Παρασκευή, Φεβρουάριος 03, 2012

Η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου Χάγης (Γερμανία κατά Ιταλίας, παρέμβαση Ελλάδας)

Εκδόθηκε σήμερα από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης η απόφαση επί της προσφυγής που άσκησε η Γερμανία κατά της Ιταλίας για παραβίαση του διεθνούς δικαίου λόγω της εκδίκασης από τα ιταλικά δικαστήρια υποθέσεων που αφορούν αποζημιώσεις για αδικοπραξίες του Τρίτου Ράιχ. Η Ελλάδα είχε ασκήσει το ένδικο βοήθημα της παρέμβασης ενώπιον του Δικαστηρίου. (βλ. Δελτίο τύπου και πλήρες κείμενο απόφασης).

Το Δικαστήριο με την Απόφασή του - η οποία είναι τελική- έκρινε

1) με 12 ψήφους έναντι τριών ότι η Ιταλική Δημοκρατία παραβίασε την υποχρέωσή της για σεβασμό της ετεροδικίας που απολαμβάνει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, κατά το διεθνές δίκαιο, διότι δέχθηκε αστικές αξιώσεις που βασίζονται σε παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου τις οποίες διέπραξε το Γερμανικό Ράιχ μεταξύ των ετών 1943 και 1945,

2) με 14 ψήφους έναντι μιας ότι η Ιταλική Δημοκρατία έχει παραβίαση την υποχρέωση σεβασμού της ετεροδικίας που απολαμβάνει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά το διεθνές δίκαιο, επειδή έλαβε εκτελεστικά μέτρα στο ακίνητο της Villa Vigoni,

3) με 14 ψήφους έναντι μιας ότι η Ιταλική Δημοκρατία παραβίασε την υποχρέωση σεβασμού της ετεροδικίας που απολαμβάνει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, κηρύσσοντας εκτελεστές στην Ιταλία τις αποφάσεις των Ελληνικών δικαστηρίων που βασίζονται σε παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου που διαπράχθηκαν στην Ελλάδα από το Γερμανικό Ράιχ,

4) με 14 ψήφους έναντι μιας ότι η Ιταλική Δημοκρατία πρέπει να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις των δικαστηρίων της και άλλων δικαστικών αρχών που παραβίασαν την ετεροδικία που απολαμβάνει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παύουν να ισχύουν, θεσπίζοντας κατάλληλα νομοθετικά ή άλλα μέτρα της δικής της επιλογής (της Ιταλίας).

(5) απορρίπτει, ομόφωνα, όλες τις άλλες προτάσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας

1. Αντικείμενο της διαφοράς και δικαιοδοσια του Δικαστηρίου.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι στις 23 Δεκεμβρίου 2008 η Γερμανία κίνησε διαδικασίες με προσφυγή εναντίον της Ιταλίας. Στην προσφυγή της, η Γερμανία ζητά από το Δικαστήριο να κρίνει ότι η Ιταλία παραβίασε την υποχρέωση σεβασμού της δικαιοδοτικής ασυλίας την οποία απολαμβάνει κατά το διεθνές δίκαιο, λόγω του ότι η Ιταλία δέχθηκε αστικές αξιώσεις ενώπιον των Ιταλικών δικαστηρίων με αίτημα την αποκατάσταση ζημιών που προκλήθηκαν από παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου που διαπράχθηκαν από το Γερμανικό Ράιχ κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου πολέμου. Η Ιταλία επίσης παραβίασε την ετεροδικία της Γερμανίας λαμβάνοντας μέτρα εκτέλεσης εναντίον της Villa Vigoni, ακίνητο γερμανικής ιδιοκτησίας στην Ιταλική επικράτεια. Και ότι έχει περαιτέρω παραβιάσει την Γερμανική ετεροδικία κηρύσσοντας εκτελεστές στην Ιταλία αποφάσεις των Ελληνικών αστικών δικαστηρίων που καταδίκασαν την Γερμανία επί τη βάση όμοιων πράξεων με αυτές που καταγγέλθηκαν στα Ιταλικά δικαστήρια.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η Προσφυγή της Γερμανίας βασίζεται στο Άρθρο 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Ειρηνική Επίλυση των Διαφορών και ότι η Ιταλία δεν έχει ασκήσει ένσταση για την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ή το παραδεκτό της προσφυγής. Το Δικαστήριο κρίνει ότι ο όρος του Άρθρου 27 της εν λόγω Σύμβασης που θέτει έναν χρονικό περιορισμό, δηλαδή ότι η Σύμβαση δεν εφαρμόζεται σε διαφορές που σχετίζονται με γεγονότα ή καταστάσεις πριν την θέση σε ισχύ της Σύμβασης μεταξύ των διαδίκων" δεν εφαρμόζεται όσον αφορά τις απαιτήσεις της Γερμανίας. Κατ' αποτέλεσμα τα "γεγονότα ή καταστάσεις" που αφορούν την παρούσα διαφορά βασίζονται στις Ιταλικές δικαστικές αποφάσεις που αρνήθηκαν την ετεροδικία της Γερμανίας και με μέτρα εκτέλεσης που εφαρμόστηκαν σε ιδιοκτησία της Γερμανίας. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι αυτές οι αποφάσεις και τα μέτρα ελήφθησαν μεταξύ του 2004 και του 2011, δηλαδή μετά τη θέση σε ισχύ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Το Δικαστήριο συνακόλουθα έχει δικαιοδοσία να δικάσει την διαφορά.

Το Δικαστήριο κρίνει ότι ενώ δεν καλείται να δικάσει το εάν η Γερμανία έχει καθήκον αποκατάστασης έναντι των θυμάτων της Ιταλίας για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από το Γερμανικό Ράιχ, πρέπει πάντως να αποφασίσει εάν η παραβίαση υποχρέωσης κράτους να εκπληρώσει πλήρως την υποχρέωση αποκατάστασης έχει έννομες συνέπειες ως προς την ύπαρξη και το πεδίο της ετεροδικίας του κράτους σε αλλοδαπά δικαστήρια.

2. Οι φερόμενες παραβιάσεις της Γερμανικής δικαιοδοτικής ασυλιας στις διαδικασίες που κίνησαν Ιταλοί αιτούντες

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι διαδικασίες στα Ιταλικά δικαστήρια αφορούν πράξεις που τέλεσαν οι γερμανικές ένοπλες δυνάμεις και τα όργανα του Γερμανικού Ράιχ. Το Δικαστήριο κρίνει ότι το ζήτημα που καλείται να εκδικάσει δεν είναι το εάν αυτές οι πράξεις ήταν παράνομες - ένα θέμα που δεν αμφισβητείται- αλλά εάν, τα Δικαστήρια είχαν υποχρέωση να σεβαστούν την γερμανική ετεροδικία στις αγωγές αποζημίωσης που ασκήθηκαν ενώπιόν τους.

