Κυριακή, Δεκεμβρίου 16, 2012

Απ' όπου κι αν προέρχεται

Η κοινωνική συζήτηση για τα φαινόμενα βίας διεξάγεται με μόνιμο στόχο την  σχετικοποίηση του φαινομένου για την άντληση επιχειρημάτων, αναζητώντας δικαιολογήσεις, προχωρώντας σε συμψηφισμούς, αναζητώντας την ύπαρξη ή μη "μονοπωλίου της βίας", εξετάζοντας τα αίτια (ρατσιστική / κοινωνική ή μη), ανάλογα με την οπτική του εκάστοτε ομιλητή. Η φράση περί καταδίκης της βίας "απ' όπου κι αν προέρχεται" έχει αποτελέσει αντικείμενο τόσο ένθερμης υποστήριξης όσο και ανελέητου χλευασμού. Αν είσαι υπέρ της καταδίκης της βίας "απ' όπου κλπ", υποστηρίζεις την θεωρία των "άκρων", άρα συμψηφίζεις ασύγκριτα φαινόμενα και διαμετρικά αντίθετα κίνητρα. Αν είσαι κατά της καταδίκης της βίας "απ' όπου κλπ",  αναγνωρίζεις μια περίπτωση νόμιμης βίας, αποδεχόμενος την επιλεκτική εφαρμογή του νόμου. Η ιδεοληπτική προσέγγιση του φαινομένου παρορά τις βάσεις αυτής της συζήτησης, η οποία στον πυρήνα της είναι μια συζήτηση για το δίκαιο και την δικαιοσύνη. Και, όπως κάθε τέτοια συζήτηση, για να γίνει ολοκληρωμένα, πρέπει να εκκινεί από τα ισχύοντα.

Υπάρχουν ορισμένες σταθερές, τις οποίες ένας τέτοιος διάλογος δεν μπορεί να παραβλέψει, αν διεκδικεί αξιώσεις πληρότητας και πειθούς. Οι σταθερές αυτές βρίσκονται στον  ποινικό νόμο, ο οποίος, τουλάχιστον για το αδίκημα της σωματικής βλάβης δεν μπορεί ευπρόσωπα να κατηγορηθεί ότι υπηρετεί την εκάστοτε πλειοψηφία ή μειοψηφία, την "αρχουσα" ή τη "νέα" τάξη. Ο νόμος ορίζει ξεκάθαρα ότι η σωματική βλάβη τιμωρείται, ανεξάρτητα από τα κίνητρα κι ανεξάρτητα από τις άλλες ιδιότητες που μπορεί να φέρει ο θύτης ή το θύμα. Αυτά μπορεί να εξεταστούν  σε δεύτερο επίπεδο και μόνο όταν έχει ήδη αποφασιστεί ο παράνομος χαρακτήρας της πράξης. Αν μια πράξη δεν είναι παράνομη, δεν ενδιαφέρει νομικά η ιδιότητα του θύτη ή του θύματος. Μόνο αν κριθεί παράνομη θα διερευνηθούν λόγοι άρσης του αδίκου ή καταλογισμού ή, αντίστροφα, η ιδιότητα των εμπλεκομένων και τα κίνητρα του δράστη, για την επιμέτρηση της ποινής. 

Το κριτήριο για το αν ένα περιστατικό βίας είναι ή όχι καταδικαστέο, "απ' όπου κι αν προέρχεται", είναι η υπαγωγή του ή μη στη σφαίρα του παρανόμου. Ναι, υπάρχουν και λόγοι άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης, κατά περίπτωση, όπως υπάρχει και το στάδιο της διερεύνησης των κινήτρων (ταπεινών, ρατσιστικών κλπ), αλλά και στις δύο περιπτώσεις προηγείται η διερεύνηση  περί παράνομου της πράξης ή μη. Άρα, στο δίπολο νόμιμο/παράνομο μπορεί κανείς να εντοπίσει ένα ψύχραιμο, πολιτικά άχρωμο και αντικειμενικό κριτήρο για το κατά πόσο μια επίθεση στη σωματική ακεραιότητα είναι ή όχι "καταδικαστέα", κρίση που όταν αφορά και τον φερόμενο ως θύτη πρέπει να γίνεται από το αρμόδιο δικαστήριο, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας. 

Είναι κάθε περιστατικό βίας ισοδύναμο με κάθε άλλο περιστατικό βίας; Όχι, βέβαια. Ο ίδιος ο νόμος διαχωρίζει την απλή σωματική βλάβη από την βαριά, την επικίνδυνη, την θανατηφόρα. Προφανώς κάθε διαβάθμιση συνοδεύεται κι από διαφορετική ποινική απαξία, άρα και από διαφορετική εν δυνάμει κύρωση. Επομένως, όντως δεν ειναι συγκρίσιμη μια εξύβριση με μια ένοπλη επίθεση. Δεν παύουν όμως και οι δύο περιπτώσεις να υπάγονται στην γενικότερη κατηγορία "ποινικό αδίκημα".  

Προφανώς υπάρχουν και νόμοι άδικοι, άτεχνοι, μεροληπτικοί κλπ, αλλά όταν η συζήτηση αφορά φαινόμενα, όπως η σωματική βία, που έχουν τύχει αναλυτικής επεξεργασίας από τους νομοθέτες, δικαστές, δικηγόρους και θεωρητικούς διαχρονικά και διατοπικά, η κριτική αυτή δεν μπορεί να είναι πια πειστική, όταν περιορίζεται στην αμφισβήτηση της  εν γένει δημοκρατικής νομιμοποίησης του ισχύοντος δικαίου. Η βία είναι μια πραγματικότητα, σε πολλές και διαφορετικές μορφές της. Υπάρχει και η ρατσιστική βία και η ενδοοικογενειακή βία και η πολιτική βία και η ομοερωτοφοβική βία, αλλά αυτά αφορούν τα κίνητρα, τα αίτια και τις προθέσεις κι όχι τις ίδιες τις πράξεις. Προφανώς και πρέπει να καταπολεμηθούν τα αίτια, ώστε να εξαλειφθούν τα κίνητρα και να μεταβληθούν οι προθέσεις, αλλά αυτό είναι μια διαδικασία που αναφέρεται στο μέλλον και δεν θα μεταβάλλει ποτέ τα δεδομένα δυσμενή αποτελέσματα κάθε βίαιου περιστατικού σε βάρος του εκάστοτε θύματος. 




Σάββατο, Δεκεμβρίου 08, 2012

Διεθνής αναγνώριση για τον Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης του Δήμου Αθηναίων

Ένας θεσμικός διαμεσολαβητής οφείλει διαρκώς να αποδεικνύει την ουσιαστική ανεξαρτησία του. Εγγυήσεις ανεξαρτησίας μπορεί να περιλαμβάνονται στον ιδρυτικό νόμο, στην πράξη όμως η εμπιστοσύνη του κοινού κερδίζεται όταν ο θεσμός αναπτύσσει ειδικό βάρος, το οποίο χτίζεται σε διάρκεια. Ο νόμος παρέχει το τυπικό κέλυφος, τον τίτλο, την διαδικασία ανάδειξης και λογοδοσίας και μερικές αρμοδιότητες, ενώ η ανεξαρτησία είναι, εκτός των άλλων, αντικείμενο πιστοποίησης. Στον κόσμο των θεσμικών διαμεσολαβητών διοίκησης (εθνικών, περιφερειακών, τοπικών, κλπ) μια τέτοια "πιστοποίηση" παρέχεται από το Διεθνές Ινστιτούτο Συνηγόρων του Πολίτη (International Ombudsman Institute). 

To Διεθνές Ινστιτούτο Συνηγόρων του Πολίτη ιδρύθηκε το 1978 και αποτελεί τον μοναδικό φορέα σε διεθνές επίπεδο που συγκεντρώνει ως μέλη του τις αντίστοιχες ανεξάρτητες αρχές, προωθεί την ιδέα του Ombudsman και διοργανώνει δράσεις επιμόρφωσης και ανταλλαγής πληροφοριών για τις βέλτιστες πρακτικές που ακολουθούνται από τους Συνηγόρους του Πολίτη σε όλο τον κόσμο, σε όλα τα επίπεδα δικαιοδοσίας. Η δομή του αποτελείται από μια Εκτελεστική Επιτροπή (πρόεδρος, αντιπρόεδρος, ταμίας, γενικός γραμματέας) και ένα διοικητικό συμβούλιο με 6 τμήματα, ένα για κάθε ήπειρο, στα οποία ηγείται ένας περιφερειακός αντιπρόεδρος.  Σύμφωνα με το καταστατικό του, το Ινστιτούτο εγγράφει πέντε διαφορετικές τάξεις μελών: θεσμικά μέλη, συνεργαζόμενα μέλη, επίτιμα μέλη, ατομικά μέλη, βιβλιοθήκες. Ως θεσμικά μέλη αναγνωρίζονται μόνο οι διαμεσολαβητές που πληρούν τα κριτήρια ανεξαρτησίας και δυνατότητας αποτελεσματικής παρέμβασης που καταγράφονται στο καταστατικό του Διεθνούς Ινστιτούτου.

Ο Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης είναι ένας θεσμικός διαμεσολαβητής που λειτουργεί σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης. Προβλέπεται από το πρόγραμμα "Καλλικράτης" (Ν.3852/2010) και η λειτουργία του διέπεται από ελάχιστες διατάξεις που συμπυκνώνουν την δομή ενός κλασικού Συνηγόρου του Πολίτη, σε επίπεδο Δήμου. Ταυτόχρονα, δεν πρόκειται για έναν συνταγματικά κατοχυρωμένο θεσμό, όπως οι κεντρικές πέντε ανεξάρτητες αρχές, γεγονός που σημαίνει ότι με μια απλή διάταξη νόμου ο Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης θα μπορούσε να καταργηθεί, αποστερώντας στους πολίτες τα δικαιώματα που μπορούν να ασκήσουν με τη διαμεσολαβητική του παρέμβαση. Μια τέτοια επιθετική κίνηση από τον κοινό νομοθέτη σημειώθηκε τον περασμένο μήνα, όταν με μια διάταξη του Ν.4093/2012 η αντιμισθία του Συμπαραστάτη μειώθηκε κατά 50%. Προκειμένου να ενισχυθεί το κύρος και να πιστοποιηθεί η ανεξαρτησία του θεσμού, ως Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης του Δήμου Αθηναίων υπέβαλα στις 7 Οκτωβρίου 2012 μια αίτηση στο Διεθνές Ινστιτούτο Διαμεσολαβητών, ώστε ο θεσμός να αναγνωριστεί ως θεσμικό μέλος. Θα περιγράψω την σχετική διαδικασία, ώστε να ενημερωθεί όποιος ενδιαφέρεται, κυρίως οι  Συμπαραστάτες του Δημότη και της Επιχείρησης που μπορεί να επιθυμούν να ζητήσουν την σχετική διεθνή πιστοποίηση. 

Αρχικά, στείλαμε μια επιστολή εκδήλωσης ενδιαφέροντος, ακολουθώντας τα βήματα που περιέχονται στην ιστοσελίδα του Διεθνούς Ινστιτούτου. Το Ινστιτούτο εγγράφει ως θεσμικά μέλη και τοπικούς Συνηγόρους του Πολίτη (local ombudspersons), εφόσον πληρούν τα σχετικά κριτήρια του καταστατικού του. Έτσι, στις 9 Οκτωβρίου λάβαμε μια επιστολή από το Ινστιτούτο, στην οποία μας ζητήθηκε να συμπληρώσουμε ένα εκτενές ερωτηματολόγιο και να αποστείλουμε το νομικό πλαίσιο της λειτουργίας του θεσμού.

Στις 15 Οκτωβρίου στείλαμε συμπληρωμένο το 17σέλιδο ερωτηματολόγιο, μαζί με την μετάφραση των κρίσιμων άρθρων του "Καλλικράτη" και του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων στα αγγλικά, καθώς κι ένα αντίγραφο του ΦΕΚ του "Καλλικράτη". Στο ερωτηματολόγιο, εκτός από τα τυπικά στοιχεία της έδρας, επωνυμίας κτλ, περιέχονται εξαντλητικες  ερωτήσεις που αφορούν τα στοιχεία ανεξαρτησίας αλλά και αποτελεσματικής λειτουργίας του θεσμού καθώς και της σχέσης τους με την κοινωνία των πολιτών και άλλους θεσμούς. Κατα τη διερεύνηση του θεσμικού πλαισίου, το Ινστιτούτο ερωτά πρώτα για την τυχόν συνταγματική κατοχύρωση του θεσμού. Ο ΣτΔΕ δεν προβλέπεται βέβαια συνταγματικά, αλλά το άρθρο 102 του Συντάγματος περιλαμβάνει ορισμένες σαφείς διατάξεις για την αυτοτέλεια των αυτοδιοικητικών αρχών και το τεκμήριο αρμοδιότητάς τους για τις τοπικές υποθέσεις. Το Ινστιτούτο ενδιαφέρεται και για την ιδρυτική νομική διάταξη, οπότε παραπέμψαμε σε μετάφραση του σχετικού άρθρου 77 του "Καλλικράτη" σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα άρθρα που έχουν άμεση ή έμμεση ρύθμιση για τον θεσμό. 

Ως προς τον καθαυτό έλεγχο της ανεξαρτησίας, το Διεθνές Ινστιτούτο εξετάζει τους όρους και προϋποθέσεις εκλογής του προσώπου που στελεχώνει τον θεσμό, καθώς και τις εγγυήσεις που διασφαλίζουν την ανεξαρτησία του σε διοικητικό, οικονομικό και πολιτικό επίπεδο. Σε αυτό το πεδίο, απαντήσαμε με βάση τις τέσσερις νομικές εγγυήσεις για την ανεξαρτησία του Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης: εκλογή και παύση μόνο με αυξημένη πλειοψηφία των 2/3 του δημοτικού συμβουλίου, έλλειψη διοικητικής εποπτείας και ιεραρχικού ελέγχου, απεριόριστη ελευθερία γνώμης κατά συνείδηση και κώλυμα εκλογιμότητας σε πολιτική θέση στον Δήμο της αρμοδιότητάς του. Το Ινστιτούτο εστιάζει στην τυχόν υποχρέωση λογοδοσίας σε όργανο άμεσα εκλεγμένο από τους πολίτες, οπότε η σχετική απαντηση μας αφορούσε την υποχρέωση υποβολής ετήσιας έκθεσης στο δημοτικό συμβούλιο. Το Ινστιτούτο εξετάζει επίσης εάν υφίσταται κρατικό όργανο, αρμόδιο να απευθύνει εντολές προς τον Συμπαραστάτη, ερώτηση με αρνητική φυσικά απάντηση. Ένα πιο σύνθετο ζήτημα ελέγχου είναι η δημοσιονομική αυτοτέλεια του θεσμού, η οποία σε επίπεδο Συμπαραστάτη περιορίζεται αναγκαστικά στην ύπαρξη αντιμισθίας και την πρακτική της εισήγησης ενός προϋπολογισμού, διαδικασία η οποία όμως δεν προβλέπεται από το θεσμικό πλαίσιο και βασίζεται σε κανόνες διοικητικής πρακτικής. Το Ινστιτούτο ενδιαφέρεται επίσης για τον τρόπο στελέχωσης του Γραφείου του θεσμού (γραμματειακή αυτοτέλεια), αναζητώντας πληροφορίες για το κατά πόσον ο Συμπαραστάτης επιλέγει ο ίδιος τους υπαλλήλους ή εάν τα πρόσωπα αυτά επιβάλλονται από άλλους φορείς. Στην προκειμένη περίπτωση, η στελέχωση έγινε από εργαζόμενους του Δήμου Αθηναίων οι οποίοι επελέγησαν κατόπιν υποβολής αιτήματος και μετακινήθηκαν στη διοικητική μονάδα "Γραφείο Συμπαραστάτη του Δημότη" που προβλέπεται από τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του Δήμου. Επομένως και ως προς αυτό το στοιχείο υπάρχει διασφάλιση της ανεξαρτησίας, στοιχείο που θα εξέλιπε εάν οι εργαζόμενοι ήταν υποχρεωμένοι να ασκούν και άλλα καθήκοντα όπως αν είχαν παραμείνει εξαρτώμενοι από τις διευθύνσεις από τις οποίες προέρχονται. Προκειμένου να γίνει σαφής η διοικητική ανεξαρτησία της δομής του Γραφείου Συμπαραστάτη, το Ινστιτούτο ζήτησε κι ένα οργανόγραμμα που παρουσιάζει τα καθήκοντα των εργαζομένων σε αυτό. 

