΟΚ για το σύμφωνο ως κώλυμα γάμου, ο σχολιαστής αντιτάσσει ότι το προβαλλόμενο σενάριο εξαπάτησης συμβιούντος είναι ακραίο ("Μπάρμπαρα Κάρτλαντ"). Εμένα δεν μου φαίνεται ακραίο, αλλά μιά συζήτηση επ' αυτών των πιθανολογήσεων θα ήταν αδιέξοδη.
Νομίζω, ωστόσο, ότι αλλού έγκειται το κυριότερο επιχείρημα υπέρ της πρότασης περί κωλύματος: το ζήτημα ανάγεται, εν τέλει, στο κύρος του συμφώνου ως θεσμού.
Συνδυάζοντας τον ΑΚ και το νομοσχέδιο όπως ψηφίστηκε, βλέπουμε ότι ισχύει πλέον το εξής σύστημα:
1. Ο υπάρχων γάμος αποτελεί κώλυμα για τη σύναψη νέου γάμου.
2. Το υπάρχον σύμφωνο αποτελεί κώλυμα για τη σύναψη νέου συμφώνου.
3. Ο υπάρχων γάμος αποτελεί κώλυμα για τη σύναψη νέου συμφώνου.
4. Όμως το υπάρχον σύμφωνο ΔΕΝ αποτελεί κώλυμα για τη σύναψη νέου γάμου.
Συμπέρασμα: γάμος=γάμος (ισοδύναμα, αν δεν διαλύσεις τον προηγούμενο δεν συνάπτεις τον επόμενο), σύμφωνο=σύμφωνο (ομοίως), αλλά σε περίπτωση "σύγκρουσης" γάμου με σύμφωνο ο πρώτος υπερισχύει κατά κράτος, ανεξαρτήτως χρονικής προτεραιότητας. Με άλλα λόγια, μόλις κάποιοι θελήσουν να συνάψουν γάμο, ο νομοθέτης με ένα απλό φύσημα τους ανοίγει το δρόμο εξαφανίζοντας κάθε ανεπιθύμητο εμπόδιο.
Το σύστημα αυτό συνάδει προς την άκρως συντηρητική ρητορεία της εισηγητικής έκθεσης ΝΔ σχετικά με την απόλυτη υπεροχή του γάμου έναντι του συμφώνου: ανεχόμαστε και κάποιον που προτιμά το σύμφωνο, αν τυχόν όμως ανανήψει και επιθυμήσει γάμο, τότε το σύμφωνό του πάει φούντο χωρίς να τηρηθεί καν η στοιχειώδης διαδικασία ενημέρωσης του συμβιούντος (δεν εννοώ την ηλίθια προϋπόθεση εξαμήνου).
Συμπεραίνω, επομένως, ότι οι υποστηρικτές του συμφώνου θα έπρεπε μάλλον να προτιμούν τη διάταξη περί κωλύματος γάμου. Αναφέρομαι στο σύμφωνο ακόμη και υπό την ψηφισθείσα ελλιπέστατη εκδοχή του (άνευ ομοφύλων), διότι το πιθανότερο είναι ότι, διά της (εγχώριας ή ευρωπαϊκής) δικαστικής οδού, σ' ΑΥΤΗ την εκδοχή θα προσαρτηθούν αργά ή γρήγορα και οι ομόφυλοι. Θα είναι, λοιπόν, κρίμα για το σύμφωνο να παραμείνει εσαεί "δεύτερο" σε σχέση με το γάμο, στο επίμαχο πεδίο θεωρητικής και πρακτικής σύγκρουσης.

Ανώνυμος είπε...

Συμφωνώ. Ανεξαρτήτως κομμάτων, μου φαίνεται αδιανόητο το να στηρίζει κάποιος ειλικρινά τη θεσμοθέτηση του σύμφωνου συμβίωσης, έστω ως ατελέστατης χαραμάδας για τη σταδιακή κατοχύρωση ισότητας και αυτοδιάθεσης, αν δεν προτείνει ταυτόχρονα τη νομοθετική ρύθμισή του ως κωλύματος γάμου. Χωρίς αυτήν, το σύμφωνο θα περάσει στη νομική και κοινωνική πρακτική σαν ένα παιχνιδάκι εικονικότητας για ανώριμους ή περίεργους.