Το Δικαστήριο σημειώνει ότι, μεταξύ των Διαδίκων, τυχόν δικαίωμα ετεροδικίας απορρέει μόνον από το διεθνές εθιμικό δίκαιο. Το Δικαστήριο κρίνει ότο πρέπει να εξετάσει και να εφαρμόσει το δίκαιο περί της κρατικής ετεροδικίας που ίσχυε κατά το χρόνο που τα Ιταλικά δικαστήρια απέρριψαν την ετεροδικία και άσκησαν την δικαιοδοσία τους και όχι το δίκαιο που ίσχυε μεταξύ των ετών 1943-1945.

Α. Το πρώτο επιχείρημα της Ιταλίας: η αρχή της εδαφικής αρμοδιότητας επί αδικοπραξιών

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η καρδιά του πρώτου ιταλικού επιχειρήματος είναι ότι το διεθνές εθιμικό δίκαιο έχει αναπτυχθεί έως του σημείουκατά το οποίο ένα Κράτος δεν έχει δικαίωμα ετεροδικίας όσον αφορά πράξεις που προκάλεσαν θάνατο, προσωπικές βλάβες ή ζημιές στην περιουσία επί του εδάφους του κράτους της δωσιδικίας, ακόμη κι αν οι εν λόγω πράξεις τελέστηκαν βάσει του εξουσιαστικού δικαίου (jure imperii). Πρόκειται για την "εξαίρεση της αδικοπραξίας" στην κρατική ετεροδικία. Μετά από μια εις βάθος ανάλυση της σχετικής εθνικής και διεθνούς πρακτικής, το Δικαστήριο κρίνει ότι το διεθνές εθιμικό δίκαιο συνεχίζει να επιβάλλει το σεβασμό της κρατικής ετεροδικίας σε διαδικασίες που αφορούν αδικοπραξίες που φέρονται ότι τελέστηκαν στο έδαφος άλλου κράτους από τις ένοπλες δυνάμεις και άλλα όργανά του στο πλαίσιο της διεξαγωγής μιας ένοπλης σύγκρουσης. Το Δικαστήριο συνακόλουθα συμπεραίνει ότι η απόφαση των ιταλικών δικαστηρίων να αρνηθούν την ετεροδικία της Γερμανίας δεν δικαιολογείται επί τη βάση της αρχής της εδαφικής αδικοπραξίας.

Β. Το δεύτερο επιχείρημα της Ιταλίας: το θέμα και οι περιστάσεις των αξιώσεων ενώπιον των Ιταλικών δικαστηρίων

Το Δικαστήριο σημειώνει ότι το δεύτερο επιχείρημα της Ιταλίας ήταν ότι η άρνηση ετεροδικίας ήταν δικαιολογημένη λόγω της ιδιαίτερης φύσης των πράξεων που αποτελούσαν το θέμα των αξιώσεων ενώπιον των Ιταλικών δικαστηρίων και οι περιστάσεις υπό τις οποίες εγέρθησαν αυτές οι αξιώσεις.

Το Δικαστήριο σημειώνει ότι το πρώτο σκέλος αυτού του επιχειρήματος βασίζεται στην πρόταση ότι το διεθνές δίκαιο δεν αναγνωρίζει ετεροδικία σε ένα κράτος ή τουλάχιστον περιορίζει το δικαίωμα αυτό όταν ένα κράτος έχει τελέσει σοβαρές παραβάσεις του δικαίου των ένοπλων συρράξεων. Καθώς οι πράξεις των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων και άλλων οργάνων του Γερμανικού Ράιχ που αποτέλεσαν τη βάση για τις αξιώσεις ενώπιον των Ιταλικών δικαστηρίων ήταν σοβαρές παραβάσεις του δικαίου των ενόπλων συρράξεων, η Γερμανία έπρεπε να στερηθεί του δικαιώματος ετεροδικίας. Μετά την εξέταση της σχετικής κρατικής και διεθνούς πρακτικής, το Δικαστήριο έκρινε οτι, σύμφωνα με το διεθνές εθιμικό δίκαιο, όπως έχει διαμορφωθεί ως σήμερα, το Κράτος δεν στερείται της ετεροδικίας του λόγω του ότι κατηγορείται για σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου ή του διεθνούς δικαίου των ενόπλων συρράξεων.

Έπειτα, το Δικαστήριο ασχολείται με το δεύτερο σκέλος του Ιταλικού επιχειρήματος, δηλαδή ότι οι κανόνες που παραβίσε η Γερμανία κατά την περίοδο 1943 - 1945 είναι κανόνες αναγκαστικού δικαίου (jus cogens). Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι αυτό το σκέλος του επιχειρήματος βασίζεται στην παραδοχή ότι υπάρχει σύγκρουση μεταξύ του αναγκαστικού δικαίου περί ενόπλων συρράξεων και του δικαιώματος ετεροδικίας της Γερμανίας. Σημειώνει ότι το επιχείρημα της Ιταλίας ότι το αναγκαστικό δίκαιο υπερέχει έναντι κάθε αντίθετου κανόνα διεθνούς δικαίου και ότι, κατ΄αποτέλεσμα, καθώς ο κανόνας που αναγνωρίζει στο Κράτος την ετεροδικία ενώπιον δικαστηρίου άλλου Κράτους δεν είναι αναγκαστικού δικαίου, εκτοπίζεται ο κανόνας περί ετεροδικίας. Το Δικαστήριο κρίνει ότι ακόμη κι αν γίνει αποδεκτό ότι οι κανόνες του δικαίου των ένοπλων συρράξεων που απαγορεύουν το φόνο, την εκτόπιση και την καταναγκαστική εργασία είναι αναγκαστικού δικαίου, δεν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ αυτών και των κανόνων της κρατικής ετεροδικίας. Κρίνει ότι τα δύο κανονιστικά σύνολα ρυθμίζουν διαφορετικό θέμα: οι κανόνες της κρατικής ετεροδικίας αφορούν το εάν τα δικαστήρια ενός Κράτους μπορούν ή όχι να ασκήσουν δικαιοδοσία όσον αφορά υπόθεση άλλου κράτους. Δεν απαντούν στο ερώτημα εάν μια συμπεριφορά είναι νόμιμη ή παράνομη. Το Δικαστήριο περαιτέρω σημειώνει ότι το επιχείρημα που βασίζεται στην υπεροχή του jus cogens επί του δικαίου της κρατικής ετεροδικίας έχει απορριφθεί από εθνικά δικαστήρια και ότι δεν υπάρχει εθνική νομοθεσία που περιορίζει την ετεροδικία σε υποθέσεις που αφορούν παραβιάσεις του jus cogens. Το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι ακομη κι αν οι διαδικασίες στα Ιταλικά δικαστήρια αφορούσαν παραβιάσεις του jus cogens, η εφαρμογή του εθιμικού διεθνούς δικαίου δεν επηρεάζεται.

