Πέμπτη, Νοεμβρίου 24, 2022

To Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επιβάλλει την αναγνώριση του μη βιολογικού ομόφυλου γονέα

 

Ομόφυλη γονεϊκότητα και άρνηση του κράτους να αναγνωρίσει τέκνο που αποκτήθηκε με παρένθετη μητέρα.
 
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καταδίκασε προχθές την Ελβετία για παραβίαση του δικαιώματος του παιδιού στην ιδιωτική του ζωή, επειδή οι ελβετικές αρχές αρνήθηκαν να καταγράψουν ως γονείς ένα ομόφυλο ζευγάρι που είχε αποκτήσει τέκνο με παρένθετη μητέρα στις ΗΠΑ.
 
Πρόκειται για την απόφαση στην υπόθεση D.B. και άλλοι κατά Ελβετίας (https://hudoc.echr.coe.int/eng-press?i=003-7497177-10286969), με το πλήρες κείμενό της στα γαλλικά.
 
Το πολύ σημαντικό της απόφασης αυτής είναι ότι το ΕΔΔΑ έκρινε, για πρώτη φορά, ότι η άρνηση των κρατικών αρχών της Ελβετίας να αναγνωρίσουν τον δεύτερο γονέα σε ομόφυλο σύμφωνο συμβίωσης είναι αντίθετη στο συμφέρον του παιδιού!
 
Το ΕΔΔΑ στο παρελθόν είχε απορρίψει τέτοιες προσφυγές (κατά Γαλλίας), ενώ τώρα έκρινε ότι αυτό που έκανε την διαφορά ήταν ότι το ζευγάρι είχε συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, το οποίο, όπως και στην Ελλάδα, κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν επέτρεπε την τεκνοθεσία ή την αναγνώριση του δεύτερου μη βιολογικού γονέα.
 
Εδώ έχουμε μια σημαντική δικαστική απόφαση που, βάσει του ευρωπαϊκού δικαίου, αναγνωρίζεται ο θεμελιώδης χαρακτήρας του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού στο να αναγνωρίζονται και οι δύο ομόφυλοι ληξιαρχικοί γονείς του βάσει αλλοδαπού δεδικασμένου, ως γονείς και στο κράτος που αυτό δεν προβλέπεται νομικά. 
 
Δεν ανήκει πλέον στην "διακριτική ευχέρεια" του κράτους ΑΝ θα το αναγνωρίσει ή αν θα το επιτρέψει, όταν οι το ζευγάρι έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης. 
 
Επιβάλλεται, με βάση το ανθρώπινο δικαίωμα για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής του παιδιού το κράτος να εξασφαλίσει την αναγνώριση ως γονέα και του δεύτερου μη βιολογικού γονέα (με ψήφους 6 έναντι 1 κατά), ενώ απορρίφθηκε ως νομική βάση ομόφωνα ο σεβασμός της οικογενειακής ζωής (άρθρο 8 της ΕΣΔΑ).
 
Η Ελβετία καταδικάστηκε επειδή δεν ανήκει στην διακριτική της ευχέρεια να ρυθμίσει νομικά το θέμα: όφειλε να το είχε ρυθμίσει με νομοθεσία!
 
Πρόκειται για μια μεγάλη τομή στην νομολογία του ΕΔΔΑ για τα ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιώματα και κυρίως βέβαια και για τα Δικαιώματα του Παιδιού. 
 
Προσφεύγοντες ήταν: (α) ο πρώτος γονέας, ο οποίος δεν είχε μεν βιολογική σχέση με το παιδί, αλλά σύμφωνο συμβίωσης με (β) τον δεύτερο γονέα, ο οποίος είχε δώσει γαμέτες για την διαδικασία της παρένθετης μητρότητας με χρήση ανώνυμης δότριας ωαρίου. Προσφεύγων (γ) ήταν το ίδιο το παιδί. 
 
Το πρόβλημα στην ελβετική νομοθεσία ήταν ότι κατά τον χρόνο γέννησης του παιδιού δεν προβλεπόταν η τεκνοθεσία από άτομα που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης (όπως ισχύει και στην Ελλάδα), αλλά μόνο για ζευγάρια που βρίσκονται σε γάμο. Έτσι, για επτά χρόνια, οι δύο σύντροφοι δεν είχαν την νομική δυνατότητα να αναγνωριστεί η γονεϊκή σχέση του πρώτου με το παιδί, μέχρι δηλαδή την 1.1.2018 όταν η Ελβετία αναγνώρισε το δικαίωμα τεκνοθεσίας και στο σύμφωνο συμβίωσης. Όμως, η γονεϊκή σχέση και του πρώτου προσφεύγοντος είχε αναγνωριστεί με δικαστική απόφαση αμερικανικού δικαστηρίου στις ΗΠΑ, καθόσον το εκεί δίκαιο αναγνώριζε την συγγένεια σε αυτές τις περιπτώσεις, ενώ το ελβετικό όχι.
 
Το 2010 το ζευγάρι πήγε στην Καλιφόρνια και κίνησε την διαδικασία για την απόκτηση τέκνου με παρένθετη μητρότητα. Σύμφωνα με απόφαση του Δικαστηρίου της Καλιφόρνιας, γονείς ήταν ο πρώτος και ο δεύτερος προσφεύγων, δηλ. το ομόφυλο ζευγάρι. Το παιδί γεννήθηκε το 2011 στις ΗΠΑ και το ζευγάρι προσκόμισε στο ελβετικό ληξιαρχείο την ληξιαρχική πράξη γέννησης του παιδιού, στο οποίο αναφέρονταν ως γονείς το ζευγάρι (κι όχι φυσικά και η παρένθετη μητέρα, αφού υπήρχε δικαστική απόφαση). Όμως, το ελβετικό ληξιαρχείο απέρριψε το αίτημα για αναγνώριση των γονέων ως γονέων του παιδιού κι έτσι το ζευγάρι προσέφυγε στο Τμήμα Εσωτερικών του καντονιού τους.
 
Το Τμήμα Εσωτερικών δέχθηκε να αναγνωριστεί το ομόφυλο ζευγάρι ως γονείς του παιδιού. Όμως, την απόφαση αυτή προσέβαλε δικαστικά το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης, στο τοπικό διοικητικό δικαστήριο. Το τοπικό διοικητικό δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή του Υπουργείου Δικαιοσύνης, κρίνοντας ότι ήταν προς όφελος του παιδού να αναγνωριστεί το ζευγάρι ως γονείς του. Τότε, το Υπουργείο προσέφυγε στο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Ελβετίας, το οποίο φυσικά έκρινε δεκτή την προσφυγή του Υπουργείου και ακύρωσε την εγγραφή του παιδιού ως τέκνου του ζεύγους. Το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο έκρινε ότι η διαδικασία στην Καλιφόρνια ήταν καταστρατήγηση του ελβετικού δικαίου που αναγνώριζε πατρότητα μόνο για τον δεύτερο προσφεύγοντα, όχι για τον πρώτο. 
 
Το 2015 οι προσφεύγοντες κατέθεσαν τις προσφυγές τους στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.
Τον Ιανουάριο του 2018 το ελβετικό δίκαιο επέτρεψε την τεκνοθεσία από τον δεύτερο, μη βιολογικό γονέα και οι προσφευγοντες υπέβαλαν αίτηση για τεκνοθεσία που έγινε δεκτό. Το 2021 σε δημοψήφισμα οι ελβετοί ψήφισαν υπέρ της νομιμοποίησης του "γάμου για όλους" στην Ελβετία.
 
Το ΕΔΔΑ επιδίκασε 15.000 αποζημίωση στους προσφευγοντες και 20.000 ευρώ δικαστικά έξοδα.
Η απόφαση δεν είναι τελική, καθώς προέρχεται από ένα Τμήμα του ΕΔΔΑ και το κράτος μπορεί να προσφύγει εντός 3 μηνών στο Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 20, 2022

Η δευτερογενής θυματοποίηση των θυμάτων

 Να, ο όρος που θα έπρεπε σήμερα να απασχολήσει τους ανθρώπους που ενδιαφέρονται για τα θέματα της ποινικής επικαιρότητας.

