Τρίτη, Μαΐου 24, 2016

Η δημοσιογραφική κάλυψη του προσφυγικού ζητήματος


Οι διαρκώς πυκνότερες μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές αποτελούν καθημερινά αντικείμενο της διεθνούς και της εγχώριας ειδησεογραφίας. Η σύγχρονη αρχιτεκτονική της υποδοχής των προσφύγων, με την δημιουργία νεοφυών δομών (hot spots κλπ), αλλά και οι διαδρομές και οι θαλάσσιες πορείες που ακολουθούν τα προσφυγικά ρεύματα αναπροσδιορίζουν σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο της δημοσιογραφικής κάλυψης. Η ίδια η κάλυψη, επίσης, δεν γίνεται πλέον μόνο από τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης, αλλά σε αυτά προστίθενται οι πολίτες που χειρίζονται τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως και οι μη κυβερνητικές οργανώσεις που συντρέχουν την Πολιτεία και συχνά υποκαθιστούν την έλλειψη δομών. Αυτές οι ιδιαίτερες διαστάσεις που παρουσιάζει η κάλυψη του εν λόγω φαινομένου εγείρουν μια σειρά από ζητήματα δεοντολογίας, αλλά και νομικής διαχείρισης, ενόψει των αντικρουόμενων δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναπτύσσονται αφενός μεταξύ δημοσιογράφων – προσφύγων, αλλά και ανάμεσα στα κράτη και τους τρίτους που συμπράττουν στην υποδοχή των μεταναστευτικών και προσφυγικών ρευμάτων. Σε αυτό το άρθρο θα ασχοληθούμε με αυτές τις διαστάσεις, υπό το φως του ισχύοντος ευρωπαϊκού δικαίου.

Η κρατική παρέμβαση

Στις 29.2.2016 κυκλοφόρησε ένα δελτίο τύπου από τον  Έλληνα Αναπληρωτή Υπουργό με αρμοδιότητες σχετικές με το μεταναστευτικό και προσφυγικό ζήτημα. Ήταν μάλλον λακωνικό, αλλά δεν άφηνε και πολλά περιθώρια παρερμηνείας. Ανέφερε επί λέξει: “Κατόπιν συνεννόησης με τους συντονιστές των Κέντρων Υποδοχής τόσο στα νησιά όσο και στην ηπειρωτική Ελλάδα, δεν θα δίδονται άδειες σε τηλεοπτικά συνεργεία και δημοσιογράφους προκειμένου να εισέρχονται στους χώρους που φιλοξενούνται πρόσφυγες, μέχρι νεωτέρας. Ευχαριστούμε για την κατανόησή σας”. Αμέσως ξέσπασε δημόσια κατακραυγή: το κράτος απαγορεύει την πρόσβαση του Τύπου και των ΜΜΕ στην πληροφόρηση και μάλιστα κατόπιν “συνεννόησης” με τους συντονιστές των κέντρων υποδοχής. Σημειωτέον ότι ο συντονισμός των κέντρων υποδοχής είχε προ λίγων ημερών ανατεθεί στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, σε συνεργασία με την Υπηρεσία Ασύλου και την Υπηρεσία Πρώτης Υποδοχής, τους κοινωνικούς φορείς και τις μη κυβερνητικές οργανώσεις που επικουρούν την λειτουργία των δομών, αποκλειστικώς σε ό,τι αφορά στη µεταφορά, διαµονή, σίτιση και υγειονοµική περίθαλψη των προσφύγων και µεταναστών  (άρθρο 96 Ν.4368/2016). Το ερώτημα είναι αν αυτή η απόλυτη απαγόρευση “μέχρι νεωτέρας” είναι συμβατή με την θεμελιώδη ελευθερία της πρόσβασης στην πληροφόρηση και με την ελεύθερη μετάδοση πληροφοριών. Η απάντηση δεν είναι τόσο αυτονόητη, όσο ίσως φαίνεται, καθώς θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον η κρατική παρέμβαση αποτροπής της δημοσιογραφικής κάλυψης πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει το ευρωπαϊκό δίκαιο. 

