Πέμπτη, Ιανουαρίου 07, 2021

Στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για την ταυτότητα φύλου

Μία διεμφυλική (trans) γυναίκα εκπροσωπεί το γραφείο μας, στην προσφυγή που καταθέσαμε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ο λόγος είναι η υπέρμετρη καθυστέρηση για την νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου της από το Ειρηνοδικείο Αθηνών. Συγκεκριμένα, το Ειρηνοδικείο χρειάστηκε σχεδόν δύο χρόνια (21 μήνες) για να εκδώσει απόφαση με την οποία τελικά και αναγνωρίστηκε ότι είναι γυναίκα και της αποδόθηκε το όνομα που επιθυμούσε.

Ο λόγος της καθυστέρησης ήταν ότι αρχικά η εκδίκαση της υπόθεσης ορίστηκε 8 μήνες μετά την κατάθεση του αιτήματος και, στην συνέχεια εκδόθηκε προσωρινή απόφαση για να αποδείξει το άτομο ότι δεν ήταν έγγαμο.Η προϋπόθεση απόδειξης αγαμίας δεν υπήρχε στο θεσμικό πλαίσιο, μέχρι την ψήφιση του Ν.4491/2017, οπότε προστέθηκαν μία σειρά από εμπόδια για την νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου που δεν προβλέπονταν με τον παλαιό νόμο του 1976: υποχρεωτική παράσταση του αιτούντος στο δικαστήριο, υποχρέωση αγαμίας, δικαιοπρακτική ικανότητα, ενηλικότητα (υπό προϋποθέσεις μόνον μετά τα 15 έτη), περιορισμένος αριθμός μεταβολών (2) και απαγόρευση αναγραφής της διόρθωσης σε ληξιαρχικές πράξεις γονέων.
Όλες αυτές οι απαγορεύσεις είναι αντίθετες στο ευρωπαϊκό δίκαιο για την ταυτότητα φύλου, όπως αποτυπώνεται στην Σύσταση 5(2010) της Επιτροπής Υπουργών, στο Ψήφισμα 2048 (2015) της Κοινοβουλευτικής Διάσκεψης για τα δικαιώματα των τρανς ατόμων, στις αναθεωρημένες Αρχές της Yogyakarta του 2017 και σε άλλα διεθνή κείμενα. Ειδικά για την προϋπόθεση αγαμίας, υπάρχουν αποφάσεις τριών συνταγματικών δικαστηρίων της Ευρώπης που την έκριναν αντισυνταγματική, καθώς και μια απόφαση της Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που έκρινε ότι παραβιάζει το δικαίωμα στην ισότητα.
Το Ειρηνοδικείο Αθηνών έχει εκδικάσει ήδη τρεις φορές το ζήτημα της προϋπόθεσης αγαμίας, έχοντας πλήρως υπόψη το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, το οποίο αρνείται πεισματικά να εφαρμόσει. Τελικά, απέρριψε και την προσφυγή της διεμφυλικής γυναίκας για την αποζημίωσή της λόγω της υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης, κρίνοντας ότι οι 21 μήνες οφείλονται σε δικό της πταίσμα σχετικά με την απόδειξη της αγαμίας, ενώ βέβαια δεν έκρινε τίποτε για το αρχικό 8μηνο που μεσολάβησε από την κατάθεση της αίτησης μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης.Η προσφυγή για την αποζημίωση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης υποβλήθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν.4239/2014 και η απόφαση που εκδόθηκε δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Εξαντλήθηκαν έτσι όλα τα εσωτερικά ένδικα μέσα που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο και μας δόθηκε η ευκαιρία να προσφύγουμε στο ΕΔΔΑ.
Η προσφυγή βασίζεται στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκης Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και εστιάζει στην υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης, η οποία οφείλεται στις υπερβολικές προϋποθέσεις που παραβιάζουν τον ιδιωτικό βίο των τρανς ατόμων, καθόσον η αγαμία αποτελεί εντελώς άσχετο θέμα με την υποχρέωση της Ελλάδας να παρέχει μια διαδικασία γρήγορη, προσβάσιμη και διαφανή.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στην υπόθεση αυτή καλείται να κρίνει συνολικά τον Ν.4491/2017 για να διαπιστώσει ότι η διαδικασία για την νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου που προβλέπει δεν είναι σύμφωνη με τα ευρωπαϊκά πρότυπα και, κυρίως, ότι δεν είναι μια διαδικασία σύντομη, σε αντίθεση με άλλες χώρες που έχουν επιλέξει την εξωδικαστική νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 15, 2020

Αποζημίωση πολίτη λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης λόγω αποχής δικηγόρου του

 Mε απόφασή του το Πρωτοδικείο Αθηνών δικαίωσε επιχειρηματία που εκπροσώπησε το γραφείο μας για την αποζημίωση του λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης. Η υπέρβαση αφορούσε μια αγωγή που η εκδίκασή της αναβλήθηκε πρωτόδικα στο όνομα του δικηγόρου του, ο οποίος ήταν αναγκασμένος να απέχει από τα καθήκοντά του συμμορφούμενος με απόφαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών που είχε κηρύξει υποχρεωτική αποχή δικηγόρων.