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το τρίτο και τελευταίο σκέλος του ιταλικού επιχειρήματος είναι ότι τα Ιταλικά δικαστήρια δικαίως αρνήθηκαν την ετεροδικία της Γερμανίας, καθώς όλες οι άλλες προσπάθειες για εξασφάλιση αποζημίωσης από διάφορες ομάδες θυμάτων είχαν αποτύχει.

Το Δικαστήριο δεν βρίσκει κάποια βάση στη σχετική εθνική και διεθνή πρακτική ότι το διεθνες δίκαιο που αναγνωρίζει την κρατική ετεροδικία εξαρτάται από την ύπαρξη αποτελεσματικής εναλλακτικής για την διασφάλιση των αποκαταστάσεων. Το Δικαστήριο απορρίπτει γι' αυτό τα επιχειρήματα της Ιταλίας.

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι στο πλαίσιο των προφορικών διαδικασιών, ο δικηγόρος της Ιταλίας επέμεινε ότι τα τρία σκέλη του δεύτερου ιταλικού επιχειρήματος πρέπει να εξεταστούν μαζί. Με άλλες λέξεις, η σοβαρότητα των παραβιάσεων, το θέμα των κανόνων που παραβιάστηκαν και η έλλειψη εναλλακτικών μέσων αποκατάστασης ήταν οι λόγοι για τους οποίους τα Ιταλικά δικαστήρια δικαίως απέρριψαν την ετεροδικία της Γερμανίας. Το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί ότι τα τρία σκέλη του επιχειρήματος έπρεπε να εξεταστούν μαζί.

Γ. Συμπεράσματα

Το Δικαστήριο κρίνει ότι η άρνηση των Ιταλικών δικαστηρίων να αναγνωρίσουν την ετεροδικία της Γερμανίας, η οποία βασίζεται στο διεθνές εθιμικό δίκαιο συνιστά παράβαση των υποχρεώσεων του Ιταλικού κράτους έναντι της Γερμανίας.

3. Τα εκτελεστικά μέτρα εναντίον της ιδιοκτησίας που ανήκει στη Γερμανία επί Ιταλικού εδάφους

Το Δικαστήριο ασχολήθηκε με το ζήτημα του εάν τα νομικά μέτρα που εληφθησαν όσον αφορά την Villa Vigoni, κατόπιν ιταλικών δικαστικών αποφάσεων εκτέλεσης στην Ιταλία των Ελληνικών δικαστικών αποφάσεων που επιβάλλουν στην Γερμανία την καταβολή αποζημιώσεων αποτελούν παραβίαση της ετεροδικίας της Γερμανίας. Το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να συντρέχει τουλάχιστον ένας όρος προκειμένου να ασκηθεί μέτρο εκτέλεσης εναντίον περιουσίας που ανήκει σε αλλοδαπό κράτος: η εν λόγω περιουσία πρέπει να είναι προορισμένη για δραστηριότητα που δεν αφορά κυβερνητικούς, μη εμπορικούς, σκοπούς ή ότι το Κράτος - ιδιοκτήτης να έχει εκφράσει ρητώς την συγκατάθεσή του για την λήψη των μέτρων ή το Κράτος έχει υποδείξει την εν λόγω ιδιοκτησία για ικανοποίηση δικαστικής αξίωσης. Όμως, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Villa Vigoni χρησιμοποιείται για κυβερνητικούς σκοπούς, εξ ολοκλήρου μη εμπορικούς. Επίσης η Γερμανία δεν έχει εκφράσει ρητώς την συγκατάθεσή της για τη λήψη σχετικών μέτρων, ούτε υπέδειξε το ακίνητο για τις αξιώσεις εναντίον της. Υπ' αυτές τις περιστάσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εγγραφή νομικού βάρος συνιστά παραβίαση της Γερμανικής ετεροδικίας.

4. Οι αποφάσεις των Ιταλικών δικαστηρίων που κηρύσσουν εκτελεστές στην Ιταλία τις αποφάσεις των Ελληνικών δικαστηρίων που επιδικάζουν αποζημιώσεις κατά της Γερμανίας

Το Δικαστήριο σημείωνει ότι, στην τρίτη πρότασή της, η Γερμανία διαμαρτύρεται για παραβίαση της δικαιοδοτικής ασυλίας της, λόγω των αποφάσεων των Ιταλικών δικαστηρίων οπου κήρυξαν εκτελεστές στην Ιταλία τις αστιές αποφάσεις που εκδόθηκαν από Ελληνικά δικαστήρια εναντίον της Γερμανίας σε διαδικασίες που αφορούσαν τη σφαγή στο Δίστομο που τελέστηκε από ένοπλες δυνάμεις του Γερμανικού Ράιχ το 1944.

Το Δικαστήριο κρίνει ότι το σχετικό ζήτημα είναι εάν τα Ιταλικά δικαστήρια σεβάστηκαν την γερμανική ετεροδικία επιτρέποντας την εκτέλεση και όχι εάν τα Ελληνικά δικαστήρια είχαν σεβαστεί την ετεροδικία. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ένα δικαστήριο που εξετάζει αίτηση εκτέλεσης αλλοδαπής δικαστικής απόφασης εναντίον τρίτου κράτους πρέπει να αναζητήσει εάν, στην περίπτωση που το ίδιο έκρινε την ουσία μιας όμοιας διαφοράς, θα ήταν υποχρεωμένο ή όχι να σεβαστεί την ετεροδικία του τρίτου κράτους. Καταλήγει ότι οι αποφάσεις των Ιταλικών δικαστηρίων που κήρυξαν εκτελεστές στην Ιταλία τις αστικές αποφάσεις που εξέδωσαν τα Ελληνικά δικαστήρια εναντίον της Γερμανίας για τη σφαγή στο Δίστομο συνιστούσαν παραβίαση της υποχρέωσης της Ιταλίας για σεβασμό της δικαιοδοτικής ασυλίας της Γερμανίας.

Σύνθεση του Δικαστηρίου

Το Δικαστήριο είχε την εξής σύνθεση: Πρόεδρος Owada, Αντιπρόεδρος Tomka, Δικαστές Koroma, Simma, Abraham, Keith, Sepúlveda-Amor, Bennouna, Skotnikov,
Cançado Trindade, Yusuf, Greenwood, Xue, Donoghue. Δικαστής ad hocv Gaja. Γραμματέας Couvreur.

Οι δικαστές Koroma, Keith και Bennouna συνάπτουν την χωριστή άποψή τους επί της Αποφάσεως του Δικαστηρίου.

Οι δικαστές Cançado Trindade και Yusuf συνάπτουν την μειοψηφούσα άποψή τους επί της Αποφάσεως του Δικαστηρίου.

Ο ad hoc δικαστής Gaja συνάπτει την μειοψηφούσα άποψή του επί της Αποφάσεως του Δικαστηρίου.