Ως προς τον έλεγχο της αποτελεσματικής λειτουργίας του Συμπαραστάτη, το Ινστιτούτο ενδιαφέρθηκε για τις συγκεκριμένες αρμοδιότητες και το πεδίο εφαρμογής τους. Ο Συμπαραστάτης δέχεται καταγγελίες άμεσα θιγόμενων πολιτών και επιχειρήσεων για κακοδιοίκηση από υπηρεσίες, νομικά πρόσωπα και επιχειρήσεις του Δήμου και διαμεσολαβεί για την επίλυση των σχετικών προβλημάτων. Όταν διαπιστώνει ο ίδιος σοβαρά προβλήματα κακοδιοίκησης, διατυπώνει ειδικές προτάσεις προς τον Δήμαρχο και τις κοινοποιεί στο Δημοτικό Συμβούλιο και τον Γενικό Γραμματέα του Δήμου, έχοντας υποχρέωση ανάρτησης στην ιστοσελίδα του Δήμου. Το Ινστιτούτο διατύπωσε την ερώτηση περί του κατά πόσον υπάρχουν φορείς που εξαιρούνται από τον έλεγχο, οπότε εξηγήσαμε ότι η διάρθρωση των αρμοδιοτήτων δεν επιτρέπει στον Συμπαραστάτη να ασκήσει διαμεσολαβητικά καθήκοντα για τα αιρετά όργανα όπως το Δημοτικό Συμβούλιο, ο Δήμαρχος, τα Συμβούλια των Δημοτικών Κοινοτήτων, αφού αυτά δεν αποτελούν "υπηρεσίες, νομικά πρόσωπα ή επιχειρήσεις" του Δήμου και μόνο σε επίπεδο ειδικής πρότασης μπορεί να απευθυνθεί σε αυτά. Στη συνέχεια, το Ινστιτούτο ερωτά ποιά ακριβώς είναι τα βήματα που ακολουθούνται για την διενέργεια της διαμεσολάβησης, οπότε, με αυτή την ευκαιρία, παρουσιάσαμε την πρακτική που έχει διαμορφωθεί και αποτυπώνεται στον Κώδικα Λειτουργίας του Συμπαραστάτη του Δημότη του Δήμου Αθηναίων (ο οποίος δημοσιεύθηκε μερικές μέρες μετά). Σε ερώτηση για το εάν ο θεσμός ασχολείται με υποθέσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων, εξηγήσαμε ότι ακολουθούμε τις Συστάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης για την λειτουργία των τοπικών Συνηγόρων του Πολίτη, δυνατότητα που μας δόθηκε να διατυπώσουμε συστάσεις και για τον σεβασμό ανθρώπινων δικαιωμάτων στην Ειδική Πρόταση 2/2012 για τις Λέσχες Φιλίας του Δ.Αθηναίων. Στο ερώτημα για το εάν ο θεσμός μπορεί να παρέμβει ενώπιον Δικαστηρίων, η απαντηση ήταν αρνητική και στο ερώτημα για την δυνατότητα κίνησης πειθαρχικών διαδικασιών εναντίον υπαλλήλων η απάντηση ήταν επίσης αρνητική, με την διευκρίνιση ότι η κίνηση μιας τέτοιας διαδικασίας θα μπορούσε πάντως να αποτελέσει αντικείμενο ειδικής πρότασης. Σε ερώτηση για το εάν οι υπηρεσίες είναι υποχρεωμένες να απαντήσουν στα αιτήματα του Συμπαραστάτη, η απάντηση ήταν ότι κατά το άρθρο 77 παρ. 3 του "Καλλικράτη", οι υπηρεσίες του Δήμου οφείλουν να υποστηρίζουν διοικητικά τον θεσμό. Σε ερώτηση για την αποδοχή των εισηγήσεων του θεσμού σε ετήσια βάση, η απάντηση ήταν ότι λόγω της πρόσφατης έναρξης λειτουργίας του θεσμού δεν υπάρχουν ακόμη ετήσια στατιστικά. Συνολικά, το ερωτηματολόγιο μαζί με τις απαντήσεις αποτέλεσε ένα έγγραφο 27 σελίδων.

Στις 23 Οκτωβρίου 2012 λάβαμε από το Διεθνές Ινστιτούτο ένα έγγραφο, με το οποίο μας ζητήθηκαν διευκρινίσεις σε δύο ζητήματα: το πρώτο ζήτημα αφορούσε την ύπαρξη ή μη  διατάξεων ως προς τις ελεγκτικές αρμοδιότητες του θεσμού, δηλαδή την πρόσβαση σε έγγραφα και εγκαταστάσεις του Δήμου και το δεύτερο ζήτημα εάν υπάρχει άλλος θεσμός που μπορεί να εξετάσει ατομικές καταγγελίες για τα αιρετά όργανα που εκφεύγουν της αρμοδιότητας προς διαμεσολάβηση.

Στις 24 Οκτωβρίου 2012 απαντήσαμε, επισημαίνοντας ότι το άρθρο 77 του Καλλικράτη περιγράφει με αδρές διατάξεις τις αρμοδιότητες του θεσμού, με αποτέλεσμα να είναι απαραίτητες για λόγους ασφάλειας δικαίου ορισμένες νομοθετικές βελτιώσεις, οι οποίες προς το παρόν καλύπτονται από την εφαρμογή γενικών διατάξεων καθώς και των συστάσεων του Συμβουλίου της Ευρώπης για την λειτουργία των Συνηγόρων του Πολίτη σε τοπικό επίπεδο. Για παράδειγμα, ως νομική βάση για την πρόσβαση σε έγγραφα και εγκαταστάσεις χρησιμοποιείται η διάταξη που επιβάλλει στις διοικητικές υπηρεσίες την διοικητική υποστήριξη του Συμπαραστάτη, σε συνδυασμό με την Αρχή 24 των Αρχών που Διέπουν τον Θεσμό του Τοπικού Διαμεσολαβητή (του Συμβουλίου των Τοπικών και Περιφερειακών Αρχών του Συμβουλίου της Ευρώπης). Ως προς το δευτερο ζήτημα, για ατομικές καταγγελίες έναντι των αιρετών, επισημάναμε ότι ο Συνήγορος του Πολίτη διατηρεί τις αρμοδιότητές του επί των οργανισμών της τοπικής αυτοδιοίκησης (ως νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου), άρα και επί των αποφάσεων των αιρετών, ενώ υπάρχει πλέον και ο Ελεγκτής της Νομιμότητας, ο οποίος όμως αφενός δεν έχει ακόμη διοριστεί κι αφετέρου δεν λειτουργεί ως ανεξάρτητη αρχή, αλλά στο πλαίσιο της Αποκεντρωμένης Διοίκησης. 

Στις 2 Νοεμβρίου 2012 λάβαμε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από την Γενική Γραμματεία του Ινστιτούτου, στο οποίο αναφέρθηκε ότι οι απαντήσεις μας ήταν ιδιαίτερα κατατοπιστικές για την λειτουργία του θεσμού. 

Στις 7 Δεκεμβρίου 2012 λάβαμε επιστολή του Γενικού Γραμματέα του Διεθνούς Ινστούτου Διαμεσολαβητών, ο οποίος μας ανακοίνωσε ότι το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε να εγκρίνει την αίτησή μας και ο Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης του Δήμου Αθηναίων έγινε θεσμικό μέλος του Ινστιτούτου. O Γενικός Γραμματέας αναφέρει ότι προσβλέπει σε μια στενή συνεργασία με τον θεσμό και αναμένει την ανάληψη δράσεων σε τοπικό αλλά και σε διεθνές επίπεδο, καθώς και μια επίσκεψη στην Γενική Γραμματεία στην Αυστρία.

Πρόκειται για τον δεύτερο θεσμό της Ελληνικής Δημοκρατίας, μετά τον Συνήγορο του Πολίτη που αναγνωρίζεται από το Διεθνές Ινστιτούτο ως θεσμικό μέλος.



Τετάρτη, Νοεμβρίου 14, 2012

Για ένα Συνταγματικό Δικαστήριο

Μια από τις πρώτες αρχές που μαθαίνει κανείς όταν έρχεται σε πρώτη επαφή, έστω και ακροθιγώς, με τα νομικά είναι ότι το Σύνταγμα αποτελεί τον υπέρτατο, θεμελιώδη νόμο και ότι οι υπόλοιποι, "κοινοί" νόμοι πρέπει να είναι σύμφωνοι με αυτό. Διαφορετικά, εάν ένας νόμος είναι αντίθετος στις διατάξεις του Συντάγματος, τότε το παραβιάζει. Το θέμα είναι ποιός έχει την αρμοδιότητα, σε ένα κράτος δικαίου (όπου δηλαδή δεν κυριαρχούν απόλυτα οι απόψεις της πλειοψηφίας, αλλά γίνονται σεβαστά και τα δικαιώματα του κάθε ατόμου χωριστά), να κρίνει αν ο νόμος είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα και, κυρίως, τί μπορεί να κάνει αν διαπιστώσει αυτή την ασυμφωνία και, τελικά, ποιά θα είναι η τύχη αυτού του νόμου. 

Το μεγάλο ζήτημα για το ποιος είναι ο τελικός φύλακας του Συντάγματος απασχόλησε δύο κορυφαίους Γερμανούς νομικούς του περασμένου αιώνα, στον κλασικό τους "διάλογο": τον Χανς Κέλσεν και τον Καρλ Σμιτ. Η διαφωνία τους ήταν συγκεκριμένη: η μια πλευρά πρέσβευε ότι ο τελικός εγγυητής πρέπει να είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ενώ ο άλλος ήταν υπέρ του δικαστικού τελικού ελέγχου. Η διαφωνία σχετιζόταν με την δημοκρατική νομιμοποίηση, αφού η μία άποψη υποστήριζε ότι ο έλεγχος της συνταγματικότητας είναι πολιτικός και πρέπει να υπάρχει αναγωγή στην λαϊκή κυριαρχία (Πρόεδρος), ενώ η άλλη άποψη υποστήριζε ότι ο έλεγχος πρέπει να είναι δικαιοδοτικός (Συνταγματικό Δικαστήριο), καθώς ο έλεγχος της συνταγματικότητας αποτελεί μια κρίση πέρα από πλειοψηφικές αναγωγές. Τελικά, στην Γερμανία επικράτησε η δεύτερη άποψη.

Ένας τέτοιος επιστημονικός και πολιτικός δημόσιος διάλογος δεν έχει γίνει στην Ελλάδα, στη έκταση και με την επιρροή που είχε ο διάλογος Σμιτ-Κέλσεν. Ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, αρχηγός του πολιτεύματος, έχει την διακριτική ευχέρεια να αναπέμπει νομοσχέδια στο Κοινοβούλιο, μια αρμοδιότητα που κλασικά η νομική θεωρία συνδέει με τον έλεγχο της συνταγματικότητας, ενώ το ίδιο το Σύνταγμα σιωπά για τους λόγους που ο Πρόεδρος μπορεί να κινηθεί κατ΄αυτόν τον τρόπο. Είναι γνωστό ότι η αρμοδιότητα αυτή έχει ασκηθεί σχεδόν ποτέ, τουλάχιστον για θέματα συνταγματικότητας των νόμων. 

Παράλληλα, το ίδιο το Σύνταγμα αναφέρει ότι τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο "που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο με το Σύνταγμα". Κάθε δικαστηριο στην Ελλάδα, από τα Ειρηνοδικεία έως τα ανώτατα δικαστήρια, φέρει την υποχρέωση να απέχει από την εφαρμογή νόμων με αντισυνταγματικό περιεχόμενο. Έχουμε μια πλούσια παράδοση "διάχυτου" ελέγχου της συνταγματικότητας, κατ' εφαρμογή αυτής της συνταγματικής επιταγής, η οποία όμως αφορά μόνο την "παρεμπίπτουσα" κρίση των δικαστών: δεν υπάρχει στο σύστημά μας το δικαίωμα του πολίτη να στραφεί ευθέως κατά της συνταγματικότητας του νόμου, παρά μόνο στο πλαίσιο μιας ιδιωτικής διαφοράς που έχει άμεσες συνέπειες στον ίδιο και προσφεύγει στα αστικά δικαστήρια ή στο πλαίσιο μιας ποινικής δίκης ή στο πλαίσιο μιας διοικητικής διαφοράς που προσφεύγει εναντίον του κράτους για κάποια πράξη της εκτελεστικής (όχι της νομοθετικής) λειτουργίας. Έτσι, όλα τα δικαστήρια μπορούν να απέχουν από την εφαρμογή νόμου που κρίνουν ότι έρχεται κατά περιεχόμενο σε αντίθεση με το Σύνταγμα, αλλά μόνο παρεμπιπτόντως, περιθωριακά δηλαδή,  κι επιπλέον χωρίς να μπορούν  να ελέγξουν την συνταγματικότητας της διαδικασίας παραγωγής αυτού του νόμου (αφού ελέγχουν μόνο το "περιεχόμενό του") και κυρίως, χωρίς να μπορούν να τον ακυρώσουν, αφού οι δικαστικές αποφάσεις στην Ελλάδα έχουν αποτελέσματα μόνο για τους συγκεκριμένους διαδίκους. 

Μόνο μια εξαίρεση υπάρχει, στην οποία δικαστήριο ακυρώνει νόμο: όταν υπάρχουν αντιφατικές αποφάσεις ανώτατων δικαστηρίων (που σημαίνει ότι η διαφορά έχει περάσει από όλα τα τυχόν πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δικαστήρια), τότε επιλαμβάνεται το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο που μπορεί να διαπιστώσει την αντισυνταγματικότητα και να κηρύξει ανίσχυρο τον επίμαχο νόμο. Αυτή είναι η μοναδική - και σπανιότατης εφαρμογής - εξαίρεση από το σύστημα του "διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου" που εφαρμόζεται στην χώρα. Είναι μια και μοναδική περίπτωση "κεντρικού και κύριου ελέγχου" της αντισυνταγματικότητας του νόμου.

Μια άλλη διαδικασία ελέγχου της συνταγματικότητας είναι η υποβολή ένστασης αντισυνταγματικότητας από τους βουλευτές, πριν την θέση σε ψηφοφορία ενός νομοσχεδίου. Προβλέπεται από τον Κανονισμό της Βουλής και η μόνη πρακτική συνέπεια που έχει είναι ότι η υποβολή της ένστασης προκαλεί ειδική συζήτηση που πρέπει να επικεντρώνει ειδικά στο θέμα της συνταγματικότητας της διάταξης. Κατά τ' άλλα πρόκειται για μια κλασική κοινοβουλευτική διαδικασία που, όπως όλες, διέπεται από τις αναπόδραστες αρχές της πλειοψηφικής υπεροχής. Η απόφαση της Βουλής για την συνταγματικότητα δεν δεσμεύει, φυσικά, την δικαιοδοτική κρίση, εάν τεθεί ζήτημα δικαστικού ελεγχου του νόμου. 

Πιο πρόσφατος παράγοντας ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων είναι οι ανεξάρτητες αρχές και κυρίως η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και ο Συνήγορος του Πολίτη. Μολονότι υπήρξαν κάποτε αρκετά ενδιαφέρουσες αναλύσεις στις αποφάσεις και τις γνωμοδοτήσεις των δύο Αρχών, όπως και της συμβουλευτικής Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, οι εκτελεστές επιπτώσεις τους στο νομικό κύρος του αντισυνταγματικού νόμου είναι φυσικά μηδενικές. Ακόμη κι έτσι όμως, ούτε στο στάδιο της δημόσιας συζήτησης κι επίκρισης νομοσχεδίων υπήρξαν ανατροπές του τελικού νομοθετικού προϊόντος λόγω παρέμβασης κάποιας ανεξάρτητης αρχής. Με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τις γνωμοδοτήσεις της ΑΠΔΠΧ για τις κάμερες το καλοκαίρι του 2009: παρά την τεκμηριωμένη κρίση περί αντισυνταγματικότητας, η Βουλή προχώρησε ακάθεκτη και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προσυπέγραψε σαν να μη συνέβη τίποτε.

Θεωρώ ότι αυτό το σύστημα ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων που ακολουθείται επί δεκαετίες (σχεδόν αιώνες) στην χώρα, δεν είναι επαρκές. Ο Πρόεδρος δεν αναπέμπει τα αντισυνταγματικά νομοσχέδια. Τα δικαστήρια δεν μπορούν να ακυρώσουν αντισυνταγματικούς νόμους και δεν ελέγχουν την συνταγματικότητα της παραγωγής τους. Η κοινοβουλευτική ένσταση αντισυνταγματικότητας υποκύπτει στη νομοτέλεια της πλειοψηφικής αρχής και της κομματικής πειθαρχίας. Το ΑΕΔ για να επιληφθεί πρέπει να περάσουν χρόνια και να έχουν διαφωνήσει δύο ανώτατα δικαστήρια. Το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο ασκεί συχνά έλεγχο συνταγματικότητας, δεν έχει ως βασική αποστολή αυτό το ρόλο, αφού η αρμοδιότητά του είναι η εκδίκαση αιτήσεων ακύρωσης κατά των διοικητικών πράξεων, όχι των νομοθετικών. 

Δεν είμαι κατά του παρεμπίπτοντος και διάχυτου ελέγχου της συνταγματικότητας, αφού ακόμη κι όταν το Σύνταγμα δεν το ανέφερε ρητά, ήδη οι δικαστές από την ίδια την φύση των κανόνων δικαίου είχαν διαπιστώσει ότι οφείλουν να απέχουν από την εφαρμογή αντισυνταγμτικών νόμων. Ούτε είμαι υπέρ ενός συστήματος "παραπομπής" του ζητήματος της συνταγματικότητας από τα "κατώτερα" δικαστήρια σε ένα ανώτερο, λες και οι νεότεροι δικαστές αδυνατούν να σεβαστούν τον θεμελιώδη νόμο.Γι' αυτό και κατά τη γνώμη μου υποβαθμίζεται το κύρος ενός ανώτατου δικαστηρίου όταν ένα τμήμα του δεν έχει την αρμοδιότητα να εκδώσει τελική απόφαση όταν διαπιστώνει ότι ανακύπτει ένα ζήτημα συνταγματικότητας και είναι υποχρεωμένο να το παραπέμπψει στην Ολομέλειά του. Πρόκειται ξεκάθαρα για μια παρέμβαση στην ανεξαρτησία των δικαστών για  την υποβολή των πολιτικά κρίσιμων υποθέσεων στον κεντρικό έλεγχο των κυβερνητικά διορισμένων προεδρείων των ανώτατων δικαστηρίων.  Ο έλεγχος της συνταγματικότητας, έστω παρεμπίπτων και διάχυτος είναι σύμφυτος με την ίδια την δικαιοδοτική διαδικασία, τουλάχιστον όπως την αντιλαμβανόμαστε στην Ευρώπη (με τις κατά τόπους προσαρμογές και εξαιρέσεις της).

Στην Ευρώπη όμως αναπτύχθηκε κι ένα άλλο ένδικο βοήθημα που αποδίδει στο ζήτημα της αντισυνταγματικότητας ενός νόμου την δέουσα σημασία που μπορεί να έχει για το κοινωνικό σύνολο (κι όχι μόνο για τους εκάστοτε "διαδίκους"): η ατομική συνταγματική προσφυγή σ' ένα δικαστήριο που εξετάζει μόνο αυτό το θέμα. Αν και ιστορικά η ίδρυση Συνταγματικών Δικαστηρίων συνδέθηκε με τις εξόδους από τεταμένες περιόδους πολιτικής και κοινωνικής αστάθειας, ας δούμε λίγο πέρα από την "ιστορικότητα" του το ζήτημα. Ας δούμε την αρχιτεκτονική του. Παράλληλα προς τον "διάχυτο και παρεμπίπτοντα" έλεγχο, μπορούμε να έχουμε κι έναν κεντρικό και κύριο έλεγχο συνταγματικότητας, ο οποίος μάλιστα οδηγεί σε ακύρωση το ίδιου του επίμαχου νόμου. Αντί να περιμένει ένας πολίτης να φτάσει η υπόθεσή του στην Ολομέλεια του τάδε ανώτατου δικαστηρίου, το οποίο, το πολύ-πολύ να πει ότι ο νόμος είναι αντισυνταγματικός αλλά μέχρι εκεί, μπορεί να προσφύγει απ' ευθείας σε ένα Συνταγματικό Δικαστήριο το οποίο βρίσκεται έξω και πέρα από την ιεραρχία των υπόλοιπων δικαστηρίων. Ένα Συνταγματικό Δικαστήριο μπορεί κατ' εξοχήν - σε πρώτο και τελευταίο βαθμό - να αποφασίσει για το εάν ο ίδιος ο νόμος θα εξακολουθήσει να ισχύει, όχι απλώς να γνωμοδοτήσει για την συνταγματικότητά του. 

