Τετάρτη, Φεβρουαρίου 24, 2021

H υποχρεωτική σίτιση κατά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

 H υποχρεωτική σίτιση ενός απεργού πείνας δεν είναι εξ ορισμού καταδικασμένη πρακτική ως βασανιστήριο: το κριτήριο είναι κατά πόσον τεκμηριώνεται η ιατρική αναγκαιότητα της υποχρεωτικής σίτισης. Αυτό είναι το κρίσιμο, σύμφωνα με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Για παράδειγμα, η Ουκρανία καταδικάστηκε το 2005 από το ΕΔΔΑ για την υποχρεωτική σίτιση ενός κρατουμένου, για παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ (βασανιστήρια - απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση) λόγω του ότι δεν απέδειξε την θεραπευτική αναγκαιότητα για την συγκεκριμένη πράξη που επέβαλε σε κρατούμενο. Έτσι κρίθηκε ότι επρόκειτο για αυθαίρετη πράξη. (Απόφαση Nevmerzhitsky κατά Ουκρανίας, προσβάσιμη εδώ: http://hudoc.echr.coe.int/eng?i=003-1306808-1363018)
Το ίδιο συνέβη το 2007 και με την Μολδαβία, η οποία υπέβαλε απεργό πείνας σε υποχρεωτική σίτιση και εκείνος προσέφυγε στην Δικαιοσύνη που απέρριψε το αίτημά του γιατί δεν μπορούσε να καταβάλει τα δικαστικά έξοδα. Δεν υπήρχε ιατρική απόδειξη ότι είχε τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο η ζωή ή η υγεία του κρατουμένου, ενώ υπήρχαν λόγοι για να θεωρηθεί ότι η υποχρεωτική σίτιση σκοπούσε να τον αποθαρρύνει να συνεχίσει την διαμαρτυρία του. Δεν τηρήθηκαν επίσης οι νομικές διατάξεις για την επιβολή της αναγκαστικής σίτισης (Απόφαση Ciorap κατά Μολδαβίας, 2007, προσβάσιμη εδώ: http://hudoc.echr.coe.int/eng-press?i=003-2039564-2155997)

Αντίθετα, η Τουρκία δεν καταδικάστηκε στην περίπτωση που προσέφυγε ένας κρατούμενος απεργός πείνας καταγγέλλοντας οτι του επιβλήθηκε υποχρεωτική ιατρική θεραπεία. Συγκεκριμένα, το 2001 ξεκίνησε απεργία πείνας, μερικούς μήνες μετά οδηγήθηκε σε νοσοκομείο και αρνήθηκε θεραπεία. Διαγνώστηκε με κάποιο σύνδρομο που επέτρεπε την αναστολή εκτέλεσης της ποινής, αλλά του την αρνήθηκαν και καταδικάστηκε τελικά σε ισόβια τον Φεβρουάριο του 2002. Ένα μήνα μετά, η υγεία του χειροτέρευσε οπότε του επιβλήθηκε θεραπεία. Ο προσφεύγων διαμαρτυρήθηκε για την εν λόγω ιατρική παρέμβαση. Το ΕΔΔΑ έκρινε απαράδεκτη την προσφυγή του κατά της Τουρκίας (για το άρθρο 3: απαγόρευση απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης), κρίνοντας ότι το άρθρο 3 επιβάλλει θετική υποχρέωση του Κράτους για προστασία της σωματικής υγείας των κρατουμένων με την παροχή κατάλληλης ιατρικής βοήθειας, χωρίς να επιτρέπονται αποκλίσεις από τον κανόνα αυτόν. Επιπλέον, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι σε αυτή την υπόθεση δεν αποδείχθηκε ότι σκοπός της ιατρικής παρέμβασης ήταν ο εξευτελισμός ή η τιμωρία του κρατούμενου (ÖZGÜL κατά Τουρκίας, 2007, προσβάσιμη εδώ:  http://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-79776).

Το ΕΔΔΑ απέρριψε και την προσφυγή απεργού πείνας καταδίκου κατά της Ελβετίας. Στην υπόθεση αυτή, ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι αρνούμενες οι αρχές να τον απελευθερώσουν παρά την συνεχιζόμενη απεργία πείνας του, οι αρχές είχαν θέσει την ζωή του σε κίνδυνο και τον υπέβαλαν σε απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση. Το Δικαστήριο κήρυξε την προσφυγή απαράδεκτη ως προδήλως αβάσιμη, κρίνοντας ότι οι Ελβετικές αρχές είχαν εκπληρώσει την υποχρέωσή τους για την προστασία της ζωής του προσφεύγοντος και την ιδίως ως προς την υποχρεωτική σίτισή του το Δικαστήριο παταρήτησε ότι δεν είχε αποδειχθεί ότι η σχετική απόφαση είχε όντως υλοποιηθεί. Έκρινε επίσης ότι η απόφαση αυτή ανταποκρινόταν στην ιατρική ανάγκη και τηρούνταν οι ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις. Αλλά ακόμη κι αν είχε υλοποιηθεί η απόφαση, από τίποτε δεν προέκυπτε ότι αυτό είχε γίνει με τρόπο που παραβίαζε το άρθρο 3 (Απόφαση Rappaz κατά Ελβετίας, 2013, προσβάσιμη εδώ: http://hudoc.echr.coe.int/eng-press?i=003-4325502-5181401).