Αυτό που δεν έχουμε καταλάβει ως κοινή γνώμη και, δυστυχώς και ως Δικαιοσύνη πολύ συχνά - θεωρώ ότι αυτό φάνηκε στην δίκη Λιγνάδη - είναι ότι όλη η διαδικασία που πρέπει να περάσουν τα θύματα μιας βίαιης επίθεσης δεν πρέπει να προκαλεί νέα τραύματα στα έννομα αγαθά τους.
Δικαστήριο χωρίς προσωπικά δεδομένα και χωρίς χρήση ατομικών πληροφοριών δεν γίνεται. Να είμαστε ξεκάθαροι, τα θύματα δεν μπορούν να δικαιωθούν αν δεν πουν την ιστορία από την αρχή και αν δεν αντιμετωπίσει την εξέταση με ερωτήσεις από ανακριτές, δικαστές, δικηγόρους. Εάν είναι όντως θύματα, πρέπει να ξέρουν ότι θα ανέβουν και πάλι έναν γολγοθά. Αυτό από μόνο του όμως δεν είναι η δευτερογενής θυματοποίηση, είναι η φύση της απονομής της δικαιοσύνης που επιβάλλει να ακούγονται και οι δύο πλευρές και να εξετάζονται και οι δύο πλευρές και ο κατηγορούμενος να αντιμετωπίζεται ως ιερό πρόσωπο που προστατεύεται από το τεκμήριο της αθωότητας γιατί δεν θέλουμε κανένας αθώος να καταλήξει στην φυλακή. Αυτά πρέπει να γίνονται εξ αρχής κατανοητά στα θύματα, όσο μικρή κι αν είναι η ηλικία τους και στους εκπροσώπους των θυμάτων αν είναι σε ηλικία που δεν επιτρέπει την κατανόηση.
Αυτά πρέπει να τα γνωρίζουν και οι μάρτυρες των θυμάτων, καθώς και ο δικός τους ρόλος περιλαμβάνει έναν αγώνα που πρέπει να δώσουν.
Αυτά όμως δεν αφορούν την δημοσιογραφική κάλυψη του θέματος: οι τηλεοπτικοί σταθμοί δεν είναι δικαστήρια και οι δημοσιογράφοι δεν είναι ούτε εισαγγελείς, ούτε δικαστές, ούτε δικηγόροι, ούτε ειδικοί ψυχικής υγείας, ούτε τίποτε.
Και επειδή αν περιμέναμε από τον έλληνα νομοθέτη σωθήκαμε, πρέπει για μια φορά ακόμη να ευγνωμονούμε την Ευρωπαϊκή Ένωση που έχει θεσπίσει την Οδηγία 2012/29/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012 , για τη θέσπιση ελάχιστων προτύπων σχετικά με τα δικαιώματα, την υποστήριξη και την προστασία θυμάτων της εγκληματικότητας.
Αναφέρει στο Προοίμιο της αυτή η Οδηγία:
"Το έγκλημα, εκτός από παραβίαση των ατομικών δικαιωμάτων των θυμάτων, συνιστά πλήγμα κατά της κοινωνίας. Επομένως, τα θύματα της εγκληματικότητας θα πρέπει να αναγνωρίζονται και να αντιμετωπίζονται με σεβασμό, ευαισθησία και επαγγελματισμό και χωρίς κανενός είδους διακρίσεις λόγω φυλής, χρώματος, εθνοτικής καταγωγής ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών ή άλλων φρονημάτων, ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, περιουσιακής κατάστασης, καταβολών, αναπηρίας, ηλικίας, φύλου, έκφρασης ή ταυτότητας φύλου, γενετήσιου προσανατολισμού, καθεστώτος διαμονής και υγείας. Σε όλες τις επαφές με τις αρμόδιες αρχές που ενεργούν στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας και τις υπηρεσίες που έρχονται σε επαφή με τα θύματα, όπως υπηρεσίες υποστήριξης των θυμάτων ή αποκαταστατικής δικαιοσύνης, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η προσωπική κατάσταση και οι άμεσες ανάγκες των θυμάτων, καθώς και η ηλικία, το φύλο, η ενδεχόμενη αναπηρία και η ωριμότητα των θυμάτων της εγκληματικότητας, με πλήρη σεβασμό της σωματικής, νοητικής και ηθικής τους ακεραιότητας. Τα θύματα της εγκληματικότητας θα πρέπει να προστατεύονται από δευτερογενή και επαναλαμβανόμενη θυματοποίηση, από εκφοβισμό και από αντεκδικήσεις, να λαμβάνουν κατάλληλη υποστήριξη η οποία να διευκολύνει την αποκατάστασή τους και να έχουν επαρκή πρόσβαση στις υπηρεσίες της δικαιοσύνης."
Αυτή την οδηγία την έχει ενσωματώσει το ελληνικό δίκαιο με τον Ν.4478/2017, καταχωνιάζοντας τις διατάξεις της στο 4ο μέρος, δηλαδή στα άρθρα 54 και επόμενα του νόμου αυτού.
Σκοπός του Ν.4478/2017 είναι να εξασφαλίσει ότι τα θύματα αξιόποινων πράξεων τυγχάνουν της δέουσας πληροφόρησης, υποστήριξης και προστασίας προκειμένου να συμμετέχουν στην ποινική διαδικασία. Τα θύματα αναγνωρίζονται και αντιμετωπίζονται με σεβασμό, ευαισθησία, εξατομικευμένη, επαγγελματική και χωρίς διακρίσεις προσέγγιση λόγω της φυλής, του χρώματος, της εθνικότητας, της εθνότητας, της γλώσσας, της θρησκείας, της κοινωνικής προέλευσης, των πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, της περιουσιακής κατάστασης, της ηλικίας, του φύλου, του σεξουαλικού προσανατολισμού, της ταυτότητας ή των χαρακτηριστικών φύλου, της αναπηρίας ή οποιασδήποτε άλλης κατάστασης αυτού, σε κάθε επαφή με τις αρμόδιες υπηρεσίες υποστήριξης θυμάτων ή τις υπηρεσίες αποκαταστατικής δικαιοσύνης, στις περιπτώσεις που αυτό προβλέπεται από το νόμο ή κάθε άλλη αρμόδια αρχή, που ενεργούν στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας. Τα δικαιώματα που θεσπίζονται στον Ν.4478 ισχύουν για όλα τα θύματα χωρίς διακρίσεις, ανεξαρτήτως της εθνικότητας ή υπηκοότητάς τους και του καθεστώτος διαμονής τους.
Αν το θύμα εγκληματικής πράξης είναι ανήλικος, πρωταρχικό κριτήριο κατά την εφαρμογή του παρόντος νόμου, είναι το βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου θύματος, το οποίο αξιολογείται σε εξατομικευμένη βάση. Κάθε ανήλικο θύμα προσεγγίζεται με ευαισθησία, λαμβανομένων δεόντως υπόψη της ηλικίας, του βαθμού ωριμότητας, των απόψεων, των αναγκών και των ανησυχιών αυτού, χωρίς καμία διάκριση σε βάρος αυτού ή των γονέων του ή των νομίμων εκπροσώπων του. Ο ανήλικος και ο ασκών τη γονική του μέριμνα ή τυχόν άλλος νόμιμος εκπρόσωπός του, ενημερώνονται για τυχόν μέτρα ή δικαιώματα που τον αφορούν.
Κατά την πρώτη της επαφή με το θύμα, η Αστυνομία ή άλλη αρμόδια αρχή χρησιμοποιεί γλώσσα απλή και κατανοητή στην επικοινωνία με το θύμα, προφορικά ή γραπτά. Για αυτό το σκοπό λαμβάνονται υπόψη τα προσωπικά χαρακτηριστικά του θύματος, ιδίως, η ηλικία, η ωριμότητα, οι πνευματικές και διανοητικές ικανότητες, το μορφωτικό επίπεδο, η γλωσσική επάρκεια, τυχόν προβλήματα ακοής ή όρασης, καθώς και η έντονη συναισθηματική φόρτιση αυτού, τα οποία ενδεχομένως επηρεάζουν την ικανότητά του να κατανοεί ή να γίνεται κατανοητό. Για αυτό το σκοπό διατίθεται οδηγός δικαιωμάτων διατυπωμένος στις πιο συχνά καθομιλούμενες γλώσσες, καθώς και στη γραφή Mπράιγ (Braille).
Για την προφύλαξη του θύματος από δευτερογενή και επαναλαμβανόμενη θυματοποίηση και από εκφοβισμό, κατά την παροχή ενδεχόμενων υπηρεσιών αποκαταστατικής δικαιοσύνης, όπου αυτές προβλέπονται από ειδικότερες διατάξεις:
α) Τα μέτρα αποκαταστατικής δικαιοσύνης προσφέρονται από προσωπικό εκπαιδευμένο να αναγνωρίζει τις μεταβλητές επιπτώσεις της προσφοράς στο θύμα και να αξιολογεί τις ιδιαίτερες ανάγκες του. Στο θύμα παρέχονται πληροφορίες σχετικά με το πού μπορεί να έχει πρόσβαση σε ανεξάρτητη στήριξη και συμβουλές. Το θύμα αποφασίζει για το αν δέχεται ή απορρίπτει την προσφορά μετά την παρέλευση τουλάχιστον τριών (3) εβδομάδων από την πρόταση της προσφοράς, ώστε να διασφαλίζεται η ελεύθερη και εν επιγνώσει συναίνεσή του, η οποία μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε.
β) Με την επιφύλαξη της αρμοδιότητος και λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας των αρμοδίων δικαστικών και εισαγγελικών αρχών, οι διαδικασίες αποκαταστατικής δικαιοσύνης εφαρμόζονται μόνο αν είναι προς το συμφέρον του θύματος και τα μέτρα αποσκοπούν να αποκαταστήσουν τη ζημία που υπέστη το θύμα από την τέλεση της αξιόποινης πράξης και να αποφευχθεί η πρόκληση περαιτέρω ζημίας.
γ) Ο δράστης πρέπει να έχει αναγνωρίσει τα βασικά περιστατικά της υπόθεσης.
δ) Το θύμα λαμβάνει πλήρεις και αντικειμενικές πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία και την πιθανή έκβαση της εν λόγω διαδικασίας, καθώς και σχετικά με τις διαδικασίες ελέγχου της εφαρμογής ενδεχόμενης συμφωνίας και τα αποτελέσματα αυτής.
ε) Στο θύμα προσφέρεται υποστήριξη πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη συμμετοχή σε οποιαδήποτε διαδικασία εφαρμογής μέτρων αποκαταστατικής δικαιοσύνης.
στ) Στο θύμα που προτιμά να μην συναντήσει τον δράστη, δίνεται η επιλογή της έμμεσης διαμεσολάβησης ή οποιοδήποτε άλλο κατάλληλο μέτρο εκτός αν οι αρμόδιες δικαστικές ή εισαγγελικές αρχές κρίνουν άλλως. Η τυχόν διαφορετική απόφαση πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Σε κάθε περίπτωση, ο τυχόν πληρεξούσιος δικηγόρος του δράστη δύναται να υποβάλλει ερωτήσεις προς το θύμα δια μέσου του ενεργούντος τη διαδικασία της διαμεσολάβησης.
ζ) Οι συνομιλίες στις διαδικασίες αποκαταστατικής δικαιοσύνης που δεν διεξάγονται δημοσίως, είναι εμπιστευτικές και δεν δημοσιοποιούνται στη συνέχεια, εκτός αν συμφωνούν τα εμπλεκόμενα μέρη ή αν αυτό επιβάλλεται από λόγους υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος κατά την κρίση της αρμόδιας δικαστικής ή εισαγγελικής αρχής.
η) Κάθε συμφωνία που συνάπτεται εκουσίως από αμφότερα τα μέρη και επικυρώνεται από τον αρμόδιο δικαστή ή εισαγγελέα με σύμπραξη γραμματέα, έχει την αποδεικτική δύναμη δημοσίου εγγράφου, μπορεί δε να λαμβάνεται υπόψη σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας μεταξύ των ίδιων διαδίκων.
