Πέμπτη, Ιουλίου 02, 2020

Σωρηδόν ακύρωση Δημοτικών Συμβουλίων από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αττικής

Τις τελευταίες εβδομάδες η Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αττικής έχει εντατικοποιήσει τον αυτεπάγγελτο έλεγχο νομιμότητας ακυρώνοντας σωρηδόν αποφάσεις Δημοτικών Συμβουλίων που προσπάθησαν να εφαρμόσουν ευνοϊκές για τους πολίτες διατάξεις των μέτρων.

Έφτασε να ακυρώσει απόφαση Δημοτικού Συμβουλίου Σπάτων - Αρτέμιδος με την οποία ο Δήμος αυτός ενέκρινε την απαλλαγή γονέων από τα τροφεία Παιδικών και Βρεφονηπιακών σταθμών, ακριβώς όπως έλεγε η ΠΝΠ για τα μέτρα, επειδή "το έλεγε η ΠΝΠ και δεν χρειαζόταν να το πει το Δημοτικό Συμβούλιο"!

Μιλάμε δηλαδη τώρα για μια ακραία περίπτωση τυπολατρείας, χωρίς κανένα απολύτως πρακτικό αποτέλεσμα: αφού το ειπε η ΠΝΠ, τί κακό προκάλεσε το Δημοτικό Συμβούλιο που το επιβεβαίωσε με την πράξη του;
Η απάντηση ειναι πολύ απλή: μα δεν σας απάλλαξε αγαπητοί γονείς ο Δήμος, αλλά η φιλεύσπλαχνη Κυβέρνηση.

Είναι γνωστό ότι με την Αποκεντρωμένη Διοίκηση ασκείται ο κατά το Σύνταγμα έλεγχος νομιμότητας του Κράτους στους ΟΤΑ.

Αν κάνετε το λάθος και υποβάλετε μια προσφυγή στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση όμως, όπως έχετε το δικαίωμα ως θιγόμενοι, το αίτημά σας θα μεταφερθεί στις καλένδες. Προέχουν οι προτεραιότητες του Κράτους, όχι οι δικές σας.

Τρίτη, Ιουνίου 30, 2020

To νομοσχέδιο για την απαγόρευση των διαδηλώσεων

Το Σύνταγμα προβλέπει στο άρθρο 11 το "δικαίωμα του συνέρχεσθαι", ορίζοντας ότι οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνέρχονται ήσυχα και χωρίς όπλα. Το ίδιο συνταγματικό άρθρο ορίζει ότι η αστυνομία μπορεί να παρίσταται μόνον στις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις, οι οποίες μπορούν να απαγορευθούν με αιτιολογημένη απόφαση της αστυνομικής αρχής, γενικά, αν επίκειται σοβαρός κίνδυνος για την δημόσια ασφάλεια και, τοπικά, αν απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής.

Αυτό το άρθρο αναθέτει στον νόμο να εξειδικεύσει τους όρους του "σοβαρού κινδύνου για την δημόσια ασφάλεια" και της "σοβαρής διατάραξης της κοινωνικοοικονομικής ζωής".

Θέλουμε δηλαδή την διαμεσολάβηση του κοινού νομοθέτη για να νοηματοδοτήσει τους όρους και να θέσει βέβαια και τις εγγυήσεις ελέγχου ότι το δικαίωμα δεν θα καταστρατηγηθεί από τις αστυνομικές αρχές.

Τι κάνει λοιπόν το προτεινόμενο νομοσχέδιο;

Αντί να εξειδικεύσει τους όρους και τις προϋποθέσεις της ενάσκησης του δικαιώματος και του μόνου περιορισμού του που είναι η αιτιολογημένη απόφαση αστυνομικής αρχής, έρχεται να ανατρέψει τελείως την συνταγματική λογική. Δηλαδή, ενώ το Σύνταγμα προβλέπει ένα δικαίωμα, εξουσία που ασκεί ο πολίτης χωρίς άδεια (αυτή είναι η έννοια του δικαιώματος), ξαφνικά έρχεται ο νομοθέτης να διαχωρίσει ανάμεσα σε α) "προγραμματισμένες" και β) "αυθόρμητες" δημόσιες συναθροίσεις. Για τις μεν προγραμματισμένες ο διοργανωτής οφείλει να γνωστοποιήσει (κατανοητό και ανεκτό), για τις μεν αυθόρμητες η αστυνομική αρχή "δύναται να επιτρέψει": δηλαδή ο νόμος κατ' αρχήν τις απαγορεύει!!!

Αρχικά, ποιος θα διαγνώσει αν μια συνάθροιση είναι όντως προγραμματισμένη ή αυθόρμητη; Μα... ο δικαστής! Αφού δηλαδή έχει ήδη επιβληθεί η απαγόρευση ανάλογα με την κατηγορία της νομοθετικής παρέμβασης, η δικαιοσύνη θα έρθει εκ των υστέρων, δηλαδή πάρα πολύ αργά, να διαγνώσει περί τίνος πρόκειται και να κρίνει αν η αστυνομία ορθώς απαγόρευσε ή ορθώς αδειοδότησε.

Πρόκειται δηλαδή για παρέμβαση του κοινού νομοθέτη στο κανονιστικό εύρος του συνταγματικού δικαιώματος, πέραν του αντικειμένου της ρύθμισης που αφορά τις δύο αόριστες νομικές έννοιες του επικείμενου κινδύνου και της δημόσιας ασφάλειας.

Το Σύνταγμα δεν προβλέπει τέτοια επιφύλαξη υπέρ του κοινού νομοθέτη. Το άρθρο 11 περιέχει ένα πρωτογενές κανονιστικό περιεχόμενο, το οποίο ο νομοθέτης μόνο να εξειδικεύσει δύναται. Αυτό που κάνει το νομοσχέδιο αυτό δεν είναι εξειδίκευση, αλλά παρέμβαση στο πρωτογενές κανονιστικό περιεχόμενο του συνταγματικού δικαιώματος και εξ ορισμού εκτόπιση μιας δυσδιάγνωστης κατηγορίας υπαίθριων συναθροίσεων στην σφαίρα του απαγορευμένου.

Δεν νοούνται όμως εξ ορισμού απαγορεύσεις κοινού νόμου στο εύρος δικαιωμάτων που προβλέπονται συνταγματικά, διότι οι "αυτόματες" απαγορεύσεις προσκρούουν σε έναν άλλο συνταγματικό κανόνα: την αρχή της αναλογικότητας η οποία επιβάλλει την κατά περίπτωση κρίση του επιτρεπτού των περιορισμών. Όταν ο νομοθέτης παρεμβαίνει και εκτοπίζει γενικά συνταγματικά προβλεπόμενη ελευθερία στην σφαίρα του απαγορευμένου, μας δείχνει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο την μέθοδο της κοινοβουλευτικής παραβίασης του Συντάγματος.

Το νομοσχέδιο αυτό είναι στην ίδια την σύλληψή του αντισυνταγματικό. Είναι σαν να λέει ότι ορισμένες κατηγορίες εφημερίδων θα εκδίδονται ύστερα από άδεια. Ε, αυτό το έχουμε λύσει από το Σύνταγμα του 1822: ΔΕΝ τελούν τα συνταγματικά δικαιώματα υπό άδεια.

Πέμπτη, Ιουνίου 11, 2020

Προσφυγή για αποπομπή Αντιπροέδρου Ελευσίνας 2021 Πολιτιστικής Πρωτεύουσας Ευρώπης

Με σειρά παραβάσεων του διοικητικού δικαίου και της αρχής της διαφάνειας, ο Δήμος Ελευσίνας απέπεμψε τον Αντιπρόεδρο της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης “ELEUSIS 2021” κ. Ι. Εριφυλλίδη, ο οποίος προσέφυγε σήμερα στον αρμόδιο Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, με ειδική διοικητική προσφυγή. 


Το Δημοτικό Συμβούλιο της Ελευσίνας αποφάσισε την αντικατάσταση του κ. Εριφυλλίδη, χωρίς να τον έχει καλέσει σε προηγούμενη ακρόαση, με πλήρη έλλειψη αιτιολογίας, αλλά και κατά παράβαση της αρχής της αξιοκρατίας. Επιπλέον, η Α.Ε. “ ELEUSIS 2021”, ενώ δεν ανάρτησε την σχετική πράξη αντικατάστασης στο Πρόγραμμα “Διαύγεια”, προχώρησε σε πρόσκληση του Διοικητικού Συμβουλίου για συνεδρίαση υπό την “νέα” του σύνθεση, παραλείποντας τον προσφεύγοντα και αναφέροντας το νέο μέλος του Δ.Σ. που τον αντικατέστησε. 


Οι παραβάσεις αυτές που καταγγέλθηκαν με την προσφυγή του κ. Εριφυλλίδη, αναδεικνύουν σημαντικά κενά διαφάνειας ως προς την λειτουργία της Α.Ε., καθιστώντας έτσι αμφισβητούμενη την νομιμότητα της σύνθεσης του Δ.Σ., αλλά και των αποφάσεων που καλείται να λάβει αυτό ενόψει της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης του 2021. 


Σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο, ο Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης έχει την αρμοδιότητα εντός δύο (2) μηνών να ακυρώσει την αποπομπή του κ. Εριφυλλίδη, αφού προηγουμένως ασκήσει έλεγχο νομιμότητας επί των αποφάσεων του Δήμου και της Α.Ε. Λόγω των σοβαρότατων συνεπειών που ενδέχεται να έχει η υπόθεση για την διοργάνωση της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης, ο νομικός παραστάτης του προσφεύγοντος κ. Β. Σωτηρόπουλος καλεί την Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αττικής να προτεραιοποιήσει την εξέταση της προσφυγής. 


Τετάρτη, Ιουνίου 10, 2020

Δικαστικός έλεγχος GDPR στο σύστημα μετεγγραφών φοιτητών

Σήμερα εκπροσώπησα ως πληρεξούσιος δικηγόρος στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών έναν φοιτητή περιφερειακού πανεπιστημίου που ζήτησε να μετεγγραφεί σε πανεπιστήμιο της περιφέρειας στο οποίο σπουδάζει η αδελφή του, αλλά το πληροφοριακό σύστημα του υπουργείου Παιδείας του απέρριψε με αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων το αίτημα.
Ένας από τους λόγους ακύρωσης που προέβαλα είναι το δικαίωμα αντίταξης στις αυτοματοποιημένες αποφάσεις που, κατά το άρθρο 22 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων, δίνει στον πολίτη το δικαίωμα να μην εφαρμοστεί μια τέτοια απόφαση που τον αφορά ή τον επηρεάζει σημαντικά. 
Το Υπουργείο Παιδείας έχει καταστρώσει ένα πληροφοριακό σύστημα που αντλεί προσωπικά δεδομένα από πανεπιστήμια και με διάφορους συσχετισμούς απορρίπτει αιτήματα μετεγγραφών, χωρίς να δίνει στο άτομο το δικαίωμα "ανθρώπινης παρέμβασης" που κατά τον ΓΚΠΔ πρέπει να εξασφαλίζεται όταν οι αποφάσεις είναι απορριπτικές. 
Αυτό το δομικό πρόβλημα καταστρατήγησης του #GDPR από το Υπουργείο Παιδείας και την διασύνδεσή του με τα Πανεπιστήμια έχω αναδείξει σήμερα - και με προφορική ανάπτυξη, αν και αρχικά δεν ήθελα, αλλα υποχρεώθηκα από το γεγονός ότι μία συνάδελφος αντιδίκου ήταν παρούσα και ήθελε να αναπτύξει προφορικά - στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, το οποίο καλείται τώρα να ελέγξει αυτό το σύστημα.
Το Υπουργείο Παιδείας αντέκρουσε με το πρωτοφανές ευφυολόγημα ότι η απορριπτική απάντηση που εκδίδεται ηλεκτρονικά από το σύστημα "δεν αποτελεί διοικητική πράξη, επειδή δεν φέρει τα στοιχεία της διοικητικής πράξης, όπως ημερομηνία". Δηλαδή αφενός έχουν φτιάξει ένα πληροφοριακό σύστημα που ΔΕΝ έχει τα στοιχειώδη χαρακτηριστικά της ατομικής πράξης, αφετέρου έρχονται και επικαλούνται υπέρ τους και κατά του πολίτη, ότι το πληροφοριακό σύστημα που έχουν φτιάξει είναι κυριολεκτικά της πλάκας. 
Εννοείται ότι αντιπαρήλθα το επιχείρημα αναδεικνύοντας ότι το πληροφοριακό αποτελέσμα ισοδυναμεί με ένδειξη περί της σιωπηρής απόρριψης (ή παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας) εκ μέρους του αντιδίκου, το οποίο καλό είναι να μην κρύβεται πίσω από τις ατέλειες του δικού του συστήματος για να αποφύγει τον δικαστικό έλεγχο. Απ' όσο γνωρίζω μέχρι στιγμής είναι ίσως η πρώτη φορά που το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών θα κρίνει επί του θέματος του άρθρου 22 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων. 
Θα περίμενα πάντως, το Υπουργείο Παιδείας που έχει στην διάθεσή του όλα τα παραπάνω στοιχεία και επιχειρήματα από τον Οκτώβριο του 2019 οπότε κατέθεσα την σχετική αίτηση ακύρωσης, να είχε φροντίσει να φτιάξει το πληροφοριακό του σύστημα κι όχι να έρχεται μετά από τόσους μήνες και να το υπερασπίζεται στο Δικαστήριο. 
Είναι άλλη μια ιστορία αποτυχημένης ηλεκτρονικής διακυβέρνησης στην Ελληνική Δημοκρατία, η οποία επαίρεται για τα υποτιθέμενα άλματα προς το ψηφιακό κράτος, χωρίς όμως συμμόρφωση με τα στοιχειώδη ατομικά δικαιώματα των πολιτών.

Σάββατο, Μαΐου 30, 2020

Οι δικηγόροι προσφεύγουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κοινωνικών Δικαιωμάτων

Στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κοινωνικών Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης προσέφυγαν χθες 28 Μαϊου 2020, πενήντα τρεις (53) Δικηγορικοί Σύλλογοι της χώρας για βαρύτατες παραβάσεις των δικαιωμάτων που προβλέπονται από τον Αναθεωρημένο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη, τον οποίο η Ελλάδα κύρωσε με τον Ν. 4359/2016 (έχοντας κυρώσει και τον αρχικό Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη με τον Ν. 1426/1984). Είναι μια ιστορική προσφυγή για τις διεκδικήσεις του σώματος των δικηγόρων.
Ως μια σοβαρά πληττόμενη κοινωνική και επαγγελματική ομάδα, οι δικηγόροι στην Ελλάδα βίωσαν την βαθύτατη περιφρόνηση της νομοθετικής και εκτελεστικής λειτουργίας, στο πλαίσιο της λήψης μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορονοϊού. Η ορθή απόφαση για το κλείσιμο των Δικαστηρίων της χώρας για την προστασία της δημόσιας υγείας στις αρχές του Μαρτίου του 2020 δεν συνοδεύθηκε από αντισταθμιστικά μέτρα για την προστασία της αξιοπρέπειας και των στοιχειωδών κοινωνικών δικαιωμάτων των δικηγόρων και των οικογενειών τους.
Παρά τις αρχικές κυβερνητικές δεσμεύσεις για στήριξη του κλάδου των συλλειτουργών της Δικαιοσύνης, πολύ σύντομα αποδείχθηκε ότι το Κράτος περιέπαιξε το δικηγορικό σώμα, με το μεγάλο φιάσκο της “τηλεκπαίδευσης” και την τελική άρνηση ένταξης στις πληττόμενες κατηγορίες που ενισχύθηκαν οικονομικά, παρά τις επανειλημμένες αντίθετες διαβεβαιώσεις. 
Στην συλλογική προσφυγή που υποβλήθηκε στην Εκτελεστική Γραμματεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο Στρασβούργο, οι προσφεύγοντες επικαλούνται παραβιάσεις από την Ελλάδα μιας σειράς δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη. Συγκεκριμένα, οι δικηγορικοί σύλλογοι επικαλούνται αρχικά την απαγόρευση διάκρισης που προβλέπεται στο στοιχείο “Ε” του Χάρτη, καταδεικνύοντας την δυσμενή μεταχείριση που επιφύλαξε η Ελλάδα στους δικηγόρους σε σχέση με άλλες εργασιακές ομάδες. Τονίζεται ο ρόλος των δικηγόρων ως Υπερασπιστών Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, κατά τα σχετικά διεθνή πρότυπα και τις εγγυήσεις που ισχύουν στο Συμβούλιο της Ευρώπης και η σοβαρή υποβάθμιση του ρόλου τους με τον αποκλεισμό τους από τα μέτρα ενίσχυσης που ελήφθησαν για άλλες επαγγελματικές κατηγορίες. Η προσφυγή επικαλείται την υποχρέωση του Κράτους, βάσει του άρθρου 30 του Χάρτη για λήψη θετικών μέτρων ώστε να αποτρέπεται η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός. Αναδεικνύει την παράλειψη της Ελλάδας να φροντίσει ώστε οι δικηγόροι να επωφεληθούν χωρίς διακρίσεις από τα μέτρα για την προστασία της υγείας που λαμβάνονται, κατά το άρθρο 11 του Χάρτη. Υπογραμμίζει την παραβίαση του άρθρου 13 του Χάρτη που κατοχυρώνει την υποχρέωση παροχής κοινωνικών βοηθημάτων σε περίπτωση προσωρινής αδυναμίας απόκτησης εισοδήματος. Στηλιτεύει την περιφρόνηση της υποχρέωσης κοινωνικής, νομικής και οικονομικής προστασίας των οικογενειών των δικηγόρων, κατά παράβαση του άρθρου 16 του Χάρτη και των παιδιών των δικηγόρων κατά το άρθρο 17 του Χάρτη. Αποκαλύπτει ότι η εξαίρεση των δικηγόρων από το δικαίωμα έκπτωσης μισθωμάτων κατοικίας, δικαίωμα το οποίο έχουν οι αυτοαπασχολούμενοι που έλαβαν το ειδικό βοήθημα, παραβιάζει το άρθρο 32 παρ. 2 του Χάρτη που προστατεύει την κατοικία.
Αίτημα της προσφυγής, εκτός από την διαπίστωση των παραβάσεων είναι να ζητήσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κοινωνικών Δικαιωμάτων από την Ελλάδα να λάβει επειγόντως άμεσα μέτρα για την τήρηση των υποχρεώσεών της σύμφωνα με τον Αναθεωρημένο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη.
Την προσφυγή συνυπογράφουμε με τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και Πρόεδρο της Ολομελείας των Δικηγορικών Συλλόγων Δημήτρη Βερβεσό. Την έχει συντάξει και καταθέσει η συνάδελφος Ηλέκτρα - Λήδα Κούτρα και την συνεπικουρώ στο έργο της εκπροσώπησης.

Παρασκευή, Μαΐου 29, 2020

Η αναγραφή της διαγωγής των μαθητών στα απολυτήρια

Πέρσι τέτοιες μέρες ήμουν στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, εκπροσωπώντας γονείς και μαθητές που υποστήριζαν την διαγραφή ενός ευαίσθητου προσωπικού δεδομένου από τα απολυτήρια του σχολείου. Ο τότε Υπουργός Παιδείας κ. Γαβρόγλου είχε αποφασίσει την αναγραφή του δεδομένου, χωρίς να έχει λάβει στην υπουργική απόφασή του υπόψη το γεγονός ότι αυτά άλλαξαν το 2018 με την θέση σε εφαρμογή του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων #GDPR που επιτρέπει την αναγραφή του θρησκεύματος μόνο σε πέντε περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις, στις οποίες φυσικά δεν ήταν τα απολυτήρια του σχολείου. Μετά την προσφυγή μας, ο Υπουργός άλλαξε την υπουργική απόφαση, όχι όμως ως προς το σκέλος του θρησκεύματος, αλλά ως προς την προσθήκη του ονόματος μητρός των μαθητών! Στην διαδικασία προέδρευε η κ. Σακελλαροπούλου, η οποία ρώτησε την πληρεξούσια του Υπουργείου για ποιο λόγο θέλει το Υπουργείο να υπάρχει και το θρήσκευμα στο απολυτήριο και δεν πήρε ποτέ μια πειστική απάντηση. Η απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ είχε αποτέλεσμα την ακυρωση των υπουργικών αποφάσεων Γαβρόγλου και το Κράτος κατέβαλε τα δικαστικά έξοδα 1840 ευρώ. Η κ. Κεραμέως σε συμμόρφωση προς αυτές τις δικαστικές αποφάσεις εξέδωσε νέα υπουργική απόφαση με την οποία απάλειψε την αναγραφή του θρησκεύματος από τα απολυτήρια.