Πέμπτη, Φεβρουάριος 02, 2012

Το χρονικό της δίκης στη Χάγη για τις γερμανικές αποζημιώσεις

Σήμερα στις 11.00 ώρα Ελλάδος, ο πρόεδρος του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης κ. Hisashi Owada θα αναγνώσει την απόφαση στην υπόθεση Γερμανίας κατά Ιταλίας (δικαιοδοτική ασυλία των κρατών) με παρέμβαση της Ελλάδας υπέρ της Ιταλίας. Η συνεδρίαση θα μεταδοθεί ζωντανά στο διαδικτυακό τόπο του Διεθνούς Δικαστηρίου, όπως αναφέρει το σχετικό δελτίο τύπου. Ας δούμε βήμα προς βήμα το χρονικό αυτής της δίκης.

Η προσφυγή

Η υπόθεση ξεκίνησε στις 23.12.2008, με την προσφυγή που άσκησε η Γερμανία εναντίον της Ιταλίας (βλ. εδώ το πλήρες κείμενο, σε Αγγλικά/Γαλλικά), την οποία κατέθεσε ο πρέσβης της Γερμανίας, κατ΄εντολή της κυβέρνησής του, όπως αναφέρει στην επιστολή του. Κατά την προσφυγή, η Ιταλία τα τελευταία χρόνια είχε παραβιάσει την δικαιοδοτική ασυλία της Γερμανίας, διότι ιταλικά δικαστήρια εκδίκασαν υποθέσεις εναντίον του γερμανικού δημοσίου, όσον αφορά αιτήσεις αποζημιώσεων από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ήδη από το αρχικό δελτίο τύπου του Διεθνούς Δικαστηρίου, η υπόθεση αναφέρεται ότι αφορά την διερεύνηση παραβίασης της δικαιοδοτικής ασυλίας της Γερμανίας, ως κυρίαρχου κράτους. Αφορά λοιπόν ένα ζήτημα που συνέχεται με την εθνική κυριαρχία.

Ο Ιταλικός Άρειος Πάγος εξέδωσε μια απόφαση το 2004, στην υπόθεση Ferrini, κατά την οποία τα Ιταλικά δικαστήρια μπορούν να εκδικάσουν την αγωγή αποζημίωσης ατόμου το οποίο εκτοπίστηκε στην Γερμανία κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και καταδικάστηκε σε καταναγκαστική εργασία. Αυτή η πρώτη δικαστική απόφαση είχε αποτέλεσμα να ασκηθούν κι άλλες τέτοιες προσφυγές εναντίον της Γερμανίας σε ιταλικό έδαφος, ενώ ο Ιταλικός Άρειος Πάγος επιβεβαίωσε το νομικό σκεπτικό του 2004, περί ύπαρξης διεθνούς δικαιοδοσίας των Ιταλικών δικαστηρίων, με άλλες δύο αποφάσεις το 2008. Έτσι η Γερμανία θεώρησε ότι θα στηθεί μια βιομηχανία αγωγών εναντίον της στα Ιταλικά δικαστήρια κι γι' αυτό άσκησε αυτή την προσφυγή, επισημαίνοντας ότι οι πράξεις αυτές προσβάλλουν την δικαιοδοτική ασυλία που απολαμβάνει αλλοδαπό Δημόσιο σε μια τρίτη χώρα.

Τρεις είναι οι ομάδες εναγόντων που στρέφονται εναντίον της Γερμανίας στα Ιταλικά δικαστήρια: α) Ιταλοί που είχαν συλληφθεί και εκτοπιστεί για καταναγκαστικά έργα στην Γερμανία, β) μέλη του Ιταλικού στρατού οι οποίοι αιχμαλωτίσθηκαν από τους Ναζί προκειμένου -μετά την εγκατάλειψη του Άξονα από την Ιταλία - να χρησιμοποιηθούν σε καταναγκαστικά έργα και γ) θύματα των φρικαλεοτήτων των Ναζί. Ως τέταρτη, χωριστή περίπτωση, αναφέρει η προσφυγή την υπόθεση της σφαγής του Διστόμου: αφορούσε την αναγκαστική εκτέλεση μιας απόφασης που είχε ήδη εκδοθεί από τα Ελληνικά δικαστήρια, αλλά η εκτέλεσή της ζητήθηκε επί ιταλικού εδάφους, αξιοποιώντας την παραπάνω νομολογία Ferrini.

Η προσφυγή της Γερμανίας βασίζεται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Ειρηνική Επίλυση των Διαφορών, του 1957, κείμενο που η Ιταλία κύρωσε το 1960 ενώ η Γερμανία το 1961.

Προθεσμίες για υπομνήματα

Με Διάταξή του το Διεθνές Δικαστήριο στις 29.4.2009 όρισε προθεσμία για την Γερμανία, να καταθέσει το Υπόμνημά της ως τις 23.6.2009 και για την Ιταλία να καταθέσει το Αντίθετο Υπόμνημά της ως τις 23.12.2009.

Το Υπόμνημα της Γερμανίας

Στις 12.6.2009 η Γερμανία κατέθεσε το Υπόμνημά της. Σε αυτό, η Γερμανία παραθέτει τις συμφωνίες που συνήψε σχετικά με τις αποζημιώσεις για όσα είχε προκαλέσει το Τρίτο Ράιχ. Στη Συνθήκη Ειρήνης που υπέγραψε η Ιταλία το 1947 με τους νικητές συμμάχους, υπήρχε μια ρήτρα παραίτησης όλων των αξιώσεών της έναντι της Γερμανίας που υπήρχαν ως τις 8.5.1945. Μετά την ίδρυση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ανέκυψαν διαφωνίες ως προς το πεδίο εφαρμογής αυτής της εξαίρεσης. Το 1961 οι δύο χώρες συνήψαν μια συμφωνία, για την επίλυση των διαφωνιών και η Γερμανία πλήρωσε αποζημίωση στην Ιταλία (40 εκ. μάρκα). Με μια δεύτερη σύμβαση, η Γερμανία πλήρωσε άλλα 40 εκ. μάρκα σε Ιταλούς πολίτες που ήταν θύματα του ναζιστικού καθεστώτος. Η Ιταλία παραιτήθηκε από άλλες αξιώσεις.