Το ΕΔΔΑ κρίνει ότι το κράτος έχει θετική υποχρέωση να μεριμνήσει για την υγεία του κρατούμενου με τα ενδεδειγμένα ιατρικά μέσα. Εάν δεν το πράξει ενδέχεται να έχει ευθύνη για παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων του. Υπ' αυτή την εκδοχή η αναγκαστική σίτιση μπορεί να είναι επιβεβλημένη ιατρικά και νομικά πράξη. Η εφαρμογή αυτής της ιατρικής πράξης όμως δεν πρέπει να οδηγεί σε τιμωρία ή σε εξευτελισμό του κρατουμένου. Πρέπει δηλαδή να γίνεται σύμφωνα με τα πρότυπα της ιατρικής επιστήμης για την πραγματοποίηση ιατρικής πράξης χωρίς συγκατάθεση του ασθενούς, δηλαδή όταν συντρέχει κατεπείγων κίνδυνος για την υγεία του. Αυτό προβλέπεται και από τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, δηλαδή τον Ν.3418/2005 που ορίζει στο άρθρο 12 παρ. 3 ότι η συναίνεση κατ' εξαίρεση δεν απαιτείται σε επείγουσες περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν μπορεί να ληφθεί κατάλληλη συναίνεση και συντρέχει άμεση, απόλυτη και κατεπείγουσα ανάγκη παροχής ιατρικής βοήθειας. Η ίδια ακριβώς εξαίρεση συντρέχει σύμφωνα με τον ίδιο νόμο για την διακριτή περίπτωση της απόπειρας αυτοκτονίας. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ο ιατρός έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προχωρήσει στην ενδεδειγμένη ιατρική πράξη για την σωτηρία της ζωής του ασθενούς.

Σε δύο υποθέσεις μάλιστα, το ΕΔΔΑ κάλεσε με ασφαλιστικό μέτρο τους προσφεύγοντες να διακόψουν την απεργία πείνας για να διασφαλιστεί το δικαίωμά τους στην ζωή, ζητώντας κατεπειγόντος από τα κράτη να λάβουν άμεσα κάθε ενδεδειγμένο ιατρικό μέσο για την προστασία τους (απόφαση ILAŞCU και άλλοι κατά Μολδαβίας, 8.7.2004, προσβάσιμη σε http://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-61886 και RODIĆ και άλλοι κατά Βοσνίας Ερζεγοβίνης, 27.5.2008, προσβάσιμη σε http://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-86533) 

Κυριακή, Φεβρουαρίου 14, 2021

Η επιτρεπόμενη συναίνεση και η σεξουαλική κακοποίηση

 To κίνημα #metoo δεν είναι μια αφορμή να καταγγείλουμε οτιδήποτε δυσάρεστο συνέβη στη ζωή μας, όπως μια άτυχη ερωτική σχέση, μια δυσάρεστη αλλά συναινετική πράξη ή μια υβριστική συμπεριφορά στον χώρο της εργασίας. Ξεκινώντας το 2006 από τις ΗΠΑ, το κίνημα αφορά την σεξουαλική κακοποίηση και παρενόχληση και είναι μια διέξοδος όταν οι νομικές δυνατότητες είναι λίγες μεν, αλλά η ενδυνάμωση των θυμάτων μπορεί να οδηγήσει να αναζητήσουν έγκαιρα την απαραίτητη πολιτειακή προστασία.