Ανώνυμος είπε...

Ακόμη και αν στην πράξη δεν τεθεί ποτέ θέμα σύγκρουσης, αργά ή γρήγορα η θεωρία και η νομολογία θα τσιμπήσει το επιχείρημα και θ' αντλήσει συμπεράσματα περί γενικότερης προτεραιότητας ή μείζονος σοβαρότητας του γάμου. Κρίμα όμως που δεν βγαίνει εδώ κανείς άλλος να πει τίποτε για το ειδικό αυτό θέμα. Ακόμη και ο μοντεράτοράς μας έχει καιρό να φανεί!

e-Lawyer είπε...

Ο γάμος είναι ένας θεσμός που η κάθε λεπτομέρειά του ρυθμίζεται με κανόνες αναγκαστικού δικαίου από τον Αστικό Κώδικα. Διατάξεις από τις οποίες η ιδιωτική βούληση δεν δύναται να αποκλίνει.

Στον αντίποδα, η νομοθετική πρόβλεψη του συμφώνου συμβίωσης επιλύει αυθεντικά την πρόσκρουση σε απαγορευτικές διατάξεις όπως λ.χ. περί "χρηστών ηθών" που θα μπορούσαν να αντιτείνουν οι συμβολαιογράφοι για να μην καταχωρούν τέτοιες πράξεις.

Από εκεί και πέρα, υπάρχει η φιλελεύθερη αντίληψη και η σοσιαλδημοκρατική αντίληψη.

Κατά τη φιλελεύθερη αντίληψη, οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις που διέπουν το σύμφωνο συμβίωσης πρέπει να είναι οι λιγότερες δυνατές, διότι διαφορετικά ο νομοθέτης παρεμβαίνει στην ελευθερία των συμβάσεων.

Κατά τη σοσιαλδημοκρατική αντίληψη, οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις πρέπει να είναι ισοδύναμες με αυτές που προβλέπονται και για το γάμο, ενώ πρέπει να περιλαμβάνονται και erga omnes διατάξεις κοινωνικοασφαλιστικού, εργατικού, φορολογικού κλπ δικαίου.

Κατά την αντίληψη λαϊκής δεξιάς που διέπει το νομοσχέδιο της Ν.Δ., η "προστασία" του αδύναμου μέρους ("γυναίκα") που δεν μπορεί να πείσει ακόμα το ισχυρό μέρος ("άνδρας") να βάλουν στεφάνι, επιβάλλει ένα προστάδιο που εμπλουτίζει τη σύμβαση μνηστείας: το σύμφωνο συμβίωσης. Όλα κατατείνουν στον πολυπόθητο γάμο, οπότε δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το σύμφωνο συμβίωσης είναι προσύμφωνο χωρίς κύρια σύμβαση.

Κατά την παλαιοσοσιαλιστική αντίληψη της πρότασης του ΠΑΣΟΚ, οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις δεν πρέπει να αφήνουν περιθώριο ρύθμισης στα μέρη, γιατί πάλι το ισχυρό μέρος θα "ρίξει" το ασθενές. Το νομοσχέδιο είναι ένας κουτσός ανθυπογάμος, χωρίς δικαίωμα υιοθεσίας.

