Κυριακή, Μαρτίου 22, 2020

Πώς η Κυβέρνηση παραβιάζει τον GDPR

Yπάρχει μια εσφαλμένη αντίληψη ότι επειδή βρισκόμαστε σε άλλη μια περίοδο κρίσης, δεν εφαρμόζονται οι κανόνες για την προστασία δεδομένων. Ότι δηλαδή, το κράτος μπορεί να κάνει ό,τι θέλει με τα προσωπικά δεδομένα των πολιτών και ότι αυτό θα δικαιολογηθεί ή δεν θα έχει επιπτώσεις.
Είναι αδιανόητο ένα κράτος να λαμβάνει τόσο παρεμβατικά μέτρα που περιορίζουν τα δικαιώματα των πολιτών, για το καλό τους (όλα για το καλό των πολιτών θα ισχυρίζεται πάντοτε ότι το κράτος ότι τα κάνει), χωρίς να έχει μεριμνήσει για τις απαραίτητες διασφαλίσεις δικαιωμάτων. Για παράδειγμα, προ καιρού εστάλη από το Υπουργείο Υγείας ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με ενημέρωση για τον κορονοϊό με άντληση των ηλεκτρονικών διευθύνσεων μας από το αρχείο της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων. Αυτό από μόνο του συνιστούσε μια δευτερεύουσα χρήση για σκοπό διαφορετικό από την συλλογή του (φορολογική διοίκηση) που θα μπορούσε, έχω υποστηρίξει, να δικαιολογηθεί για σκοπούς προστασίας της δημόσιας υγείας. Εφόσον όμως έγινε αυτή η δευτερεύουσα χρήση δεδομένων, έπρεπε προηγουμένως να έχει ολοκληρωθεί η ενημέρωση των πολιτών ότι τα δεδομένα τους θα χρησιμοποιηθούν για νέο σκοπό, διαφορετικό από τον σκοπό της συλλογής! Και έπρεπε να υπάρχει νομική βάση για αυτό. Η ενημέρωση έπρεπε να γίνει σύμφωνα με το άρθρο 14 του GDPR ("Πληροφορίες που παρέχονται εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν έχουν συλλεγεί από το υποκείμενο των δεδομένων"). Διότι κάθε τέτοια επεξεργασία δεδομένων πρέπει να γίνεται με πλήρη διαφάνεια, ώστε καθένας να γνωρίζει πότε, για ποιόν σκοπό και από ποιόν θα καταστούν τα προσωπικά δεδομένα που τον αφορούν αντικείμενο επεξεργασίας.
Υπάρχει βέβαια ως νόμιμη βάση επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων η σχετική απαλλακτική ρήτρα του άρθρου 9 ("Ειδικές κατηγορίες δεδομένων") για την επεξεργασία με σκοπό την αποτροπή απειλών της δημόσιας υγείας, αλλά αυτό απλά επιτρέπει την συλλογή και επεξεργασία, ΧΩΡΙΣ να απαλλάσσει το κράτος από την τήρηση ΟΛΩΝ των άλλων υποχρεώσεων διαφάνειας και σχεδιασμού με ελαχιστοποίηση των δεδομένων που ζητούνται.
Μου φαίνεται πραγματικά αδιανόητο ότι ουδείς από την Κυβέρνηση ασχολείται με αυτό το θέμα, ενώ μπορεί να γίνει μια ωραιότατη καταγγελία ανά πάσα στιγμή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για μη εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας και να έχουμε διαδικασίες ελέγχου, κυρώσεων και παραπομπής στο Δικαστήριο της Ε.Ε.
Ιδιαίτερα ανήσυχοι πρέπει να είμαστε και για το γεγονός ότι η διαδικασία γνωστοποίησης των μετακινήσεων των πολιτών για όσο διαρκεί το μέτρο της απαγόρευσης κυκλοφορίας δεν συνοδεύεται από ανακοινώσεις σχετικά με την τήρηση των εν λόγω διατάξεων.
Ξαφνικά το κράτος θα αρχίσει να συλλέγει σημαντικότατες πληροφορίες που αφορούν την ατομική κίνηση του ατόμου (σημειωτέον ότι κατά τον GDPR τα δεδομένα μετακινήσεων είναι εκείνα που αποτελούν τα ενδεικτικά στοιχεία της "κατάρτισης προφί", σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις) μέσω δηλώσεων με σύντομα μηνύματα κινητής τηλεφωνίας. Ενώ δηλαδή έχουν ανακοινωθεί αριθμοί και διαδικασίες, απολύτως τίποτε δεν έχει ανακοινωθεί για την τήρηση του GDPR!
Συγκεκριμένα:
1) Δεν υπάρχει καμία απολύτως ενημέρωση των πολιτών για την τύχη των δεδομένων αυτών όπως απαιτείται κατά το άρθρο 13 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων ("Πληροφορίες που παρέχονται εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα συλλέγονται από το υποκείμενο των δεδομένων").
2) Δεν υπάρχει απολύτως καμία ενημέρωση σχετικά με την τήρηση του κανόνα του άρθρου 25 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων ("Προστασία των δεδομένων ήδη από το σχεδιασμό και εξ ορισμού") που επιβάλλει στον υπεύθυνος επεξεργασίας να εφαρμόζει αποτελεσματικά, τόσο κατά τη στιγμή του καθορισμού των μέσων επεξεργασίας όσο και κατά τη στιγμή της επεξεργασίας, κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα, όπως η ψευδωνυμοποίηση, σχεδιασμένα για την εφαρμογή αρχών προστασίας των δεδομένων, όπως η ελαχιστοποίηση των δεδομένων, και την ενσωμάτωση των απαραίτητων εγγυήσεων στην επεξεργασία κατά τρόπο ώστε να πληρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και να προστατεύονται τα δικαιώματα των υποκειμένων των δεδομένων.
3) Δεν υπάρχει καμία ενημέρωση για την συμφωνία των "από κοινού υπεύθυνων επεξεργασίας", καθώς εδώ δεν είναι εμπλεκόμενη μόνο μία κρατική υπηρεσία, αλλά ένα μπουκέτο δημόσιων και ιδιωτικών (εταιρίες τηλεφωνίας) οργανισμών. Αυτό κατά το άρθρο 26 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων επιβάλλει, σε περίπτωση που δύο ή περισσότεροι υπεύθυνοι επεξεργασίας καθορίζουν από κοινού τους σκοπούς και τα μέσα της επεξεργασίας, να καθορίζουν με διαφανή τρόπο τις αντίστοιχες ευθύνες τους για συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό, ιδίως όσον αφορά την άσκηση των δικαιωμάτων του υποκειμένου των δεδομένων και τα αντίστοιχα καθήκοντά τους για να παρέχουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στα άρθρα 13 και 14, μέσω συμφωνίας μεταξύ τους, εκτός εάν και στον βαθμό που οι αντίστοιχες αρμοδιότητες των υπευθύνων επεξεργασίας καθορίζονται από το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο υπόκεινται οι υπεύθυνοι επεξεργασίας. Στη συμφωνία μπορεί να αναφέρεται ένα σημείο επικοινωνίας για τα υποκείμενα των δεδομένων. Τίποτε από αυτά δεν έχει δημοσιοποιηθεί.
4) Δεν υπάρχει καμία απολύτως ενημέρωση σχετικά με την διενεργηθείσα εκτίμηση αντικτύπου που επιβάλλει το άρθρο 35 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (" Όταν ένα είδος επεξεργασίας, ιδίως με χρήση νέων τεχνολογιών και συνεκτιμώντας τη φύση, το πεδίο εφαρμογής, το πλαίσιο και τους σκοπούς της επεξεργασίας, ενδέχεται να επιφέρει υψηλό κίνδυνο για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των φυσικών προσώπων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας διενεργεί, πριν από την επεξεργασία, εκτίμηση των επιπτώσεων των σχεδιαζόμενων πράξεων επεξεργασίας στην προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Σε μία εκτίμηση μπορεί να εξετάζεται ένα σύνολο παρόμοιων πράξεων επεξεργασίας οι οποίες ενέχουν παρόμοιους υψηλούς κινδύνους.").
Αυτά δεν υποβαθμίζουν την συλλογική προσπάθεια που κάνει η χώρα για να αποφύγει τον τεράστιο κίνδυνο για την δημόσια υγεία. Είναι η απόδειξη ότι μπορείς να έχεις και δημοκρατία και κράτος δικαίου, μαζί με την επιδίωξη των στόχων γενικού συμφέροντος. Αλλά πρέπει κάποιοι να ασχοληθούν και μάλιστα σοβαρά. Τα χειροκροτήματα και η "επικοινωνία" δεν αρκούν. Ούτε πρέπει να επικαλούμαστε συνέχεια τις κυρώσεις που θα έρθουν. Είναι ζητήματα αρχής.