Ας κρατήσουμε ότι στο επίκεντρο βρίσκεται η έννοια της συναίνεσης. Όταν οποιαδήποτε σεξουαλική πράξη επιχειρείται χωρίς την συναίνεση, τότε έχουμε πράξη κακοποίησης. Μέχρι 10 χρόνια κάθειρξη τιμωρείται πλέον (για τις πράξεις από την 1η Ιουλίου του 2019 και μετά) οποιαδήποτε σεξουαλική πράξη χωρίς την συναίνεση του παθόντος. Αν προστεθεί και σωματική βία, απειλή σοβαρού και άμεσου κινδύνου ζωής ή σωματικής ακαιραιότητας τότε υπάρχει βιασμός που τιμωρείται τουλάχιστον με 10 χρόνια κάθειρξης.
Όμως, δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι η συναίνεση ζητείται. Στο στάδιο που η συναίνεση ζητείται, ο αποδέκτης της πρότασης έχει το δικαίωμα να αρνηθεί. Ένα ζήτημα βέβαια είναι το πώς ζητείται: αν το αίτημα γίνεται με τρόπο που αποκλείει το δικαίωμα επιλογής, αν υπάρχει βία, αν υπάρχουν ήδη σεξουαλικές πράξεις πριν την τεκμαιρόμενη έστω συναίνεση, σίγουρα και σε αυτό το στάδιο μπορεί να υπάρξει κακοποίηση. Ο νόμος χαρακτηρίζει αυτή την πράξη "προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας" και αφορά χειρονομίες σεξουαλικού χαρακτήρα, επίδειξη γεννητικών οργάνων αλλά και "προτάσεις για γενετήσιες πράξεις" εφόσον "προσβάλλουν βάναυσα την αξιοπρέπεια του άλλου". Η ποινή είναι πολύ χαμηλή για αυτές τις πράξεις: φυλάκιση μέχρι ενός έτους.
Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις στις οποίες η συναίνεση έχει ελαττώματα:
-Δεν νοείται συναίνεση όταν υπάρχει κατάχρηση της σωματικής ή διανοητικής αναπηρίας ή άλλης ανικανότητας αντίστασης του θύματος: τιμωρείται με κάθειρξη έως 10 χρόνια.
- Δεν νοείται συναίνεση για άτομα που είναι κάτω των 15 ετών. Αυτό όμως σημαίνει ότι είναι νόμιμη η συναίνεση ανηλίκων άνω των 15 ετών. Η συναινετική σεξουαλική πράξη με ανήλικο 16 και 17 ετών είναι νόμιμη. Επίσης είναι νόμιμες οι σεξουαλικές πράξεις ανηλίκων κάτω των 15 ετών μεταξύ τους εάν η διαφορά μεταξύ τους δεν είναι άνω των 3 ετών (εφόσον δεν προκληθεί από ενήλικο έναντι ανταλλάγματος, οπότε τιμωρείται η πράξη με διαβαθμίσεις κακουργηματος έως πλημμέλημα).
- Δεν νοείται συναίνεση όταν ενήλικος υποχρεώνεται σε "επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης", με κατάχρηση σχέσης εργασιακής εξάρτησης οποιασδήποτε φύσης, ή όταν ο δράστης εκμεταλλεύεται την ά μ ε σ η ανάγκη του θύματος να εργασθεί, ή όταν οι εργαζόμενοι σε φυλακές ή άλλα κρατητήρια, σε αστυνομικές υπηρεσίες, σε σχολές, παιδαγωγικά ιδρύματα, νοσοκομεία, κλινικές ή κάθε είδους θεραπευτικά καταστήματα ή σε άλλα ιδρύματα προορισμένα να περιθάλπουν πρόσωπα που έχουν ανάγκη από βοήθεια, με κατάχρηση της θέσης τους, υποχρεώσουν σε γενετήσια πράξη πρόσωπο που έχει εισαχθεί σε αυτά τα ιδρύματα. Οι καταχρήσεις αυτές τιμωρούνται με φυλάκιση έως 2 ετών.
- Δεν νοείται συναίνεση όταν υπάρχει συγγένεια, μεταξύ συγγενών εξ αίματος ή από υιοθεσία, ανιούσας και κατιούσας γραμμής και μεταξύ αμφιθαλών ή ετεροθαλών αδελφών. Η αιμομιξία τιμωρείται: α) ως προς τους ανιόντες με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών, β) ως προς τους κατιόντες με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή και γ) μεταξύ αδελφών με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή. Ωστόσο, συγγενείς κατιούσας γραμμής ή αδελφοί μπορούν να απαλλαγούν από κάθε ποινή, αν κατά τον χρόνο της πράξης δεν είχαν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος.
Ειδικά για τον χώρο της εργασίας, η νομοθεσία προβλέπει και ορισμό της σεξουαλικής παρενόχλησης: "οποιαδήποτε μορφή ανεπιθύμητης λεκτικής, μη λεκτικής ή σωματικής συμπεριφοράς σεξουαλικού χαρακτήρα, με σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας ενός προσώπου, ιδίως με τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού περιβάλλοντος" (Ν.3896/2010). Αυτονόητα, οι πράξεις αυτές απαγορεύονται στον χώρο της εργασίας, τόσο από τον εργοδότη προς τον εργαζόμενο (οπότε είναι άκυρη η απόλυση θύματος), όσο και από τον εργαζόμενο προς τον εργοδότη (οπότε είναι έγκυρη η απόλυση δράστη), αλλά και μεταξύ εργαζομένων. Όταν η παρενόχληση προέρχεται από συνάδελφο, το θύμα οφείλει να ειδοποιήσει τον εργοδότη για να λάβει κατάλληλα μέτρα προστασίας.
Η συναίνεση νοείται επίσης όταν είναι συγκεκριμένη, δηλαδή ειδική. Η συναίνεση του ασθενούς προς τον ιατρό του για εξέταση π.χ. γεννητικών οργάνων δεν αποτελεί, φυσικά, συναίνεση για σεξουαλικές πράξεις. Η συναίνεση του ηθοποιού για την συμμετοχή του σε παράσταση ή πρόβα ή ακρόαση που περιλαμβάνει ερωτικές σκηνές δεν επιτρέπει και κατάχρηση πέραν του αναγκαίου για τους καλλιτεχνικούς σκοπούς. Αυτό όμως δεν σημαίνει και ότι κάθε ιατρική εξέταση ή κάθε οντισιόν με αίτημα για γυμνό είναι σεξουαλική παρενόχληση. Επίσης δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει συναίνεση: ο ασθενής έχει το δικαίωμα να δει ερωτικά τον γιατρό και ο ηθοποιός έχει δικαίωμα να δει ερωτικά τον σκηνοθέτη, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες ηλικίες και δεν συντρέχουν τα παραπάνω στοιχεία εκμετάλλευσης ανικάνου ή της ανάγκης για εργασίας κ.τ.λ. Συγεκριμένη συναίνεση υπάρχει επίσης σε μια ερωτική σχέση για τις ιδιωτικές απεικονίσεις: εφόσον η συναίνεση αφορά μόνο την προσωπική χρήση δεν επιτρέπεται η δημοσιοποίηση στο Διαδίκτυο ή η διαβίβαση του υλικού σε τρίτους.
Ο εισαγγελέας και οι άλλες αρμόδιες αρχές δεν παρεμβαίνουν αυτεπάγγελτα σε όλες τις παραπάνω παραβατικές συμπεριφορές. Οι περιπτώσεις των κακουργημάτων (όπου προβλέπεται κάθειρξη) είναι αυτεπάγγελτες. Χρειάζεται όμως έγκληση του παθόντος στις περιπτώσεις της κατάχρησης εργασιακής σχέσης ή της εκμετάλλευσης της άμεσης ανάγκης για εργασία. Σε περίπτωση σεξουαλικής κακοποίησης σε εκπαιδευτικό κ.τ.λ. ίδρυμα υπάρχει αυτεπάγγελτη αρμοδιότητα του εισαγγελέα και των αρχών να παρέμβουν και χωρίς έγκληση, όπως και στον βιασμό, αλλά αν ο παθών δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη, ο εισαγγελέας μπορεί να απόσχει οριστικά από την ποινική δίωξη ή, αν αυτή έχει ασκηθεί, να εισαγάγει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, το οποίο μπορεί να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 10, 2021

