Πέμπτη, Οκτωβρίου 22, 2026

Η διαγραφή δεδομένων βάφτισης από καθολική εκκλησία

 

Τα θρησκεύματα δεν έχουν κανένα πρόβλημα να καταχωρούν στα κατάστιχά τους νέους πιστούς χωρίς να τους ερωτούν, όπως γίνεται με τον νηπιοβαπτισμό. Πρόκειται για το προπατορικό αμάρτημα της ίδιας της Εκκλησίας: χωρίς καν να μπορεί να ερωτηθεί το άτομο και χωρίς να μπορεί να συναινέσει, εντάσσεται αυτόματα, κατ' επιλογή των γονιών του φυσικά, σε ένα συγκεκριμένο θρήσκευμα. Άλλα θρησκεύματα έχουν ακόμη πιο βαριές διαδικασίες παραβίασης δικαιωμάτων κατά την ένταξη πιστών, ακόμη και με ανεπανόρθωτες σωματικές επεμβάσεις όπως είναι η περιτομή. Αυτά όλα για κάποιον λόγο τα έχουμε αποδεχθεί ως κανονικότητα. Το θέμα είναι όταν ένα ενήλικο άτομο επιθυμεί να διαγραφεί από τα εκκλησιαστικά κατάστιχα. Δεν εννοώ εδώ τη μεταβολή της καταχώρισης θρησκεύματος στο ληξιαρχείο, αλλά τη διαγραφή των προσωπικών δεδομένων του ατόμου από την ίδια την εκκλησιαστική εγγραφή της βάφτισης. Κάτι στο οποίο όλες οι εκκλησίες αντιστέκονται σθεναρά: άπαξ κι έχεις βαφτιστεί, τελείωσες. Είσαι δικός τους για πάντα! Αυτό φυσικά δεν μπορεί να γίνει ανεκτό σε ένα κράτος δικαίου και από πέρσι υπάρχει μια τέτοια προσφυγή με προδικαστικό ερώτημα ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
 
Πρόκειται για την υπόθεση C-12/25, Bisdom Gent VZW κατά Gegevensbeschermingsautoriteit, η οποία προέρχεται από το Βέλγιο και αφορά ακριβώς το δικαίωμα ενός ανθρώπου να απαιτήσει τη διαγραφή των προσωπικών δεδομένων του από τα μητρώα βαπτίσεων της Καθολικής Εκκλησίας. Ένας πολίτης, ο οποίος είχε βαπτιστεί όταν ήταν ανήλικος, ζήτησε από την Επισκοπή της Γάνδης να διαγράψει την εγγραφή της βάπτισής του, επικαλούμενος το δικαίωμα διαγραφής του άρθρου 17 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (ΓΚΠΔ). Η Επισκοπή αρνήθηκε, υποστηρίζοντας ότι η βάπτιση αποτελεί ιστορικό γεγονός που δεν μπορεί να αναιρεθεί και ότι τα εκκλησιαστικά μητρώα πρέπει να διατηρούν την καταγραφή του. Η βελγική Αρχή Προστασίας Δεδομένων δικαίωσε τον πολίτη και διέταξε τη διαγραφή των δεδομένων του, αλλά η Επισκοπή προσέφυγε στη Δικαιοσύνη. Το Εφετείο Βρυξελλών υπέβαλε προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να διευκρινιστεί πώς εφαρμόζεται ο ΓΚΠΔ στα εκκλησιαστικά μητρώα και πώς συνδυάζεται το δικαίωμα διαγραφής με τη θρησκευτική αυτονομία.
 
Τα ερωτήματα που υπέβαλε το Εφετείο στο ΔΕΕ είναι: 
 
1. Δικαίωμα διαγραφής από το μητρώο βαπτίσεων
Έχει το άρθρο 17 παρ. 1 του ΓΚΠΔ, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το δικαίωμα προστασίας των προσωπικών δεδομένων που κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, την ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 10 του Χάρτη και στο άρθρο 9 της ΕΣΔΑ, καθώς και την αρχή του διαχωρισμού Εκκλησίας και Κράτους που προβλέπεται στα άρθρα 19 και 21 του βελγικού Συντάγματος, την έννοια ότι ένα πρόσωπο το οποίο βαπτίστηκε ως ανήλικο και επιθυμεί, ως ενήλικο, να αποστασιοποιηθεί από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία έχει ή δεν έχει δικαίωμα διαγραφής των προσωπικών δεδομένων του από το μητρώο βαπτίσεων;
 
2. Θρησκευτική ελευθερία της Εκκλησίας
Έχει συναφώς σημασία, για τους σκοπούς του άρθρου 17 παρ. 1 στοιχ. γ΄ του ΓΚΠΔ, το γεγονός ότι, κατά τον υπεύθυνο επεξεργασίας, η καταχώριση στο μητρώο βαπτίσεων αφορά τα προαναφερθέντα θεμελιώδη δικαιώματα (θρησκευτική ελευθερία) του ίδιου του υπευθύνου επεξεργασίας και της κοινότητας της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας την οποία εκπροσωπεί;
 