Δευτέρα, Μαρτίου 09, 2020

Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι είναι προσωπικά δεδομένα του δικηγόρου το e-mail του σε εντολέα

Με ιδιαίτερη ικανοποίηση ανακοινώνουμε την έκδοση της απόφασης 186/2020 του Α'1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση αυτή, ο Άρειος Πάγος δέχτηκε αίτηση αναίρεσης κατά εφετειακής απόφασης που απέρριψε έφεση επί πρωτόδικης απορριπτικής απόφασης. Την αγωγή είχε υποβάλει δικηγόρος, η οποία ζήτησε δικαστικη προστασία, διότι ο εντολέας της χρησιμοποίησε σε άσχετη δίκη μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στο οποίο εκείνη του είχε γνωστοποιήσει την δικηγορική αμοιβή της, τον τραπεζικό λογαριασμό της, στοιχεία για τον δικηγορικό χειρισμό υπόθεσης ενώπιον του ΣτΕ και άλλα δεδομένα της.
Το Εφετείο Αθηνών, αναπαράγοντας την γνωστή και παντελώς εσφαλμένη αιτιολογία που, δυστυχώς, εμφανίζεται τα τελευταία χρόνια επαναλαμβανόμενη σε δικαστικές αποφάσεις, είχε κρίνει ότι "δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του, χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να του τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του άρθρου 22 παρ. 4 του Ν.2472/1997 [...] η αγωγή ορθά απερρίφθη με την εκκαλουμένη ως νόμω αβάσιμη καθόσον η κρίσιμη επιστολή, η οποία δεν αναφέρεται ότι αποκτήθηκε από τον εναγόμενο με παράνομο τρόπο, δεν αποτελεί διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ούτως ώστε να εμπίπτει στην έννοια του αρχείου, όπως προβλέπεται στο ν. 2472/1997, ούτε η προσκόμισή της ενώπιον του δικαστηρίου συνιστά άνευ ετέρου παράνομη πράξη ήτοι παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η ενάγουσα, προκειμένου να θεμελιώσει την αξίωσή της στην παράβαση του ν.2472/1997. Ο δε ισχυρισμός της ότι αρχείο νοείται κατά βάση το έγγραφο υπό διάφορες μορφές του, με την έννοια ότι η έγγραφη πληροφορία είναι αυτή που μπορεί να αποτελεί αφ' εαυτής αντικείμενο επεξεργασίας, δεν ευρίσκει έρεισμα στο νόμο και αντιβαίνει το σκοπό αυτού". 
Εκπροσωπήσαμε την συνάδελφο ενώπιον του Αρείου Πάγου με αίτηση αναίρεσης, προβάλλοντας δύο λόγους: την εσφαλμένη ερμηνεία του πεδίου εφαρμογής του Ν.2472/1997 (και κατ' επέκταση και του ΓΚΠΔ), καθώς και την εσφαμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα που απαγορεύει την χρήση άσχετων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ενόψει του σκοπού της επεξεργασίας. 
Ο Άρειος Πάγος έκρινε δεκτούς και τους δύο λόγους αναίρεσης. Συγκεκριμένα, αναφέρει στην απόφασή του:
"Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε την διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 και 2 του ν.2472/1997, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 2,3 παρ. 1, 4 παε 1 στοιχ. α' και β', 5 παρ. 1, 11 παρ. 1 και 3 του ίδιου νόμου και εκείνες των άρθρων 57,59.299 και 932 του ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, απορρίπτοντας ως νομικά αβάσιμη την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή, αν και αυτές έπρεπε να εφαρμοστούν στην κρινόμενη υπόθεση, καθόσον, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, συγκροτείται το πραγματικό των διατάξεων των πιο πάνω άρθρων και συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους και ως εκ τούτου η αγωγή ήταν νομικά βάσιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις αυτές. Τούτο δε διότι αποφασιστικής σημασίας στοιχείο στην προκειμένη περίπτωση για την στοιχειοθέτηση της επικαλούμενης αστικής ευθύνης του αναιρεσιβλήτου (εναγομένου) δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο ο τελευταίος απέκτησε το συγκεκριμένο έγγραφο (επιστολή), το οποίο αποτελούσε μέρος (περιεχόμενο) αρχείου κατά την έννοια του ν.2472/1997. ως περιλαμβανόμενο σε διαρθρωμένο σύνολο δεδομε΄νων, που είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια. Ειδικότερα, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, το έγγραφο αυτό απεστάλη από την αναιρεσείουσα (ενάγουσα) υπό τη μορφή συνημμένου μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) προς το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας *** και ως εκ τούτου παρέμεινε στα ψηφιακά δεδομένα της εν λόγω εταιρείας, με αποτέλεσμα να είναι ευχερής η πρόσβαση στα δεδομένα αυτά των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με συγκεκριμένα κριτήρια, όπως είναι η ημερομηνία αποστολής, ο αποστολέας, το θέμα, κλπ. Επίσης, κρίσιμο ζήτημα στην παρούσα περίπτωση δεν είναι το εάν ο αναιρεσίβλητος έλαβε νομίμως ή όχι γνώση των περιλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό προσωπικών δεδομένων της αναιρεσείουσας, αλλά το ότι, αν και το εν λόγω έγγραφο περιήλθε σ' αυτόν, στη συνέχεια προέβη σε περαιτέρω επεξεργασία αυτού με την προσκόμισή του ως αποδεικτικού εγγράφου στο προαναφερόμενο Δικαστήριο και ως εκ τούτου με χρήση των καταγεγραμμένων σ' αυτό πληροφοριών, που αφορούσαν, εκτός των άλλων, το ποσό της αμοιβής της αναιρεσείουσας, τον αριθμό του τραπεζικού της λογαριασμού και όλα τα στοιχεία θυέσης της (ακριβής διεύθυνση / τηλέφωνο / ηλεκτρονικό ταχυδρομείο). Επιπλέον, κρίσιμο στοιχείο εν προκειμένω είναι το εάν η ως άνω περαιτέρω επεξεργασία (χρήση) εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου έγινε νόμιμα, λαμβανομένου υπόψη ότι, όπως άλλωστε αναφέρεται στην αγωγή, η επίδικη επιστολή εστάλη στην εντολέα της αναιρεσείουσας *** για την εκκαθάριση των λογαριασμών της δικηγορικής της αμοιβής και την καταβολή του υπολοίπου αυτής στον προσωπικό της λογαριασμό και με το σκοπό η τελευταία να τηρήσει αυτήν στο αρχείο της για την επίλυση της μεταξύ τους διένεξης. Με τα δεδομένα αυτά είναι σαφές ότι καθοριστικής σημασίας στην παρούσα περίπτωση είναι το εάν ο αναιρεσίβλητος, αφού έλαβε την επιστολή αυτή με τα προσωπικά δεδομένα της αναιρεσείουσας, τα υπέβαλε σε περαιτέρω επεξεργασία και τα χρησιμοποίησε εναντίον του εντολέα της *** χωρίς να εξυπηρετεί συγκεκριμένο νόμιμο σκοπό και χωρίς τα κρίσιμα προσωπικά δεδομένα να είναι συναφή με τους σκοπούς της επεξεργασίας εκ μέρους του, η οποία, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, έγινε για την πρόκληση εντυπώσεων και την παραπλάνηση του δικαστηρίου και ως εκ τούτου κατά παράβαση των ως άνω καθιερούμενων με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του νόμου αυτού αρχών της νομιμότητας του σκοπού της επεξεργασίας και της αρχής της αναλογικότητας". 
Με αυτό το σκεπτικό,το Ανώτατο Δικαστήριο δικαιώνοντας την δικηγόρο τελικά (παρά τις απορριπτικές αποφάσεις του Πρωτοδικείου και του Εφετείου στα οποία δεν την εκπροσώπησε το γραφείο μας), αναίρεσε την εφετειακή απόφαση, ανέπεμψε την υπόθεση για εκδίκαση από το Εφετείο, διέταξε την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα και καταδίκασε τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία όρισε στις 3.000 ευρώ.

Τρίτη, Μαρτίου 03, 2020

Τι πραγματικά έκρινε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για την συστηματική απώθηση προσφύγων