Τρομονόμος και στην τέχνη ή θεμιτοί περιορισμοί της ελευθερίας των ΜΜΕ;

 Έχει ξεκινήσει μια ολόκληρη επίθεση εναντίον του άρθρου 8 του νομοσχεδίου "Λιβάνιου" (από το όνομα του Θόδωρου Λιβάνιου), με το οποίο η εθνική νομοθεσία ενσωματώνει την Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπ' αρ. 2010/13 για τις Υπηρεσίες Οπτικοακουστικών Μέσων. Διάφορα καλλιτεχνικά σωματεία καταγγέλλουν το συγκεκριμένο άρθρο 8 ως "τρομονόμο", ως φίμωση και άλλα τέτοια.

Για να δούμε τι ακριβώς ορίζει το εν λόγω άρθρο:
"Άρθρο 8
Απαγόρευση υποκίνησης σε βία ή μίσος και δημόσιας πρόκλησης σε τρομοκρατικό έγκλημα
(Άρθρο 6 της Οδηγίας (ΕΕ) 2010/13)
Οι υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων δεν πρέπει:
α) να εμπεριέχουν υποκίνηση σε βία ή μίσος εναντίον ομάδας ανθρώπων ή μέλους ομάδας, ιδίως λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, εθνοτικής καταγωγής, ιθαγένειας ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών φρονημάτων ή κάθε άλλης γνώμης, ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, περιουσίας, γέννησης, αναπηρίας, ηλικίας ή σεξουαλικού προσανατολισμού,
β) να εμπεριέχουν δημόσια πρόκληση σε τέλεση τρομοκρατικού εγκλήματος, σύμφωνα με τα άρθρα 187Α ΠΚ, 187Β ΠΚ και 32 έως 35 του ν. 4689/2020 (Α ́103)."
Το (α) μέρος του άρθρου 8 περιλαμβάνει ουσιαστικά μια επανάληψη του γνωστού "αντιρατσιστικού νόμου", του Ν.927/1979 όπως τροποποιήθηκε το έτος 2014. Θα έπρεπε μάλιστα εδώ για την πληρότητα της απαγόρευσης του μισαλλόδοξου λόγου να προστεθεί και η ταυτότητα φυλου και τα χαρακτηριστικά φύλου ως λόγοι απαγορευμένου hate speech. Αντίστοιχη διάταξη υπάρχει άλλωστε και στο π.δ.77/2003 για τον απαγορευμένο μισαλλόδοξο λόγο σε ενημερωτικές ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές.
To (β) μέρος είναι απαγόρευση δημόσιας πρόκλησης (ορθότερα θα έπρεπε να ορίζει "πρόσκλησης" ή, ακόμη καλύτερα "παρακίνησης") σε τέλεση τρομοκρατικού εγκλήματος. Το τρομοκρατικό έγκλημα ορίζεται νομοθετικά από τα 2 άρθρα του ποινικού κώδικα που αναφέρει η διάταξη αυτή, δηλ. το άρθρο 187Α και 187Β Π.Κ.
Δηλαδη με το (β) απαγορεύεται η δημόσια παρακίνηση στο κοινό να τελέσει "κακούργημα ή οποιοδήποτε έγκλημα γενικής διακινδύνευσης ή έγκλημα κατά της δημόσιας τάξης υπό συνθήκες ή με τέτοιον τρόπο ή σε τέτοια έκταση που να προκαλεί σοβαρό κίνδυνο για τη χώρα ή για διεθνή οργανισμό και με σκοπό να εκφοβίσει σοβαρά έναν πληθυσμό ή να εξαναγκάσει παρανόμως δημόσια αρχή ή διεθνή οργανισμό να εκτελέσει οποιαδήποτε πράξη ή να απόσχει από αυτή ή να βλάψει σοβαρά ή να καταστρέψει τις θεμελιώδεις συνταγματικές, πολιτικές ή οικονομικές δομές μιας χώρας ή ενός διεθνούς οργανισμού" (187Α) και η δημόσια πρόσκληση στο κοινό να "παρέχει κάθε είδους περιουσιακά στοιχεία, υλικά ή άυλα, κινητά ή ακίνητα ή κάθε είδους χρηματοοικονομικά μέσα, ανεξάρτητα από τον τρόπο κτήσης τους, σε τρομοκρατική οργάνωση ή σε μεμονωμένο τρομοκράτη ή για τη συγκρότηση τρομοκρατικής οργάνωσης ή για να καταστεί κάποιος τρομοκράτης ή τα εισπράττει, συλλέγει ή διαχειρίζεται χάριν των ανωτέρω, ανεξάρτητα από τη διάπραξη οποιουδήποτε εγκλήματος" (187Β).
Τα άρθρα 32-35 του Ν.4689/2020 είναι στο κεφάλαιο με τίτλο "τρομοκρατικά εγκλήματα" του νόμου αυτού και αφορούν:
- Οργάνωση ή με άλλον τρόπο διευκόλυνση ταξιδιών με σκοπό την τρομοκρατία
- Διακεκριμένη κλοπή που σχετίζεται με τρομοκρατική δραστηριότητα
- Εκβίαση που σχετίζεται με τρομοκρατική δραστηριότητα
- Πλαστογραφία που σχετίζεται με τρομοκρατική δραστηριότητα.
Επομένως, το άρθρο 8 επιβάλλει στις "υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων" (έννοια που περιλαμβάνει και τις ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές) να τηρούν την αντιρατσιστική νομοθεσία σε μια πιο εφαρμόσιμη εκδοχή της (διότι λείπει η υπερβολική απαίτηση της διατάραξης της δημόσιας τάξης κτλ που απαιτείται από τον κλασικό αντιρατσιστικό νόμο), αλλά και να μην παρακινούν σε κακουργηματικές πράξεις που η νομοθεσία ήδη έχει χαρακτηρίσει τρομοκρατικές.
Είναι βέβαιο ότι με το άρθρο 8 επιβάλλονται περιορισμοί στην ελευθερία της έκφρασης. Είναι όμως εξειδικεύσεις ήδη υφιστάμενων περιορισμών, που προβλέπονται εδώ και χρόνια από άλλα νομοθετήματα, προσαρμοσμένες στην ραδιοτηλεοπτική πραγματικότητα.
Το Σύνταγμα στο άρθρο 14 κατοχυρώνει την ελευθερία της έκφρασης και της γνώμης, "όπως ο νόμος ορίζει". Ο νόμος αυτός δεν νοείται φυσικά να καταργεί το συνταγματικό δικαίωμα, αλλά μόνο να το ρυθμίζει. Η ρύθμιση πρέπει να γίνεται με τους όρους του άρθρου 25 του Συντάγματος, δηλαδή εάν περιοριζεται η ελευθερία της έκφρασης αυτό πρέπει να γίνεται με νομοθετική διάταξη και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Αντίστοιχα, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου αναγνωρίζει δίκαιους περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης στην παρ. 2 του άρθρου 10. Ανάμεσα στις κατηγορίες των επιτρεπτών περιορισμών είναι και αυτοί που επιβάλλονται για λόγους δημόσιας τάξης, εφόσον βέβαια είναι ανεκτοί περιορισμοί σε μια δημοκρατική κοινωνία. Αυτό, το "ανεκτοί" σε μια δημοκρατική κοινωνία έχει μεταφραστεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ως εκείνη η περίπτωση που ο περιορισμός ανταποκρίνεται σε μια "πιεστική κοινωνική ανάγκη".
Υπάρχει, λοιπόν, μια "πιεστική κοινωνική ανάγκη" στην ελληνική αγορά των ΜΜΕ να απαγορεύεται ο μισαλλόδοξος λόγος και ο λόγος που παρακινεί σε τρομοκρατικές πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από την αντιτρομοκρατική νομοθεσία; Αυτό είναι το ερώτημα που καλείται να απαντήσει όποιος θα κληθεί να σταθμίσει την συμβατότητα του νομοσχεδίου με τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ελευθερία της έκφρασης και της τέχνης που ασκείται μέσα από ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 08, 2021