Η αγωγή είχε αρχικώς προσδιοριστεί να συζητηθεί μετά τριετία και, μετά την αναβολή προσδιορίστηκε να συζητηθεί πάλι μετά τριετία. Η απόφαση εκδόθηκε εντός 8 μηνών από την συζήτηση, υπέρ του ενάγοντος.
Κατά την εκδίκαση της αιτήσεως για δίκαιη ικανοποίηση του αιτούντος – ενάγοντος λόγω της ως άνω πολυετούς καθυστέρησης, το καθ’ ου Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίστηκε πως στο επίμαχο χρονικό διάστημα δεν πρέπει να συνυπολογιστούν τα διαστήματα: α) των δικαστικών διακοπών από 1ης Ιουλίου μέχρι 15ης Σεπτεμβρίου και β) η αναβολή που δόθηκε συνεπεία της αποχής των δικηγόρων.
Εντούτοις, το Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς αυτούς, διότι, όπως γίνεται δεκτό από τη νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α., τα Συμβαλλόμενα Κράτη οφείλουν να οργανώνουν το δικαστικό τους σύστημα κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζονται οι απαιτήσεις του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η έκδοση των αποφάσεων των αρμοδίων δικαιοδοτικών τους οργάνων εντός εύλογης προθεσμίας.
Ωσαύτως, το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό του Ελληνικού Δημοσίου πως ο αιτών φέρει ευθύνη για την καθυστέρηση, επειδή δεν κατέθεσε αιτήσεις προτίμησης για τον προσδιορισμό συντομότερων δικασίμων, κρίνοντας ότι το καθήκον επιμελείας στην απονομή της δικαιοσύνης ανήκει πρώτα στις αρμόδιες αρχές.
"Συνεπώς, η ενδεχόμενη παράλειψη των προσφευγόντων να χρησιμοποιήσουν κάθε μέσον, για να επιταχύνουν την διαδικασία, δεν αναπληρώνει την γενική υποχρέωση του Κράτους να εγγυάται την διεξαγωγή της διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου", σύμφωνα με την απόφαση. Το Δικαστήριο υπογράμμισε πως το Ελληνικό Δημόσιο “δεν μπορεί να μεταθέτει εκ των υστέρων στους πολίτες την αδυναμία του ως Κράτους να ανταποκριθεί στην επίλυση των διαφορών των πολιτών εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος”.
Υπενθυμίζεται ότι η αίτηση για δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης εύλογης διάρκειας της δίκης ασκείται ανά βαθμό δικαιοδοσίας, εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης του δικαστηρίου που εκδόθηκε μετά από την δίκη για την οποία ο αιτών παραπονείται ότι υπήρξε υπέρβαση της εύλογης διάρκειάς της.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 14, 2020

H ταυτότητα φύλου στο Συμβούλιο της Επικρατείας

Αύριο στο Συμβούλιο της Επικρατείας και συγκεκριμένα στο Δ' Τμήμα θα εκδικαστεί μια υπόθεση που αφορά την ταυτότητα φύλου και συνολικά τα δικαιώματα των διεμφυλικών στην Ελλάδα. Δυστυχώς, λόγω της συγκυρίας η υπόθεση δεν θα δικαστεί με δημόσια ανάπτυξη των επιχειρημάτων, αλλά βάσει των εγγράφων που έχουν κατατεθεί.
 
Το θέμα αφορά την αλλαγή επωνύμων των ατόμων στην διαδικασία της Νομικής Αναγνώρισης Ταυτότητας Φύλου (ΝΑΤΦ). Η διαδικασία της ΝΑΤΦ ρυθμίζεται από τον νόμο 4491/2017, ο οποίος ενώ επιτρέπει στο άτομο να επιλέξει όποιο κύριο όνομα θέλει, ειδικά για το επώνυμο ορίζει ότι επιτρέπεται μόνο η "προσαρμογή" του επωνύμου. Δηλαδή ενώ το όνομα το επιλέγεις, για το επώνυμο η νομοθεσία μάλλον επιτρεπει στο Ειρηνοδικείο μόνο την προσαρμογή στο επιθυμητό φύλο. Βέβαια υπάρχει και απόφαση Ειρηνοδικείου Μυτιλήνης που δέχτηκε κανονική μεταβολή σε ΑΛΛΟ επώνυμο από αυτό που είχε αρχικά. Όμως τα υπόλοιπα Ειρηνοδικεία επιμένουν να απορρίπτουν τα αιτήματα ΝΑΤΦ για μεταβολή του επωνύμου.
 
Όταν ψηφίστηκε ο νομος ΝΑΤΦ, το ΣΥΔ και γενικά η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα ειχαν επιμείνει ότι ο νόμος έπρεπε να επιτρέπει να επιλέξεις όχι μόνο το κύριο όνομα, αλλά και το επώνυμο. Η επίσημη απάντηση της Πολιτείας ήταν: όχι. Η Ελληνική Δημοκρατία αποφάσισε ότι ο μόνος αρμόδιος για το αν θα αλλάξει ένα επώνυμο παραμένει ο ... δήμαρχος! Για τους δημάρχους υπάρχει μια παλιά νομοθεσία που ορίζει ότι για "σπουδαίο λόγο" επιτρέπεται η μεταβολή επωνύμου. Το θέμα είναι κατά πόσον η ιδιότητα του διεμφυλικού ατόμου αποτελεί ή όχι "σπουδαίο λόγο". 
 