Το ευρωπαϊκό δίκαιο 

Το νομοθέτημα που περιλαμβάνει τους σχετικούς κανόνες στάθμισης είναι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (“ΕΣΔΑ”). Στο άρθρο 10 της ΕΣΔΑ (“ελευθερία της έκφρασης”) προβλέπεται τόσο το θετικό περιεχόμενο όσο και οι αποδεκτοί περιορισμοί του. Στην πρώτη παράγραφο κατοχυρώνεται η ελευθερία της έκφρασης ως ανθρώπινο δικαίωμα το οποίο έχει ως φορέα του κάθε άνθρωπο, άρα ανεξάρτητα από άλλες ιδιότητες (δημοσιογράφος, μπλόγκερ κ.τ.λ.).  Ως παράμετρος της ελευθερίας της έκφρασης προβλέπονται τρία συγκεκριμένα δικαιώματα: η ελευθερία της γνώμης και τα δικαιώματα λήψης και μετάδοσης πληροφοριών και ιδεών, χωρίς παρέμβαση από δημόσια αρχή και ασχέτως συνόρων. Ωστόσο, σε αυτή την πρώτη παράγραφο, το άρθρο 10 αναφέρει ότι δεν απαγορεύεται στα κράτη να επιβάλλουν διαδικασίες αδειοδότησης για τις επιχειρήσεις μετάδοσης εκπομπών, την τηλεόραση ή τον κινηματογράφο. Επομένως, η απαγόρευση κρατικής παρέμβασης αφορά κατ' αρχήν την ενάσκηση της ελευθερίας της έκφρασης σε όλες τις διαστάσεις της, εκτός από το καθεστώς αδειοδότησης των συγκεκριμένα αναφερόμενων μέσων ενημέρωσης. 

Στην δεύτερη παράγραφο, το άρθρο 10 προβλέπει τους επιτρεπτούς περιορισμούς στους που κατά την ΕΣΔΑ μπορεί να επιβάλλει το κράτος στην ελευθερία της έκφρασης. Διευκρινίζεται ότι η άσκηση των ελευθεριών αυτών “συνεπάγεται καθήκοντα και ευθύνες”, γεγονός που σημαίνει ότι η ΕΣΔΑ αναγνωρίζει ότι μπορεί μεν κάθε πρόσωπο να έχει την ελευθερία της λήψης και μετάδοσης πληροφοριών, αλλά οι περιορισμοί μπορεί να ποικίλλουν, ανάλογα με τα καθήκοντα και τις ευθύνες που αναγνωρίζει ο νόμος για κάθε φορέα της ελευθερίας αυτής. Η δημοσιογραφική δεοντολογία, για παράδειγμα, αποτελεί ένα σύνολο κανόνων ενάσκησης του επαγγέλματος που μπορεί να ποικίλουν όχι μόνο από περιοχή σε περιοχή, αλλά και ανάμεσα σε περισσότερες ενώσεις συντακτών της ίδιας χώρας. Είναι άλλα τα καθήκοντα και οι ευθύνες πάντως που αναλογούν στον γενικό πληθυσμό, στον κάθε πολίτη, κι άλλα αυτά που αφορούν τους επαγγελματίες δημοσιογράφους που δεσμεύονται από την δεοντολογία και από το σύνολο άγραφων κανόνων που εμείς οι νομικοί ονομάζουμε “τα συναλλακτικά ήθη του Τύπου”. 

Πέρα όμως από την αόριστη αναφορά σε “καθήκοντα και ευθύνες”, η δεύτερη παράγραφος προβλέπει και ότι η ενάσκηση αυτών των ελευθεριών μπορεί να υπόκειται σε “διατυπώσεις, όρους και περιορισμούς ή κυρώσεις” εφόσον αυτές περιγράφονται στον νόμο. Οι περιορισμοί της ελευθερίας λοιπόν πρέπει να προβλέπονται από νομοθετική διάταξη. Όχι όμως οποιαδήποτε νομοθετική διάταξη: ο νόμος θα πρέπει να είναι αναγκαίος “σε μια δημοκρατική κοινωνία” για μια σειρά από δικαιολογημένους στόχους. Αυτοί μπορεί να είναι η εθνική ασφάλεια, η εδαφική ακεραιότητα ή η δημόσια ασφάλεια, η αποτροπή των εκτροπών ή του εγκλήματος, η προστασία της υγείας και των ηθών, η αποτροπή της κοινοποίησης πληροφοριών που συλλέχθησαν με εμπιστευτικότητα ή η προστασία του κύρους και της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας. 