3.000 ευρώ αποζημίωση για υπέρβαση εύλογης διάρκειας της δίκης οφειλόμενη σε λάθος δικαστηρίου για την δικαιοδοσία του

 Το γραφείο μας εκπροσώπησε Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία που διεκδίκησε δικαστικά την αποζημίωσή της για υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης ακολουθώντας την ειδική διαδικασία του ν. 4055/2012.

Η κύρια υπόθεση αφορούσε σε αγωγή – προσφυγή που ασκήθηκε το 2009 ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, καθώς επρόκειτο για διαφορά από διοικητική σύμβαση. Εντούτοις, το Διοικητικό Εφετείο έκρινε το ένδικο βοήθημα απαράδεκτο λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας των Διοικητικών Δικαστηρίων αποφαινόμενο πως η επίδικη διαφορά είχε γεννηθεί από σύμβαση ιδιωτικού δικαίου. Κατά συνέπεια, η Εταιρεία άσκησε ομοίου περιεχομένου αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο όμως με απόφασή του που εκδόθηκε το 2016 έκρινε την αγωγή απαράδεκτη λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας των Πολιτικών Δικαστηρίων επί της διαφοράς, η οποία είχε γεννηθεί, κατά το σκεπτικό της απόφασης, από διοικητική σύμβαση. Ως εκ τούτου, η ενάγουσα Εταιρεία αναγκάστηκε να προσφύγει ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (άρθρο 100 Συντάγματος) προς άρση της αποφατικής σύγκρουσης μεταξύ των δύο δικαιοδοσιών. Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο έκρινε το 2019 πως αρμόδιο να εκδικάσει την διαφορά της ενάγουσας Εταιρείας ήταν πράγματι το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών στο οποίο και παρέπεμψε εκ νέου την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση. Εν τέλει, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών εξέδωσε οριστική απόφαση επί της διαφοράς τον Ιούνιο του 2020, ήτοι ένδεκα και πλέον έτη από την κατάθεση της πρώτης αγωγής – προσφυγής στο ίδιο Δικαστήριο. Για την υπερδεκαετή αυτή καθυστέρηση, η ενάγουσα Εταιρεία προσέφυγε στην δικαιοσύνη διεκδικώντας αποζημίωση από το Ελληνικό Δημόσιο.
Με την υπ’ αριθμό 1/2021 απόφασή του, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, σε μονομελή σύνθεση, επεδίκασε στην Εταιρεία το ποσό των 3.000 ευρώ, επέστρεψε σε αυτήν το ήμισυ του καταβληθέντος παραβόλου και συμψήφισε τα έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι σύμφωνα με το άρθρο 55 παρ. 1 του ν. 4055/2012, η αίτηση για δίκαιη ικανοποίηση ασκείται ανά βαθμό δικαιοδοσίας, ολόκληρο δε το χρονικό διάστημα της εκκρεμοδικίας από την κατάθεση του ενδίκου βοηθήματος ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου μέχρι την παραπομπή εκ νέου σε αυτό, χωρίς υπαιτιότητα της ενάγουσας, με απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου και την δημοσίευση οριστικής απόφασης επί της ουσίας της διαφοράς εντάσσεται στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 02, 2021