3. Έντυπη μορφή του μητρώου
Έχει συναφώς σημασία το γεγονός ότι το μητρώο βαπτίσεων δεν είναι ψηφιακό, αλλά αποτελεί μοναδικό υλικό φορέα υπό τη μορφή βιβλίου με σελίδες δύο όψεων, στην πίσω πλευρά των οποίων περιλαμβάνονται επίσης δεδομένα άλλων υποκειμένων;
 
4. Ιστορική αξία και αρχειοθέτηση προς το δημόσιο συμφέρον
Έχει συναφώς σημασία το γεγονός ότι το ίδιο το βιβλίο αποτελεί ιστορικό τεκμήριο και ότι το μητρώο βαπτίσεων συνιστά μοναδική καταγραφή ιστορικών γεγονότων τα οποία δεν έχουν καταγραφεί αλλού, με αποτέλεσμα η επεξεργασία των δεδομένων να πραγματοποιείται επίσης για σκοπούς αρχειοθέτησης προς το δημόσιο συμφέρον, επιστημονικής ή ιστορικής έρευνας ή στατιστικούς σκοπούς, κατά την έννοια του άρθρου 17 παρ. 3 στοιχ. δ΄ του ΓΚΠΔ;
 
5. Αρκεί η σημείωση αποχώρησης από την Εκκλησία;
Στον βαθμό που υφίσταται δικαίωμα διαγραφής δεδομένων κατά την έννοια του άρθρου 17 παρ. 1 του ΓΚΠΔ και εφόσον δεν εφαρμόζεται κάποια εξαίρεση από το δικαίωμα αυτό κατά την έννοια του άρθρου 17 παρ. 3 του ΓΚΠΔ, ικανοποιείται κατ' αναλογία το δικαίωμα διαγραφής με την προσθήκη σημείωσης στο περιθώριο του μητρώου βαπτίσεων ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο έχει αποχωρήσει από την Εκκλησία;
 
Την 1η Οκτωβρίου 2026 δημοσιεύθηκαν οι προτάσεις της γενικής εισαγγελέως Laila Medina, οι οποίες απευθύνονται προς τους Δικαστές και εισηγούνται έναν τρόπο απάντησης στα προδικαστικά ερωτήματα. Η γενική εισαγγελέας υποστηρίζει ότι ένα πρόσωπο που βαπτίστηκε ως ανήλικο και στη συνέχεια αποφάσισε να αποχωρήσει από τη θρησκευτική κοινότητα μπορεί καταρχήν να απαιτήσει τη διαγραφή των προσωπικών δεδομένων του. Η Εκκλησία δεν απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις του ΓΚΠΔ λόγω της θρησκευτικής της φύσης ούτε αρκεί να επικαλεστεί γενικά τη σημασία της διατήρησης των εκκλησιαστικών αρχείων. Οφείλει να αποδείξει συγκεκριμένους επιτακτικούς νόμιμους λόγους που δικαιολογούν τη συνέχιση της επεξεργασίας. Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης η θέση ότι η απλή προσθήκη μιας σημείωσης περί αποχώρησης από την Εκκλησία ή η διαγραφή με μια γραμμή που αφήνει τα στοιχεία αναγνώσιμα δεν ισοδυναμεί με πραγματική διαγραφή κατά την έννοια του ΓΚΠΔ. Η γενική εισαγγελέας διακρίνει, πάντως, τη διαγραφή των προσωπικών δεδομένων από την εξάλειψη του ιστορικού γεγονότος της βάπτισης, ενώ αναγνωρίζει ότι πρέπει να εξετάζονται οι συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε περίπτωσης.
 
Προσωπικά θα ήμουν πολύ πιο κάθετος: δεν υπάρχει απολύτως κανένα έννομο συμφέρον ή δικαίωμα της εκκλησίας να διατηρήσει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στο αρχείο της, δεδομένου ότι όταν τα συμπεριέλαβε το άτομο ήταν βρέφος. Για μένα είναι τελείως ξεκάθαρο ότι η μόνη λύση είναι η απόλυτη διαγραφή, με απόδειξη καταστροφής των στοιχείων και βεβαίωση περί μη τήρησης αντιγράφου. Για τα "άλλα δεδομένα άλλων ανθρώπων" δεν μας ενδιαφέρει καθόλου αν θα καταστραφούν: να ειχαν μεριμνήσει να ψηφιοποιήσουν τα μητρώα τους οι παπάδες. Σιγά μην δεχτούμε ότι αυτός είναι σοβαρός λόγος μη διαγραφής!
 
Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έχει ακόμη εκδώσει την οριστική απόφασή του και οι προτάσεις της γενικής εισαγγελέως δεν είναι δεσμευτικές. Ωστόσο, η υπόθεση αναδεικνύει μια θεμελιώδη σύγκρουση ανάμεσα στη θρησκευτική αυτονομία των εκκλησιών και στο δικαίωμα του ατόμου να ελέγχει την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων που αποκαλύπτουν τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι εάν η Εκκλησία μπορεί να θεωρεί, σύμφωνα με το δόγμα της, ότι η βάπτιση έχει ανεξάλειπτο χαρακτήρα. Είναι εάν αυτή η θεολογική αντίληψη μπορεί να δικαιολογήσει τη διατήρηση προσωπικών δεδομένων ενός ανθρώπου που δεν επιθυμεί πλέον να ανήκει στη συγκεκριμένη θρησκευτική κοινότητα. Η απόφαση που αναμένεται θα έχει ιδιαίτερη σημασία για την εφαρμογή του δικαιώματος διαγραφής σε θρησκευτικά αρχεία σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, συμπεριλαμβανομένης φυσικά της Ελλάδας.
 
Η πιθανότερη κατά τη γνώμη μου έκβαση είναι να κρίνει το ΔΕΕ ότι η Εκκλησία, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, υπάγεται στις υποχρεώσεις του ΓΚΠΔ και ότι η επίκληση της ανεξάλειπτης φύσης του μυστηρίου της βάπτισης δεν αρκεί από μόνη της για να αποκλείσει το δικαίωμα διαγραφής. Θα πρέπει να αποδεικνύεται συγκεκριμένη νομική βάση για τη διατήρηση των δεδομένων και, όπου εφαρμόζεται το άρθρο 21 παρ. 1 ΓΚΠΔ, επιτακτικοί νόμιμοι λόγοι που υπερισχύουν των δικαιωμάτων του υποκειμένου.

Η αντίδραση της Επιτροπής Επισκοπικών Διασκέψεων της ΕΕ (COMECE), η οποία εξέφρασε έντονη ανησυχία για τις προτάσεις Medina, επιβεβαιώνει τη θεσμική σημασία της διαφοράς, χωρίς βεβαίως να προδικάζει την κρίση του Δικαστηρίου.

Τρίτη, Οκτωβρίου 20, 2026

Κλιμάκωση αποστολής μη ζητηθέντων μηνυμάτων από δημόσιες υπηρεσίες

 

Τα Υπουργεία και οι δημόσιες υπηρεσίες θεωρούν πλέον ότι μπορούν να κάνουν κυριολεκτικά ό,τι θέλουν με τα προσωπικά δεδομένα των πολιτών.
 
Πρώτα ήταν το SMS του Υπουργείου Μεταφορών που, χωρίς να έχει καμία απολύτως αρμοδιότητα έστειλε στις 24.10.2025 ανακριβή δεδομένα για τους νεκρούς του τριημέρου της 28ης, τα οποία διέψευσε το ίδιο το Αρχηγείο της ΕΛ.ΑΣ. με επιστολή του (αυτό είναι το αρμόδιο όργανο να ενημερώσει το κοινό κι όχι το Μεταφορών) ότι οι νεκροί ήταν λιγότεροι.
 
Μετά ήταν το e-mail του Υπουργείου Υγείας που χωρίς καμία επίσης αρμοδιότητα έσπευσε να χρησιμοποιήσει τα προσωπικά δεδομένα της άυλης συνταγογράφησης για να στείλει σε όλους μήνυμα περί ασφαλούς κολύμβησης στην θάλασσα για άτομα τρίτης ηλικίας, ενώ αρμόδιο για το θέμα αυτό είναι το Λιμενικό Σώμα.
 
Τώρα ήρθε το e-mail πάλι του Υγείας που χωρίς καμία συγκατάθεση χρησιμοποίησε πάλι τα δεδομένα της ΗΔΥΚΑ για να στείλει ενημέρωση για τον Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων, ακόμη και σε πολίτες που έχουν εκφράσει την ρητή αντίρρησή τους να είναι δωρητές οργάνων. Όχι, να γίνουν με το ζόρι!
 
Ωραία φιλελεύθερη δημοκρατία!
 
Αυτά δεν γίνονταν ούτε στα πιο ακραία ολοκληρωτικά καθεστώτα.
 
Πρόκειται για κατάσταση που γενικεύεται σταδιακά, με τις παρεμβάσεις της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων να στερούνται αποτελεσματικότητας και την μόνη ελπίδα για ανάσχεση του φαινομένου να διαφαίνεται από τις δικαστικές αποφάσεις που επιδικάζουν αποζημιώσεις σε μεμονωμένους πολίτες που προσφεύγουν για την παράνομη επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων που τους αφορούν.
 