Υπάρχει μια απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που κάποιοι υποστηρίζουν ότι ενθαρρύνει την συστηματική πρακτική του "push back" (απώθηση) που εφαρμόζει η Ισπανία, χωρίς να προλάβουν οι ενδιαφερόμενοι να υποβάλουν αιτήματα παροχής ασύλου στην χώρα που εισέρχονται παρανόμως. 
Είναι, όμως, έτσι;
Ας δούμε αναλυτικά την απόφαση N.D. και Ν.Τ. κατά Ισπανίας (Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως του ΕΔΔΑ) της 13.2.2020.
Τα σύνορα της Ισπανίας με το Μαρόκο:
Η Μελίγια είναι παράλια πόλη στη βόρεια ακτή της Αφρικής, η οποία αποτελεί έδαφος της Ισπανίας. Είναι κτισμένη επί της ανατολικής πλευράς της ομώνυμης χερσονήσου που καταλήγει στο ακρωτήριο Τρες Φόρκας. Αποτελεί μια από τις 17 αυτόνομες κοινότητες (Περιφέρειες) της χώρας (αυτόνομη πόλη) και έχει χερσαία σύνορα στα νότια με το Μαρόκο. Βρίσκεται σε απόσταση 15 περίπου χιλιομέτρων από την Μαροκινή πόλη Ναντόρ. Η Μελίγια αν και αρχικά φοινικική πόλη υποτάχθηκε διαδοχικά από τους Ρωμαίους, τους Βανδάλους, τους Βυζαντινούς και τους Άραβες. Το 1496 καταλήφθηκε από τους Ισπανούς παραμένοντας έκτοτε υπό την κυριαρχία τους. Στην πόλη αυτή το 1936 κηρύχθηκε η επανάσταση από τον στρατηγό Φρανθίσκο Φράνκο, η οποία προκάλεσε τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο. Οι περισσότεροι σήμερα κάτοικοι είναι Ισπανοί. Τα εδάφη της Μελίγιας και της Θέουτα είναι σήμερα τα μοναδικά εδάφη Ευρωπαϊκών κρατών στην Αφρική. Το σύνορο με το Μαρόκο περιλαμβάνει τρεις παράλληλους φράκτες, ανάμεσα στους οποίους κάνει περιπολίες η φρουρά της Ισπανίας για να αποτρέψει την παράνομη είσοδο. 
Οι προσφεύγοντες:
Οι δύο προσφεύγοντες, ο Ν.D και ο N.T. είναι άτομα που διέφυγαν ο ένας από το Μάλι το 2012 (σε εμπόλεμη κατάσταση) και ο άλλος από την Ακτή του Ελεφαντοστού και κατέληξαν στο Μαρόκο, από το οποίο επιχείρησαν μαζί με άλλους να περάσουν παράτυπα τα σύνορα με την Ισπανία, οπότε οι ισπανικές αρχές τους επέστρεψαν στο Μαρόκο, χωρίς να εξετάσουν ατομικά αιτήματα ασύλου.
Ποιες διατάξεις εξέτασε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο πλαίσιο της προσφυγής:
Το ΕΔΔΑ δεν είναι δικαστήριο που δικάζει το άσυλο, ως δικαίωμα. Δικάζει αν τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης εφαρμόζουν σωστά τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Πρωτοκόλλων της. Στο 4ο πρωτόκολλό της περιλαμβάνεται το άρθρο 4 με τίτλο "Απαγόρευση ομαδικής απέλασης αλλοδαπών" το οποίο έχει μία και μόνο φράση:
"Απαγορεύεται η ομαδική απέλαση αλλοδαπών". 
Ότι, δηλαδή, η απέλαση πρέπει να εξετάζεται με βάση τα ατομικά χαρακτηριστικά κάθε αλλοδαπού. Δεν αναφέρει τίποτε για πρόσφυγες, τίποτε για μετανάστες. Κάθε αλλοδαπός πρέπει να απελαύνεται κατόπιν ατομικής εξέτασης της υπόθεσης του. Η διάταξη δεν περιλαμβάνει εξαιρέσεις. Αφορά όμως την "απέλαση", όχι κάθε μορφή απώθησης. Καθένας, νομίζω, μπορεί να αντιληφθεί την διαφορά.
Το άλλο άρθρο που εξέτασε το ΕΔΔΑ είναι το 13 της ΕΣΔΑ, δηλαδη το "δικαίωμα πραγματικής/αποτελεσματικής προσφυγής":
"Παν πρόσωπον του οποίου τα αναγνωριζόμενα εν τη παρούση Συμβάσει δικαιώματα και ελευθερίαι παρεβιάσθησαν, έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και αν η παραβίασις διεπράχθη υπό προσώπων ενεργούντων εν τη εκτελέσει των δημοσίων καθηκόντων των."
Τι έκρινε η απόφαση του ΕΔΔΑ:
Αφού πάνω στα σύνορα η Ισπανία είχε Γραφείο Υποβολής Αιτήσεων Ασύλου (ιδρύθηκε λίγο μετά την προσπάθεια παράτυπης εισόδου στην χώρα), όπου οι προσφεύγοντες μπορούσαν να υποβάλουν το αίτημα ασύλου (ακόμη και πριν την ίδρυση του Γραφείου, υπήρχε "οδός" υποδοχής αιτημάτων από την Ισπανία) και δεν το υπέβαλαν, η ομαδική απώθηση τους χωρίς να εξεταστούν ατομικά αιτήματα δεν παραβίασε τον κανόνα του άρθρου 4. Η Ισπανία απέδειξε ότι είχαν υποβληθεί σε αυτό το Γραφείο έξι αιτήσεις το ίδιο έτος, άρα δεν είχαν πρόβλημα και οι προσφεύγοντες να κάνουν το ίδιο. Οι προσφεύγοντες, ενώ δεν είχαν ισχυριστεί καν ότι προσπάθησαν να εισέλθουν νόμιμα στην Ισπανία, ξαφνικά στην ακροαματική διαδικασία ενώπιον της Ευρείας Σύνθεσης ΕΔΔΑ είπαν ότι πήγαν να προσεγγίσουν την υπηρεσία αλλά τους κυνήγησαν οι μαροκανικές αρχές. Αυτό, όμως, κι αληθές υποτιθέμενο, δεν σήμαινε ότι έφταιγε η Ισπανία!
Επομένως, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι δεν παραβιάστηκε ο κανόνας της απαγόρευσης ομαδικής απέλασης και το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής. 
ΔΕΝ ΕΚΡΙΝΕ ΔΗΛΑΔΗ, ότι σε κάθε περίπτωση ένα Κράτος έχει δικαίωμα να απελαύνει ομαδικά αλλοδαπούς. Αυτό θα σήμαινε κατάργηση του άρθρου 4 του 4ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Έθεσε κριτήρια για τις περιπτώσεις που μια ομαδική απέλαση αλλοδαπών δεν παραβιάζει την απαγόρευση.
Τα κριτήρια που έθεσε το ΕΔΔΑ:
1. Η Ισπανία επικαλέστηκε το κυριαρχικό δικαίωμα άμυνας σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης. Το ΕΔΔΑ επέλεξε να μην εξετάσει αυτή την επίκληση, σημειώνοντας, ομως, με νόημα ότι Η ΙΣΠΑΝΙΑ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΕΙΣΑΓΑΓΕΙ ΚΑΠΟΙΟ ΤΕΤΟΙΟ ΘΕΜΑ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΟΗΕ (παρ. 166). Άρα, τέτοια επιχειρήματα περί εισβολής που θίγει την εθνική ασφάλεια πρέπει να συνοδεύονται από σχετική απόδειξη, έγκυρη με βάση τις διαδικασίες του διεθνούς δικαίου.
2. Τα κράτη καθορίζουν τα ίδια τις πολιτικές του ασύλου τους, αλλά οι πολιτικές αυτές δεν επιτρέπεται να είναι ασύμβατες με την ΕΣΔΑ και τα Πρωτόκολλά της (παρ. 170): άρα, η δικαιοδοσία του ΕΔΔΑ είναι στο πλαίσιο πάντα της επικουρικότητας του διεθνούς δικαίου, αλλά ΥΠΑΡΧΕΙ.
3. Το ΕΔΔΑ ακολουθεί μια σούπερ - ευρεία ερμηνεία του άρθρου 4, θεωρώντας ότι απαγορεύεται η ομαδική απέλαση καθ' οιονδήποτε έννοια, είτε ο αλλοδαπός είναι αιτών άσυλο, είτε βρίσκεται νόμιμα στη χώρα, είτε όχι. Το ίδιο και για την έννοια της "απέλασης": κάθε ομαδική εκτόπιση αλλοδαπών απαγορεύεται, είτε διενεργείται με τυπικές διαδικασίες, είτε άτυπα (παρ. 173-185). Απέρριψε την ένσταση της Ισπανίας ότι η επιστροφή των ενδιαφερόμενων "δεν ήταν απέλαση". 
4. Αυτό σημαίνει ότι σε όλες αυτές τις διαδικασίες εφαρμόζεται το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ: απαγόρευση βασανιστηρίων ή απάνθρωπης / εξευτελιστικής μεταχείρισης. 
5. Πάντως, ένα "δικαίωμα στο άσυλο" δεν το κατοχυρώνει η ΕΣΔΑ και τα Πρωτόκολλά της. Αυτό που προβλέπεται κατά το άρθρο 3 είναι ότι απαγορεύεται στο Κράτος που δεσμεύεται από την ΕΣΔΑ να επιστρέψει κάθε αλλοδαπό που βρίσκεται στην δικαιοδοσία του σε ένα άλλο Κράτος στο οποίο αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο να υποβληθεί σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή σε βασανιστήρια. Από αυτή την άποψη, η ΕΣΔΑ περιλαμβάνει και την απαγόρευση επαναπροώθησης κατά την έννοια της Συνθήκης της Γενεύης (παρ. 188). 
6. Εάν το Κράτος παρέχει προσβάσιμη διαδικασία για εξατομικευμένη εξέταση και το ενδιαφερόμενο άτομο δεν ακολουθεί αυτή την διαδικασία, τότε το Κράτος δεν ευθύνεται για παραβίαση της απαγόρευσης της ομαδικής απέλασης. Ειδικότερα, το ΕΔΔΑ αναφέρει ότι αντικείμενο της δικαστικής έρευνας του είναι αν το Κράτος παρέχει πραγματική και προσβάσιμη διαδικασία στα ΣΥΝΟΡΑ (παρ. 201). Εάν το Κράτος παρέχει τέτοια διαδικασία και ο ενδιαφερόμενος δεν κάνει χρήση, τότε το ΕΔΔΑ ελέγχει αν υπήρχαν σοβαροί λόγοι (δικαιώματος στην ζωή ή κινδύνου απάνθρωπης/εξευτελιστικής μεταχείρισης ή βασανιστηρίων) που ο ενδιαφερόμενος δεν έκανε χρήση.
Εφαρμόζοντας όλα αυτά, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι για την υποβολή αιτήματος στην Ισπανία υπήρχε διαδικασία στα σύνορα και φυσικά στις πρεσβείες της Ισπανίας στο Μαρόκο, όπου μπορούσαν να υποβάλουν το αίτημα ασύλου οι ενδιαφερόμενοι και δεν το έκαναν. Στη συνέχεια, το ΕΔΔΑ εξέτασε αν υπήρχαν λόγοι κινδύνου ζωής ή απάνθρωπης κτλ μεταχείρισης που δικαιολογούσαν ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν ακολούθησαν την νόμιμη διαδικασία.
Η Ισπανία απέδειξε μέχρι και το γεγονός ότι υπήρχε ειδική διαδικασία, νομοθετημένη κατά το εθνικό δίκαιο που πρόβλεπε ότι εάν αιτών άσυλο υπέβαλε το αίτημα σε μια Ισπανική πρεσβεία και αυτό κρινόταν δεκτό, μπορούσαν να οργανώσουν την δυνατότητα μετάβασης του πρόσφυγα στην Ισπανία, εφόσον η παραμονή στην τρίτη χώρα ήταν επικίνδυνη για τα δικαιώματά του.
Μετά απ' όλ' αυτά, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η Ισπανία δεν παραβίασε τα ανθρώπινα δικαιώματα των προσφευγόντων. Δεν έκρινε ότι μπορεί κάθε κράτος να απωθεί τους αλλοδαπούς που επιδιώκουν να εισέλθουν παράνομα στη χώρα χωρίς να παρέχουν την εξατομικευμένη υποδομή για νόμιμη εξέταση του αιτήματος στα σύνορα. Όρισε ότι μόνο αν εκπληρώνονται όλες αυτές οι εγγυήσεις από το κράτος και ο ενδιαφερόμενος δεν έχει κάνει τίποτε απολύτως, τότε και μόνο τότε επιτρέπεται η απώθησή του.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 24, 2020

Για πρώτη φορά άσυλο λόγω αθεΐας σε Πακιστανό

Σε υπόθεση που χειρίζεται το γραφείο μας, αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά από Ελληνικό Δικαστήριο ότι η αθεϊα πρώην μουσουλμάνου πολίτη χώρας που διώκει με την θανατική ποινή το αδίκημα της "βλασφημίας" αποτελεί λόγο ευαλωτότητας που επιτρέπει την παροχή διεθνούς προστασίας από την Ελληνική Δημοκρατία.