Επομένως, περιορισμοί στην ελευθερία της λήψης και μετάδοσης πληροφοριών δεν μπορούν να επιβληθούν με διαταγές που περιέχονται σε δελτία τύπου. Αν αυτό το δελτίο τύπου δεν βασίζεται σε κάποια νομοθετική διάταξη που πληροί τις παραπάνω προϋποθέσεις, η κρατική απαγόρευση της πρόσβασης των δημοσιογράφων είναι αντίθετη στο ευρωπαϊκό δίκαιο. Το δελτίο τύπου, προβλέποντας αυτή την ανεπιφύλακτη και καθολική απαγόρευση “μέχρι νεοτέρας”, εφόσον εφαρμοστεί από τις κρατικές αρχές στην πράξη, θα συνιστά παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι απαγορεύεται στο κράτος θεσπίσει νομοθετικές διατάξεις που περιορίζουν την δημοσιογραφική πρόσβαση, σύμφωνα με τις ανωτέρω προδιαγραφές της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου. 

Τα δικαιώματα των προσφύγων

Εύλογοι και νόμιμοι περιορισμοί στην ειδησεογραφική κάλυψη του προσφυγικού φαινομένου ήδη προβλέπονται στην ισχύουσα νομοθεσία. Ο κυριότερος περιορισμός είναι αυτός που αφορά την προστασία των προσωπικών δεδομένων, της ιδίας εικόνας και των δικαιωμάτων ιδιωτικότητας των ίδιων των προσώπων που αποτελούν τα υποκείμενα της ειδησεογραφικής κάλυψης. Οι αυτονόητοι κανόνες της συγκατάθεσης για την λήψη και μετάδοση των εικόνων τους ισχύουν και για αυτούς! Όλα τα κράτη μέλη της Ε.Ε. έχουν ενσωματώσει την Οδηγία 95/46 για την προστασία των φυσικών προσώπων (άρα ανεξάρτητα από το αν είναι πολίτες του κράτους που βρίσκονται ή όχι) από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι η προσφυγική ιδιότητα και το γεγονός ότι ένα πρόσωπο μπορεί να βρίσκεται μόνο προσωρινά σε μια περιοχή δεν σημαίνει ότι αποστερούν το υποκείμενο από τα δικαιώματα σεβασμού της προσωπικότητάς του. Μόνο με την συγκατάθεση τους μπορούν να συλλέγονται και να μεταδίδονται πληροφορίες που τους εξατομικεύουν, δηλαδή που καθιστούν ταυτοποιήσιμα τα πρόσωπά τους, τις ιστορίες τους, την κατάσταση της υγείας τους,  τιςιατρικές πληροφορίες τα δεδομένα που τους αφορούν. 

Αυτές οι υποχρεώσεις δεσμεύουν όχι μόνο τους επαγγελματίες δημοσιογράφους, αλλά κάθε πολίτη και κάθε κοινωνικό φορέα που μπορεί να συμμετέχει στην κοινωνία των πληροριών που σχετίζονται με το προσφυγικό φαινόμενο. 