Υπάρχει πλούσιος αντίλογος για την ίδρυση, την λειτουργία και τον ρόλο ενός τέτοιου δικαστηρίου. Ένα αντεπιχείρημα είναι ότι αφού υπάρχει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, γιατί χρειαζόμαστε ένα ακόμη ανώτατο δικαστήριο; Μα, το ΕΔΔΑ δεν κρίνει την συνταγματικότητα των νόμων, ούτε τους ακυρώνει. Το ΕΔΔΑ κρίνει κατά πόσον η Ελλάδα τηρεί την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που περιέχει δικαιώματα τα οποία μπορεί να αντιστοιχούν και σε δικαιώματα συνταγματικών διατάξεων, αλλά πέραν αυτών δεν είναι σε θέση να αξιολογήσει κατά πόσον σε άλλα θέματα, πέραν των ανθρώπινων δικαιωμάτων, έχει  παραβιαστεί το Σύνταγμα. Ακόμη κι όταν διαπιστώσει ότι ένας ελληνικός νόμος είναι αντίθετος με την ΕΣΔΑ, η ίδια η απόφαση του ΕΔΔΑ μπορεί να έχει μεν ιδιαίτερη βαρύτητα, αλλά δεν καταργεί ipso facto τον νόμο, αλλά πρέπει να ακολουθηθεί η πολιτική και διπλωματική διαδικασία της εκτέλεσης της απόφασης από την Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης που θεωρείται μεν αποτελεσματική, αλλά είναι άλλο πράγμα από το να έχεις ένα δικαστήριο που να θέτει εκτός ισχύος έναν νόμο και με την ίδια την έκδοση της απόφασης να εξαφανίζεται αυτός ο νόμος από τον νομικό κόσμο. Για να μην συζητήσουμε για τις πολυετείς καθυστερήσεις, αλλά και την αυθαίρετη απόρριψη υποθέσεων από το ΕΔΔΑ, όταν κρίνει ότι μια προσφυγή δεν έχει σοβαρές επιπτώσεις στα δικαιώματα του προσφεύγοντος, χωρίς άλλα κριτήρια. Οι ίδιες περίπου παρατηρήσεις ισχύουν και για το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο σε περίπτωση παραβίασης της νομοθεσίας της ΕΕ από την Ελλάδα, επιβάλλει πρόστιμο, αλλά δεν καταργεί νόμο. Κι έχουμε φυσικά πρόστιμα για νόμους που δεν έχουν καταργηθεί ή τροποποιηθεί από τον Έλληνα νομοθέτη, με αποτέλεσμα να εξακολουθούμε να καταδικαζόμαστε από το ΔΕΕ. Με μια κουβέντα: κατά νομική κυριολεξία, τα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια δεν ασκούν έλεγχο συνταγματικότητας των νόμων και δεν ακυρώνουν τους νόμους. Επομένως δεν μπορούμε να τα εντάξουμε στο σύστημα ελέχου συνταγματικότητας των νόμων. 

Ένας άλλος αντίλογος λέει ότι ο διάχυτος και παρεμπίπτων έλεγχος είναι πολύ καλό πράγμα και δεν πρέπει να τον καταργήσουμε. Δεν τον καταργούμε: τα δικαστήρια μπορούν να ασκούν διάχυτο και παρεμπίπτοντα, ενώ το Συνταγματικό Δικαστήριο μπορεί να ακυρώνει αντισυνταγματικούς νόμους ύστερα από ατομική συνταγματική προσφυγή του θιγόμενου πολίτη. Αν βέβαια έχει καταργήσει τον νόμο, τα άλλα δικαστήρια προφανώς δεν θα μπορούν να τον επικαλεστούν, όπως θα συνέβαινε κι αν τον είχε καταργήσει η Βουλή. Αν πάλι το Συνταγματικό Δικαστήριο κρίνει ότι ένας νόμος είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα, ουδείς μπορεί να επιβάλλει σε ένα οποιοδήποτε δικαστήριο να εφαρμόσει νόμο που κρίνει κατά περιεχόμενο αντίθετο στο Σύνταγμα.

Ένα άλλο αντεπιχείρημα ήταν ότι έτσι θα υποβαθμιστεί ο ρόλος του Συμβουλίου της Επικρατείας που έχει αποτελέσει ένα προοδευτικό δικαστήριο, το οποίο προασπίστηκε τις δημοκρατικές ελευθερίες κλπ. Το επιχείρημα είναι λάθος: το ΣτΕ είναι για να ακυρώνει παράνομες διοικητικές πράξεις. Από εκεί και πέρα, όπως όλα τα δικαστήρια, μπορεί να είναι κατά περίπτωση "προοδευτικό" ή "συντηρητικό", όταν ασκεί κι αυτό τον παρεμπίπτοντα έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων. Και θα εξακολουθήσει να ασκεί ακριβώς τον ίδιο παρεμπίπτοντα έλεγχο. Που δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι είναι "προοδευτικός". Το θέμα είναι να είναι επιστημονικά άρτιος, δηλαδή δίκαιος (ναι, ταυτίζονται οταν μιλάμε για νομικά).

Ένα ακόμη αντεπιχείρημα είναι ότι ένα Συνταγματικό Δικαστήριο μπορεί να είναι εξόχως πολιτικό και πιθανώς συντηρητικό, καθώς με τις αποφάσεις του μπορεί να ανατρέπει την γενική πολιτική της Χώρας που κατά το Σύνταγμα καθοριζεται από την Κυβέρνηση και αν ελέγχει και την διαδικασία παραγωγής των νόμων θα παρεμβαίνει υπέρμετρα και στο "αυτοδιοίκητο" (τα interna corporis) της Βουλής. Δεν νομίζω ότι θα έκανε κακό ένα σοβαρό θεσμικό αντίβαρο, με πραγματικό δικαίωμα veto στην ασυδοσία της εκάστοτε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Κατά καιρούς και διαχρονικά έχουμε δει την πλειοψηφία να περιφρονεί τους κανόνες, αλλά και, ορισμένες φορές την αντιπολίτευση να χρησιμοποιεί εντελώς εργαλειακά και ευτελώς ή τυχοδιωκτικά τις όποιες θεσμικές δυνατότητες διαθέτει. Η δυνατότητα της άμεσης προσφυγή για τέτοιες παρεκβάσεις σε ένα Συνταγματικό Δικαστήριο είναι βέβαιο ότι θα μεταβάλει σημαντικά τις (αν)ισορροπίες του σημερινού συστήματος και θα καταστήσει κάθε πλευρά πιο προσεκτική. Και κυρίως: υπόλογη. Η λογοδοσία με σαφείς επιπτώσεις λείπει περισσότερο κι από την διαφάνεια στο πολίτευμα μας.

Μια ακόμη άποψη λέει ότι δεν θέλουμε τελικές λύσεις, αφού οι αποφάσεις ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου θα είναι "ταφόπλακες" για τους νόμους που ακυρώνουν. Αυτή είναι μια άποψη απεραντολογίας και τυχοδιωκτισμού: θέλουμε να προσβάλλουμε αλλεπάλληλα την συνταγματικότητα κλπ, μέχρι να μας "τύχει" η απόφαση που μας συμφέρει. Πρωτ' απ' όλα, άλλο πράγμα είναι ο συγκεκριμένος νόμος που ακυρώνεται κι άλλο το γενικότερο ζήτημα που έρχεται να ρυθμίσει. Μπορεί να ακυρωθεί ο συγκεκριμένος νόμος και μετά να έρθει ο νομοθέτης να θεσπίσει έναν άλλο με παραλλαγές: μπορεί το Σ.Δ. να δει με άλλο βλέμμα την παραλλαγή του ακυρωθέντος νόμου. Ακόμη και τα Συνταγματικά Δικαστήρια μεταβάλλουν την νομολογία τους. Έπειτ, οι αποφάσεις ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου δεν είναι τελικές σε ένα κράτος που ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Επομένως, δεν είναι και τόσο "ταφόπλακα" μια τετοια απόφαση, είναι όμως σαφέστατα πολύ ενισχυμένη όσον αφορά την ασφάλεια δικαίου που προσφέρει, σε σχέση με μια απόφαση του ΣτΕ λ.χ. που δεν ξέρουμε αν και πότε θα στέρξει ο νομοθέτης να την λάβει υπόψη του.

Και πώς θα διασφαλιστεί η πραγματική ανεξαρτησία ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου, προκύπτει το πιο σοβαρό ίσως ερώτημα. Μπορούν να υπάρξουν διάφορες λύσεις, οι οποίες εγγυώνται την γενική αποδοχή των προσώπων και μπορούν αποτρέψουν τον διορισμό "ημετέρων": εκλογή από την ολομέλεια της Βουλής με αυξημένη πλειοψηφία 4/5, συμμετοχή των πολιτών με άμεση εκλογή συνταγματικών δικαστών σε επίπεδο Περιφέρειας για να υπάρχει και αποκεντρωμένη προέλευση, συνδυασμός των δύο ή και άλλων συστημάτων, δημόσιες συνεντεύξεις σε κοινοβουλευτική επιτροπή πριν την διαδικασία ανάδειξης. 

Δεν λέω ότι κατ' ανάγκη το Σ.Δ. είναι μια πανάκεια ή ότι μπορεί a priori  να αποτραπεί κάθε είδους παρενέργεια, όταν έχεις ένα ισχυρά νομιμοποιημένο ανώτατο όργανο που μπορεί να ακυρώνει νόμους. Είναι όμως απολύτως διαπιστωμένο ότι:

 (Ι) το σύστημα ελέγχου συνταγματικότητας που ισχύει στη χώρα πάσχει από κάθε άποψη (αμεσότητας, ποιότητας, αποτελεσματικότητας, κύρους) και ότι 

(ΙΙ) το πολίτευμα χρειάζεται ένα ισχυρό θεσμικό αντίβαρο για να λειτουργήσει στοιχειωδώς δημοκρατικά. 

Οι συνταγματικές ελευθερίες μπορεί να είναι κατοχυρωμένες σήμερα με τον πιο πανηγυρικό και αδιαμφισβήτητο τρόπο, αλλά παραβιάζονται σε καθημερινό επίπεδο, τόσο στον μικρόκοσμο μιας περιστασιακής συναλλαγής με το Κράτος, όσο και στις πιο σκληρές ποινικές και σωφρονιστικές διαδικασίες, μέχρι, βέβαια, την θέσπιση κανόνων δικαιου από τη Βουλή. 

Αν απλώς αναθεωρήσουμε το Σύνταγμα, διατηρώντας το ίδιο σύστημα ελέγχου του, θα έχουμε κάνει μια τρύπα στο νερό: είναι κοινή πεποίθηση ότι οι διατάξεις του Συντάγματος αντιμετωπίζονται σήμερα σχεδόν ως ήπιες παραινέσεις χωρίς καμία άμεση, πραγματική εκτελεστότητα. Αυτό διατυπώνεται πια και επίσημα, από υπουργούς ή και συνταγματολόγους, χωρίς κανείς να μπορεί να αντιδράσει χωρις να θεωρηθεί γραφικός ή φιλολογίζων, ακόμη και νομικιστής. 

Γι' αυτό θεωρώ ότι πρέπει να ξεκινήσει ο διάλογος για την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου, ιδίως αφού πλέον το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν είναι πια και τόσο "ενοχλητικό" για την εξουσία, οπότε ουδείς μπορεί να κατηγορηθεί ότι επιχειρεί να του αφαιμάξει την πολύτιμη δικαιοδοσία του. Θα εξακολουθήσει ωραιότατα να ακυρώνει παράνομες διοικητικές πράξεις, αυτός είναι ο ρόλος του. Έπειτα, λείπει η ακριβολογία: στην πραγματικότητα σήμερα δεν υπάρχει δικαιοδοσία συνταγματικών διαφορών, όσο κι αν θέλουμε να επαιρόμαστε για την υπεραιωνόβια παράδοση του "διάχυτου και παρεμπίπτοντος". Οι "συνταγματικές διαφορές" κρύβονται ή δημιουργούνται ή κατασκευάζονται (για να το πούμε όπως γίνεται στην πράξη) μεσα σε μια ανούσια τυπολατρική αναζήτηση έννομου συμφέροντος σε άσχετες πιθανώς ένδικες διαφορές. Πρέπει να ξεμπερδεύουμε με την τυπολατρία, τους μύθους περι "προοδευτικών" και "συντηρητικών" δικαστηρίων και να αναγνωρίσουμε ότι έχουμε ένα σοβαρότατο πολιτειακό κενό που πρέπει να καλυφθεί θεσμικά. 




Παρασκευή, Νοεμβρίου 02, 2012

O θεσμός του τοπικού διαμεσολαβητή



Ι. Ανεξαρτησίες 

Είναι προδιαγεγραμμένο ότι κάθε νέος δημόσιος θεσμός που δεν  αποτελεί συνέχεια κάποιας βαθειάς ρίζας του ελληνικού διοικητικού συστήματος, θα αντιμετωπίσει έντονη καχυποψία από την κοινή γνώμη, αλλά κι από τους “ειδικούς”. Ιδίως στην περίπτωση που ο πυρήνας της λειτουργίας του αναφέρεται στην ανεξαρτησία, μια άκρως αμφισβητούμενη έννοια που αποκτά διαφορετικό περιεχόμενο, ανάλογα με τα συμφραζόμενα και το συγκείμενο. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από εκεί. Ανεξαρτησία, σε ένα διοικητικό σχήμα είναι, πολύ απλά, η έλλειψη προϊσταμένης αρχής. Όταν ένα διοικητικό όργανο δεν υπακούει σε εντολές ανωτέρων, επειδή δεν υπάγεται στην ιεραρχία, αλλά έχει ιδρυθεί και λειτουργεί παράλληλα προς αυτήν, αποτελεί έναν ανεξάρτητο θεσμό. Το κλασικότερο παράδειγμα όλων: τα δικαστήρια. Με διοικητικούς – και συνταγματικούς – όρους, τα δικαστήρια είναι εντελώς ανεξάρτητα από την πυραμίδα της ελληνικής δημόσιας διοίκησης. Αλλά αυτό είναι ένα παράδειγμα τόσο σχολικό πια, που η χρησιμότητά του φαίνεται να χάνει την βασική λειτουργία του, δηλαδή την προώθηση μιας αναλογικής σκέψης. Ωστόσο, δεν θα παραιτηθώ τόσο γρήγορα από αυτό: η de jure διοικητική ανεξαρτησία  που απολαμβάνουν αδιαμφισβήτητα τα δικαστήρια αποτελεί κενό τύπο, αν δεν συνοδεύεται από τήρηση πολλαπλών εγγυήσεων λειτουργικής αυτοτέλειας, ακόμη και υλικοτεχνικής, εγγυήσεων που προϋποθέτουν, τελικά, αυτοπεριορισμό του ελεγχόμενου. Αυτό είναι σαφέστατα ζητούμενο και για τις άλλες ανεξάρτητες αρχές, πέραν των δικαστικών. Η “πραγματική” ανεξαρτησία, εξάλλου, δεν μπορεί παρά να έχει και αμιγώς πολιτικά χαρακτηριστικά, τα οποία αναζητώνται κάθε φορά στην διαδικασία ανάδειξης των προσώπων. Όσο πιο υψηλό είναι το επίπεδο της συναίνεσης που πρέπει να επιτευχθεί για την ανάδειξη των προσώπων, τόσο πιο αυξημένος είναι και ο δείκτης της ανεξαρτησίας.  Συνοψίζοντας λοιπόν, η έλλειψη προϊστάμενης αρχής, η λειτουργική αυτοτέλεια και η ευρεία συναίνεση για την ανάδειξη του προσώπου είναι τα τρία κριτήρια για να αξιολογηθεί κατά πόσον ένας δημόσιος θεσμός είναι ανεξάρτητος. Και τα τρία αυτά χαρακτηριστικά καταγράφονται στο Πρόγραμμα “Καλλικράτης”, στα κεφάλαια της θέσπισης των δημοτικών και περιφερειακών διαμεσολαβητών, δηλαδή στα άρθρα για τον “Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχειρησης” και τον “Περιφερειακό Συμπαραστάτη του Πολίτη και της Επιχείρησης”. 