Επρόκειτο για την υπόθεση Πακιστανού πολίτη, ο οποίος επικηρύχθηκε για την αθεϊα του από διάφορους φορείς στο κράτος του, στο οποίο προβλέπεται η θανατική ποινή για τα άτομα που υποπίπτουν στο αδίκημα της "βλασφημίας". Για την μεταβολή των επιλογών του υπήρχε πλήρης τεκμηρίωση από αναρτήσεις του σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, γεγονός που δεν ελήφθη κατάλληλα υπόψη από τις αρμόδιες υπηρεσίες ασύλου με αποτέλεσμα να απορριφθεί το αίτημά του για διεθνή προστασία και να κινδυνεύει να επιστρέψει στο Πακιστάν όπου θα διωκόταν με βεβαιότητα και θα καταδικαζόταν με την ποινή του θανάτου, όπως συνέβη σε φίλους και ομοϊδεάτες του.

Προσφύγαμε με αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπου υποβάλλαμε και αίτημα αναστολής εκτέλεσης, προβάλλοντας ότι η εφαρμογή της απόφασης για επιστροφή του Πακιστανού στην χώρα του θα τον εκθέσει σε ανεπανόρθωτη βλάβη και κυρίως θα απειληθεί εναντίον του η θανατική ποινή.

Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την απόφαση 49/2020 επί της αίτησης αναστολής, αφού εξέτασε τον φάκελο καθώς και τα επιχειρήματα του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου που ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, διαπίστωσε ότι όντως συντρέχει λόγος κατεπείγουσας προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων του αιτούντος. Αναφέρει, βέβαια, ότι η απόρριψη του αιτήματος χορηγήσεως διεθνούς προστασίας αποτελεί πράξη αρνητικού περιεχομένου και , ως εκ τούτου, δεν είναι δεκτική αναστολής εκτέλεσης. Ξεπερνώντας, όμως, αυτό τον νομικό σκόπελο, το Δικαστήριο καταλήγει:

"Ωστόσο, το δικαστήριο σε συμβούλιο ή ο αρμόδιος δικαστής δύναται, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 52 του π.δ/τος 18/1989 όπως ισχύει, να διατάξει κάθε κατάλληλο για την προστασία του αιτούντος μέτρο. Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω ισχυρισμών και των περιλαμβανομένων στο διοικητικό φάκελο εγγράφων ενδέχεται να τεκμηριώνεται κίνδυνος είτε σύλληψης του αιτούντος από τις αρχές της χώρας του με την κατηγορία της βλασφημίας, είτε επίθεσης σε βάρος του από φανατικές θρησκευτικές ομάδες, σε περίπτωση επαναπροωθήσεώς του στο Πακιστάν, για το λόγο δε αυτό κρίνεται ότι από την απομάκρυνσή του από την Ελλάδα πιθανολογοείται ο κίνδυνος επέλευσης σε βάρος του ανεπανόρθωτης βλάβης με τη σύλληψή του από τις αρχές της χώρας του ή του εντοπισμού του από φανατικούς ισλαμιστές. Κατόπιν αυτών, κρίνεται αναγκαιο να διαταχθεί η Διοίκηση να απόσχει, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως επι της εκκεμούς αιτήσεως ακυρώσεως, από κάθε ενέργεια στηριζόμενη αποκλειστικώς στην προσβαλλόμενη πράξη, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα την εξαναγκασμένη αναχώριση του αιτούντος από την Ελλάδα. Περαιτέρω, διατάσσει την Διοίκηση να μην προχωρήσει στην αφαίρεση του χορηγηθέντος στον αιτούντα δελτίου αιτήσαντος διεθνή προστασία ή, εάν τυχόν το δελτίο αυτό έχει ήδη αφαιρεθεί, να του επιστραφεί και, εάν έχει λήξει, να παραταθεί η ισχύς του, ώστε να αποκατασταθεί πλήρως η πραγματική κατάσταση, στην οποία τελούσε ο αιτών, προ της απορρίψεως, με την προσβαλλόμενη απόφαση, του αιτήματος χορηγήσεως διεθνούς προστασίας".

Κυριακή, Φεβρουαρίου 16, 2020

Ηχογραφήσεις συνεδριάσεων Εurogroup από πρώην υπουργό οικονομικών

Η συλλογή δεδομένων φωνής που ανήκει σε φυσικά πρόσωπα αποτελεί δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κι επομένως η συλλογή τους πρέπει να γίνεται με την συγκατάθεση των υποκειμένων των δεδομένων. Ο κανόνας της συγκατάθεσης δεν είναι βέβαια ανεξαίρετος, αφού προβλέπονται κι άλλοι λόγοι που επιτρέπουν την συλλογή δεδομένων φωνής, όταν αυτό επιβάλλεται π.χ. από ένα υπέρτερο έννομο συμφέρον. Και σε αυτή την περίπτωση όμως, όταν δηλαδή ένα υπέρτερο έννομο συμφέρον επιβάλλει την ηχογράφηση δεδομένων φωνής φυσικών προσώπων, η διαφάνεια επιβάλλει την προηγούμενη ενημέρωση των καταγραφομένων.

Αυτοί οι θεμελιώδεις κανόνες υποχωρούν όταν τα συλλεγόμενα δεδομένα αφορούν δημόσια πρόσωπα και η χρήση γινεται στο πλαίσιο δημοσιογραφικών σκοπών ή άλλων σκοπών δημοσίου δικαίου για να αποδειχθεί κάποιο μεγάλο περιστατικό που αποκρύπτεται και το οποίο έχει δημόσιο ενδιαφέρον. Πρέπει όμως η συλλογή και χρήση των δεδομένων να είναι το μοναδικό μέσο της απόδειξης. Ένας κανόνας που έχει ακολουθήσει και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο όταν πρέπει να σταθμίσει ανάμεσα σε ελευθερία της πληροφόρησης αφενός και σεβασμό του ιδιωτικού βίου αφετέρου (στον οποίο ιδιωτικό βίο περιλαμβάνονται και οι επαγγελματικές δραστητιότητες ακόμη και δημόσιων αξιωματούχων) είναι η κραυγαλέα α   ν τ ι ν ο μ ί α  ανάμεσα στον δημόσιο λόγο και στον άλλως πράττειν των δημοσίων προσώπων. Πρέπει να υπάρχει λοιπόν αντινομία, όπως είναι για παράδειγμα το ψέμα.

Εδώ έχουμε το περιστατικό ενός πρώην υπουργού οικονομικών που συμμετείχε πριν πέντε (5) χρόνια στην κλειστή συνεδρίαση του Eurogroup, το οποίο είναι ένα άτυπο όργανο της ευρωζώνης και αποτελείται από τους υπουργούς οικονομικών των κρατών - μελών που έχουν ευρώ.  Ο πρώην υπουργός χαίρει της βουλευτικής ασυλίας και ισχυρίζεται ότι έχει ηχογραφήσεις από εκείνες τις συνεδριάσεις προ πενταετίας. Επιθυμεί να δημοσιοποιήσει αυτές τις ηχογραφήσεις, για να γνωρίζει ο ελληνικός λαός τι ειπώθηκε σε κρίσιμες συνεδριάσεις για την πορεία της χώρας και της ευρωζώνης.

Έχει προηγηθει βέβαια το βιβλίο που έχει συγγράψε ο εν λόγω πρώην υπουργός, το οποίο έχει γίνει διεθνές μπεστ σέλλερ και έχει γυριστεί και σε ταινία από διεθνούς φήμης σκηνοθέτη κι έχει προβληθεί διεθνώς. Έχουν προηγηθεί ατέλειωτες συνεντεύξεις του πρώην υπουργού, αλλά και άλλων πρωταγωνιστών εκείνης της περιόδου. Φαίνεται μάλιστα ότι όλοι συμφωνούν ως προς τα πραγματικά περιστατικά. Δεν φαίνεται να υπάρχει η κραυγαλέα αντινομία ανάμεσα στον δημόσιο λογο και στα εξ απορρήτων λεχθέντα στο Eurogroup. Επίσης έχουν περάσει και πέντε χρόνια, γεγονός που, μαζί με τις συνεντεύξεις, το βιβλίο, την ταινία έχουν αφαιρέσει από το περιεχόμενο των συνομιλιών στο Eurogroup κάθε ενδεχόμενο μη κάλυψης που θα συνέβαλε σε έναν δημόσιο διάλογο για θέμα γενικότερου ενδιαφέροντος.