Εκπροσωπώ ένα διεμφυλικό άτομο αύριο στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο άλλαξε ονοματεπώνυμο και καταχώρηση φύλου στο Ηνωμένο Βασίλειο εδώ και πολλά χρόνια. Στην συνέχεια, ήρθε στην Αθήνα όπου ακολουθήσαμε την διαδικασία ΝΑΤΦ στο Ειρηνοδικείο, όπου όμως έγινε δεκτή μόνο η μεταβολή καταχώρησης φύλου και κυρίου ονόματος, ορίζοντας ότι το επώνυμο είναι αρμοδιότητα δημάρχου. Πήγαμε στον δήμαρχο, ο οποίος έκρινε ότι η διεμφυλικότητα δεν είναι σπουδαίος λόγος για να μεταβληθεί το επώνυμο!
 
Σε αυτή την απόφαση του δημάρχου συνέβαλε βέβαια και το παλιό θεσμικό πλαίσιο που δίνει τρεις ερμηνείες της έννοιας του σπουδαίου λόγου (κακόηχο επώνυμο κ.τ.λ.), χωρίς ρητή μνεία στην διεμφυλικότητα. 
 
Υποστηρίζω στο Συμβούλιο της Επικρατείας ότι η διεμφυλικότητα είναι σπουδαιότατος λόγος μεταβολής επωνύμου. Στην συγκεκριμένη υπόθεση, το άτομο έχει εδώ και χρόνια μεταβάλει το επώνυμό του στο Ηνωμένο Βασίλειο, οπότε είναι παράλογο να μην αρκεί η αναγνώριση της πολυετούς μεταβολής. Γενικότερα όμως, τα τρανς άτομα επιλέγουν πολύ συχνά, λόγω της ρήξης με την οικογένειά τους που δυστυχώς ήταν και παραμένει μια παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας, να χρησιμοποιούν κοινωνικά άλλα επώνυμα. Η μεταβολή επωνύμου είναι σύμφυτη με την διεμφυλικότητα λοιπόν. Επομένως, δεν μπορεί παρά να αποτελεί έναν κατεξοχήν "σπουδαίο λόγο", ο οποίος θεμελιώνεται στα ανθρώπινα δικαιώματα του ατόμου. Η άρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας να αναγνωρίσει ως σπουδαίο λόγο την διεμφυλικότητα για την μεταβολή επωνύμου είναι μια βαρύτατη παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων. Παραβιάζει το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (σεβασμός ιδιωτικής ζωής) σε συνδυασμό με το άρθρο 14 (απαγόρευση διακρίσεων) και μπορεί πολύ εύκολα να οδηγήσει την Ελλάδα σε καταδίκη της ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
 
Αύριο ζητώ από το Συμβούλιο της Επικρατείας να ακυρώσει την απόρριψη του δημάρχου που δεν δέχθηκε ότι η διεμφυλικότητα είναι σπουδαίος λόγος και να αναπέμψει την υπόθεση στον δήμο για νέα νόμιμη κρίση. 
 
Εκπροσωπώ ένα διεμφυλικό άτομο που βρίσκεται στην τραγελαφική κατάσταση να έχει δελτίο αστυνομικής ταυτότητας με ανδρικό όνομα και γυναικείο επίθετο, επειδή δεν κρίθηκε "σπουδαίος λόγος" η μεταβολή του επιθέτου. 
 
Από το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν αναμένω όμως μόνο το αυτονόητο, να πει δηλαδή ότι είναι "σπουδαίος λόγος" η διεμφυλικότητα. Αναμένω να προχωρήσει και στην δέουσα κρίση αντισυνταγματικότητας του Ν.4491/2017 και να αναγνωρίσει ότι ο νόμος έπρεπε ξεκάθαρα να επιτρέπει στα τρανς άτομα να επιλέγουν κανονικά και το επώνυμο που θα έχουν. Διότι η παραπομπή τους στην δικαιοδοσία του δημάρχου πολλαπλασιάζει την διάρκεια της διαδικασίας και οδηγεί στα αδιέξοδα του να έχεις ανδρικό όνομα και γυναικείο επώνυμο. Επιπλέον, η διαδικασία με τον δήμαρχο επιβάλλει στα τρανς άτομα να προβαίνουν σε δημοσίευση της μεταβολής επωνύμου τους στον Τύπο (!!!) καταργώντας έτσι ουσιαστικά και την ίδια την μυστικότητα που επιβάλλεται για τόσο ευαίσθητες διαδικασίες όπως η ΝΑΤΦ. Είναι κρίσιμο το ΣτΕ να προχωρήσει και σε αυτό το βήμα, ώστε να επέλθει στην συνέχεια και η αποκατάσταση του Ν.4491/2017. 
 
Δεν χρειάζεται να καταδικαστούμε άλλη μία φορά από το ΕΔΔΑ! Μπορούμε και μόνοι μας ως χώρα να θεσπίσουμε έναν νόμο που να σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Έχουμε όλη την κατάλληλη τεχνογνωσία να το κάνουμε σωστά.