ΙΙ. Θεσμικές συγγένειες και στόχοι

Ο ρόλος των νέων αυτών θεσμών που καλούνται να αναδείξουν με αυξημένες πλειοψηφίες οι δημοτικές και περιφερειακές αρχές, αφορά την υποδοχή καταγγελιών από τους άμεσα θιγόμενους πολίτες για τα φαινόμενα κακοδιοίκησης από τις υπηρεσίες των δήμων και των περιφερειών. Παράλληλα, οι Συμπαραστάτες διατυπώνουν και προτάσεις βελτίωσης της δημοτικής διοίκησης, όταν εντοπίζουν αυτεπαγγέλτως σημαντικά προβλήματα κακοδιοίκησης, με υποχρεωτική μάλιστα, κατά τον νόμο, δημόσιότητα: τα σχετικά κείμενά τους αναρτώνται σύμφωνα με τον “Καλλικράτη” στις ιστοσελίδες του οικείου δήμου ή περιφέρειας. Πρόκειται, λοιπόν, για θεσμικούς διαμεσολαβητές, οι οποίοι λειτουργούν όπως το μοντέλο του Συνηγόρου του Πολίτη, ανεξάρτητης αρχής που έχει ήδη συμπληρώσει 14 χρόνια λειτουργίας στην Ελλάδα. Θα μπορούσε κάποιος, σε αυτό το σημείο, να διατυπώσει δύο ερωτήσεις: η πρώτη αφορά την σκοπιμότητα της λειτουργίας τοπικών Συνηγόρων και η δεύτερη αφορά την αποτελεσματικότητα του ίδιου του Συνηγόρου του Πολίτη. Ας δούμε την πρώτη ερώτηση: τί χρειάζεται τοπικός διαμεσολαβητής, αφού υπάρχει ο εθνικός; Η απάντηση ξεκινάει από το ίδιο το Σύνταγμα, στο άρθρο 102 του οποίου αναφέρεται ότι για τις τοπικές υποθέσεις αρμοδιότητα έχουν κατ' αρχήν οι τοπικές αρχές (κι όχι η κεντρική, κρατική διοίκηση). Ο Συνήγορος του Πολίτη έχει το ρόλο αυτόν για όλη την κεντρική δημόσια διοίκηση, ενώ για να αντεπεξέλθει στον τεράστιο φόρτο εργασίας, ο νομοθέτης τον απάλλαξε από κάποιες κατηγορίες υποθέσεων: εάν έχει παρέλθει 6μηνο δεν παρεμβαίνει, εάν η υπόθεση εκκρεμεί σε δικαστήριο είναι αναρμόδιος, εάν η υπόθεση αφορά υπηρεσιακή κατάσταση δημοσίων υπαλλήλων δεν διαμεσολαβεί κ.τ.λ. Οι Συμπαραστάτες είναι απαλλαγμένοι από αυτούς τους αποκλεισμούς, ενώ, ταυτόχρονα, η εγγύτητά τους προς τις  αρχές της τοπικής αυτοδιοίκησης επιτρέπουν την αμεσότερη επίλυση των προβλημάτων (ο “Καλλικράτης” επιβάλλει την απάντηση στον πολίτη σε 30 ημέρες), αλλά και την σταδιακά αποκτώμενη αυξημένη εξειδίκευση και κωδικοποίηση των προβλημάτων κακοδιοίκησης στους δήμους και τις περιφέρειες. Αυτά, όμως, είναι τα γενικά χαρακτηριστικά, ενώ η ερώτηση για την σκοπιμότητα θα απαντηθεί στην ουσία της από την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων των Συμπαραστατών. Υπάρχουν ήδη πάνω από 25 Συμπαραστάτες του Δημότη και της Επιχείρησης και 6 Περιφερειακοί Συμπαραστάτες του Πολίτη και της Επιχείρησης, οι οποίοι εκλέχθηκαν από τα αντίστοιχα συμβούλια αιρετών, με την αυξημένη πλειοψηφία των 2/3, ενώ σε όλη τη χώρα οι σχετικές διαδικασίες ανάδειξής τους συνεχίζονται. Όσοι και όσες εκλέχθηκαν και λειτούργησαν το 2011, πρώτο έτος ουσιαστικής εφαρμογής του “Καλλικράτη”, έχουν ήδη δημοσιεύσει τις Ετήσιες Εκθέσεις τους, οι οποίες αναρτώνται υποχρεωτικά στις ιστοσελίδες των οργανισμών που υπηρετούν. Μέσα από αυτές τις Ετήσιες Εκθέσεις βρίσκουμε μια  “ακτινογραφία” του εκάστοτε οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, διαμορφωμένη από τις καταγγελίες που αντιμετώπισαν οι Συμπαραστάτες, αλλά και από τις λύσεις που πρότειναν για τα φαινόμενα κακοδιοίκησης κάθε περιοχής. 

ΙΙΙ. Λογοδοσία και διαφάνεια 

Η δουλειά του διαμεσολαβητή, εκ των πραγμάτων φέρνει την διοίκηση σε θέση λογοδοσίας. Το στάδιο της διαμεσολάβησης και οι απαντήσεις που οφείλουν να δώσουν οι υπηρεσίες, τις υποχρεώνει να αιτιολογήσουν τις πράξεις ή τις παραλήψεις τους. Η ίδια η αιτιολόγηση, που δεν γίνεται πια στο πλαίσιο μιας δικαστικής διαδικασίας (με όλο το κόστος, την καθυστέρηση αλλά και την -ας το παραδεχθούμε-  στατικότητα που χαρακτηρίζει μια τέτοια παρέμβαση), αποτελεί στοιχείο εμβάθυνσης της δημοκρατίας. Όταν η λογοδοσία αυτή αποκτά και υποχρεωτική διαδικτυακή δημοσιότητα, το θεσμικό μείγμα γίνεται εξαιρετικά ενδιαφέρον για την ποιότητα των  δημόσιων αποφάσεων, καθώς αποκτά και το συστατικό της διαφάνειας. Προϋπόθεση, βέβαια, για να λειτουργήσουν όλα αυτά είναι να θέλει η διοίκηση να ελεγχθεί. Η διοίκηση θα θέλει να ελεγχθεί από μόνη της, όχι μόνο εάν είναι “πεφωτισμένη”, αλλά, κυρίως, εάν υπάρχει ενδιαφέρον των πολιτών να παρακολουθήσουν διαδικασίες λογοδοσίας και διαφάνειας. Άφησα σκόπιμα αναπάντητο το ερώτημα για την αποτελεσματικότητα του Συνηγόρου του Πολίτη, καθώς θεωρώ  θεμελιώδες κριτήριο την αξιοποίηση του έργου του από τους πολίτες. Η επιτυχία ή μη μιας ελεγκτικής αρχής που μοναδικό μέσο επιβολής έχει την ισχυρή τεκμηρίωση – κι όχι εκτελεστικές ή κανονιστικές αρμοδιότητες – καθώς και την δημοσιότητα των κρίσεών της, προϋποθέτει σε μεγάλο βαθμό την ενεργητική συμμετοχή των πολιτών. Όχι μόνο ως προς την χρήση των παρεχόμενων υπηρεσιών διαμεσολάβησης, αλλά και ως προς την μετέπειτα αξιοποίηση  των προϊόντων της, στο πλαίσιο του δημόσιου διαλόγου, της νομικής κριτικής ή και της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η αλήθεια είναι ότι, σε όλα αυτά τα χρόνια, δεν είδαμε μια κοινωνία των πολιτών να προχωράει σε εντατική χρήση των πορισμάτων του Συνηγόρου του Πολίτη ή και να ασκεί συντεταγμένη κριτική στην ανεξάρτητη αρχή για τις περιπτώσεις που οι παρεμβάσεις της ήταν ανεπαρκείς. Αυτός θα έπρεπε να  είναι λοιπόν ένας προγραμματικός στόχος για έναν νέο αντίστοιχο θεσμό της τοπικής αυτοδιοίκησης: να εμπλέξει την κοινωνία των πολιτών και τις οργανώσεις της, αλλά και τα μέσα ενημέρωσης, όχι μόνο στην διαδικασία της διαμεσολάβησης, αλλά και στην δυναμική αξιοποίηση  των αποτελεσμάτων της. 

ΙV. Οιονεί δικαιοδοτικά όργανα

Οι Συμπαραστάτες οφείλουν να έχουν πλήρη συνείδηση ότι ο ρόλος τους δεν είναι αυτός του εκπροσώπου των δημοτών ή των πολιτών και των επιχειρήσεων. Ο ρόλος της πολιτικής εκπροσώπησης έχει επιφυλαχθεί από τον νομοθέτη για τα άμεσα εκλεγμένα όργανα της διοίκησης των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης. Γι' αυτό και ο “Καλλικράτης” έχει προβλέψει κώλυμα εκλογιμότητας για τους Συμπαραστάτες σε αιρετές θέσεις στις περιοχές που υπηρετούν, ώστε να αποκλεισθούν περιπτώσεις ψηφοθηρικής αξιοποίησης της αποστολής τους. Είναι ακόμη μια εγγύηση της θεσμικής ανεξαρτησίας, καθώς οι Συμπαραστάτες πολύ συχνά θα πρέπει να είναι και σε θέση να απορρίπτουν αβάσιμες καταγγελίες. Το αξίωμα του Συμπαραστάτη δεν συγγενεύει λοιπόν με τους παραδοσιακούς  “πλειοψηφικούς” θεσμούς, αλλά συνοψίζει μια αποστολή πλησιέστερη στους θεσμούς του κράτους δικαίου: την δικαιοσύνη και τις ανεξάρτητες αρχές. Δεν είναι τυχαίο ότι υπάρχουν πρώην δικαστικοί που ανέλαβαν αυτή την αποστολή. Έχουν γραφτεί πάρα πολλά για τον οιονεί δικαιοδοτικό ρόλο των ανεξάρτητων διαμεσολαβητών, ακριβώς λόγω του ότι δεν εκπροσωπούν, αλλά συμπαρίστανται με γνώμονα τους κανόνες δικαίου και της ορθής διοικητικής συμπεριφοράς. Στοιχεία και κριτήρια που απέχουν από τις σκοπιμότητες των πολιτικών και διοικητικών αποφάσεων. Από την άλλη πλευρά, αυτά είναι βέβαια ζητούμενα κι όχι δεδομένα. Οι Συμπαραστάτες πρέπει διαρκώς να αποδεικνύουν ότι αποφασίζουν με γνώμονα τη συνείδησή τους κι όχι τις δημοφιλείς επιλογές της κοινής γνώμης. Πρόκειται για εξαιρετικά δύσκολη συνθήκη, δεδομένου ότι οι Συμπαραστάτες δεν είναι τόσο “προστατευμένοι” θεσμικά και προσωπικά όσο λ.χ. οι δικαστές. 

V. Κρίνοντας την νομοθεσία

Καθώς ο θεσμός έρχεται πολύ κοντά σε δικαιοδοτικές σχέσεις, παρ' όλο που η δέσμευσή του από το κανονιστικό πλαίσιο είναι δεδομένη, ο ρόλος των Συμπαραστατών είναι κριτικός απέναντι και στις γενικές ρυθμίσεις. Λειτουργώντας ως εισηγητής για την εφαρμογή γενικών αρχών, οι οποίες εν πολλοίς εδράζονται στην συνταγματική έννομη τάξη, ο ανεξάρτητος διαμεσολαβητής οφείλει να ειναι κριτικός όχι μόνο απεναντι στην δράση των υπηρεσιών, αλλά και να εντοπίζει τις νομοθετικές αγκυλώσεις που παράγουν κακοδιοίκηση. Η ίδια η έννοια της κακοδιοίκησης είναι ευρύτερη των απλών νομικών παραβάσεων και εκτείνεται σε δομικά προβλήματα, τα οποία ενδέχεται να αφορούν και τις κανονιστικές αρμοδιότητες των οργάνων διοίκησης των δήμων και περιφερειών, αλλά τελικά ακόμη και τις νομοθετικές αστοχίες. Ήδη υπάρχουν Ετήσιες Εκθέσεις ορισμένων Συμπαραστατών που διατυπώνουν ενστάσεις αντισυνταγματικότητας νόμων. Αυτές οι εισηγήσεις μπορούν να είναι εξαιρετικά χρήσιμες για τα όργανα διοίκησης, κατά την συνεννόησή τους με τις κεντρικές αρχές, αλλά ακόμη και στο πλαίσιο της ενάσκησης της νομοθετικής λειτουργίας από το Κοινοβούλιο. Εκεί ακριβώς βρίσκεται κι ένας μείζονος σημασίας λόγος της χρησιμότητας του θεσμού: οι Συμπαραστάτες “ακτινογραφούν”, τελικά, όχι μόνο την τοπική κακοδιοίκηση, αλλά και την κακή νομοθέτηση. Εξυπακούεται ότι η σοβαρότητα μιας τέτοιας παρέμβασης είναι άμεση συνάρτηση της ποιότητας της τεκμηρίωσής της. Σε μια χώρα, όμως, που δεν υπάρχει συνταγματικό δικαστήριο, οι ανεξάρτητες αρχές σε πολλές περιπτώσεις έχει αποδειχθεί ότι συμπληρώνουν, γνωμοδοτικά βεβαίως (και πολύ σπανιότερα, εκτελεστικά), το σχετικό κενό. Η παραγωγή αυτού του αποτελέσματος δεν αφορά, ενδεχομένως, την περίπτωση της διαμεσολάβησης σε ατομική υπόθεση, αλλά την αρμοδιότητα των Συμπαραστατών να διατυπώνουν βελτιωτικές προτάσεις ενόψει σημαντικών προβλημάτων, είτε στο πλαίσιο των Ετήσιων Εκθέσεων, είτε και στο πλαίσιο σύνταξης Ειδικών Προτάσεων που απευθύνονται στα όργανα της διοίκησης του δήμου ή της περιφέρειας.

VΙ. Κριτική των κρινόντων

Οι θεσμοί δεν είναι αυτοσκοποί: κρίνονται από την αποτελεσματικότητά τους. Αποτελεί πια γενική παραδοχή στην διοικητική επιστήμη, αλλά και σε διάφορα άλλα κανονιστικά σύνολα, ότι ένα ολοκληρωμένο σύστημα διοίκησης πρέπει να περιλαμβάνει και τον ανεξάρτητο διαμεσολαβητή για την εξωδικαστική επίλυση διαφορών. Ωστόσο, οι “γενικές παραδοχές” δεν κάμπτουν την -εξίσου γενική- δυσπιστία απέναντι στην δημιουργία νέων υπηρεσιών, ειδικά σε μια περίοδο που επιβάλλεται αυξημένη δημοσιονομική πειθαρχία. Και, καθώς το έργο των Συμπαραστατών δεν θα κριθεί, τουλάχιστον ευθέως, από τα ακυρωτικά δικαστήρια, το ζήτημα θα είναι εαν όντως θα συμβάλουν στην βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών που παρέχουν οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης. Το αποτέλεσμα αυτό θα είναι μετρήσιμο με διάφορα κριτήρια - ένα από αυτά είναι κατά πόσον η διαμεσολάβηση θα απορροφήσει τις δικαστικές κινήσεις εναντίον των δήμων και περιφερειών. Ένα άλλο είναι κατά πόσον τα μέσα ενημέρωσης θα ασχοληθούν με τις εισηγήσεις των διαμεσολαβητών. Κι ένας τρίτο και πιο θεμελιώδες κριτήριο, εξίσου μετρήσιμο, είναι πόσο απαραίτητος θα γίνει ο νέος θεσμός στους αποδέκτες των υπηρεσιών του, δηλαδή στους ίδιους τους πολιτες. Σε κάθε περίπτωση, όπως συμβαίνει με κάθε προσωποπαγή αποστολή, η κριτική δεν μπορεί παρά να εστιάσει και στο ιδιαίτερο στυλ που θα ακολουθηθεί από τον εκάστοτε φυσικό φορέα του θεσμού. Συνήθως, στις σχετικές αναλύσεις υπερτονίζονται τα  χαρακτηριστικά της ακεραιότητας κι αμεροληψίας, όροι που καμία θεσμική ανεξαρτησία δεν μπορεί να προδιαγράψει. Ωστόσο, τέτοιου είδους προσωπικά χαρακτηριστικά μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο μόνο υποκειμενικών κρίσεων, οι οποίες είναι πάντοτε ευπρόσδεκτες, αλλά βέβαια πρέπει να αντιμετωπίζονται στο πλαίσιο που διατυπώνονται, με την αναπόφευκτη συναξιολόγηση και του εκάστοτε κρίνοντος. 

(Δημοσιεύθηκε στο τεύχος Οκτωβρίου 2012 του περιοδικού "The Book's Journal"). 

Κυριακή, Οκτωβρίου 28, 2012

H νομιμότητα της δημοσίευσης της "λίστας Λαγκάρντ"

Η δημοσίευση σε έκτακτο τεύχος περιοδικού ερευνητικής δημοσιογραφίας της "λίστας Λαγκάρντ", δηλαδή ενός φερόμενου καταλόγου ονομάτων Ελλήνων καταθετών του ελβετικού τραπεζικού συστήματος, θέτει μια σειρά από νομικής και συνταγματικής φύσης ερωτήματα, τα οποία δεν είναι εύκολο να απαντηθούν με ένα ναι ή ένα όχι, αλλά προϋποθέτουν ευρύτατη συνεκτίμηση πολλών και διαφορετικών κανονιστικών διανυσμάτων. 

Σεβόμενος το τεκμήριο της αθωότητας του δημοσιογράφου που συνελήφθη για την δημοσίευση της λίστας, αλλά και τα έννομα συμφέροντα των ανθρώπων που τα ονόματά τους περιλαμβάνονται σε αυτή, θα περιορίσω αυτή την αναφορά στα κριτήρια που πρέπει να ληφθούν υπόψη σε μια αντικειμενική και επιστημονικά επαρκή  ποινική διερεύνηση της νομιμότητας της δημοσίευσης της λίστας Λαγκάρντ. Σημειωτέον, ότι το νομικό ζήτημα για την αξιοποίηση του περιεχομένου της αποτελεί αντικείμενο εντελώς διαφορετικών σταθμίσεων και κρίσεων και σε αυτό το κείμενο δεν ασχολούμαι με αυτό το θέμα, αλλά μόνο με την νομιμότητα της δημοσιοποίησης των ονομάτων.

Είναι "προσωπικά δεδομένα;"

Υπάρχει η εσφαλμένη αντίληψη ότι τα προσωπικά δεδομένα αφορούν τις σφαίρες της ιδιωτικότητας και τις πιο εσωτερικές πτυχές της ζωής και της προσωπικότητας του ατόμου. Είναι η άποψη που βλέπει το συγκεκριμένο νομικό ζήτημα ως μια στάθμιση ανάμεσα αφενός στην ελευθερία του Τύπου και αφετέρου στην ιδιωτική ζωή των ατόμων. Με τόσο χονδροειδή κριτήρια, είναι προφανές ότι πιο εύκολα καταλήγει κανείς ότι η ελευθερία του Τύπου δεν μπορεί να καταργηθεί για ένα θέμα που έχει απασχολήσει τόσο πολύ την κοινή γνώμη. Στην πραγματικότητα, όμως, το δίκαιο μας παρέχει πιο εκλεπτυσμένα νομικά εργαλεία, τα οποία αποτελούν προϊόντα δεκαετιών επεξεργασίας αντίστοιχων υποθέσεων.