θ) Κατά τη διαδικασία αποκαταστατικής δικαιοσύνης, μπορούν να παρέχονται στο θύμα ή στον δράστη, περισσότερες από μία ακροάσεις, κατόπιν αίτησης των τελευταίων, έτσι ώστε να είναι πλήρως κατανοητή η διαδικασία και τα αποτελέσματα αυτής.
ι) Το θύμα που έλαβε μέρος στη διαδικασία μέτρων αποκαταστατικής δικαιοσύνης ενημερώνεται για τη δυνατότητα του δράστη να εκπληρώσει τους όρους της συμφωνίας.
ια) Κατά τη διαδικασία αποκαταστατικής δικαιοσύνης παρέχονται στα διάδικα μέρη πληροφορίες που είναι επωφελείς για αμφότερα τα μέρη.
ιβ) Κατά τη διαδικασία αποκαταστατικής δικαιοσύνης αμφότερα τα διάδικα μέρη μπορούν να παρίστανται με συνήγορο ή και αυτοπροσώπως.
Οι υπηρεσίες υποστήριξης και φροντίδας θυμάτων, όταν ενδείκνυται η εφαρμογή διαδικασίας αποκαταστατικής δικαιοσύνης, ενθαρρύνουν το θύμα να επισκεφθεί τις υπηρεσίες αποκαταστατικής δικαιοσύνης.
Το θύμα μπορεί να ζητήσει εγγράφως τη λήψη μέτρων για την αποφυγή της επαφής μεταξύ αυτού και, εφόσον απαιτείται, των μελών της οικογένειάς του και του δράστη στους χώρους διεξαγωγής της ποινικής διαδικασίας. Για την παραπάνω αίτηση αποφαίνεται αμετακλήτως το Τριμελές Πλημμελειοδικείο του τόπου διεξαγωγής της ποινικής διαδικασίας, σε οποιοδήποτε στάδιο και αν αυτή ευρίσκεται, δικάζοντας με την αυτόφωρη διαδικασία.
Με την επιφύλαξη των διατάξεων του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για τους μάρτυρες, στο σχεδιασμό νέων δικαστικών κτηρίων πρέπει να προβλέπονται χωριστοί χώροι αναμονής για τα θύματα.
Το άρθρο 67 παρ. 5 είναι ξεκάθαρο:
"Η μετάδοση από την τηλεόραση ή η κινηματογράφηση ή μαγνητοσκόπηση ή φωτογράφηση των θυμάτων που εμφανίζονται ενώπιον των εισαγγελικών ή αστυνομικών και λοιπών αρχών απαγορεύεται."
Υπάρχει μια ειδική διαδικασία που επιβάλλει υποχρεωτικά την εξέταση του κατά πόσον ένα θύμα μπορεί να χρήζει ιδιαίτερης προστασίας λόγω ειδικών αναγκών του " ώστε να εκτιμηθεί, αν, και σε ποιο βαθμό, το θύμα μπορεί να επωφεληθεί από ειδικά μέτρα προστασίας κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 69, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος να υποστεί δευτερογενή και επαναλαμβανόμενη θυματοποίηση, εκφοβισμό και αντεκδίκηση."
Στην ατομική αξιολόγηση λαμβάνονται κυρίως υπόψη:
α) τα προσωπικά χαρακτηριστικά του θύματος, όπως η ηλικία, η φυλή, το χρώμα, η θρησκεία, η εθνικότητα ή εθνοτική καταγωγή, ο σεξουαλικός προσανατολισμός, η ταυτότητα ή τα χαρακτηριστικά φύλου ή η αναπηρία, το καθεστώς διαμονής ή κατοικίας, οι δυσκολίες επικοινωνίας, η σχέση συγγένειας ή έτερης άλλης εξάρτησης με τον δράστη, καθώς και το ιστορικό προηγούμενης θυματοποίησης,
β) ο βαθμός της βλάβης που υπέστη το θύμα, το είδος, η σοβαρότητα και η φύση του εγκλήματος, ιδίως, τρομοκρατία, οργανωμένο έγκλημα, εμπορία ανθρώπων, βία λόγω φύλου, ρατσιστική βία, ενδοοικογενειακή βία, σεξουαλική βία ή εκμετάλλευση ή έγκλημα μίσους,
γ) οι περιστάσεις του εγκλήματος.
Το ανήλικο θύμα χρήζει ειδικής ανάγκης προστασίας λόγω ιδιαίτερου κινδύνου να υποστεί δευτερογενή και επαναλαμβανόμενη θυματοποίηση, εκφοβισμό και αντεκδίκηση και για το σκοπό αυτό υποβάλλεται σε ατομική αξιολόγηση από τα Αυτοτελή Γραφεία Προστασίας Ανήλικων Θυμάτων της Υπηρεσίας Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, και όπου δεν υπάρχουν, από τα Αυτοτελή Γραφεία Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής, σε συνεργασία με ειδικό παιδοψυχολόγο ή παιδοψυχίατρο των δομών ψυχικής υγείας και σε περίπτωση έλλειψής τους, ψυχολόγο ή ψυχίατρο και αποφασίζεται αν και σε ποιο βαθμό επωφελείται από τα ειδικά μέτρα του άρθρου 69. Η ατομική αξιολόγηση των ενήλικων θυμάτων διενεργείται από τα Τμήματα Επιμελητών Κοινωνικής Αρωγής και τα Αυτοτελή Γραφεία Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής της ως άνω Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η ατομική αξιολόγηση από τα ως άνω Αυτοτελή Γραφεία ασκείται από τους επιμελητές κάθε κλάδου ανάλογα με την ηλικία του θύματος.
Η λήψη των ειδικών μέτρων προστασίας που προβλέπονται στο άρθρο 69 γίνεται κατόπιν της σύμφωνης γνώμης του θύματος.
Η ατομική αξιολόγηση επικαιροποιείται καθ’ όλη τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας, αν ουσιωδώς μεταβάλλονται οι περιστάσεις που αποτέλεσαν τη βάση της.
Το άρθρο 69 προβλέπει τέτοια ειδικά μέτρα προστασίας:
α) το θύμα εξετάζεται σε χώρους που έχουν σχεδιασθεί ή προσαρμοσθεί για το σκοπό αυτόν,
β) η εξέταση του θύματος διεξάγεται από ειδικά εκπαιδευμένους για το σκοπόν αυτό προανακριτικούς υπαλλήλους ή εισαγγελικούς και δικαστικούς λειτουργούς,
γ) κάθε εξέταση του θύματος διεξάγεται από τα ίδια πρόσωπα, εκτός αν αυτό δυσχεραίνει την ορθή απονομή της δικαιοσύνης,
δ) κάθε εξέταση θυμάτων σεξουαλικής βίας, βίας λόγω φύλου ή ενδοοικογενειακής βίας, εφόσον δεν διεξάγεται από εισαγγελέα ή δικαστή, διεξάγεται από πρόσωπο του ίδιου με το θύμα φύλου, εφόσον το επιθυμεί το θύμα, υπό την προϋπόθεση ότι δεν παρακωλύεται η πορεία της ποινικής διαδικασίας.
Για τα ανήλικα θύματα σεξουαλικών εγκλημάτων διορίζεται και παρίσταται, ως πραγματογνώμων, ειδικά εκπαιδευμένος παιδοψυχολόγος ή παιδοψυχίατρος και σε περίπτωση έλλειψής τους, ψυχολόγος ή ψυχίατρος, που υπηρετεί στα Αυτοτελή Γραφεία Προστασίας Ανήλικων Θυμάτων ή που περιλαμβάνεται στον πίνακα πραγματογνωμόνων, όπου αυτά δεν λειτουργούν.
Η εξέταση ως μάρτυρα του ανήλικου θύματος διενεργείται υποχρεωτικά στα Αυτοτελή Γραφεία Προστασίας Ανήλικων Θυμάτων της Εφετειακής Περιφέρειας ή όπου αυτά δεν λειτουργούν, σε χώρους ειδικά σχεδιασμένους και προσαρμοσμένους για το σκοπό αυτόν, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και με όσο το δυνατόν περιορισμένο αριθμό συνεντεύξεων. Ο παιδοψυχολόγος ή ο παιδοψυχίατρος προετοιμάζει τον ανήλικο για την εξέταση, συνεργαζόμενος προς τούτο με τους προανακριτικούς υπαλλήλους και με τους δικαστικούς λειτουργούς. Για το σκοπό αυτόν χρησιμοποιεί κατάλληλες διαγνωστικές μεθόδους, αποφαίνεται για την αντιληπτική ικανότητα και την ψυχική κατάσταση του ανηλίκου και συντάσσει γραπτή έκθεση με τις διαπιστώσεις, που αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της δικογραφίας.
Η εξέταση του ανηλίκου διενεργείται από τους προανακριτικούς υπαλλήλους και τους δικαστικούς λειτουργούς διά του παρισταμένου παιδοψυχολόγου ή παιδοψυχιάτρου. Κατά την εξέταση ο ανήλικος μπορεί να συνοδεύεται από τον νόμιμο εκπρόσωπό του, εκτός εάν ο ανακριτής απαγορεύσει την παρουσία του προσώπου αυτού με αιτιολογημένη απόφασή του για σπουδαίο λόγο, ιδίως, σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων ή ανάμειξης του προσώπου αυτού στην ερευνώμενη πράξη. Η κατάθεση του ανηλίκου συντάσσεται εγγράφως και καταχωρίζεται και σε ηλεκτρονικό οπτικοακουστικό μέσο. Η ηλεκτρονική προβολή της κατάθεσης του ανηλίκου αντικαθιστά τη φυσική παρουσία του στα επόμενα στάδια της διαδικασίας. Η γραπτή κατάθεση του ανηλίκου αναγιγνώσκεται πάντοτε στο ακροατήριο. Αν ο ανήλικος κατά την ακροαματική διαδικασία έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος, μπορεί να παρίσταται αυτοπροσώπως.
Άρθρο 70 (Εκπαίδευση των επαγγελματιών του κλάδου):
Το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σε συνεργασία με το Υπουργείο Εσωτερικών, το Υπουργείο Υγείας και το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, το Ινστιτούτο Επιμόρφωσης του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και την Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, εξασφαλίζει την ειδική επιμόρφωση των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, των παιδοψυχολόγων, παιδοψυχιάτρων, ψυχολόγων, ψυχιάτρων και κοινωνικών λειτουργών που στελεχώνουν τα Αυτοτελή Γραφεία Προστασίας Ανήλικων Θυμάτων ή διορίζονται ως πραγματογνώμονες για τους σκοπούς του άρθρου 226Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, των επιμελητών ανηλίκων και των επιμελητών κοινωνικής αρωγής, των υπαλλήλων που εργάζονται σε υπηρεσίες υποστήριξης και φροντίδας θυμάτων και αποκαταστατικής δικαιοσύνης και των γενικών και ειδικών ανακριτικών και προανακριτικών υπαλλήλων, σε θέματα που αφορούν την προστασία των θυμάτων και τις αρχές που περιέχονται στον παρόντα νόμο.
Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι ενισχύουν την εκπαίδευση και την ευαισθητοποίηση των μελών τους σχετικά με τις αρχές της προστασίας των θυμάτων που περιέχονται στον παρόντα νόμο.
Στα προγράμματα εκπαίδευσης και επιμόρφωσης των προηγούμενων παραγράφων δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στα θύματα που χρήζουν ειδικής προστασίας.
Αυτά είναι όλα ισχύον δίκαιο από το 2017.
Καιρός είναι να εφαρμοστούν και να γίνουν και συνείδηση όλων μας.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 19, 2022