Ζήτημα δημιουργείται με την αναμετάδοση φωτογραφιών νεκρών. Σε αυτή την περίπτωση, ο νόμος διαχωρίζει την βαρύτητα των υποχρεώσεων, καθώς ένα νεκρό σώμα παύει να φέρει την ιδιότητα του “φυσικού προσώπου”, οπότε παύουν να ισχύουν και οι διατάξεις για την προστασία προσωπικών δεδομένων. Το νεκρό σώμα θεωρείται νομικά “υπόλειμμα της προσωπικότητας”, το οποίο διέπουν ειδικές διατάξεις σχετικά με την ταφή κ.τ.λ. και όχι οι γενικές διατάξεις που ισχύουν για την προστασία των ζώντων. Αυτό δεν σημαίνει ότι επιτρέπεται άνευ ετέρου η ελεύθερη λήψη και αναμετάδοση φωτογραφιών νεκρών. Η νομοθεσία διαφέρει από χώρα σε χώρα, παντού όμως υπάρχουν διατάξεις που απαγορεύουν την προσβολή της μνήμης νεκρού. Σε οριακές περιπτώσεις, η αναμετάδοση φωτογραφιών νεκρών μπορεί να οδηγήσουν σε δικαστικές ενέργειες εις βάρος των προσώπων που αναμεταδίδουν το συγκεκριμένο υλικό. Αντίστοιχα, οι κανόνες της δημοσιογραφικής δεοντολογίας μπορεί να επιβάλλουν πρόσθετες και πιο συγκεκριμένες απαγορεύσεις σε φωτορεπόρτερς και δημοσιογράφους. Ωστόσο, η αναπαραγωγή φωτογραφιών νεκρών σωμάτων μπορεί να αποτελεί ένα αδιάσπαστο αντικείμενο που συνδέεται με την πληρότητα της δημοσιογραφικής κάλυψης και ειδικοί λόγοι να επιτρέπουν σχετικά δημοσιεύματα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, θα κατισχύει η ελευθερία της λήψης και μετάδοσης πληροφοριών όπως προβλέπεται από το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ. Θα είναι όμως ένα ζήτημα στάθμισης. 

Το δικαίωμα ενημέρωσης των πολιτών

Η κοινή γνώμη, τοπική και διεθνής αναπτύσσει ένα αυξημένο έννομο συμφέρον για την πλήρη ενημέρωσή της σε σχέση με το προσφυγικό και μεταναστευτικό ζήτημα. Το δικαίωμα αυτό του κοινού όμως, δεν ικανοποιείται με την αναπαραγωγή παραπλανητικών πληροφοριών και κατασκευασμένων ιστοριών (“hoaxes”), οι οποίες εντείνουν τα ήδη βεβαρημένα συναισθήματα που σχετίζονται με το προσφυγικό πρόβλημα. Δυστυχώς σε περιόδους κρίσεως, η συνωμοσιολογία, όπως και η προπαγάνδα, βρίσκουν εύφορο έδαφος. Εδώ ο ρόλος της δημοσιογραφικής δεοντολογίας και της αυτορρύθμισης των ίδιων των δημοσιογραφικών ενώσεων είναι πιο αυξημένος. Ο ρόλος του νόμου περιορίζεται σε ακραίες περιπτώσεις (“διασπορά ψευδών ειδήσεων που προκαλούν πανικό στο κοινό”).  Οι κώδικες δεοντολογίας και τα εποπτικά όργανα είναι αυτά που πρέπει να επαγρυπνούν, ώστε να αποφεύγονται υπερβολές και καταχρήσεις της ελευθερίας του λόγου και της ενημέρωσης. 

Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις

Σύμφωνα με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις έχουν ένα αυξημένο δικαίωμα πρόσβασης στην πληροφόρηση που προσιδιάζει σε αυτό των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Οι διεθνείς οργανώσεις έχουν μάλιστα υπεύθυνους τύπου και αναπτύσσουν έντονη επικοινωνιακή δραστηριότητα που προσιδιάζει με τα πρακτορεία τύπου. Είναι εντελώς διαφορετικό λοιπόν να μεταδίδεται μια σκληρή εικόνα μέσα από την επικοινωνιακή πλαισίωση στην οποία την υποβάλλει μια επαγγελματική μη κυβερνητική οργάνωση και είναι διαφορετική η ωμή αναπαραγωγή από τους απλούς χρήστες του Διαδικτύου. Σκοπός των διεθνών οργανώσεων είναι η άσκηση πολιτικής πίεσης προς τις κυβερνήσεις για την εξεύρεση λύσεων για τα προσφυγικά προβλήματα και για τον σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Παράλληλα, σκοπός τους είναι η ανάπτυξη επίγνωσης (raising of awareness) στο γενικό κοινό, ώστε αυτό να ευαισθητοποιείται και να διαμορφώσει μια κουλτούρα αξίωσης λογοδοσίας των πολιτικών προσώπων και των δημόσιων αρχών. Αυτά τα χαρακτηριστικά όμως διαφοροποιούν τους στόχους των ΜΚΟ σε σχέση με την αποστολή των μέσων μαζικής ενημέρωσης: οι αρχές της δημοσιογραφικής δεοντολογίας ενδεχομένως να διέπουν τους δημοσιογράφους ή συμβούλους επικοινωνίας που εργάζονται σε μια ΜΚΟ, δεν μπορούν όμως να εφαρμόζονται αυτούσιοι στην ίδια την ΜΚΟ. Οι ΜΚΟ δεν θα έχουν πιθανώς υποχρέωση, για παράδειγμα, να αναζητήσουν και να παραθέσουν την “αντίθετη άποψη”, όπως οφείλουν να πράττουν οι δημοσιογράφοι. Διότι οι ΜΚΟ συνήθως θα είναι οι ίδιες φορείς συγκεκριμένων θέσεων και προτάσεων, άρα οιονεί “παίκτες” που συνεπικουρούν τις δημόσιες αρχές στην υποδοχή των προσφύγων. 