Σύμφωνα με το Ανώτατο Δικαστήριο του Κονέκτικατ, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο θεσμός του συμφώνου συμβίωσης δεν χαίρει της ίδιας κοινωνικής βαρύτητας με το θεσμό της πολιτικής ένωσης (γάμος). Στην πρόσφατη απόφασή του, το Δικαστήριο έκρινε την περίπτωση που το σύμφωνο συμβίωσης παρείχε τα ίδια ακριβώς δικαιώματα με αυτά που προβλέπει η νομοθεσία για τον γάμο. Αποκλείοντας όμως η νομοθεσία για το γάμο τα ομόφυλα ζευγάρια, μολονότι αυτά έχουν το δικαίωμα σύναψης συμφώνου με τα ίδια ακριβώς δικαιώματα, εισάγει αθέμιτη διάκριση με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό: η κοινωνική βαρύτητα που ενέχει το σύμφωνο συμβίωσης ως ένας νέος θεσμός είναι εντελώς ασυγκριτη με την ιστορία και το οικουμενικά αναγνωρίσιμο κύρος του θεσμού του πολιτικού γάμου. Παρέχοντας τα ίδια ακριβώς δικαιώματα, αλλά αποκλείοντας την ομάδα των ομόφυλων ζευγαριών από το δικαίωμα γάμου, η νομοθεσία επιφυλάσσει διακριτική μεταχείριση, ακριβώς επειδή το σύμφωνο συμβίωσης είναι θεσμός κοινωνικά υποδεέστερος.

Κι αυτό δεν αλλάζει με καμία νομοθεσία.

Ανώνυμος είπε...

Πράγματι, καμμιά νομοθεσία δεν θα ήταν σε θέση να πετύχει την πλήρη εξομοίωση γάμου και συμφώνου, διότι αν πράγματι επιθυμούσε κάτι τέτοιο απλώς θα συνένωνε τους δύο θεσμούς και θα προέβλεπε γάμο για όλους (και ομοφύλους), οπότε το σύμφωνο εξ ορισμού ρέπει προς την παλαιά μνηστεία. Άλλο αυτό, όμως, και άλλο η ηθελημένη υπονόμευση. Σωστή η φιλελεύθερη αντίληψη περί συμφώνου, εξ ου άλλωστε η διάταξη περί μονομερούς λύσης (μείον το βλακώδες πατερναλιστικό εξάμηνο), και δεν νομίζω ότι η αντίληψη αυτή θα διαταρασσόταν με το να έλεγε ο νόμος "πρώτα λύσε το σύμφωνό σου και ύστερα κάνε γάμο". Η υποχρέωση προηγούμενης ενημέρωσης του αντισυμβαλλομένου αποτελεί εκδήλωση στοιχειώδους σεβασμού (προς εκείνον και προς το θεσμό), όχι πατερναλισμού.

e-Lawyer είπε...

-"ηθελημένη υπονόμευση".

> Υπονόμευση ως προς τι; Ως προς την αντίληψη ότι το σύμφωνο πρέπει να αποτελεί έναν θεσμό που διέπεται από το αναγκαστικό δίκαιο, όπως ο γάμος. Δηλαδή να μας λέει το κράτος πότε θα ισχύουν τα συμβόλαιά μας; Αν συμφωνείτε με την σοσιαλδημοκρατική αντίληψη, ίσως. Αλλά φαίνεται ότι αντιλαμβάνεστε το σύμφωνο ως θεσμό της φιλελεύθερης προσέγγισης.

Ανώνυμος είπε...

Το "να μας λέει το κράτος πότε θα ισχύουν τα συμβόλαιά μας" είναι, εν τέλει, αναπόφευκτο ακόμη και στις πλέον φιλελεύθερες προσεγγίσεις, αφού σε περιπτώσεις κρίσεων τη λύση καλείται να δώσει η δικαιοσύνη, δηλαδή το κράτος. Τούτο δεν σημαίνει κατ' ανάγκην ασφυκτικές ρυθμίσεις: πράγματι, το αναγκαστικό δίκαιο δεν χρειάζεται να ρυθμίζει τίποτε πέραν των ελαχίστων ορίων αλληλοσεβασμού των μερών, και στα ελάχιστα αυτά όρια (θα έπρεπε να) συμπεριλαμβάνεται η αποτροπή του ενδεχομένου λύσης μιάς σύμβασης εν αγνοία ενός εκ των συμβαλλομένων.

Απαγόρευση λειτουργίας καμπάνας ναού λόγω ηχορύπανσης

  Σε υπόθεση που εκπροσωπώ τον θιγόμενο πολίτη, μετά από 2 προσωρινές διαταγές, το Πρωτοδικείο Καλαμάτας εξέδωσε και απόφαση ασφαλιστικών μ...