Στο Υπόμνημα η Γερμανία αναφέρεται στις πρόσφατες δικαστικές υποθέσεις σε Ιταλικά δικαστήρια μετά την απόφαση Ferrini. Στη σελίδα 23, υπάρχει αναφορά στην υπόθεση του Διστόμου. Τους τελευταίους μήνες της Κατοχής, στο Δίστομο οργανώθηκε μια επιχείρηση αντεκδίκησης από τους Γερμανούς, καθώς 18 στρατιώτες τους είχαν εκτελεστεί από αντιστεκόμενους Έλληνες. Στη σφαγή του Δίστομου χάθηκαν 200 Έλληνες, κυρίως γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι, ενώ όλο το χωριό κάηκε και ισοπεδώθηκε. Το 1997, το Πρωτοδικείο Λειβαδιάς έκρινε ότι είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει αγωγή αποζημίωσης 250 διαδόχων των θυμάτων του Διστόμου και καταδίκασε το Γερμανικό Δημόσιο σε αποζημίωση συνολικά 27.000.000 ευρώ. Η Γερμανία προσέφυγε στον Άρειο Πάγο, επικαλούμενη έλλειψη δικαιοδοσίας, λόγω της ασυλίας της ως αλλοδαπού δημοσίου. Το 2000 εκδόθηκε η απόφαση του Αρείου Πάγου, ο οποίος απέρριψε την αίτηση αναίρεσης της Γερμανίας. Όμως, κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, για να εκτελεστεί απόφαση εις βάρος αλλοδαπού δημοσίου απαιτείται η συναίνεση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ο οποίος δεν υπέγραψε. Οι δικαιούχοι προχώρησαν παρ' όλ' αυτά σε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης (στο κτίριο του Ινστιτούτου Γκαίτε, στην οδό Ομήρου), αλλά το Γερμανικό Δημόσιο άσκησε ανακοπή και την κέρδισε, ακριβώς λόγω της έλλειψης υπογραφής του Υπουργού Δικαιοσύνης. Οι δικαιούχοι έφτασαν μέχρι τον Άρειο Πάγο, ο οποίος επιβεβαίωσε ότι δεν μπορούσαν να προχωρήσουν σε αναγκαστική εκτέλεση χωρίς την έγκριση του Υπουργού. Eπίσης προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο απέρριψε την προσφυγή τους, στη βάση της δικαιοδοτικής ασυλίας του αλλοδαπού δημοσίου. Τότε, οι δικαιούχοι, γνωρίζοντας την απόφαση Ferrini, προσέφυγαν στα Ιταλικά δικαστήρια. Το Εφετείο της Φλωρεντίας με απόφαση του 2005 αναγνώρισε ότι διαθέτει αρμοδιότητα για την εκδίκαση της υπόθεσης και απέρριψε το 2007 την ένσταση της Γερμανίας σχετικά με αυτό, όπως και ο Ιταλικός Άρειος Πάγος. Ωστόσο, οι αποφάσεις αυτές αφορούν μόνο το ποσό των δικαστικών εξόδων (δηλ. 2.934,70 ευρώ), το οποίο έχει κηρυχθεί εκτελεστό εναντίον της Γερμανίας στην Ιταλία. Οι δικαιούχοι αναζήτησαν ακίνητη περιουσία της Γερμανίας στην Ιταλία και εντόπισαν την Villa Vigoni, η οποια βάσει ιταλογερμανικών συμφωνιών θα αξιοποιείτο ως πολιτισμικό κέντρο για τις ιταλογερμανικές σχέσεις. Πέτυχαν την εγγραφη υποθήκης εις βάρος του ακινήτου, για 25.000 ευρώ, αλλά στη συνέχεια η Γερμανία υπέβαλε έφεση και μέχρι την υποβολή του Υπομνήματος η υπόθεση εκκρεμούσε. Οι δικαιούχοι επιδίωξαν επίσης να δεσμεύσουν δικαστικά τις μετοχές σε σιδηροδρομική εταιρία της Γερμανίας, οι οποίες εκτιμώνται στα 50 εκ. ευρώ, αλλά η υπόθεση δεν είχε εκδικαστεί ακόμη κατά την υποβολή του Υπομνήματος.

Στο Υπόμνημά της η Γερμανία αναφέρει ότι η απόφαση του Ελληνικού Άρειου Πάγου του έτους 2000 στην υπόθεση του Δίστομου ήταν εκείνη που πρώτη παραβίασε τον κανόνα της δικαιοδοτικής ασυλίας του αλλοδαπού δημοσίου. Η Γερμανία αναφέρει όμως ότι η κάπως συνοπτική αιτιολογία της απόφασης του Αρείου Πάγου ήταν ελάχιστα πειστική κι ότι υπήρξε μεταγενέστερη απόφαση του ιεραρχικά ανώτερου Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, η οποία ανέτρεψε πλήρως το σκεπτικό του Διστόμου.

Το Αντίθετο Υπόμνημα της Ιταλίας

Στο 136 σελίδων Αντίθετο Υπόμνημα της, η Ιταλία αφιερώνει σημαντική έκταση στην εξιστόρηση των περιστατικών που αφορούσαν οι αποζημιώσεις και στους μηχανισμούς που ακολουθήθηκαν για την καταβολή τους. Η Ιταλία επιχειρεί την ένταξη του κανόνα της δικαιοδοτικής ασυλίας ξένου κράτους στο γενικότερο νομικό πλαίσιο των εγκλημάτων πολέμου και της υποχρέωσης αποκατάστασής τους. Επιχειρεί δηλαδή τη σχετικοποίηση του κανόνα και την στάθμισή του με το αντίρροπο έννομο αγαθό που είναι η υποχρέωση αποκατάστασης. Έτσι, ισχυρίζεται ότι δεν παραβίασε το διεθνές δίκαιο, με την αναγνώριση δικαιοδοσίας για την εκδίκαση των υποθέσεων των γερμανικών αποζημιώσεων.

Η Απάντηση της Γερμανίας

Στις 5.10.2010, η Γερμανία αντέκρουσε σε αυτά τα επιχειρήματα με το δικόγραφο Απάντησης. Θεωρεί "αναχρονιστικές" τις απόψεις της Ιταλίας και ανέφερε ότι οι παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου δεν εγείρουν ατομικές αξιώσεις.


[Συνεχίζεται]











Περί ψευδών ειδήσεων σε blogs και ACTA

Δευτέρα, Ιανουάριος 30, 2012

Blogs και Πολιτική: μια εισήγηση


Δείτε και τις υπόλοιπες εισηγήσεις απο την εκδήλωση του maga.gr στο Booze (21.1.2012), με τον Μανώλη Ανδριωτάκη, Γιώργο Σιακαντάρη, Στάθη Δρογώση και Αύγουστο Κορτώ, εδώ.



Σάββατο, Ιανουάριος 28, 2012

Μια συζήτηση με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο

Στην σημερινή retrospectiva στο radiobubble μεταδόθηκε για πρώτη φορά ένα ηχητικό ντοκουμέντο: μια συνέντευξη που μου έδωσε ο Θόδωρος Αγγελόπουλος το 1999, λίγους μήνες μετά την βράβευσή του με τον Χρυσό Φοίνικα στο φεστιβάλ των Καννών.

Ο δημιουργός περιγράφει τις επεμβάσεις που έκανε εκ των υστέρων στις ταινίες του, είτε για λόγους συμβατικών υποχρεώσεων (Μελισσοκόμος) είτε για λόγους πραγματικών συνθηκών εμπορικής εκμετάλλευσης, καθώς και τη σχέση των εκτεταμένων σεναρίων με το τελικό φιλμικό αποτέλεσμα.