Ναζιστικός χαιρετισμός και πότε εμπίπτει στον αντιρατσιστικό νόμο

 Εκτενής φιλολογική και νομική συζήτηση έχει αναπτυχθεί σχετικά με το κατά πόσον ο ναζιστικός χαιρετισμός επιτρέπεται ή απαγορεύεται στην Ελλάδα από το ισχύον θεσμικό πλαίσιο του λεγόμενου αντιρατσιστικού νόμου, δηλ. του Ν.4285/2014, με τον οποίο τροποποιήθηκε ο Ν.927/1979 προς ενσωμάτωση της σχετικής απόφασης πλαίσιο της Ε.Ε. για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών ρατσισμού μέσω του ποινικού δικαίου.

Στην Ελλάδα δεν έχει τυποποιηθεί ως ειδικό ποινικό αδίκημα ο ναζιστικός χαιρετισμός, όπως σε άλλες χώρες όπως η Γερμανία, στην οποία το άρθρο 86α του Ποινικού Κώδικα ποινικοποιεί την συγκεκριμένη πράξη. Ποινικοποιημένος είναι ο ναζιστικός χαιρετισμός επίσης στην Αυστρία, την Πολωνία και την Σλοβακία.
Υπάρχει πάντως στην Ελλάδα ένα πειθαρχικού τύπου προηγούμενο: το 2013 ένας ποδοσφαιριστής της ΑΕΚ χαιρέτισε ναζιστικά το κοινό μετά από ένα γκολ στην Βέροια, με αποτέλεσμα να αποκλειστεί από την Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία για την πράξη του αυτή ισόβια από την συμμετοχή του στην εθνική ομάδα ποδοσφαίρου. Η αιτιολογία της απόφασης ήταν:
"Η ενέργεια του ποδοσφαιριστή να χαιρετίσει ναζιστικά τους θεατές του αγώνα προκαλεί βάναυσα το κοινό αίσθημα, προσβάλλει βαρύτατα όλα τα θύματα της ναζιστικής θηριωδίας και τραυματίζει τον βαθιά ειρηνικό και ανθρώπινο χαρακτήρα του ποδοσφαίρου. Η Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία την καταδικάζει απερίφραστα και κατηγορηματικά.
Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της αποφασίζει τον ισόβιο αποκλεισμό του *** από όλες τις εθνικές ομάδες.
Η Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία προέβλεψε ανάλογα φαινόμενα και έχει ήδη περιλάβει στον τύπο συμβολαίου, που οι ποδοσφαιριστές υπογράφουν με τις ομάδες, αντίστοιχες απαγορεύσεις.
Η Ε.Π.Ο. είναι, επίσης, βέβαιη, πως τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα θα παρέμβουν αποφασιστικά και θα επιβάλλουν τις προβλεπόμενες στον Πειθαρχικό Κώδικα, για το παράπτωμα, ποινές, οι οποίες είναι από τις βαρύτερες στο ποδόσφαιρο και αποτελούν αντιγραφή των ποινών, που η FIFA έχει θεσμοθετήσει για ανάλογες περιπτώσεις.
Τέλος, η Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία θα λάβει όλα τα πρόσφορα μέτρα για να διαφυλάξει τον ειρηνικό χαρακτήρα του ποδοσφαίρου, και να προωθήσει τις αξίες της αλληλεγγύης, της συνεργασίας και του σεβασμού που αυτό πρεσβεύει".
Σε χώρες που ο ναζιστικός χαιρετισμός δεν είναι ποινικοποιημένος, εξετάζεται κατά πόσον εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του αντιρατσιστικού νόμου.
Στην Ελβετία, το 2014, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ο ναζιστικός χαιρετισμός εμπίπτει στο πεδίο του αντιρατσιστικού νόμου όταν κατατείνει στην προπαγάνδα του ναζισμού, αλλά όχι όταν εκφράζεται ως απλή προσωπική έκφραση. Τα όρια ήδη ακούγονται εξαιρετικά δυσδιάκριτα, για την ακρίβεια με την οποία πρέπει να περιβάλλονται οι ποινικές διατάξεις, ώστε όλοι να ξέρουμε εκ των προτέρων τί επιτρέπεται και τί απαγορεύεται.
Ο ελληνικός αντιρατσιστικός νόμος τυποποιεί ως ποινικά αδικήματα δύο διαφορετικές συμπεριφορές, αφενός την "δημόσια υποκίνηση βίας ή μίσους" (στο άρθρο 1), αφετέρου την "δημόσια επιδοκιμασία ή άρνηση εγκλημάτων" (στο άρθρο 2). Επίσης στο άρθρο 10 προσέθεσε στον Ποινικό Κώδικα το άρθρο 81Α "Ρατσιστικό έγκλημα", το οποίο με τον Ν.4619/2019 τροποποιήθηκε σε 82Α, κατά το οποίο εάν η επιλογή του παθόντος από τον δράστη έγινε λόγω της φυλής, χρώματος, των γενεαλογικών καταβολών κτλ το κατώτατο όριο της ποινής αυξάνεται.
Στην "δημόσια υποκίνηση βίας ή μίσους" ο δράστης για να τιμωρηθεί πρέπει δημόσια και με πρόθεση να "υποκινεί, προκαλεί, διεγείρει ή προτρέπει σε πράξεις ή ενέργειες που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία" κατά προσώπου (ή ομάδας προσώπων) που προσδιορίζονται με βάση (...) την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, "κατά τρόπο που εκθέτει σε κίνδυνο τη δ η μ ό σ ι α τ ά ξ η ή ενέχει απειλή για τη ζωή, την ελευθερία ή τη σωματική ακεραιότητα των ως άνω προσώπων".
Από αυτή την διατύπωση προκύπτει πάντως ότι δεν είναι απαραίτητο για την αντικειμενική υπόσταση της δημόσιας υποκίνησης βίας ή μίσους να έχει επέλθει ως συνέπεια της και η τέλεση αδικήματος. Ο ίδιος ο νόμος στην παρ. 3 ορίζει ότι "Αν η πρόκληση, προτροπή, διέγερση ή υποκίνηση των προηγούμενων παραγράφων είχε ως αποτέλεσμα την τέλεση εγκλήματος, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή δεκαπέντε έως τριάντα χιλιάδων (15.000-30.000) ευρώ", που σημαίνει ότι αυτό είναι μια επιβαρυντική περίσταση κι όχι βέβαια στοιχείο του αδικήματος.
Ο ναζιστικός χαιρετισμός μέσα σε μια δικαστική αίθουσα, όταν ως χειρονομία έχει στόχο της μία ελληνίδα πολίτη η οποία αυτοπροσδιορίζεται ως τέτοια, ως ελληνίδα μάνα που βρίσκεται σε ένα δικαστήριο για να καταθέσει για την ανθρωποκτονία του τέκνου της από μέλος ναζιστικής οργάνωσης, είναι σαφές ότι δεν είναι μια ουδέτερη έκφραση προσωπικής άποψης, αλλά πρέπει να εξεταστεί μέσα στο πλαίσιο όλου του ιστορικού φορτίου που περιβάλλει την δράση του ναζιστικού καθεστώτος εις βάρος της συγκεκριμένης εθνικής και εθνοτικής ομάδας: από την κήρυξη του πολέμου από το ναζιστικό καθεστώς εις βάρος της Ελλάδας και, φυσικά, λαμβάνοντας υπόψη όλο το ιστορικό υπόβαθρο των εγκλημάτων του ναζισμού κατά των ατόμων που αυτοπροσδιορίζονται εθνικά ή εθνοτικά ως Έλληνες και Ελληνίδες. Τόσο το ιστορικό φορτίο και το υπόβαθρο, όσο και το πλαίσιο (context) μιας δίκης εγκληματικής οργάνωσης για θύμα ανθρωποκτονίας με φερόμενο ως δράστη ένα μέλος ναζιστικής ομάδας, προσδίδουν στον ναζιστικό χαιρετισμό τα χαρακτηριστικά της συμβολικής επιθετικής και ακραία προσβλητικής ενέργειας που στοχοποιεί το πρόσωπο, λόγω της εθνοτικής και εθνικής του καταγωγής.
Το context της δίκης περιλαμβάνει τόσο το πρόσωπο - στόχο όσο και τα πρόσωπα - αποδέκτες που βρίσκονται στο ακροατήριο, μέσα στο οποίο περιλαμβάνονται και άτομα τα οποία μπορεί να θεωρούν τον δράστη του ναζιστικού χαιρετισμού ως ηγετική φυσιογνωμία του χώρου τους και επίσης την αποδέκτη του χαιρετισμού ως ηγετική φυσιογνωμία του δικού της χώρου. Το προφίλ του δράστη και το προφίλ του θύματος στο ρατσιστικό έγκλημα αποτελεί ένα από τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σύμφωνα και με την σχετική Εγκύκλιο της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου που περιλαμβάνει τον κατάλογο των ΔΕΙΚΤΩΝ ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΗΣ που έχει συνταθχεί από τον Οργανισμό Ασφάλειας και Συνεργασίας στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) το 2017. Οι εν λόγω δείκτες προκατάληψης πρέπει να λαμβάνονται ιδιαιτέρως υπόψη από τις αρχές κατά την διερεύνηση φερόμενης τέλεσης ρατσιστικού εγκλήματος.