Ο όρος "δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα" (ή "προσωπικά δεδομένα") δεν αποτελεί μέγεθος ταυτόσημο με την ιδιωτικότητα. Κατά την σχετική νομοθετική διάταξη, προσωπικά δεδομένα είναι "κάθε πληροφορία" που αναφέρεται σε ένα φυσικό πρόσωπο, η ταυτότητα του οποίου είναι γνωστή ή μπορεί να προσδιοριστεί με διάφορα κριτήρια. Aπό αυτή την άποψη, δεν νομίζω ότι υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η καταγραφή ή μετάδοση του ονοματεπωνύμου του οποιουδήποτε, σε οποιοδήποτε πλαίσιο, αποτελεί προσωπικά δεδομένα. Από εκεί και πέρα όμως, το ζητούμενο είναι αν τα συγκεκριμένα προσωπικά δεδομένα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Νόμου για την προστασία προσωπικών δεδομένων.

Είναι "ευαίσθητα δεδομένα";

Προσωπικά δεδομένα δεν σημαίνει αυτομάτως και πλήρη απαγόρευση της χρήσης της εκάστοτε ονομαστικοποιημένης πληροφορίας. Αυτό γίνεται σαφέστερο, αν παρακολουθήσουμε την διαφορά ρύθμισης ανάμεσα σε απλά και σε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα. Τα ευαίσθητα δεδομένα σχετίζονται με ορισμένες ιδιότητες εγγενείς ή δυσμετάβλητες: εθνική - φυλετική προέλευση, θρήσκευμα, πολιτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις, υγεία, ποινικές διώξεις και καταδίκες, κοινωνική πρόνοια, ερωτική ζωή, συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση. Αποτελούν όλα κατηγορίες πληροφοριών βάσει των οποίων ενδέχεται να επιβληθούν στα άτομα δυσμενείς και απαγορευμένες διακρίσεις. Γι' αυτό η χρήση των ευαίσθητων δεδομένων απαγορεύεται, εάν δεν υπάρχει άδεια της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. 

Οι καταθέσεις σε τραπεζικό λογαριασμό δεν είναι ευαίσθητα δεδομένα. Άλλο όμως είναι οι καταθέσεις σε τραπεζικό λογαριασμό γενικά, κι άλλο είναι "οι καταθέσεις Ελλήνων σε ελβετική τράπεζα", κατηγοριοποίηση η οποία υπογραμμίζει ως καθοριστικό κριτήριο του περιεχομένου του αρχείου την εθνική προέλευση των υποκειμένων των δεδομένων. Κριτήριο λοιπόν για το εάν τα δεδομένα αυτά είναι ευαίσθητα ή όχι, αποτελεί η πλαισίωση της επεξεργασίας και το κατά πόσον το στοιχείο της εθνικής καταγωγής ήταν καθοριστικό για την στοιχειοθέτηση της λίστας ή εάν αρκούσε το πιο απλό κριτήριο της ιθαγένειας. 

Το πεδίο εφαρμογής του Ν.2472/1997

Το γεγονός ότι μια πληροφορία μπορεί να αποτελεί προσωπικά δεδομένα δεν σημαίνει ότι εμπίπτει άνευ ετέρου στις ρυθμίσεις της ειδικής νομοθεσίας για την προστασία προσωπικών δεδομένων. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν.2472, ο νόμος αυτός εφαρμόζεται σε δύο περιπτώσεις:

 α) όταν τα δεδομένα υποβάλλονται σε αυτοματοποιημένη εν  όλω ή εν μέρει επεξεργασία και 

β) όταν τα δεδομένα υποβάλλονται σε μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία, αλλά περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο. 

Επομένως, εάν τα προσωπικά δεδομένα έχουν υποβληθεί σε μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία, χωρίς να περιλαμβάνονται ή να πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο, τότε δεν εφαρμόζεται ο Ν.2472.

 Η έννοια του αρχείου προσδιορίζεται κι αυτή απο το άρθρο 2 και αφορά κάθε διαρθρωμένο σύνολο προσωπικών δεδομένων που είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια. Αυτό σημαίνει ότι μια λίστα με ονόματα από μόνη της δεν είναι αρχείο, εάν δεν είναι διαρθρωμένο σύνολο που καθιστά τα δεδομένα προσιτά με συγκεκριμένα κριτήρια, και επομένως εάν έχει υποβληθεί σε μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία, τότε ο Ν.2472 δεν εφαρμόζεται. Εάν βέβαια έχει υποβληθεί σε αυτοματοποιημένη επεξεργασία, έστω και εν μέρει, τότε δεν χρειάζεται να αναζητήσουμε κατά πόσον η λίστα συνιστά "αρχείο". 

Σύμφωνα με την πάγια νομολογία της Αρχής, η δημοσίευση προσωπικών δεδομένων στον Τύπο, δηλαδή σε έντυπα που κυκλοφορούν με περιοδικότητα, συνιστά εισαγωγή των προσωπικών δεδομένων σε αρχείο, αφού τα καθιστά προσιτά με γνώμονα "συγκεκριμένα κριτήρια": τον τίτλο του εντύπου, την ημερομηνία και το φύλλο κυκλοφορίας του. Το κατά πόσον η ερμηνεία αυτή είναι επαρκής είναι ένα ανοικτό θέμα, αλλά αποτελεί μια προσέγγιση που η Αρχή ακολουθεί από το 2008 στις αποφάσεις της, με πρώτη υπόθεση την δημοσίευση των φωτογραφιών ερωτικών περιπτύξεων του πρώην γ.γ. του ΥΠΠΟ και της (τότε) "34χρονης" από το "Πρώτο Θέμα". 

Προϋποθέσεις δημοσίευσης

Αν θεωρήσουμε λοιπόν ότι η δημοσίευση της λίστας υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του Ν.2472/1997, θα πρέπει να εξετάσουμε κατά πόσον πληρούνται οι όροι της νόμιμης επεξεργασίας τους. 

Εάν θεωρήσουμε ότι πρόκειται για απλά δεδομένα, κι όχι για ευαίσθητα, τότε θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον συντρέχει μια από τις 6 περιπτώσεις νόμιμης επεξεργασίας του άρθρου 5. Η πρώτη αφορά την συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων: ο πληροφοριακός αυτοκαθορισμός επιβάλλει το ίδιο το άτομο να είναι ο κύριος των πληροφοριών που το αφορούν και να αποφασίζει το ίδιο για την τύχη τους. Από την δεύτερη έως την πέμπτη προϋπόθεση, οι διατάξεις αφορούν άσχετα θέματα (όχι, δεν είναι έργο δημοσίου συμφέροντος η δημοσίευση από ιδιώτη). Η έκτη προϋπόθεση είναι εκείνη που θέτει ορισμένους κανόνες στάθμισης, επιτρέποντας την χρήση κι άλλων κανονιστικών κριτηρίων, όπως η νομολογία, οι συστάσεις διεθνών οργανισμών κλπ. Αναφέρει λοιπόν το άρθρο 5 παρ. 2 περ. ε του Ν.2472/1997 ότι επιτρέπεται η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και χωρίς την συγκατάθεση των ατόμων, 

"όταν είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα, και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών."

Αυτός είναι ο κανόνας, ο οποίος εισάγει το ζήτημα της στάθμισης "ελευθερία του Τύπου" - "ιδιωτικότητα". Όσο κι αν ο κανόνας φαίνεται υπεργενικός, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι δίνει μια προτεραιότητα στην ιδιωτικότητα: η δημοσίευση δεν αρκεί να είναι απλώς επιθυμητή, αλλά "απολύτως αναγκαία" και το έννομο συμφέρον του δημοσιογράφου να πληροφορήσει και του κοινού να μάθει δεν πρέπει να είναι απλώς υπαρκτό αλλά πρέπει και να "υπερέχει προφανώς" των δικαιωμάτων και συμφερόντων των ατόμων που περιλαμβάνονται στη λίστα Λαγκάρντ. 

Εάν κριθεί δεν υπάρχει τέτοια "απόλυτη" αναγκαιότητα να μάθουμε το περιεχόμενο της λίστας και αν κριθεί ότι  δεν υπρέχει "προφανώς" το δικαίωμα στην πληροφόρηση, τότε η δημοσίευση δεν θα ήταν νόμιμη, τουλάχιστον σύμφωνα με αυτόν τον κανόνα. 

Χωρίς βέβαια να σημαίνει και ότι αυτή η διατύπωση μπορεί να μείνει χωρίς κριτική  από την άποψη της συνταγματικής επάρκειάς της, αν λάβουμε υπόψη ότι το δικαίωμα στην πληροφόρηση αλλά και το δικαίωμα στην προστασία δεδομένων είναι δύο δικαιώματα ίσης τυπικής ισχύος από την ίδια την κατοχύρωσή τους στον Συνταγματικό χάρτη, όσο κι αν - τελικά - και στην ίδια την διατύπωση του Συντάγματος, στο άρθρο 5Α είναι που τοποθετείται η επιφύλαξη υπέρ των προσωπικών δεδομένων κι όχι το αντίστροδο. 

Υποχρέωση ενημέρωσης των υποκειμένων 

Ο γενικός κανόνας είναι ότι ακόμη κι αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις νόμιμης επεξεργασίας, ο υπεύθυνος οφείλει να ενημερώσει τα υποκείμενα των δεδομένων κατά το στάδιο της συλλογής (δηλ. εν προκειμένω όταν παρέλαβε την λίστα Λαγκάρντ) και αν πρόκειται να τα ανακοινώσει σε τρίτους, τα υποκείμενα πρέπει να ενημερωθούν πριν από αυτούς. (Άρθρο 11). Γενικά, το δικαίωμα στον πληροφοριακό αυτοκαθορισμό περιλαμβάνει ως θεμελιώδη αρχή ότι καθένας πρέπει να γνωρίζει ποιος, για ποιο σκοπό και ποια προσωπικά δεδομένα του διαχειρίζεται. 

Ωστόσο, έτσι δεν θα μπορούσε να προχωρήσει ποτέ η δημοσιογραφία. Γι' αυτό ο νόμος περιλαμβάνει μια εξαίρεση: η υποχρέωση ενημέρωσης δεν υφίσταται όταν η συλλογή γίνεται "αποκλειστικά για δημοσιογραφικούς σκοπούς" και αφορά δημόσια πρόσωπα. Σημειωτέον ότι η διάταξη αυτή αφορά την "συλλογή", δηλαδή το στάδιο της δημοσιογραφικής έρευνας, όχι απαραίτητα και το στάδιο της δημοσιοποίησης. Έπειτα, η άρση της υποχρέωσης ισχύει για δημόσια πρόσωπα, χωρίς ο νόμος να προσδιορίζει σε αυτό το άρθρο με πιο σαφή κριτήρια αυτή την έννοια. Βέβαια, ο νόμος στο άρθρο 7 που αφορά τα ευαίσθητα δεδομένα, δίνει ορισμένες πιο σαφείς κατευθύνσεις για την έννοια του δημοσίου προσώπου: είναι αυτό που ασκεί δημόσιο λειτούργημα ή διαχειρίζεται συμφέροντα τρίτων. Έτσι, η ευρεία έννοια του δημόσιου προσώπου περιλαμβάνει όχι μόνο τους δημόσιους λειτουργούς, αλλά και κάθε πρόσωπο που και στον ιδιωτικό τομέα εξαρτώνται τα συμφέροντα άλλων ανθρώπων από τις αποφάσεις του. 

Πάντως, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, εάν ένα πρόσωπο δεν εμπίπτει σε αυτήν την διευρυμένη κατηγορία δημόσιων προσώπων, η υποχρέωση ενημέρωσης ακόμη και για δημοσιογραφική συλλογή δεδομένων δεν αίρεται. Επομένως, η νομιμότητα της δημοσίευσης της "λίστας Λαγκάρντ" εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τις ιδιότητες των ίδιων των ατόμων που περιλαμβάνονται σε αυτή. 

Το ποινικό αδίκημα

Δεν αποτελεί κάθε παράβαση του Ν.2472 και ποινικό αδίκημα. Υπάρχει το άρθρο 22 του ίδιου νόμου που τυποποιεί συγκεκριμένες, σοβαρές -και λιγότερο σοβαρές- παραβάσεις ως ποινικά αδικήματα: η μη γνωστοποίηση αρχείου προσωπικών δεδομένων στην Αρχή, η μη λήψη άδειας για συλλογή ευαίσθητων δεδομένων και η μη συμμόρφωση προς απόφασης της Αρχής είναι ορισμένα από αυτά. 

Το πιο κλασικό βέβαια είναι το αδίκημα της παραγράφου 4, το οποίο στην πραγματικότητα περιλαμβάνει μια ευρύτατη διατύπωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, που αφορά  την "χωρίς δικαίωμα" χρήση, με κάθε τρόπο, των προσωπικών δεδομένων: 

Όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων, ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις.

Αυτό το "χωρίς δικαίωμα" είναι που διαχωρίζει τις επιτρεπόμενες, κατά τον υπόλοιπο ν.2472, επεξεργασίες, από τις ποινικά κολάσιμες. 

Δηλαδή τελικά η τέλεση ή μη του ποινικού αδικήματος θα κριθεί από το εάν:

α) τα προσωπικά δεδομένα υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του ν.2472 ή όχι,

β) συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της λήψης συγκατάθεσης ή της απολύτως αναγκαίας δημοσίευσης που εξυπηρετεί το δικαίωμα πληροφόρησης εάν αυτό υπερέχει προφανώς των συμφερόντων των ατόμων να μην δημοσιευτούν τα δεδομένα τους. 

γ) έπρεπε ή όχι να έχουν ενημερωθεί τα υποκείμενα των δεδομένων πριν την δημοσίευση της λίστας. 

Αυτά είναι τα τρία νομικά ερωτήματα που η απάντησή τους, με βάση τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, θα πρέπει να εξεταστεί και να δοθεί από τις αρμόδιες αρχές. Η απάντηση λοιπόν δεν μπορεί να δοθεί ούτε από έναν νομικό παρατηρητή, όχι μόνο για λόγους σεβασμού του τεκμηρίου της αθωότητας, αλλά και για λόγους μη γνώσης των ιδιαίτερων συνθηκών στις οποίες διενεργήθηκε η επίμαχη δημοσίευση. 




Τρίτη, Οκτωβρίου 16, 2012

Ομοφοβική λογοκρισία από την ΕΡΤ

Απόψε ξεκίνησε η προβολή της σειράς Downton Abbey από τον κρατικό τηλεοπτικό σταθμό της ΝΕΤ. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, από το σώμα του πρώτου επεισοδίου της σειράς απαλείφθηκε σκηνή που περιείχε ένα φιλί μεταξύ δύο ανδρών (βλ. εδώ). 

Πρόκειται σαφέστατα για φαινόμενο λογοκρισίας, καθώς η σειρά μεταδόθηκε μετά τις 10.00 και πλέον δεν υπάρχει απολύτως καμία δικαιολογία, ούτε καν οι φαιδρότητες περί προστασίας της παιδικής ηλικίας που ακούστηκαν και στο παρελθόν.

Να θυμίσουμε ότι ήδη από το 2006 το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε πρόστιμο που είχε επιβάλει το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόραση στο MEGA για αντίστοιχη σκηνή της σειράς "Κλείσε τα μάτια". Με την απόφαση 3490/2006, το Δ' Τμήμα του ΣτΕ έκρινε μεταξύ άλλων:

"(...) αυτή καθεαυτήν η παρουσίαση σκηνής με την οποία εκφράζεται απλώς και η ομοφυλόφιλη ερωτική επιθυμία, με ένα φιλί και χωρίς να υπάρχουν σκηνές πορνογραφικού περιεχομένου ή βωμολοχίες, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ότι προσδίδει στην επίμαχη τηλεοπτική ταινία την, απαγορευμένη από το Σύνταγμα, χαμηλή και υποβαθμισμένη ποιοτική στάθμη, που την καθιστά επίμεμπτη. Με την παράσταση στην επίμαχη ενδιάμεση σκηνή της εκφράσεως ομοφυλόφιλης ερωτικής επιθυμίας, γίνεται παρουσίαση μιας υπαρκτής κοινωνικής πραγματικότητας, η οποία σχετίζεται με μια κοινωνική ομάδα, μεταξύ των πολλών, οι οποίες συνθέτουν μια ανοικτή και σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία, οι ερωτικές επιλογές της οποίας, όχι μόνο δεν αποδοκιμάζονται από τη συνταγματική τάξη της χώρας, αλλά τουναντίον επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 2 (σεβασμός και προστασία της αξίας του ανθρώπου) και 5 παρ. 1 (προστασία της προσωπικής ελευθερίας) ως εκδήλωση ελεύθερης επιλογής των αποτελούντων αυτή, να γίνονται απολύτως σεβαστές και να μπορούν να εκφράζονται στα έργα τέχνης, όπως εξάλλου οι ερωτικές επιλογές και ευαισθησίες και των υπόλοιπων ομάδων του πληθυσμού της χώρας."


Αντίστοιχη περίπτωση λογοκρισίας καλλιτεχνικού έργου με την αφαίρεση φιλιού ανάμεσα σε δύο άνδρες υπήρξε και το 2009 στην παράσταση της όπερας Ρούσαλκα στην Εθνική Λυρική Σκηνή. Σ΄εκείνη την περίπτωση παρενέβη ο Συνήγορος του Πολίτη, ο οποίος σε σύστασή του έκρινε ότι με την λογοκρισία αυτή θίγεται όχι μόνο ο καλλιτέχνης, αλλά και το κοινό, το οποίο αποστερείται από το συνταγματικό του δικαίωμα να απολαύσει το έργο στην πληρότητα με την οποία το παρέδωσε ο δημιουργός του: 


“(...)στο σκέλος που αφορά την ελευθερία της τέχνης στην παθητική της διάσταση, ως δικαίωμα δηλαδή του κοινού να παρακολουθήσει την ελεύθερη καλλιτεχνική απόδοση μιας παράστασης, όπως την εμπνεύστηκε και επέλεξε να την αποδώσει η δημιουργός της (...)”. Σε αυτό το σημείο, ο Συνήγορος αναγνωρίζει λοιπόν την αξίωση του κοινού να παρακολουθεί ένα έργο χωρίς λογοκριτικές επεμβάσεις διοικητικών οργάνων, επισημαίνοντας ότι αυτή η αξίωση απορρέει από το άρθρο 16 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει ανεπιφύλακτα την ελευθερία της τέχνης και την υποχρέωση του κράτους για την ανάπτυξη και την προαγωγή της. Ο Συνήγορος αναφέρει ότι “η συνταγματική αυτή πρόβλεψη καθιερώνει την υποχρέωση του κράτους και των οργάνων του να συμβάλλουν στη δημιουργία ενός κλίματος ελευθερίας και εκτίμησης της καλλιτεχνικής δημιουργίας, απέχοντας από κάθε ενέργεια που θα απέβλεπε ή θα είχε ως πιθανολογούμενη συνέπεια τον καθορισμό του αισθητικού αποτελέσματος της παρεχόμενης προς το κοινό καλλιτεχνικής δημιουργίας. Βασική προϋπόθεση για την επιδίωξη αυτή είναι η απουσία άμεσων ή έμμεσων προληπτικών  ή κατασταλτικών πρακτικών από την πλευρά του κράτους και των υπηρεσιών του στο στάδιο της παραγωγής ή της διάδοσης έργων τέχνης”. 