Μίλησε επίσης για το off space, μια βασική αισθητική επιλογή σε όλο το έργο του, το οποίο ενεργοποιεί τον θεατή, δίνοντάς του ένα ρόλο συνδημιουργού. Αναφέρεται στους δραματουργικούς λόγους που οδήγησαν την δράση εκτός πλάνου σε μια συγκεκριμένη σκηνή εκτέλεσης στο Βλέμμα του Οδυσσέα και περιγράφει τα ιστορικά γεγονότα που αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για την μεγάλη σκηνή του αγάλματος του Λένιν στο Δούναβη.

Τέλος, σχολιάζει τη διεθνή πορεία των ταινιών, αναφερόμενος στην αντίσταση που αντιμετώπισε από το επίσημο κράτος το 1975, όταν ο Θίασος δεν προτάθηκε επίσημα στις Κάννες, ερμηνεύει το νόημα των βραβείων και τοποθετείται για την γενικότερη υπαρξιακή του σύνδεση με την διαδικασία παραγωγής των κινηματογραφικών ονείρων.

Κυριακή, Ιανουάριος 22, 2012

Ούτε "Αγγλικό", ούτε "Ελληνικό" δίκαιο: lex mercatoria

Η συζήτηση για την εφαρμογή του εθνικού ή του βρετανικού δικαίου στο πρόγραμμα ανταλλαγής ομολόγων (P.S.I.) αποκαλύπτει ότι, παρ' όλο που η Ελλάδα παράγει περισσότερους νομικούς απ' όσους μπορεί να "καταναλώσει", στην πραγματικότητα λείπει από τον δημόσιο διάλογο η νομική ανάλυση - που θα ενστάλαζε λίγη λογική σε μια πανταχού κυρίαρχη συνωμοσιολογία. Έτσι η συζήτηση εξαντλείται, με φωτεινές εξαιρέσεις, όπως το άρθρο του κ. Ροζάκη στο ΒΗΜΑ, σε εθνικοπατριωτικά επιγράμματα τύπου "μολών λαβέ", παρακάμπτοντας ότι συζητάμε απλώς για την εφαρμογή ενός νομικού εργαλείου που ακολουθείται διεθνώς τα τελευταία 400 χρόνια: την lex mercatoria.

O όρος είναι βέβαια λατινικός και κατα λέξη αποδίδεται ως "εμπορικός νόμος". Πρόκειται όμως για κάτι πέρα από έναν "εμπορικό νόμο": η lex mercatoria χρησιμοποιείται ως τεχνικός όρος για να αναφερθούμε σε ένα σύνολο κανόνων δικαίου, το οποίο επιλέγεται κατά τις διεθνείς συναλλαγές, ως το πιο πρόσφορο και για τα δύο μέρη, προκειμένου να αποφύγουν τις αμφισβητήσεις που θα δημιουργούσε η εφαρμογή του εκάστοτε τοπικού θετικού δικαίου, το οποίο δεν περιείχε διατάξεις για κάθε εμπορική διαφορά που θα μπορούσε να προκύψει. Ιστορικά, η lex mercatoria αναπτύχθηκε κατά τον μεσαίωνα από τους ευρωπαίους εμπόρους και αποτελούσε ένα κοινά αποδεκτό πλαίσιο εθιμικών κανόνων και βέλτιστων πρακτικών που είχαν καταξιωθεί στις συναλλαγές. Μπορεί να μην είχε δηλαδή μια θεσμική βάση σε συγκεκριμένο εθνικό δίκαιο, αλλά το ζητούμενο ήταν η αποτελεσματικότητα της εφαρμογής του, και κάτι ακόμα, το οποίο καμία θεσμική διαδικασία δεν μπορεί να υποκαταστήσει ως προς το βαθμό κανονιστικότητας: ήταν γνωστό σε όλους τους εμπλεκόμενους. Η ευρύτατη γνώση του κανόνα (η "γενική κοινοποίηση", κατά Καντ) είναι στην πραγματικότητα μια μήτρα κανονιστικότητας πολύ πιο ισχυρή από την νομιμοποίηση μέσω της θεσμικής διαδικασίας. Άλλωστε και οι νομοπαραγωγικοί θεσμοί, με όλο το τελετουργικό που ακολουθούν, αυτό επιδιώκουν: η θέσπιση των νόμων να γίνεται όσο το δυνατόν πιο δημόσια, ώστε ουδείς να μπορεί να επικαλεστεί άγνοια δικαίου. Η δημοσιότητα είναι το imperium του νομοθέτη.

Αρχικά η lex mercatoria ήταν ένα σύνολο κανόνων και αρχών που ακολουθούσαν οι ίδιοι οι έμποροι, για να ρυθμίσουν τις συμφωνίες τους. Σε αυτό τους οδηγησε η ανάγκη για γρήγορη επίλυση των διαφωνιών: οι νομικές επιπλοκές και καθυστερήσεις δεν είναι ακριβώς ένας παράγοντας ανάπτυξης και προαγωγής του εμπορίου. Έτσι οι έμποροι επέλεγαν οι ίδιοι δικαστές για να εφαρμόσουν την lex mercatoria κατά την επίλυση των διαφορών τους, αποφεύγοντας τα κρατικά δικαστήρια που θα εφάρμοζαν το εθνικό δίκαιο.

Οι Άγγλοι δικαστές, οι οποίοι πάντοτε λειτουργούσαν δικαιοπαραγωγικά, αναζητώντας περισσότερο την ανάγκη εξυπηρέτησης των συναλλαγών, και λιγότερο την θεσμική έδραση των κανόνων - όπως οι ηπειρώτες συναδελφοί τους- από το 1608 κήρυξαν την lex mercatoria ως μέρος του εφαρμοστέου δικαίου. Έτσι το αγγλικό κοινοδίκαιο έγινε το πρώτο κανονιστικό σύνολο που περιείχε αυτούσιες τις βέλτιστες εμπορικές πρακτικές και τα έθιμα που είχαν αναπτύξει οι έμποροι. Προσθέστε σε αυτό τα 400 χρόνια δικαστικών αποφάσεων που ακολούθησαν αυτή τη διακήρυξη, σε ένα σύστημα δικαιοσύνης που σέβεται ευλαβικά τα δικαστικά προηγούμενα, κι έχετε τον πιο λειτουργικό κώδικα παγκοσμίως για την επίλυση των εμπορικών διαφορών.