Παρασκευή, Δεκεμβρίου 11, 2020

Η ντροπή της επίκλησης της πανδημίας δια πάσαν νόσον

 Θα πρέπει να καταστήσουμε σαφές προς την Δικαιοσύνη και τους λειτουργούς της ότι η αναστολή των εργασιών της αφορά μόνο όσες εργασίες ρητώς με την Κοινή Υπουργική Απόφαση έχουν ανασταλεί.

Η καθυστέρηση στην ΥΠΟΓΡΑΦΗ των δικαστικών αποφάσεων που ήδη έχουν εκδοθεί δεν καταλαμβάνεται από την αναστολή. Το αργότερο εντός οκτώ (8) ημερών από την δημοσίευσή τους οι αποφάσεις πρέπει να είναι υπογεγραμμένες και προσβάσιμες για τους διαδίκους.
Δεν υπάρχει καμία απολύτως δικαιολογία για τους δικαστές τύπου "έχουμε πανδημία" από την στιγμή που έχουν ηλεκτρονικές υπογραφές και μπορούν να υπογράψουν τις αποφάσεις ηλεκτρονικά και να τις αποστείλουν με αυτή την μορφή στη Γραμματεία τους ΧΩΡΙΣ να χρειαστεί να μετακινηθούν.
Όπως έχω εξαγγείλει, για κάθε υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης συμβουλεύω τους διαδίκους που εκπροσωπώ να προσφεύγουν στην διαδικασία της "δίκαιης ικανοποίησης λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης" (σε Ελλάδα κατά την εθνική νομοθεσία και σε ΕΔΔΑ όταν η εθνική νομοθεσία δεν εφαρμόζεται κατά το άρθρο 6 ΕΣΔΑ) και στην διαδικασία της πειθαρχικής καταγγελίας των δικαστικών λειτουργών που καθυστερούν αδικαιολόγητα.
Θεωρώ πραγματικά προσβλητικό για τους ανθρώπους που νοσούν, για τους ανθρώπους που έφυγαν από την ζωή και για όλους όσοι υποφέρουμε από αυτήν την δυστυχία, την εργαλειακή επίκληση της πανδημίας. Είναι ντροπή.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 02, 2020

Έλεγχος συμμόρφωσης του Υπουργείου Παιδείας από το ΣτΕ

 Το γραφείο μας εκπροσώπησε σήμερα μία μητέρα και την μαθήτρια κόρη της ενώπιον του Τριμελούς Συμβουλίου Συμμόρφωσης της Διοίκησης με τις Δικαστικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το Συμβούλιο ελέγχει κατά πόσον το Υπουργείο Παιδείας εφάρμοσε την απόφαση 1749/2019 της Ολομέλειας του ΣτΕ που αφορά την διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών σε Δημοτικό και Γυμνάσιο.