Αυτή η συνταγματική ελευθερία του κοινού πιθανολογεί ο Συνήγορος ότι παραβιάστηκε, αναφέροντας: “Ωστόσο, εκ του αποτελέσματος φαίνεται ότι όχι μόνο δεν κατέστη τελικώς δυνατή η διασφάλιση της ελεύθερης από παρεμβάσεις παροχή της καλλιτεχνικής αυτής υπηρεσίας προς το κοινό, όπως αρχικώς είχε επιλεγεί και προαναγγελθεί δημοσίως, αλλά επιπλέον η αδυναμία αυτή αποδίδεται σε αντιδράσεις των ίδιων των μελών της “Ορχήστρας Λυρικής Σκηνής”, μολονότι η “Ορχήστρα Λυρικής Σκηνής” οφείλει να συνεπικουρεί την Εθνική Λυρική Σκηνή στο έργο της, αλλά και στη διασφάλιση του δικαιώματος των θεατών να παρακολουθήσουν aπρόσκοπτα την παρεχόμενη καλλιτεχνική υπηρεσία.

Ως προς το ομοφοβικό κίνητρο της λογοκριτικής παρέμβασης, το οποίο αναφέρει ως “κριτήρια που δεν φαίνεται να έχουν καν καλλιτεχνικό περιεχόμενο” ο Συνήγορος του Πολίτη είναι κάθετος: 

Η απόδοση ομοφυλοφιλικής ερωτικής επιθυμίας σε έναν ήρωα μυθοπλασίας και η εκδήλωσή της με ένα ερωτικό φιλί επί σκηνής, λαμβανομένης υπ' όψιν της εξέλιξης των κοινωνικών ηθών, ούτε αποτελεί "ακραία σκηνή", ούτε μπορεί να εκληφθεί ως προσβλητική προστατευόμενου έννομου αγαθού των φερομένων ως θιγόμενων από αυτό. [...] Η ομοφυλόφιλη ερωτική επιθυμία αποτελεί άλλωστε κοινωνικό δεδομένο και προστατεύεται στην συνταγματική μας έννομη τάξη , στο πλαίσιο της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος) και του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 του Συντάγματος). Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, η έκφρασή της στην τέχνη δεν την καθιστά, άνευ άλλου τινός επίμπεμπτη και δεν επιτρέπει την επιβολή περιορισμών, για τον λόγο και μόνο ότι αυτή εκφράζεται σε καλλιτεχνικό έργο και εκδηλώνεται με ένα ερωτικό φιλί επί σκηνής (βλ. και σχετική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ΣτΕ 3490/2006 με την οποία ακυρώθηκε επιβληθέν πρόστιμο από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης σε τηλεοπτική εκπομπή για την παρουσίαση ερωτικού φιλιού μεταξύ ανδρών).”

Σε μια χώρα που οι θεσμοί λειτουργούν, το ΕΣΡ θα είχε ήδη ζητήσει από την ΝΕΤ να προβάλλει το επεισόδιο,  χωρίς να λογοκρίνει το περιεχόμενό του, εξασφαλίζοντας έτσι την πλήρη πρόσβαση στου τηλεοπτικού κοινού στο καλλιτεχνικό έργο.

Σε μια χώρα με ενεργή κοινωνία των πολιτών, η ΕΡΤ θα είχε ήδη λάβει χιλιάδες επιστολές διαμαρτυρίας με αίτημα την προβολή του επεισοδίου στην ακέραιη εκδοχή του. 

Πέμπτη, Οκτωβρίου 11, 2012

Παράνομη η χορήγηση στατιστικών στοιχείων αλλοδαπών παιδιών

Αναφέρεται στην ειδησεογραφία ότι, στο πλαίσιο κοινοβουλευτικού ελέγχου, ζητήθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών η διαβίβαση των στοιχείων των αλλοδαπών νηπίων και βρεφών που γίνονται δεκτά από δημοτικούς παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς. Σε μία περίπτωση, καταγράφεται η προώθηση του αιτήματος από Αποκεντρωμένη Διοίκηση (δηλαδή κρατικό φορέα που ασκεί έλεγχο στους Ο.Τ.Α. της περιοχής) προς τους Δήμους της αρμοδιότητάς της και με επίκληση εγγράφου του Υπουργείου Εσωτερικών ζητείται η γνωστοποίηση του αριθμού των ημεδαπών και αλλοδαπών που επελέγησαν για να καλύψουν τις θέσεις των αντίστοιχων παιδικών και βρεφονηπιακών σταθμών. 

Τίθεται λοιπόν το ερώτημα περί του εάν είναι νομικώς επιτρεπτή η χορήγηση  τέτοιου είδους αριθμητικών στοιχείων ανά βρεφονηπιακό και παιδικό σταθμό ή εάν υπάρχουν απαγορεύσεις που θα απέκλειαν την ικανοποίηση του σχετικού αιτήματος  - εντολής. 

Υπάρχει το επιχείρημα ότι εφόσον πρόκειται για απλά αριθμητικά στοιχεία, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής του Ν.2472/1997, καθώς ο νόμος αυτός καλύπτει τις πληροφορίες που αφορούν φυσικά πρόσωπα τα οποία μπορούν να ταυτοποιηθούν. Ωστόσο, κατά τον νομοθετικό ορισμό των "δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", ως τέτοια αναφέρεται μεν "κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων", με την συμπλήρωση όμως ότι "δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν πλέον να προσδιοριστούν τα υποκείμενα των δεδομένων". Εάν, δηλαδή, ακόμη κι από στατιστικής φύσεως στοιχεία μπορούν να προσδιοριστούν τα υποκείμενα των δεδομένων, a contrario, ακόμη και φαινομενικώς ανωνυμοποιημένα στοιχεία, αποτελούν τελικά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κι επομένως εφαρμόζονται επ' αυτών οι σχετικές διατάξεις του Ν.2472. Σε αυτήν την προσέγγιση συνηγορεί εξάλλου και ο νομοθετικός ορισμος του "υποκειμένου των δεδομένων", ο οποίος αφορά "το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτοτητα είναι γνωστή ή μπορει να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιοριστεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική."

Σύμφωνα μάλιστα με την Γνωμοδότηση 4/2007 της Ομάδας Εργασίας των Ευρωπαϊκών Αρχών Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων ως προς τον ορισμό των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες "παρά το ότι οι πληροφορίες παρουσιάζονται ενδεχομένως ως συνολικά στοιχεία, το αρχικό δείγμα δεν είναι ικανού μεγέθους και μπορεί να γίνει εξακρίβωση της ταυτότητας ατόμων μέσω άλλων πληροφοριών" (βλ. και αρκετά τέτοια παραδείγματα στην Γνωμοδότηση). Έτσι, η ανωνυμοποίηση και η παρουσίαση στοιχείων ως συγκεντρωτικών, όταν αφορούν μια περιορισμένη γεωγραφικά περιοχή και προσδιορίσιμους παιδικούς ή βρεφονηπιακούς σταθμούς είναι πολύ πιθανό τελικά να μην συνιστά πραγματική ανωνυμοποίηση, έτσι ώστε τα στατιστικά στοιχεία να καθίστανται, στην πράξη, προσωπικά δεδομένα (λ.χ. στον βρεφονηπιακό σταθμό Χ υπάρχει 1 αλλοδαπός = έμμεσα, αλλά ευχερώς ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο = προσωπικά δεδομένα). 

Εξάλλου, τα δεδομένα που αφορούν την φυλετική ή εθνική προέλευση αποτελούν "ευαίσθητα δεδομένα" και ως εκ τούτου η επεξεργασία τους απαγορεύεται χωρίς την άδεια της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, η οποία μπορεί να δοθεί μόνο για τους προβλεπόμενους από το άρθρο 7 παρ. 2 ν.2472 σκοπούς, ανάμεσα στους οποίους δεν συγκαταλέγεται και ο σκοπός του κοινοβουλευτικού ελέγχου

Περαιτέρω όμως, ανεξάρτητα από το αν το τελικό διαβιβάσιμο αποτέλεσμα αποτελεί στατιστική πληροφορία ή προσωπικά δεδομένα, μια τέτοια διαδικασία θα προϋποθέτει αυτονόητα ήδη την δημιουργία ενός επώνυμου αρχείου: πριν ανωνυμοποιηθούν και στατιστικοποιηθούν τα στοιχεία, οι αρμόδιοι θα πρέπει να ετοιμάσουν ονομαστικούς καταλόγους των νηπίων και βρεφών. Η ίδια η δημιουργία ενός τέτοιου καταλόγου που αποσκοπεί στην απάντηση του επίμαχου ερωτήματος αποτελεί τελικά ένα εθνοτικό profiling, δηλαδή συγκρότηση ενός αρχείου προσωπικών δεδομένων με κριτήριο την φυλετική/εθνική καταγωγή ή - έστω - την ιθαγένεια (που δεν είναι καθόλου διακριτό στοιχείο απο τα δύο προηγούμενα), ενώ η δημιουργία ενός τέτοιου αρχείου και πάλι προϋποθέτει την άδεια από την Αρχή, μόνο όμως για λόγους του άρθρου 7 παρ. 2 ν.2472, ανάμεσα στους οποίους, όπως είπαμε, δεν περιλαμβάνεται η ανταπόκριση σε ερώτημα κοινοβουλευτικούς ελέγχου. 

Για αυτούς τους δύο λόγους, δηλαδή: 1ον τα εν δυνάμει ταυτοποιήσιμα φυσικά πρόσωπα και 2ον τη ειδική προεργασία για την προετοιμασία των στατιστικών στοιχείων, ο ν.2472 δεν επιτρέπει την χορήγηση τέτοιων στοιχείων στο πλαίσιο του συγκεκριμένου αιτήματος και οι τυχόν σχετικές εντολές για διαβίβαση στοιχείων πρέπει να απορρίπτονται ως αντίθετες στον ν.2472, ο οποίος εξειδικεύει σε επίπεδο κοινής νομοθεσιας το περιεχόμενο των διατάξεων του άρθρου 9Α του Συντάγματος. 



Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 26, 2012

H άρνηση προστασίας του απορρήτου

Αξίζει να αναζητήσει κανείς την ιστορία της θεσμοθέτησης του απορρήτου των επικοινωνιών στην Ελλάδα, ιδίως της διαδικασίας για την δικαστική άρση του, της προστασίας του από διάφορες αρχές, ανεξάρτητες και κλασικές. Θα διαπιστώσει την πλήρη άρνηση της κάθε κυβέρνησης να αντιμετωπίσει το θέμα στις πραγματικές διαστάσεις του: ως μια υπόθεση διαχείρισης ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Από την μία πλευρά η προστασία της ιδιωτικότητας, εν γένει, περιλαμβάνει φυσικά και το απόρρητο των επικοινωνιών. Από την άλλη πλευρά, όταν τα δικαιώματα κάποιου άλλου προσώπου θίγονται, τότε πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο περιορισμού της ιδιωτικότητας. Το Σύνταγμα δίνει μια προτεραιότητα στο απόρρητο: μόνο για ιδιαίτερα σοβαρά εγκλήματα ή για λόγους εθνικής ασφάλειας επιτρέπεται η άρση του. Επίσης: αποδεικτικά μέσα που συλλέχθηκαν κατά παράβαση του απορρήτου δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται στα δικαστήρια. 

Ο εκάστοτε νομοθέτης όμως, έρχεται συνήθως περιστασιακά και αποσπασματικά, να καλύψει μια δεδομένη "επικαιρότητα". Κάποτε τα ζητήματα απορρήτου συνδέθηκαν με το μεγάλο μεταπολιτευτικό σκάνδαλο της δεκαετίας του '80. Στη δεκαετία του 1990 υπήρξε πάλι πολιτική επικαιρότητα που οδήγησε στην ψήφιση του πολύπαθου Ν.2225/1994 που ισχύει μέχρι σήμερα, ύστερα από αλλεπάλληλες επεμβάσεις. Στον "δρόμο" προστέθηκαν και νέα νομικά εργαλεία: η νομοθεσία για την προστασία προσωπικών δεδομένων και η λειτουργία της αντίστοιχης ανεξάρτητης αρχής. Παράλληλα, ξεκίνησε η εξάπλωση του Διαδικτύου με την απόδοσή του στην ευρεία χρήση. Οι κυβερνήσεις, κάθε φορά που συνέβαινε κάτι σοβαρό, θεωρούν ότι με διάφορους νομοθετικούς αυτοσχεδιασμούς θα λύσουν το πρόβλημα της εγκληματικότητας. Η εισαγγελία του Αρείου Πάγου, απαντώντας σε ερωτήματα υπηρεσιών, έρχεται να ακυρώσει όσα αναφέρουν οι ευρωπαϊκές Οδηγίες για την προστασία των δεδομένων κίνησης και θέσης, γνωμοδοτώντας ότι αυτά δεν εμπίπτουν στο απόρρητο, άρα κάθε αστυνομικός υπάλληλος μπορεί να παραβιάζει ό,τι θέλει στο διαδίκτυο για να βρίσκει ό,τι χρειάζεται για κάθε αδίκημα, όχι μόνο τα "ιδιαιτέρως σοβαρά" που αναφέρει το Σύνταγμα.

Η υπερρύθμιση, είναι στην πραγματικότητα μη ρύθμιση. Κι όταν αφορά την ενάσκηση ανθρώπινων δικαιωμάτων και κυρίως την επιβολή περιορισμών σε αυτά, η μη ρύθμιση σημαίνει άρνηση προστασίας. 

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 24, 2012

Σύλληψη κατόχου σατιρικής σελίδας στο facebook

Διαβάζοντας τo σχετικό δελτίο τύπου της Αστυνομίας διαπιστώνει κανείς ότι δεν γίνεται αναφορά σε άρση του απορρήτου. Η άρση του απορρήτου που προβλέπεται από τον Ν.2225/1994 (όπως τροποποιήθηκε και ισχύει) είναι η συνταγματικά προβλεπόμενη διαδικασία για τον περιορισμό του απορρήτου των επικοινωνιών, αλλά σύμφωνα με το άρθρο 19 του Συντάγματος αφορά "ιδιαιτέρως σοβαρά εγκλήματα". O συγκεκριμένος καθορισμός των ιδιαιτέρως σοβαρών εγκλημάτων προσδιορίζεται από τον κοινό νομοθέτη, ο οποίος σεβόμενος το γράμμα και το πνεύμα του Συντάγματος περιέλαβε στον σχετικό κατάλογο μόνο ορισμένα σοβαρά κακουργήματα.

Τα αδικήματα της κακόβουλης βλασφημίας, της καθύβρισης θρησκευμάτων και της εξύβρισης νεκρού είναι πλημμελήματα, επομένως δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο των εγκλημάτων για τα οποία επιτρέπεται η άρση του απορρήτου. Σημειωτέον ότι επειδή το απόρρητο των επικοινωνιών είναι συνταγματικό δικαίωμα, ο συνταγματικός νομοθέτης έχει ορίσει τις δικαστικές αρχές ως αρμόδιες για να διατάξουν την σχετική άρση.

Ωστόσο, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου το 2009 γνωμοδότησε ότι στο Διαδίκτυο "δεν υπάρχει απόρρητο" ως προς τα δημοσιεύματα. Με την λογική ότι η δημοσίευση συνιστά εξ ορισμού παραίτηση του ατόμου από τα δικαιώματα της ιδιωτικότητας. Πρόκειται περί μιας απολύτως αβάσιμης ερμηνείας: άλλο είναι το μέρος που ο χρήστης θέλει να δημοσιεύσει κι άλλο το μέρος των προσωπικών δεδομένων του που χρησιμοποιούνται για την ολοκλήρωση της διαδικτυακής ανάρτησης και από τα οποία μπορει να προκύψει η σχετική ταυτοποίηση. Ο χρήστης που δημοσιεύει με ψευδώνυμο επιθυμεί την δημοσιότητα μόνο ενός μέρους του περιεχομένου, ενώ ουδέποτε παραιτήθηκε φυσικά από το απόρρητο των traffic data που μπορούν να οδηγήσουν στην αποκάλυψη της ταυτότητάς του. 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως, διαβάζουμε στο δελτίο τύπου της Αστυνομίας ότι


"Από την αστυνομική ψηφιακή έρευνα, που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο διενέργειας προκαταρκτικής εξέτασης, διακριβώθηκαν τα αρχεία καταγραφής ( logfiles ) και τα ηλεκτρονικά ίχνη του διαχειριστή - χρήστη της επίμαχης σελίδας.
Στη συνέχεια, την Παρασκευή (21-09-2012) το πρωί, κλιμάκιο εξειδικευμένων Αξιωματικών της Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος πραγματοποίησε νομότυπη έρευνα, παρουσία Εισαγγελικού λειτουργού, στο σπίτι του 27χρονου στα Ψαχνά Ευβοίας."