Με αυτά τα χαρακτηριστικά, η δημοσίευση τέτοιων ηχογραφήσεων που μπορεί όταν έγιναν να είχαν μια κάποια αποδεικτική αξία, σήμερα δεν μπορούν πλέον να συγκεντρώσουν τα στοιχεία εκείνα που θα δικαιολογούσαν την υπέρβαση της υποχρέωσης διαφάνειας και λήψης συγκατάθεσης. Μόνο αν οι ηχογραφήσεις περιλαμβάνουν κάτι που όχι απλά δεν έχει αποκαλυφθεί, αλλά θα μπορούσε να ανατρέψει πλήρως την δημόσια αντίληψη για τα γεγονότα όπως τα έχουν μεταφέρει οι πρωταγωνιστές τους, θα επέτρεπαν την υπέρβαση των προϋποθέσεων διαφάνειας και συγκατάθεσης. Κάτι τέτοιο όμως δεν το ισχυρίζεται ούτε ο πρώην υπουργός. Δεν έχει πει δηλαδή ότι σε αυτές υπάρχει συγκεκριμένο περιστατικό, για το οποίο το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο είναι οι ηχογραφήσεις και το οποίο έχει συστηματικά διαστρεβλωθεί από άλλους που έχουν αμφισβητήσει την δική του εκδοχή.

Συνεπώς, μια δημοσιοποίηση πλέον, δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί στην βάση της ελευθερίας της πληροφόρησης χωρίς να τραυματίζονται άλλες θεμελιώδεις κατακτήσεις του νομικού μας πολιτισμού. Η διαρροή δεν αποτελεί έκφανση της αρχής της διαφάνειας. Η κρυφή καταγραφή μιας συνομιλίας επιτρέπεται κατ' εξαίρεση και μόνο υπό αυστηρούς όρους. Γι' αυτό και το ποινικό μας δίκαιο την ταξινομεί στις κακουργηματικές περιπτώσεις και μόνο κατ' εξαίρεση νοείται η απαλλαγή, όπως στην απαλλαγή Κασιδιάρη για την καταγραφή Μπαλτάκου. Κι εκεί όμως θα μπορούσε να έχει υπάρξει σοβαρός αντίλογος και είχε προηγηθεί και μια σύλληψη και προσωρινή κράτηση του βουλευτή όπως θυμόμαστε.

Η τήρηση των πρακτικών συνεδριάσεων προϋποθέτει ρυθμισμένη διαδικασία, με καθορισμένες παραμέτρους προηγούμενης ενημέρωσης και συγκατάθεσης. Δεν γίνεται με μονομερή πρωτοβουλία του ενός συμμετέχοντος. Γίνεται με την διαδικασία της συναπόφασης. Διαφορετικά, πρόκειται για κατ' αρχήν παράνομη πράξη, με όλως περιοριστικές εξαιρέσεις. 

Τρίτη, Φεβρουαρίου 11, 2020

Δικαίωση διευθύντριας δήμου που υποβιβάστηκε σε τμηματάρχη




Με ιδιαίτερη ικανοποίηση υποδεχόμαστε την απόφαση με την οποία ακυρώθηκε ο υποβιβασμός της Διευθύντριας του Δήμου Λοκρών κυρία Άννα Παπαναγιώτου, σε προϊσταμένη Τμήματος. 

Συγκεκριμένα, η υπάλληλος ήταν Διευθύντρια της Δ/νσης Κοινωνικής Προστασίας, Παιδείας και Πολιτισμού. Με απόφαση του νέου Δημάρχου Λοκρών μετακινήθηκε σε θέση προϊσταμένης Τμήματος, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 72 παρ. 4 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, η οποία απαγορεύει την μετακίνηση προϊσταμένων σε θέσεις προϊσταμένων οργανικής μονάδας κατώτερου επιπέδου (από διεύθυνση σε τμήμα).

Η υπάλληλος προσέφυγε αρχικά στον Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας – Στερεάς Ελλάδας, με αίτημα να ακυρωθεί η παράνομη μετακίνησή της. Όμως, η προσφυγή της απορρίφθηκε από τον Συντονιστή, χωρίς να εφαρμοστεί η απαγόρευση του άρθρου 72 παρ. 4. Κατόπιν αυτής της εξέλιξης, η υπάλληλος προσέφυγε στην Επιτροπή του άρθρου 152 του Ν.3453/2006, με αίτημα την ακύρωση της απόφασης.

Με το Πρακτικό 2/2020, η Επιτροπή έκρινε ότι η υπάλληλος είχε δίκαιο κι ότι δεν έπρεπε να είχε μετακινηθεί σε θέση προϊσταμένης τμήματος. Ειδικότερα η Επιτροπή έκρινε ότι “ο χαρακτηρισμός της ανωτέρω μετακινήσεως της προσφεύγουσας στην προσβαλλόμενη απόφαση ως επανατοποθέτησης, πέραν του ότι είναι ανακριβής, διότι η προσφεύγουσα δεν ήταν ποτέ προηγούμενα τοποθετημένη ως Προϊσταμένη στο Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής και Πολιτικής Ισότητας των Φύλων, αλλά ήταν τοποθετημένη ως Προϊσταμένη στο Αυτοτελές Τμήμα, που εν συνεχεία κατέστη Διεύθυνση, Κοινωνικής Προστασίας, Παιδείας και Πολιτισμού του Δήμου Λοκρών, επιπλέον είναι και νομικά αδιάφορος, διότι βέβαιον και αναντίρρητον είναι ότι η σχετική ανάθεση των καθηκόντων της προσφεύγουσας έγινε από το αρμόδιο για κάθε διορισμό και κάθε υπηρεσιακή μεταβολή όργανο, ήτοι τον Δήμαρχο Λοκρών και επιπλέον ότι ανεξαρτήτως του μόνιμου ή παροδικού χαρακτήρα της μετακίνησής της, αφού το άρθρο 72 παρ. 4 του Ν.3584/2007 δεν διακρίνει σχετικά, η μετακίνηση από τη θέση προϊσταμένου μιας οργανικής μονάδας είναι νόμιμη μόνον εφόσον γίνεται σε θέση προϊσταμένου οργανικής μονάδας αντίστοιχου επιπέδου”. Η Επιτροπή έκρινε ότι ο Δήμαρχος έχει μεν διακριτική ευχέρεια για μετακινήσεις προσωπικού, όμως δεν μπορεί να αντιστρατεύεται την διάταξη του άρθρου 72 παρ. 4. 

Είναι μία μέρα δικαίωσης για την κυρία Παπαναγιώτου”, δήλωσε ο Βασίλης Σωτηρόπουλος που την εκπροσώπησε ως πληρεξούσιος στην Επιτροπή, “και μια μέρα επιβεβαίωσης της αρχής της αξιοκρατίας. Η απόφαση της Επιτροπής επιβεβαιώνει την σχετική νομολογία των Διοικητικών Εφετείων της χώρας που θα έπρεπε να είχαν λάβει υπόψη τους τόσο ο Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης, όσο και ο Δήμαρχος Λοκρών”.



Παρασκευή, Ιανουαρίου 31, 2020

Μαθητής κερδίζει δικαστικά απαλλαγή από θρησκευτικά που του είχε απορρίψει 2 φορές το σχολείο του