Για την στοιχειοθέτηση του ποινικού αδικήματος απαιτείται επίσης ο τ ρ ό π ο ς με τον οποίο εκδηλώθηκε η πράξη, να εκθέτει σε κίνδυνο την δημόσια τάξη, ή, διαζευκτικά δηλαδή, να ενέχει απειλή για την ζωή, την ελευθερία ή τη σωματική ακεραιότητα των ως άνω προσώπων. Η έννοια της δημόσιας τάξης είναι ευρύτατος όρος, ο οποίος περιλαμβάνει σαφέστατα και την ομαλή λειτουργία της Δικαιοσύνης και των συνεδριάσεων των δικαστηρίων. Άλλωστε, ο νομοθέτης έχει τυποποιήσει ως ποινικό αδίκημα την διατάραξη δικαστικών συνεδριάσεων στο άρθρο 168Α του Ποινικού Κώδικα: "Όποιος εμποδίζει αυθαίρετα ή διαταράσσει σοβαρά τις συνεδριάσεις δικαστηρίου ή δικαστικού συμβουλίου τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή." Είναι ένα άρθρο που υπάγεται στο κεφάλαιο "Προσβολές κατά της Πολιτειακής Εξουσίας", επομένως το έννομο αγαθό είναι σαφώς η δημόσια τάξη. Ο αντιρατσιστικός νόμος δεν προϋποθέτει να έχει διασαλευθεί όντως η δημόσια τάξη, αλλά ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώθηκε η δημόσια υποκίνηση βίας ή μίσους να "εκθέτει σε κ ί ν δ υ ν ο την δημόσια τάξη". Δηλαδή, αρκεί το γεγονός ότι, στο συγκεκριμένο πλαίσιο (δίκη για εγκληματική ναζιστική οργάνωση), λαμβανομένου υπόψη του ακροατηρίου, στο οποίο μετείχαν και μέλη της εν λόγω οργάνωσης, θα μπορούσαν να εκλάβουν τον ναζιστικό χαιρετισμό ως υποκίνηση και ενθάρρυνση για σοβαρή διατάραξη της συνεδρίασης του δικαστηρίου. Δεν χρειάζεται να έχει πραγματοποιηθεί αυτή η διατάραξη, λοιπόν, αλλά αρκεί ο ναζιστικός χαιρετισμός να είχε παρόντες αποδέκτες - οπαδούς που να είναι σε θέση να προκαλέσουν μια σχετική σοβαρή διατάραξη.
Η απόφαση 858/2020 του Αρείου Πάγου εφάρμοσε την διάταξη για την δημόσια υποκίνηση βίας για τις φράσεις πρώην μητροπολίτη στο ιστολόγιο του: "Ε, λοιπόν αυτούς τους ξεφτυλισμένους, φτύστε τους! Αποδοκιμάστε τους! Μαυρίστε τους! Δεν είναι άνθρωποι! Είναι εκτρώματα της φύσεως! Ψυχικά και πνευματικά πάσχουν! Είναι άτομα με νοητική διαταραχή! Δυστυχώς, αυτοί είναι τρις-χειρότεροι και πολύ πιο επικίνδυνοι από κάποιους, που ζουν στα τρελοκομεία! Μη διστάζετε, λοιπόν! Όταν και όπου τους συναντάτε, φτύστε τους! Μη τους αφήνετε να σηκώσουν κεφάλι! Είναι Επικίνδυνοι!". Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι "Η παραδοχή για δυνατότητα πρόκλησης μίσους κατά των ως άνω προσώπων, δημιουργεί την προσφορότητα που απαιτείται κατά την κρίσιμη διάταξη, να προκληθούν και βίαιες πράξεις εναντίον τους, δεδομένου ότι το μίσος αντικειμενικά αποτελεί το υπόβαθρο και την ιδιαίτερη εκείνη ψυχολογική κατάσταση για να εκτραπεί ο άνθρωπος σε βιαιότητες ή σε ενέργειες που απειλούν ή προσβάλλουν τη ζωή, την ελευθερία και τη σωματική ακεραιότητα άλλων, εν προκειμένω μέλους ή μελών της εν λόγω ομάδας προσώπων. Εξάλλου, η αξιόποινη πράξη του άρθρου 1 παρ.1 ν.927/1979 απαιτεί κοινό δόλο και η υποκειμενική της υπόσταση πληρούται με τη γνώση και θέληση των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης αυτού χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία για τη στοιχειοθέτηση του στοιχείου αυτού. Ο αναιρεσείων αντιτείνει ότι το επίμαχο κείμενο περιέχει αξιολογικές κρίσεις και τις θέσεις της Εκκλησίας για την ομοφυλοφιλία, μάλιστα αναφέρεται σε ''οξεία και καυστική κριτική για μια μεγάλη αμαρτία'', επικαλείται δε ότι ως Ιεράρχης έχει καθήκον να νουθετεί το χριστεπώνυμο πλήρωμα και ότι απέβλεπε στη δημόσια αποδοκιμασία ενός ηθικού κακού. Ο αναιρεσείων επιπρόσθετα επικαλείται ότι κατά το χρόνο των δηλώσεών του ήταν αδίκημα η ασέλγεια μεταξύ αρρένων, υφίστατο, δηλαδή, η διάταξη του άρθρου 347 Π.Κ., που καταργήθηκε αργότερα. Ο ισχυρισμός αυτός αναφέρεται μόνο προς ενίσχυση των θέσεών του κατά της ομοφυλοφιλίας δεν είναι αυτοτελής και δεν έχει επιρροή στο προκείμενο αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε απορριπτομένων όσων περί του αντιθέτου υποστηρίζει με τον πέμπτο κύριο λόγο της κρινόμενης αίτησής του. Το Δικαστήριο, περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχεται με επαρκή αιτιολογία ότι οι προτροπές του αναιρεσείοντα δεν αποτελούσαν έκφραση γνώμης και έτσι δεν πλήττεται το δικαίωμα έκφρασης αυτού, καθώς το κείμενο που δημοσίευσε αυτός ήταν πρόσφορο να προκαλέσει διακρίσεις και μίσος σε βάρος των ομοφυλόφιλων."
Αναλογίες προς τις παραπάνω προτροπές του μητροπολίτη εις βάρος της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας θα μπορούσαν να εντοπιστούν στην μεταχείριση των Ελληνίδων και Ελληνίδων από το ναζιστικό καθεστώς (προσοχή: δεν γίνεται λόγος εδώ για το Ολοκαύτωμα), έτσι ώστε να υποστηρίζεται βάσιμα ότι ο ναζιστικός χαιρετισμός, όταν όντως προέρχεται από άτομο που αποτελεί ηγετική φυσιογνωμία αυτού του χώρου και εκδηλώνει τον χαιρετισμό προς άτομο που αυτοπροσδιορίζεται με πλήρως αναγνωρίσιμο και δημόσιο τρόπο ως ελληνικής εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, πολύ περισσότερο όταν αποτελεί κι ένα σύμβολο αυτής της εθνικής καταγωγής ως η τραγική ελληνίδα μητέρα που έχασε το παιδί της που δολοφονήθηκε από οπαδό των ναζί, σαφέστατα περικλείει ένα σύνολο προτροπών μίσους και αποδοκιμασίας όπως το ανωτέρω κείμενο του μητροπολίτη.
Σε τέτοιες περιστάσεις κι εφόσον όλα αυτά αποδεικνύονται από τα πραγματικά περιστατικά και ενόρκως από μάρτυρες, καλείται προς εφαρμογή ο αντιρατσιστικός νόμος.

Τετάρτη, Αυγούστου 31, 2022

Απαγόρευση διαδηλώσεων λόγω COVID: άλλα λέει το ΕΔΔΑ κι άλλα το ΣτΕ

 

Η σημερινή απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας με την οποία επικυρώθηκε η 4ήμερη απαγόρευση των διαδηλώσεων για την επέτειο του Πολυτεχνείου λόγω COVID, χωρίς να εξεταστεί καθόλου στην πραγματικότητα η εναλλακτική της μάσκας κυρίως, έχει τέραστιο νομικό πρόβλημα. Ίδίως ενώ παράλληλα έκρινε ανεκτή την λειτουργία εκείνων των ημερών των υπαίθριων λαϊκών αγορών που είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα επιδημιολογικά, με την στάθμιση ότι είναι άλλο να βγαίνεις να ψωνίσεις για τροφή (λες και δεν υπάρχουν supermarket) και άλλο να για να διαδηλώσεις. Το ΣτΕ δηλαδή προχώρησε σε μια ανεπίτρεπτη αξιολόγηση ανάμεσα σε δύο ισόκυρα συνταγματικά δικαιώματα.
 