Επομένως, εδώ έχουμε δύο στάδια: το πρώτο στάδιο αφορά τον ψηφιακό εντοπισμό των ιχνών. Από το δελτίο τύπου δεν προκύπτει  ότι υπάρχει δικαστική διάταξη για άρση του απορρήτου, οπότε προφανώς η αστυνομική έρευνα έγινε με βάση την γνωμοδότηση Σανιδά. Υπάρχει όμως ένα κενό στην πληροφόρησή μας: τα ηλεκτρονικά ίχνη του χρήστη βρίσκονται στην κατοχή της Facebook. Η Facebook δεν παραδίδει τέτοια στοιχεία στις αστυνομικές υπηρεσίες εάν δεν προηγηθεί δικαστική διαδικασία στην δικαιοδοσία της έδρας της. Εξάλλου, ούτε η ανακοίνωση της αστυνομίας αναφέρει ότι έγινε τέτοιο "διάβημα" (όπως είχε γίνει με την υπόθεση του twitter για τον σατιρικό λογαριασμό του "ΚΚΕ"). Επομένως, για τον ψηφιακό εντοπισμό των ιχνών του χρήστη, είτε διασταυρώθηκαν στοιχεία που με αμέλεια του χρήστη είχαν κυκλοφορήσει σε δημοσιότητα, είτε ο λογαριασμός του χρήστη στο facebook παγιδεύθηκε με κάποια αστυνομική μέθοδο "ψαρέματος", όπως είναι, για παράδειγμα, η αποστολή e-mail με κατασκοπευτικό λογισμικό. Πάντως μέχρι πρόσφατα όταν κάποιος πολίτης κατήγγειλε περιστατικό εξύβρισης ή άλλων τέτοιων αδικημάτων στη Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, η απάντηση ήταν σταθερά ότι το Facebook δεν δίνει στοιχεία στα σχετικά διαβήματα. Και δεν γνωρίζω να έχει αλλάξει αυτή η πολιτική. 

Στο δεύτερο στάδιο, έχουμε κατ' οίκον έρευνα παρουσία εισαγγελικού λειτουργού, προφανώς για να συλληφθεί ο χρήστης επ' αυτοφώρο. Η διαδικασία αυτή ακολουθείται συνήθως όταν υπάρχουν  μεν κάποιες πληροφορίες για διαδικτυακό αδίκημα, αλλά δεν υπάρχει πλήρης βεβαιότητα για την ταυτότητα του δράστη, ώστε να ακολουθηθεί η κλασική διαδικασία της υποβολής μηνύσεως. Είναι χαρακτηριστικό ότι το δελτίο τύπου ως προς την κατ' οίκον έρευνα περιλαμβάνει τον όρο "νομότυπη". Κάτι που παραλείπεται στην περιγραφή του σταδίου έρευνας των ψηφιακών ιχνών. 

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 05, 2012

Διορισμοί στη Βουλή και διάκριση των εξουσιών

Να που και πάλι γίνεται επίκαιρη η αρχή της "διάκρισης των κρατικών λειτουργιών" που διέπει κάθε δημοκρατικό πολίτευμα από την εποχή του Μοντεσκιέ κι έπειτα. Αυτή τη φορά, το θέμα αναδεικνύεται μέσα από το ειδικό καθεστώς που ισχύει για τον διορισμό των εργαζομένων στην Βουλή, από πολιτικά πρόσωπα, χωρίς ΑΣΕΠ. Η "θεμελίωση" που προτείνεται πίσω από όλα αυτά - αλλά και πίσω από άλλες εξαιρέσεις της Βουλής, όπως λ.χ. ότι οι διοικητικές υπηρεσίες της δεν ελέγχονται από τον Συνήγορο του Πολίτη- είναι το ειδικό καθεστώς που πρέπει να απολαμβάνει το νομοθετικό σώμα, που ασκεί εξουσία ανεξάρτητη, λόγω της διάκρισης των κρατικών λειτουργιών. Άλλο η δημόσια διοίκηση (εκτελεστική λειτουργία), άλλο η δικαιοσύνη κι άλλο η νομοθετική εξουσία.

Κι επειδή υπάρχει δηλαδή η διάκριση των εξουσιών, αίφνης ο διορισμός ορισμένων στην Βουλή "εκφεύγει" των συνταγματικών διαδικασιών που προβλέπονται για τον διορισμό στον δημόσιο τομέα (άρθρο 103 του Συντάγματος), αφού πια δεν μιλάμε για τον ... ταπεινό δημόσιο τομέα, αλλά για τους Λειτουργούς Που Υπηρετούν τον Φορέα της Νομοθετικής Εξουσίας. Με λογική παραπλήσια με αυτή για τους "δικαστικούς υπαλλήλους", οι οποίοι, όχι, δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως οι υπόλοιποι δημόσιοι υπάλληλοι, καθόσον υπηρετούν τον φορέα της δικαστικής εξουσίας (δεν έχω πάντως υπόψη μου εξαιρέσεις από το ΑΣΕΠ για τους δικαστικούς υπαλλήλους: γιατί, όμως; Δεν πιστεύω να είναι "απλοί" δημόσιοι υπάλληλοι;!). 

Και κάπως έτσι, τελικά, η διοικητική υποστήριξη των κρατικών θεσμών έρχεται να ταυτιστεί με τους ίδιους τους θεσμούς. Σαν να ασκείται η νομοθετική εξουσία από τους υπάλληλους της Βουλής κι όχι από το νομοθετικό Σώμα. Άλλη μια στρεβλή επίκληση της αρχής της διάκρισης των λειτουργιών! Η οποία απορρέει από την αντίληψη ότι η διάκριση των λειτουργιών είναι μια υπερ-αρχή με εννοιολογικό περιεχόμενο που μπορεί να κατισχύει ακόμη και συνταγματικών διατάξεων. Ενώ αντίθετα, στον ίδιο τον πυρήνα της βρίσκεται η  διάκριση ελέγχοντος - ελεγχομένου (κι όχι ταύτιση!) και ότι το δίκαιο καθορίζεται από καταστατικά όργανα, εν προκειμένω τον Συνταγματικό νομοθέτη, ο οποίος είναι ο μόνος αρμόδιος να καταστρώσει τις γενικές και ειδικότερες εκφάνσεις της διάκρισης των λειτουργιών στον καταστατικό χάρτη. 

Δεν βρίσκω λοιπόν κανέναν λόγο για τον οποίο οι διορισμοί  στην Βουλή δεν θα πρέπει να διέπονται από το άρθρο 103 του Συντάγματος, αφού υπάρχει γι' αυτούς και ειδική μνεία στην παράγραφο 6. Ούτε γνωρίζω κάποια γενική αρχή, η οποία κατισχύει συνταγματικών διατάξεων, χάριν της διάκρισης των εξουσιών.


Σάββατο, Αυγούστου 11, 2012

H διάκριση των εξουσιών ως "ταφόπλακα" της προστασίας των προσωπικών δεδομένων

1. Μια πολύ καλή ιδέα

Η διάκριση των εξουσιών αποτελεί μια κεντρική πνευματική κατάκτηση της εποχής του Διαφωτισμού, αρχικά ως μια πολιτικοφιλοσοφική απάντηση στον κίνδυνο της υπερσυγκέντρωσης ισχύος στα χέρια του ηγεμόνα. 

Ο διαχωρισμός της εκτελεστικής από την νομοθετική και την δικαστική εξουσία αποτελεί σε κάθε κράτος δικαίου μια εγγύηση ότι η εξουσία ελέγχεται και δεν αυθαιρετεί.  Σήμερα, η διάκριση των εξουσιών κατάντησε να λειτουργεί με το ακριβώς  αντίθετο αποτέλεσμα, με την απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα που αρνείται να ασκήσει τις συνταγματικές ελεγκτικές της αρμοδιότητες για να μην "θιγεί" η διάκριση των λειτουργιών, επειδή θα εκανε έμμεση κριτική στο σκεπτικό μιας εισαγγελικής διάταξης. Βρισκόμαστε ενώπιον ενός σπάνιου περιστατικού πλήρους στρέβλωσης του θεσμικού στόχου, καθώς το εργαλείο που δημιουργήθηκε για να αποτρέψει την υπερσυγκέντρωση εξουσίας, χρησιμοποιείται ακριβώς για να την ενισχύσει. 

Μια πολύ καλή ιδέα, η διάκριση των εξουσιών, που θεσπίστηκε για να μας προστατεύει από την ανεξέλεγκτη κρατική επιβολή, ξαφνικά μετατρέπεται στο κεντρικό επιχείρημα υπέρ της διατήρησης της κρατικής επιβολής ως ανεξέλεγκτης. 

2. Άλλο όμως η ιδέα κι άλλο η θετική κατοχύρωσή της

"Δεν μπορώ να επέμβω στο έργο του εισαγγελέα", λέει η Αρχή Προστασίας Δεδομένων, "γιατί εγώ είμαι διοικητικό όργανο (εκτελεστική λειτουργία), ενώ ο εισαγγελέας είναι δικαστικός λειτουργός (δικαιοσύνη). Η διάκριση των εξουσιών δεν επιτρέπει να παρεμβαίνει η εκτελεστική λειτουργία στο έργο της δικαιοσύνης.

Εύλογο και πειστικό, για κάποιον που θεωρεί ότι το δίκαιο εξακολουθεί να λειτουργεί με τα νεφελώματα των γενικών γνώσεων και τις θεωρητικές πολιτειολογικές παραδοχές. Όμως, μια άλλη αρχή του κράτους δικαίου, παράλληλη και συνισχύουσα με την διάκριση των λειτουργιών, είναι η αρχή της ασφάλειας του δικαίου. Ο νομικός που θα εφαρμόσει τον νόμο δεν θα ανατρέξει στα γραπτά του Μοντεσκιέ για να αναζητήσει το κανονιστικό περιεχόμενο της διάκρισης των εξουσιών. Στην εποχή μας το δίκαιο είναι γραπτό και οι καταστατικές βάσεις του πολιτεύματος καταγράφονται στο Σύνταγμα, με μια "βαριά" διαδικασία πολλαπλών εγγυήσεων δημοσιότητας και αντιπροσωπευτιότητας. Η διάκριση των λειτουργιών, ως γενική ιδέα αφορά όντως την παραδοχή ότι η εκτελεστική λειτουργία δεν επιτρέπεται να παρεμβαίνει στο έργο της δικαιοσύνης. Αλλά στο Σύνταγμα, αυτή η ιδέα βρίσκει μια πολύ συγκεκριμένη διατύπωση, η οποία εμπεριέχει και τις εξαιρέσεις του κανόνα: υπάρχει και η διασταύρωση των λειτουργιών, καθώς η διάκριση μόνη της θα δημιουργούσε στεγανά "φέουδα" που θα οδηγούσε σε νέες αυθαιρεσίες. 

Το Σύνταγμα κατοχυρώνει την διάκριση των εξουσιών στο άρθρο 26. Η παράγραφος 3 αναφέρει ότι "η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια". Η συνταγματική κατοχύρωση της διάκρισης των λειτουργιών δεν περιορίζεται όμως στο άρθρο 26, αλλά καταστρώνεται και σε άλλες διατάξεις. Στο άρθρο 87 παράγραφος 1 αναφέρεται ότι "η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές που απολαμβάνουν προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία." Άρα, η "δικαστική λειτουργία" του άρθρου 26 αφορά τα δικαστήρια που συγκροτούνται από τακτικούς δικαστές. Το άρθρο 88 του Συντάγματος αναγνωρίζει και μια ευρύτερη κατηγορία προσώπων, τους "δικαστικούς λειτουργούς", στους οποίους σαφώς περιλαμβάνονται και οι εισαγγελείς. Οι εισαγγελείς είναι μεν δικαστικοί λειτουργοί, αλλά δεν είναι αυτοί που "απονέμουν δικαιοσύνη", κατά το άρθρο 87, επειδή δεν είναι "τακτικοί δικαστές", μολονότι κάποτε μπορεί να μετέχουν σε δικαστικές συνθέσεις (όπως, άλλωστε, και οι γραμματείς της "έδρας"). Η εισαγγελική ιδιότητα εντάσσεται λοιπόν στο πλαίσιο της διάκρισης των λειτουργιών, μόνο στο βαθμό που οι εισαγγελείς μετέχουν στην σύνθεση ενός "δικαστηρίου" που συγκροτείται από "τακτικούς δικαστές". Αυτή είναι η μόνη συνταγματική σύνδεση των αρμοδιοτήτων τους με την διάκριση των λειτουργιών του άρθρου 26 παρ. 3. Μόνο ως μετέχοντες σε δικαστικές συνθέσεις τακτικών δικαστών, οι εισαγγελείς συμβάλλουν στην ενάσκηση της "δικαστικής λειτουργίας", την οποία το Σύνταγμα ορίζει ως διακριτή από τις άλλες δύο λειτουργίες. Οι εκτός δικαστικού σχηματισμού αρμοδιότητες των εισαγγελέων δεν υπάγονται λοιπόν στις συγκεκριμένες συνταγματικές διευθετήσεις.

Επομένως, η Ελληνική συνταγματική κατοχύρωση της διάκρισης των εξουσιών δεν αφορά τους εισαγγελείς στις εκτός δικαστικών σχηματισμών αρμοδιότητές τους. Άρα ουδείς μπορεί να επικαλείται την διάκριση των λειτουργιών ως απαγόρευση για την ενάσκηση ελέγχου στο έργο ενός μεμονωμένου εισαγγελέα. Μπορεί, βέβαια, να το απαγορεύει η λειτουργική ανεξαρτησία που απολαμβάνει ένας εισαγγελέας, αλλά αυτό είναι άλλος κανόνας, με ειδικό περιεχόμενο και σαφώς διακριτός από την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Και, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να ληφθεί υπόψη και η φύση αυτού του "ελέγχου", για να δούμε εάν απαγορεύεται όπως κάθε παρέμβαση. 

3. Άλλο η "παρέμβαση" κι άλλο ο ανεξάρτητος έλεγχος

Μια άλλη ωραία κατάκτηση της σύγχρονης δημοκρατίας είναι οι ανεξάρτητες αρχές. Αποτέλεσαν επί δεκαετίες έναν πονοκέφαλο για τους θεωρητικούς, αφού δεν ήξεραν που ακριβώς να τις "εντάξουν", στο σύστημα της διάκρισης των λειτουργιών. Το θέμα στην Ελλάδα είναι κανονιστικά διευθετημένο: το Σύνταγμα περιέχει το ειδικό άρθρο 101Α που αναφέρεται στον τροπο ανάδειξης των μελών των ανεξάρτητων αρχών μέσα από μία κοινοβουλευτική διαδικασία που επιβάλλει ομοφωνία των κομμάτων που μετέχουην στην Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής. Το άρθρο 101Α υπάγεται στο Τμήμα ΣΤ' του Συντάγματος, το οποίο τιτλοφορείται "Διοίκηση". Επομένως, είναι σαφές ότι, κανονιστικά, οι ανεξάρτητες αρχές δεν αποτελούν πυλώνες ούτε της νομοθετικής εξουσίας, αλλά ούτε και της δικαιοσύνης. Μπορεί να έχουν την αρμοδιότητα να εκδίδουν και κανονιστικές πράξεις ορισμένες από αυτές, αλλά τέτοιες αρμοδιότητες έχουν και τα δημοτικά συμβούλια χωρίς κανείς ποτέ να αναρωτηθεί μήπως πρέπει να τα χρεώσει στην "νομοθετική" εξουσία, κι όχι στην Διοίκηση. Μπορεί να έχουν την αρμοδιότητα να αποφαίνονται και με ατομικές πράξεις για ιδιωτικές διαφορές, αλλά η απόφασή τους είναι διοικητική, όχι "δικαστική". 

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα ιδρύθηκε στην Ελλάδα κατ' επιταγή της κοινοτικής Οδηγίας 95/46, η οποία επέβαλε στο κράτος να της αναθέσει πλήρεις ελεγκτικές αρμοδιότητες, ως προς τον ειδικό τομέα της τήρησης των κανόνων προστασίας δεδομένων. Το 2001, το ίδιο το Σύνταγμα αναγνώρισε στο άρθρο 9Α ότι η Αρχή έχει την αρμοδιότητα της διασφάλισης της προστασίας προσωπικών δεδομένων, όπως ο νόμος ορίζει. Ο νόμος αυτός, ο Ν.2472 ανέθεσε στην Αρχή την αποστολή της  εποπτείας της εφαρμογής του (άρθρο 15). Μέχρι και να "γνωμοδοτεί για κάθε ρύθμιση που αφορά την επεξεργασία και  προστασία προσωπικών δεδομένων" (άρθρο 19 παρ. 1 περ. θ'), έχει αρμοδιότητα η Αρχή, συμβουλεύοντας δηλαδή ακόμη και τον Νομοθέτη. Προβλέποντας ορισμένες εξαιρέσεις εποπτείας από κάποιους τομείς στους οποίους αναγνωρίζεται ότι υπάρχουν ήδη επαρκείς εγγυήσεις, ώστε να καθίσταται μάλλον περιττή η πρόσθετη εποπτεία της Αρχής. Οι τηλεφωνικοί κατάλογοι που έχουμε για αμιγώς οικιακή χρήση, προφανώς δεν θέτουν σε τόσο μεγάλο κίνδυνο τα προσωπικά δεδομένα των "επαφών", ώστε να δικαιολογούν επισκέψεις των ελεγκτών της Αρχής στο σπίτι μας για να διαπιστώσουν αν τους κλειδώνουμε στο σωστό συρτάρι. Θα ήταν μια δυσανάλογη παρέμβαση στην ιδιωτικότητά μας. 

Παρέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας στο έργο της Δικαιοσύνης είναι να σηκώνει ο Υπουργός το τηλέφωνο και να υπαγορεύει δικαστικές αποφάσεις. Να μετατίθεται δυσμενώς ο  δικαστικός επειδή εξέδωσε μια "δυσάρεστη" απόφαση.  Να μειώνονται σε εξευτελιστικό βαθμό οι αποδοχές των δικαστών. Σεβασμός της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης σημαίνει αποχή από οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο τρόπο που νοθεύει την καθαρότητα της δικαστικής κρίσης, δηλαδή που επιβάλλει στον δικαστή να σκεφτεί με κριτήρια άλλα από αυτά που προβλέπουν το Σύνταγμα και ο νόμος. Αυτά είναι παραβάσεις της αρχής της διάκρισης των εξουσιών. Ο διορισμός της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων από το Υπουργικό Συμβούλιο θα ήταν κι αυτός παραβίαση της διάκρισης των εξουσιών, αν δεν προβλεπόταν από το ίδιο το Σύνταγμα: όλες οι συνταγματικές διατάξεις έχουν την ίδια, υπέρτατη, κανονιστική ισχύ.