Η απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ που δημοσιεύθηκε στις 20.9.2019 ορίζει ότι:
"η Πολιτεία οφείλει να προβλέψει τη διδασκαλία ισότιμου μαθήματος, συναφούς κατά την αντίληψή της περιεχομένου (π.χ. μαθήματος ηθικής), εφόσον βεβαίως συγκεντρώνεται ικανός αριθμός μαθητών, κατά την αντίληψη πάντοτε της Πολιτείας."
Η συγκεκριμένη κρίση της απόφασης του ΣτΕ δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί από την Πολιτεία. Αντίθετα, στην σχετική εισήγηση του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής της 23.7.2020 διατηρούνται πολλές επιφυλάξεις για την σκοπιμότητα της εισαγωγής αυτού του μαθήματος και προτείνεται η οργάνωση "δημιουργικής απασχόλησης σχετικής με την θρησκεία", που ούτε κι αυτή έχει ακόμη υλοποιηθεί.
Στην περίπτωση της αιτούσας, η διευθύντρια του σχολείου της κόρης της που έχει λάβει απαλλαγή ζήτησε από την μητέρα να υπογράψει ότι η μαθήτρια θα παραμένει εντός της αίθουσας κατά την διάρκεια της διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών. Επειδή η μητέρα δεν συμφώνησε, η μαθήτρια υποχρεώνεται να παρακολουθεί άλλο μάθημα, σε άλλο τμήμα της ίδιας τάξης το οποίο μάθημα είτε το έχει ήδη διδαχθεί, είτε θα το διδαχθεί στο μέλλον στο δικό της τμήμα, χωρίς να συμμετέχει.
Επιπλέον επισημάνθηκε στο Τριμελές Συμβούλιο Συμμόρφωσης, το ζήτημα πλημμελούς συμμόρφωσης του Υπουργείου Παιδείας ως προς την διαδικασία απαλλαγής, καθόσον σύμφωνα με την νέα εγκύκλιο πρέπει να δηλώνεται ότι η απαλλαγή ζητείται για λόγους "θρησκευτικής συνείδησης", ενώ κατά την ερμηνεία της απόφασης του ΣτΕ από την απόφαση 32/2020 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα "Δεδομένου όμως, ότι η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης κατά το άρθρο 13§1 Συντ. αποτελεί τμήμα της εν γένει ελευθερίας της
συνείδησης, δεν φαίνεται ότι από την απόφαση αυτή του ΣτΕ αποκλείεται η άσκηση του δικαιώματος απαλλαγής με την επίκληση λόγων συνείδησης εν γένει." Με το σκεπτικό αυτό, ήδη η Αρχή έκρινε ότι "για την απαλλαγή από την υποχρέωση παρακολούθησης του μαθήματος των Θρησκευτικών αρκεί η δήλωση ότι λόγοι συνείδησης δεν επιτρέπουν τη συμμετοχή του μαθητή στο μάθημα των Θρησκευτικών."
Στο Τριμελές Συμβούλιο Συμμόρφωσης τονίστηκε, τέλος, ότι η σύντμηση της προθεσμίας για την άσκησητ του δικαιώματος απαλλαγής από 20 σε 14 μέρες, με την νέα εγκύκλιο του Υπουργείου Παιδείας παραβιάζει το συνταγματικό κεκτημένο που προστατεύει η απόφαση 1479/2019 ως προς την εφαρμογή του δικαιώματος απαλλαγής, για το οποίο πάντα προβλεπόταν 20ήμερη προθεσμία.
Το Υπουργείο Παιδείας δεν παρέστη κατά την συνεδρίαση του Τριμελούς Συμβουλίου Συμμόρφωσης, αλλά είχε αποστείλει εκ των προτέρων "απόψεις" στις οποίες ισχυρίζεται ότι η Διοίκηση έχει συμμορφωθεί με την απόφαση 1749/2019.
Σύμφωνα με τον Ν.3068/2002 το Τριμελές Συμβούλιο Συμμόρφωσης αν διαγνώσει ότι η καθυστέρηση, παράλειψη ή άρνηση συμμόρφωσης ή η πλημμελής συμμόρφωση προς τη δικαστική απόφαση είναι αδικαιολόγητη, καλεί την υπόχρεη προς συμμόρφωση Αρχή να συμμορφωθεί προς την απόφαση μέσα σε εύλογη προθεσμία που το ίδιο ορίζει και η οποία δεν μπορεί να υπερβεί το τρίμηνο. Η προθεσμία αυτή, αν κατά την κρίση του συμβουλίου συντρέχει σπουδαίος λόγος, μπορεί να παραταθεί μία μόνο φορά.
Αν η Αρχή που υποχρεούται σε συμμόρφωση δεν συμμορφωθεί προς την απόφαση μέσα στην ταχθείσα προθεσμία, το Τριμελές Συμβούλιο βεβαιώνει τη μη συμμόρφωση της διοίκησης προς τη δικαστική απόφαση και προσδιορίζει ένα χρηματικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί στον ενδιαφερόμενο, ως κύρωση για τη μη συμμόρφωση της διοίκησης προς τη δικαστική απόφαση. Κριτήρια για τον καθορισμό του ποσού αυτού είναι η φύση και η σημασία της διαφοράς για την οποία εκδόθηκε η μη εκτελούμενη απόφαση, οι συνθήκες της μη συμμόρφωσης και οι συνέπειές της για το πρόσωπο του θιγομένου, η χρονική της διάρκεια και ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της κύρωσης. Εάν μετά την επιβολή της χρηματικής κύρωσης η Διοίκηση εξακολουθεί να μην συμμορφώνεται προς τη δικαστική απόφαση, μπορεί μετά από επανάληψη της διαδικασίας αυτής να επιβληθεί από το Τριμελές Συμβούλιο και νέα χρηματική κύρωση.
Το Τριμελές Συμβούλιο συντάσσει στο τέλος κάθε έτους για τις εισαχθείσες σε αυτό υποθέσεις μη συμμόρφωσης της Διοίκησης σε δικαστικές αποφάσεις ιδιαίτερο πρακτικό, το οποίο υποβάλλεται στον Πρωθυπουργό, τον Πρόεδρο της Βουλής, τον Υπουργό Δικαιοσύνης και τον Υπουργό Εσωτερικών.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 18, 2020

Αποκατάσταση διευθυντή που υποβιβάστηκε παρανόμως σε τμηματάρχη από τον Δήμο Αθηναίων

 Σε υπόθεση του γραφείου μας, δικαιώθηκε διευθυντής του Δήμου Αθηναίων, τον οποίο ο δήμαρχος είχε τοποθετήσει σε θέση προϊσταμένου τμήματος κατά παράβαση του άρθρου 72 παρ. 4 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών Υπαλλήλων.