Σε όλη την Ευρώπη εφαρμόζονται ενιαίοι κανόνες για την προστασία προσωπικών δεδομένων στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, δηλαδή οι κανόνες της Οδηγίας 2002/58, εκτός από την Ελλάδα, η οποία επιμένει να επιλύει τα θέματα αυτά με γενικές διατάξεις και αποφεύγοντας την κεντρική έννοια στο θέμα αυτό: την συγκατάθεση.
 
Η Ιταλική Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων έχει ασχοληθεί με το θέμα των "κοινωφελών" SMS και e-mail εδώ και 25 χρόνια και έχει διευκρινίσει ότι αυτά επιτρέπονται μόνο με συγκατάθεση.
 
Η Ισπανική Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων διαπίστωσε παράβαση λόγω της αποστολής SΜS από το Ισπανικό Υπουργείο Εξωτερικών που έστελνε χωρίς συγκατάθεση ενημέρωση σε ισπανούς όταν έβγαιναν στο εξωτερικό με πληροφορίες για το πού θα βρούν την πρεσβεία της Ισπανίας, χωρίς να το ρωτήσει κανείς.
 
Η Βελγική Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων επέβαλε και πρόστιμο 10.000 ευρώ στην δημόσια υπηρεσία σιδηροδρόμων διότι μαζί με ένα ενημερωτικό e-mail που έστειλε στους πολίτες σχετικά με κάποια δικαιώματα, περιλάμβανε και τιμές εισιτηρίων που μπορούσαν να αγοραστούν ηλεκτρονικά και επομένως κρίθηκε ότι ήταν spam.
 
Παντού έχει λυθεί το θέμα, εδώ περιμένουμε να μας το λύσουν τα δικαστήρια. Όμως, δεν το βάζουμε κάτω: οι πολίτες είναι πλέον ενήμεροι για τα δικαιώματα τους και είναι και αποφασισμένοι να αξιώσουν τον σεβασμό ακόμη και με αγωγές αποζημιώσεων.
Μέχρι να συνειδητοποιήσει αυτό το Κράτος ότι τα δεδομένα μας δεν του ανήκουν.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 16, 2026

Τα γυαλιά με κάμερες καταδικάζονται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων

 Στις 13 Οκτωβρίου 2026, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων (ΕΣΠΔ – EDPB) εξέδωσε δήλωση σχετικά με τους κινδύνους που δημιουργεί η χρήση έξυπνων γυαλιών με ενσωματωμένες κάμερες, μικρόφωνα και συστήματα τεχνητής νοημοσύνης, ιδίως όταν επιτρέπουν την καταγραφή, αναγνώριση και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων τρίτων προσώπων χωρίς αυτά να το γνωρίζουν.

Το ΕΣΠΔ επισημαίνει ότι η χρήση αυτών των συσκευών παραβιάζει τις ακόλουθες διατάξεις:

1. Άρθρο 5 παρ. 1 στοιχ. α΄ ΓΚΠΔ – Αρχές νομιμότητας, αντικειμενικότητας και διαφάνειας. Η αφανής καταγραφή εικόνας και ήχου τρίτων προσώπων, χωρίς αυτά να γνωρίζουν ότι παρακολουθούνται ή ότι τα δεδομένα τους υποβάλλονται σε επεξεργασία, δημιουργεί σοβαρά ζητήματα νομιμότητας και διαφάνειας. Το ΕΣΠΔ υπογραμμίζει ότι η καταγραφή μπορεί να πραγματοποιείται ακόμη και όταν τα γυαλιά δεν διακρίνονται από τα συνηθισμένα γυαλιά οράσεως.

2. Άρθρα 12, 13 και 14 ΓΚΠΔ – Υποχρέωση ενημέρωσης των υποκειμένων. Τα πρόσωπα που καταγράφονται πρέπει να ενημερώνονται για την επεξεργασία των δεδομένων τους. Η ύπαρξη μιας μικρής φωτεινής ένδειξης δεν εξασφαλίζει αναγκαστικά επαρκή ενημέρωση. Το ΕΣΠΔ προτείνει συνδυασμό οπτικών, ηχητικών και άλλων τεχνικών ενδείξεων, οι οποίες θα είναι εμφανείς και δύσκολο να απενεργοποιηθούν.

3. Άρθρα 6 παρ. 1 και 7 ΓΚΠΔ – Έλλειψη νόμιμης βάσης και έγκυρης συγκατάθεσης. Η καταγραφή τρίτων προσώπων απαιτεί κατάλληλη νόμιμη βάση. Όταν αυτή είναι η συγκατάθεση, πρέπει να παρέχεται ελεύθερα, ειδικά, εν πλήρει επιγνώσει και με σαφή θετική ενέργεια, πριν από την επεξεργασία. Η εκ των υστέρων συγκατάθεση δεν νομιμοποιεί αναδρομικά την προηγούμενη καταγραφή. Η επίκληση έννομου συμφέροντος κατά το άρθρο 6 παρ. 1 στοιχ. στ΄ απαιτεί ειδική στάθμιση και δεν αρκεί από μόνη της για να δικαιολογήσει τη συστηματική καταγραφή τρίτων.