Το νομοσχέδιο για τα Α.Ε.Ι. και η προστασία προσωπικών δεδομένων

Με το νομοσχέδιο για την αστυνόμευση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, εισάγεται η δυνατότητα βιντεοεπιτήρησης των πανεπιστημιακών χώρων, με συνέργεια των Α.Ε.Ι. και της ΕΛ.ΑΣ. Σαφέστατα και μπορούν να επιτηρούνται οι εν λόγω δημόσιοι χώροι, αλλά αυτό πρέπει να γίνεται με πλήρη σεβασμό τόσο του GDPR, όσο και του Ν.4624/2019 που ενσωματώνει στο Ελληνικό δίκαιο και την Οδηγία 2016/680 για την επεξεργασία δεδομένων από τις διωκτικές αρχές. Το νομοσχέδιο έχει ορισμένες σχετικές διατάξεις που παρουσίασαν προβλήματα, τα οποία εντόπισε ο πρόεδρος της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.

Συγκεκριμένα, με επιστολή του προέδρου επισημάνθηκαν ορισμένα κενά στην προστασία δεδομένων, όπως αυτή κατοχυρώνεται από τις προς ψήφιση διατάξεις. Ανάμεσα στα κενά που εντόπισε ο κ. Μενουδάκος είναι και ότι ενώ αναγνωρίζονται ως "από κοινού" υπεύθυνοι επεξεργασίας τα Α.Ε.Ι. και η ΕΛ.ΑΣ., δεν έχει διευκρινιστεί το μέτρο της ευθύνης της κάθε πλευράς. Η Αρχή αναφέρει ότι δεν έχει τηρηθεί το άρθρο 26 του GDPR που ορίζει τα εξής:

"Σε περίπτωση που δύο ή περισσότεροι υπεύθυνοι επεξεργασίας καθορίζουν από κοινού τους σκοπούς και τα μέσα της επεξεργασίας, αποτελούν από κοινού υπευθύνους επεξεργασίας. Αυτοί καθορίζουν με διαφανή τρόπο τις αντίστοιχες ευθύνες τους για συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό, ιδίως όσον αφορά την άσκηση των δικαιωμάτων του υποκειμένου των δεδομένων και τα αντίστοιχα καθήκοντά τους για να παρέχουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στα άρθρα 13 και 14, μέσω συμφωνίας μεταξύ τους, εκτός εάν και στον βαθμό που οι αντίστοιχες αρμοδιότητες των υπευθύνων επεξεργασίας καθορίζονται από το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο υπόκεινται οι υπεύθυνοι επεξεργασίας. Στη συμφωνία μπορεί να αναφέρεται ένα σημείο επικοινωνίας για τα υποκείμενα των δεδομένων."

Ενώ λοιπόν με σαφήνεια ο GDPR λέει ότι ο καθορισμός της μεταξύ τους ευθύνης ΔΕΝ γίνεται "μέσω συμφωνία μεταξύ τους", όταν οι αρμοδιότητες των υπεύθυνων επεξεργασίας καθορίζονται από την νομοθεσία, όπως εξ ορισμού συμβαίνει με τις αρμοδιότητες των Α.Ε.Ι. και της ΕΛ.ΑΣ., αίφνης, το Υπουργείο Παιδείας, μετά την επισήμανση της Αρχής, έρχεται και προβαίνει στην εξής τροποποίηση του νομοσχεδίου:


"Οι λεπτομέρειες ως προς την κατανομή της ευθύνης τους για συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον Γ.Κ.Π.Δ., ιδίως όσον αφορά στα καθήκοντά τους για την ικανοποίηση των υποκειμένων των δεδομένων, για την ενημέρωσή τους, ως προς τη λήψη των κατάλληλων τεχνικών και οργανωτικών μέτρων και κάθε άλλο συναφές ζήτημα καθορίζονται με Μνημόνιο Συνεργασίας, το οποίο υπογράφουν οι από κοινού Υπεύθυνοι Επεξεργασίας και τηρούν για σκοπούς λογοδοσίας"!!!


Δηλαδή ενώ ο ΓΚΠΔ ξεκάθαρα ορίζει στο άρθρο 26 ότι οι ευθύνες καθορίζονται "με διαφανή τρόπο" και ΟΧΙ με μεταξύ τους συμφωνία όταν οι αρμοδιότητες ορίζονται νομοθετικά, το Υπουργείο Παιδείας φέρνει διάταξη εντελώς αντίθετη με τον GDPR ορίζοντας ότι ο καθορισμός ευθυνών καθορίζεται με "μνημόνιο συνεργασίας", δηλαδή με συμφωνία τους, το οποίο δεν δημοσιεύουν καν (πάει ο "διαφανής τρόπος"), αλλά το τηρούν σε ένα συρτάρι. 




Τετάρτη, Ιανουαρίου 27, 2021

Απόρριψη αγωγής δικαστικής λειτουργού κατά δικηγόρου για σχόλια στο Facebook

 Με ιδιαίτερη υπερηφάνεια χαιρετίζω την απόφαση 174/2021 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στην οποία συνεκπροσώπησα συνάδελφο μου δικηγόρο (ο οποίος παρέστη και αυτοπροσώπως) ως εναγόμενο σε αγωγή που άσκησε εναντίον του δικαστική λειτουργός του ίδιου Πρωτοδικείου για κείμενα που αυτός ανάρτησε στο Facebook και την είχε αναφέρει ονομαστικά, ασκώντας κριτική για το δικαιοδοτικό της έργο.