Ο διευθυντής αμέσως μόλις υποβιβάστηκε σε τμηματάρχη, προσέφυγε με προσφυγή που κατέθεσε το γραφείο μας κατά της παράνομης τοποθέτησής του ενώπιον του Συντονιστή Αποκεντρωμένη Διοίκησης Αττικής, στον οποίο ζητήσαμε να ασκήσει έλεγχο νομιμότητας και να ακυρώσει την δημαρχιακή απόφαση κατά το μέρος που αφορούσε τον συγκεκριμένο υπάλληλο.
Ο Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής έκρινε δεκτή την προσφυγή του διευθυντή κρίνοντας ότι η τοποθέτησή του σε θέση τμηματάρχη ήταν αντίθετη στο εν λόγω άρθρο 72 παρ. 4 του Κώδικα και ακύρωσε την απόφαση του δημάρχου.
Στην συνέχεια, ο Δήμος Αθηναίων προσέφυγε κατά της απόφασης του Συντονιστή ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, ζητώντας να ακυρωθεί η απόφαση του Συντονιστή και να απορριφθεί η προσφυγή του διευθυντή.
Με το Πρακτικό 3/2020 η Ειδική Επιτροπή έκρινε ότι αβασίμως επικαλέστηκε ο Δήμος Αθηναίων τον νόμο του 2016 για την διαδικασία επιλογής προϊσταμένων, αφού ο ίδιος αυτός νόμος ορίζει στο άρθρο 30 ότι μέχρι να κινηθούν οι διαδικασίες του, εξακολουθούν να υπηρετούν οι ίδιοι προϊστάμενοι.
Αντίστοιχα, η Ειδική Επιτροπή απέρριψε και τον ισχυρισμό του Δήμου περί ευρείας διακριτικής ευχέρειας του δημάρχου, διότι κι αυτό είναι αβάσιμο, αφού η διακριτική ευχέρεια δεν αναιρεί την υποχρέωση εφαρμογής του άρθρου 72 παρ. 4 που απαγορεύει την τοποθέτηση διευθυντή σε θέση προϊσταμένου κατώτερης οργανικής μονάδας, χωρίς να παίζει κανένα ρόλο νομικά, αν ο διευθυντής τοποθετήθηκε κατόπιν εισήγησης του υπηρεσιακού συμβουλίου ή με "ανάθεση". Στην Ειδική Επιτροπή μειοψήφισε ένα μέλος της (ένας δήμαρχος), ο οποίος υποστήριξε ότι είναι διακριτική ευχέρεια του δημάρχου να μετακινήσει τον υπάλληλο σε όποια θέση θέλει. Παρέλειψε, όμως, ο μειοψηφών δήμαρχος να παραθέσει με βάση ποια ακριβώς διάταξη νόμου θα παρέμενε ανεφάρμοστη, κατά την εκτίμησή του, η σαφέστατη διάταξη του άρθρου 72 παρ. 4 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων.
Μετά κι από την δεύτερη αυτή απόφαση, ο Δήμος Αθηναίων τοποθέτησε εκ νέου τον υπάλληλο σε θέση προϊσταμένου διεύθυνσης.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 17, 2020

Αναγνώριση μη δυαδικής ταυτότητας φύλου - non binary από το Ειρηνοδικείο Καλλιθέας

 Σε υπόθεση του γραφείου μας που εκπροσώπησε άτομο μη δυαδικό ως προς το φύλο, το Ειρηνοδικείο Καλλιθέας με την απόφαση 153/2020 έκρινε δεκτή την αίτηση για αναγνώριση της ταυτότητας φύλου και την μεταβολή του ονοματεπωνύμου του ατόμου.