Φυσικά η lex mercatoria ουδέποτε ήταν παγωμένη στο χρόνο. Το δίκαιο των Η.Π.Α., ακολουθώντας την αγγλοσαξωνική παράδοση κι ενσωματώνοντας την εμπορική εμπειρία και πρακτική αιώνων, σε συνδυασμό βέβαια με την διεθνή ισχύ ενός νομίσματος όπως το δολλάριο, αποτελεί τη σύγχρονη lex mercatoria. Kαι, μέ τον ίδιο τρόπο, έχει καταστεί στην ουσία και η lex internetica, που ρυθμίζει de facto όχι μόνο τις συναλλαγές, αλλά ακόμα και την ελευθερία έκφρασης, όσο κι αν στην Ευρώπη δεν έχουμε "1st Amendment".

Έτσι, τελικά, η υπαγωγή του P.S.I. στο αγγλικό - κι όχι στο ελληνικό- δίκαιο δεν είναι τίποτε άλλο από μια πάγια συναλλακτική πρακτική: αναγνώριση της εφαρμογής της lex mercatoria, κι όχι βέβαια την εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Aλλά αυτά είμαστε καταδικασμένοι να τα συζητάμε μεταξύ μας, αφού φαίνεται ότι δεν πρόκειται να απασχολήσουν την κοινή γνώμη ή τα καθιερωμένα μέσα ενημέρωσης.






Μια συζήτηση με τον Γενικό Γραμματέα Πληροφοριακών Συστημάτων


Mια συζήτηση με τον κ. Χάρη Θεοχάρη, Γενικό Γραμματέα Πληροφοριακών Συστημάτων.
Συζητήσαμε για την Γενική Γραμματεία και τις αρμοδιότητές της, την σταδιακή δημιουργία Δ.Ο.Υ. που θα εξυπηρετούν κάθε φορολογούμενο, τον νέο κλειδάριθμο που πρέπει να λάβουμε, την καθυστέρηση στην αποστολή των εκκαθαριστικών.

Παράλληλα, μιλήσαμε για την τεχνική υποδομή των συστημάτων και την γραφειοκρατία για την συμβασιοποίηση νέων υποδομών.

Προς το τέλος της εκπομπής, ο κ. Θεοχάρης μας ανέφερε ορισμένα στοιχεία σχετικά με την υλοποίηση του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος ως προς το Ταμείο Αξιοποίησης της Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου.

Πέμπτη, Ιανουάριος 19, 2012

Η αυτο-οργάνωση των χρηστών ως απάντηση στις νομοθετικές επιθέσεις στο Διαδίκτυο

Αυτές τις ημέρες έχει ξεκινήσει μια μεγάλη διαδικτυακή καμπάνια, κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και παγκοσμίως, σχετικά με δύο νομοσχέδια που έχουν υποβληθεί στα νομοθετικά σώματα (Κογκρέσο και Γερουσία), όσον αφορά την παρακολούθηση και τιμώρηση της πειρατείας έργων πνευματικής ιδιοκτησίας στο Διαδίκτυο. Είναι τα νομοσχέδια που έχουν γίνει γνωστά με τα αρχικά "S.O.P.A" και "P.I.P.A.".

Η προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας είναι ένας θεμιτός και νόμιμος στόχος που πρέπει να επιδιώκουν οι έννομες τάξεις. Αντιλαμβάνομαι αυτόν τον κλάδο του δικαίου ως μια μορφή προστασίας των δημιουργών αλλά και των ερμηνευτών και καλλιτεχνών έναντι των παραγωγών, εκδοτών και διανομέων των πνευματικών έργων. Δηλαδή ένα σύστημα για να αποφεύγονται οι αυθαιρεσίες των εύρωστων επιχειρήσεων έναντι των ατόμων που παράγουν πνευματικά έργα. Είναι μια περίπτωση που συγγενεύει προς το εργατικό δίκαιο, το οποίο επεμβαίνει για να προστατεύσει τον εργαζόμενο έναντι του συνήθως ισχυρότερου εργοδότη.

Κάποτε όμως, στο δίπολο δημιουργός - παραγωγός προστέθηκε κι ένας τρίτος πόλος: ο χρήστης. Ο χρήστης των έργων (το "κοινό") είναι ο στόχος στον οποίο απευθύνεται τόσο ο δημιουργός όσο και ο παραγωγός. Σε μια πιο απλουστευτική προσέγγιση, θα λέγαμε ότι είναι ο "καταναλωτής", αν και δεν θεωρείται και τόσο ακριβές να θεωρούμε τα πνευματικά έργα ως καταναλωτικά αγαθά. Οι χρήστες των έργων όμως ενδιαφέρονται να απολαύσουν τα έργα, τα οποία βέβαια συνήθως διατίθενται έναντι αντιτίμου. Το "συνήθως" παίζει ιδιαίτερο ρόλο: δεν είναι όλα τα έργα προς πώληση, καθώς υπάρχει και μια εξαιρετικά σημαντική σε όγκο παραγωγή που αφορά έργα τα οποία διατίθενται ελεύθερα. Ιδίως σε συνθήκες Διαδικτύου, όπου οι παραδοσιακές σχέσεις δημιουργού - παραγωγού έχουν σαφώς μετεξελιχθεί, οι χρήστες έχουν πρόσβαση σε έναν ανυπολόγιστο όγκο έργων - πληροφοριών, τα οποία κυκλοφορούν χωρίς την προϋπόθεση της καταβολής αντιτίμου. Ορισμένα από αυτά κυκλοφορούν ελεύθερα, επειδή έτσι επελεξε ο δημιουργός ή και ο παραγωγός τους (που μπορεί και να ταυτίζονται), θέλοντας να απευθυνθούν σε ένα ακροατήριο χωρίς τους περιορισμούς μιας οικονομικής συναλλαγής. Ορισμένα πάλι κυκλοφορούν χωρίς οι δικαιούχοι να έχουν επιτρέψει την ελεύθερη κυκλοφορία τους. Οι χρήστες δεν είναι πάντοτε σε θέση να διακρίνουν ποια από τα έργα κυκλοφορούν ελεύθερα με την συγκατάθεση των δικαιούχων και, σε τελική ανάλυση, δεν τους ενδιαφέρει και πολύ το νομικό καθεστώς. Από τη στιγμή που ένα έργο είναι δημόσια προσβάσιμο, ανεξάρτητα από τους λόγους που διατέθηκε έτσι, έχει de facto υπαχθεί σε μια ανοικτή σφαίρα όπου ο χρήστης τεχνικά μπορεί να το απολαύσει.

Εναντίον αυτής της διαμορφωμένης κατάστασης, αντιδρούν οι παραγωγοί συνήθως. Καθώς και οι δημιουργοί που ακολουθούν αυτή την παλιά οικονομική αντίληψη βάσει της οποίας διαρθρώθηκε το εμπόριο και η επιχειρηματικότητα στον τομέα της διάθεσης έργων. Είναι ένα μοντέλο το οποίο έχει ξεπεραστεί από την πραγματικότητα και από την ανάγκη για την διάχυση της πληροφορίας σε μια διαδικτυακή πλέον εποχή. Οι πιο καινοτόμοι αναζητούν νέα μοντέλα προσέγγισης του κοινού και κερδοφορίας από την διάθεση των έργων τους, ενίοτε αποσυνδέοντας τελείως την ίδια τη χρήση του έργου από τις οικονομικές συναλλαγές. Άλλοι έχουν ακολουθήσει πλήρως την διαδικτυακή οικονομία και έχουν προσαρμόσει τα παραδοσιακά καταστήματα σε ψηφιακές συνθήκες. Οι πιο παραδοσιακοί όμως, αντιστέκονται και αναζητούν νέες νομικές λύσεις για την παρέμβαση σε μια πραγματικότητα που τους έχει ξεπεράσει προ πολλού.