Με την αγωγή της, η δικαστική λειτουργός ζητούσε μεταξύ άλλων να αφαιρεθούν οι επίδικες αναρτήσεις και να της καταβληθούν 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Η απόφαση ελήφθη κατά πλειοψηφία και απέρριψε την αγωγή της δικαστικής λειτουργού. Η αγωγή κηρύχθηκε εν μέρει απαράδεκτη λόγω μη επίδοσης του εξωδίκου του Ν.4356/2015 για το ένα από τα επίδικα κείμενα και αβάσιμη ως προς την υποχρέωση παράλειψης στο μέλλον λόγω έλλειψης βάσιμης απειλής και πραγματικού κινδύνου επικείμενης προσβολής της προσωπικότητας. Το πιο ενδιαφέρον όμως στοιχείο της απόφασης είναι η αοριστία της αγωγής της δικαστικής λειτουργού ως προς το κεφάλαιο που εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ηθική βλάβη της. Συγκεκριμένα, αναγράφει η απόφαση επ' αυτού:

"πάσχει αοριστία, καθόσον, αν και κατά τα μνημονευόμενα στη με αριθμό ΙΙ σκέψη της παρούσας, για το ορισμένο της αγωγής αποκατάστασης της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος από δημοσίευμα ή ανάρτηση στην προσωπικότητά του απαιτείται να εκτίθενται οι όροι βάσει των οποίων δύναται να προσδιορισθεί το ανάλογο / εύλογο ύψος της διωκόμενης χρηματικής ικανοποίησης, μεταξύ δε εκείνων περιλαμβάνονται και οι επιπτώσεις του δημοσιεύματος ή της ανάρτησης στον αδικηθέντα, καθώς και στο οικογενειακό, κοινωνικό και επαγγελματικό περιβάλλον του, εν προκειμένω στο δικόγραφο της αγωγής, ενώ γίνεται μνεία στους λοιπούς προσδιοριστικούς όρους του ανάλογου / εύλογου ύψους της ανωτέρω ικανοποίησης, δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά - ούτε έστω και με την μορφή της απλής επανάληψης της σχετικής διατύπωσης του νόμου - στις ανωτέρω επιπτώσεις, αντιθέτως δε η ενάγουσα εκθέτει ότι έως και σήμερα δεν έχει καθ' οιονδήποτε τρόπο θιγεί στο επαγγελματικό της περιβάλλον". 

Υπήρξε όμως και μειοψηφία από την εισηγήτρια Πρωτοδίκη, κατά την οποία δεν συνέτρεξε ο λόγος απαραδέκτου για την μη επίδοση εξωδίκου για το ένα από τα επίδικα κείμενα καθώς κατά την κρίση αυτή η δεύτερη ανάρτηση "αναφέρεται στο περιεχόμενο της πρώτης και δεν περιλαμβάνει νέα περιστατικά ή χαρακτηρισμούς". Περαιτέρω, η μειοψηφική άποψη αναφέρει ότι "δεν απαιτείται να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής με την οποία ζητείται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, τα προσδιοριστικά εκείνα στοιχεία, βάσει των οποίων θα καθορισθεί το ύψος αυτής, συνεπώς, το ένδικο αίτημα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης είναι ορισμένο" και παραπεμπει σε αρεοπαγητική νομολογία ετών 2003-2015. Έκρινε επίσης η μειοψηφική γνώμη ότι υπάρχει επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών στο δικόγραφο για την στοιχειοθέτηση του πραγματικού κινδύνου και βάσιμης απειλής, λόγω της άρνησης του εναγομένου να αναρτήσει το εξώδικο και ανάρτησε κείμενο.

Η απόφαση είναι σημαντική όχι μόνο γιατί απερρίφθη η αγωγή μιας δικαστή από συναδέλφους της δικαστές, αλλά και γιατί στην καρδιά της αιτιολογίας της βρίσκεται η νέα διάταξη του άρθρου 37 του Ν.4356/2015 που αφορά το ορισμένο της ηθικής βλάβης. Ως πληρεξούσιος εναγομένων για προσβολή προσωπικότητας δια του τύπου (αλλά και ως πληρεξούσιος εναγόντων) πάντοτε τονίζω στο πλαίσιο των καθηκόντων μου την υποχρέωση τήρησης της νέας διάταξης που αφορά την ηθική βλάβη. Η διάταξη είναι σαφέστατη:

" Για την κατά το άρθρο 932 του Αστικού Κώδικα ανάλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από κάποια από τις προβλεπόμενες στην προηγούμενη παράγραφο πράξεις το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ιδίως: 

α) τις επιπτώσεις του δημοσιεύματος στον αδικηθέντα, καθώς και στο οικογενειακό, κοινωνικό και επαγγελματικό περιβάλλον του, 
β) το είδος, τη φύση, τη σπουδαιότητα, τη βαρύτητα και την απαξία των γεγονότων, πράξεων ή χαρακτηρισμών που του αποδόθηκαν με το δημοσίευμα, 
γ) το είδος της προσβολής, που υπέστη, 
δ) την ένταση του πταίσματος του εναγομένου, 
ε) τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, και 
στ) την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων.»