Η απόφαση θα καταπέσει, εφόσον βέβαια προσβληθεί, στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο στις 15.3.2022 καταδίκασε την Ελβετία ακριβώς για αυτή την παραβίαση: την απόλυτη απαγόρευση διαδηλώσεων κατά παράβαση του δικαιώματος στη συνάθροιση που προβλέπει το άρθρο 11 της ΕΣΔΑ. 
 
Συγκεκριμένα, στην απόφαση Communaute genevoise d’action syndicale (CGAS) v. Switzerland, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η απόλυτη απαγόρευση των διαδηλώσεων, χωρίς δηλαδή εξαιρέσεις με μέτρα, η διάρκεια της απαγόρευσης και η βαρύτητα των κυρώσεων δεν συμβαδίζουν με τους επιτρεπόμενους περιορισμούς στο δικαίωμα της συνάθροισης, διότι δεν λαμβάνουν καθόλου υπόψη τους την αρχή της αναλογικότητας. Το ΕΔΔΑ παρατήρησε ότι το Ελβετικό δικαστήριο δεν είχε ασκήσει επαρκή έλεγχο αναλογικότητας στα επιβαλλόμενα μέτρα, υπό το φως της ΕΣΔΑ και για τον λόγο αυτόν, η Ελβετία παραβίασε το σχετικό ανθρώπινο δικαίωμα.
Σύμφωνα με την νομολογία του ΕΔΔΑ, ένα λευκό μέτρο τέτοιου είδους απαιτεί ισχυρή δικαιολόγηση και επιβάλλει ιδιαίτερα εκτεταμένο έλεγχο από τα δικαστήρια κατά την στάθμιση των ανταγωνιστικών συμφερόντων. Ακόμη κι αν θεωρηθεί ότι μια τέτοια δικαιολόγηση υπήρχε, δηλαδή η ανάγκη αποτελεσματικής καταπολέμησης της πανδημίας, από τον έλεγχο του ΕΔΔΑ προέκυψε ότι δεν έγινε τέτοιος εις βάρος έλεγχος από τα εθνικά δικαστήρια, συμπεριλαμβανομένου του Ανώτατου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου. Το ΕΔΔΑ κατέληξε ότι δεν έγινε επαρκής στάθμιση των αντιτιθέμενων συμφερόντων κατά την αξιολόγηση της αναλογικότητας ενός τόσο δραστικού μέτρου. Αυτό κρίθηκε ιδιαίτερα ανησυχητικό υπό το φως της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, λαμβανομένης υπόψη της χρονικής έκτασης της απαγόρευσης (17-30 Μαϊου 2020) και λαμβάνοντας υπόψη των αυστηρών κυρώσεων, ποινικών και διοικητικού προστίμου. 
 
Το ΕΔΔΑ επέβαλε κατά πλειοψηφία στην Ελβετία να πληρώσει 3.000 ευρώ αποζημίωση για ηθική βλάβη στην οργάνωση που προσέφυγε. Η απόφαση είναι του Τρίτου Τμήματος του ΕΔΔΑ και η Ελβετία έχει προσφύγει για εκ νέου κρίση στο Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως.

Πέμπτη, Αυγούστου 25, 2022

Χωρίς "θρησκευτική συνείδηση" η απαλλαγή από τα θρησκευτικά

 Με ιδιαίτερη ικανοποίηση ενημερώνω ότι η Αρχή Προστασίας Δεδομένων εμμένει με την Γνωμοδότηση 2/2022 που δημοσίευσε σήμερα ότι το Υπουργείο Παιδείας δεν πρέπει να συλλέγει δεδομένα "θρησκευτικής συνείδησης" για την απαλλαγή των μαθητών από το μάθημα των θρησκευτικών.