Με σημερινή απόφασή του, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών σε υπόθεση μαθητή εναντίον του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, έκρινε ότι η απόρριψη των αιτημάτων των γονέων του για απαλλαγή του από το μαθημα των θρησκευτικών παραβιάζει την θρησκευτική του ελευθερία.
Πρόκειται για το 1ο Γενικό Λύκειο Γέρακα, στο οποίο οι γονείς του μαθητή είχαν υποβάλει τον Σεπτέμβριο αίτημα απαλλαγής χωρίς να υποβάλουν υπεύθυνη δήλωση ότι ο μαθητής δεν είναι Χ.Ο. Η αίτησή τους απορρίφθηκε και στην συνέχεια υπέβαλαν την υπεύθυνη δήλωση, με αποτέλεσμα να απορριφθεί το αίτημα εκ νέου ως εκπρόθεσμο!
Εκπροσωπώντας τους γονείς και τον μαθητή ως πληρεξούσιος δικηγόρος, κατέθεσα κατά του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων (το σχολείο δεν έχει αυτοτελή νομική προσωπικότητα) αίτηση ακύρωσης των απορρίψεων στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών και αίτηση αναστολής εκτέλεσης και έκδοσης προσωρινής διαταγής. Ενώ το αίτημα προσωρινής διαταγής απορρίφθηκε τον Νοέμβριο (ακατανόητο, κατά τη γνώμη μου, οπότε προσφύγαμε για τον λόγο αυτόν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων), τελικά, σήμερα, ενώ ο μαθητής υποχρεώθηκε επί 4 μήνες να παρακολουθεί θρησκευτικά, το Διοικητικό Εφετείο έκρινε δεκτό το αίτημα της αναστολής και των δύο απορρίψεων του αιτήματος με το εξής σκεπτικό: 
"Επειδή, με το άρθρο 13 του Συντάγματος κατοχυρώνεται και προστατεύεται η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης ως ιδιαίτερη έκφανση του δικαιώματος της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 του Συντάγματος). Η ελευθερία αυτή συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, και το δικαίωμα του καθενός να πρεσβεύει το θρήσκευμα ή το δόγμα της εκλογής του ή να μην ακολουθεί κανένα θρήσκευμα ή να είναι άθεος (αρνητική μορφή της θρησκευτικής ελευθερίας), καθώς επίσης και το δικαίωμά του να μην αποκαλύπτει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Με τις προσβαλλόμενες με την κρινόμενη αίτηση πράξεις, εκδηλώθηκε η άρνηση του Συλλόγου των διδασκόντων του 1ου Γενικού Λυκείου Γέρακα να απαλλάξουν τον τρίτο αιτούντα από τη διδασκαλία των θρησκευτικών, ενώ είχαν αιτηθεί την απαλλαγή αυτή οι γονείς του (1ος και 2η από τους αιτούντες), σύμφωνα με το νόμο (άρθρο 25 παρ.3 της Υ.Α. 79942/ΓΔ4/21-5-2019 σε συνδυασμό με 12773/Δ2/23-1-2015 Εγκύκλιο του ΥΠΠΕΘ). Κατόπιν της άρνησης αυτής, ο τρίτος αιτών θα υποχρεωθεί να παρακολουθήσει το μάθημα των θρησκευτικών κατά το τρέχον σχολικό έτος και να συμμετέχει στις θρησκευτικές εκδηλώσεις του σχολείου (προσευχή, εκκλησιασμός), μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της αίτησης ακύρωσης που έχει ασκήσει, γεγονός που θα του προκαλέσει βλάβη ανεπανόρθωτη σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης ακύρωσης, λόγω της προσβολής του δικαιώματός του για θρησκευτική ελευθερία, κατά παράβαση του άρθρου 13 του Συντάγματος. Επειδή, όσων προεκτέθηκαν, η κρινόμενη αίτηση είναι βάσιμη και πρέπει να γίνει δεκτή και να ανασταλεί η εκτέλεση των ανωτέρω πράξεων του Συλλόγου Διδασκόντων του 1ου Γενικού Λυκείου Γέρακα μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ***/8-11-2019 αίτησης ακύρωσης, που εκκρεμεί για συζήτηση. Ακόμη πρέπει να επιστραφεί στους αιτούντες το καταβληθέν παράβολο.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Δέχεται την αίτηση, κατά το μέρος που ασκείται από τον πρώτο και δεύτερο από τους αιτούντες ως ασκούντες την επιμέλεια και γονική μέριμνα του ανήλικου υιού τους και τρίτου των αιτούντων.
Αναστέλλει στην εκτέλεση των με αριθμούς ***/27-9-2019 και ***/16-10-2019 πράξεων του Συλλόγου των Διδασκόντων του 1ου Γενικού Λυκείου Γέρακα μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της ***/8-11-2019 αίτησης ακύρωσης.
Διατάζει την επιστροφή του παραβόλου στους αιτούντες.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2019 και εκδόθηκε στον ίδιο τόπο στις 31 Ιανουαρίου 2020."

Δευτέρα, Ιανουαρίου 27, 2020

Πολιτικός όρκος για την Πρόεδρο της Δημοκρατίας

Διαφωνώ με την νομική άποψη ότι ο χριστιανικός όρκος του Προέδρου της Δημοκρατίας που αναφέρει το Σύνταγμα είναι υποχρεωτικός.
Το Σύνταγμα στο άρθρο 33 παρ. 1 ορίζει ότι ο εκλεγόμενος ΠτΔ αναλαμβάνει την άσκηση των καθηκόντων του από την επομένη της ημέρας που έληξε η θητεία του απερχόμενου Προέδρου και "σε όλες τις άλλες περιπτώσεις" (π.χ. θάνατος) από την επομένη της εκλογής του. 
Άρα η χρονική έναρξη των καθηκόντων ορίζεται συνταγματικά από συγκεκριμένο γεγονός (λήξη θητείας προηγούμενου ή έκλειψη προηγούμενου), χωρίς αυτή να εξαρτάται από την ορκωμοσία, η οποία ορίζεται στην παρ. 2 μόνο ως τελετουργική διαδικασία και όχι ως όρος του ενεργού. Συγκεκριμένα η παρ. 2 αναφέρει ότι ο ΠτΔ πριν αναλάβει την άσκηση των καθηκόντων του δίνει ενώπιον της Βουλής τον ακόλουθο όρκο:
"Ορκίζομαι στο όνομα της Αγίας και Ομοούσιας και Αδιαίρετης Τριάδας να φυλάσσω το Σύνταγμα και τους νόμους, να μεριμνώ για την πιστή τους τήρηση, να υπερασπίζω (sic) την εθνική ανεξαρτησία και την ακεραιότητα της Χώρας, να προστατεύω τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των Ελλήνων και να υπηρετώ το γενικό συμφέρον και την πρόοδο του Ελληνικού Λαού". 
Καμία έννομη συνέπεια δεν προβλέπει το Σύνταγμα, εάν δεν τηρηθεί αυτό το τελετουργικό: δεν είναι όπως ο όρκος που πρέπει να δώσει ένας μάρτυρας στο δικαστήριο, χωρίς τον οποίο δεν νοείται καν η κατάθεσή του ως μαρτυρική και χωρίς την νομοτυπική πρόβλεψη του οποίου δεν νοείται καν όρκος. Ο όρκος του ΠτΔ είναι ρυθμισμένη εθιμοτυπία και όχι νομική διαδικαστική προϋπόθεση. 
Σε αυτό το συμπέρασμα συντείνει το γεγονός ότι τα προσόντα για την εκλογή του ΠτΔ ορίζονται περιοριστικά στο άρθρο 31 του Συντάγματος, το οποίο αναφέρει ότι Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να εκλεγεί όποιος:
α) είναι Έλληνας πολίτης πριν από πέντε τουλάχιστον έτη,
β) έχει από πατέρα ή μητέρα ελληνική καταγωγή,
γ) έχει συμπληρώσει το 40ο έτος της ηλικίας και
δ) έχει τη νόμιμη ικανότητα του εκλέγειν.
Δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη για το θρήσκευμα, το οποίο σημαίνει ότι το Σύνταγμα δεν θέτει ως προϋπόθεση να ανήκει ο ΠτΔ σε συγκεκριμένο θρήσκευμα. Εδώ δέχεται και το ενδεχόμενο ο ΠτΔ να ΜΗΝ ήταν έλληνας πολίτης πριν από έξι (6) χρόνια! Επίσης, παρόλο που χρησιμοποιείται αρσενικό γένος, πάλι ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΑ, δεν υπάρχει καμία συνταγματική απαγόρευση για την εκλογή γυναίκας στην θέση του ΠτΔ.
Επομένως, το Σύνταγμα θεωρεί απλά ως πιθανό ο ΠτΔ να είναι Χριστιανός Ορθόδοξος, κάτι που αποτελεί ένα ισχυρό ενδεχόμενο, οπότε προβλέπει και τον αντίστοιχο τύπο του όρκου, χωρίς όμως να απαγορεύει να μην είναι και χωρίς να απαγορεύει το Σύνταγμα να δώσει ο ΠτΔ μια διαφορετική καθομολόγηση εφόσον το επιθυμεί, αφού η διάταξη δεν είναι ούτε επιτακτική, ούτε αποκλειστική, ούτε απαγορευτική αλλά εθιμοτυπικής, πανηγυρικής, διακηρυκτικής και, σε τελευταία ανάλυση, ενδεικτικής φύσεως.
Σε αντίθεση εξάλλου με άλλα πολιτεύματα, όπου ο αρχηγός του κράτους έχει και θρησκευτικά καθήκοντα (π.χ. η βασίλισσα της Αγγλίας είναι Defender of the Faith), στην Ελληνική Δημοκρατία ο ΠτΔ δεν έχει καμία απολύτως νομική σύνδεση με την επικρατούσα θρησκεία, πέραν βέβαια του ότι η δημόσια υπηρεσία της οποίας προϊσταται, η Προεδρία της Δημοκρατίας, οφείλει να τηρεί τις κατά νόμον επίσημες θρησκευτικές αργίες (τις οποίες βέβαια οι προηγούμενοι ΠτΔ συνήθως δεν τηρούσαν, αφού "δούλευαν" και στις αργίες, παριστάμενοι σε θρησκευτικές εκδηλώσεις κτλ). 
Αυτό σημαίνει ότι αν η κ. Σακελλαροπούλου ορκιστεί με πολιτικό ορκο, αυτό δεν θα έχει καμία έννομη συνέπεια στην ανάληψη των καθηκόντων της ως ΠτΔ, αλλά θα αποτελεί αυτονόητη ενάσκηση ατομικού δικαιώματος που δεν προσκρούει σε καμία συνταγματική απαγόρευση, αντίθετα γνωρίζει ευρύτατα θεμελιωμένη συνταγματική έδραση σε σειρά συνταγματικών κανόνων, ευθέως και a contrario εφαρμοζομένων.
Η αναθεώρηση του άρθρου 33 παρ. 2 δεν θα ήταν κακή ιδέα για λόγους συνταγματικής συμπεριληπτικότητας. Δεν είναι όμως μια νομική προϋπόθεση για την συνταγματική νομιμότητα ενός πολιτικού όρκου από τον ΠτΔ.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 20, 2020

Παραβιάζοντας τον GDPR: ο ΑΦΜ ως αριθμός ταυτότητας

Η κυβερνητική αυτοπεποίθηση ότι τα νομικά προβλήματα που μπορούν να προκύψουν από την μετατροπή του Αριθμού Φορολογικού Μητρώου σε ενιαίο αναγνωριστικό αριθμό ταυτότητας  μπορούν να λυθούν νομοθετικά προσκρούουν στις ίδιες τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων της Ε.Ε. Στο άρθρο 87 του ΓΚΠΔ ("Επεξεργασία του εθνικού αριθμού ταυτότητας") ορίζεται ότι τα κράτη μπορούν βέβαια να καθορίζουν "περαιτέρω" τις "ειδικές προϋποθέσεις" για την επεξεργασία εθνικού αριθμού ταυτότητας ή οποιοδήποτε άλλο αναγνωριστικό στοιχείο ταυτότητας γενικής εφαρμογής, θέτοντας όμως ένα πολύ συγκεκριμένο εγγυητικό πλαίσιο. Το πλαίσιο αυτό είναι οι "δέουσες εγγυήσεις για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων, δυνάμει του παρόντος κανονισμού". Όριο λοιπόν είναι ο ίδιος ο GDPR, τον οποίο το Κράτος οφείλει να εφαρμόσει απαρέγκλιτα, καθώς δεν δύναται να τον τροποποιήσει με την εθνική του νομοθεσία - και ευτυχώς!