4. Άρθρα 5 παρ. 1 στοιχ. β΄ και 6 παρ. 4 ΓΚΠΔ – Περιορισμός του σκοπού. Η περαιτέρω αξιοποίηση εικόνων και ηχητικών καταγραφών για εμπορικούς σκοπούς ή για εκπαίδευση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης πρέπει να εξετάζεται ως προς τη συμβατότητά της με τον αρχικό σκοπό συλλογής. Το ΕΣΠΔ θεωρεί ιδιαίτερα δυσχερή τη δικαιολόγηση τέτοιων χρήσεων όταν τα καταγραφόμενα πρόσωπα αγνοούν ακόμη και την αρχική συλλογή των δεδομένων τους.

5. Άρθρο 9 ΓΚΠΔ – Επεξεργασία ειδικών κατηγοριών προσωπικών δεδομένων. Η επεξεργασία δεδομένων που αποκαλύπτουν ευαίσθητες πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων βιομετρικών δεδομένων για τη μοναδική ταυτοποίηση φυσικού προσώπου, απαιτεί την πλήρωση ειδικής εξαίρεσης του άρθρου 9 παρ. 2 ΓΚΠΔ, επιπλέον της νόμιμης βάσης του άρθρου 6.

6. Άρθρα 5 παρ. 1 στοιχ. γ΄ και ε΄ και 25 ΓΚΠΔ – Ελαχιστοποίηση δεδομένων και προστασία ήδη από τον σχεδιασμό και εξ ορισμού. Η συνεχής και αδιάκριτη καταγραφή εικόνας και ήχου μπορεί να αντίκειται στις αρχές της ελαχιστοποίησης και του περιορισμού της περιόδου αποθήκευσης. Το ΕΣΠΔ προτείνει την εξ ορισμού απενεργοποίηση της διαρκούς αποθήκευσης, την απόκρυψη της ταυτότητας τρίτων και την επεξεργασία δεδομένων στην ίδια τη συσκευή, όπου είναι δυνατόν.

7. Άρθρο 21 παρ. 1 ΓΚΠΔ – Δικαίωμα εναντίωσης. Όταν η επεξεργασία στηρίζεται σε έννομο συμφέρον, τα υποκείμενα πρέπει να μπορούν να ασκήσουν αποτελεσματικά το δικαίωμα εναντίωσης. Η πρακτική αδυναμία των περαστικών να γνωρίζουν ποιος τους καταγράφει και ποιος επεξεργάζεται τα δεδομένα τους καθιστά ιδιαίτερα δυσχερή την άσκηση αυτού του δικαιώματος.

8. Άρθρο 5 παρ. 3 της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ (ePrivacy). Ιδιαίτερη σημασία έχει η ρητή αναφορά του ΕΣΠΔ ότι τα έξυπνα γυαλιά μπορούν, υπό ορισμένες συνθήκες, να αποτελούν τερματικό εξοπλισμό, οπότε εφαρμόζεται και το κανονιστικό πλαίσιο της ηλεκτρονικής ιδιωτικότητας. Το ΕΣΠΔ αναφέρει ειδικά αισθητήρες που συλλέγουν, αποθηκεύουν τοπικά ή επεξεργάζονται εικόνες, βίντεο και ήχο, καθώς και περιπτώσεις στις οποίες οι πληροφορίες καθίστανται εξ ορισμού διαθέσιμες σε απομακρυσμένο διακομιστή. Η εφαρμογή του άρθρου 5 παρ. 3 και οι τυχόν εξαιρέσεις του απαιτούν ειδική εξέταση των τεχνικών λειτουργιών.

9. Άλλες υποχρεώσεις του ΓΚΠΔ. Το ΕΣΠΔ υπενθυμίζει επίσης τις υποχρεώσεις ασφάλειας της επεξεργασίας, την προστασία των παιδιών, τους κανόνες για τους εκτελούντες την επεξεργασία και τις διαβιβάσεις δεδομένων εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η ιδιαίτερη σημασία της δήλωσης

Το ΕΣΠΔ διευκρινίζει ότι η εξαίρεση της αποκλειστικά προσωπικής ή οικιακής δραστηριότητας του άρθρου 2 παρ. 2 στοιχ. γ΄ ΓΚΠΔ ερμηνεύεται στενά. Δεν καλύπτει, για παράδειγμα, τη δημοσιοποίηση καταγραφών σε απροσδιόριστο αριθμό προσώπων μέσω δημόσιων λογαριασμών κοινωνικής δικτύωσης ούτε την επαγγελματική, πολιτική ή άλλη μη προσωπική χρήση. Επιπλέον, ακόμη και όταν ο ιδιώτης χρήστης καλύπτεται από την εξαίρεση, οι κατασκευαστές και οι πάροχοι συνδεδεμένων υπηρεσιών εξακολουθούν να υπάγονται στον ΓΚΠΔ για τις δικές τους πράξεις επεξεργασίας.

