Τρίτη, Ιουλίου 27, 2010

Οι ακτιβιστές της διαφάνειας

Τις τελευταίες δύο ημέρες τα διεθνή μέσα ενημέρωσης συγκλονίζονται από τη διαδικτυακή διαρροή στρατιωτικών εγγράφων που αφορούν τον πόλεμο των Η.Π. στο Αφγανιστάν. Πρόκειται για πάνω από 90.000 σελίδες εγγράφων που βλέπουν για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας, λόγω διαβάθμισης, η οποία όμως - υποστηρίζεται - ότι δεν έπρεπε να υπάρχει κι ότι η κυβέρνηση έπρεπε να είχε δώσει σχετικές πληροφορίες στην δημοσιότητα. Οι αναλυτές αναφέρουν ότι δεν πρόκειται για τις πιο ενδιαφέρουσες πληροφορίες του κόσμου, αλλά περισσότερο για μία επίδειξη ισχύος από την πλευρά του Wikileaks, το οποίο με τη σειρά του αρνείται τις κατηγορίες ότι με την δημοσιοποίηση απορρήτων θέτει σε κίνδυνο τη ζωή πολιτών.

Ανεξάρτητα από το αν έπρεπε η κυβέρνηση των Η.Π. να έχει δώσει στη δημοσιότητα αυτές τις πληροφορίες, το βέβαιο είναι ότι έλαβε ένα μεγάλο μάθημα για την πολιτική που θα πρέπει να ακολουθήσει από εδώ και πέρα. Όσο κι αν προστατεύεις τις κρατικές πληροφορίες, είναι βέβαιο ότι πλέον υπάρχουν και τα μέσα, αλλά και οι άνθρωποι που πανεύκολα μπορούν να οδηγήσουν στη δημοσιότητα δεκάδες χιλιάδες σελίδες και μάλιστα με ελάχιστο οικονομικό κόστος.

Τί σημαίνει, όμως, βελτίωση πολιτικής διαφάνειας; Υπάρχουν δύο κατηγορίες: η κυβερνητική διαφάνεια και το δικαίωμα πρόσβασης στη δημόσια πληροφορία. Στην πρώτη περίπτωση, η κυβέρνηση Ομπάμα τα πάει καλά. Βλέπαμε προχθές με μια φίλη, το iphone app του Λευκού Οίκου και λέγαμε ότι αυτό είναι μια εφαρμογή διαφάνειας. Κατά το ήμισυ: ο Λευκός Οίκος επιλέγει τι θα δώσει στη δημοσιότητα και τι δεν θα δώσει (κυβερνητική διαφάνεια). Όσον αφορά τις πληροφορίες που δεν θα δώσει η κυβέρνηση στη δημοσιότητα, θα πρέπει να εξετάζεται η ενεργητική πτυχή του δικαιώματος πληροφόρησης: χορήγηση στους πολίτες που ζητήσουν το σχετικό υλικό (ή αποκλεισμός πρόσβασης, αλλά μόνο ως εξαίρεση στον κανόνα και μόνο ύστερα από αυστηρή και θεμελιωμένη στο νόμο αιτιολογία που κοινοποιείται στον αιτούντα). Η πρώτη κατηγορία πολιτικής διαφάνειας αφορά το "γραφείο τύπου" (όπου η ωραιοποίηση είναι αναπόφευκτη), η δεύτερη κατηγορία αφορά τους ενεργούς πολίτες, οι οποίοι σπεύδουν να υποβάλλουν αιτήσεις προκειμένου να αναζητήσουν πρόσβαση στις πληροφορίες.

Έξω από αυτές τις δύο πτυχές της θεσμικής διαφάνειας, υπάρχει η διαρροή. Είναι δεδομένο ότι η διαρροή όχι μόνο δεν αποτελεί "υποκατάστατο" της ελλείπουσας θεσμικής διαφάνειας, αλλά, βρίσκεται στην εντελώς αντίπερα όχθη. Είτε πρόκειται για διαρροή από το "γραφείο τύπου" (δηλαδή ηθελημένη διάδοση σε επιλεγμένους δημοσιογράφους), είτε παραβίαση του καθήκοντος εχεμύθειας από απλούς υπαλλήλους, έχουμε ένα φαινόμενο παθογένειας, όσον αφορά την "φυσική των πληροφοριών". Όταν μιλάμε για διαρροή, λείπει εξ ορισμού η αναφορά στην προέλευση της πληροφορίας, άρα αγνοείται και ο βαθμός ακρίβειάς της. Έπειτα, η διαρροή πάντοτε εξυπηρετεί κάποια άγνωστη σκοπιμότητα. Όχι κατ΄ανάγκη αρνητική σκοπιμότητα, αλλά η διαρροή δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός. Εάν η διαρροή γίνεται από το γραφείο τύπου σε επιλεγμένους δημοσιογράφους, παραβιάζεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης: οι "ημέτεροι" επωφελούνται με την επικερδή πληροφορία και την αποκλειστικότητα. Στην περίπτωση που η διαρροή αφορά πληροφορίες που αναφέρονται σε φυσικά πρόσωπα - και μάλιστα όχι σε δημόσια πρόσωπα - παραβιάζεται η νομοθεσία για την προστασία προσωπικών δεδομένων, η οποία επιβάλλει την ενημέρωση του υποκειμένου πριν την διάδοση των στοιχείων (αν όχι και τη συγκατάθεσή του). Όσο κι αν οι λόγοι "εθνικής ασφάλειας" όντως χρησιμοποιούνται προσχηματικά από τις δημόσιες υπηρεσίες, ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει ότι σε ορισμένες ευαίσθητες υποθέσεις, η δημοσιοποίηση ονομάτων όντως μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια προσώπων που έλαβαν μέρος σε στρατιωτικές επιχειρήσεις. Έτσι καταλήγουμε και στην παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων - όχι απλώς σε μια διαδικαστική παρατυπία. Όπως δεν είναι διαδικαστική παρατυπία λ.χ. η συλλογή πληροφοριών ύστερα από υποβολή του ατόμου σε βασανιστήρια.