Ο κανόνας της προστασίας δεδομένων που θίγεται εδώ είναι ο δεσμευτικά καθορισμένος σκοπός της επεξεργασίας δεδομένων: δεν μπορείς ένα στοιχείο που έχει παραχθεί για μια συγκεκριμένη αποστολή να το χρησιμοποιείς σε μεταγενέστερο χρόνο για σκοπό ασύμβατο προς αυτόν για τον οποίο έχει δημιουργηθεί. Η έκδοση Αριθμού Φορολογικού Μητρώου ηεισήχθη ως υποχρέωση κάθε φυσικού προσώπου που φορολογείται στην Ελλάδα, με νόμο του 1997 για τους σκοπούς της φορολογικής διοίκησης. Άρα, η χρήση του για οποιονδήποτε εξωφορολογικό λόγο ειναι ασύμβατη με τον αρχικό σκοπό επεξεργασίας και συνεπώς τίθεται σοβαρότατο ζήτημα παραβίασης του άρθρο 5 παρ. 1 (β) του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων.

Πέρα όμως από το ζήτημα επί της αρχής υπάρχει και ένα σοβαρό ζήτημα διακινδύνευσης. Ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου ήδη έχει εγκατασταθεί ως κλειδί εισόδου σε μια μεγάλη σειρά συναλλαγών με την φορολογική διοίκηση, κατά τρόπον ώστε η περαιτέρω διεύρυνση της χρήσης και της αναφοράς του καθιστά εξαιρετικά επίνδυνη την εφαρμοή του. Αν κάποιος κακόβουλος γνωρίζει τον Α.Φ.Μ. σας, χωρίς κανένα άλλο στοιχείο μπορεί να εκδώσει σε βάρος σας παράβολο Δημοσίου μέσω της σχετικής εφαρμογής διαδικτυακά και να σας καταστήσει υπεροφειλέτη του Δημοσίου. Εάν η χρήση του Α.Φ.Μ. γενικευθεί μέσω του δελτίου ταυτότητας, με αυτόν τον αριθμό θα ανοίγουν πολλές πόρτες, άσχετες με την φορολογική δραστηριότητα και έτσι η διοίκηση, αλλά ακόμη χειρότερα, ιδιώτες θα αποκτήσουν πρόσβαση σε δυσανάλογο όγκο δεδομένων. Δεν νοείται με τον Α.Φ.Μ. ένας ιδιωτικός υπάλληλος που εκδίδει ένα τιμολόγιο αντί να βλέπει μόνο τα φορολογικά δεδομένα να μπορεί να υπεισέρχεται για παράδειγμα σε πληροφορίες που σχετίζονται με την ασφάλιση υγείας του ατόμου και στη συνέχεια χρησιμοποιώντας την εν λόγω πρόσβαση να επεξεργάζεται τα δεδομένα για να προωθήσει άμεσα νέα ασφαλιστικά προγράμματα, ενώ ο ενδιαφερόμενος απλώς προσήλθε σε ένα εμπορικό κατάστημα για να προμηθευτεί μια ηλεκτρική συσκευή.

Ο παλαιότερος Ν.2472/1997 που ίσχυε μέχρι φέτος τον Αύγουστο όριζε ότι η διασύνδεση αρχείων που γίνεται με χρήση ενιαίου κωδικού αριθμού προϋποθέτει άδεια της Αρχής Προστασίας Δεδομένων. Το ίδιο και για τις περιπτώσεις που τα διασυνδεόμενα αρχεία περιλάμβαναν κατηγορίες ευαίσθητων δεδομένων π.χ. υγείας. Η διοίκηση πολύ συχνά θέλει να αξιοποιήσει την διαλειτουργικότητα για να κάνει τη δουλειά της, χωρίς να σέβεται πάντοτε την αρχή της αναλογικότητας και τα δικαιώματα των πολιτών. Χαρακτηριστική περίπτωση ήταν το αίτημα πρόσβασης των υπηρεσιών έκδοσης αδειών οδήγησης με τα αρχεία των ψυχιατρικών ιδρυμάτων για να βρουν μήπως κάποιος υποψήφιος οδηγός είχε νοσηλευτεί, λες και η νοσηλεία αυτή είχε οποιαδήποτε σχέση από μόνη της με την οδηγική ικανότητα. Σε εκείνη την περίπτωση η Αρχή απαγόρευσε την διασύνδεση, ορθώς. Αν τώρα ο ενιαίος αριθμός ταυτότητας αποτελεί κλειδί για πρόσβαση σε τέτοιες πληροφορίες, θα είναι πολύ αργά εφόσον το μέτρο έχει ήδη εφαρμοστεί τεχνικά.  Άλλωστε ήδη το νέο θεσμικό πλαίσιο επιβάλλει την ελαχιστοποίηση της πρόσβασης κι όχι την υπερδιεύρυνσή της: η αρχή περί προστασίας δεδομένων εξ ορισμού και από τον σχεδιασμό (by default and by design) είναι διακριτός και αυτοτελής νομικός κανόνας πλέον και αυτό δεν μπορεί να αλλάξει με μόνη την διαφορετική ρύθμιση της εθνικής νομοθεσίας. 

Όλα αυτά για να είναι νόμιμα προϋοθέτουν όχι απλώς συμμόρφωση των πάντων, ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, με τον ΓΚΠΔ για να αποτραπούν περιπτώσεις παραβιάσεων. Δεν νοούνται τέτοιοι σχεδιασμοί χωρίς προηγούμενη διενέργεια εκτίμησης αντικτύπου όπως επιβάλλει το άρθρο 35 του ΓΚΠΔ για τις επεξεργασίες δεδομένων που ενέχουν ιδιαίτερους κινδύνους για τα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες. Κάθε υπεύθυνη υπουργική εξαγγελία θα πρέπει να συνοδεύεται από την μνεία για την ύπαρξη αντίστοιχης εκτίμησης αντικτύπου. Διότι ο GDPR είναι κουλτούρα, δεν είναι απλώς τήρηση διατάξεων.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 16, 2020

Ιδιωτικά πανεπιστήμια χωρίς αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος

Η ματαίωση της τελευταίας απόπειρας αναθεώρησης του άρθρου 16 που επιβάλλει τον δημόσιο χαρακτήρα της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης μεταθέτει στις καλένδες την νομική δυνατότητα ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων, αφού μεταξύ δύο αναθεωρήσεων μεσολαβούν υποχρεωτικά πολλά χρόνια.
Είναι όμως όντως τόσο άκαμπτο το Σύνταγμα; Επιβάλλει με τόσο απερίφραστο τρόπο την απαγόρευση ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων;
Στο άρθρο 16 παρ. 5 αναφέρεται: "Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση." Δηλαδή το Σύνταγμα επιβάλλει την αποκλειστικότητα στην νομική μορφή, το νομικό κέλυφος των ιδρυμάτων. Δεν μπορούν να είναι νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, αυτό είναι όλο.
Πιο κάτω, η ίδια παράγραφος λέει "Τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους". 
Η κρατική εποπτεία δεν σημαίνει και αποκλειστικά κρατική ιδιοκτησία, όπως μας δίδαξε το προηγούμενο του αντίστοιχου "άμεσου ελέγχου του Κράτους" επί της ραδιοτηλεόρασης που προβλέπεται στο άρθρο 15 του Συντάγματος. Κάποτε, στην δεκαετία του 1980, οι συνταγματολόγοι έλεγαν ότι ο όρος "άμεσος έλεγχος" σήμαινε συνταγματική απαγόρευση των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών. Το θέμα λύθηκα με την ίδρυση του ΕΣΡ που ασκεί τον άμεσο έλεγχο κι επομένως μπορείς εκτός από την ΕΡΤ να έχεις και ιδιωτική ραδιοτηλεόραση με άμεσο κρατικό έλεγχο. Έλεγχος και εποπτεία είναι όροι διακριτοί από την ιδιοκτησία και τον επιχειρημαστικό κίνδυνο.
Άλλωστε, τα πανεπιστημιακά ιδρύματα έχουν, κατά την διατύπωση του Συντάγματος "δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά" από το Κράτος. Δικαίωμα λοιπόν, όχι υποχρέωση! Αν δεν επιθυμούν να ασκήσουν αυτό το δικαίωμα, μπορούν να ενισχύονται οικονομικά και από ιδιώτες. Μπορούν να ελέγχονται οικονομικά από ιδιώτες. Να ανήκουν επιχειρηματικά σε ιδιώτες.
Άρα, η μόνη σκληρή ρύθμιση του άρθρου 16 του Συντάγματος αφορά την νομοτυπική μορφή των πανεπιστημίων ως "ν.π.δ.δ.". Κάτι το οποίο μπορεί να ξεπεραστεί με έναν νόμο που θα ορίζει το απλούστατο: ότι ο ιδιώτης που θέλει να ιδρύσει ένα πανεπιστήμιο μπορεί να υποβάλει μια αίτηση προς το κράτος (με διάφορα αυστηρά ακαδημαϊκά κριτήρια), ώστε το κράτος στη συνέχεια να ιδρύει το ν.π.δ.δ. που θα χρηματοδοτεί αποκλειστικά ο ιδιώτης και στη συνέχεια όλα τα υπόλοιπα θα γίνονται κατά το άρθρο 16 του Συντάγματος: αυτοδιοίκητο, οργανισμός, λειτουργία σύμφωνα με τον νόμο.
Δεν είναι παράλογο να ιδρύσει το κράτος το νομικό κέλυφος: αυτό ισχύει εξάλλου και για την σύσταση ιδρύματος, ενός ν.π.ι.δ. που ιδρύεται με πολιτειακή πράξη δηλαδή με προεδρικό διάταγμα παρόλο που είναι 100% ιδιωτικό. 
Αν θέλει ο νομοθέτης μπορεί με αυτόν τον τρόπο να επανανοηματοδοτήσει τόσο την έννοια του ν.π.δ.δ., όσο και την έννοια της κρατικής εποπτείας και του "δικαιώματος" χρηματοδότησης των ΑΕΙ από το κράτος, απαγκιστρώνοντάς το μέλλον της ανώτατης εκπαίδευσης από την μη αναθεωρήσιμη διάταξη του πελατειακού άρθρου 16.