Το ΕΣΠΔ επισημαίνει, τέλος, ότι η χρήση έξυπνων γυαλιών ενδέχεται να παραβιάζει και διατάξεις του εθνικού αστικού, ποινικού και εργατικού δικαίου, ιδιαίτερα σε νοσοκομεία, σχολεία, αποδυτήρια, παραλίες και άλλους χώρους αυξημένης προσδοκίας ιδιωτικότητας.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 15, 2026

Η απαγόρευση μίσθωσης στέγης σε μετανάστες είναι αντίθετη στο ευρωπαϊκό δίκαιο

 Ευθέως αντίθετη στο δίκαιο της ΕΕ η εξαγγελθείσα νομοθετική διάταξη Χρυσοχοΐδη για απαγόρευση μίσθωσης ακίνητων σε μετανάστες. 


Μόλις πριν από δέκα μήνες, στις 18 Δεκεμβρίου 2025, η Ολομέλεια του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε μια εξαιρετικά σημαντική απόφαση για την απαγόρευση των διακρίσεων στη στέγαση μεταναστών. Με την απόφαση στην υπόθεση C-417/23, Slagelse Almennyttige Boligselskab κ.λπ. το Δικαστήριο έκρινε ότι εθνική νομοθεσία η οποία επιβάλλει περιορισμούς στην κατοικία με κριτήρια συνδεόμενα με την εθνοτική καταγωγή των κατοίκων συνιστά άμεση διάκριση, εφόσον αποδεικνύεται ότι η καταγωγή αποτέλεσε τη βάση της δυσμενούς μεταχείρισης, ή έμμεση διάκριση, εφόσον προκαλεί ιδιαίτερο μειονέκτημα σε συγκεκριμένες εθνοτικές ομάδες χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις αντικειμενικής δικαιολόγησης.


Αυτό ακριβώς το νομικό ζήτημα επαναφέρει σήμερα στην Ελλάδα ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, εξαγγέλλοντας νομοθετική απαγόρευση μισθώσεων και υπομισθώσεων κατοικιών στις οποίες διαμένουν μετανάστες και αστυνομικές επιχειρήσεις για την απομάκρυνσή τους.


Το ζήτημα έχει, συνεπώς, ήδη εξεταστεί από το ανώτατο δικαιοδοτικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η κυβέρνηση οφείλει να γνωρίζει ότι η στέγαση των μεταναστών προστατεύεται από το ενωσιακό δίκαιο κατά των διακρίσεων και ότι δεν μπορεί να νομοθετεί σαν να μην υπάρχει η σχετική ευρωπαϊκή νομοθεσία και νομολογία. Εξάλλου το απαγορεύει και ο ν.4443/2016 που ενσωματώνει στο εθνικό δίκαιο την Οδηγία 2000/43/ΕΚ για τις διακρίσεις, η οποία θεσπίστηκε όταν Επίτροπος Εργασίας ήταν η Άννα Διαμαντοπούλου! 


Θα βγει άραγε η κ. Διαμαντοπούλου να υπερασπιστεί το ενωσιακό νομοθέτημα της; 


Τι έκρινε η Ολομέλεια του Δικαστηρίου της ΕΕ το 2025: 


Η υπόθεση C-417/23 αφορούσε τη νομοθεσία της Δανίας για τις περιοχές κοινωνικής κατοικίας στις οποίες το ποσοστό μεταναστών από μη δυτικές χώρες και των απογόνων τους υπερέβαινε το 50%.


Η δανική νομοθεσία επέβαλλε την κατάρτιση σχεδίων μείωσης του αριθμού των κοινωνικών κατοικιών στις συγκεκριμένες περιοχές, με αποτέλεσμα τη λύση υφιστάμενων μισθώσεων και την απώλεια της κατοικίας για ορισμένους ενοίκους.


Οι ενδιαφερόμενοι προσέφυγαν στη δικαιοσύνη, υποστηρίζοντας ότι η νομοθεσία εισήγαγε απαγορευμένες διακρίσεις λόγω εθνοτικής καταγωγής.


Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με απόφαση της Ολομέλειάς του, έκρινε ότι η συγκεκριμένη νομοθεσία συνιστά άμεση διάκριση κατά το άρθρο 2 παρ. 2 στοιχείο α΄ της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ, εφόσον διαπιστωθεί ότι θεσπίστηκε με βάση την εθνοτική καταγωγή της πλειονότητας των κατοίκων και ότι συνεπάγεται δυσμενέστερη μεταχείρισή τους σε σύγκριση με τους κατοίκους αντίστοιχων περιοχών.