Ο έλεγχος όμως των έργων των δικαστικών λειτουργών κατά τα μη δικαιοδοτικά τους καθήκοντα, ως προς τη συμμόρφωσή τους με την τήρηση των κανόνων προστασίας προσωπικών δεδομένων, από ένα όργανο το οποίο έχει αναδειχθεί με ομόφωνη διακομματική απόφαση της Βουλής και το οποίο ασκεί τις αρμοδιότητές του με όρους γραφειοκρατικής διαφάνειας, ουδόλως μπορεί να θεωρηθεί "παρέμβαση", με την έννοια της καταστρατήγησης της διάκρισης των λειτουργιών. Η αξιολόγηση της συμβατότητας μιας εισαγγελικής διάταξης προς τους κανόνες προστασίας δεδομένων, από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων, ουδόλως επιβάλλει στον εισαγγελέα να σκεφτεί με κριτήρια άλλα από αυτά που προβλέπουν το Σύνταγμα και ο νόμος. Αντιθέτως, μάλιστα, ο ανεξάρτητος έλεγχος θα τον επαναφέρει στο να περιοριστεί   σε αυτά τα κριτήρια, αν υποτεθεί ότι ένας εισαγγελέας μπορεί κάποτε να παρασύρεται από εξωνομικές επιρροές, ξένες προς τον σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων (όπως η θέση της Κυβέρνησης ή η οργή της κοινής γνώμης για τον κατηγορούμενο).  Με αυτά τα χαρακτηριστικά, ο ανεξάρτητος έλεγχος της Αρχής δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την παρέμβαση στο έργο της δικαιοσύνης. Πολύ περισσότερο που, όπως είπαμε, στην έννοια αυτή δεν υπάγεται συνταγματικά ο κάθε προϊστάμενος της ποινικής δίωξης εισαγγελεάς. 

4. "Και τι ξέρει η Αρχή από απονομή Δικαιοσύνης;"

Υπάρχει μια έντονη αμφισβήτηση του ρόλου των ανεξάρτητων αρχών στην Ελλάδα, κυρίως επειδή ως θεσμοί δεν προέκυψαν μέσα από την εγχώρια πολιτική συζήτηση και την κοινωνική αναγκαιότητα, καθώς η ίδρυση των περισσοτέρων επιβλήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην "κόντρα" ανεξάρτητων αρχών - δικαστικών λειτουργών, συνήθως οι παραδοσιακοί νομικοί είναι με την μεριά των δικαστικών, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της διαφωνίας. Στην υπόθεση με τις κάμερες, μια γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (ο οποίος είπαμε από ποιους διορίζεται) ήταν εντελώς αντίθετη από τις αποφάσεις της Αρχής Προστασίας Δεδομένων (η οποία είπαμε επίσης από ποιους εκλέγεται), με αποτέλεσμα να παραιτηθούν από ευθιξία τα μισά μέλη της Αρχής. Δεν έχουμε διαμορφώσει μια αντίληψη σεβασμού των ανεξάρτητων αρχών στην Ελλάδα και σε αυτό ενέχεται τόσο η εκάστοτε κυβέρνηση, όσο και οι ίδιες οι ηγεσίες των ανεξάρτητων αρχών που αποφεύγουν να ασκήσουν τις αρμοδιότητές τους σε όλη τους την πληρότητα, ακόμη κι όταν αυτό δεν συνεπάγεται οικονομικό κόστος. 

Αν το αξιολογήσουμε από μια σκοπιά θεσμικής "βαρύτητας", θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ορισμένα χαρακτηριστικά που σχετίζονται με την δημοκρατική νομιμοποίηση των δύο θεσμών. Ο εισαγγελέας έχει αποφοιτήσει από την σχολή δικαστών κι έχει διοριστεί  με προεδρικό διάταγμα, διαθέτοντας βέβαια τις εγγυήσεις προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας όπως και οι τακτικοί δικαστές. Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων, από την άλλη, έχει επικεφαλής έναν ανώτατο δικαστικό και ως μέλη της καθηγητές νομικής και πληροφορικής και πρόσωπα εμπειρίας στον τομέα της προστασίας δεδομένων, που έχουν επιλεχθεί με ομοφωνία ή πλειοψηφία 4/5 από την διακομματική Διάσκεψη της Βουλής. Η Αρχή δεν υπάγεται σε ιεραρχικό έλεγχο ή δοικητική εποπτεία Υπουργού κι έχει περιορισμένη χρονικα θητεία, ενώ ο εισαγγελέας υπάγεται στην εποπτεία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, υποχρεούμενος να εκτελεί τις παραγγελίες του, διατηρώντας βέβαια την ανεξαρτησία της συνείδησής του, και είναι ισόβιος. Και το σημαντικότερο απ' ολα: ο εισαγγελέας ασχολείται με οποιοδήποτε νομικό θέμα του ανατεθεί, καθώς προϊσταται της ποινικής δίωξης, ενώ η Αρχή μόνο με την προστασία προσωπικών δεδομένων. Παρ' όλ' αυτά, οι περισσότεροι νομικοί έχουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στους δικαστικούς, παρά στις ανεξάρτητες αρχές, έχοντας κατά νου όχι τόσο την πολιτική "νομιμοποίηση" τους, αλλά την ιστορική και συνταγματική έδραση της Δικαιοσύνης ως μια από τις τρεις κρατικές λειτουργίες.

Αυτή η τελευταία προκατάληψη τελικά επικράτησε ως φαίνεται ακόμα και μέσα στην ίδια την Αρχή Προστασίας Δεδομένων: "ποιοι είμαστε εμείς που θα ελέγξουμε την Δικαιοσύνη;". Παρ' όλο που ο μεμονωμένος εισαγγελέας που διατάζει την δημοσιοποίηση των προσωπικών δεδομένων σαφέστατα και δεν αποτελεί "δικαστήριο", οπότε δεν υπάγεται στο σχήμα της συνταγματικά κατοχυρωμένης διάκρισης των λειτουργιών που αφορά μόνο τα δικαστήρια και όχι κάθε οιονεί δικαιοδοτική αρμοδιότητα του εισαγγελέα. Η Αρχή δυστυχώς επικαλέστηκε την διάκριση των εξουσιών ως γενική ιδέα, χωρίς να έχει λάβει υπόψη της την συγκεκριμένη συνταγματική κατάστρωσή της. Όταν όμως μια άλλη συνταγματικά κατοχυρωμένη ανεξάρτητη αρχή (το Ε.Σ.Ρ.) επελήφθη μιας εκπομπής για παράβαση της ιδιωτικής ζωής, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων δεν είχε καμία αναστολή να επέμβει και αυτή, εκδίδοντας μάλιστα και εν μέρει αντίθετη απόφαση, ως προς το σκέλος βέβαια της παραβίασης προσωπικών δεδομένων. Κι αυτά, παρόλο που το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος αναφέρει ότι ο άμεσος έλεγχος της ραδιοτηλεόρασης και η επιβολή κυρώσεων αποτελεί "αποκλειστική αρμοδιότητα" του Ε.Σ.Ρ! Έχουμε δηλαδή έναν ρητό συνταγματικό αποκλεισμό κάθε άλλης αρχής, κι όμως η Αρχή βρήκε τα νομικά εργαλεία να τον υπερβεί.

Έρχεται λοιπόν σήμερα η Αρχή, με ένα σκεπτικό που δεν αντέχει αν το αντιπαραβάλεις με τις συγκεκριμένες διατάξεις των άρθρων 26 και 87 του Συντάγματος, να αποποιηθεί της ευθύνης της, λόγω "της διάκρισης των λειτουργιών". Και προτείνει και μερικές τροποποιήσεις στο νομοθετικό πλαίσιο, αλλά, προς Θεού, όχι και ότι θα έχει αρμοδιότητα αδειοδότησης ή έστω γνωμοδότησης, παρ' όλο που πρόκειται για "ρύθμιση σχετική με την επεξεργασία και την προστασία προσωπικών δεδομένων". Δηλαδή, τον Νομοθέτη μπορεί να τον συμβουλεύσει η Αρχή, ενώ τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, όχι. Έτσι, ο εισαγγελέας παραμένει μόνος του, να αποφασίζει για τα προσωπικά δεδομένα των κατηγορούμενων, αφού η ίδια η "διάκριση των λειτουργιών", δηλαδή το Σύνταγμα, δεν επιτρέπει στην Αρχή να τοποθετηθεί! Και όσο κι αν μπορούν να γίνουν βεβαίως τροποποιήσεις των νόμων, η Αρχή δεν νοείται, τάχα, να αδειοδοτεί την Αστυνομία παράλληλα με την αρμοδιότητα του εισαγγελέα, γιατί αυτό θα συνιστά παραβίαση του... Συντάγματος. Αποτέλεσμα: οι εισαγγελείς και οι Αστυνομίες μπορούν να παραβιάζουν όσο θέλουν το Σύνταγμα, με την Αρχή σε ρόλο Πόντιου πιλάτου. Ποιος θα τους ελέγξει; Οι προϊστάμενοί τους; 

5. Έχουμε όμως και διεθνείς υποχρεώσεις

Το θέμα δεν θα μπορούσε παρά να έχει και διαστάσεις πέρα από τον μικρόκοσμο του Ελληνικού συνταγματικού δικαίου. Δεν αναφέρομαι εδώ στην διεθνή κατακραυγή για τον εξευτελισμό των οροθετικών, αλλά στις δεσμεύσεις της Ελλάδας απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στις 30.12.2008 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ε.Ε. ένα νομοθέτημα του ευρωπαϊκού δικαίου, η "Απόφαση Πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2008, για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τυγχάνουν επεξεργασίας στο πλαίσιο της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις". Πρόκειται για ένα νομοθέτημα το οποίο ρυθμίζει, μεταξύ άλλων τις ανταλλαγές προσωπικών δεδομένων που αφορούν διακρατικές ποινικές υποθέσεις, όχι μόνο μεταξύ των αστυνομικών, αλλά και των δικαστικών αρχών των κρατών της Ε.Ε. Στο νομοθέτημα αυτό αναφέρεται και ότι η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων πρέπει να έχει τις πλήρεις ελεγκτικές αρμοδιότητές της και επί των Ελληνικών Δικαστικών Αρχών, στο πλαίσιο βέβαια του πεδίου εφαρμογής του συγκεκριμένου νομοθετήματος και με σεβασμο στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. (Δείτε την ανάλυση που είχα κάνει για το θέμα το 2008, εδώ). 

Η προθεσμία που είχαμε ήταν δύο ετών, δηλαδή η Ελλάδα έπρεπε να είχε ενσωματώσει αυτή την Απόφαση στην εθνική νομοθεσία μέχρι τις 27.11.2010. Πράγματι, λίγους μήνες πριν την εκπνοή αυτής της προθεσμίας, στις 20-4-2010 ο Υπουργός συγκρότησε την νομοπαρασκευαστική επιτροπή που θα επεξεργαζόταν το νομοσχέδιο για αυτή την Απόφαση - πλαίσιο. Μέχρι στιγμής πάντως, αντί η νομοθεσία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων να επεκτείνεται και στην εφαρμογή της στο πλαίσιο της Δικαιοσύνης, ολοένα απομακρύνεται. Είτε με νομοθετικές παρεμβάσεις που αφαιρούν αρμοδιότητες από την Αρχή, είτε και με αποφάσεις της ίδιας της Αρχής, όπως αυτή για τα δεδομένα των οροθετικών, που η Αρχή αναζητά μια συνταγματική έδραση για να αποτρέψει και τον νομοθέτη ακόμη από το να της αναθέσει αρμοδιότητες. 

Όταν όμως κληθούμε να πληρώσουμε το πρόστιμο για την μη εφαρμογή της Απόφασης - Πλαίσιο, καμία ευφάνταστη κατασκευή για την διάκριση των εξουσιών δεν θα μας γλιτώσει.

6. Tί πραγματικά ζητήθηκε από την Αρχή

Ουδείς ζήτησε από την Αρχή να ελέγξει τον Εισαγγελέα. Η καταγγελία που υποβλήθηκε αφορούσε την δημοσιοποίηση στοιχείων από την Αστυνομία, όχι από την Εισαγγελία.  Ο νόμος δίνει στον Εισαγγελέα την αρμοδιότητα να διατάξει την δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων σχετικών με ποινική δίωξη. Σχετικά με ποινική δίωξη δεδομένα είναι: "Εναντίον του Χ ασκήθηκε ποινική δίωξη για την φερόμενη παράβαση του αδικήματος Υ". Τα δεδομένα που αφορούν την κατάσταση της υγείας του ατόμου και της εθνικής καταγωγής του ανήκουν σε διακριτές κατηγορίες ευαίσθητων δεδομένων, η δημοσίευση των οποίων προϋποθέτει άδεια της Αρχής, κατά το άρθρο 7 Ν.2472, αλλιώς απαγορεύεται. Ο Εισαγγελέας έκρινε όμως ότι και αυτά καλύπτονται από την αρμοδιότητά του. Η Αστυνομία δημοσίευσε και αυτά στις ιστοσελίδες της, χωρίς φυσικά άδεια της Αρχής. Η Αρχή θα μπορούσε να είχε αποφανθεί ότι ορισμένα από τα δεδομένα δεν είναι "σχετικά με ποινική δίωξη" ή ότι, εν πάσει περιπτώσει δεν νοείται τρεις μήνες μετά να παραμένουν στην ιστοσελίδα της Αστυνομίας, αφού αυτό εκφεύγει σε τελική ανάλυση και της ίδιας της εισαγγελικής διάταξης, η οποία αφορούσε τις ανάγκες μιας δεδομένης χρονικής περιόδου. 

Δεν ζητήθηκε λοιπόν στην Αρχή, ούτε να κάνει έλεγχο συνταγματικότητας και να "καταργήσει" την διάταξη που δίνει την σχετική αρμοδιότητα στον Εισαγγελέα, ούτε να επιβάλλει φυσικά κάποια κύρωση στον Εισαγγελέα ή να παρέμβει στο έργο του, αλλά να υποχρεώσει την Αστυνομία να είναι εφοδιασμένη και με άδεια της Αρχής για ορισμένες κατηγορίες ευαίσθητων δεδομένων. Επρόκειτο για ένα απολύτως ισορροπημένο και τεκμηριωμένο αίτημα, το οποίο απέφευγε κάθε ακρότητα και "ακτιβισμό": ούτε ζητήθηκε έλεγχος συνταγματικότητας του νόμου, ούτε υπέρβαση των αρμοδιοτήτων της Αρχής, ούτε παραβίαση της διάκρισης εξουσιών. Ζητήθηκε απλώς η πλήρης εφαρμογή του Ν.2472/1997, όπως ισχύει αυτήν την στιγμή.

7. Τι πραγματικά αποφάνθηκε η Αρχή

Η Αρχή, όμως, χωρίς να καλέσει τις οργανώσεις να αναπτύξουν το αίτημα, το οποίο πάντως ήταν σαφώς διατυπωμένο στην καταγγελία, αποφάσισε ότι δεν έχει αρμοδιότητα να ελέγξει την νομιμότητα των ευαίσθητων δεδομένων  των οροθετικών που είναι δημοσιευμένα  στην ιστοσελίδα της Αστυνομίας. Αυτό αν ίσχυε θα σήμαινε όμως ότι η Αρχή δεν θα μπορούσε να έχει αρμοδιότητα ούτε μετά από νομοθετική τροποποίηση, γιατί κάτι τέτοιο θα ... παραβίαζε την διάκριση των εξουσιών. 

Επομένως, η πραγματική απόφαση της Αρχής είναι ότι αναγνωρίζει ένα τεράστιο κενό στην προστασία προσωπικών δεδομένων στην Ελλάδα, δηλαδή σε δικαστικές - εισαγγελικές - αστυνομικές αρχές, δικαιολογώντας πλήρως την ύπαρξη αυτού του κενού βάσει της αρχής της διάκρισης των εξουσιών!!! Πρόκειται για μια ταφόπλακα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, αφού δίνει μια "ασυλία" συνταγματικής δήθεν περιωπής σε κάθε αστυνομικό-προανακριτικο υπάλληλο τελικά, καθώς όλοι αυτοί έχουν προϊστάμενους εισαγγελείς και σε γενικές γραμμές οτιδήποτε μπορεί να αναχθεί, με αυτό το μαξιμαλιστικό σκεπτικό της Αρχής, στην "ανεξάρτητη Δικαιοσύνη". 

Η Αρχή προτείνει στο Υπουργείο και κάποιες τροποποιήσεις ώστε να εκλογικευθεί η αρμοδιότητα του εισαγγελέα (άραγε αυτή η πρόταση πώς και δεν παραβιάζει την διάκριση των λειτουργιών;), ενώ στην πραγματικότητα η Χώρα έχει υποχρέωση απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση να δημιουργήσει ένα πλήρες νομοθέτημα για την προστασία των προσωπικών δεδομένων κατά την  ενάσκηση των αρμοδιοτήτων των αστυνομικών και εισαγγελικών - δικαστικών αρχών στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις. 

8. Συμπέρασμα

Οι πολίτες περιμένουν από τους θεσμούς να λειτουργούν αποτελεσματικά και να προστατεύουν τα δικαιώματά τους από την αυθαιρεσία της εκάστοτε εξουσίας. Όταν οι θεσμοί επινοούν χίλια - δυο τερτίπια για να αποποιηθούν των αρμοδιοτήτων τους, μην απορούμε μετά για το πού μπορεί να φτάσουν οι πολίτες για να δικαιωθούν. Ιδίως όταν είναι όντως αδικημένοι. Δεν πρόκειται να τους σταματήσει καμία επίκληση της "διάκρισης των λειτουργιών", ιδίως όταν είναι τόσο σαθρή. 


Νομική φύση του "Αρχείου Καβάφη" και πνευματική ιδιοκτησία

Με αφορμή την εξώδικη δήλωση του Ιδρύματος Ωνάση, κατόχου του "Αρχείου Καβάφη", εναντίον του καθηγητή Μιχάλη Πιερή για την δημοσ...