Σάββατο, Ιανουαρίου 11, 2020

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν είναι διακοσμητικός

Θεωρώ ακραία ανιστόρητο τον αφορισμό "διακοσμητικός" για τον θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ο θεσμός του ρυθμιστή του πολιτεύματος είναι ατόφιο γέννημα της εγκαθίδρυσης της αρχής της δεδηλωμένης. Η αρχή αυτή ενταφιάζει την προνομία του μονάρχη να διαλύει την Βουλή, δηλαδή να διορίζει την κυβέρνηση που ο ίδιος επιθυμεί, ανεξάρτητα από την λαϊκή βούληση. 
Φαίνεται ότι ακόμη και σήμερα δεν έχει γίνει αντιληπτό ότι η κακοδαιμονία της εμπλοκής του ανώτατου άρχοντα στην διαχείριση της πολιτικής ύλης ήταν εκείνη που καθιστούσε διακοσμητική την συμμετοχή των εκλογέων στην διαμόρφωση της κυβέρνησης. Η παλιά συνταγματική διάταξη που όριζε ότι "ο βασιλεύς διορίζει και παύει τους υπουργούς αυτού", ανεξάρτητα από την λαϊκή ετυμηγορία και την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, τερματίστηκε αρχικά με μεταβολή του νοήματος του συντάγματος χωρίς καν αυτό να αναθεωρηθεί. Οι παραβιάσεις όμως αυτής της αρχής ήταν τελικά που κόστισαν στον μονάρχη και το στέμμα του, την τελευταία φορά που ήθελε να εμπλακεί στην διαμόρφωση της σύνθεσης της κυβέρνησης.
Αυτό που κάποτε ονομάστηκε "υπερεξουσίες" του ΠτΔ ήταν οι τελευταίες επιβιώσεις τέτοιων διατάξεων περί παρέμβασης στην πολιτική ζωή, όπως η διάλυση της Βουλής όχι λόγω απώλειας της δεδηλωμένης αλλά "δυσαρμονίας προς την λαϊκή βούληση", δηλαδή μια προσωπική ερμηνεία του προέδρου για το τι θέλει ο λαός! Στο κοινοβουλευτικό πολίτευμα όμως, το τι θέλει και κυρίως το τι δεν θέλει ο λαός είναι αντικείμενο ενδοκοινοβουλευτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στην πλειοψηφία και στην αντιπολίτευση. Δεν είναι αντιπαράθεση ηγετών πίσω από κλειστές πόρτες. Ο κοινοβουλευτικός διάλογος είναι η κορωνίδα του πολιτεύματος ακριβώς επειδή ως θεμελιώδες συστατικό του είναι ο δημόσιος χαρακτήρας του. 
Στην εποχή μας, παρεμβάσεις του ΠτΔ στην σύνθεση της Κυβέρνησης είναι φυσικά αδιανόητες και αυτό που θεωρείται "παρέμβαση" είναι τα διάφορα "ηχηρά μηνύματα" και οι δημόσιες δηλώσεις των προέδρων της δημοκρατίας που επιχειρούν να διαδραματίσουν ένα ενωτικό ρόλο εκεί που δεν υπάρχει τέτοια ανάγκη στην πραγματικότητα. Υπάρχουν κράτη στα οποία όντως ο αρχηγός του κράτους είναι ο μόνος κοινός θεσμός για όλους τους πολίτες, όπως συμβαίνει για χώρες με πολλά κοινοβούλια, πολλούς πρωθυπουργούς κτλ. Στην Ελλάδα όμως; Έχουμε προβλήματα εθνικής ενότητας; Πραγματικά, δεν το νομίζω.
Ο ρόλος του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν είναι διακοσμητικός, ούτε συμβολικός, ενωτικός, εθνεγερτικός ή εθνικοαπελευθερωτικός. Είναι εγγυητικός. Αυτό το στοιχείο στο οποίο πρέπει να εστιάσουν όσοι θα αποφασίσουν για το πρόσωπο.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 02, 2020

Επιστροφή προστίμου ανυποταξίας λόγω αντισυνταγματικότητας νόμου

Με απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά που χειρίστηκε το γραφείο μας, το Δημόσιο υποχρεώθηκε να επιστρέψει σε πολίτη που είχε καταβάλει το ήμισυ του προστίμου ανυποταξίας, κηρύσσοντας αντίθετη στην συνταγματική αρχή της ισότητας την σιωπή τουνόμου για το θέμα αυτό.

Συγκεκριμένα, με την απόφαση Α6472/2019, το Δικαστήριο έκρινε ότι "η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 12 του ν. 4361/2016, κατά το μέρος που προβλέπει τη διαγραφή του προστίμου της παρ. 5 του άρθρου 51 του ν. 3421/2005 μόνο για τους ανυπότακτους που δεν το είχαν καταβάλει στο σύνολό του κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του νόμου αυτού, χωρίς, παράλληλα, να προβλέπει τη διαγραφή, και, κατά συνέπεια, την επιστροφή, του συνόλου του προστίμου ή του μέρους που καταβλήθηκε, σε αυτούς που το κατέβαλαν πριν από το ανωτέρω χρονικό σημείο, αντίκειται στην αρχή της ισότητας. Τούτο διότι, με την επίμαχη ρύθμιση διαγράφεται το ανωτέρω πρόστιμο εξ ολοκλήρου μόνο για όσους ανυπότακτους δεν το είχαν καταβάλει ή δεν το είχαν αποπληρώσει ολόκληρο, ενώ για τους λοιπούς ανυπότακτους, που, αν και τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες, όπως προαναφέρθηκε, έτυχε να αποπληρώσουν μέρος ή το σύνολο του ανωτέρω προστίμου, αυτό διαγράφεται μόνο κατά το μη αποπληρωθέν μέρος ή δεν διαγράφεται καθόλου, αντίστοιχα. Η ρύθμιση αυτή που εξαρτά τη διαγραφή του προστίμου από το τυχαίο και συμπτωματικό γεγονός της αποπληρωμής του συνόλου ή μέρους αυτού δεν τεκμηριώνεται από λόγους πρόδηλου δημόσιου συμφέροντος, που να προκύπτουν από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισης του ν. 4361/2016. Το ανωτέρω δε συμπέρασμα ενισχύεται και από τα αναφερόμενα στην προαναφερθείσα με αριθμ. Δ.ΕΙΣΠΡ.Α 1089258 ΕΞ 2016/13.6.2016 εγκύκλιο της Γενικής Φορολογικής Διοίκησης του Υπουργείου Οικονομικών προς όλες τις Δ.Ο.Υ., με την οποία ορίζεται ρητά ότι εφόσον οι σχετικές ακυρωτικές αποφάσεις των Στρατολογικών Υπηρεσιών, εκδόθηκαν κατά τις διατάξεις του ν. 3421/2005 και της Κ.Υ.Α. Φ.429.1/17/281810/4.3.2011 διαγράφεται το σύνολο του επιβληθέντος προστίμου στον ανύποτακτο και επιστρέφεται είτε το συνολικό ποσό είτε το καταβληθέν μέρος αντίστοιχα, εάν όμως οι ακυρωτικές αποφάσεις των Στρατολογικών Υπηρεσιών εκδόθηκαν κατά τις διατάξεις του νέου νόμου 3461/2016 διαγράφεται το ποσόν χρηματικού προστίμου, το οποίο υπάρχει βεβαιωμένο και ανείσπρακτο την 31.1.2016, επομένως καταβληθέντα ποσά μέχρι την 31.1.2016 δεν επιστρέφονται. Ενόψει των ανωτέρω, η προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 12 παρ. 3 του ν. 4361/2016, κατά το μέρος που για τους ανυπότακτους που καταλαμβάνει προβλέπει διαγραφή μόνο για όσους από αυτούς δεν έχουν πληρώσει το πρόστιμο, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική (ΔΠΑ 5655, 11580, 13237/2019, 18552, 15093, 6209/2018, ΔΠΘεσ 7771/2018, ΔΠΚοζ 623, 52/2018)."

Ανοίγει έτσι ο δρόμος της δικαστικής διεκδίκησης των χρηματικών ποσών που καταβλήθηκαν βάσει της αντισυνταγματικής διάταξης.

Πώς η Κυβέρνηση παραβιάζει τον GDPR

Yπάρχει μια εσφαλμένη αντίληψη ότι επειδή βρισκόμαστε σε άλλη μια περίοδο κρίσης, δεν εφαρμόζονται οι κανόνες για την προστασία δεδομένων....