Μετά την απόφαση 1748/2022 της Ολομέλειας του ΣτΕ που εκπροσωπήσαμε επιτυχώς γονείς και μαθητές και με την οποία ακυρώθηκε η Υπουργική Απόφαση απαλλαγής από το μάθημα, επειδή δεν είχε ζητήσει το Υπουργείο την Γνωμοδότηση της Αρχής, η Αρχή εξέδωσε κατόπιν αιτήματος την εν λόγω γνωμοδότηση.
Συγκεκριμένα, το Υπουργείο Παιδείας υπέβαλε εκ νέου σχέδιο υπουργικής απόφασης στην Αρχή, η οποία και γνωμοδότησε ότι κακώς στο σχέδιο αυτό υπάρχει η υποχρέωση γονέων να υποβάλλουν δήλωση ότι για λόγους "θρησκευτικής συνείδησης" το παιδί τους θα απαλλαγεί από τα θρησκευτικά.
Η Αρχή, εμμένοντας στις επί 20ετία πάγιες αποφάσεις της για το θέμα αυτό, έκρινε ότι αρκεί η επίκληση λόγων συνείδησης, γενικά:
"Όπως έχει δεχθεί η Αρχή (αποφάσεις 77Α/2002, 28/2019, 32/2020), το άρθρο 13 παρ. 1 εδ. α ́ του Συντάγματος αναφέρεται μεν ρητώς στην ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, με τη διάταξη όμως αυτή, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, κατοχυρώνεται η γενικότερη ελευθερία της συνείδησης κατά τρόπο ισοδύναμο προς την παρεχόμενη από την ΕΣΔΑ προστασία (άρθρο 9 παρ. 1 άρθρο 2 παρ. 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου). Η γενική ελευθερία της συνείδησης, δεν έχει ένα τυποποιημένο περιεχόμενο, καθώς εκφράζει την ελευθερία του αυτοκαθορισμού της προσωπικής συνείδησης και καλύπτει όλες τις συνειδησιακές πεποιθήσεις του ατόμου και όχι μόνον εκείνες που αφορούν το θρησκευτικό φαινόμενο (βλ. Χ. Ανθόπουλου, Το συνταγματικό δικαίωμα στην ελευθερία της συνείδησης, 1992, σ.13 επ., Δ. Τσάτσου- Μ. Σταθόπουλου – Δ. Μέλισσα (Γνωμοδότηση), Ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης και ελευθερία συνείδησης, ΕλλΔνη, 2/2003, σ.355επ.).
Από την άποψη αυτή, η αναφορά στην προτεινόμενη ρύθμιση, σε «λόγους θρησκευτικής συνείδησης» και μόνον, ως δικαιολογητική αιτία για την άσκηση του δικαιώματος απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών, δεν καλύπτει πλήρως όλο το εύρος των συνειδησιακών πεποιθήσεων που προστατεύονται από την ΕΣΔΑ και το ελληνικό Σύνταγμα, και στις οποίες περιλαμβάνονται «και [οι] γενικότερες κοσμοθεωρητικές αντιλήψεις, τις οποίες, πέραν των αμιγώς θρησκευτικών, οι γονείς ενδεχομένως ακολουθούν, και, βάσει των οποίων, επιθυμούν να διαπαιδαγωγήσουν τα παιδιά τους» (ΑΠΔΠΧ, 77Α/2002).
Περαιτέρω με βάση την προτεινόμενη ρύθμιση, αποκλείονται ρητά και εξ ορισμού από το δικαίωμα απαλλαγής οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι μαθητές και μαθήτριες ή οι γονείς τους, οι οποίοι προκειμένου να ασκήσουν το δικαίωμα αυτό πρέπει να αποποιηθούν τη θρησκεία τους. Όμως, στις σύγχρονες πλουραλιστικές κοινωνίες, ο τρόπος με τον οποίο βιώνει κανείς τη σχέση του με τη θρησκεία στην οποία ανήκει έχει ολοένα και περισσότερο προσωπικά, χωρίς οι ενδεχόμενες μερικές αποκλίσεις να αναιρούν τη θεμελιώδη θρησκευτική ταυτότητά του, στην προκειμένη περίπτωση ως Χριστιανού Ορθοδόξου (βλ. Ευ. Βενιζέλου, Το μάθημα των Θρησκευτικών και ο δημόσιος χώρος: το συνταγματικό και διεθνές νομικό πλαίσιο της διδασκαλίας των θρησκευτικών και το δικαίωμα εξαίρεσης από αυτή, σε: του ιδίου, Η Δημοκρατία μεταξύ συγκυρίας και ιστορίας, 201/ σ.464 επ.). Δεν μπορεί, λοιπόν, να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο, από τη στιγμή μάλιστα, που σύμφωνα με τη νομολογία του ΣτΕ, η διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών στα σχολεία αφορά αποκλειστικά τους Ορθόδοξους μαθητές και μαθήτριες και οφείλει να έχει ομολογιακό, αλλά και κατηχητικό χαρακτήρα (ήτοι, «δια της διδασκαλίας των δογμάτων, ηθικών αξιών και παραδόσεων της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού» να συμβάλλει στην «εμπέδωση και ενίσχυση της συγκεκριμένης αυτής θρησκευτικής συνειδήσεως των μαθητών»: ΣτΕ Ολ. 660/2018, σκ.14), να υπάρχουν Ορθόδοξοι Χριστιανοί, γονείς ή μαθητές που να μην συμφωνούν με το συγκεκριμένο αυτό περιεχόμενο της θρησκευτικής εκπαίδευσης, αλλά να επιθυμούν τη διδασκαλία ενός μαθήματος που θα έχει ως αντικείμενο τη μελέτη του θρησκευτικού φαινομένου, τη γνώση της ιστορίας των θρησκειών, που θα καλλιεργεί την ελεύθερη κριτική σκέψη, τον πλουραλισμό, κ.λπ (βλ. Λ. Παπαδόπουλου, Οι σχέσεις Εκκλησίας – Πολιτείας 200 χρόνια από την επανάσταση του 1821, σε: Το Σύνταγμα εν εξελίξει. Τιμητικός Τόμος για τον Αντώνη Μανιτάκη, 2019, σ. 658επ.), χωρίς αυτό βεβαίως να αποκλείει τη μεγαλύτερη έμφαση στην παρουσίαση της διδασκαλίας, της ιστορίας και των μυστηρίων του ορθοδόξου χριστιανικού δόγματος που πρεσβεύει η πλειοψηφία του πληθυσμού της Ελλάδας και αποτυπώνονται σε διάφορες εκφάνσεις της κοινωνικής συμβίωσης, ακόμα και στον καθορισμό των επίσημων αργιών του ελληνικού Κράτους.
Από την άποψη των σχέσεων Κράτους – Πολίτη, η ελεύθερη αυτή σχέση μεταξύ της προσωπικής θρησκευτικής πεποίθησης και της ατομικής συνείδησης, είναι άξια συνταγματικής προστασίας, ως εκδήλωση του αυτοκαθορισμού της συνείδησης, και θα πρέπει να μπορεί να βρει δυνατότητα έκφρασης στο πλαίσιο της ρύθμισης του δικαιώματος της απαλλαγής.
Για τους λόγους αυτούς η Αρχή έχει τη γνώμη, την οποία διατύπωσε και στις υπ ́αρ. 32/2020 και 28/2019 αποφάσεις της, ότι η σύμφωνη με το ισχύον ελληνικό Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, μορφή άσκησης του δικαιώματος απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών, είναι μια δήλωση των ενδιαφερομένων γονέων ή μαθητών, συμπεριλαμβανομένων και των Χριστιανών Ορθοδόξων που τυχόν το επιθυμούν, στην οποία θα αναφέρεται απλώς ότι «Λόγοι συνείδησης δεν επιτρέπουν τη συμμετοχή (μου ή του παιδιού μου) στο μάθημα των θρησκευτικών».
Η λύση αυτή είναι η ενδεδειγμένη και από την άποψη του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 9Α Συντ. και εξειδικεύεται ως προς το περιεχόμενο του και τις εγγυήσεις του στον ΓΚΠΔ 679/2016 και στον Ν.4624/2019. Ειδικότερα, το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, και στην προκειμένη περίπτωση, των «ευαίσθητων» προσωπικών δεομένων που αφορούν τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, διασταυρώνεται με το δικαίωμα στη μη αποκάλυψη των θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων και λειτουργεί ως παράγων επαύξησης της προστασίας του, ιδίως με σκοπό την αποτροπή δυσμενών διακρίσεων, στις οποίες θα μπορούσε να οδηγήσει η εξωτερίκευση και η επεξεργασία των δεδομένων αυτών. Με βάση την προτεινόμενη ρύθμιση του άρθρου 25§3 οι ενδιαφερόμενοι δεν υποχρεούνται να αποκαλύψουν στην αίτηση απαλλαγής τις συγκεκριμένες πεποιθήσεις τους που δικαιολογούν τη μη παρακολούθηση του μαθήματος των Θρησκευτικών, ούτε υπόκεινται σε έναν έλεγχο ειλικρίνειας της σχετικής δήλωσης, κάτι που θα συνιστούσε μια βαθεία επέμβαση στο forum internum, πλην όμως, με τη συγκεκριμένη ορολογία που χρησιμοποιείται στην αίτηση απαλλαγής («Λόγοι θρησκευτικής συνείδησης») υποχρεούνται κατ ́ ουσίαν να δηλώσουν ότι δεν είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Η αναφορά απλώς σε «Λόγους συνείδησης» στην αίτηση απαλλαγής, χωρίς διάκριση ανάμεσα σε Χριστιανούς Ορθοδόξους και μη Χριστιανούς Ορθοδόξους, θα διασφάλιζε από την άποψη αυτήν σε μεγαλύτερο βαθμό, από ποιοτική άποψη, την αρχή της «ελαχιστοποίησης των δεδομένων» (άρθρο 5§1 γ ΓΚΠΔ) και θα μείωνε τον κίνδυνο πιθανού στιγματισμού και απομόνωσης των απαλλασσομένων. Πράγματι, υπό το σύστημα αυτό δεν θα ήταν εύκολο να συναχθούν συμπεράσματα για το ποιοι μεταξύ των απαλλασσομένων είναι ή δεν είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Με μία τέτοια εναλλακτική λύση, θα μειωνόταν ο κίνδυνος απομονωτισμού ή και στιγματισμού, ιδίως για τους μη Χριστιανούς Ορθοδόξους, που είναι αυξημένος σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, στην οποία η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού ανήκει στην Ορθόδοξη θρησκεία (πρβλ. τη σκ.89 της απόφασης του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Παπαγεωργίου κ.α. κατά Ελλάδας, σε: Νομοκανονικά, 1, 2020, σ.143).
Η επαύξηση της προστασίας της αρνητικής όψης της ελευθερίας εκδήλωσης των θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, δια μέσου του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, αναδεικνύεται και στη ΣτΕ Ολ. 1759/2019, η οποία με αφορμή το θέμα της αναγραφής του θρησκεύματος στα απολυτήρια των μαθητών έκρινε ότι «Κανένας δεν μπορεί με οποιοδήποτε τρόπο να αποκαλύψει είτε αμέσως είτε εμμέσως, το θρήσκευμα ή τις θρησκευτικές εν γένει πεποιθήσεις του, υποχρεούμενος σε πράξεις ή παραλείψεις από τις οποίες θα τεκμαίρεται η ύπαρξη ή η ανυπαρξία τους. Και καμία κρατική αρχή ή κρατικό όργανο δεν επιτρέπεται να επεμβαίνουν στον απαραβίαστο, κατά το Σύνταγμα, αυτό χώρο αυτό της συνείδησης του ατόμου και να αναζητούν το θρησκευτικό τους φρόνημα, πού δε περισσότερο να επιβάλλουν την εξωτερίκευση των όποιων πεποιθήσεων του ατόμου αναφορικά με το θείο»(σκ.😎. Μάλιστα, οι καθοριστικές κρίσεις της ανωτέρω απόφασης του ΣτΕ, για τη μη ύπαρξη οποιουδήποτε λόγου που να καθιστά αναγκαία την αποκάλυψη των θρησκευτικών πεποιθήσεων σε επίσημα έγγραφα, και για τον κίνδυνο διακριτικής μεταχείρισης σε βάρος των κατόχων τους από την τυχόν αναγραφή του θρησκεύματος στα έγγραφα αυτά (βλ. σκ. 12), ισχύουν, mutatis mutandis, και για την κρινόμενη εδώ περίπτωση.
Αξίζει εδώ να μνημονευθεί, ως ένα συγκριτικό παράδειγμα, στο οποίο επιτυγχάνεται, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, η αποτροπή του κινδύνου διαφοροποίησης των πολιτών εξαιτίας των θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων τους, η περίπτωση της Ιταλίας, όπου η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών έχει και εκεί ομολογιακό (αν και όχι κατηχητικό) χαρακτήρα, αφού έχει ως αντικείμενο την καθολική θρησκεία, αλλά το δικαίωμα απαλλαγής ισχύει για όλους, καθολικούς και μη καθολικούς, και ασκείται με γραπτή δήλωση για την παρακολούθηση ή μη παρακολούθηση του, με ένα ναι ή ένα όχι στην οικεία στήλη (βλ. Γ. Σωτηρέλη, Θρησκεία και Εκπαίδευση κατά το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση. Από τον κατηχητισμό στην πολυφωνία, 1998, τρίτη έκδοση, σ.367επ.).
Όσον αφορά τον χρόνο δήλωσης της αίτησης απαλλαγής, στο υποβληθέν σχέδιο υπουργικής απόφασης ορίζεται ότι η σχετική αίτηση υποβάλλεται στον Διευθυντή- ντρια της σχολικής μονάδας από την 1η Σεπτεμβρίου και έως την πέμπτη ημέρα μετά την έναρξη των μαθημάτων, η απαλλαγή αρχίζει από την έναρξη των μαθημάτων, αφορά ολόκληρο το σχολικό έτος και μπορεί να ανανεωθεί για κάθε επόμενο σχολικό έτος με την ίδια διαδικασία (άρθρο 25§3, β) και γ). Μολονότι, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι στην περίπτωση του δικαιώματος απαλλαγής δεν προσιδιάζει η θέσπιση χρονικών περιορισμών στην άσκησή του, λόγω της φύσης του ως δικαιώματος που ανήκει στην σφαίρα της συνείδησης, και περιλαμβάνει, συνεπώς, το δικαίωμα μεταβολής θρησκείας ή πεποιθήσεων, εν τούτοις, η σχετική ρύθμιση παρίσταται εύλογη για οργανωτικούς λόγους που αφορούν την εύρυθμη λειτουργία των σχολικών μονάδων, κατά μείζονα λόγο στην περίπτωση θέσπισης ισοτίμου εναλλακτικού μαθήματος (π.χ. περί θρησκευτικού πολιτισμού) για τους μαθητές που απαλλάσσονται από το μάθημα των Θρησκευτικών, η οποία, σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση 1478/2022 της Ολομελείας του ΣτΕ, αποτελεί υποχρέωση της Πολιτείας που θα πρέπει να εκπληρωθεί το βραδύτερο από το τέλος του σχολικού έτους 2022-2023."
Θα πρέπει λοιπόν, το Υπουργείο Παιδείας & Θρησκευμάτων να εφαρμόσει την γνωμοδότηση της Αρχής και να αφαιρέσει την λέξη "θρησκευτικής" από την διατύπωση για την απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών.
Αυτή θα είναι η οριστική νομικά επίλυση του θέματος. Διαφορετικά, θα ανοίξει ένας νέος κύκλος δικαστικών εξελίξεων.