Έχει διαπιστωθεί ότι κάθε φορά που η τεχνολογία παρείχε μια νέα δυνατότητα μετάδοσης έργων, η παλιά βιομηχανία αντιδρούσε και επικαλείτο το νόμο για να διατηρήσει την παλιά κατάσταση. Συνήθως τη λύση καλούνταν να δώσουν τα δικαστήρια, στα οποία προσέφευγε η βιομηχανία για να απαγορεύσει νέες συσκευές μετάδοσης της πληροφορίας. Τα δικαστήρια στις περισσότερες των περιπτώσεων αντιστέκονταν και αναγνώριζαν ότι δεν μπορούν να τεθούν τέτοιοι ψεύτικοι φραγμοί σε μια πραγματικότητα που συνδέεται με την ίδια την εξέλιξη του πολιτισμού. Τότε η βιομηχανία στρεφόταν στους νομοθέτες και ζητούσαν την επιβολή νέων, πιο ειδικών και αυστηρών νόμων, που θα απέτρεπαν τελικά την χρήση νέων τεχνολογιών, προσθέτοντας γενικούς φραγμούς. Το πρόβλημα πάντοτε ήταν ότι η νομοθετική επέμβαση, λόγω της γενικότητας που πρέπει να έχει, συμπαρασύρει - μαζί με το θεμιτό αποτέλεσμα που είναι ο περιορισμός της αυθαιρεσίας- και την ίδια τη θεμιτή χρήση του μέσου.

Βρισκόμαστε σε μια τέτοια ιστορική στιγμή: ο στόχος πλέον είναι η χρήση του Διαδικτύου, η οποία επιδιώκεται να γίνει ολοένα και πιο ελεγχόμενη. Αυτό ανατρέπει βέβαια τη σχέση κανόνα εξαίρεσης, αλλά και το τεκμήριο της αθωότητας των χρηστών. Δεν μπορείς να θεωρείς εξ αρχής την κυκλοφορία και το μοίρασμα αρχείων ως παράνομο, ώστε να επιβάλλεις διαρκώς νέα μέτρα αστυνόμευσης. Μια τέτοια προσέγγιση θίγει δύο θεμελιώδη, ανθρώπινα δικαιώματα. Την ελευθερία της έκφρασης (στην οποία περιλαμβάνεται ρητώς η λήψη και μετάδοση πληροφοριών), αλλά και το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής (στην οποία εντάσσεται κάθε "κίνηση" του χρήστη στο Διαδίκτυο). Φυσικά τα δικαιώματα αυτά δεν είναι απόλυτα (δηλαδή χωρίς εξαιρέσεις), αλλά οι εξαιρέσεις που επιτρέπονται πρέπει να προβλέπονται συγκεκριμένα από τον νόμο και ο νόμος αυτός να είναι ανεκτός σε μια δημοκρατική κοινωνία. Εφόσον υπάρχουν ηπιότεροι τρόποι ελέγχου και περιορισμού της παρανομίας, δεν πρέπει να επιλέγονται οι επαχθέστεροι, εκείνοι δηλαδή που θα περιορίσουν περισσότερο τα θεμελιώδη δικαιώματα των χρηστών.

Τι πρέπει να γινει; Απέναντι στην οργανωμένη βιομηχανία του copyright, πρέπει να συγκροτηθεί και μια οργανωμένη κοινωνία των πολιτών. Σεβαστά τα έννομα συμφέροντα και δικαιώματα των δημιουργών και παραγωγών, αλλά εξίσου σεβαστά πρέπει να γίνονται και τα θεμελιώδη δικαιώματα των χρηστών, οι οποίοι ζητούν να διατηρηθεί η ανοικτή αρχιτεκτονική του Διαδικτύου, χωρίς τεχνιτές παρεμβάσεις, όπως οι προτεινόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις. Χρειάζεται περισσότερη οργάνωση και ενημέρωση των χρηστών του Διαδικτύου, κάτι που ενθαρρύνει και η ίδια η νομοθεσία για την πνευματική ιδιοκτησία, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τον Ν.2121/1993, οι αντιπροσωπευτικές οργανώσεις χρηστών έργων έχουν το δικαίωμα να διαπραγματευτούν με τους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης (οι οποίοι εκπροσωπούν δημιουργούς και παραγωγούς), ώστε να καταλήξουν σε αμοιβαία αποδεκτές ρυθμίσεις. Αυτή η δυνατότητα δεν έχει αξιοποιηθεί από την πλευρά των χρηστών κι έτσι οι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης καθορίζουν μονομερώς τους όρους του παιχνιδιού.

Αυτές τις ημέρες παρατηρούμε ότι η αυτο-οργάνωση των χρηστών στις Η.Π.Α. έχει προωθηθεί μέσα από μη κυβερνητικές οργανώσεις που ασχολούνται με την ελευθερία και τα δικαιώματα στο Διαδίκτυο. Καθώς και από μεγάλες διαδικτυακές κοινότητες, όπως αυτή της Wikipedia, η αγγλική έκδοση της οποίας παρέμεινε κλειστή για μία ημέρα, σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Δεν φτάνει όμως η διαμαρτυρία και η αγανάκτηση, πρέπει να γίνει και το επόμενο βήμα. Ας ξεπεράσουμε σταδιακά το -δύσκολο ομολογουμένως- ζήτημα της εκπροσώπησης και ας προχωρήσουμε στη διαμόρφωση των φορέων εκείνων που θα προωθήσουν τα δικαιώματα των χρηστών στη βάση αυτο-οργάνωσης που δεν περιμένει μόνο από το κράτος ή τα δικαστήρια να παρέμβουν για να προστατεύσουν τα θεμελιώδη δικαιώματα. Η ίδια η φύση του Διαδικτύου επιτρέπει την δημιουργία συλλογικοτήτων, όπως έχει αποδειχθεί πολλές φορές. Οι ήδη υφιστάμενες συλλογικότητες πρέπει επίσης να ενεργοποιηθούν, όπως είδαμε ότι έγινε αυτές τις ημέρες στην Αμερική. Η ελευθερία είναι κάτι για το οποίο πρέπει να αγωνιζόμαστε και να αναλαμβάνουμε πρωτοβουλίες, όχι να περιμένουμε να αναγνωριστεί ή να παραχωρηθεί.