Επομένως, αυτά όλα έχουν καταστεί αναπόσπαστο στοιχείο του "ορισμένου" του δικογράφου μετά την θέση σε ισχυ του Ν.4356/2015. Σημειωτέον ότι όλα αυτά κατοχυρώθηκαν νομοθετικά μετά την περίφημη απόφαση 6/2011 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου που έκρινε αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας την μονοδιάστατη προϋπόθεση που όριζε ως τότε ο νόμος περί τύπου, ο οποίος λάμβανε μόνο ένα κριτήριο για να ορίσει το κατώτατο ποσό χρηματικής ικανοποίησης: την έκταση της κυκλοφορίας της εφημερίδας ή την φύση του ραδιοτηλεοπτικού σταθμού. Στην απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου προσδιορίστηκαν τα παραπάνω στοιχεία που οφείλει να λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο όταν κρίνει ένα τέτοιο αίτημα αποζημίωσης. Αντίστοιχες (αν και όχι ακόμη πλήρως εναρμονισμένες ως διατύπωση) είναι και οι κρίσεις στην νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. 

Επομένως, όταν το δικόγραφο δεν τα περιλαμβάνει, πάσχει αοριστία, όπως πολύ σωστά έκρινε και η απόφαση στην δική μας υπόθεση. 

Πέμπτη, Ιανουαρίου 07, 2021

Στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για την ταυτότητα φύλου

Μία διεμφυλική (trans) γυναίκα εκπροσωπεί το γραφείο μας, στην προσφυγή που καταθέσαμε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ο λόγος είναι η υπέρμετρη καθυστέρηση για την νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου της από το Ειρηνοδικείο Αθηνών. Συγκεκριμένα, το Ειρηνοδικείο χρειάστηκε σχεδόν δύο χρόνια (21 μήνες) για να εκδώσει απόφαση με την οποία τελικά και αναγνωρίστηκε ότι είναι γυναίκα και της αποδόθηκε το όνομα που επιθυμούσε.

Ο λόγος της καθυστέρησης ήταν ότι αρχικά η εκδίκαση της υπόθεσης ορίστηκε 8 μήνες μετά την κατάθεση του αιτήματος και, στην συνέχεια εκδόθηκε προσωρινή απόφαση για να αποδείξει το άτομο ότι δεν ήταν έγγαμο.Η προϋπόθεση απόδειξης αγαμίας δεν υπήρχε στο θεσμικό πλαίσιο, μέχρι την ψήφιση του Ν.4491/2017, οπότε προστέθηκαν μία σειρά από εμπόδια για την νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου που δεν προβλέπονταν με τον παλαιό νόμο του 1976: υποχρεωτική παράσταση του αιτούντος στο δικαστήριο, υποχρέωση αγαμίας, δικαιοπρακτική ικανότητα, ενηλικότητα (υπό προϋποθέσεις μόνον μετά τα 15 έτη), περιορισμένος αριθμός μεταβολών (2) και απαγόρευση αναγραφής της διόρθωσης σε ληξιαρχικές πράξεις γονέων.
Όλες αυτές οι απαγορεύσεις είναι αντίθετες στο ευρωπαϊκό δίκαιο για την ταυτότητα φύλου, όπως αποτυπώνεται στην Σύσταση 5(2010) της Επιτροπής Υπουργών, στο Ψήφισμα 2048 (2015) της Κοινοβουλευτικής Διάσκεψης για τα δικαιώματα των τρανς ατόμων, στις αναθεωρημένες Αρχές της Yogyakarta του 2017 και σε άλλα διεθνή κείμενα. Ειδικά για την προϋπόθεση αγαμίας, υπάρχουν αποφάσεις τριών συνταγματικών δικαστηρίων της Ευρώπης που την έκριναν αντισυνταγματική, καθώς και μια απόφαση της Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που έκρινε ότι παραβιάζει το δικαίωμα στην ισότητα.
Το Ειρηνοδικείο Αθηνών έχει εκδικάσει ήδη τρεις φορές το ζήτημα της προϋπόθεσης αγαμίας, έχοντας πλήρως υπόψη το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, το οποίο αρνείται πεισματικά να εφαρμόσει. Τελικά, απέρριψε και την προσφυγή της διεμφυλικής γυναίκας για την αποζημίωσή της λόγω της υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης, κρίνοντας ότι οι 21 μήνες οφείλονται σε δικό της πταίσμα σχετικά με την απόδειξη της αγαμίας, ενώ βέβαια δεν έκρινε τίποτε για το αρχικό 8μηνο που μεσολάβησε από την κατάθεση της αίτησης μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης.Η προσφυγή για την αποζημίωση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης υποβλήθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν.4239/2014 και η απόφαση που εκδόθηκε δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Εξαντλήθηκαν έτσι όλα τα εσωτερικά ένδικα μέσα που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο και μας δόθηκε η ευκαιρία να προσφύγουμε στο ΕΔΔΑ.
Η προσφυγή βασίζεται στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκης Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και εστιάζει στην υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης, η οποία οφείλεται στις υπερβολικές προϋποθέσεις που παραβιάζουν τον ιδιωτικό βίο των τρανς ατόμων, καθόσον η αγαμία αποτελεί εντελώς άσχετο θέμα με την υποχρέωση της Ελλάδας να παρέχει μια διαδικασία γρήγορη, προσβάσιμη και διαφανή.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στην υπόθεση αυτή καλείται να κρίνει συνολικά τον Ν.4491/2017 για να διαπιστώσει ότι η διαδικασία για την νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου που προβλέπει δεν είναι σύμφωνη με τα ευρωπαϊκά πρότυπα και, κυρίως, ότι δεν είναι μια διαδικασία σύντομη, σε αντίθεση με άλλες χώρες που έχουν επιλέξει την εξωδικαστική νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου.

H υποχρεωτική σίτιση κατά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

  H υποχρεωτική σίτιση ενός απεργού πείνας δεν είναι εξ ορισμού καταδικασμένη πρακτική ως βασανιστήριο: το κριτήριο είναι κατά πόσον τεκμηρι...