Περαιτέρω, έκρινε ότι μπορεί να συνιστά έμμεση διάκριση κατά το άρθρο 2 παρ. 2 στοιχείο β΄, εάν, παρά την εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διατύπωσή της, θέτει συγκεκριμένες εθνοτικές ομάδες σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση και δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της αναλογικότητας.


Η τελική διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων αυτών ανατέθηκε στο εθνικό δικαστήριο.


Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η δανική κυβέρνηση επικαλέστηκε σκοπούς κοινωνικής συνοχής, ένταξης και στεγαστικής πολιτικής. Το Δικαστήριο, όμως, υπήγαγε και αυτά τα μέτρα στον έλεγχο της απαγόρευσης των διακρίσεων, επισημαίνοντας συγχρόνως τη σημασία του θεμελιώδους δικαιώματος στον σεβασμό της κατοικίας, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.


Η απόφαση αυτή αποτελεί πλέον το ευρωπαϊκό νομολογιακό πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να αξιολογηθεί οποιαδήποτε ελληνική νομοθετική πρωτοβουλία που περιορίζει την πρόσβαση μεταναστών στη στέγη.


Τι εξήγγειλε σήμερα ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης


Στη σημερινή συνέντευξή του στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΪ, ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη αναφέρθηκε σε διαμερίσματα του κέντρου της Αθήνας, στα οποία, σύμφωνα με τις δηλώσεις του, συγκεντρώνονται έως και τριάντα μετανάστες, καταβάλλοντας ημερήσιο αντάλλαγμα για τη διανυκτέρευσή τους.


Ο Υπουργός ανακοίνωσε την πρόθεση της κυβέρνησης να θεσπίσει νομοθετική απαγόρευση των σχετικών μισθώσεων και υπομισθώσεων, συνδέοντας την εξαγγελία με αστυνομικές επιχειρήσεις απομάκρυνσης των διαμενόντων.


Η διατύπωση που χρησιμοποίησε ήταν αποκαλυπτική: «Φέρνουμε τώρα διάταξη προκειμένου να απαγορευθούν όλες αυτές οι μισθώσεις και οι υπομισθώσεις». Παράλληλα, σύμφωνα με το επίσημο δελτίο Τύπου του Υπουργείου, προανήγγειλε αστυνομικές επιχειρήσεις μέσα στα συγκεκριμένα διαμερίσματα για την απομάκρυνση των παράνομων αλλοδαπών.


Η κυβέρνηση παρουσιάζει, επομένως, ένα πρόβλημα στεγαστικής εκμετάλλευσης μεταναστών ως αντικείμενο αστυνομικής καταστολής και απομάκρυνσης των ίδιων των ανθρώπων που διαβιούν υπό αυτές τις συνθήκες.


Εάν πράγματι υπάρχουν ιδιοκτήτες ή μεσάζοντες που αποκομίζουν οικονομικά οφέλη από την εκμετάλλευση ευάλωτων ανθρώπων, η Πολιτεία διαθέτει ΗΔΗ τα νομοθετικά μέσα για την αντιμετώπιση των παράνομων πρακτικών τους. Αυτό είναι όμως ένα εντελώς διαφορετικό θέμα με άλλη στόχευση: την καταπολέμηση της οικονομικής εκμετάλλευσης μεταναστών που ήδη διώκεται ποινικά. Η νομοθετική απαγόρευση όμως της πρόσβασης στη στέγη με κριτήριο την εθνοτική καταγωγή των ενοίκων απαγορεύεται από το ευρωπαϊκό δίκαιο.


Η απαγόρευση διακρίσεων στη στέγη είναι ρητή


Το άρθρο 3 παρ. 1 στοιχείο η΄ της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ ορίζει ρητά ότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης εφαρμόζεται στην πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες που διατίθενται στο κοινό, συμπεριλαμβανομένης της στέγασης.


Η διάταξη δεσμεύει τα κράτη μέλη και εφαρμόζεται τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα.


Κατά το άρθρο 2 της ίδιας Οδηγίας, απαγορεύονται οι άμεσες και έμμεσες διακρίσεις λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής.


Ακόμη σημαντικότερο για τη σημερινή εξαγγελία είναι το άρθρο 14 στοιχείο α΄ της Οδηγίας, το οποίο επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να καταργούν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που αντιβαίνουν στην αρχή της ίσης μεταχείρισης.


Πρόκειται για υποχρέωση που δεσμεύει ευθέως το εθνικό νομοθετικό σώμα.