Πρόκειται για την πρώτη απόφαση με την οποία κρίνεται εν όλω δεκτό το αίτημα non binary ατόμου, καθώς είχαν προηγηθεί δύο αποφάσεις του Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου που ήδη έχουν προσβληθεί με έφεση και οι σχετικές αποφάσεις εκκρεμούν από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Για την πρώτη απόφαση non binary που αφορούσε το Jason Aντιγόνη, το Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου είχε δεχτεί την μη δυαδική ταυτότητα φύλου και την προσφθήκη του "Αντιγόνη" στο Ιάσων, αλλά είχε απορρίψει την διαγραφή φύλου, λόγος για τον οποίο η υπόθεση προσεβλήθη με έφεση. Καθόσον μάλιστα ο δικαστής στον οποίο ανατέθηκε η εκδίκαση της έφεσης υπερέβη το νομίμως προβλεπόμενο χρονικό διάστημα των οκτώ (8) μηνών προς έκδοση απόφασης, έχουμε ήδη προσφύγει για τον πειθαρχικό έλεγχό του στον αρμόδιο Αρεοπαγίτη και αναμένουμε την εξέταση του για τους λόγους της καθυστέρησης. Στην δεύτερη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου απορρίφθηκε επίσης το αίτημα διαγραφής φύλου και έχει υποβληθεί έφεση.
Το Ειρηνοδικείο Καλλιθέας δίκασε αίτημα για αναγνώριση της ταυτότητας φύλου ατόμου που κατά τη γέννηση του αποδόθηκε το θήλυ φύλο και ζήτησε την μεταβολή του κυρίου ονόματος από όνομα γυναίκας σε ουδέτερο όνομα και του επωνύμου σε κατάληξη στο αντίθετο φύλο (άρρεν).
Σύμφωνα με την απόφαση:
"Με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος κατοχυρώνεται το δικαίωμα καθενός για ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, εφόσον δεν προσβάλλονται τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζεται το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη. Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 5 του Συντάγματος καθένας έχει δικαίωμα στην προστασία της υγείας λαι της γενετικής του ταυτότητας. Η ευρύτητα της συνταγματικής αυτής διατύπωσης, η οποία παραπέμπει στη γενική αρχή “ό,τι δεν απαγορεύεται επιτρέπεται” και η σχέση γενικού προς ειδικό (Ράικος 2008 : 335) με επιμέρους διατάξεις που κατοχυρώνουν ιδιωτικές και δημόσιες εκφάνσεις της αυτονομίας (π.χ. τον ιδιωτικό βίο στο άρθρο 9 Σ., την ελευθερία της έκφρασης στο άρθρο 14 Σ. κ.α.) δεν σημαίνει, όμως, ότι αυτό συνιστά μια “κατευθυντήρια αρχή για το νομοθέτη ή έναν “ερμηνευτικό κανόνα” (Μάνεσης 1982 : 119), αλλά μια αυτοτελή κανονιστικά διάταξη που ρυθμίζει, κυρίως, και τις πράξεις προσωπικού αυτοκαθορισμού που δεν κατοχυρώνονται ρητά από άλλα συνταγματικά δικαιώματα (Παραράς 1982 : 142, Χρυσόγονος 2006 : 176). Το νόημα δε της συνταγματικής αυτής επιταγής εκτείνεται στην ελευθερία δράσης κάθε υποκειμένου, τόσο ως αμυντικό δικαίωμα, ως δηλαδή μια αξίωση της αποχής του Κράτους από παρεμβάσεις στην “ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας”, όσο και ως ενεργητικό και συμμετοχικό δικαίωμα, ως μια θετική ελευθερία, με την έννοια “της συμμετοχής στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή του τόπου.” Επιγραμματικά, πρόκειται για το “δικαίωμα του ατόμου να αποφασίζει για τον εαυτό του και να κάνει τις δικές του επιλογές, την δυνατότητα του καθενός να διαμορφώνει τη ζωή του όπως ο ίδιος επιθυμεί (ΕΔΔΑ Pretty κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Laskey, Jaggard και Brown κατά Ηνωμένου Βασιλείου). Ως ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας νοείται καταρχάς το ατομικό δικαίωμα (αυτό)προσδιορισμού της ταυτότητας. Αυτό καθορίζει τυπικά, με την έννοια της εξατομίκευσης και της ταυτοποίησης, τη σχέση του ατόμου με την έννομη τάξη και επικυρώνει την αναγνώρισή του ως υποκείμενο δικαίου, ενώ αποτελεί και συναισθηματικό στοιχείο του ανήκειν στην κοινότητα και της διαμόρφωσης των σχέσεων του ατόμου, τόσο με τον εαυτό του, όσο και με τους τρίτους (Gutmann 2000). Έτσι, το δικαίωμα του ατόμου στο όνομά του (κύριο και επώνυμο) αποτελεί καταστατικό στοιχείο της ταυτότητάς του. Στο πεδίο της προσωπικής ταυτότητας, και ειδικότερα της ταυτοποίησης του ατόμου, αλλά και της προσωπικής του αφηγηματικής ενότητας, εντάσσεται και η ελευθερία του υποκειμένου να παρουσιάζεται δημόσια όπως το ίδιο επιθυμεί, η οποία υπερβαίνει το παραδοσιακό πεδίο της ιδιωτικότητας και το χωρικό κριτήριο προσδιορισμού της (Ακριβοπούλου 2012), για να εξειδικευθεί ως η καταρχήν προστασία της εικόνας του προσώπου από την ανεπιθύμητη έκθεση (Χρυσόγονος 2006 : 184, Καράκωστας 2000 : 284), αλλά και του “πολιτιστικού” αυτοκαθορισμού του. Στοιχεία επίσης της προσωπικότητας, προτεινόμενα τόσο στο άρθρο 5 παρ. 1 Σ., όσο και στο άρθρο 8 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, σε συνέχεια του γενετήσιου αυτοπροσδιορισμού, είναι ο σεξουαλικός προσανατολισμός και η ελευθερία του ανθρώπου να σχετίζεται ερωτικά, ενώ κρίσιμη συνθήκη για την νομιμότητα των σεξουαλικών πρακτικών είναι η αξία που αποδίδεται στην βούληση και ειδικότερα στην συναίνεση των ενηλίκων υποκειμένων. Η ελευθερία, όμως, ανάπτυξης της σεξουαλικής δραστηριότητας και της εν γένει “εικόνας” του ατόμου κατά τη βούλησή του, η οποία συνίσταται σε μια αρνητική ελευθερία και αξίωση αποχής του Κράτους, δεν εκτείνεται σε μια θετική υποχρέωση του νομοθέτη να αναγνωρίσει νομικά τα στοιχεία αυτά (Χρυσόγονος 2006 : 183). Παρόλο που η διατύπωση του άρθρου 5 παρ. 1 Σ παραπέμπει στην κατοχύρωση της ιδιωτικής αυτονομίας και βούλησης, είναι σαφές ότι αυτή, συνήθως, εντάσσεται, όπως στις περισσότερες έννομες τάξεις, σε κάποιες αντικειμενικές συνθήκες εκφράς της, όπως αυτές διατυπώνονται από τον νομοθέτη και μέσω των γενικών και αόριστων ρητρών, όπως π.