Όμως, το ίδιο πρόβλημα αναμένεται να έχει η υπουργική αποφαση της κ.Κεραμέως που θα ορίζει τα δεδομένα που αναγράφονται στο απολυτήριο του σχολείου εάν ψηφιστεί η διάταξη του άρθρου 5 του νομοσχεδίου που κατατέθηκε χτες στην Βουλή και με την οποία επαναφέρεται η αναγραφή της διαγωγής των μαθητών. Από το 2017 είχε αποφασιστεί ότι η διαγωγή δεν θα αναγράφεται επί του απολυτηρίου, αν και συνεχίζει φυσικά να υπάρχει στα αρχεία που τηρεί το σχολείο για τους μαθητές. Τώρα, το νομοσχέδιο προβλέπει ως παιδαγωγικό μέτρο την αναγραφή! Ωστόσο, δεν έχει προηγηθεί κανένας έλεγχος για την τήρηση του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων με αυτή την διάταξη. Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα έχει στείλει επιστολή για αυτό το θέμα ειδικά στο Υπουργείο Παιδείας, ζητώντας εξηγήσεις για το νέο προσωπικό δεδομένο. Η υπουργός έχει υποστηρίξει ότι αυτή η αναγραφή υπηρετεί την συνταγματική επιταγή του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος, κατά το οποίο αποστολή της εκπαίδευσης είναι η ανάπτυξη των Ελλήνων σε υπεύθυνους πολίτες. Ωστόσο, η επιταγή αυτή μπορεί να ικανοποιηθεί και με άλλες διατάξεις λιγότερο στιγματιστικές για το άτομο. Το ίδιο ακριβώς συνταγματικό άρθρο επιβάλλει ως αποστολή της παιδείας την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης, χωρίς όμως να θεωρείται πλέον ανεκτή η αναγραφή του θρησκεύματος στα απολυτήρια. Άρα, το 16.2 δεν μπορεί να αποτελέσει επαρκή λόγο για την αναγραφή και της διαγωγής.

Δεν είναι, φυσικά, ένα απλό θέμα προσωπικών δεδομένων. Η "διαγωγή" των μαθητών είναι ένας αυθαίρετος χαρακτηρισμός, κατά τις προσωπικές αντιλήψεις του κάθε καθηγητή - αξιολογητή. Ιστορικά και παραδοσιακά, η "διαγωγή" χρησιμοποιήθηκε για τον στιγματισμό της διαφορετικότητας κι όχι βέβαια για την διαμόρφωση υπεύθυνων πολιτών. Παιδιά πολιτικών αντιφρονούντων είχαν άριστα σε όλα τα μαθήματα, αλλά διαγωγή "κοσμία", καθώς το κράτος τότε επιχειρούσε να στιγματίσει τα μιάσματα. Στην σημερινή εποχή επίσης ο αυθαίρετος στιγματισμός της διαγωγής μπορεί να οδηγήσει σε κάθε πιθανό και απίθανο αποκλεισμό σχετιζόμενο επίσης με εγγενείς ή μόνιμες ιδιότητες που δεν είναι αρεστές: η φυλετική ή εθνική καταγωγή, το θρήσκευμα, η κοινωνική κατάσταση, ο σεξουαλικός προσανατολισμός και η ταυτότητα φύλου θα είναι ξεκάθαρα οι λόγοι της κακής "διαγωγής" από καθηγητές που θα συγκαλύπτουν τα ρατσιστικά, μισαλλόδοξα και ομο-τρανσφονικά κίνητρά τους. Αυτοί οι κίνδυνοι είναι πολύ σοβαροί για να επιτραπεί η προσθήκη άλλου ενός προσωπικού δεδομένου. Το επιχείρημα των άτακτων μαθητών που ασχημονούν κατά την εκπαιδευτική διαδικασία καταλύεται με την πρόβλεψη σαφών πειθαρχικών διαδικασιών για την συμμόρφωση με τους κανόνες της σχολικής ζωής: καμία τιμωρία δεν μπορεί να επιβάλλεται χωρίς νόμο που απαγορεύει μια πράξη. Η έμμεση τιμωρία της κακής "διαγωγής" καταστρατηγεί τις διαδικασίες και ρευστοποιεί τους κανόνες της λογοδοσίας. Η διαμόρφωση των μαθητών σε υπεύθυνους πολίτες πραγματώνεται όταν υποχρεώνονται να λογοδοτήσουν για τις πράξεις τους που παραβιάζουν κανόνες. Όχι όταν επιδιώκουν να είναι αρεστοί, άρα να υποκρίνονται κάτι που δεν είναι, για να συμμορφωθούν με τις πλειοψηφικές προτιμήσεις μιας κοινότητας. Ο κοινοτισμός του σχολείου έχει σαφή όρια: τα ατομικά δικαιώματα των μαθητών. Η αναγραφή της διαγωγής καταργεί την λογοδοσία πίσω από τον φερεντζέ της ανέλεγκτης τεχνικής κρίσης της διοίκησης.

Μια επιλογή που δεν μπορεί να είναι ανεκτή σε ένα κράτος δικαίου.

Τετάρτη, Μαΐου 27, 2020

Η αντισυνταγματικότητα της μεταφοράς της σωφρονιστικής διοίκησης στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη.

1. Η εκτέλεση των ποινών που επιβάλλει η Πολιτεία αποτελεί ύλη που εμπίπτει στο ευρύτερο πεδίο της τρίτης κρατικής λειτουργίας, της Δικαιοσύνης. Ο κανόνας αυτός απορρέει από τις εξής επαγωγές: ενώ σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 3 του Συντάγματος η δ ι κ α σ τ ι κ ή λ ε ι τ ο υ ρ γ ί α ασκείται από τα δικαστήρια, η ευρύτερη έννοια της Δικαιοσύνης περιλαμβάνει τόσο την δικαστική λειτουργία (τακτική Δικαιοσύνη), όσο και την πολιτική διαχείριση των διοικητικών ζητημάτων της Δικαιοσύνης που ασκείται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και το αρμόδιο υπουργείο του οποίου προϊσταται. Το Σύνταγμα προβλέπει συγκεκριμένες αρμοδιότητες για τον Υπουργό Δικαιοσύνης, τον οποίο αναφέρει με την ιδιότητα του αυτή ως άμεσο όργανο του Κράτους (δεν νοείται -συνταγματικά- κατάργηση του Υπουργού Δικαιοσύνης με νόμο, ενώ νοείται κατάργηση π.χ. του Υπουργού Εσωτερικών). Σε τρία άρθρα του, το Σύνταγμα αναφέρει ρητά τον Υπουργό Δικαιοσύνης, τον ένα από τους δύο "επώνυμους" Υπουργούς που αναφέρει το Σύνταγμα (ο άλλος ειναι ο Οικονομικών). Ο Υπουργός Δικαιοσύνης ασκεί την πειθαρχική αγωγή κατά των δικαστών (παράλληλα προς την αρμοδιότητα των συμβουλίων δικαστών), κατά το άρθρο 91. παρ. 3 του Συντάγματος. Αν ο Υπουργός Δικαιοσύνης διαφωνεί με την κρίση ανώτατου δικαστικού συμβουλίου, μπορεί να παραμπέμπει το ζήτημα στην ολομέλεια του οικείου ανώτατου δικαστηρίου οπως ο νόμος ορίζει, κατά το άρθρο 90 παρ. 3. Το πιο σχετικό, πάντως, με το ζήτημα της εκτέλεσης των ποινών είναι το άρθρο 47 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο η/ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει το δικαίωμα, ύστερα από π ρ ό τ α σ η του Υπουργού Δικαιοσύνης και γνώμη συμβουλίου που συγκροτείται κατά πλειοψηφία από δικαστές να χ α ρ ί ζ ε ι, μ ε τ α τ ρ έ π ε ι ή μ ε τ ρ ι α ζ ε ι τις π ο ι ν έ ς που επιβάλλουν τα δικαστήρια, καθώς και να α ί ρ ε ι τις κάθε είδους νόμιμες συνέπειες π ο ι ν ώ ν που έχουν επιβληθεί και εκτιθεί. Η συγκεκριμένη συνταγματική επιλογή προκρίνει τον Υπουργό Δικαιοσύνης και κανέναν άλλο Υπουργό, ως αρμόδιο για την πρόταση προς την/τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας σε ένα ζήτημα που συνδέεται αμιγώς με τις ο ι ο ν ε ί δ ι κ α ι ο δ ο τ ι κ έ ς αρμοδιότητες του ρυθμιστή του πολιτεύματος και αφορά ακριβώς την χάρη, την μετατροπή και τον μετριασμό των ποινών που επιβάλλουν τα δικαστήρια. Το Σύνταγμα αναθέτει στον Υπουργό Δικαιοσύνης την αρμοδιότητα για πρόταση και την πολιτική ευθύνη για την κορυφαία πολιτειακή πράξη που αφορά τον σωφρονισμό: την χάρη, την μετατροπή / τον μετριασμό των ποινών και την άρση των συνέπειών τους. Νόμος που θα μετέφερε αυτή την αρμοδιότητα του Υπουργού Δικαιοσύνης σε άλλον Υπουργό θα ήταν ευθέως αντίθετος στο γράμμα και το πνεύμα του άρθρου 47 παρ. 1 του Συντάγματος. Ο σκοπός της διάταξης είναι ακριβώς να π ρ ο σ δ ε θ ο ύ ν οι αρμοδιότητες που συνδέονται με την εκτέλεση των ποινών που επιβάλλουν τα δικαστήρια με τον θεσμικό ρόλο του Υπουργού Δικαιοσύνης και του Υπουργείου, του οποίου αυτός προϊσταται. Διότι, δεν νοείται άλλος Υπουργός να έχει την πολιτική ευθύνη για τις φυλακές και άλλος Υπουργός να είναι αρμόδιος για την πρόταση για την αποφυλάκιση κρατουμένων με Προεδρικό Διάταγμα. Η λειτουργική ενότητα της σωφρονιστικής διοίκησης που ασκείται στην μείζονα έκφρασή της (απονομή χάριτος, μετριασμός/μετατροπή ποινών, άρση συνεπειών) με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης επιβάλλει συνολικά οι υπηρεσίες που αφορούν την σωφρονιστική λειτουργία να υπάγονται στο Υπουργείο του οποίου Προϊσταται ο Υπουργός Δικαιοσύνης. Αυτό σημαίνει ότι η σύμφωνη με το Σύνταγμα λειτουργία των σωφρονιστικών υπηρεσιών επιβάλλεται και με την λογική του από το μείζον στο έλασσον (a majore ad minus) να υπάγονται στο Υπουργείο του οποίου προϊσταται ο Υπουργός Δικαιοσύνης, δηλαδή στο υπουργείο Δικαιοσύνης. Διαφορετικά, σε περίπτωση δηλαδή που οι σωφρονιστικές υπηρεσίες υπάγονται σε άλλο υπουργείο, δεν ικανοποιείται η λογική συνέχεια του πνεύματος του Συντάγματος, κατά το οποίο η εκτέλεση της ποινής υπάγεται στην ευρύτερη έννοια της Δικαιοσύνης, ως συμπληρωματική πολιτειακή αποστολή που ολοκληρώνει την λειτουργική εμβέλεια της δικαστικής λειτουργίας.
2. Όμως, με το π.δ. 81/2019, ειδικότερα με το άρθρο 2 παρ. 5.1., στο νέο "Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη" μεταφέρθηκαν ως σύνολο αρμοδιοτήτων, θέσεων, οργάνων και προσωπικού, διάφορες υπηρεσίες, ανάμεσα στις οποίες και η Γενική Γραμματεία Αντεγκληματικής Πολιτικής του άρθρου 17 π.δ.96/2017, συμπεριλαμβανομένου του συνόλου των υπαγομένων σε αυτή οργανικών μονάδων, όπως είναι: το Σώμα Επιθεώρησης και Ελέγχου Καταστημάτων Κράτησης, η Ιατροδικαστική Υπηρεσία, τα Καταστήματα Κράτησης, Σωφρονιστικά και Θεραπευτικά καταστήματα και η Κεντρική Αποθήκη Υλικού Φυλακών και γενικά όλες οι υπηρεσίες του κλάδου του “Σωφρονισμού” που ως την έκδοση του εν λόγω π.δ. ανήκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Οι διατάξεις αυτές του π.δ. 81/2019 και του Ν.4625/2019 βρίσκονται σε σχέση έντασης με την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, με το άρθρο 47 παρ. 1 του Συντάγματος και με την δικαιοκρατική αρχή της πρόσδεσης της εκτέλεσης των ποινών στην συνταγματική λειτουργία της Δικαιοσύνης. 
3. Με την παραπάνω θεώρηση συντάσσεται σημαντική μερίδα του νομικού κόσμου της χώρας. Σύμφωνα με την με ημερομηνια 16.7.2019 Ανακοίνωση της Συντονιστικής Επιτροπής των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, εκφράστηκαν επιφυλάξεις για την μεταφορά υπηρεσιών του Υπουργείου Δικαιοσύνης στο Υπουργείο Προστσίας του Πολίτη και ιδίως των Καταστημάτων Κράτησης, των Σωφρονιστικών και Θεραπευτικών Καταστημάτων, της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας, των Υπηρεσιών Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής. Η αιτιολογία της ανακοίνωσης είναι η εξής: “Η επιβολή και η έκτιση της ποινής, όπως και οι συνθήκες κράτησης και τα δικαιώματα των κρατουμένων και ιδίως των ανηλίκων, συνδέονται άμεσα και άρρηκτα με το σύστημα απονομής της Δικαιοσύνης και τις προβλεπόμενες δικαστικές εγγυήσεις και δεν είναι νοητή η αποκοπή τους από αυτό. Η διεθνής εμπειρία, άλλωστε, το επιβεβαιώνει. Η ποινή έχει ως σκοπό τον σωφρονισμό του δράστη και όχι την τιμωρία/εκδίκηση, με απώτερο στόχο την ομαλή επανένταξή του στο κοινωνικό γίγνεσθαι.”
4. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η σχετική ανακοίνωση της Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για το πρόβλημα της μεταφοράς των υπηρεσιών του σωφρονισμού από το Υπουργείο Δικαιοσύνης στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη. Συγκεκριμενα, το εν λόγω συμβουλευτικό όργανο της Πολιτείας, με την με ημερομηνία 17.7.2019 δημόσια ανακοίνωσή του με τίτλο “Δήλωση της ΕΕΔΑ για την ανάγκη διατήρησης της ανεξαρτησίας μεταξύ των βασικών πυλώνων του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης” τοποθετήθηκε ως εξής:
“Η ΕΕΔΑ εκφράζει την ανησυχία της για τη μεταφορά αρμοδιοτήτων, θέσεων, οργάνων και προσωπικού από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (μετονομασθέν πλέον σε Υπουργείο Δικαιοσύνης) στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται, σύμφωνα με το άρθρο 2, παρ. 5.1, του ΠΔ 81/2019, η Γενική Γραμματεία Αντεγκληματικής Πολιτικής, συμπεριλαμβανομένου του συνόλου των υπαγομένων σε αυτή οργανικών μονάδων, το Σώμα Επιθεώρησης και Ελέγχου Καταστημάτων Κράτησης, η Ιατροδικαστική Υπηρεσία, τα Καταστήματα Κράτησης, Σωφρονιστικά και Θεραπευτικά Καταστήματα, τα Ειδικά Θεραπευτικά Καταστήματα και η Κεντρική Αποθήκη Υλικού Φυλακών (ΚΑΥΦ), το Ίδρυμα Αγωγής Ανηλίκων Αρρένων Βόλου και οι Υπηρεσίες Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής.
Αποτελεί κοινή παραδοχή ότι οι βασικοί πυλώνες του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης, μεταξύ των οποίων η Αστυνομία και οι Φυλακές, είναι και οφείλουν να παραμείνουν ανεξάρτητοι μεταξύ τους, στο βαθμό που καθένας τους αντιμετωπίζει με διαφορετικό τρόπο και διαφορετικό βαθμό ευθύνης και διακριτικής ευχέρειας το έγκλημα και προστατεύει την κοινωνία από τη διαφθορά, την αστυνομική βία και την κατάχρηση εξουσίας.
Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Κώδικα Ηθικής της Αστυνομίας, ο οποίος υιοθετήθηκε με τη Σύσταση (2001)10 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, η διάκριση μεταξύ του ρόλου της Αστυνομίας και της Εισαγγελίας, του δικαστικού σώματος και του σωφρονιστικού συστήματος πρέπει να είναι σαφής . Ταυτόχρονα, στην αιτιολογική έκθεση του Κώδικα, επισημαίνεται ότι, παρότι το μοντέλο αυτό ποινικής δικαιοσύνης προϋποθέτει και θεωρεί ως αυτονόητη την ανεξαρτησία κάθε συντελεστή της, είναι πολύ σημαντικό να προβλέπεται η ενσωμάτωση του αναγκαίου αριθμού «ελέγχων και ισορροπιών» (checks and balances), προκειμένου να διασφαλίζεται ότι η ποινική δικαιοσύνη λειτουργεί κατά τρόπο αποτελεσματικό που συνάδει με το νόμο. Σημειώνεται ότι η σύσταση αυτή του Συμβουλίου της Ευρώπης ετίθετο ήδη από τη δεκαετία του 1980 ως προϋπόθεση ένταξης για τα νέα Κράτη μέλη του Συμβουλίου. Με βάση μάλιστα τα διαθέσιμα συγκριτικά στοιχεία, στη συντριπτική πλειονότητα των ευρωπαϊκών εννόμων τάξεων, οι αρμοδιότητες της Διοίκησης των σωφρονιστικών καταστημάτων υπάγονται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, η ΕΕΔΑ συστήνει στις αρμόδιες κρατικές Αρχές να διασφαλίσουν με κάθε τρόπο την ανεξαρτησία μεταξύ των Αστυνομικών Αρχών, οι οποίες έχουν ως αποστολή τους την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος και των Σωφρονιστικών Αρχών, οι οποίες είναι αρμόδιες για την έκτιση των ποινών με ασφάλεια, αξιοπιστία, διαφάνεια και με σεβασμό στον άνθρωπο, καθώς και της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας και των Υπηρεσιών Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής.”
5. Παρεμφερής ήταν και η ανακοίνωση της 17.7.2019 της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕλΕΔΑ), η οποία δεν αποτελεί μεν δημόσιο όργανο όπως η ΕΕΔΑ, αλλά οργάνωση της κοινωνίας των πολιτών. ΕλΕΔΑ που συμφωνεί με την προπαρατεθείσα αιτιολογία, με επιχείρημα την συνταγματική αρχή του κράτους δικαίου: “Σε ένα κράτος δικαίου η εκτέλεση όλων των ποινών, είτε των στερητικών της ελευθερίας είτε των λεγόμενων εναλλακτικών, όπως της κοινωφελούς εργασίας, πρέπει να αντιμετωπίζεται με άξονες τον σεβασμό των δικαστικών αποφάσεων, των δικαιωμάτων των κρατουμένων, τη βελτίωση των συνθηκών κράτησης και την κοινωνική επανένταξη των καταδικασθέντων, και όχι μόνο με όρους καταστολής. Έτσι, εξάλλου, καθίσταται αποτελεσματικότερη και η προστασία της δημόσιας τάξης και η πρόληψη της υποτροπής. Η επίλυση των ζητημάτων που αντιμετωπίζει το σωφρονιστικό σύστημα, δεν δύναται να επιτευχθεί αποκλειστικά και μόνο μέσω του αστυνομικού ελέγχου. Σε κάθε περίπτωση, η εκτέλεση των ποινικών αποφάσεων δεν αποτελεί αρμοδιότητα των διωκτικών αρχών αλλά της δικαιοσύνης."
6. Στην Ελλάδα, ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων δεν είναι κεντρικός και άμεσος (όπως θα ήταν εάν ασκείτο από ένα Συνταγματικό Δικαστήριο), αλλά είναι διάχυτος και παρεμπίπτων, καθόσον κάθε δικαστήριο οφείλει, στο πλαίσιο της υπόθεσης που κάθε φορά δικάζει, να απέχει από την εφαρμογή νόμου που "το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα" (άρθρο 93 παρ. 4 Σ). Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε πράξη που εκδόθηκε από τις υπηρεσίες που μεταφέρθηκαν από το Δικαιοσύνης στο Προστασίας του Πολίτη προσβληθεί δικαστικά (σε ένα διοικητικό δικαστήριο ή ακόμη και, στο πλαίσιο κάποιας άλλης διαφοράς που προϋποθέτει παρεμπίπτοντα έλεγχο νομιμότητας μιας τέτοιας πράξης από τα πολιτικά ή τα ποινικά δικαστήρια ή και από το Ελεγκτικό Συνέδριο) είναι εκτεθειμένη στην παραπάνω κρίση συμβατότητας προς το Σύνταγμα, στο πλαίσιο του ελέγχου της έκδοσης από αρμόδιο ή μη κρατικό όργανο. Δηλαδή, κάθε δικαστήριο, στο οποίο τεθεί υπόψιν μια διοικητική πράξη των υπηρεσιών αυτών που μεταφέρθηκαν στο Προστασίας του Πολίτη, διαθέτει την συνταγματική νομιμοποίηση, παρεμπιπτόντως, να εξετάσει την συνταγματική νομιμότητα της έκδοσης της πράξης από το αρμόδιο όργανο και διαπιστώνοντας την υπαγωγή της υπηρεσίας στην ιεραρχία άλλου Υπουργείου κι όχι στην ιεραρχία του Υπουργείου Δικαιοσύνης να διαγνώσει την επίμαχη αντισυνταγματικότητα.

Τρίτη, Μαΐου 19, 2020

H Ουγγαρία κατάργησε την νομοθεσία για την ταυτότητα φύλου

Δηλαδή το πρόβλημα του Όρμπαν είναι τα δικαιώματα των διεμφυλικών και κανένας COVID-19. Ιδού λοιπόν τι κάνουν οι ευκαιριακές πλειοψηφίες στα ατομικά δικαιώματα και για ποιο λόγο πρέπει κάποια από αυτά να είναι συνταγματικά ή και διεθνώς κατοχυρωμενα. 
Θυμάστε προχτές που έγραφα ότι πρέπει το Συμβούλιο της Ευρώπης να θεσπίσει και μια Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Καταπολέμηση των Διακρίσεων Λόγω Σεξουαλικού Προσανατολισμού και Ταυτότητας Φύλου; Αυτή πρέπει να είναι η θεσμική απάντηση της Ελληνικής Προεδρίας: να τροχοδρομήσει μια τέτοια εξέλιξη, ώστε να μην έρχονται σαν κύριοι οι Όρμπαν της Ευρώπης και να λένε "μα δεν παραβιάζουμε ευρωπαϊκό δίκαιο". 
Βεβαίως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην πάγια νομολογία του έχει κρίνει ότι το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (σεβασμός ιδιωτικής ζωής) περιλαμβάνει ερμηνευτικά το ειδικότερο δικαίωμα του ατόμου για Νομική Αναγνώριση Ταυτότητας Φύλου. Πήρε πάνω από δέκα (10) χρόνια απορρίψεων διαφόρων προσφυγών όμως μέχρι το ΕΔΔΑ να αναγνωρίσει αυτό το δικαίωμα με την νομολογία του.
Βεβαίως υπάρχει η Σύσταση του 2010 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης που, υπό το φως του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ σ υ ν ι σ τ ά στα κράτη μέλη να έχουν νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου. 
Ωστόσο, η αναγκαιότητα σαφούς και ανεπιφύλακτης ευρωπαϊκής κατοχύρωσης του δικαιώματος αυτου, ως μέρος πια του ευρωπαϊκού κεκτημένου των δικαιωμάτων του ανθρώπου υπό την μορφή μιας Ευρωπαϊκής Σύμβασης είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαία. 
Καταδεικνύεται επίσης πόσο μεγάλη ήταν η παράλειψη της Αναθεωρητικής Βουλής του 2019 στην Ελλάδα που απέρριψε την προσθήκη στο άρθρο 5.2 του Συντάγματος μιας τέτοιας απαγόρευσης διακρίσεων λόγω ταυτότητας φύλου. Ορίστε που μπορεί να οδηγήσει ένας ανελεύθερος ηγέτης την χώρα του και το κοινοβούλιό του, ελλείψει συνταγματικής κατοχύρωσης.

Κυριακή, Μαΐου 17, 2020

Για μια Ευρωπαϊκή Σύμβαση κατά των Διακρίσεων Λόγω Σεξουαλικού Προσανατολισμού και Ταυτότητας ή Χαρακτηριστικών Φύλου

Σήμερα που είναι η διεθνής ημέρα κατά της ομοφοβίας, λεσβιοφοβίας, αμφιφοβίας και τρανσφοβίας, ας θυμηθούμε πόσο φοβική και πόσο φιλελεύθερη είναι η ελληνική νομοθεσία και γενικά η Ελληνική Δημοκρατία, η οποία από την Παρασκευή 15.5.2020 θα βρίσκεται στην Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Διότι μπορεί σήμερα να είχαμε το πρώτο σχετικό μήνυμα από την Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αλλά χρειάστηκε να περάσουν 200 χρόνια από την ίδρυσή μας ως κράτος για ένα τέτοιο βήμα.

Ο πρώτος Ποινικός Νόμος του νέου Ελληνικού Κράτους θεσπίστηκε το 1835, επί Όθωνος. Στο άρθρο 282 τιμωρείτο η "παρα φύσιν ασέλγεια" με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους. Οι ποινές αυτές δεν ήταν θεωρητικές. Από την έρευνά μου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως εκείνης της εποχής είδα ότι ανακοινώνονταν και ονόματα ανθρώπων που είχαν μπει φυλακή, όταν ήταν να απολυθούν μετά την έκτιση της ποινής τους. Παραθέτω εδώ μια περίπτωση απόλυσης δύο ανδρών από τις φυλακές που παρέμειναν λόγω "αρσενοκοιτίας" του 1833 στο Μεσολόγγι. (Σημειωτέον ότι η αρσενοκοιτία στην γνωστή ευαγγελική περικοπή αφορά την επί χρήμασι σεξουαλική επαφή). Η αναφορά σε αυστηρότερη τιμωρία κατά το άρθρο 274 αφορούσε την περίπτωση ασέλγειας σε ανήλικο κάτω των 12 ετών που τιμωρείτο με την αυξημένη ποινή του βιασμού.





Η διάταξη αυτή που ποινικοποιεί την "παρά φύσιν ασέλγεια" δεν περιλήφθηκε στον "Ποινικό Κώδικα" του 1951, ο οποίος είναι σχεδόν ο ίδιος με τον σημερινό ΠΚ του 2019. Η "παρά φύσιν ασέλγεια" αποποινικοποιήθηκε λοιπόν στην Ελλάδα το 1951 (όχι όμως και στην Κύπρο που διατηρούσε το παλαιό ποινικό δίκαιο της βικτωριανής Αγγλίας κι έπρεπε να προσφύγουν στο ΕΔΔΑ για να κηρυχθεί αντίθετη στα ανθρώπινα δικαιώματα η ποινικοποίηση!). Στον νέο ΠΚ παρέμειναν βέβαια κάποιες ομοφοβικές διατάξεις, όπως η διαφορά στην ηλικία συναίνεσης: 15 για ετεροφυλοφιλικές επαφές, αλλά 17 για ομοφυλοφιλικές. Το περίφημο άρθρο 347 του Ποινικού Κώδικα καταργήθηκε μόλις το 2015, με το νομοσχέδιο για το σύμφωνο συμβίωσης. Αντίθετα απ' ό,τι θα περίμενε κανείς, η κατάργηση του άρθρου 347 είχε λιγότερες ψήφους από αυτές για το σύμφωνο (δεν το ψηφισε π.χ. το ΠΑΣΟΚ άγνωστο για ποιον λόγο).

Για 50 χρόνια είχαμε νομοθετική σιωπή. Μια γκρίζα ζώνη δημιουργήθηκε το 1982 όταν ο Αστικός Κώδικας στα άρθρα περί γάμου δεν περιέλαβε την ετερότητα φύλου, κάτι που όμως από τον Άρειο Πάγο το 2017 κρίθηκε ότι δεν επιτρέπει τον γάμο ανάμεσα σε ομόφυλα ζευγάρια.

Το 1976 ο νόμος περί ληξιαρχείων προβλέπει την διαδικασία για την μεταβολή της ληξιαρχική πράξης γέννησης, διαδικασία που ακολουθείται στα δικαστήρια για την νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου έως και το 2017 που ψηφίστηκε ειδικός σχετικός νόμος.

Το 1977 ένα νομοσχέδιο για λοιμώδη νοσήματα προκαλεί έντονες διαμαρτυρίες κυρίως από τον χώρο των τότε τρανς σεξεργατριών. Όμως ψηφίζεται τελικά λίγους μήνες πριν την εκλογή του ΠΑΣΟΚ από την ΝΔ και είναι ο μέχρι και σήμερα ισχύων Ν.1193/1981, τον οποίο τροποποίησε εν μέρει το 1999 το ΠΑΣΟΚ με τον νόμο για τα εκδιδόμενα πρόσωπα.

Το έτος 2000 ψηφίστηκε με εισήγηση της Ελληνίδας επιτρόπου στην Κομισιόν κ. Διαμαντοπούλου η Οδηγία για την απαγόρευση διακρίσεων στον χώρο της εργασίας και απασχόλησης (Οδηγία 2000/78). Το ίδιο έτος η Ε.Ε. καταρτίζει τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών που για πρώτη φορά κατοχυρώνει την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού. Βέβαια η ελληνική μετάφραση αποδίδει το sexual orientation με τον εσφαλμένο όρο "γενετήσιος προσανατολισμός", λάθος που επανέλαβε δυστυχώς και η Πρόεδρος της Δημοκρατίας στο σημερινό μήνυμά της.

Τρία χρόνια μετά θεσπίζεται το προεδρικό διάταγμα 77/2003 με εισήγηση του Ε.Σ.Ρ., κατά το οποίο απαγορεύεται στις ενημερωτικές ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές ο λόγος μίσους με κριτήριο τον σεξουαλικό προσανατολισμό. Από τότε βέβαια, το Ε.Σ.Ρ. ελάχιστες φορές ενεργοποίησε αυτή την διάταξη, ενώ η ίδια η ανεξάρτητη αρχή έχει καταγγελθεί πολλές φορές για ομοφοβική συμπεριφορά, για άρνηση έγκρισης του μηνύματος του Athens Pride ως κοινωνικού μηνύματος (που σημαίνει δωρεάν προβολή του από τα ρ/τ μέσα) και για γενικότερα ομοφοβική στάση, την οποία συνεχίζει μέχρι και πολύ πρόσφατα, απ' όσο έχω δει.

Το 2005 στον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας αναφέρεται ότι η παροχή ιατρικών υπηρεσιών απαγορεύεται να γίνεται με διάκριση λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού. Το ίδιο έτος θεσπίζεται και ο Ν.3304/2005 με τον οποίο ενσωματώνεται και η Οδηγία 2000/78 που προανέφερα και με την οποία απαγορεύονται οι διάκρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού στον χώρο της εργασίας και απασχόλησης.

Στην δεκαετία 2000 - 2010 υπάρχουν πολύ μεγάλες εξελίξεις διεθνώς σε σχέση με τα ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιώματα. Πολλές χώρες αναγνωρίζουν το σύμφωνο συμβίωσης και το δικαίωμα στον γάμο. Η Ελλάδα, επί Ν.Δ. φέρνει για πρώτη φορά παγκοσμίως ένα νομοσχέδιο που προβλέπει το σύμφωνο συμβίωσης μόνο για ετερόφυλα ζευγάρια. Ο νόμος προσβάλλεται άμεσα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο καταδικάζει την Ελλάδα για παραβίαση ανθρώπινου δικαιώματος στις 7.11.2013. Από τότε χρειάστηκαν να παρέλθουν άλλα 2 χρόνια έως το 2015 που ψηφίστηκε ο Ν.4356/2015 για το σύμφωνο συμβίωσης ανεξάρτητα από το φύλο και ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή το 2016. Ωστόσο, με τον Ν.4356/2015 δεν αναγνωρίζονται γονεϊκά δικαιώματα όπως η τεκνοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια ή έστω η νομική αναγνώριση του μη βιολογικού γονέα, όπως πρότεινε το Ποτάμι και ο Συνήγορος του Πολίτη.

Το 2008, στον νόμο για το ετερόφυλο σύμφωνο συμβίωσης προστίθεται για πρώτη φορά στον ποινικό κώδικα ως επιβαρυντική περίσταση ο σεξουαλικός προσανατολισμός του θύματος. Το αίτημα υποβλήθηκε από τον Φώτη Κουβέλη, τότε επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, προς τον υπουργό δικαιοσύνης της ΝΔ Σωτήρη Χατζηγάκη. Η Εθνική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είχε ήδη γνωμοδοτήσει από τότε ότι ο αποκλεισμός ομόφυλων ζευγαριών από το σύμφωνο συμβίωσης παραβιάζει τα άρθρα 14 κι 8 της ΕΣΔΑ. Την γνωμοδότηση της επικαλέστηκε και το ΕΔΔΑ στην σχετική απόφασή του στην υπόθεση Βαλλιανάτος κατά Ελλάδας.

Το 2011 ο Δήμος Αθηναίων με δήμαρχο τον Γ. Καμίνη δίνει την αιγίδα του στο Φεστιβάλ Υπερηφάνειας που διοργανώνεται ήδη από το 2004 στην Αθήνα.

Το 2014 αναθεωρείται ο αντιρατσιστικός Ν.927/1979, ύστερα από πιέσεις της Ε.Ε. Σε αυτόν προστίθεται ως απαγορευμένος λόγος δημόσιας υποκίνησης βίας η περίπτωση του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλου. Ωστόσο, ο νόμος είναι εξαιρετικά προβληματικός στην εφαρμογή του, καθόσον απαιτεί ιδιαίτερη διασάλευση της δημόσιας τάξης για να εφαρμοστεί από τα δικαστήρια, τα οποία συνεχίζουν την συχνή πρακτική τους να αθωώνουν τους κατηγορούμενους για λόγο μίσους.
Οι διακρίσεις συνεχίζονται βέβαια και στον χώρο της εργασίας και με τον Ν.4443/2016 ενσωματώνεται ξανά η Οδηγία 2000/78 στο εθνικό δίκαιο, οπότε αλλάζει η διατύπωση από "γενετήσιος" σε "σεξουαλικός προσανατολισμός" και προστίθενται ως απαγορευμένοι λόγοι διάκρισης η ταυτότητα και τα χαρακτηριστικά φύλου. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν δέχεται να επεκταθεί στον νόμο αυτό η απαγόρευση διακρίσεων στην εκπαίδευση, την υγεία, την κοινωνική ασφάλιση και σε άλλες παροχές.

Το κεντρικό κτίριο διοίκησης της Περιφέρειας Αττικής το 2015 γίνεται το πρώτο δημόσιο κτίριο που φωταγωγείται με τα χρώματα του Athens Pride ενώ τον επόμενο χρόνο, το 2016 η Περιφέρεια θεσπίζει την Χάρτα Δικαιωμάτων & Υποχρεώσεων Πολιτών στην οποία περιλαμβάνεται και άρθρο απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου στις υπηρεσίες της.

Το 2016 το Ειρηνοδικείο Αθηνών αποφασίζει ότι η αφαίρεση γεννητικών οργάνων δεν νοείται ως προϋπόθεση για την νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου. Είχα την τιμή να είμαι ο πληρεξούσιος δικηγόρος σε αυτή την υπόθεση, η οποία πολύ σύντομα οδήγησε και σε σχετική νομοθετική αναγνώριση. Με τον Ν.4491/2017 αναγνωρίστηκε η δυνατότητα του ατόμου για μεταβολή καταχωρίσεων στις ληξιαρχικές πράξεις χωρίς καθόλου ιατρικά έγγραφα. Ωστόσο, με τον νόμο αυτόν προστέθηκαν προβλήματα που δεν υπήρχαν: αφενός η προϋπόθεση αγαμίας κι αφετέρου ηλικιακά όρια που δεν εμποδίζουν άτομα κάτω των 17 ετών να προχωρήσουν στην σχετική διεκδίκηση.

Με τον Ν.4358/2018 επιτρέπεται για πρώτη φορά η αναδοχή παιδιών από ομόφυλα ζευγάρια που έχουν σύμφωνο συμβίωσης.

Ωστόσο, ο γάμος και η τεκνοθεσία είναι ακόμη δύο θεσμοί στους οποίους δεν έχουν πρόσβαση τα ομόφυλα ζευγάρια στην Ελλάδα μέχρι τώρα. Όσο εξακολουθούν να ισχύουν αυτοί οι αποκλεισμοί στην νομοθεσία, η Ελλάδα δεν θα μπορεί να υπερηφανεύεται ότι έχει άρει όλες τις καταστατικές διακρίσεις της στο ισχύον δίκαιο.

Το 2019 για πρώτη φορά φωταγωγείται ένα τετραγωνάκι στην πρόσοψη της Βουλής των Ελλήνων με το ουράνιο τόξο ενόψει του Athens Pride.

To ίδιο έτος, η Αναθεωρητική Βουλή απορρίπτει την προσθήκη διάταξης στο Σύνταγμα, με την οποία απαγορεύονται οι διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτοτητας φύλου.

Ειδικά φέτος που η Ελλάδα βρίσκεται στην προεδρία του Συμβουλίου της Ευρώπης (μέχρι τον Νοέμβριο 2020), χρονιά στην οποία θα γιορτάσουμε τα 70 χρόνια της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τα 10 χρόνια της Σύστασης της Επιτροπής Υπουργών του Συμβ. Ευρώπης για την καταπολέμησης των διακρίσεων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου, η χώρα πρέπει να αποδείξει έμπρακτα ότι το μήνυμα που έστειλε σήμερα η Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Κατερίνα Σακελλαροπούλου μπορεί να αποτελέσει νομοθετική πρωτοβουλία και να γίνει πράξη, για μια Ευρωπαϊκή Σύμβαση καταπολέμησης των Διακρίσεων λόγω Σεξουαλικού Προσανατολισμού και Ταυτότητας ή Χαρακτηριστικών Φύλου.

Σημαντική προεργασία έχει γίνει από το 2006, με τις Αρχές για την Εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου Ανθρώπινων Δικαιωμάτων Χωρίς Διακρίσεις Λόγω Σεξουαλικού Προσανατολισμού ή Ταυτότητας Φύλου, ένα μη δεσμευτικό νομικό κείμενο που θα μπορούσε να μετεξελιχθεί σε ευρωπαϊκή σύμβαση. Πρόκειται για τις "Αρχές της Yogyakarta", η ελληνική μετάφραση των οποίων ειναι αναρτημένη εδώ: www.arxesyogyakarta.wordpress.com

Αυτή θα ήταν μια σημαντική συμβολή της Ελληνικής Προεδρίας που θα αφήσει την σφραγίδα της στο Συμβούλιο της Ευρώπης.

Σάββατο, Μαΐου 16, 2020

H υπουργική απόφαση για τις κάμερες στις σχολικές αίθουσες

Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η υπουργική απόφαση "Σύγχρονη εξ' αποστάσεως εκπαίδευση" της Υπουργού και της Υφυπουργού Παιδείας και θρησκευμάτων, με την οποία υλοποιείται η νομοθετική εξουσιοδότηση που επιτρέπει την τηλεδιδασκαλία σε όλα τα σχολεία της χώρας (ΦΕΚ Β' 1859/15.5.2020).

Από τα "έχοντας υπόψη" προκύπτει ότι η υπουργική απόφαση έλαβε υπόψη μια εκτίμηση αντικτύπου, σύμφωνα με το άρθρο 35 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (GDPR). Αυτή η εκτίμηση αντικτύπου δεν έχει δημοσιευθεί, ούτε τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση προκειμένου να κριθεί η επάρκειά της. Κατά τον GDPR εάν τα αποτελέσματα της εκτίμησης αντικτύπου εξακολουθούν να εγείρουν ερωτηματικά, θα πρέπει να ακολουθήσει το στάδιο της διαβούλευσης με την Αρχή.

Ένα άλλο κενό από τα "έχοντας υπόψη" είναι η γνωμοδότηση του Υπεύθυνου Προστασίας Δεδομένων (DPO) του Υπουργείου Παιδείας. Αυτός είναι εκείνος που κατά τον GDPR μπορεί να αξιολογήσει σε ένα πρώτο επίπεδο αν η εκτίμηση αντικτύπου είναι επαρκής ή όχι. Αν δεν το έχει κάνει, η απόφαση του υπεύθυνου επεξεργασίας είναι απλά αντίθετη στο άρθρο 39 παρ. 1 γ του GDPR.

H υπουργική απόφαση επαναλαμβάνει το λάθος της εξουσιοδοτικής διάταξης να αναφέρεται γενικά και αόριστα σε "μεταδεδομένα που τυχόν παράγονται". Δεν υπάρχει "τυχόν" που να επιτρέπεται στην νομοθεσία για την προστασία δεδομένων: όπως έχει κατγραφεί στις κατευθυντήριες γραμμές της αρμόδιας επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διατυπώσεις όπως "τυχόν", "ενδεχομένως" κτλ είναι αντίθετες στην υποχρέωση σαφήνειας που υπέχει ο υπεύθυνος επεξεργασίας. Η υπουργική απ΄φοαση αναφέρει ότι "θα χορηγηθεί ενημερωτικό έγγραφο από το Υπουργείο προς εκπαιδευτικούς, γονείς/κηδεμόνες και μαθητές/τριες". Άλλη μια αοριστία: τί ενημερωτικό έγγραφο ειναι αυτό; Αυτά έπρεπε να τα αναφέρει λεπτομερώς η υπουργική απόφαση, διότι έτσι βρίσκεται σε ένταση με τα άρθρα 12-14 του GDPR.

H απαγόρευση καταγραφής εξασφαλίζεται από την αναφορά της στην υπουργική απόφαση, από την μνεία ότι η πλατφόρμα δεν υποστηρίζει καταγραφή δεδομένων, καθώς και από την νομοθετική παραπομπή στο άρθρο 38 του Ν.4624/2019, αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν αοριστίες στην υπουργική απόφαση όπως ότι οι μαθητές ενημερώνονται από τον εκπαιδευτικό για τους κανόνες και τους όρους ορθής συμπεριφοράς, σύμφωνα με τις οδηγίες του Υπουργείου Παιδείας. Αυτά όμως, έπρεπε να απαριθμούνται ειδικώς και λεπτομερώς στο ίδιο το κείμενο της υπουργικής απόφασης!

Υπάρχει επίσης κενό ενημέρωσης για την εφαρμογή της συμφωνίας του Υπουργείου με  τον πάροχο με τον οποίο συνεργάζεται το κράτος για την επεξεργασία των δεδομένων. Στην παράγραφο 5 αναγράφεται ότι τα δεδομένα των εκπαιδευτικών και των μαθητών "δύνανται" να κοινοποιούνται στον πάροχο! Τί θα πει δύνανται; Τα άρθρα 26 και 28 GDPR ορίζουν απολύτως συγκεκριμένη διαδικασία για την συνεργασία και η συμφωνία αυτή πρέπει υποχρεωτικά να τίθεται στην διάθεση των υποκειμένων των δεδομένων.

Αυτές είναι θεμελιώδεις παραλείψεις της υπουργικής απόφασης. Ενώ ο σκοπός της παροχής εξ αποστάσεως εκπαίδευσης έχει σαφή έδραση σε σειρά συνταγματικών άρθρων, ανάμεσα σε αυτά τα άρθρα βρίσκεται και το 9Α το οποίο επιβάλλει την τήρηση όλων των ανωτέρω. 

Παρασκευή, Μαΐου 15, 2020

Τί σημαίνει ελληνική προεδρία στο Συμβούλιο της Ευρώπης

Σήμερα ξεκινά η 6μηνη προεδρία της Ελλάδας στο Συμβούλιο της Ευρώπης. 
Κατά κυριολεξία, η προεδρία είναι στην Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης που είναι και το σημαντικό πολιτικό όργανο της διοίκησης αυτού του οργανισμού, όπου θα προϊσταται ο Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης (πάντα η θέση πάει στον αναπληρωτή Υπουργό Εξωτερικών). Υπάρχει βέβαια και η επί θητεία Γενική Γραμματέας του Οργανισμού, η Marija Pejčinović Burić.
Συχνά το Συμβούλιο της Ευρώπης συγχέεται εσφαλμένα με την Ευρωπαϊκή Ένωση (και το δικό της Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που είναι το κορυφαίο πολιτικό όργανο της Ε.Ε.). Όμως δεν έχει καμία σχέση, καθώς το Συμβούλιο της Ευρώπης ιδρύθηκε το 1949 και δεν αποτελείται από 28 κράτη μέλη, αλλά από 47, στα οποία περιλαμβάνονται και η Ρωσία, η Τουρκία, το Αζερμπαϊτζάν, η Αλβανία, η Βόρεια Μακεδονία και άλλες χώρες. Είναι δηλαδή η "μείζων Ευρώπη". 
Το 1956 ιδρύθηκε η Αναπτυξιακή Τράπεζα του Συμβουλίου της Ευρώπης που σήμερα έχει 41 κράτη μέλη και χρηματοδοτεί προγράμματα κοινωνικής αλληλεγγύης. Πριν δύο μέρες, η Τράπεζα ενέκρινε δάνειο 200 εκατ. ευρώ για την Ελλάδα για την αντιμετώπιση της πανδημίας COVID-19: https://coebank.org/…/greece-ceb-supports-health-sector-wi…/
Το πιο γνωστό όργανο του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Αυτό δικάζει τα κράτη ύστερα από προσφυγές οποιουδήποτε ατόμου, μη κρατικής οργάνωσης ή και άλλου κράτους για παραβάσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Η ΕΣΔΑ συμπληρώνει φέτος 70 χρόνια και μια από τις προτεραιότητες της Ελληνικής προεδρίας είναι ακριβώς αυτό το θέμα. 
Μια μεγάλη σειρά από δικαιώματα που έχουμε σήμερα, δεν θα υπήρχαν εάν το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν είχε δικάσει τέτοιες υποθέσεις: η συνειδησιακή αντίρρηση στο στράτευμα, το σύμφωνο συμβίωσης για ομόφυλα ζευγάρια, η επιλογή ανάμεσα σε θρησκευτικό ή πολιτικό όρκο στα δικαστήρια χωρίς αποκάλυψη θρησκεύματος, η απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών χωρίς αρνητική δήλωση θρησκεύματος (υπόθεση στην οποία ήμουν συνήγορος των προσφευγόντων), η αποτροπή της διπλής επιβολής κυρώσεων για διοικητικές και ποινικές παραβάσεις, η απαγόρευση φυλετικού διαχωρισμού των μαθητών και πολλά άλλα. Με Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ καταργήθηκε επίσης η θανατική ποινή στην ελληνική νομοθεσία. 
Άλλο όργανο του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι η Κοινοβουλευτική Διάσκεψη, δηλαδή η συνέλευση βουλευτών των 47 κρατών που συνέρχονται και αποφασίζουν για διάφορα ζητήματα, όπως η επιλογή των δικαστών του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Το 1960 το Συμβούλιο της Ευρώπης θέσπισε τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη, δηλαδή τον κατάλογο των κοινωνικών δικαιωμάτων που πρέπει να απολαμβάνουν τα άτομα στα κράτη μέλη. Για τον έλεγχο τήρησης ιδρύθηκε η Ευρωπαϊκή Κοινωνική Επιτροπή του Συμβουλίου της Ευρώπης, η οποία επιλαμβάνεται αναφορών που υποβάλλουν συνδικαλιστικές ή άλλες μη κυβερνητικές οργανώσεις με ειδικό status. Το 1996 ο Χάρτης αναθεωρήθηκε, περιλαμβάνοντας και πιο σύγχρονα κοινωνικά δικαιώματα, όπως το δικαίωμα στο περιβάλλον για το οποίο η Ελλάδα έχει καταδικαστεί από την Επιτροπή. 
Το 1990 ιδρύθηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης η Επιτροπή για την Δημοκρατία δια του Νόμου, η "Επιτροπή Βενετίας" που ασχολείται με θέματα δημοκρατίας στα κράτη μέλη και στις πολύτιμες εκθέσεις της συγκεντρώνει τις βέλτιστες πρακτικές για την λειτουργία του πολιτεύματος, των θεσμών, των κοινοβουλίων, των συνταγμάτων, των δημοψηφισμάτων κ.τ.λ.
Το 1994 ιδρύθηκε το Κογκρέσο των Τοπικών και Περιφερειακών Αρχών του Συμβουλίου της Ευρώπης. Εκεί συνεδριάζουν οι αυτοδιοικητικοί (δήμαρχοι, περιφερειάρχες, σύμβουλοι) της Ευρώπης. Η δουλειά του Κογκρέσου δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή, αλλά τα τελευταία χρόνια αναγνωρίστηκε ως ευρωπαϊκή καλή πρακτική η λειτουργία του Κέντρου Logistics στην Περιφέρεια Αττικής. Το Κογκρέσο επέβαλε με σύστασή του και την λειτουργία Συνηγόρων του Δημότη σε δήμους και περιφέρειες στην Ευρώπης. Είχα την χαρά να συμβάλλω όταν υπηρετούσα από την θέση αυτή στην έρευνα του Κογκρέσου για την κατάσταση της τοπικής αυτοδιοίκησης στην Ελλάδα το 2014.
Μέχρι το 1998 λειουργούσε στο Συμβούλιο της Ευρώπης και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπου προσέφευγαν τότε οι ενδιαφερόμενοι και η Επιτροπή εξέταζε το παραδεκτό των προσφυγών για παράβαση της ΕΣΔΑ. Μέσω της Επιτροπής έγινε ιδιαίτερα γνωστή στα τέλης της δεκαετίας του 1960 η κατάφωρη παραβίαση ανθρώπνων δικαιωμάτων από την δικτατορία στην Ελλάδα, ύστερα από προσφυγή τεσσάρων κρατών για βασανιστήρια και άλλες παραβάσεις της ΕΣΔΑ, σε μια υπόθεση που έγινε γνωστή ως "The Greek Case" και λόγω της οποίας η χούντα αναγκάστηκε να αποχωρήσει από το Συμβούλιο της Ευρώπης. Με την μεταπολίτευση, η Ελλάδα έγινε και πάλι κράτος μέλος. 
Μετά το 1998 η Επιτροπή Δικαιωμάτων καταργήθηκε και πλέον οι προσφυγές ασκούνται κατευθείαν στο ΕΔΔΑ, το οποίο εξετάζει και το παραδεκτό και την ουσία. Τότε ιδρύθηκε ως νέο θεσμικό όργανο ο Επίτροπος Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του Συμβουλίου της Ευρώπης, ένα μονοπρόσωπο όργανο που παρακολουθεί την τήρηση της ΕΣΔΑ από τα κράτη μέλη, απευθύνει συστάσεις σε αυτά και συντάσσει εκθέσεις για το επίπεδο σεβασμού των δικαιωμάτων από τα κράτη, ενώ έχει δικαίωμα να ασκεί και παρέμβαση σε υποθέσεις ενώπιον του ΕΔΔΑ.
To νεότερο όργανο του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι η Συνέλευση των Διεθνών Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, μέσα από το οποίο εκπροσωπείται και εκφράζεται η κοινωνία των πολιτών.
Κατά την πρόσφατη κρίση της πανδημίας COVID-19, το Συμβούλιο της Ευρώπης όρισε και πάλι το μέτρο της δημοκρατίας, των ανθρώπινων δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου με ένα σχετικό κείμενο που αφορά τα μέτρα που οφείλουν να λάβουν τα κράτη σύμφωνα με την ΕΣΔΑ και την νομολογία του ΕΔΔΑ και των άλλων θεσμικών οργάνων. 
Σύμφωνα με την σχετική ανακοίνωση της Ελλάδας, στόχος της Ελληνικής προεδρίας είναι να τηρηθούν αυτά τα ευρωπαϊκά πρότυπα και κατά την περίοδο της πανδημίας. Το λογότυπο πάντως θυμίζει "ματόχαντρο". Θα είναι για το γούρι...

Τρίτη, Μαΐου 12, 2020

Παραλείψεις της Αρχής Προστασίας Δεδομένων κατά το έλεγχο της τηλεδιδασκαλίας

To Δελτίο Τύπου της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων για το θέμα της τηλεδιδασκαλίας στα σχολεία δεν είναι καθόλου ικανοποιητικό ενόψει του θεσμικού της ρόλου.
Η Αρχή επιβεβαιώνει ότι είχε εμπλοκή κατά την διαμόρφωση της νομοθετικής διάταξης, όπως είπε και η Υπουργός κ. Κεραμέως στην Βουλή. Ωστόσο, η αρμοδιότητα αυτή της Αρχής πρέπει να ασκείται με όρους διαφάνειας και να λαμβάνει την μορφή επίσημης γνωμοδότησης που θα πρέπει να αναρτάται στον διαδικτυακό της τόπο και στην "Διαύγεια" (Ν.3861/2010) π ρ ι ν την νομοθετική διαδικασία, ώστε να είναι ορατό το μέτρο της συμβολής της και όχι να έρχεται εκ των υστέρων με δελτία τύπου, στο πλαίσιο εκ των υστέρων συζήτησης με συνδικαλιστικούς φορείς να ενημερώνει ότι συμβούλευσε την κυβέρνηση εν κρυπτώ και παραβύστω.
Ο ρόλος της Αρχής δεν είναι αυτός του μυστικοσύμβουλου κανενός υπουργού.
Πολύ περισσότερο όταν, ενώπιον της Αρχής αυτής εκκρεμούν προσφυγές πολιτών κατά του συγκεκριμένου Υπουργείου που, σκανδαλωδώς πλέον, η Αρχή έχει "θάψει" εδώ και μήνες, παρά την καταδίκη της χώρας για το καταγγελλόμενο θέμα από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Σε αυτό το θέμα θα επανέλθω, όταν η Αρχή αποφασίσει να ασκήσει τις αρμοδιότητες της, με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων των προσφευγόντων για αποζημίωση λόγω της υπέρβασης της εύλογης διάρκειας αναμονής που έχουν επιδείξει μέχρι σήμερα.
Επί της ουσίας, η Αρχή θριαμβολογεί που έπεισε την κυβέρνηση να διαγράφονται τα μεταδεδομένα, ενώ αυτό ουδόλως προκύπτει από το ίδιο το νομοθετικό κείμενο το οποίο ψηφίστηκε. Αφενός το νομοθετικό κείμενο, κατά παράβαση της αρχής της σαφήνειας και της διαφάνειας, αναφέρεται σε "τυχόν μεταδεδομένα" που παράγονται κατά την διάρκεια της τηλεδιδασκαλίας. Τέτοιες διατυπώσεις είναι αυτομάτως αντίθετες στην επίσημη ερμηνεία που αποτυπώνεται στις Κατευθυντήριες Γραμμές του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων περί εφαρμογής της αρχής της διαφάνειας κατά τον GDPR. Τί θα πει "τυχόν μεταδεδομένα"; Αφετέρου η διάταξη δεν είναι ούτε προβλέψιμης εφαρμογής, όπως θα έπρεπε κατά την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σχετικά με το άρθρο 8 παρ. 2 (σεβασμός ιδιωτικής ζωής) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Προκαλεί αλγεινή εντύπωση που η Αρχή παρουσιάζεται ικανοποιημένη με αυτή την επισφαλή διατύπωση. Θα έπρεπε να είχε ήδη καταγγείλει το νομοτεχνικό αυτό πλημμέλημα και όχι να επιχαίρει ότι συνέβαλε στην διάπραξη του.
Η Αρχή εμφανίζεται επίσης ικανοποιημένη για την εξουσιοδοτική διάταξη του ίδιου νομοθετήματος που δίνει στον Υπουργό Παιδείας την κανονιστική αρμοδιότητα εξειδίκευσης, παρακάμπτοντας το ανεπίτρεπτο, υπό το φως του άρθρου 43 του Συντάγματος, εύρος της εν λόγω διάταξης. Σε προηγούμενο χρόνο, όταν δηλαδή χρειάστηκε να κρίνει την αντίστοιχη εξουσιοδοτική διάταξη για τα P.O.S. των δικηγόρων, η Αρχή δεν είχε φεισθεί καθόλου να διαπιστώσει την ευρύτητα, κάτι που βέβαια δεν επικροτήθηκε από την συνέχιση της υπόθεσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
Συνοψίζοντας, η Αρχή έπρεπε:
- να είχε συντάξει κανονική γνωμοδότηση όταν της τέθηκε υπόψη η σχετική τροπολογία από το Υπουργείο κι έπρεπε να είχε αναρτήσει την γνωμοδότηση στην ιστοσελίδα της και στην "Διαύγεια" κατά τον Ν.3861/2010
- να έχει εντοπίσει την απαράδεκτα αόριστη διατύπωση για τα μεταδεδομένα, επιβάλλοντας ρητή και αποκλειστική απαρίθμηση περί του ποια είναι τελικά αυτά τα μεταδεδομενα και για ποιους συγκεκριμένους και αποκλειστικά απαριθμούμενους λόγους θα υποβάλλονται σε επεξεργασία και
- να έχει εντοπίσει το ανεπίτρεπτο εύρος και αοριστία της εξουσιοδοτικής διάταξης.
Αυτές οι παραλείψεις στιγματίζουν εκ των προτέρων το κύρος της Υπουργικής Απόφασης και την καθιστούν τρωτή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Σάββατο, Μαΐου 09, 2020

Προστασία δεδομένων και αναμετάδοση μαθημάτων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης

Ψηφίστηκε το νομοθετικό άρθρο με τίτλο "Παροχή σύγχρονης εξ αποστάσεως εκπαίδευσης", ενταγμένο στον νόμο για το άσυλο και την μετανάστευση, επιτρέποντας έτσι την οπτικοακουστική αναμετάδοση διδασκαλίας από τα σχολεία προς τους μαθητές που δεν μπορούν να παρακολουθήσουν δια ζώσης την εκπαιδευτική διαδικασία.

Ο νόμος αυτός αφορά μόνο απευθείας ("ζωντανή") μετάδοση ήχου ή/και εικόνας του διδάσκοντος, "σε πραγματικό χρόνο" απαγορεύοντας την καταγραφή και αποθήκευση του μαθήματος. Είναι δηλαδή μια μορφή "θυροτηλεφώνου" στο οποίο δεν περιλαμβάνεται καταγραφικό μηχάνημα και στο οποίο δεν επιτρέπεται η περαιτέρω χρήση των προσωπικών δεδομένων. Ειδικά για την περίπτωση "επιδημικών νόσων" επιτρέπεται και ταυτόχρονη διδασκαλία σε μαθητές που συμμετέχουν στο μάθημα με "φυσική παρουσία" και σε άλλους μαθητές που συμμετέχουν εξ αποστάσεως. Δηλαδή, η μικτή αυτή εκδοχή αφορά μόνο τις περιπτώσεις που συγκεκριμένοι μαθητές δεν μετέχουν λόγω επιδημικών νόσων, όχι κάθε περίπτωση "καθολικής ή μερικής αναστολής ή απαγόρευσης λειτουργίας εκπαιδευτικής δομής είτε για άλλο λόγο που ανάγεται σε έκτακτο ή απρόβλεπτο γεγονός".

Η εξαίρεση που επιτρέπει την καταγραφή είναι μόνο τα "μεταδεδομένα που τυχόν παράγονται στο ίδιο ως άνω πλαίσιο", τα οποία διατηρούνται για συγκεκριμένο εύλογο χρονικό διάστημα και η επεξεργασία τους επιτρέπεται αποκλειστικά για ερευνητικούς ή στατιστικούς σκοπούς.

Ο νόμος ορίζει ως "υπεύθυνο επεξεργασίας" για τα δημόσια σχολεία το Υπουργείο Παιδείας και για τα ιδιωτικά σχολεία το νομικό ή φυσικό πρόσωπο στο οποίο έχει χορηγηθεί η άδεια λειτουργίας.

Ο ίδιος νόμος ορίζει επίσης ότι με απόφαση Υπουργού Παιδείας θα οριστούν οι τεχνικές και διοικητικές λεπτομέρειες για την εφαρμογή του ανωτέρω, ύστερα από την διενέργεια εκτίμησης αντικτύπου την οποία επιβάλλει το άρθρο 35 GDPR και 65 του Ν.4624/2019.

Το ερώτημα είναι κατά πόσον όλα τα ανωτέρω είναι σύμφωνα με το Σύνταγμα, τον  GDPR, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, την Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία του ατόμου έναντι της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων και την Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού.

Ας ξεκινήσουμε από το γεγονός ότι η διαδικασία της απευθείας μετάδοσης ήχου/εικόνας της εκπαιδευτικής διαδικασίας είναι σίγουρα μια μορφή συλλογής και επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα διδασκόντων και μαθητών με αυτοματοποιημένα μέσα και ως εκ τούτου εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του GDPR. Ο GDPR έχει λάβει υπόψη όλο το πλαίσιο θεμελιωδών δικαιωμάτων και συνεπώς, ως προς τα θέματα ιδιωτικότητας, αρκεί να εξεταστεί η νομοθετική ρύθμιση υπό το φως του εν λόγω κανονισμού.

Ο GDPR επιβάλλει να υπάρχει νόμιμη βάση για να διενεργηθεί μια επεξεργασία δεδομένων: ο νόμος αυτός παρέχει την νόμιμη βάση. Συνεπώς, η επεξεργασία των δεδομένων γίνεται, ως προς τα δημόσια σχολεία, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 6 περ. γ (έννομη υποχρέωση για παροχή εκπαίδευσης από το Υπουργείο Παιδείας, κατά το άρθρο 16 του Συντάγματος) και ως προς τα ιδιωτικά σχολεια στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 6 περ. β (εκτέλεση σύμβασης), ενώ θα μπορούσε να ερείδεται και στην περ. δ (ζωτικό συμφέρον), αλλά και στην περ. ε (δημόσιο συμφέρον). Αυτό που δεν μπορεί να ισχύσει ως νομική βάση για τα δημόσια σχολεία είναι η περίπτωση α (συγκατάθεση που δεν νοείται για δημόσιες αρχές), καθώς και η περίπτωση ε (έννομο συμφέρον που επίσης δεν νοείται για δημόσιες αρχές).

Ασάφεια υπάρχει όμως ως προς τα "μεταδεδομένα" (metadata), αφού ούτε από το κείμενο της αιτιολογικής έκθεσης, ούτε και από το νομοθετικό κείμενο προκύπτει ποια δεδομένα θα θεωρηθούν ως τέτοια. Και μόνο η έκφραση "τυχόν" ("τα μεταδεδομένα που τ υ χ ό ν παράγονται") έχει κριθεί ότι δεν καλύπτει τις ανάγκη σαφήνειας που επιβάλλεται να συντρέχει στην περίπτωση της νομοθέτησης για την επεξεργασία δεδομένων υπό το πρίσμα του άρθρου 8 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Κατά την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ένας νόμος που επιτρέπει παρέμβαση θα πρέπει να είναι σαφής και προβλέψιμος ("forseeable"). Η έλλειψη σαφήνειας και προβλεψιμότητας του νόμου συνιστά περίπτωση παραβίασης του άρθρου 8 της Ε.Σ.Δ.Α. Το γεγονός αυτό έχει επισημάνει και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων στις κατευθυντήριες γραμμές για την διαφάνεια που πρέπει να διέπει τις επεξεργασίες δεδομένων κατά τα άρθρα 12-14 του GDPR. Ωστόσο, το ποιοτικό έλλειμμα της νομικής βάσης θα μπορούσε να θεραπευθεί με την υπουργική απόφαση που κατόπιν της εκτίμησης αντικτύπου μπορεί να διευκρινίσει όρους και προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης για τα μεταδεδομένα.

Ένα ακόμη αμφισβητήσιμο θέμα είναι η νομοθετική εξουσιοδότηση προς τον Υπουργό Παιδείας για διευκρίνηση των όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής των ανωτέρω. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει κρίνει ότι η γενική "λευκή" εξουσιοδότηση που περιλαμβάνει ο τυπικός νόμος  δεν αποτελεί την κατά το άρθρο 43 του Συντάγματος αποδεκτη εξουσιοδότηση προς τον υπουργό ια θέματα με χαρακτήρα τοπικό ή λεπτομερειακό. Η διατύπωση της διάταξης που παραχωρεί στον Υπουργό Παιδείας την κανονιστική αρμοδιότητα φαίνεται εξαιρετικά ευρεία και προβληματική λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων του ΣτΕ, με κίνδυνο τελικά μια τέτοια υπουργική απόφαση να καταπέσει εφόσον προσβληθεί με αίτηση ακύρωσης.

Διότι η νομιμότητα της διαδικασίας θα επέβαλε η εξουσιοδοτική διάταξη να περιλαμβάνει όχι απλά την αναφορά στην εκτίμηση επιπτώσεων, αλλά συγκεκριμένη εξουσιοδότηση ότι με την υπουργική απόφαση θα καθοριστούν με κανονιστικές διατάξεις: α) οι πληροφορίες ενημέρωσης των συμμετεχόνων για τις συνθήκες με τις οποίες διεξάγεται η επεξεργασία δεδομένων με βάση τα άρθρα 12 - 14 του ΓΚΠΔ, β) τα δικαιώματά των υποκειμένων των δεδομένων, δυνάμει των άρθρων 15 - 21, γ) η συμμετοχή εκτελούντων την επεξεργασία κατά το άρθρο 28 ΓΚΠΔ δ) ο μηχανισμός γνωστοποίησης περιστατικού παράβασης στην Αρχή ή στα υποκείμενα των δεδομένων κατά τα άρθρα 33-34.  Ένα πολύ συγκεκριμένο, δηλαδη αντικείμενο κανονιστικών ρυθμίσεων που εκ των πραγμάτων θα πρέπει να θεσπίσει το υπουργείο (για να μην κάνει κάθε σχολείο τα δικά του) θα έπρεπε να περιληφθεί με ειδική μνεία στην εξουσιοδοτική διάταξη. Μολονότι την αρμοδιότητα την διαθέτει ως υπεύθυνος επεξεργασίας το Υπουργείο, θα έπρεπε και η εξουσιοδοτική διάταξη να ειναι πιο αναλυτική, καθώς η ρύθμιση χρειάζεται και για τα ιδιωτικά σχολεία, στα οποία δεν είναι το Υπουργείο ο υπεύθυνος επεξεργασίας, αλλά θα πρέπει να ακολουθήσουν κοινά πρότυπα.

Επομένως, ενώ υπάρχει νομιμότητα του σκοπού της επεξεργασίας δεδομένων, οι γενικότητες και ασάφειες της διάταξης μπορούν μεν να εξειδικευτούν και να θεραπευτούν με την σχετική υπουργική απόφαση, κατόπιν εκτίμησης επιπτώσεων, αλλά η γενικόλογη εξουσιοδοτική διάταξη ενδέχεται να αντιμετωπίσει προβλήματα εφόσον προσβληθεί δικαστικά στο Συμβούλιο της Επικρατείας και δεν αποκλείεται να ακυρωθεί ως αντίθετη στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος. 

Πέμπτη, Μαΐου 07, 2020

Ακύρωση απόφασης Δημάρχου Αθηναίων από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αττικής

Με απόφασή του κατόπιν προσφυγής που υπέβαλε το γραφείο μας, ο Συντονιστής της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής ακύρωσε εν μέρει απόφαση του Δημάρχου Αθηναίων με την οποία ένας Διευθυντής του Δήμου τοποθετήθηκε σε θέση προϊσταμένου Τμήματος.
Η προσφυγή υποβλήθηκε στην βάση του άρθρου 72 παρ 4 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών Υπαλλήλων, διάταξη με την οποία η μετακίνηση ενός Προϊσταμένου σε άλλη θέση επιτρέπεται μόνον εφόσον γίνεται σε θέση Προϊσταμένου οργανικής μονάδας αντίστοιχου επιπέδου. Αυτό σημαίνει ότι ένας Διευθυντής δεν μπορεί να "τοποθετηθεί" νόμιμα σε θέση Τμηματάρχη από τον Δήμαρχο.
Η απόφαση του Συντονιστή έρχεται σε συνέχεια της αντίστοιχης απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών του 2017 που ακύρωσε επίσης πράξη του τότε Δημάρχου Αθηναίων με την οποία ένας Διευθυντής τοποθετήθηκε σε θέση Τμηματάρχη. Επιπλέον, στις αρχές του έτους 2020 εκπροσωπήσαμε ενώπιον της Επιτροπής του άρθρου 152 της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδας περίπτωση υπαλλήλου του Δήμου Λοκρών που επίσης είχε υποβαθμιστεί παρανόμως από τον Δήμαρχο Λοκρών από θέση Προϊσταμένης Διεύθυνσης σε θέση Προϊσταμένης Τμήματος. 
Με την σημερινή απόφασή του, ο Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής έκρινε, επιπρόσθετα, ότι "η επίκληση στην προσβαλλόμενη απόφαση του γεγονότος ότι η έναρξη διαδικασίας επιλογής προϊσταμένων οργανικών μονάδων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4369/2016 βρίσκεται σε εκκρεμότητα όσο και η αναφορά σε υπηρεσιακές ανάγκες των Γενικών Διευθύνσεων, των Διευθύνσεων και Τμημάτων του Δήμου δεν δικαιολογεί τη μετακίνηση του προσφεύγοντα σε θέση Προϊσταμένου
Τμήματος (δηλαδή οργανικής μονάδας κατώτερου επιπέδου από εκείνο για το οποίο είχε επιλεγεί) κατά παράβαση των οριζόμενων στο άρθρο 72 παρ. 4 του Ν. 3584/2007."
Ο Δήμος Αθηναίων έχει προθεσμία εντός 30 ημερών να προσφύγει ενώπιον της Επιτροπής του άρθρου 152 της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής. Σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που αποστείλαμε σήμερα ζητήσαμε από τον Δήμο να μην ασκήσει αυτή την προσφυγή, δεδομένης της υπάρχουσας νομολογίας και να αποκαταστήσει άμεσα τον υπάλληλο ως Προϊστάμενο Διευθύνσεως.
Το γραφείο μας εκπροσωπεί συνολικά επτά (7) προϊσταμένους του Δήμου Αθηναίων που έχουν προσφύγει για υποβιβασμό. Αυτή ήταν η απόφαση επί της πρώτης προσφυγής που ασκήσαμε στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αττικής. Λόγω της αναστολής των προθεσμιών, δεν μπορεί να αποκλειστεί η περίπτωση να προσφύγουν και άλλοι προϊστάμενοι στα αρμόδια θεσμικά όργανα, καθώς δεν έχει εκπνεύσει η δίμηνη προθεσμία της άσκησης αίτησης ακύρωσης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Πέμπτη, Απριλίου 30, 2020

Προσφυγή αστυνομικού στο ΕΔΔΑ για το δικαίωμα στο υπογένειο

Ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου προσέφυγε σήμερα Αστυνομικός επικαλούμενος παραβίαση του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής του, λόγω διάταξης του κανονισμού της Ελληνικής Αστυνομίας (2009) με την οποία απαγορεύεται στους αστυνομικούς να τρέφουν υπογένειο. Ο Αστυνομικός είχε υποβάλει σχετικό αίτημα στην υπηρεσία του που έμεινε αναπάντητο και, στην συνέχεια εμφανίστηκε με υπογένειο, οπότε του επιβλήθηκε πρόστιμο, το οποίο προσέβαλε με προσφυγή στον Γενικό Αστυνομικό Διευθυντή Αττικής που την απέρριψε ως αβάιμη. Στην συνέχεια, υπέβαλε αίτηση ακύρωσης στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, επικαλούμενος σχετική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων βάσει της οποίας η επιλογή του ατόμου στην διατήρηση υπογενείου αποτελεί πτυχή του ανθρώπινου δικαιώματός του για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής, κατά το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Το Τριμελές Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, με την απόφαση 2965/2019 απέρριψε την αίτηση ακύρωσης κρίνοντας ότι η απαγόρευση του υπογενείου αποτελεί κεφάλαιο της "στολής" του αστυνομικού, η οποία καθορίζεται με απόφαση του Αρχηγού της Αστυνομίας. Το Εφετείο στην απόφαση του περιλαμβάνει το εξής απίθανο και ατεκμηρίωτο σκεπτικό (έμφαση του συντάκτη):
"τα αστυνοµικά όργανα λόγω της φύσης και σοβαρότητας της αποστολής τους, που συνίσταται στην πρόληψη και καταστολή του εγκλήµατος και την τήρηση της ευταξίας εν γένει, όπως και τη διαφύλαξη του κύρους της Ελληνικής Αστυνοµίας, υπόκεινται σε ορισµένους περιορισµούς και οφείλουν να τηρούν τους περί στολής τιθέµενους κανόνες, να αποφεύγουν την διατήρηση εµφανών χαρακτηριστικών και να µ η ν π ρ ο κ α λ ο ύ ν εν γένει κατά τρόπο που δ ε ν σ υ ν ά δ ε ι προς την ι δ ι ό τ η τ α και τα κ α θ ή κ ο ν τ ά τους, χωρίς οι περιορισμοί αυτοί να αντιβαίνουν στα άρθρα 2 και 5 του Συντάγματος, στον ν. 4443/2019 και στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ."
Αντίθετα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είχε κρίνει ήδη από το έτος 2016 με την απόφαση Biržietis κατά Λιθουανίας ότι η επιθυμία του ατόμου να φέρει υπογένειο εμπίπτει στην έννοια της ιδιωτικής ζωής!Με αυτό το σκεπτικό, το Ε.Δ.Δ.Α. καταδίκασε την χώρα που επέβαλε σε έναν φυλακισμένο να ξυρίσει την γενειάδα του, βάσει του κανονισμού φυλακών και η προσφυγή του είχε απορριφθεί από τα λιθουανικά δικαστήρια (http://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-163661). Πιο πριν, το 2013 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο είχε κρίνει επίσης ότι η κόμμωση αποτελεί στοιχείο της ιδιωτικής ζωής (υπόθεση Popa κατα Ρουμανίας, κρατούμενος που υποχρεώθηκε να κόψει τα μαλλιά του μήκους 45 εκατοστών). Ακόμη πιο πριν, το 2003, είχε καταδικαστεί η Βουλγαρία επειδή επέβαλε το ξύρισμα του κεφαλιού των κρατουμένων (υπόθεση υπόθεση Yankov). Σε αυτές τις περιπτώσεις, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επιβάλλει στα κράτη να ελέγχουν κατά πόσον ο περιορισμός που επιβάλλεται σε μια κατηγορία ατόμων από ένα κράτος: (α) προβλέπεται νομοθετικά, (β) για την επιδίωξη ενός νόμιμου στόχου και (γ) κατά πόσον αυτός ο περιορισμός είναι αναγκαίος σε μια δημοκρατική κοινωνία. Κατά τον έλεγχο του εάν ο περιορισμός του δικαιώματος είναι αναγκαίος σε μια δημοκρατική κοινωνία, αναζητείται κατά πόσον υπάρχει μια "πιεστική κοινωνική ανάγκη" που επιβάλλει τον περιορισμό αυτόν στο συγκεκριμένο κράτος. 
Το Ελληνικό Δημόσιο, στην δίκη αυτήν δεν επικαλέστηκε ούτε απέδειξε καμία τέτοια "πιεστική κοιωνωνική ανάγκη" που θα επέβαλε την απαγόρευση διατήρησης υπογενείου για τους αστυνομικούς και το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, με την σειρά του, δεν εξέτασε κ α θ ό λ ο υ την τήρηση ή μη του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής του αστυνομικού υπό το συγκεκριμένο πρίσμα της αναγκαιότητας της εν λόγω απαγόρευσης σε μια δημοκρατική κοινωνία!
Προκαλεί κατάπληξη που η Ελλάδα, 70 χρόνια μετά την θέσπιση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, έχει ακόμη δικαστές που δικάζουν και δεν έχουν καμία απολύτως εξοικείωση με την τεχνική δικαστικού ελέγχου της τήρησης ενός τόσο θεμελιώδους δικαιώματος όπως αυτό του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής, παραλείποντας στις δικαστικές αποφάσεις τους να υποβάλλουν την προσβαλλόμενη πολιτειακή πράξη στην διαδικασία ελέγχου των τριών σταδίων που επιβάλλει η Ε.Σ.Δ.Α. Κατάπληξη προκαλεί η απόφαση, ιδίως δεδομένου ότι στις τρεις εφέτες που δίκασαν την συγκεκριμένη υπόθεση είχε τονιστεί με ιδιαίτερη έμφαση το γεγονός ότι προϋπήρχε η συγκεκριμένη δικαστική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που υποδείκνυε την δικανική μέθοδο για την διακρίβωση της τήρησης της Ε.Σ.Δ.Α., στοιχείο το οποίο δεν αναφέρεται καν στην εν λόγω απόφαση του Διοικητικού Εφετείου, εκθέτοντας έτσι αυτομάτως την Χώρα μας στον διεθνή έλεγχο νομιμότητας από το αρμόδιο διακρατικό δικαιοδοτικό όργανο, καθώς η εφετειακή απόφαση δεν προσβάλλεται με άλλα εσωτερικά ένδικα μέσα.
Η προσφυγή στο Ε.Δ.Δ.Α. δεν εμποδίζει βεβαίως ενδιαφερόμενους να προσφύγουν με πιθανές παρόμοιες υποθέσεις στην Ελληνική Δικαιοσύνη, καθώς το δεδικασμένο του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών δεν παράγει οριζόντια αποτελέσματα.

Σάββατο, Απριλίου 25, 2020

Σεβασμός στην δημοκρατία, στο κράτος δικαίου και στα ανθρώπινα δικαιώματα στο πλαίσιο της υγειονομικής κρίσης του COVID-19

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ

SG/Inf(2020)11


7 Απριλίου 2020 

Σεβασμός στην δημοκρατία, στο κράτος δικαίου και στα ανθρώπινα δικαιώματα
στο πλαίσιο της υγειονομικής κρίσης του COVID-19

Εργαλειοθήκη για τα κράτη μέλη 



Εισαγωγή

Το έγγραφο φιλοδοξεί να αποτελέσει μια εργαλειοθήκη για τα κράτη μέλη, κατά την διαχείριση της πρωτοφανούς και μεγάλης κλίμακας υγειονομικής κρίσης, ώστε να γίνονται σεβαστές οι θεμελιώδεις αξίες της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Αναγνωρίζεται, αρχικά, ότι οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν ισχυρές προκλήσεις επιδιώκοντας να προστατεύσουν τους πληθυσμούς από την απειλή του COVID-19. Είναι επίσης κατανοητό ότι η κανονική λειτουργία της κοινωνίας δεν μπορεί να εξακολουθήσει, ιδίως υπό το φως του κύριου προστατευτικού μέτρου που απαιτείται για την καταπολέμηση του ιού, δηλαδή του κατ' οίκον περιορισμού. Επιπλέον γίνεται αποδεκτό ότι τα μέτρα που λαμβάνονται θα επηρεάσουν αναπόφευκτα τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που είναι αναπόσπαστο μέρος και αναγκαία συνθήκη σε μια δημοκρατική κοινωνία που διέπεται από την αρχή του κράτους δικαίου.

Η μεγάλη κοινωνική, πολιτική και νομική πρόκληση που αντιμετωπίζουν τα κράτη μέλη είναι η ικανότητά τους να ανταποκριθούν σε αυτή την κρίση αποτελεσματικά, ενώ διασφαλίζουν ότι τα μέτρα που λαμβάνουν δεν υποβαθμίζουν το διαχρονικό και ευγενές συμφέρον για την διασφάλιση των ιδρυτικών για την Ευρώπη αξιών της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Ειδικά τώρα είναι που το Συμβούλιο της Ευρώπης πρέπει να εκπληρώσει την κεντρική του αποστολή, παρέχοντας μέσω των θεσμικών οργάνων του και όλων των αρμοδίων σωμάτων και μηχανισμών το πεδίο για να διασφαλιστεί συλλογικά η συμφωνία των μέτρων αυτών με την αρχή της αναλογικότητας, ε σχέση με την απειλή που επισύρει η εξάπλωση του ιού και ότι ως μέτρα θα ισχύουν για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Αυτός ο ιός καταστρέφει πολλές ζωές και πολλά άλλα αγαθά μας. Δεν πρέπει να του επιτρέψουμε να καταστρέψει τις θεμελιώδεις αρχές και τις ελεύθερες κοινωνίες. 

  1. Παρέκκλιση σε περιόδους επείγουσας κατάστασης (Άρθρο 15 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου)
Η έκταση των μέτρων που έχουν ληφθεί για να αντιμετωπιστεί η παρούσα απειλή του COVID-19 και ο τρόπος με τον οποίο αυτά εφαρμόζονται διαφέρει από κράτος σε κράτος μέσα στον χρόνο. Ενώ κάποια περιοριστικά μέτρα που έχουν ληφθεί από κράτη μέλη μπορεί να είναι δικαιολογημένα στην βάση των συνήθων διατάξεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (η Σύμβαση) σχετικά με την προστασία της υγείας (βλ. αρθρα 5 παρ. 1 ε, παρ. 2 των άρθρων 8 έως 11 της Σύμβασης και άρθρο 2 παρ. 3 του 4ου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης), μέτρα εξαιρετικής φύσης μπορεί να προϋποθέτουν την παρέκκλιση από τις υποχρεώσεις των κρατών σύμφωνα με την Σύμβαση. Είναι καθήκον κάθε κράτους να αξιολογήσει κατά πόσον τα μέτρα που λαμβάνει επιβάλλουν τέτοια παρέκκλιση, ανάλογα με την φύση και την έκταση των περιορισμών και των δικαιωμάτων και ελευθεριών που προστατεύονται από την Σύμβαση. Η δυνατότητα των κρατών να ενεργούν έτσι είναι ένα σημαντικό χαρακτηριστικό του συστήματος που επιτρέπει την συνεχιζόμενη εφαρμογή της Σύμβασης και του εποπτικού μηχανισμού της ακόμη και στις πιο δύσκολες περιόδουςi.

Κάθε παρέκκλιση θα αξιολογηθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (το Δικαστήριο) επ' αφορμή των υποθέσεων που θα αχθούν ενώπιόν τουii. Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει στα κράτη ένα ευρύ περιθώριο ελεύθερης εκτίμησης σε αυτό το πεδίο: “Είναι επιλογή αρχικά του κάθε Συμβαλλόμενου Κράτους, με την ευθύνη του για “την ζωή του έθνους [του], να αποφασίσει εάν η ζωή αυτή απειλείται από μια “δημόσια κατάσταση ανάγκης” και, σε θετική περίπτωση, πόσο μακριά είναι αναγκαίο να φτάσει, κατά την προσπάθεια να αντιμετωπίσει αυτή την επείγουσα κατάσταση. Λόγω της άμεσης και διαρκούς επαφής τους με τις πιεστικές ανάγκες της εποχής, οι εθνικές αρχές είναι κατ' αρχήν σε καλύτερη θέση από έναν διεθνή δικαστή για να αποφασίσουν τόσο για την ύπαρξη μιας τέτοιας κατάστασης ανάγκης, όσο και για την φύση και το εύρος τον αναγκαίων παρεκκλίσεων προς αντιμετώπισή της. Γι' αυτό το άρθρο 15 παρ. 1 (...) καταλείπει σε αυτές τις αρχές ένα ευρύ πεδίο εκτιμήσεως.”iii

H παρέκκλιση υπόκειται επίσης σε επίσημες διατυπώσεις: η Γενική Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης, καθώς αποτελεί θεματοφύλακα της Σύμβασης, θα πρέπει να ενημερώνεται πλήρως για τα ληφθέντα μέτρα, τους λόγους λήψης τους και για τον χρόνο λήξης των μέτρων αυτών (https://www.coe.int/en/web/conventions/full-list/-/conventions/webContent/62111354)

Ορισμένα δικαιώματα της Σύμβασης δεν επιδέχονται παρεκκλίσεις: το δικαίωμα στην ζωή, εκτός από το πλαίσιο των παράνομων πράξεων πολέμου (άρθρο 2), η απαγόρευση των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας (άρθρο 3), η απαγόρευση της δουλείας (άρθρο 4 παρ. 1) και ο κανόνας της “απαγόρευσης κολασμού άνευ νόμου” (άρθρο 7). Δεν επιτρέπεται παρέκκλιση από την απαγόρευση της θανατικής ποινής ή του δικαιώματος περί μη διπλής δίκης ή τιμωρίας για το ίδιο αδίκημα (Πρωτόκολλα αρ. 6 και 13 καθώς και άρθρο 4 του Πρωτοκόλλου αρ. 7). 

H παρέκκλιση βάσει του άρθρου 15 δεν εξαρτάται από την επίσημη κήρυξη κράτους σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης ή από κάθε παρόμοιο καθεστώς σε εθνικό επίπεδο. Την ίδια στιγμή, κάθε παρέκκλιση πρέπει να έχει σαφή βάση στο εθνικό δίκαιο προκειμένου να αποτρέπονται οι αυθαιρεσίες και θα πρέπει να είναι αυστηρά αναγκαία για την καταπολέμηση του δημόσιου κινδύνου. Τα κράτη πρέπει να λαμβάνουν υπόψη ότι κάθε μέτρο λαμβάνεται για να προστατεύσει την δημοκρατική τάξη έναντι απειλών κατ' αυτής και θα πρέπει να καταβάλλεται κάθε προσπάθεια για να διασφαλιστούν οι αξίες μιας δημοκρατικής κοινωνίας, όπως ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και η ευρύτητα πνεύματοςiv. Ενώ οι παρεκκλίσεις γίνονται αποδεκτές από το Δικαστήριο για την δικαιολόγηση κάποιων εξαιρέσεων από την Σύμβαση, δεν μπορούν ποτέ να δικαιολογήσουν πράξεις που στρέφονται ενάντια στις θεμελιώδεις αρχές της Σύμβασης για νομιμότητα και αναλογικότητα.

  1. Σεβασμός του κράτους δικαίου και των δημοκρατικών αρχών σε περιόδους έκτακτης ανάγκης

    1. Η αρχή της νομιμότητας

Ακόμη και σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, πρέπει να κατισχύει η αρχή του κράτους δικαίουv. Θεμελιώδης αρχή του κράτους δικαίου είναι η υποχρέωση κάθε κρατικής πράξης να συμμορφώνεται με το δίκαιοvi. Το “δίκαιο” σε αυτό το πλαίσιο περιλαμβάνει όχι μόνο τις πράξεις του Κοινοβουλίου, αλλά μπορεί να περιλαμβάνει, για παράδειγμα, τα έκτακτα εκτελεστικά διατάγματα, εφόσον έχουν συνταγματική βάση. Πολλά συντάγματα προβλέπουν ειδικό νομικό καθεστώς (ή καθεστώτα) που ενισχύουν τις αρμοδιότητες των εκτελεστικών αρχών στην περίπτωση πολέμου ή μιας σοβαρής φυσικής καταστροφής ή άλλης συμφοράςvii. Ο νομοθέτης μπορεί επίσης να θεσπίζει επείγοντες νόμους που έχουν συνταχθεί ειδικά για την αντιμετώπιση της τρέχουσας κρίσης, πέραν από τους ήδη υπάρχοντες νομικούς κανόνες. Κάθε νέα νομοθεσία αυτής της κατηγορίας, θα πρέπει να συμμορφώνεται με το σύνταγμα και τα διεθνή πρότυπα και θα πρέπει να υπόκειται σε εξέταση από το Συνταγματικό Δικαστήριο, όταν υπάρχει τέτοιο. Εάν το κοινοβούλιο επιθυμεί να εξουσιοδοτήσει την κυβέρνηση να αποκλίνει από την νομοθεσία της ειδικής πλειοψηφίας (ή την νομοθεσία που εγκρίθηκε μετά από μία άλλη ειδική διαδικασία), αυτό πρέπει να γίνει με την πλειοψηφία που απαιτείται για την θέσπιση της νομοθεσίας ή ακολουθώντας την ίδια ειδική διαδικασία. 

  1. Περιορισμένη διάρκεια του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης και των έκτακτων μέτρων


Κατά την διάρκεια της έκτακτης ανάγκης, οι κυβερνήσεις μπορεί να έχουν μεγαλύτερη εξουσία έκδοσης διαταγμάτων με ισχύ νόμου. Αυτό είναι αποδεκτό, εφόσον προβλέπεται ότι αυτές οι γενικές εξουσίες έχουν περιορισμένη διάρκεια. Ο κύριος σκοπός ενός καθεστώτος έκτακτης ανάγκης (ή αντίστοιχων ρυθμίσεων) είναι η αντιμετώπιση της κρίσης, καθώς και η επιστροφή, στο μέτρο του δυνατού, στην κανονικότηταviii. Η διατήρηση του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης μπορεί να υπόκειται σε έλεγχο αναγκαιότητας από το κοινοβούλιο. Η ατέρμονη διατήρηση των γενικών εξαιρετικών εξουσιών της εκτελεστικής εξουσίας είναι ανεπίτρεπτηix.

Κατά την διάρκεια της κατάστασης ανάγκης, περιορισμένη είναι όχι μόνο η χρονική διάρκεια κατά την οποία η κυβέρνηση νομοθετεί, αλλά και η διάρκεια κάθε νομοθεσίας που έχει επιβληθεί θα πρέπει να περιλαμβάνει σαφή χρονικά όρια της διάρκειας αυτών των εξαιρετικών μέτρων (σαν ένας όρος “ηλιοβασιλέματος”). Πράγματι, μετά το τέλος της κατάστασης ανάγκης θα πρέπει να δικαιολογείται η συνέχιση ειδικών και στοχευμένων μέτρων, αλλά η επέκταση αυτή θα εμπίπτει στην αρμοδιότητα του κοινοβουλίου μέσω των κανονικών διαδικασιώνx.

    1. Περιορισμένο πεδίο εφαρμογής για την έκτακτη νομοθεσία: η αρχή της αναγκαιότητας


Η αρχή της αναγκαιότητας επιβάλει τα έκτακτα μέτρα να είναι ικανά να επιτύχουν τον σκοπό τους με την ελάχιστη δυνατή μεταβολή των κανονικών κανόνων και διαδικασιών της δημοκρατικής διαδικασίαςxi. Ως εκ τούτου, η εξουσία της κυβέρνησης για έκδοση έκτακτων διαταγμάτων δεν θα πρέπει να βασίζεται σε λευκή επιταγή από τον νομοθέτη προς την εκτελεστική εξουσία. Με δεδομένη την ταχεία και απρόβλεπτη εξέλιξη της κρίσης, οι σχετικά ευρείες νομοθετικές εξουσιοδοτήσεις μπορεί να χρειάζονται, αλλά πρέπει να είναι κατά το δυνατόν στενότερες ενόψει των περιστάσεων, προκειμένου να αποτρέψουν κάθε ενδεχόμενη κατάχρησηxii. Ως γενικός κανόνας, οι συνταγματικές αναθεωρήσεις θα πρέπει να περιμένουν κατά την διάρκεια της κατάστασης ανάγκηςxiii.

    1. Διάκριση των λειτουργιών και έλεγχος της εκτελεστικής λειτουργίας κατά την διάρκεια της κατάστασης ανάγκης

Οι εκτελεστικές αρχές θα πρέπει να ενεργούν σύντομα και αποτελεσματικά. Αυτό μπορεί να επιβάλλει την θέσπιση απλούστερων διαδικασιών λήψης των αποφάσεων και χαλάρωση των θεσμικών αντιβάρων. Αυτό μπορεί να σημαίνει επίσης, στο μέτρο που επιτρέπεται από το σύνταγμα, υπέρβαση της καθιερωμένης κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ τοπικών, περιφερειακών και κεντρικών αρχών, με αναφορά σε συγκεκριμένα, ειδικά και περιορισμένα πεδία για την διασφάλιση μιας πιο συντονισμένης αντιμετώπισης της κρίσης και με συμφωνία για πλήρη αποκατάσταση των πλήρων αρμοδιοτήτων των τοπικών και περιφερειακών αρχών, όταν η κατάσταση το επιτρέψει. 

Ωστόσο, τα κοινοβούλια πρέπει να διατηρούν την εξουσία να ελέγχουν την εκτελεστική λειτουργίαxiv, ιδίως διαπιστώνοντας, με εύλογες παρεμβάσεις, εάν οι έκτακτες εξουσίες της εκτελεστικής λειτουργίας εξακολουθούν να δικαιολογούνται ή παρεμβαίνοντας σε περιπτωσιολογική βάση για την τροποποίηση ή κατάργηση των αποφάσεων της εκτελεστικής εξουσίαςxv. Η διάλυση των κοινοβουλίων κατά την διάρκεια της έκτακτης ανάγκης δεν θα πρέπει επιτρέπεται και πράγματι, σύμφωνα με πολλά συντάγματα η αποστολή των κοινοβουλίων εξακολουθεί και μέχρι το τέλος της κατάστασης ανάγκης. 

Η κεντρική λειτουργία της Δικαιοσύνης – ιδίως των συνταγματικών δικαστηρίων όπου υπάρχουν – πρέπει να εξακολουθεί. Είναι σημαντικό οι δικαστές να μπορούν να εξετάζουν τους σοβαρότερους περιορισμούς των ανθρώπινων δικαιωμάτων που εισάγονται με την επείγουσα νομοθεσία. Διακοπές, ταχείες διαδικασίες ή ομαδικός χειρισμός συγκεκριμένων κατηγοριών υποθέσεων μπορεί να επιτρέπονται και η προληπτική δικαστική αδειοδότηση, υπό κάποιες περιστάσεις, μπορεί να αντικαθίσταται από τον εκ των υστέρων δικαστικό έλεγχο (βλ. επίσης κατωτ. κεφ. 3.2.). 

Κατά την διάρκεια της κατάστασης ανάγκης, η διεξαγωγή εκλογών και δημοψηφισμάτων μπορεί να είναι προβληματική, καθώς η δυνατότητα προεκλογικής εκστρατείας είναι ακραία περιορισμένη σε περιόδους κρίσεων.

  1. Σχετικά πρότυπα ανθρώπινων δικαιωμάτων

3.1. Δικαίωμα στην ζωή (άρθρο 2 της Σύμβασης) και απαγόρευση βασανιστηρίων και απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης (άρθρο 3 της Σύμβασης). Δικαίωμα πρόσβασης στην ιατρική φροντίδα (άρθρο 11 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη)


Το δικαίωμα στην ζωή και στην απαγόρευση των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ανήκουν στον πυρήνα των δικαιωμάτων της Σύμβασης, καθώς δεν χωρεί παρέκκλιση από αυτά, ακόμη και σε περίοδο κατάστασης ανάγκης όπως είναι το COVID-19. Έχει κριθεί κατ' επανάληψη ότι αυτά τα δικαιώματα επιβάλλουν την θετική υποχρέωση για παροχή κρατικής φροντίδας στους ανθρώπους έναντι των θανάσιμων ασθενειών και για ανακούφιση του πόνουxvi.

Η Σύμβαση διαρκώς επιβάλλει στα κράτη μέλη να διασφαλίζουν ένα επαρκές επίπεδο ιατρικής φροντίδας στους ανθρώπους που έχουν στερηθεί την ελευθερία τουςxvii. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Αποτροπή των Βασανιστηρίων εξέδωσε μια δήλωση αρχών σχετικά με την μεταχείριση ανθρώπων που έχουν στερηθεί την ελευθερία τους, στο πλαίσιο της πανδημίας COVID-19.  Αυτές οι αρχές εφαρμόζονται σε διάφορα περιβάλλοντα, συμπεριλαμβανομένων των αστυνομικών εγκαταστάσεων κράτησης, τα σωφρονιστικά ιδρύματα, τα κέντρα κράτησης μεταναστών, τα ψυχιατρικά νοσοκομεία και τους οίκους κοινωνικής προστασίας, καθώς επίσης και διάφορες νεοϊδρυθείσες εγκαταστάσεις ή ζώνες όπου τα πρόσωπα τίθενται σε καραντίνα για την αντιμετώπιση της πανδημίας COVID-19. Οι αρχές της Επιτροπής αναφέρονται επίσης στην ανάγκη για προστασία του εργαζόμενου προσωπικού σε αυτά τα ιδρύματα και για την διασφάλιση της διαρκούς πρόσβασης από εθνικά όργανα παρακολούθησης στις εγκαταστάσεις κράτησης. Η Επίτροπος για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα έχει επίσης δημοσιεύσει μια δήλωση : “Επιδημία COVID-19: επείγοντα βήματα αναγκαία για την προστασία των δικαιωμάτων των φυλακισμένων στην Ευρώπη”. 

Πέρα από την κρατική φροντίδα για τους ανθρώπους, η ευθύνη κατά τα άρθρα 2 και 3 της Σύμβασης μπορεί να αφορούν ιδίως τους ασθενείς που υποφέρουν από σοβαρά νοσήματα, τους ανθρώπους με αναπηρίες ή τους ηλικιωμένους (βλ. την Σύσταση CM/Rec(2014)2 για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων των ηλικιωμένων και τις Δηλώσεις της Επιτρόπου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα για τα άτομα με αναπηρίες και τα ηλικιωμένα άτομα κατά την πανδημία COVID-19xviii). Η έκθεσή τους στην ασθένεια και το ακραίο επίπεδο πόνου μπορεί να κριθούν ασύμβατα με τις θετικές υποχρεώσεις του κράτους για την προστασία της ζωής και την αποτροπή της κακομεταχείρισης. Αυτή η θετική υποχρέωση περαιτέρω επιβεβαιώνεται από το Άρθρο 11 του (αναθεωρημένου) Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, σύμφωνα με το οποίο τα κράτη μέλη οφείλουν να αποδεικνύουν την ικανότητά τους να αντιμετωπίζουν μολυσματικές ασθένειες με την διαχείριση της καταγραφής και της ενημέρωσης για τις ασθένειες και λαμβάνοντας όλα τα απαραίτητα επέιγοντα μέτρα σε περίπτωση επιδημίαςxix. Η αυξημένη προσοχή των κρατών για τις ευπαθείς ομάδες θα πρέπει να είναι συμβατή με το δικαίωμα για ίση πρόσβαση στην φροντίδα της υγείας (άρθρο 3 της Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και την Βιοϊατρική, “η Σύμβαση Οβιέδο” https://www.coe.int/en/web/conventions/full-list/-/conventions/treaty/164).

Υπογραμμίζεται σχετικά ότι η διαθεσιμότητα ποιοτικών φαρμάκων και η πρόσβαση των ασθενών σε αυτά είναι πιο σημαντική από ποτέ στο πλαίσιο της τρέχουσας πανδημίας COVID-19. H Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την ανάπτυξη μιας Ευρωπαϊκής Φαρμακοποιίαςxx σκοπεί να παράσχει μια νομική και επιστημονική βάση για την διασφάλιση ποιοτικών φαρμάκων και συστατικών αυτών σε μορφή μιας ενιαίας κλίμακας εργασίας, της Ευρωπαϊκής Φαρμακοποιίας. Υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Φαρμακοποιίας ενώνουν τις δυνάμεις τους 39 κράτη μέλη και η Ε.Ε. Μαζί με ειδικούς από 29 παρατηρητές συμπεριλαμβανομένου του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, προκειμένου να καθιερώσουν ποιοτικά πρότυπα που είναι εφαρμόσιμα σε όλα τα κράτη μέλη που έχουν υπογράψει και εφαρμόζονται σε πάνω από 120 χώρες του κόσμου. 

Τέλος, σύμφωνα με την Σύμβαση και τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη, τα κράτη έχουν καθήκον να ενημερώνουν τον πληθυσμό για τους γνωστούς κινδύνους που σχετίζονται με την πανδημία και για συμπεριφορές ή μέτρα για την αποτροπή της διάδοσης της νόσουxxi.

    1. Δικαίωμα σε ελευθερία και ασφάλεια (Άρθρο 5) και δικαίωμα σε δίκαιη δίκη (Άρθρο 6)

Τα πρωτοφανή μέτρα που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση το COVID-19 μπορεί να έχουν επιπτώσεις στην ικανότητα του κράτους να εγγυηθεί την ελευθερία και την ασφάλεια και να μεταβάλουν την κανονική λειτουργία του δικαστικού συστήματος.

Το άρθρο 5.1 (ε) ορίζει ότι η αποτροπή μολυσματικών ασθενειών είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους ένα πρόσωπο μπορεί να στερηθεί την ελευθερία του. Πριν καταφύγουν σε τέτοια μέτρα, τα κράτη αναμένεται να εξετάσουν την ύπαρξη μιας σχετικής νομικής βάσης και να κρίνουν εάν τα μέτρα που οδηγούν στην στέρηση της ελευθερίας είναι αυστηρώς αναγκαία έναντι κάθε άλλης λιγότερο αυστηρής εναλλακτικής. Η έκταση της υποχρεωτικής απομόνωσης και ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόζεται στην πράξη είναι σχετικά με το πλαίσιο αυτού του δικαιώματος. 

Τα μέτρα που αποσκοπούν σε προσαρμογή των διαδικασιών πρόσβασης στην δικαιοσύνη θα πρέπει να σχεδιάζονται κατά τρόπον ώστε να είναι συμβατά με το άρθρο 6, τουλάχιστον σε υποθέσεις που χρειάζεται ειδική δικονομική επιμέλεια (ευπαθείς διάδικοι, υποθέσεις οικογενειακού και εργατικού δικαίου, κ.τ.λ.). Η καθυστέρηση στην αστυνομική κράτηση ή ο καθυστερημένος δικαστικός έλεγχος της στέρησης της ελευθερίας μπορεί να οδηγήσουν σε παραβιάσεις του άρθρου 5 της Σύμβασης.

Επιπρόσθετα, οι παρεκκλίσεις κατά το άρθρο 15 μπορεί να διευρύνουν το φάσμα των επιτρεπόμενων μέτρων κατά τα άρθρα 5 και 6 της Σύμβασης και να ενισχύσουν το πεδίο ελεύθερης δράσης των κρατικών αρχών, εφόσον τηρούν συγκεκριμένες προθεσμίες και άλλες κανονικές διαδικαστικές προϋποθέσεις. Ωστόσο, η θεμελιώδης απαγόρευση της κράτησης χωρίς νομική βάση ή χωρίς έγκαιρο δικαστικό έλεγχο και η ανάγκη για παροχή ουσιωδών διαδικαστικών εγγυήσεων σε κρατούμενους, όπως είναι η πρόσβαση σε γιατρό, σε δικηγόρο ή σε συγγενή θα πρέπει κατ' αρχήν να εξυπηρετείται στις παρούσες περιστάσεις. Τα κράτη υπέχουν επίσης την γενική υποχρέωση διασφάλισης ότι οι δίκες τηρούν την θεμελιώδη υποχρέωση να είναι δίκαιες (με ισότητα των όπλων, για παράδειγμα) και να σέβονται το τεκμήριο της αθωότητας καθώς και να εγγυώνται ότι δεν γίνονται παρεμβάσεις στην ανεξαρτησία των δικαστών ή των δικαστηρίων.

  1. Δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή, στην ελευθερία της συνείδησης, στην ελευθερία της έκφρασης, στην ελευθερία του συνέρχεσθαι

Η αποτελεσματική ενάσκηση όλων αυτών των δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνονται από τα άρθρα 8,9,10 και 11 της Σύμβασης είναι η κορωνίδα για τις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες. Οι περιορισμοί σε αυτά τα δικαιώματα επιτρέπονται μόνον εάν προβλέπονται από τον νόμο και εάν είναι αναλογικοί ενόψει του επιδιωκόμενου σκοπού, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας της υγείας. Οι σημαντικοί περιορισμοί σε συνήθεις κοινωνικές δραστηριότητες, όπως η πρόσβαση σε δημόσιους χώρους λατρείας, οι δημόσιες συναθροίσεις και οι γαμήλιες και επικήδειες τελετές μπορεί αναπόφευκτα να οδηγήσουν σε συζητήσιμες προσφυγές για αυτές τις διατάξεις. Αποτελεί αρμοδιότητα των αρχών να εγγυηθούν ότι κάθε περιορισμός, είτε βασίζεται είτε όχι σε παρέκκλιση προβλέπεται ρητώς από τον νόμο, είναι σύμφωνος με σχετικές συνταγματικές εγγυήσεις και αναλογικός ενόψει των σκοπών που επιδιώκειxxii.

Ενώ αυξημένοι περιορισμοί στα προαναφερόμενα δικαιώματα μπορεί να δικαιολογούνται πλήρως σε περιόδους κρίσης, οι αυστηρές ποινικές κυρώσεις προκαλούν ανησυχία και πρέπει να υπόκεινται σε αυστηρό έλεγχο. Οι εξαιρετικές περιστάσεις δεν πρέπει να οδηγούν σε υπερβολές με ποινικά μέσα. Η δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στον εξαναγκασμό και την πρόληψη είναι ο πιο κατάλληλος, αν όχι ο μόνος τρόπος συμμόρφωσης με την προϋπόθεση για τήρηση της αρχής της αναλογικότητας που επιβάλλει η Σύμβαση.

Ελευθερία της έκφρασης και πληροφόρησης, ελευθερία των μέσων ενημέρωσης, πρόσβαση σε επίσημη ενημέρωσης

Η ελευθερία της έκφρασης, συμπεριλαμβανομένης της ελεύθερης και έγκαιρης ροής της πληροφορίας, είναι καθοριστικός παράγοντας για την ικανότητα των μέσων να ενημερώνουν για θέματα σχετικά με την πανδημία. Τα μέσα ενημέρωσης και οι επαγγελματίες δημοσιογράφοι, ιδίως εκείνοι των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών μέσων, έχουν κεντρικό ρόλο και ειδική ευθύνη για την έγκαιρη, έγκυρη και αξιόπιστη πληροφόρηση του κοινού, καθώς επίσης και για την αποτροπή του πανικού και την ενίσχυση της συνεργασίας του πληθυσμού. Πρέπει να εφαρμόζουν τα υψηλότερα επαγγελματικά και δεοντολογικά πρότυπα της υπεύθυνης δημοσιογραφίας κι έτσι να εκπέμπουν κατευθυντήρια μηνύματα σχετικά με την κρίση, αποφεύγοντας να δημοσιεύουν ή να ενθαρρύνουν μη επιβεβαιωμένες αναφορές, πόσο μάλλον ακατάλληλο ή σκανδαλοθηρικό υλικό. Οι εξαιρετικές περιστάσεις μπορεί να επιβάλλουν σε ορισμένους δημοσιογράφους να παραλείπουν να δημοσιεύουν κυβερνητικές πληροφορίες που προορίζονται για ελεγχόμενη χρήση, όπως πληροφορίες για την μελλοντική εφαρμογή αυστηρότερης πολιτικής απομόνωσηςxxiii.

Η πρόσβαση του κοινού σε δημόσια πληροφορία μπορεί να ελεγχθεί στην βάση των υπαρχουσών αρχών που έχουν νομολογηθεί από το Δικαστήριοxxiv. Κάθε περιορισμός της πρόσβασης στην δημόσια πληροφορία πρέπει να ισχύει κατ' εξαίρεση και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας ενόψει του επιδιωκόμενου στόχου της προστασίας της δημόσιας υγείας. Η Σύμβαση για την Πρόσβαση στα Δημόσια Έγγραφα (“Η Σύμβαση Tromsø” https://www.coe.int/fr/web/conventions/full-list/-/conventions/treaty/205) υπογραμμίζει την ανάγκη για διαφάνεια και προβλέπει ότι μια δημόσια αρχή πρέπει να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για την δημοσιοποίηση των εγγράφων της, με δική της πρωτοβουλία και όπου είναι αναγκαίο, για να ενθαρρύνει την ενημερωμένη συμμετοχή του κοινού σε ζητήματα δημόσιου ενδιαφέροντος. 

Ταυτόχρονα, τα επίσημα μέσα δεν μπορούν να είναι τα μόνα κανάλια ενημέρωσης για την πανδημία. Αυτό θα οδηγούσε σε λογοκρισία και καταστολή νόμιμων ανησυχιών. Οι δημοσιογράφοι, τα μέσα ενημέρωσης, οι επαγγελματίες ιατροί, οι ακτιβιστές της κοινωνίας των πολιτών και το κοινό θα πρέπει να μπορούν να ασκούν κριτική στις αρχές και να σχολιάζουν την ανταπόκρισή τους στην κρίση. Κάθε προηγούμενος περιορισμός επί συγκεκριμένων θεμάτων, κλείσιμο μέσων ενημέρωσης ή αποκλεισμός σε πλατφόρμες επικοινωνίας πρέπει να υποβάλλεται σε προσεκτικό έλεγχο και να δικαιολογείται μόνο σε ιδιαίτερα εξαιρετικές περιστάσειςxxv. Η πανδημία δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για να σιωπάσουν οι καταγγέλλοντες (βλ. Σύσταση CM/Rec(2014)7 για την προστασία των καταγγελλόντων https://search.coe.int/cm/Pages/result_details.aspx?ObjectId=09000016805c5ea5 )xxvi, ή οι πολιτικοί αντίπαλοιxxvii. Η κακόβουλη διάδοση παραπληροφόρησης θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με εκ των υστέρων κυρώσεις και με εκστρατείες κυβερνητικής πληροφόρησης. Τα κράτη θα πρέπει να συνεργάζονται με τις διαδικτυακές πλατφόρμες και με τα μέσα ενημέρωσης για να αποτρέπουν την χειραγώγηση της κοινής γνώμης, καθώς επίσης και να δώσουν μεγαλύτερη σημασία σε γενικά αξιόπιστες πηγές ειδήσεων και πληροφοριών, ιδίως εκείνων που κοινοπούνται από τις αρχές δημόσιας υγείας. 

Ιδιωτικότητα και προστασία δεδομένων 

Οι νέες τεχνολογίες της πρόσβασης και της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα έχουν την δυνατότητα να περιορίσουν και να συμβάλλουν στην αντιμετώπιση της πανδημίας. Η καταγραφή, ο εντοπισμός και η πρόβλεψη είναι καθοριστικής σημασίας βήματα για την παρακολούθηση της πανδημίας. Με τον πολλαπλασιασμό και την υπεραφθονία των διαθέσιμων εξελιγμένων ψηφιακών τεχνολογιών και εργαλείων (γεωεντοπισμού, τεχνητής νοημοσύνης, αναγνώρισης προσώπου, εφαρμογές κοινωνικής δικτύωσης) μπορεί να επιτευχθεί η παρακολούθηση της πανδημίας. 

Ταυτόχρονα, η διείσδυση που μπορεί να επιτευχθεί με τις σύγχρονες τεχνολογίες δεν πρέπει να παραμένει ανεξέλεγκτη και αστάθμητη ενόψει της ανάγκης για προστασία της ιδιωτικής ζωής. Οι αρχές της προστασίας δεδομένων και η Σύμβαση 108 του Συμβουλίου της Ευρώπης (καθώς και η επικαιροποιημένη έκδοσή της, αναφερόμενη ως “Σύμβαση 198+”xxviii) πάντοτε επέτρεπαν την στάθμιση των υψηλών προστατευτικών προτύπων και των δημοσίων συμφερόντων, συμπεριλαμβανομένης της δημόσιας υγείας. Η Σύμβαση επιτρέπει εξαιρέσεις από τους κανονικούς κανόνες της προστασίας δεδομεννω, για μια περιορισμένη χρονική περίοδο και με κατάλληλες εγγυήσεις (π.χ. Ανωνυμοποίηση) καθώς κι ένα πλαίσιο αποτελεσματικής εποπτείας για να διασφαλισεί ότι αυτά τα δεδομένα έχουν συλλεγεί, αναλυθεί, αποθηκευθεί και κοινοποιηθεί με νόμιμους και υπεύθυνους τρόπους. Η επεξεργαία προσωπικών δεδομένων σε μεγάλη κλίμακα με μέσα τεχνητής νοημοσύνης θα πρέπει να εκτελείται όταν η επιστημονική απόδειξη παρουσιάζει πειστικά ότι τα δυνητικά ωφέλη για την δημόσια υγεία υπερέχουν του ωφέλους των εναλλατικών, λιγότερο διεισδυτικών λύσεων. Το δίκτυο ειδικών του Συμβουλίου της Ευρώπης για την τεχνητή νοημοσύνηxxix και οι συνεργάτες του μπορούν να διευκολύνουν την διάδοση της σχετικής γνώσης. 


3.4. Απαγόρευση διακρίσεων (Άρθρο 14 της Σύμβασης και άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αρ. 12, άρθρο ε του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη) και πρότυπα σχετικά με την ποικιλότητα και την συμπερίληψη



Η αρχή της μη διάκρισης είναι εξαιρετικά επίκαιρη στο τρέχον πλαίσιο. Όταν εξετάζονται τα μέτρα παρέκκλισης ως προς το αν είναι “αυστηρά αναγκαία” κατά το άρθρο 15 της Σύμβασης, το Δικαστήριο ελέγχει εάν τα μέτρα εισάγουν αθέμιτες διακρίσεις μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών προσώπωνxxx. Επίσης, συγκεκριμένοι τύποι διάκρισης μπορεί να συνιστούν εξευτελιστική μεταχείριση κατά το άρθρο 3, μια διάταξη που δεν υπόκειται σε παρέκκλισηxxxi. Περαιτέρω, το γεγονός ότι δεν λαμβάνονται υπόψη οι ειδικές ανάγκες των προσώπων που ανήκουν σε μια ευπαθή ομάδα μπορεί να συνιστά διάκρισηxxxii. Η απαγόρευση των διακρίσεων μπορεί έτσι να συνεπάγεται υποχρεώσεις για την λήψη θετικών μέτρων για την επιδίωξη της ουσιαστικής ισότηταςxxxiii. Μια παρόμοια προσέγγιση ακολουθείται από τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη (άρθρο ε)xxxiv. Κατ' αυτή την έννοια. πολλές από τις διατάξεις της Σύμβασης Πλαίσιο για την Προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων, του Ευρωπαϊκού Χάρτη των Περιφερειακών ή Μειονοτικών Γλωσσών, καθώς επίσης και τις Συστάσεις Γενικής Πολιτικής της Επιτροπής για την Καταπολέμηση του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας μπορεί να αποτελέσουν εκδηλώσεις της αρχής της ισότητας και της μη διάκρισης. 

Τα έκτακτα μέτρα που έχουν ληφθεί σήμερα στο πλαίσιο της μάχης κατά της διασποράς του ιού εγείρουν μάλλον τα ίδια ζητήματα με τις δυνητικές συνέπειες αθέμιτων διακρίσεων. Για παράδειγμα, το δικαίωμα στην εκπαίδευση που κατοχυρώνεται από την Σύμβαση (άρθρο 2 του πρωτοκόλλου 1) και από τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη (άρθρο 17) θα πρέπει να διασφαλίζεται ακόμη κι αν οι τρόποι με τους οποίους διασφαλίζεται χρειάζονται προσαρμογή. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί πάντως στην εξασφάλιση της συνέχισης της παροχής εκπαίδευσης και ίσης πρόσβασης στα εκπαιδευτικά υλικά και μέσα για τις ευπαθείς ομάδες, κατά την περίοδο της απομόνωσης. Υπό επεξεργασία βρίσκεται μια λεπτομερής μελέτη για τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι ρομά, οι μετανάστες, τα άτομα που ανήκουν σε εθνικές μειονότητες και τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα, καθώς επίσης και τις ειδικές πρακτικές συμπερίληψης που ήδη έχουν αναπτυχθεί κατά την διάρκεια αυτής της κρίσης από κάποια κράτη μέληxxxv.

  1. Προστασία από το έγκλημα: προστασία των θυμάτων του εγκλήματος

Έχει αυξηθεί η αναφορά περιστατικών και στοιχείων που δείχνουν ότι η πολιτική της απομόνωσης και της καραντίνας οδηγεί σε αύξηση των επιπέδων της ενδοοικογενειακής, της σεξουαλικής και της έμφυλης βίας, γι' αυτό και χρειάζεται αυξημένη προστασία εναντίον της. Η προσέγγιση εκείνων των κρατών μελών που, ευθυγραμμισμένα με το πνεύμα της Σύμβασης της Κωνσταντινούποληςxxxvi, ψάχνουν τρόπους να συνεχίσουν να παρέχουν υπηρεσίες υποστήριξης και προστασίας θυμάτων τέτοιας βίας, προσαρμοσμένων στο καθεστώς της απομόνωσης είναι καλοδεχούμενη. Το Συμβούλιο της Ευρώπης μπορεί να κοινοποιήσει πληροφορίες για τις ισχύουσες πρακτικές που έχουν τεθεί σε εφαρμογή στα κράτη μέλη, όπως για παράδειγμα η παροχή εναλλακτικών τρόπων ώστε τα θύματα να μπορούν να αναφέρουν περιστατικά βίαςxxxvii. Είναι επίσης σημαντικό να εξεταστούν καινοτόμα μέσα ώστε τα παιδιά να έχουν πρόσβαση σε γραμμές υποστήριξης και καταγγελίας, υπό το φως των διατάξεων της Σύμβασης Λανζαρότε του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των παιδιών έναντι της σεξουαλικής εκμετάλλευσης και σεξουαλικής κακοποίησης προκειμένου να μπορούν να καταγγείλουν βία, κακοποίηση και σεξουαλική κακοποίηση κατά την διάρκεια της πανδημίαςxxxviii.

Τα θύματα της εμπορίας ανθρώπων μπορεί να βρεθούν σε ακόμη πιο επικίνδυνη θέση, λόγω των περιορισμένων δυνατοτήτων επιβολής του νόμου και των υπηρεσιών που την υποστηρίζουν, όπως είναι τα καταφύγιαxxxix.

Καθώς οι σύγχρονες κοινωνίες βασίζονται περισσότερο από ποτέ στα πληροφοριακά συστήματα, σε περιόδους κρίσης διάφοροι κακόβουλοι μπορεί να εκμεταλλεύονται ακόμη περισσότερο την ανθεκτικότητα τους για δικό τους όφελος (σχέδια απάτης, εκστρατείες ψαρέματος και διάδοση κακόβουλου λογισμικού μέσω πανομοιότυπων ιστοσελίδων για πληροφορίες ή συμβουλές σχετικά με τo COVID-19 χρησιμοποιούνται για να επέμβουν σε υπολογιστές, να εξάγουν δεδομένα χρηστών ή για απατηλές πληρωμές). Τα παιδιά δεν εξαιρούνται από τον κίνδυνο στον κυβερνοχώρο και με το κλείσιμο των σχολείων, η αυξημένη χρήση του Διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από αυτά έχει επιπτώσεις στην ασφάλειά τους. Επιπλέον, η πανδημία του κορωνοϊού έχει δυστυχώς προσφέρει νέες ευκαιρίες σε εγκληματίες για να εκμεταλλευτούν την αυξημένη ανάγκη ιατρικής, προσωπικής προστασίας και προϊόντων υγιεινής. Αυτές περιλαμβάνουν ψευδείς ιατρικές συσκευές ή ψεύτικα φάρμακα, όπως πακέτα εξετάσεων για το COVID-19, τα οποία διατίθενται τόσο διαδικτυακά όσο και εκτός διαδικτύου. Η παραγωγή και διανομή ψεύτικων ιατρικών προϊόντων θέτει σε σοβαρό κίνδυνο την δημόσια υγεία και απειλεί το δικαίωμα στην ζωή και το δικαίωμα στην υγεία. Οι αρχές της ποινικής δικαιοσύνης πρέπει να συνεργαστούν πλήρως για να διερευνήσουν, να εξιχνιάσουν, να αποδώσουν ευθύνες και να διώξουν τις προαναφερθείσες προσβολές. Στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών Συμβάσεων (Σύμβαση της Βουδαπέστης για το Κυβερνοέγκλημα, Σύμβαση για τα Παραποιημένα Ιατρικά Προϊόντα MEDICRIMExl, η Σύμβαση Λανζαρότε για την προστασία των παιδιοών έναντι της σεξουαλικής εκμετάλλευσης και κακοποίησης) τα κράτη μέλη συνεργάζονται στενά για να βελτιώσουν τις ποινικές διατάξεις τους, τις δικονομικές εξουσίες και την διεθνή συνεργασία που χρειάζεται για την αντιμετώπιση αυτών των απειλών. 


  1. Επόμενα βήματα: το Συμβούλιο της Ευρώπης είναι πιο επίκαιρο από ποτέ

Το Συμβούλιο της Ευρώπης ιδρύθηκε για την ανοικοδόμηση της διαρκούς ειρήνης στην Ευρώπη μετά από τον πιο καταστροφικό πόλεμο που βίωσε ποτέ. Το έχει πετύχει ευρύτατα, μέσα από την 70χρονη ιστορία του, καθιστάμενο ένας πανευρωπαϊκός οργανισμός με μοναδικούς θεσμούς που ορίζουν ένα οικουμενικό υπόδειγμα ηγεσίας. Η πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι κοινωνίες μας είναι πρωτοφανείς. Ακόμη και μετά την κορύφωση της κρίσης, οι κοινωνίες μας θα πρέπει να βρουν μέσα για να αποκαταστήσουν την κοινωνική και οικονομική βλάβη και περαιτέρω να ενισχύσουν την εμπιστοσύνη των δημοκρατικών μας θεσμών. Μεταξύ άλλων, χρειάζεται η πρωτοβουλία για την εξεύρεση λύσεων σχετικά με την προστασία των πιο ευπαθών ατόμων και ομάδων στις κοινωνίες μας και για τα μέσα εξασφάλισης των δικαιωμάτων τους με πιο βιώσιμο και αλληλέγγυο μοντέλο διακυβέρνησης. 

Το Συμβούλιο της Ευρώπης θα συνεχίσει να καταβάλει κάθε προσπάθεια για βοήθεια των κρατών μελών κατά την διάρκεια της τρέχουσας κρίσης και μετά από αυτήν. Το ευρύ φάσμα αποτελεσματικών νομικών κειμένων, τεχνικής εξειδίκευσης και εκτεταμένων δικτύων ειδικών από κάθε χώρα προσφέρει πολύτιμα εργαλεία για τις κυβερνήσεις και τους πολίτες στην εξεύρεση των καλύτερων και πιο βιώσιμων λύσεων για την προστασία της δημόσιας υγείας, για την διατήρηση της δημοκρατικής σύνθεσης των κοινωνιών μας και τον μετριασμό των κοινωνικών επιπτώσεων της κρίσης. 

Τα καταστατικά σώματα, όλα τα όργανα του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Γραμματείας του έχουν κινητοποιηθεί και δεν θα φεισθούν κόπων για την χρήση των εργαλείων και των πόρων του Οργανισμού για την διάδοση πληροφοριών, καλών πρακτικών και εμπεδωμένων μαθημάτων μεταξύ όλων των παραγόντων, συμπεριλαμβανομένων των αρχών, της κοινωνίας των πολιτών και των πολιτών προκειμένου να βρουν κοινές λύσεις στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε. Όλα τα προγράμματα και οι δραστηριότητες του Οργανισμού (συμπεριλαμβανομένων – κατ' αίτηση- προγραμμάτων συνεργασίας με τα κράτη μέλη και με άλλα κράτη) θα επιδιώξουν να περιλάβουν στοιχεία που θα επιτρέψουν στην συμβολή του Οργανισμού να είναι επίκαιρη, έγκαιρη και όσο το δυνατόν πιο συγκεκριμένη.


iΑπάντηση Επιτροπής Υπουργών στην σύσταση 2125 (2018) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης
iiΒλ. Οδηγό εφαρμογής του άρθρου 15 της Σύμβασης (31 Δεκεμβρίου 2019) που δημοσιεύθηκε από την Γραμματεία του Δικαστηρίου.
iii Απόφαση της 18.1.1978 επί της υπόθεσης Ιρλανδία κατά Η.Β., Συλλογή A αρ 25, παρ. 207. 

iv Απόφαση Mehmet Hasan Altan κατά Τουρκίας, §§ 94 και 210. Απόφαση Şahin Alpay κατά Τουρκίας, §§ 78 και 180. 

v Βλ. την Γνώμη της Επιτροπής Βενετίας για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, CDL-AD(2006)015), παρ. 13. 

vi Βλ. τον κατάλογο ελέγχου κράτους δικαίου της Επιτροπής Βενετίας (CDL-AD(2016)007), παρ. 44 και 45. 

viiΜέχρι τις 29 Μαρτίου 2020, σε κατάσταση ανάγκης έχουν κηρυχθεί 22 από τα κράτη μέλη μας.
viii Η εμπειρία έχει δείξει ότι “όσο περισσότερο διαρκεί η κατάσταση ανάγκης, τόσο περισσότερο το κράτος μπορεί να απομακρυνθεί από τα αντικειμενικά κριτήρια που μπορεί να ενεργοποίησαν αρχικά τις έκτακτες εξουσίες. Όσο περισσότερο διαρκεί η κατάσταση, τόσο λιγότερο δικαιολογείται η διαχείριση της κατάστασης ως εξαιρετικής φύσεως με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αντιμετωπιστεί με την εφαρμογή των κανονικών νομικών εργαλείων” - Επιτροπή Βενετίας, Τουρκία – Γνώμη για τους Έκτακτους Νόμους αρ. 667-676 που εφαρμόστηκαν μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016, CDL- AD(2016)037, παρ. 41 

ix CommDH(2002)7, Γνώμη 1/2002 για ορισμένες πτυχές της παρέκκλισης του Ηνωμένου Βασιλείου από το άρθρο 5 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, σελ. 25. Βλ. επίσης, Επιτροπή Βενετίας, Παράμετροι στην σχέση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και της αντιπολίτευσης σε μια δημοκρατία: κατάλογος ελέγχου (CDL-AD(2019)019), παρ. 119). 

x Βλ. Απόφαση Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης 1659 (2009), Προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, σελ. 12. Βλ. επίσης κατάλογο ελέγχου, ο.π., άρθρο 15 της Σύμβασης (“Παρέκκλιση σε περίοδο έκτακτης ανάγκης”). Άρθρο 4 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Άρθρο 27 της Αμερικανικής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Για τις έκτακτες εξουσίες βλ. επίσης αναφορές της Επιτροπής Βενετίας σε Emergency Powers (CDL-STD(1995)012) και σε the Protection of Human Rights in Emergency Situations (CDL-AD(2006)015). 


xi H αρχή της αναγκαιότητας δεν αναφέρεται ρητώς στο πλαίσιο των θεσμικών μέτρων κατάστασης ανάγκης, αλλά μπορεί απορρέει από την αρχή της αναλογικότητας και αναγκαιότητας για τα επείγοντα μέτρα στον τομέα των ανθρώπινων δικαιωμάτων – βλ. Επιτροπή Βενετίας, Γνώμη για το συνταγματικό νομοσχέδιο περί “προστασίας του έθνους” της Γαλλίας, CDL-AD(2016)006, παρ. 71.

xiiCM(2008)170, έγγραφο της Επιτροπής Υπουργών περί το Συμβούλιο της Ευρώπης και το Κράτος Δικαίου, σελ. 46. Βλ. επίσης Επιτροπή Βενετίας, Παράμετροι επί των σχέσεων μεταξύ της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και της αντιπολίτευσης σε μια δημοκρατία: κατάλογος ελέγχων (CDL- AD(2019)019), παρ. 119 – 121, και Τουρκία – Γνώμη για το Διάταγμα έκτακτης ανάγκης αρ. 667-676 που θεσπίστηκε μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016 (CDL-AD(2016)037), παρ. 98. 

xiii Σημαντικός αριθμός ευρωπαϊκών συνταγμάτων περιλαμβάνει διατάξεις που απαγορεύουν την αναθεώρηση του συντάγματος σε περιόδους πολέμου, έκτακτης ανάγκης ή σε παρόμοιες περιστάσεις. Βλ. επίσης Επιτροπή Βενετίας, Τουρκία – Γνώμη για το Διάταγμα έκτακτης ανάγκης αρ. 667-676 που θεσπίστηκε μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016 (CDL-AD(2016)037), παρ. 80 και 90). 

xiv Βλ. Σύσταση της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης 1713 (2005), Δημοκρατικός έλεγχος του τομέα της ασφάλειας στα κράτη μέλη, σεολ. 38. 

xvΕπιτροπή Βενετίας, Κατάλογος ελέγχου για το κράτος δικαίου (CDL-AD(2016)007), παρ. 51. 

xvi Βλ. το έγγραφο με στοιχεία “Prisoners’ health-related rights” που έχει δημοσιευθεί από την Γραμματεία του Δικαστηρίου.

xvii Βλ. την υπόθεση Khudobin κατά Ρωσίας, αρ. 59896/00, 26 Οκτωβρίου 2006. Όπως κατέγραψε η Επιτροπή κατά των Βασανιστηρίων στην Δήλωση Αρχών σχετικά με την μεταχείριση των προσώπων που στερούνται την ελευθερία τους στο πλαίσιο της πανδημίας του κορονοϊού, “ένα ανεπαρκές επίπεδο φροντίδας υγείας οδηγεί άμεσα σε καταστάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο της απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης”. 

xviii Η Επίτροπος για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, η οποία στη δουλειά της τονίζει συχνά ότι οι μεγάλες δομές φιλοξενίας κρατουμένων είναι ακατάλληλες για άτομα με αναπηρία και ηλικιωμένα άτομα, κάλεσε τα κράτη μέλη που αντιμετωπίζουν την πανδημία να σταματήσουν τις νέες εισδοχές σε τέτοια ιδρύματα, να μετακινήσουν από αυτά τους ανθρώπους με αναπηρίες όσο το δυνατόν περισσότερο και να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία των εναπομείναντων κατοίκων · Δηλώσεις του ΕπιτρόπουΤα ηλικιωμένα άτομα χρειάζονται περισσότερη υποστήριξη στην εποχή της πανδημίας του COVID-19, 20 Μαρτίου 2020, και Τα άτομα με αναπηρίες δεν πρέπει να παραμελούνται στην αντιμετώπιση της πανδημίας COVID-19, 2 Απριλίου 2020. 

xix Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κοινωνικών Δικαιωμάτων, Συμπεράσματα, (2005), Λετονία.

xx Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Ανάπτυξη Ευρωπαϊκής Φαρμακοποιϊας, ETS No. 050, Στρασβούργο, 22 Ιουλίου 1964 και Πρωτόκολλο στην Σύμβαση για την Ανάπτυξη Ευρωπαϊκής Φαρμακοποιϊας, ETS No. 134, Στρασβούργο, 1 Νοεμβρίου 1989 

xxi Βλ. Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Guerra και άλλοι κατά Ιταλίας, απόφαση της 19 Φεβρουαρίου 1998, Reports of Judgments and Decisions 1998-I, σελ. 227, § 58. Öneryildiz κατά Τουρκίας [Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 48939/99, 30 Νοεμβρίου 2004. 

xxii Βλ. Mehmet Hasan Altan κατά Τουρκίας, 13237/17, 20 Μαρτίου 2018. Όσον αφορά την ελευθερία συνάθροισης, βλ.  Lashmankin και άλλοι κατά Ρωσίας, αρ. 57818/09, 7 Φεβρουαρίου 2017, παρ. 434. Σε αυτή την υπόθεση το Δικαστήριο έκρινε ότι  μια γενική απαγόρευση διαδηλώσεων είναι αποδεκτή εάν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος που οδηγεί σε διαταραχή της δημόσιας τάξης που δεν μπορεί να αποφευχθεί με άλλα, λιγότερο αυστηρά μέτρα και εάν το μειονέκτημα του αντίκτυπου της απαγόρευσης στις διαδηλώσεις αντισταθμίζεται σαφώς από τα επικαλούμενα ζητήματα ασφαλείας που το δικαιολογούν.

xxiii Βλ. τις Κατευθυντήριες οδηγίες του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία της ελευθερίας της έκφρασης και της πληροφόρησης σε περιόδους κρίσεως https://search.coe.int/cm/Pages/result_details.aspx?ObjectId=09000016805ae60e
xxiv Βλ. π.χ. Magyar Helsinki [Ευρείας Συνθέσεως], παρ. 156-170). 

xxv Cumpana Mazare [Ευρείας Συνθέσεως], παρ. 118. 

xxvi https://www.bbc.com/news/world-asia-china-51403795 

xxvii Βλ. τις Κατευθυντήριες οδηγίες του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία της ελευθερίας της έκφρασης και της πληροφόρησης σε περιόδους κρίσεως https://search.coe.int/cm/Pages/result_details.aspx?ObjectId=09000016805ae60e
xxviii Επικαιροποιημένη Σύμβαση για την Προστασία των Ατόμων έναντι της Επεξεργασίας Προσωπικών Δεδομένωνhttps://search.coe.int/cm/Pages/result_details.aspx?ObjectId=09000016807c65bf

xxix Η ad hoc Επιτροπή για την Τεχνητή Νοημοσήνη, CAHAI
xxx Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, A. Και άλλοι κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Ευρείας Συνθέσεως), 3455/05, 19 Φεβρουαρίου 2009, §§ 182-190. 

xxxi Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Κύπρος κατά Τουρκίας (Ευρείας Συνθέσεως), 25781/94, 10 Μαϊου 2001, §§ 312-315. 

xxxii Βλ. για παράδειγμα, ΕΔΔΑ, Horvath και Kiss κατά Ουγγαρίας, 11146/11, 29 Ιανουαρίου 2013.

xxxiii ΕΔΔΑ, Horvath και Kiss κατά Ουγγαρίας, 11146/11, 29 Ιανουαρίου 2013, § 116. ΕΔΔΑ, Çam κατά Τουρκίας, 51500/08, 23 Φεβρουαρίου 2016. Βλ. επίσης το Επεξηγηματικό Υπόμνημα στο Πρωτόκολλο αρ. 12 της Σύμβασης.

xxxiv Για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κοινωνικών Δικαιωμάτων (ΕΕΚΔ), η διάκριση μπορεί να απορρέει και από την μη λήψη κατάλληλων θετικών μέτρων αντιμετώπισης των διαφορών μεταξύ προσώπων σε όμοια κατάσταση ή με την μη λήψη κατάλληλων βημάτων εξασφάλισης ότι τα δικαιώματα και τα συλλογικά πλεονεκτήματα είναι ανοικτά σε όλους και προσβάσιμα από όλους. Βλ. π.χ., ΕΕΚΔ, Confederazione Generale Italiana del Lavoro (CGIL) κατά Ιταλίας, Καταγγελία αρ. 91/2013, 12 Οκτωβρίου 2015, § 237. ΕΕΚΔ, Confédération française démocratique du travail (CFDT) κατά Γαλλίας, Καταγγελία αρ. 50/2008, απόφαση επί της ουσίας της 9ης Σεπτεμβρίου 2009, §§ 39 και 41. 

xxxv Η μελέτη ετοιμάζεται από την Γραμματεία της νέας Μόνιμης Επιτροπής κατά των Διακρίσεων, για την Ποικιλότητα και την Συμπερίληψη (ΜΕΔΠΣ) και θα εξεταστεί από την ΜΕΔΠΣ. Σύντομα θα δημοσιευθεί ένα εισαγωγικό σημείωμα στην ιστοσελίδα της.
xxxvi Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας εναντίον των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας, CETS αρ. 2010, Κωνσταντινούπολη, 11 Μάη 2011: https://www.coe.int/conventions/treaty/210

xxxvii Βλέπε την δήλωση της Γενικής Γραμματέως του Συμβουλίου της Ευρώπης της 30 Μαρτίου 2020 (https://www.coe.int/en/web/portal/-/covid-19- crisis-secretary-general-concerned-about-increased-risk-of-domestic-violence)
και την δήλωση του προέδρου GREVIO στις 24 Μαρτίου 2020 https://rm.coe.int/grevio-statement-covid-24-march-2020/pdfa/16809cf55e
xxxviii Δήλωση προέδρου και αντιπροέδρου Επιτροπής Λανζαρότε: https://rm.coe.int/covid-19-lc-statement-en-final/16809e17ae

xxxix Βλ. την δήλωση GRETA της 3 Απριλίου 2020.
xlΗ επιτροπή των κρατών μελών στην Σύμβαση MEDICRIME θα εκδώσει συμβουλές για την εφαρμογή της Σύμβασης στο πλαίσιο της πανδημίας COVID-19 (https://www.coe.int/en/web/medicrime/home)

Σωρηδόν ακύρωση Δημοτικών Συμβουλίων από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αττικής

Τις τελευταίες εβδομάδες η Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αττικής έχει εντατικοποιήσει τον αυτεπάγγελτο έλεγχο νομιμότητας ακυρώνοντας σωρηδόν αποφά...