Η Οδηγία έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη με τον Ν. 4443/2016, του οποίου το άρθρο 3 παρ. 2 περιλαμβάνει ρητά την πρόσβαση στη στέγη στο πεδίο εφαρμογής της απαγόρευσης διακρίσεων λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής.


Επομένως, εάν η κυβέρνηση θεσπίσει ειδική απαγόρευση μίσθωσης κατοικιών με κριτήριο την εθνοτική καταγωγή των ενοίκων, θα νομοθετήσει κατά παράβαση τόσο του ενωσιακού δικαίου όσο και της αρχής της ίσης μεταχείρισης που ήδη κατοχυρώνεται στην ελληνική νομοθεσία.


Η Πολιτεία μπορεί να θεσπίζει κανόνες για τη μέγιστη επιτρεπόμενη πληρότητα ενός διαμερίσματος, την ασφάλεια των κτιρίων, τις συνθήκες υγιεινής και την αποτροπή της εκμετάλλευσης των ενοίκων. Οι κανόνες αυτοί πρέπει να έχουν γενικό και αντικειμενικό χαρακτήρα.


Ένα διαμέρισμα στο οποίο διαμένουν τριάντα άνθρωποι μπορεί να είναι ακατάλληλο για κατοίκηση, ανεξάρτητα από την καταγωγή ή την ιθαγένειά τους.


Δεν είναι, όμως, νομικά ανεκτό η ίδια κατάσταση να αντιμετωπίζεται διαφορετικά ανάλογα με το εάν οι ένοικοι είναι Έλληνες ή μετανάστες συγκεκριμένης εθνοτικής καταγωγής.


Ακριβώς αυτό το ζήτημα βρίσκεται στον πυρήνα της απόφασης C-417/23 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.


Πρέπει, πάντως, να διευκρινιστεί ότι η Οδηγία 2000/43/ΕΚ διακρίνει την εθνοτική καταγωγή από την ιθαγένεια και, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2, δεν καλύπτει αυτοτελώς τη διαφορετική μεταχείριση λόγω ιθαγένειας ή τους κανόνες σχετικά με την είσοδο και διαμονή υπηκόων τρίτων χωρών. Η χρήση, ωστόσο, ενός φαινομενικά ουδέτερου κριτηρίου, όπως η προέλευση από ορισμένες χώρες, δεν αποκλείει τον έλεγχο για διάκριση λόγω εθνοτικής καταγωγής.


Η ακριβής διατύπωση της κυβερνητικής ρύθμισης θα κρίνει εάν παραβιάζεται η Οδηγία. Η σημερινή εξαγγελία, όμως, δημιουργεί ήδη σοβαρό ζήτημα ως προς τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται τις υποχρεώσεις της.


Η αστυνομική απομάκρυνση από την κατοικία και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ


Η εξαγγελία Χρυσοχοΐδη εγείρει και ένα δεύτερο, αυτοτελές ζήτημα: την προστασία της κατοικίας από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.


Το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ κατοχυρώνει το δικαίωμα κάθε προσώπου στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και της κατοικίας του.


Η έννοια της κατοικίας κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι αυτοτελής και δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την ύπαρξη έγκυρου τίτλου μίσθωσης.


Η αστυνομική απομάκρυνση προσώπων από χώρους που αποτελούν την πραγματική κατοικία τους συνιστά επέμβαση στο προστατευόμενο δικαίωμα και απαιτεί νόμιμη βάση, θεμιτό σκοπό και τήρηση της αρχής της αναλογικότητας.


Το γεγονός ότι κάποιος είναι αλλοδαπός ή ότι η μίσθωση παρουσιάζει παρατυπίες δεν αίρει αυτομάτως την προστασία της κατοικίας του.


Η εξαγγελία αστυνομικών επιχειρήσεων με σκοπό την απομάκρυνση των ενοίκων, χωρίς να έχει παρουσιαστεί το προβλεπόμενο νομικό πλαίσιο και οι αντίστοιχες εγγυήσεις, δημιουργεί επομένως πρόσθετα ερωτήματα νομιμότητας.


Η κυβέρνηση οφείλει να συμμορφωθεί με το ευρωπαϊκό δίκαιο


Η απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 18ης Δεκεμβρίου 2025 δεν αφήνει περιθώριο αμφισβήτησης ως προς το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο: η κρατική στεγαστική πολιτική υπόκειται στην απαγόρευση άμεσων και έμμεσων διακρίσεων λόγω εθνοτικής καταγωγής.


Αλλιώς θα κινηθεί εναντίον της Ελλάδας η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με την διαδικασία του ελέγχου παραβίασης.

Η διαγραφή δεδομένων βάφτισης από καθολική εκκλησία

  Τα θρησκεύματα δεν έχουν κανένα πρόβλημα να καταχωρούν στα κατάστιχά τους νέους πιστούς χωρίς να τους ερωτούν, όπως γίνεται με τον νηπιοβα...