Τετάρτη, Αυγούστου 24, 2022

Απόρρητες διαδικασίες της Βουλής εξ ορισμού δεν υπάρχουν

 

«Απόρρητα» εξ ορισμού σε δημόσιες διαδικασίες, πλέον, δεν υπάρχουν και όποιος νόμος προβλέπει τέτοια απόρρητα a priori και χωρίς εξαιρέσεις είναι, απλά, αντίθετος στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. 
 
Ας μη διαμαρτύρεται ο πρόεδρος της Βουλής, ως θεματοφύλακας ενός «απορρήτου» που αφορά μια συνεδρίαση επιτροπής μελών της εθνικής αντιπροσωπείας: έπρεπε να γνωρίζει ότι στην εποχή μας η τεχνολογία, αλλά και η νομολογία δεν επιτρέπουν τέτοιες παλαιολιθικές αξιώσεις. Είναι και νομικός!
 
Ναι, ο Κανονισμός της Βουλής προβλέπει το απόρρητο της συνεδρίασης της Επιτροπής. Είναι, όμως, ο ΚαΒ σύμφωνος με το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ που κατοχυρώνει το δικαίωμα μετάδοσης πληροφοριών και ορίζει ότι οι περιορισμοί ενός τέτοιου δικαιώματος για την προστασία της εθνικής ασφαλείας είναι μόνο οι απολύτως αναγκαίοι σε μια δημοκρατική κοινωνία;
Υπάρχει μια «φυσική» των πληροφοριών, άκρως δυναμική, η οποία δεν υπακούει -και ορθώς δεν υπακούει- σε ανεπιφύλακτες απαγορεύσεις. Κάθε απαγόρευση δημοσιότητας πρέπει να συνοδεύεται από τον κανόνα στάθμισης ενόψει του δικαιώματος του κοινού για πληροφόρησης.
 
Θυμίζω ότι το ΣτΕ είχε τεράστιο πρόβλημα με τις διαρροές των μυστικών διασκέψεών του και τελικά βρέθηκε μια μέση λύση: μετά από κάθε μυστική διάσκεψη βγάζουν μια ανακοίνωση με σύντομο σκεπτικό και αποτέλεσμα για κάθε δίκη, ώστε να μην γίνονται διαρροές από τους... ίδιους!
 
Κάθε φορά που λείπει τέτοιος κανόνας στάθμισης, η απόλυτη απαγόρευση ακυρώνεται στην πράξη και η ίδια η διαδικασία ξεφτιλίζεται από την πραγματικότητα. 
 
Αυτό έπαθε σήμερα ο Κανονισμός της Βουλής και η σχετική διαδικασία και οι οιμωγές του κυρίου Τασούλα για τους θεσμούς θα επέβαλαν πρώτα να κοιτάξει την καμπούρα του που είναι θεματοφύλακας προβληματικών διατάξεων.

Τετάρτη, Αυγούστου 03, 2022

Πώς θα απαλλάσσονται οι μαθητές από τα θρησκευτικά φέτος

 Όπως είναι γνωστό, αρχές Ιουλίου το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε την Υπουργική Απόφαση της Νίκης Κεραμέως για την απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών ως αντίθετη στον #GDPR.

Επομένως, αυτή την στιγμή η περσινή Υπουργική Απόφαση που ορίζει την διαδικασία για την απαλλαγή από το μάθημα των θργσκευτικών έχει ακυρωθεί και δεν έχει αντικατασταθεί από άλλη νεότερη Υπουργική Απόφαση.
Πριν από αυτή την απόφαση υπήρχε η Εγκύκλιος του 2020 της τότε υφυπουργού Σοφίας Ζαχαράκη που και αυτήν την ακύρωσε το Συμβούλιο της Επικρατείας με απόφαση του πέρσι, επειδή ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΕΙ ΣΤΟ ΦΕΚ.
Πριν την εγκύκλιο Ζαχαράκη υπήρχε η εγκύκλιος Ανδρέα Λοβέρδου, για την οποία η Ελλάδα καταδικάστηκε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Επομένως, δεν υπάρχει καμία απολύτως πράξη του Υπουργείου Παιδείας που να μπορεί να εφαρμοστεί για την διαδικασία της απαλλαγής από τα θρησκευτικά, δικαίωμα που έχει πει το ΣτΕ ότι απορρέει απευθείας από το Σύνταγμα, κατά το άρθρο 13. Δηλαδή και να μην εκδοθεί υπουργική απόφαση ή εγκύκλιος, οι μαθητές έχουν κατά το άρθρο 13 του Συντάγματος δικαίωμα να απαλλαγούν από τα θρησκευτικά.
Επομένως, αν όντως ξεκινήσει το σχολικό έτος 2022 - 2023 χωρίς υπουργική απόφαση για την διαδικασία, το μόνο που απομένει να εφαρμοστεί είναι η απόφαση 32/2020 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, η οποία φυσικά και εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ (δεν έχει προσβληθεί, ούτε ακυρωθεί από το ΣτΕ), η οποία ορίζει ότι η απαλλαγή δίνεται με επίκληση σκέτων "λόγων συνείδησης", όχι "θρησκευτικής συνείδησης".
Άρα, εφαρμόζεται απευθείας το άρθρο 13 του Συντάγματος, μαζί με την απόφαση 32/2020 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ελλείψει άλλης διοικητικής διαδικασίας.
Υπάρχει επίσης το άρθρο 14 της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, το οποίο ορίζει ότι κάθε παιδί έχει δικό του ατομικό δικαίωμα για σεβασμό της θρησκευτικής του ελευθερίας και της ελευθερίας συνείδησης. Αυτό σημαίνει ότι δεν απαιτείται η "εκπροσώπηση του" από τους γονείς του για να εκφράσει κάθε παιδί ότι δεν επιθυμεί να παρακολουθεί το μάθημα των θρησκευτικών. Κάθε παιδί, χωρίς δήλωση των γονέων του έχει διεθνούς δικαίου ατομικό δικαίωμα να δηλώσει ότι θα απέχει από το ομολογιακό μάθημα των θρησκευτικών. Πολύ περισσότερο που δεν υπάρχει Υπουργική Απόφαση να επιβάλλει την διαδικασία της γραπτής αίτησης των γονέων.
Στο πλαίσιο της εφαρμογής της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού έχουμε μια νέα διεθνή εξέλιξη: η Επιτροπή των ενωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού απεύθυνε σύσταση στις 28 Ιουνίου 2022 στην Ελλάδα ακριβώς για αυτό το θέμα:
"23. Η Επιτροπή, ενώ υποδέχεται θετικά τις τροποποιήσεις που απαγορεύουν στα σχολεία να τηρούν εγγραφές του θρησκεύματος των παιδιών και δίνοντας την δυνατότητα σε μη Ορθόδοξους μαθητές να απαλλάσσονται από το μάθημα, επαναλαμβάνει την παλαιότερη σύσταση της ότι το Κράτος μέλος οφείλει να διασφαλίσει και να προωθήσει τον σεβασμό του δικαιώματος του παιδιού στην ελευθερία της σκέψης, της συνείδησης και του θρησκεύματος και συνιστά στο Κράτος:
(α) Να εφαρμόσει την απόφαση 28/2019 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και τις αποφάσεις 1759-1760 του Συμβουλίου της Επικρατείας για την αφαίρεση της αναφοράς σε θρησκεύματα από σχολικά αρχείο και απολυτήρια,
(β) Να διασφαλίσει ότι όλοι οι μαθητές, ανεξάρτητα από το θρήσκευμα ή τις πεποιθήσεις τους ή των γονέων τους μπορούν να απαλλαγούν από το μάθημα των θρησκευτικών, τροποποιώντας την Υπουργική Απόφαση της 22 Ιανουαρίου 2018,
(γ) Να τροποποιήσουν τον Ν.344/1976 που επιβάλλει στους γονείς ενός τέκνου να δηλώνουν το θρήσκευμα στις ληξιαρχικές πράξεις γεννήσεως."
Καθώς επίσης δεν υπάρχει ο τύπος της γραπτής αίτησης, για λόγους ελαχιστοποίησης της τήρησης των προσωπικών δεδομένων (άρθρα 6 και 25 GDPR), κάθε μαθητής μπορεί να εκφράσει προφορικά την αντίρρηση του στην παρακολούθηση του ομολογιακού μαθήματος των θρησκευτικών και το σχολείο του είναι υποχρεωμένο να το απαλλάξει. Πράγματι, ελλείψει Υπουργικής Απόφασης δεν υφίσταται πλέον η νόμιμη βάση για να διατηρεί κάθε σχολείο γραπτές αιτήσεις μαθητών ή γονέων που επιθυμούν έστω και για "λόγους συνείδησης" την απαλλαγή τους από τα θρησκευτικά.
Αρκεί, λοιπόν, η προφορική δήλωση των μαθητών ότι δεν επιθυμούν για λόγους συνείδησης να παρακολουθήσουν το μάθημα των θρησκευτικών.
Εκτός, εάν κάτι αλλάξει και το Υπουργείο Παιδείας λάβει γνωμοδότηση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και στην συνέχεια εκδώσει σχετική υπουργική απόφαση που να ορίζει άλλη διαδικασία. Μέχρι να συμβεί όμως αυτό και κυρίως αν δεν συμβεί αυτό, αρκεί η προφορική δήλωση κάθε παιδιού στο σχολείο του.

To Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επιβάλλει την αναγνώριση του μη βιολογικού ομόφυλου γονέα

  Ομόφυλη γονεϊκότητα και άρνηση του κράτους να αναγνωρίσει τέκνο που αποκτήθηκε με παρένθετη μητέρα.   Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμά...