Δευτέρα, Ιανουαρίου 27, 2020

Πολιτικός όρκος για την Πρόεδρο της Δημοκρατίας

Διαφωνώ με την νομική άποψη ότι ο χριστιανικός όρκος του Προέδρου της Δημοκρατίας που αναφέρει το Σύνταγμα είναι υποχρεωτικός.
Το Σύνταγμα στο άρθρο 33 παρ. 1 ορίζει ότι ο εκλεγόμενος ΠτΔ αναλαμβάνει την άσκηση των καθηκόντων του από την επομένη της ημέρας που έληξε η θητεία του απερχόμενου Προέδρου και "σε όλες τις άλλες περιπτώσεις" (π.χ. θάνατος) από την επομένη της εκλογής του. 
Άρα η χρονική έναρξη των καθηκόντων ορίζεται συνταγματικά από συγκεκριμένο γεγονός (λήξη θητείας προηγούμενου ή έκλειψη προηγούμενου), χωρίς αυτή να εξαρτάται από την ορκωμοσία, η οποία ορίζεται στην παρ. 2 μόνο ως τελετουργική διαδικασία και όχι ως όρος του ενεργού. Συγκεκριμένα η παρ. 2 αναφέρει ότι ο ΠτΔ πριν αναλάβει την άσκηση των καθηκόντων του δίνει ενώπιον της Βουλής τον ακόλουθο όρκο:
"Ορκίζομαι στο όνομα της Αγίας και Ομοούσιας και Αδιαίρετης Τριάδας να φυλάσσω το Σύνταγμα και τους νόμους, να μεριμνώ για την πιστή τους τήρηση, να υπερασπίζω (sic) την εθνική ανεξαρτησία και την ακεραιότητα της Χώρας, να προστατεύω τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των Ελλήνων και να υπηρετώ το γενικό συμφέρον και την πρόοδο του Ελληνικού Λαού". 
Καμία έννομη συνέπεια δεν προβλέπει το Σύνταγμα, εάν δεν τηρηθεί αυτό το τελετουργικό: δεν είναι όπως ο όρκος που πρέπει να δώσει ένας μάρτυρας στο δικαστήριο, χωρίς τον οποίο δεν νοείται καν η κατάθεσή του ως μαρτυρική και χωρίς την νομοτυπική πρόβλεψη του οποίου δεν νοείται καν όρκος. Ο όρκος του ΠτΔ είναι ρυθμισμένη εθιμοτυπία και όχι νομική διαδικαστική προϋπόθεση. 
Σε αυτό το συμπέρασμα συντείνει το γεγονός ότι τα προσόντα για την εκλογή του ΠτΔ ορίζονται περιοριστικά στο άρθρο 31 του Συντάγματος, το οποίο αναφέρει ότι Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να εκλεγεί όποιος:
α) είναι Έλληνας πολίτης πριν από πέντε τουλάχιστον έτη,
β) έχει από πατέρα ή μητέρα ελληνική καταγωγή,
γ) έχει συμπληρώσει το 40ο έτος της ηλικίας και
δ) έχει τη νόμιμη ικανότητα του εκλέγειν.
Δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη για το θρήσκευμα, το οποίο σημαίνει ότι το Σύνταγμα δεν θέτει ως προϋπόθεση να ανήκει ο ΠτΔ σε συγκεκριμένο θρήσκευμα. Εδώ δέχεται και το ενδεχόμενο ο ΠτΔ να ΜΗΝ ήταν έλληνας πολίτης πριν από έξι (6) χρόνια! Επίσης, παρόλο που χρησιμοποιείται αρσενικό γένος, πάλι ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΑ, δεν υπάρχει καμία συνταγματική απαγόρευση για την εκλογή γυναίκας στην θέση του ΠτΔ.
Επομένως, το Σύνταγμα θεωρεί απλά ως πιθανό ο ΠτΔ να είναι Χριστιανός Ορθόδοξος, κάτι που αποτελεί ένα ισχυρό ενδεχόμενο, οπότε προβλέπει και τον αντίστοιχο τύπο του όρκου, χωρίς όμως να απαγορεύει να μην είναι και χωρίς να απαγορεύει το Σύνταγμα να δώσει ο ΠτΔ μια διαφορετική καθομολόγηση εφόσον το επιθυμεί, αφού η διάταξη δεν είναι ούτε επιτακτική, ούτε αποκλειστική, ούτε απαγορευτική αλλά εθιμοτυπικής, πανηγυρικής, διακηρυκτικής και, σε τελευταία ανάλυση, ενδεικτικής φύσεως.
Σε αντίθεση εξάλλου με άλλα πολιτεύματα, όπου ο αρχηγός του κράτους έχει και θρησκευτικά καθήκοντα (π.χ. η βασίλισσα της Αγγλίας είναι Defender of the Faith), στην Ελληνική Δημοκρατία ο ΠτΔ δεν έχει καμία απολύτως νομική σύνδεση με την επικρατούσα θρησκεία, πέραν βέβαια του ότι η δημόσια υπηρεσία της οποίας προϊσταται, η Προεδρία της Δημοκρατίας, οφείλει να τηρεί τις κατά νόμον επίσημες θρησκευτικές αργίες (τις οποίες βέβαια οι προηγούμενοι ΠτΔ συνήθως δεν τηρούσαν, αφού "δούλευαν" και στις αργίες, παριστάμενοι σε θρησκευτικές εκδηλώσεις κτλ). 
Αυτό σημαίνει ότι αν η κ. Σακελλαροπούλου ορκιστεί με πολιτικό ορκο, αυτό δεν θα έχει καμία έννομη συνέπεια στην ανάληψη των καθηκόντων της ως ΠτΔ, αλλά θα αποτελεί αυτονόητη ενάσκηση ατομικού δικαιώματος που δεν προσκρούει σε καμία συνταγματική απαγόρευση, αντίθετα γνωρίζει ευρύτατα θεμελιωμένη συνταγματική έδραση σε σειρά συνταγματικών κανόνων, ευθέως και a contrario εφαρμοζομένων.
Η αναθεώρηση του άρθρου 33 παρ. 2 δεν θα ήταν κακή ιδέα για λόγους συνταγματικής συμπεριληπτικότητας. Δεν είναι όμως μια νομική προϋπόθεση για την συνταγματική νομιμότητα ενός πολιτικού όρκου από τον ΠτΔ.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 20, 2020

Παραβιάζοντας τον GDPR: ο ΑΦΜ ως αριθμός ταυτότητας

Η κυβερνητική αυτοπεποίθηση ότι τα νομικά προβλήματα που μπορούν να προκύψουν από την μετατροπή του Αριθμού Φορολογικού Μητρώου σε ενιαίο αναγνωριστικό αριθμό ταυτότητας  μπορούν να λυθούν νομοθετικά προσκρούουν στις ίδιες τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων της Ε.Ε. Στο άρθρο 87 του ΓΚΠΔ ("Επεξεργασία του εθνικού αριθμού ταυτότητας") ορίζεται ότι τα κράτη μπορούν βέβαια να καθορίζουν "περαιτέρω" τις "ειδικές προϋποθέσεις" για την επεξεργασία εθνικού αριθμού ταυτότητας ή οποιοδήποτε άλλο αναγνωριστικό στοιχείο ταυτότητας γενικής εφαρμογής, θέτοντας όμως ένα πολύ συγκεκριμένο εγγυητικό πλαίσιο. Το πλαίσιο αυτό είναι οι "δέουσες εγγυήσεις για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων, δυνάμει του παρόντος κανονισμού". Όριο λοιπόν είναι ο ίδιος ο GDPR, τον οποίο το Κράτος οφείλει να εφαρμόσει απαρέγκλιτα, καθώς δεν δύναται να τον τροποποιήσει με την εθνική του νομοθεσία - και ευτυχώς!

Ο κανόνας της προστασίας δεδομένων που θίγεται εδώ είναι ο δεσμευτικά καθορισμένος σκοπός της επεξεργασίας δεδομένων: δεν μπορείς ένα στοιχείο που έχει παραχθεί για μια συγκεκριμένη αποστολή να το χρησιμοποιείς σε μεταγενέστερο χρόνο για σκοπό ασύμβατο προς αυτόν για τον οποίο έχει δημιουργηθεί. Η έκδοση Αριθμού Φορολογικού Μητρώου ηεισήχθη ως υποχρέωση κάθε φυσικού προσώπου που φορολογείται στην Ελλάδα, με νόμο του 1997 για τους σκοπούς της φορολογικής διοίκησης. Άρα, η χρήση του για οποιονδήποτε εξωφορολογικό λόγο ειναι ασύμβατη με τον αρχικό σκοπό επεξεργασίας και συνεπώς τίθεται σοβαρότατο ζήτημα παραβίασης του άρθρο 5 παρ. 1 (β) του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων.

Πέρα όμως από το ζήτημα επί της αρχής υπάρχει και ένα σοβαρό ζήτημα διακινδύνευσης. Ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου ήδη έχει εγκατασταθεί ως κλειδί εισόδου σε μια μεγάλη σειρά συναλλαγών με την φορολογική διοίκηση, κατά τρόπον ώστε η περαιτέρω διεύρυνση της χρήσης και της αναφοράς του καθιστά εξαιρετικά επίνδυνη την εφαρμοή του. Αν κάποιος κακόβουλος γνωρίζει τον Α.Φ.Μ. σας, χωρίς κανένα άλλο στοιχείο μπορεί να εκδώσει σε βάρος σας παράβολο Δημοσίου μέσω της σχετικής εφαρμογής διαδικτυακά και να σας καταστήσει υπεροφειλέτη του Δημοσίου. Εάν η χρήση του Α.Φ.Μ. γενικευθεί μέσω του δελτίου ταυτότητας, με αυτόν τον αριθμό θα ανοίγουν πολλές πόρτες, άσχετες με την φορολογική δραστηριότητα και έτσι η διοίκηση, αλλά ακόμη χειρότερα, ιδιώτες θα αποκτήσουν πρόσβαση σε δυσανάλογο όγκο δεδομένων. Δεν νοείται με τον Α.Φ.Μ. ένας ιδιωτικός υπάλληλος που εκδίδει ένα τιμολόγιο αντί να βλέπει μόνο τα φορολογικά δεδομένα να μπορεί να υπεισέρχεται για παράδειγμα σε πληροφορίες που σχετίζονται με την ασφάλιση υγείας του ατόμου και στη συνέχεια χρησιμοποιώντας την εν λόγω πρόσβαση να επεξεργάζεται τα δεδομένα για να προωθήσει άμεσα νέα ασφαλιστικά προγράμματα, ενώ ο ενδιαφερόμενος απλώς προσήλθε σε ένα εμπορικό κατάστημα για να προμηθευτεί μια ηλεκτρική συσκευή.

Ο παλαιότερος Ν.2472/1997 που ίσχυε μέχρι φέτος τον Αύγουστο όριζε ότι η διασύνδεση αρχείων που γίνεται με χρήση ενιαίου κωδικού αριθμού προϋποθέτει άδεια της Αρχής Προστασίας Δεδομένων. Το ίδιο και για τις περιπτώσεις που τα διασυνδεόμενα αρχεία περιλάμβαναν κατηγορίες ευαίσθητων δεδομένων π.χ. υγείας. Η διοίκηση πολύ συχνά θέλει να αξιοποιήσει την διαλειτουργικότητα για να κάνει τη δουλειά της, χωρίς να σέβεται πάντοτε την αρχή της αναλογικότητας και τα δικαιώματα των πολιτών. Χαρακτηριστική περίπτωση ήταν το αίτημα πρόσβασης των υπηρεσιών έκδοσης αδειών οδήγησης με τα αρχεία των ψυχιατρικών ιδρυμάτων για να βρουν μήπως κάποιος υποψήφιος οδηγός είχε νοσηλευτεί, λες και η νοσηλεία αυτή είχε οποιαδήποτε σχέση από μόνη της με την οδηγική ικανότητα. Σε εκείνη την περίπτωση η Αρχή απαγόρευσε την διασύνδεση, ορθώς. Αν τώρα ο ενιαίος αριθμός ταυτότητας αποτελεί κλειδί για πρόσβαση σε τέτοιες πληροφορίες, θα είναι πολύ αργά εφόσον το μέτρο έχει ήδη εφαρμοστεί τεχνικά.  Άλλωστε ήδη το νέο θεσμικό πλαίσιο επιβάλλει την ελαχιστοποίηση της πρόσβασης κι όχι την υπερδιεύρυνσή της: η αρχή περί προστασίας δεδομένων εξ ορισμού και από τον σχεδιασμό (by default and by design) είναι διακριτός και αυτοτελής νομικός κανόνας πλέον και αυτό δεν μπορεί να αλλάξει με μόνη την διαφορετική ρύθμιση της εθνικής νομοθεσίας. 

Όλα αυτά για να είναι νόμιμα προϋοθέτουν όχι απλώς συμμόρφωση των πάντων, ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, με τον ΓΚΠΔ για να αποτραπούν περιπτώσεις παραβιάσεων. Δεν νοούνται τέτοιοι σχεδιασμοί χωρίς προηγούμενη διενέργεια εκτίμησης αντικτύπου όπως επιβάλλει το άρθρο 35 του ΓΚΠΔ για τις επεξεργασίες δεδομένων που ενέχουν ιδιαίτερους κινδύνους για τα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες. Κάθε υπεύθυνη υπουργική εξαγγελία θα πρέπει να συνοδεύεται από την μνεία για την ύπαρξη αντίστοιχης εκτίμησης αντικτύπου. Διότι ο GDPR είναι κουλτούρα, δεν είναι απλώς τήρηση διατάξεων.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 16, 2020

Ιδιωτικά πανεπιστήμια χωρίς αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος

Η ματαίωση της τελευταίας απόπειρας αναθεώρησης του άρθρου 16 που επιβάλλει τον δημόσιο χαρακτήρα της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης μεταθέτει στις καλένδες την νομική δυνατότητα ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων, αφού μεταξύ δύο αναθεωρήσεων μεσολαβούν υποχρεωτικά πολλά χρόνια.
Είναι όμως όντως τόσο άκαμπτο το Σύνταγμα; Επιβάλλει με τόσο απερίφραστο τρόπο την απαγόρευση ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων;
Στο άρθρο 16 παρ. 5 αναφέρεται: "Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση." Δηλαδή το Σύνταγμα επιβάλλει την αποκλειστικότητα στην νομική μορφή, το νομικό κέλυφος των ιδρυμάτων. Δεν μπορούν να είναι νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, αυτό είναι όλο.
Πιο κάτω, η ίδια παράγραφος λέει "Τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους". 
Η κρατική εποπτεία δεν σημαίνει και αποκλειστικά κρατική ιδιοκτησία, όπως μας δίδαξε το προηγούμενο του αντίστοιχου "άμεσου ελέγχου του Κράτους" επί της ραδιοτηλεόρασης που προβλέπεται στο άρθρο 15 του Συντάγματος. Κάποτε, στην δεκαετία του 1980, οι συνταγματολόγοι έλεγαν ότι ο όρος "άμεσος έλεγχος" σήμαινε συνταγματική απαγόρευση των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών. Το θέμα λύθηκα με την ίδρυση του ΕΣΡ που ασκεί τον άμεσο έλεγχο κι επομένως μπορείς εκτός από την ΕΡΤ να έχεις και ιδιωτική ραδιοτηλεόραση με άμεσο κρατικό έλεγχο. Έλεγχος και εποπτεία είναι όροι διακριτοί από την ιδιοκτησία και τον επιχειρημαστικό κίνδυνο.
Άλλωστε, τα πανεπιστημιακά ιδρύματα έχουν, κατά την διατύπωση του Συντάγματος "δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά" από το Κράτος. Δικαίωμα λοιπόν, όχι υποχρέωση! Αν δεν επιθυμούν να ασκήσουν αυτό το δικαίωμα, μπορούν να ενισχύονται οικονομικά και από ιδιώτες. Μπορούν να ελέγχονται οικονομικά από ιδιώτες. Να ανήκουν επιχειρηματικά σε ιδιώτες.
Άρα, η μόνη σκληρή ρύθμιση του άρθρου 16 του Συντάγματος αφορά την νομοτυπική μορφή των πανεπιστημίων ως "ν.π.δ.δ.". Κάτι το οποίο μπορεί να ξεπεραστεί με έναν νόμο που θα ορίζει το απλούστατο: ότι ο ιδιώτης που θέλει να ιδρύσει ένα πανεπιστήμιο μπορεί να υποβάλει μια αίτηση προς το κράτος (με διάφορα αυστηρά ακαδημαϊκά κριτήρια), ώστε το κράτος στη συνέχεια να ιδρύει το ν.π.δ.δ. που θα χρηματοδοτεί αποκλειστικά ο ιδιώτης και στη συνέχεια όλα τα υπόλοιπα θα γίνονται κατά το άρθρο 16 του Συντάγματος: αυτοδιοίκητο, οργανισμός, λειτουργία σύμφωνα με τον νόμο.
Δεν είναι παράλογο να ιδρύσει το κράτος το νομικό κέλυφος: αυτό ισχύει εξάλλου και για την σύσταση ιδρύματος, ενός ν.π.ι.δ. που ιδρύεται με πολιτειακή πράξη δηλαδή με προεδρικό διάταγμα παρόλο που είναι 100% ιδιωτικό. 
Αν θέλει ο νομοθέτης μπορεί με αυτόν τον τρόπο να επανανοηματοδοτήσει τόσο την έννοια του ν.π.δ.δ., όσο και την έννοια της κρατικής εποπτείας και του "δικαιώματος" χρηματοδότησης των ΑΕΙ από το κράτος, απαγκιστρώνοντάς το μέλλον της ανώτατης εκπαίδευσης από την μη αναθεωρήσιμη διάταξη του πελατειακού άρθρου 16.

Σάββατο, Ιανουαρίου 11, 2020

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν είναι διακοσμητικός

Θεωρώ ακραία ανιστόρητο τον αφορισμό "διακοσμητικός" για τον θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ο θεσμός του ρυθμιστή του πολιτεύματος είναι ατόφιο γέννημα της εγκαθίδρυσης της αρχής της δεδηλωμένης. Η αρχή αυτή ενταφιάζει την προνομία του μονάρχη να διαλύει την Βουλή, δηλαδή να διορίζει την κυβέρνηση που ο ίδιος επιθυμεί, ανεξάρτητα από την λαϊκή βούληση. 
Φαίνεται ότι ακόμη και σήμερα δεν έχει γίνει αντιληπτό ότι η κακοδαιμονία της εμπλοκής του ανώτατου άρχοντα στην διαχείριση της πολιτικής ύλης ήταν εκείνη που καθιστούσε διακοσμητική την συμμετοχή των εκλογέων στην διαμόρφωση της κυβέρνησης. Η παλιά συνταγματική διάταξη που όριζε ότι "ο βασιλεύς διορίζει και παύει τους υπουργούς αυτού", ανεξάρτητα από την λαϊκή ετυμηγορία και την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, τερματίστηκε αρχικά με μεταβολή του νοήματος του συντάγματος χωρίς καν αυτό να αναθεωρηθεί. Οι παραβιάσεις όμως αυτής της αρχής ήταν τελικά που κόστισαν στον μονάρχη και το στέμμα του, την τελευταία φορά που ήθελε να εμπλακεί στην διαμόρφωση της σύνθεσης της κυβέρνησης.
Αυτό που κάποτε ονομάστηκε "υπερεξουσίες" του ΠτΔ ήταν οι τελευταίες επιβιώσεις τέτοιων διατάξεων περί παρέμβασης στην πολιτική ζωή, όπως η διάλυση της Βουλής όχι λόγω απώλειας της δεδηλωμένης αλλά "δυσαρμονίας προς την λαϊκή βούληση", δηλαδή μια προσωπική ερμηνεία του προέδρου για το τι θέλει ο λαός! Στο κοινοβουλευτικό πολίτευμα όμως, το τι θέλει και κυρίως το τι δεν θέλει ο λαός είναι αντικείμενο ενδοκοινοβουλευτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στην πλειοψηφία και στην αντιπολίτευση. Δεν είναι αντιπαράθεση ηγετών πίσω από κλειστές πόρτες. Ο κοινοβουλευτικός διάλογος είναι η κορωνίδα του πολιτεύματος ακριβώς επειδή ως θεμελιώδες συστατικό του είναι ο δημόσιος χαρακτήρας του. 
Στην εποχή μας, παρεμβάσεις του ΠτΔ στην σύνθεση της Κυβέρνησης είναι φυσικά αδιανόητες και αυτό που θεωρείται "παρέμβαση" είναι τα διάφορα "ηχηρά μηνύματα" και οι δημόσιες δηλώσεις των προέδρων της δημοκρατίας που επιχειρούν να διαδραματίσουν ένα ενωτικό ρόλο εκεί που δεν υπάρχει τέτοια ανάγκη στην πραγματικότητα. Υπάρχουν κράτη στα οποία όντως ο αρχηγός του κράτους είναι ο μόνος κοινός θεσμός για όλους τους πολίτες, όπως συμβαίνει για χώρες με πολλά κοινοβούλια, πολλούς πρωθυπουργούς κτλ. Στην Ελλάδα όμως; Έχουμε προβλήματα εθνικής ενότητας; Πραγματικά, δεν το νομίζω.
Ο ρόλος του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν είναι διακοσμητικός, ούτε συμβολικός, ενωτικός, εθνεγερτικός ή εθνικοαπελευθερωτικός. Είναι εγγυητικός. Αυτό το στοιχείο στο οποίο πρέπει να εστιάσουν όσοι θα αποφασίσουν για το πρόσωπο.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 02, 2020

Επιστροφή προστίμου ανυποταξίας λόγω αντισυνταγματικότητας νόμου

Με απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά που χειρίστηκε το γραφείο μας, το Δημόσιο υποχρεώθηκε να επιστρέψει σε πολίτη που είχε καταβάλει το ήμισυ του προστίμου ανυποταξίας, κηρύσσοντας αντίθετη στην συνταγματική αρχή της ισότητας την σιωπή τουνόμου για το θέμα αυτό.

Συγκεκριμένα, με την απόφαση Α6472/2019, το Δικαστήριο έκρινε ότι "η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 12 του ν. 4361/2016, κατά το μέρος που προβλέπει τη διαγραφή του προστίμου της παρ. 5 του άρθρου 51 του ν. 3421/2005 μόνο για τους ανυπότακτους που δεν το είχαν καταβάλει στο σύνολό του κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του νόμου αυτού, χωρίς, παράλληλα, να προβλέπει τη διαγραφή, και, κατά συνέπεια, την επιστροφή, του συνόλου του προστίμου ή του μέρους που καταβλήθηκε, σε αυτούς που το κατέβαλαν πριν από το ανωτέρω χρονικό σημείο, αντίκειται στην αρχή της ισότητας. Τούτο διότι, με την επίμαχη ρύθμιση διαγράφεται το ανωτέρω πρόστιμο εξ ολοκλήρου μόνο για όσους ανυπότακτους δεν το είχαν καταβάλει ή δεν το είχαν αποπληρώσει ολόκληρο, ενώ για τους λοιπούς ανυπότακτους, που, αν και τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες, όπως προαναφέρθηκε, έτυχε να αποπληρώσουν μέρος ή το σύνολο του ανωτέρω προστίμου, αυτό διαγράφεται μόνο κατά το μη αποπληρωθέν μέρος ή δεν διαγράφεται καθόλου, αντίστοιχα. Η ρύθμιση αυτή που εξαρτά τη διαγραφή του προστίμου από το τυχαίο και συμπτωματικό γεγονός της αποπληρωμής του συνόλου ή μέρους αυτού δεν τεκμηριώνεται από λόγους πρόδηλου δημόσιου συμφέροντος, που να προκύπτουν από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισης του ν. 4361/2016. Το ανωτέρω δε συμπέρασμα ενισχύεται και από τα αναφερόμενα στην προαναφερθείσα με αριθμ. Δ.ΕΙΣΠΡ.Α 1089258 ΕΞ 2016/13.6.2016 εγκύκλιο της Γενικής Φορολογικής Διοίκησης του Υπουργείου Οικονομικών προς όλες τις Δ.Ο.Υ., με την οποία ορίζεται ρητά ότι εφόσον οι σχετικές ακυρωτικές αποφάσεις των Στρατολογικών Υπηρεσιών, εκδόθηκαν κατά τις διατάξεις του ν. 3421/2005 και της Κ.Υ.Α. Φ.429.1/17/281810/4.3.2011 διαγράφεται το σύνολο του επιβληθέντος προστίμου στον ανύποτακτο και επιστρέφεται είτε το συνολικό ποσό είτε το καταβληθέν μέρος αντίστοιχα, εάν όμως οι ακυρωτικές αποφάσεις των Στρατολογικών Υπηρεσιών εκδόθηκαν κατά τις διατάξεις του νέου νόμου 3461/2016 διαγράφεται το ποσόν χρηματικού προστίμου, το οποίο υπάρχει βεβαιωμένο και ανείσπρακτο την 31.1.2016, επομένως καταβληθέντα ποσά μέχρι την 31.1.2016 δεν επιστρέφονται. Ενόψει των ανωτέρω, η προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 12 παρ. 3 του ν. 4361/2016, κατά το μέρος που για τους ανυπότακτους που καταλαμβάνει προβλέπει διαγραφή μόνο για όσους από αυτούς δεν έχουν πληρώσει το πρόστιμο, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική (ΔΠΑ 5655, 11580, 13237/2019, 18552, 15093, 6209/2018, ΔΠΘεσ 7771/2018, ΔΠΚοζ 623, 52/2018)."

Ανοίγει έτσι ο δρόμος της δικαστικής διεκδίκησης των χρηματικών ποσών που καταβλήθηκαν βάσει της αντισυνταγματικής διάταξης.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 11, 2019

Τρεις αναφορές κατά δικαστών για υπέρβαση 8μήνου έκδοσης δικαστικής απόφασης

Με ιδιαίτερη λύπη καταθέτω τρεις αναφορές - αιτήσεις στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ. και 194 Κ.Δ.Δ. για ισάριθμες λειτουργούς της Δικαιοσύνης που έχουν υπερβεί τον νόμιμο χρόνο έκδοσης των δικαστικών αποφάσεων.
Ενώ ο νόμος ορίζει ότι οι δικαστές ελέγχονται αν παρέλθουν 8 μήνες από την ημερομηνία της δικασίμου, στις συγκεκριμένες τρεις υποθέσεις στις οποίες είμαι ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγόντων - προσφευγόντων και εκκαλούντων, δυστυχώς οι δικαστικοί λειτουργοί απέτυχαν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.
Η καθυστέρηση για το Πρωτοδικείο Αθηνών συμπληρώνει αύριο τους 12 μήνες απραξίας μετά την συζήτηση της υπόθεσης, ενώ για το Εφετείο Αθηνών έχει υπερβεί τους 9 και για το Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιώς τους 8 μήνες. Με την αναφορά μου ζητώ εκτός από την άσκηση της αρμοδιότητας αφαίρεσης της υπόθεσης και ανάθεσή της σε άλλους δικαστές να ελεγχθούν και πειθαρχικά όσοι ευθύνονται. 
Εφόσον όντως οι πρόεδροι της διοίκησης και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας αντίστοιχα αφαιρέσουν με πράξη τους τις υποθέσεις από τις τρεις δικαστές, θα σημαίνει ότι η ίδια η Δικαιοσύνη έχει εγκρίνει την αναφορά μου για αδικαιολόγητη καθυστέρηση. 
Σε αυτή την περίπτωση, κατά την οποία όντως κριθεί αδικαιολόγητη η καθυστέρηση θα προβώ σε ανακοίνωση των ονοματεπωνύμων των τριών δικαστών μέ κάθε πρόσφορο μέσο, ύστερα βέβαια από προηγούμενη προσωπική ενημέρωσή τους κατά το άρθρο 14 του GDPR προκειμένου να ενημερωθεί το δικηγορικό σώμα, αλλά και το σύνολο της Ελληνικής Κοινωνίας για την αδυναμία τους να αντεπεξέλθουν στις στοιχειώδεις δικαστικές τους υποχρεώσεις και να επικαλούνται το δημοσίευμά μου ως λόγο εξαίρεσής τους εκ των προτέρων ή και εκ των υστέρων όταν διαπιστώνουν ότι έχουν την ατυχία να ανατεθούν οι υποθέσεις τους στις συγκεκριμένες δικαστές. 
Παράλληλα, όταν εκδοθούν οι αποφάσεις εξυπακούεται ότι θα προσφύγουμε εναντίον του Ελληνικού Δημοσμίου για την δίκαιη ικανοποισή μας για την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης (Ν.4239/2014) και εάν δεν είναι ικανοποιητικά τα αποτελέσματα, θα προσφύγουμε και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Καθημερινά παρακολουθούμε μέσω του συστήματος solon.gov.gr την εξέλιξη σε υποθέσεις μας που εκκρεμούν και θα ακολουθήσουμε ακριβώς αυτόν τον τρόπο νόμιμης προστασίας μας από δικαστές που αδυνατούν να ανταποκριθούν στις στοιχειώδεις υποχρεώσεις τους.

Τρίτη, Νοεμβρίου 12, 2019

Το θρήσκευμα προστατεύεται από τον αντιρατσιστικό νόμο

Το άτομο πρέπει να προστατεύεται όταν υφίσταται προσβλητικές επιθέσεις ακόμη και λεκτικές για τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Το ποιες επιθέσεις είναι προσβλητικές και ποιες ανεκτές το ορίζει το δίκαιο και ο νόμος. Δεν είναι πλεονασμός: ο νόμος αδυνατεί να διαρρυθμίσει το συνολικό εύρος της προστασίας του θρησκεύματος από τη μία πλευρά και της ελευθερίας της έκφρασης από την άλλη. Χρειαζόμαστε πιο αφηρημένα κανονιστικά σύνολα όπως το Σύνταγμα για να χαραχτούν οι γραμμές και ακόμη πιο απομακρυσμένους κριτές όπως τα διεθνή δικαστήρια για να είμαστε σίγουροι ότι οι αρχές του δικαίου εφαρμόζονται χωρίς τις εγχώριες διαπλοκές και προκαταλήψεις. 
Η σύγχρονη απάντηση για την προστασία του ατόμου όταν θίγεται για το θρήσκευμα του είναι ο αντιρατσιστικός νόμος: περιορίζει σίγουρα την ελευθερία της έκφρασης, αλλά το πράττει για να προστατευθεί ένας ίσης νομικής βαρύτητας έννομο αγαθό που είναι η θρησκευτική αυτοπραγμάτωση του ατόμου. Η οποία περιλαμβάνει τόσο τις θετικές διατυπώσεις (είμαι Χριστιανός) όσο και τις αρνητικά διατυπωμένες επιλογές επι ίσοις όροις (είμαι αγνωστικιστής). Το θέμα είναι που ακριβώς μπαίνει το όριο της παράνομης προσβολής. Διότι κάποτε επιτρέπονται και νόμιμες προσβολές (πχ στο πλαίσιο της ελευθερίας της τέχνης). Ο ελληνικός αντιρατσιστικός νόμος του 2014 έχει πολύ ψηλά το όριο της παράνομης προσβολής: θέλει όχι απλά να λες κάτι έναντια σε ένα θρήσκευμα αλλά και να παρακινείς σε πράξεις βίας ή μίσους. Αυτή η παρακίνηση δεν πραγματοποιείται μόνο με εκφράσεις προσβλητικές όπως είναι η βλασφημία διότι σε αυτές δεν υπάρχει το στοιχείο της υποκίνησης. Μια δεύτερη μορφή εγκλήματος είναι η κακόβουλη άρνηση ή ο εγκωμιασμός εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας ή γενοκτονίας εφόσον βέβαια αυτή έχει αναγνωριστεί με δικαστική απόφαση «ή απόφαση της Βουλής». Αυτό το «ή απόφαση της Βουλής» που μπήκε για να καλύψει την γενοκτονια των Ποντίων που κανένα δικαστήριο δεν έχει αναγνωρίσει μέχρι στιγμής παρά μόνο η Βουλή και άλλα πολιτικά αντιπροσωπευτικά σώματα ενδεχόμενα, κρίθηκε αντισυνταγματική προσθήκη από την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου που δίκασε την υπόθεση εναντίον του Γερμανού καθηγητή Ρίχτερ. 
Άρα σκέτος ο προσβλητικός λόγος εναντίον του θρησκεύματος του ατόμου δεν τιμωρείται κατά τον ελληνικό αντιρατσιστικό νόμο του 2014, διότι αυτό έκρινε ο νομοθέτης του δηλαδή η κυβέρνηση Σαμαρά. Δεν ήθελε η κυβέρνηση Σαμαρά να τιμωρείται ο προσβλητικός λόγος ήθελε να συντρέχει και το στοιχείο της παρακίνησης σε βία ή σε μίσος, η δημόσια υποκίνηση βίας ή έστω η κακόβουλη άρνηση ή ο εγκωμιασμός εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας. 
Ενώ λοιπόν η Νέα Δημοκρατία είναι εκείνη που δεν θέλει να διώκεται ο απλός προσβλητικός λόγος με τον αντιρατσιστικό νόμο, γιατί είναι υπέρ της ελευθερίας της έκφρασης, σήμερα υποπίπτει σε μια αντινομία. Θέλει να επαναφέρει το μεμονωμένο πλημμέλημα κατά της κακόβουλης βλασφημίας που αποποινικοποιήθηκε με τον νέο Ποινικό Κώδικα, όχι όμως αυθαίρετα αλλά ύστερα από συστάσεις διεθνών οργανισμών. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή Δικαιωμάτων του ΟΗΕ έχει συστήσει στα κράτη μέλη από το 2011 την κατάργηση νόμων που προστατεύουν μεμονωμένα θρησκεύματα και όχι άτομα από τις εις βάρος τους προσβολές για το θρήσκευμα τους, ως αντίθετα στην ελευθερία της έκφρασης. Αντίατοιχες συστάσεις υπάρχουν και από το Συμβούλιο της Ευρώπης. Η ΝΔ επιλέγει να αψηφήσει αυτή τη σύσταση εκθέτοντας την χώρα στον κίνδυνο νέων κατάδικων από διεθνή δικαιοδοτικά όργανα. 
Η λύση κατά τη γνώμη μου θα ήταν πολύ απλή ώστε αφενός η ποινική νομοθεσία να ανταποκρίνεται στον ρόλο της για προστασία των ατόμων ως προς τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις αλλά και να συμμορφωθούμε στις συστάσεις των διεθνών οργανισμών: να αφαιρεθεί η παρακίνηση από τον αντιρατσιστικό και να επανέλθουμε στην αρχική μορφή του ν.927/1979 που ποινικοποιούσε την κοινή προσβολή του ατόμου για το θρήσκευμα του. Το θεωρώ πολύ έντιμο και συνεπές και με την ελευθερία της έκφρασης και θα ανταποκρίνεται και στην επιθυμία της κοινής γνώμης για ευσέβεια και αποφυγή προσβλητικών ακροτήτων για το θρήσκευμα.

Πολιτικός όρκος για την Πρόεδρο της Δημοκρατίας

Διαφωνώ με την νομική άποψη ότι ο χριστιανικός όρκος του Προέδρου της Δημοκρατίας που αναφέρει το Σύνταγμα είναι υποχρεωτικός. Το Σύνταγ...