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης

 Οι μεμονωμένοι χρήστες, ιδίως όταν δεν φέρουν την ιδιότητα του μέλους μιας ένωσης συντακτών, θα είναι κατά τεκμήριο οι πιο ανεξέλεγκτοι φορείς της ελευθερίας της έκφρασης: τα “καθήκοντα και οι ευθύνες” τους δεν εξειδικεύονται από κώδικες δεοντολογίας, αλλά ταυτίζονται κατά τεκμήριο με τις γενικές διατάξεις και τις υποχρεώσεις κάθε πολίτη. 

Οι μεμονωμένοι ακτιβιστές ή εθελοντές των ΜΚΟ και οι ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι χρησιμοποιούν επίσης τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να διαδώσουν πληροφορίες σχετικά με το μεταναστευτικό και το προσφυγικό φαινόμενο. Είναι βέβαια εντελώς διαφοροποιημένη η ένταση που ένας μεμονωμένος πολίτης μπορεί να ευαισθητοποιήσει την κοινή γνώμη, σε σύγκριση με το αντίστοιχο έννομο συμφέρον μιας διεθνούς ΜΚΟ. Έτσι, ενώ η αναπαραγωγή φωτογραφιών νεκρών μπορεί για λόγους ελευθερίας της έκφρασης να είναι ανεκτή από μια διεθνή οργάνωση, η αντίστοιχη μετάδοση από μεμονωμένους χρήστες θα κριθεί με εντελώς διαφορετικά κριτήρια.

Το μέλλον 

Ποτέ δεν γνωρίζει κανείς που και ποιος θα είναι αύριο ο πρόσφυγας που βλέπουμε σε μια ειδησεογραφική κάλυψη. Από την άλλη πλευρά, η πληροφορία είναι ένα αγαθό που πολύ δύσκολα ρυθμίζεται και υπακούει σε κανόνες νομικούς, δεοντολογικούς ή άλλους. Η ιδιωτικότητα και η προστασία της προσωπικής ζωής σε περιόδους κρίσης είναι ένα εξαιρετικά ευαίσθητο δικαίωμα επίσης που μπορεί να παραβιαστεί ακόμη και χωρίς να υπάρχει κακοποιητική πρόθεση. Ο δημοσιογράφος που καλύπτει το προσφυγικό και μεταναστευτικό φαινόμενο πρέπει πάντοτε να έχει κατά νου ότι το αντικείμενο του ρεπορτάζ είναι υποκείμενο: άνθρωποι που διεκδικούν την ζωή τους και αύριο. Αυτή η αναζήτηση ενός καλύτερου μέλλοντος είναι που πρέπει να αποτελεί κυρίαρχο γνώμονα στις επιλογές που θα πρέπει αναγκαστικά να γίνουν κατά την κάλυψη ενός τόσο εκτεταμένου διεθνούς φαινομένου που καταγράφει ιστορικά δεδομένα στην ευρύτερη περιοχή μας. 


[Συντομευμένη εκδοχή του άρθρου δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Δημοσιογραφία - Columbia Journalism Review"]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Απαγόρευση λειτουργίας καμπάνας ναού λόγω ηχορύπανσης

  Σε υπόθεση που εκπροσωπώ τον θιγόμενο πολίτη, μετά από 2 προσωρινές διαταγές, το Πρωτοδικείο Καλαμάτας εξέδωσε και απόφαση ασφαλιστικών μ...