χ. των χρηστών ηθών. Ο περιορισμός της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας με βάση αυτή την αόριστη ρήτρα των χρηστών ηθών σημαίνει ότι η προσωπική βούληση πρέπει να καθίσταται σύμφωνη με τις “ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστού και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου” (ΑΠ 38/2015). Η αναγωγή των χρηστών ηθών στην κοινωνική ηθική και συλλογίκή συνείδηση με την έννοια των κρατούντων κοινωνικών αντιλήψεων και όχι της συνταγματικής κατοχύρωσης ενός ηθικού ή θρησκευτικού κώδικα ή μιας συγκεκριένης θεωρίας του αγαθού, υποδηλώνει ανοιχτά τον σχετικό και ιστορικό, δηλαδή μεταβλητό, χαρακτήρα τους, όπως και την εγγύτητά της, θεωρητικά και πρακτικά, με κάποια, κατά κοινή ομολογία, κοινωνικά αποδεκτά πρότυπα (ορθής / καλής) συμπεριφοράς. Συνεπώς, το κανονιστικό εύρος της έννοιας δεν εκτείνεται στην απαγόρευση μιας συμπεριφοράς, ούτε δεσμεύει τη δράση του νομοθέτη με βάση κάποιον υπερσυνταγματικό κώδικα αξιών (Χρυσόγονος 2006, 180 επ.), καταλείπει ωστόσο καταρχήν σε αυτόν και στην συνέχεια στην αρμόδια δικαστική εξουσία τη δυνατότητα να εκτιμήσουν κατά πόσο ειναι συνταγματικά θεμιτός ο σχετικός περιορισμός της προσωπικής αυτονομίας. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η αναγνώριση στην αξία του ανθρώπου μιας καθαρά υποκειμενικής διάστασης, δηλαδή η κατοχύρωση της δυνατότητας του καθενός να κρίνει πότε είναι “αξιοπρεπής”, απλά της αφαιρεί κάθε διακριτό στίγμα έναντι της προσωπικής αυτονομίας της βούλησης, ενώ, από την άλλη η αντικειμενική σημασιοδότησή της, πέρα από την ατομική βούληση η οποία συνιστά και την ηθική και συνταγματική ιδιαιτερότητά της ενέχει τον κρατικό πατερναλισμό και την υπονόμευση της προσωπικής ελευθερίας (και αξίας) λόγω της κοινωνικοποίησης και διάσπασης της αυστηρά ιδιωτικής και προσωπικής μας σφαίρας, με προφανή, επομένως, την δυσεπίλυτη σύγκρουση υποκειμενικής βούλησης και αντικειμενικής αξίας του ανθρώπου που δοκιμάζει η έννομη τάξη (Σύνταγμα – Κατ’ άρθρο ερμηνεία – Φ. Σπυρόπουλος, Ξ. Κοντιάδης, Χ. Ανθόπουλος, Γ. Γεραπετρίτης – Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου [ΚΕΣΔ]).
Με το περιεχόμενο αυτό [...] και αίτημα η υπό κρίση αίτηση αρμόδια φέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου το οποίο είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο, κατά την προκείμενη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (...). Είναι νόμιμη ως προς το σκέλος της ζητούμενης διόρθωσης ως προς το κύριο όνομα της αιτούσας και ως προς την προσαρμογή του επωνύμου αυτής στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος, 13 παρ. 1, 14 παρ. 1 του Ν.344/1976 περί ληξιαρχικών πράξεων και 782 ΚΠολΔ, καθώς και του Ν.4491/2017 (ΦΕΚ Α' 152/13-10-2017 Νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου - ...)."
Επομένως, για πρώτη φορά στην νομολογία αναγνωρίζεται ως νομική βάση της αναγνώρισης μη δυαδικής ταυτότητας φύλου ο υπάρχον Ν 4491/2017, κάτι το οποίο είχε απορριφθεί πριν 3 χρόνια από το Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου στην υπόθεση Jason Αντιγόνη.
Με το παραπάνω σκεπτικό, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι το αιτούμενο άτομο:
"απο την εφηβεία του αισθανόταν έλξη για άτομα και των δύο φύλων, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι επιθυμούσε να βιώσει μια τέτοια σχέση ως αμφιφυλόφιλη γυναίκα, αλλά ως άρρεν και θήλυ ταυτόχρονα, δηλαδή ως ένα άτομο μη εντασσόμενο στην μία πλευρά του διπόλου των φύλων (“NON BINARY” ή μη δυικό ως προς το φύλο άτομο). Έτσι, με σταθερή και συγκεκριμένη επιλογή του, ήδη από το έτος 2017, ζήτησε από το φιλικό, οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον της να απευθύνονται σε αυτήν με το όνομα "..." και το επώνυμο "...". Τούτο αποτελεί απαραίτητο και μόνιμο, πλέον, χαρακτηριστικό στοιχείο της προσωπικότητας της αιτούσας με το οποίο αποκλειστικά την γνωρίζουν και ονοματίζουν στο οικογενειακό και κοινωνικό του περιβάλλον, ενώ παράλληλα, διευκολύνει τις κοινωνικές της σχέσεις και συμπορεύεται με την ψυχοσύνθεσή της και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητά τους, εξασφαλίζοντας επίσης ασφάλεια στις συναλλαγές της τόσο με το κράτος όσο και με ιδιώτες. Ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο το αίτημα διόρθωσης της ληξιαρχικής πράξης γέννησης της αιτούσας ως προς το κύριο όνομα αυτής και να αναγραφή αντί του ονόματος “...” το όνομα “...” και αντί του επωνύμου "..." το προσαρμοσμένο επώνυμο "...", σε συμφωνία και με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος με το οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα του καθενός για ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του και εφόσον η απόρριψη του σχετικού αιτήματος θα δημιουργούσε ανεπιθύμητες συνέπειες για την αιτούσα ως προς την προσωπική και κοινωνική του κατάσταση και εικόνα."

Στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για την ταυτότητα φύλου

Μία διεμφυλική (trans) γυναίκα εκπροσωπεί το γραφείο μας, στην προσφυγή που καταθέσαμε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου...