Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 16, 2019

Ασφαλιστικά μέτρα για τα γλυπτά του Παρθενώνα

Να, λοιπόν, που οι όροι έχουν αντιστραφεί πλήρως. Το βρετανικό επιχείρημα ότι τα γλυπτά του Παρθενώνα που κατέκλεψε με δωροδοκία και πλαστογραφία ο λόρδος Έλγιν βρίσκονται προστατευμένα στο Βρετανικό Μουσείο, ενώ θα κινδύνευαν στην Αθήνα, καταρρέει. Βλέπουμε με θλίψη ότι το Βρετανικό Μουσείο έχει μια σάπια οροφή από την οποία πέφτουν νερά από τις βροχές πάνω στα γλυπτά του Παρθενώνα. Η υπουργός Πολιτισμού κυρία Λίνα Μενδώνη καυτηρίασε με δημόσια δήλωση το θέμα, τονίζοντας ότι: «η κατάσταση, έτσι όπως παρουσιάζεται στις σχετικές φωτογραφίες που σήμερα δημοσιεύθηκαν στον Τύπο, είναι πολύ απογοητευτική για το Βρετανικό Μουσείο και εξαιρετικά προσβλητική έναντι των εκθεμάτων, όταν μάλιστα τα εκθέματα είναι τα γλυπτά του Παρθενώνα». Δεν είναι εξάλλου η πρώτη φορά που τα κλεμμένα γλυπτά τίθενται σε κίνδυνο στο Βρετανικό Μουσείο. Στα 1938-1939 υπάλληλοι του μουσείου είχαν επιδοθεί σε μια επιχείρηση «καθαρισμού» των γλυπτών για να αφαιρέσουν αυτό που θεωρούσαν βρομιά, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για την μελί απόχρωση που αποκτά το μάρμαρο από την πατίνα του χρόνου. Το σκάνδαλο του «καθαρισμού» των γλυπτών καταγγέλθηκε στον Τύπο της εποχής, καθώς οι υπάλληλοι ενέργησαν χωρίς σχετική εντολή και προκάλεσαν ζημιές σε σημαντικά εκθέματα των γλυπτών του Παρθενώνα.
Υπάρχει σοβαρός κίνδυνος για τα γλυπτά, καθώς εδώ και δύο χρόνια κυκλοφορούν φωτογραφίες της σαπισμένης οροφής του Βρετανικού Μουσείου, η οποία δεν έχει αποκατασταθεί. Έχοντας ο ίδιος επισκεφθεί την συλλογή του αρχαιοκάπηλου Έλγιν, διαπίστωσα ότι η θερμοκρασία της αίθουσας ρυθμίζεται από κάτι πεπαλαιωμένα φορητά ανεμιστηράκια, τα οποία είναι βέβαιο ότι δεν ανταποκρίνονται στα πρότυπα της συντήρησης των σημαντικότερων αρχαιοτήτων που εκτίθενται σε μουσείο. Το Μουσείο Ακρόπολης διασφαλίζει απείρως καταλληλότερες συνθήκες έκθεσης και αποκαθιστά την σχέση των γλυπτών με το ίδιο το μνημείο του Παρθενώνα. Συνεπώς, στην Αθήνα τα γλυπτά είναι σαφώς πιο ασφαλή από το Ηνωμένο Βασίλειο. Αν προσθέσουμε σε όλα αυτά και την πολιτική αστάθεια που καταγράφεται στο Η.Β. τα τελευταία έτη και την αβεβαιότητα του καθεστώτος του λόγω του Brexit, έχουμε την εικόνα μιας άκρως επικίνδυνης ζώνης που δεν εγγυάται την προστασία των μοναδικών θησαυρών που παρανόμως διακρατεί.
Η Ελλάδα δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται σε δημόσιες δηλώσεις και στην πολιτική επικοινωνία του θέματος. Η Ελληνική Δημοκρατία έχει την ιστορική υποχρέωση να διασφαλίσει την διατήρηση και συντήρηση των γλυπτών του Παρθενώνα και για τις επόμενες γενιές. Ήρθε λοιπόν η ώρα, με όλα πλέον τα στοιχεία, για την πρώτη δικαστική ενέργεια εις βάρος του Βρετανικού Μουσείου, αλλά και κατά του Ηνωμένου Βασιλείου, όργανο του οποίου είναι το Βρετανικό Μουσείο (κι ας είναι «ανεξάρτητη αρχή»). Η πρώτη αυτή ενέργεια θα πρέπει να είναι μια αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με σκοπό να καταδειχθούν οι κίνδυνοι που διατρέχουν τα γλυπτά στο Βρετανικό Μουσείο και να ζητηθεί η προστασία τους με την τοποθέτησή τους σε ασφαλές μουσειακό περιβάλλον, δηλαδή στο Μουσείο Ακρόπολης. Σε μια τέτοια δικαστική ενέργεια θα αντιπαρατεθούν όλα τα επιχειρήματα και για το θέμα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος, αλλά το αντικείμενο της δίκης θα είναι η απόδειξη του κινδύνου και κυρίως η ανάδειξη του καταλληλότερου ασφαλιστικού μέτρου, δηλαδή η σύγκριση των συνθηκών ασφαλείας που παρέχονται από τα δύο μουσεία, το Βρετανικό και το Ακρόπολης.
Το κατάλληλο δικαστήριο για την συγκεκριμένη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων είναι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο προβλέπει και αυτή την διαδικασία προσωρινής δικαστικής προστασίας. Σύμφωνα με το άρθρο 39 του Κανονισμού του Δικαστηρίου μπορεί να διαταχθεί ασφαλιστικό μέτρο για την προστασία ανθρώπινων δικαιωμάτων που θίγονται. Αυτό έχει γίνει και στις διακρατικές υποθέσεις ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και έλαβε χώρα πέρυσι τον Δεκέμβριο στην υπόθεση Ουκρανίας εναντίον Ρωσίας. Η διακινδύνευση των γλυπτών θίγει τα ανθρώπινα δικαιώματα πρόσβασης στην πολιτισμική πληροφόρηση, η οποία καλύπτεται από το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπως έχει κριθεί από προηγούμενες υποθέσεις.
Ήμουν ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Συλλόγου των Αθηναίων στην προσφυγή εναντίον του Ηνωμένου Βασιλείου για το θέμα της διακράτησης των γλυπτών. Η προσφυγή κηρύχθηκε απαράδεκτη λόγω του ότι θεωρήθηκε ότι ο Σύλλογος δεν έχει έννομο συμφέρον να προσφύγει για το θέμα. Υπονοώντας ότι άλλος θα έπρεπε να είναι ο προσφεύγων: η Ελληνική Δημοκρατία! Το άλλο πρόβλημα που κρίθηκε ότι είχε εκείνη η προσφυγή ήταν ότι η ουσία της διαφοράς σχετιζόταν με γεγονότα που έλαβαν χώρα 150 χρόνια πριν την θέσπιση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Τώρα, όμως, η ουσία της διαφοράς των ασφαλιστικών μέτρων έχει να κάνει με την προστασία των γλυπτών που κινδυνεύουν από σημερινές συνθήκες του Βρετανικού Μουσείου. Επομένως, η Ελληνική Δημοκρατία μπορεί να σοβαρές αξιώσεις να προχωρήσει στο πρώτο δικαστικό βήμα για την προστασία και για την ίδια την διεκδίκηση των γλυπτών του Παρθενώνα. Είναι ένας αγώνας που πρέπει να δοθεί.

[Δημοσιεύθηκε στην ΑΞΙΑ]

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 10, 2019

Επιστολή στον Πρόεδρο της Αρχής Προστασίας Δεδομένων για το μάθημα των θρησκευτικών

Aξιότιμε κ. Πρόεδρε,
Σε σχέση με επιστολή της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων που κυκλοφόρησε στην δημοσιότητα και η οποία επιχειρεί να παρουσιάσει μια παλαιά απόφαση περιφερειακού εφετείου ως δεσμευτικό κανόνα που κατισχύει συνταγματικών διατάξεων, επισημαίνω τα ακόλουθα:
Όπως καλύτερα όλων μας γνωρίζετε, εκ της θητείας Σας στο Συμβούλιο της Επικρατείας, η απόφαση 115/2012 του Διοικητικού Εφετείου δεν είναι γενικώς και αορίστως «δεσμευτική», όπως ανακριβώς διαβάζουμε, αλλά δεσμεύει τα συγκεκριμένα διάδικα μέρη της εκεί υπόθεσης, δηλαδή αφενός τους αιτούντες, εννέα (9) θεολόγους των Χανίων κι αφετέρου τον προϊστάμενο Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Χανίων.
Το δεσμευτικό, μεταξύ των διαδίκων, περιεχόμενο της απόφασης αφορά το διατακτικό της. Δηλαδή το γεγονός ότι με την απόφαση αυτή ακυρώθηκε η παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας του Προϊσταμένου, ήτοι η σιωπηρή άρνησή του να απαντήσει σε ένα γραπτό αίτημα. Τίποτε περισσότερο από αυτό: ένας δημόσιος υπάλληλος έπρεπε να απαντήσει και δεν απάντησε. Αυτή είναι η περίφημη δικαστική απόφαση, την οποία αναφέρει και η απόφαση 660/2018 ΟλΣτΕ που απασχόλησε την Αρχή Σας κατά την συνεδρίασή της.
Σε αυτά τα δύο στοιχεία εξαντλείται, λοιπόν, η δεσμευτικότητα της εν λόγω απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Χανίων. Οι αιτιολογικές σκέψεις της, οι οποίες αφορούσαν την κρίση περί του πραγματικού περιστατικού ότι ήταν πολλοί οι μαθητές στα Χανιά συγκεκριμένα που είχαν λάβει απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών, δεν μπορεί παρά να έχουν την σχετική ισχύ ενός νομικού obiter dictum. Και σε κάθε περίπτωση τα obiter dicta, όπως κι ο πρωτοετής φοιτητής της Νομικής μαθαίνει, δεν αναπτύσσουν erga omnes ισχύ.
Η λογική ότι η κατάχρηση ενός δικαιώματος πρέπει να οδηγήσει στην κατάργηση του δικαιώματος ή στον περιορισμό ενός άλλου δικαιώματος, όπως εν προκειμένω της προστασίας δεδομένων, είναι μια λογική ξένη προς τον νομικό μας πολιτισμό.
Με ιδιαίτερη εκτίμηση,
Βασίλης Σωτηρόπουλος

Υποχρέωση αναγραφής ΑΦΜ σε δικόγραφα

Σε υπόθεση του γραφείου μας, κρίθηκε δικαστικά ότι η μη αναγραφή του Α.Φ.Μ. της εκκαλούσας στο δικόγραφο της έφεσης δεν αποτελεί λόγο απαραδέκτου του δικογράφου, παρά την σχετικη διάταξη του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. 
Συγκεκριμένα, με την απόφαση 4104/2019 το Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι έλλειψη του ΑΦΜ από το δικόγραφο "θα μπορούσε απλώς να επιφέρει την ακυρότητα κάποιας διαδικαστικής πράξης που συνδέεται με αυτή την έλλειψη, εφόσον η εναγομένη εξαιρίας της έλλειψης επικαλείται και αποδεικνύει δικονομική βλάβη (κατ' άρθρο 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ). [...] Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή, δεδομένου του ότι η αναγραφή του ΑΦΜ της εκκαλούσας προκύπτει από το σώμα των εγγράφων προτάσεών της απευθυνόμενων προς το παρόν Δικαστήριο, απορριπτεομένων των αντιθέτων ισχυρισμών της εφεσίβλητης". 
Στην υπόθεση είχαμε υποστηρίξει μεταξύ άλλων και ότι η υποχρέωση αναγραφής του Α.Φ.Μ. στα δικόγραφα αντίκειται σε συνταγματικές διατάξεις, καθώς και σε ενωσιακές διατάξεις για την προστασία προσωπικών δεδομένων, όπως είχε υποστηρίξει και η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής στην σχετική Έκθεσή της επί της ψήφισης τότε του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (2015).

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 06, 2019

H απόφαση για την σημαία στις μαθητικές παρελάσεις

Την σημαία στην μαθητική παρέλαση πρέπει να την σηκώνει ο δημοκρατικά εκλεγμένος εκπρόσωπος των μαθητών. 
Αυτή ή αυτός είναι οι μόνοι με νομιμοποίηση να εκπροσωπήσουν την κοινότητα τους. 
Διότι σε συνθήκες ειρήνης και δημοκρατίας η σημαία δεν είναι ούτε βραβείο, ούτε διάκριση, αλλά σύμβολο κοινότητας και ενότητας. 
Τα υπόλοιπα που καθιστούν την σημαία πιστοποίηση βέλτιστης απόδοσης σε τομείς που βαθμολογούνται, ενώ υπάρχουν άλλες τόσες πτυχές προσωπικότητας που δεν κρίνονται στις εξετάσεις, είναι άσχετα με την ικανότητα του να φέρεις την σημαία. 
Και ως άσχετα, είναι προσωπικά δεδομένα που υποβάλλονται σε παράνομη επεξεργασία ενόψει των σκοπών για τους οποίους έχουν συλλεχθεί. 
Συνεπώς και αυτή η απόφαση θα είναι αντίθετη στον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 03, 2019

H λύση για τα γλυπτά του Παρθενώνα

Το 2014 το Υπουργείο Πολιτισμού ζήτησε από την Βρετανική κυβέρνηση και το βρετανικό μουσείο να προσέλθουν στην εξωδικαστική διαδικασία που πρόσφατα τότε είχε θεσπίσει η UNESCO για την επίλυση αμφισβητήσεων σχετικά με πολιτισμικά αγαθά που βρίσκονται εκτός της χώρας δημιουργίας τους. Κυβέρνηση και μουσείο απάντησαν αρνητικά με μια ανακοίνωση που αποτελούσε άρνηση κάθε δικαιώματος της Ελλάδας επί των γλυπτών.

Εναντίον αυτής της άρνησης προσέφυγε δικαστικά ο Σύλλογος των Αθηναίων στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ήμουν ο δικηγόρος του Συλλόγου σε αυτή την προσφυγή, η οποία βασιζόταν στην νομολογιακή αναγνώριση των πολιτισμικών δικαιωμάτων ως στοιχείου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από παλαιότερες αποφάσεις του ΕΔΔΑ. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η προσφυγή δεν μπορούσε να εξεταστεί στην ουσία της για δυο λόγους. Ο πρώτος λόγος ήταν ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι υπέκρυπτε μια πολύ παλαιότερη διαφορά, την αφαίρεση των γλυπτών 150 χρόνια πριν την θέση σε ισχύ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Υποκειμενική κρίση που, βάσει άλλων αποφάσεων του ίδιου δικαστηρίου είναι μαχητή και αν είχαμε μια κανονική δίκη (όχι μονομερη αρχειοθέτηση) θα μπορούσαμε να την είχαμε αντικρούσει. Ο δεύτερος λόγος ήταν ότι ο Σύλλογος των Αθηναίων δεν είχε έννομο συμφέρον. Υπονοώντας ότι η έχουσα έννομο συμφέρον είναι η Ελληνική Δημοκρατία. Αν αρκούσε ο πρώτος λόγος, δεν θα χρειαζόταν το ΕΔΔΑ να επικαλεστεί και τον δεύτερο λόγο. Ο δεύτερος λοιπόν λόγος αρχειοθέτησης αναγνωρίζει σιωπηρά ότι η Ελλάδα μπορεί να στραφεί εναντίον του Ηνωμένου Βασίλειου με την διαδικασία της διακρατικής προσφυγής. 

Σήμερα, με την ρητή νέα άρνηση του Βρετανικού Κοινοβουλίου έχουμε άλλη μία τέτοια ευκαιρία για δικαστική προσφυγή. Η ΕΣΔΑ δίνει 6μηνη προθεσμία από την τελική κρατική απόφαση που παραβιάζει τα δικαιώματα για προσφυγή στο ευρωπαϊκό δικαστήριο. Επομένως, η Ελληνική Δημοκρατία κέρδισε άλλο ένα 6μηνο για να ασκήσει την διακρατική προσφυγή της, εναντίον του Ηνωμένου Βασίλειου. Υπάρχει λοιπόν μια από εκείνες τις φορές που η Ελλάδα έχει την νομική δυνατότητα να κινήσει την δικαστική διαδικασία για την αναγνώριση της παραβίασης των πολιτιστικών δικαιωμάτων και να δώσει τον σχετικό αγώνα. 

Είναι κατανοητό ότι η απόφαση δεν είναι καθόλου εύκολη. Όμως είναι μια απόφαση που η Ελλάδα δεν μπορεί να αρνείται αιωνίως. Οι διπλωματικές οδοί για το θέμα και η τελετουργική ανακοίνωση του προβλήματος κάθε δυο χρόνια στον ΟΗΕ έχουν δείξει τα όρια τους. Το θέμα πρέπει να τεθεί δικαστικά, με επαγγελματισμό, σοβαρότητα και αίσθηση καθήκοντος. Διαφορετικά θα μεμψιμοιρούμε για πάντα, όχι μόνο ως έθνος αλλά και ως διεθνείς υποστηρικτές του αιτήματος,  ότι δεν γίνεται τίποτε. Ενώ μπορούν να γίνουν πολλά. 

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 02, 2019

Εργοδοσία και προστασία δεδομένων των εργαζομένων

Για πρώτη φορά ο Έλληνας νομοθέτης παρεμβαίνει στο ειδικό ζήτημα της προστασίας προσωπικών δεδομένων στον εργασιακό τομέα, με τον νέο νόμο που προσαρμόζει την ελληνική νομοθεσία στα νέα ευρωπαϊκα πρότυπα (τον GDPR και την Οδηγία 2016/680). Οι τροποποιήσεις που επήλθαν, κυρίως με το άρθρo 27 του νέου νόμου επιβάλλουν την αναθεώρηση «συμμορφώσεων» που έχουν πραγματοποιηθεί στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα, όσον αφορά τα προσωπικά δεδομένα των εργαζομένων. Διότι μέχρι τώρα, οι συμμορφώσεις είχαν λάβει υπόψη μόνο το γενικό πλαίσιο του GDPR, χωρίς να έχουν επέλθει ακόμη οι δεσμευτικές επιλογές του εθνικού δικαίου.
Αρχικά, το άρθρο 27 περιορίζει το εύρος των επεξεργασιών προσωπικών δεδομένων των εργαζομένων που μπορούν να διενεργούν οι εργοδότες. Συγκεκριμένα, αναγνωρίζει ότι νόμιμες είναι μόνο οι επεξεργασίες που είναι αναγκαίες για την σύναψη της σύμβασης εργασίας και την εκτέλεσή της (π.χ. μισθοδοσία, αδειοδοτήσεις κ.τ.λ.), πράγμα που σημαίνει ότι δεν επιτρέπονται πλέον οι επεξεργασίες που βασίζονται σε άλλες νομικές βάσεις, όπως είναι για π.χ. εκείνες που σχετίζονται με ένα «έννομο συμφέρον» του εργοδότη που «υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων» των εργαζομένων, όπως όριζε το άρθρο 5 παρ. 2 (ε) του Ν.2472/1997 (που πλέον καταργήθηκε) καθώς και το νυν άρθρο 6 παρ. 1 (στ) του ΓΚΠΔ. Βάσει του «έννομου συμφέροντος» επιτρέπονταν επεξεργασίες δεδομένων που αφορούσαν την εν μέρει παρακολούθηση και αξιολόγηση των εργαζομένων, πράγμα που τώρα δεν αποτελεί επαρκή νομική βάση. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αναπροσαρμοστούν συμβάσεις εργασίες, ώστε να περιλαμβάνουν τυχόν επεξεργασίες δεδομένων που ως τώρα δεν περιλαμβάνονταν ως συμβατικοί όροι, όπως π.χ. η λειτουργία GPS ή άλλων μορφών παρακολούθησης εργαζομένων. Εκτός, βέβαια, από την λειτουργία των καμερών στον χώρο της εργασίας, για την οποία όμως προβλέπεται στην παρ. 7 του άρθρου 27 ότι δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση της απόδοσης του εργαζομένου, παρά μόνο για λόγους προστασίας προσώπων και αγαθών, δηλαδή για λόγους ασφάλειας. 
Η δεύτερη νομική βάση που επιτρέπει, κατ’ εξαίρεση την επεξεργασία δεδομένων των εργαζομένων, είναι η συγκατάθεσή τους. Κανονικά, η συγκατάθεση του εργαζομένου απαγορεύεται να θεωρηθεί νόμιμη βάση επεξεργασίας δεδομένων από τον εργοδότη, λόγω της ανισότητας ισχύος των μερών: ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων επιβάλλει η συγκατάθεση να είναι μια «ελεύθερη» δήλωση βούλησης και η εργασιακή εξάρτηση νοθεύει σοβαρά τον βαθμό αυτής της ελευθερίας. Ωστόσο, ο νέος νόμος επιτρέπει την συγκατάθεση όταν, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου, η επεξεργασία δεδομένων συνδέεται με ένα πλεονέκτημα υπέρ του εργαζόμενου. Το παράδειγμα που δίνει η αιτιολογική έκθεση είναι η περίπτωση της ομαδικής ασφάλισης υγείας των εργαζομένων που συνάπτονται με ασφαλιστικές εταιρίες: η συγκατάθεση του εργαζομένου προς τον εργοδότη για να δώσει τα στοιχεία στην ασφαλιστική εταιρία, καθώς συνδέεται με πλεονέκτημα υπέρ του εργαζομένου, είναι μια νόμιμη συγκατάθεση. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η συγκατάθεση για την χρήση φωτογραφιών των εργαζομένων σε ένα εσωτερικό δίκτυο (intranet) του οργανισμού ή της επιχείρησης. Ένα τρίτο (αν και οριακά αποδεκτό) παράδειγμα επιτρεπτής συγκατάθεσης είναι η αποδοχή της καταγραφής της κίνησης του εργαζόμενου σε Η/Υ του εργοδότη, όταν πρόκειται για ιδιωτικής φύσεως επικοινωνία.
Στην περίπτωση των ευαίσθητων δεδομένων των εργαζομένων (φυλετική – εθνική καταγωγή, θρησκευτικές – πολιτικές – φιλοσοφικές πεποιθήσεις, δεδομένα υγείας, συνδικαλιστική συμμετοχή, σεξουαλικός προσανατολισμός, ποινικές διώξεις ή καταδίκες) ο νομοθέτης επιτρέπει στους εργοδότες την επεξεργασία και πέραν της σύμβασης εργασίας, αλλά και πέραν της συγκατάθεσης, όταν υπάρχει νομοθετική υποχρέωση ή δικαίωμα για μια τέτοια επεξεργασία (διαβίβαση σε κοινωνικοασφαλιστικούς φορείς ή σε διωκτικές αρχές), εφόσον δεν υπερτερεί το έννομο συμφέρον του εργαζομένου για προστασία των δεδομένων του. Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτό το «άνοιγμα» των βάσεων νόμιμης επεξεργασίας για τα ευαίσθητα δεδομένα μπορεί να σημαίνει ταυτόχρονα και «άνοιγμα» για τα «απλά» δεδομένα, κατά την πάγια ερμηνευτική προσέγγιση της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων που υποστηρίζει ότι αφού επιτρέπεται το μείζον, επιτρέπεται πολύ περισσότερο και το έλασσον. Μια τέτοια προσέγγιση θα υπονόμευε την αυστηρή απαγόρευση άλλων νομικών βάσεων που καθιερώνει ην πρώτη παράγραφος του άρθρου 27. 
Συνολικά, οι διατάξεις επιβάλλουν επανεκτίμηση των διατυπώσεων των συμβάσεων εργασίας, αλλά και επαναπροσδιορισμό των «Πολιτικών Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων» που έχουν καταρτίσει επιχειρήσεις και οργανισμοί του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Σε συνδυασμό μάλιστα με τις νέες διατάξεις για τους Υπεύθυνους Προστασίας Δεδομένων σε δημόσιους φορείς (άρθρα 6-8 του νέου νόμου) είναι ορατή πλέον η ανάγκη επικαιροποίησης της συμμόρφωσης ή και η εξαρχής οργάνωση προγραμμάτων συμμόρφωσης για οργανισμούς που δεν έχουν ακολουθήσει την σχετική διαδικασία.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΑΞΙΑ

Ασφαλιστικά μέτρα για τα γλυπτά του Παρθενώνα

Να, λοιπόν, που οι όροι έχουν αντιστραφεί πλήρως. Το βρετανικό επιχείρημα ότι τα γλυπτά του Παρθενώνα που κατέκλεψε με δωροδοκία και πλαστ...