Πρέπει να παραδεχθούμε ότι οι περισσότεροι που ασχολούμαστε με την παρακολούθηση της νομοθετικής παραγωγής έχουμε χρησιμοποιήσει ή και βασιστεί σε προϊόντα διαρροής - δεδομένου ότι οι διαδικασίες αυτές συνήθως ολοκληρώνονται στο αποφασιστικό μέρος τους πίσω από κλειστές πόρτες. Πρόσφατο παράδειγμα η ACTA, για την οποία δεν έχουν δημοσιοποιηθεί επισήμως και πολλά πράγματα, αλλά κυκλοφορούν διάφορες "εκδόσεις" της. Στον νομοθετικό κυκεώνα των Βρυξελλών, ακόμη και θεσμικά όργανα, όπως ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων, προκειμένου να παρεμβαίνουν εγκαίρως, επικαλούνται ακόμη και σε επίσημα κείμενα διάφορες "εκδοχές" που εντοπίζονται σε ιστοσελίδες που φιλοξενούν διαρροές. Υπάρχουν βέβαια και οι έγκυροι φορείς "μη επίσημων" δημοσιεύσεων, όπως το statewatch.org, το οποίο έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη του κοινού μέσα στα χρόνια, χωρίς να έχει θέσει σε κίνδυνο προσωπικά δεδομένα ή άλλες περιπτώσεις σοβαρού απορρήτου.

Η αρχή της διαφάνειας δεν είναι ένα αόριστο σύνθημα ή ένα πολιτικό σλόγκαν: αποτελεί νομικό όρο που έχει συγκεκριμένο πεδίο εφαρμογής και ασκείται με προσδιορισμένα θεσμικά εργαλεία. Τα οποία φυσικά και επιδέχονται βελτίωσης, αναθεώρησης (ή και εξ αρχής θέσπισης, όπως στην Ελλάδα), αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η διαφάνεια μπορεί να επιβάλλεται με οποιοδήποτε τίμημα. Η διαρροή κρατικών απορρήτων δεν αποτελεί τη λύση, αλλά υπενθυμίζει ότι το σύστημα προστασίας των εγγράφων έχει "τρύπες" (όπως και κάθε σύστημα). Η διαρροή δεν προτείνει βελτιώσεις, αλλά είναι μέρος της παθογένειας μιας κρυπτικής και μυστικοπαθούς διοίκησης. Γι' αυτό οι πραγματικοί ακτιβιστές της διαφάνειας δεν είναι αυτοί που επιβοηθούν τη διαρροή, δηλαδή μια παρα-εξουσία, αλλά εκείνοι που εξαντλούν όλα τα θεσμικά εργαλεία για τη διαμόρφωση μιας κουλτούρας διαφάνειας κι όχι απλώς για να βγάλουν το μεμονωμένο "λαβράκι".

Δευτέρα, Ιουλίου 26, 2010

Υποψήφιος Ευρωδικαστής ανταποκρίνεται στο ερωτηματολόγιο e-lawyer



Πριν μερικές μέρες, επ´ αφορμη της  ανακοίνωσης των τριών υποψηφιοτήτων της Ελλάδας για τη θέση του Δικαστή του ΕΔΔΑ, δημοσίευσα ένα ερωτηματολόγιο με τρέχοντα ζητήματα ανθρώπινων δικαιωμάτων, καλώντας ουσιαστικά τους υποψηφίους να τοποθετηθούν. Με ιδιαίτερη χαρά έλαβα σήμερα την πρώτη θετική ανταπόκριση, απο τον υποψήφιο Δικαστή κ. Πέτρο Στάγκο, με e-mail που παραθέτω εδώ.


´´Χάρηκα πολύ με τις ερωτήσεις που απευθύνατε στους 3 υποψήφιους για τη θέση του Έλληνα δικαστή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου. Μου διαβίβασε την ανάρτηση αυτή συνάδελφος σήμερα. Αγγίζουν, στο σύνολό τους, μερικά από τα πιο κρίσιμα ζητήματα του ευρωπαϊκού και του εθνικού δικαίου των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Όπως καλύτερα από εμένα γνωρίζετε, η εκλογή των δικαστών του ΕΔΔΑ γίνεται από ένα αμιγώς πολιτικό όργανο, την Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης, όπου οι εξ επαγγέλματος νομικοί δεν αποτελούν την πλειοψηφία των μελών του. Επομένως, είναι μάλλον απίθανο τέτοια ερωτήματα να τεθούν από το σώμα των εκλέκτόρων. Τούτο κάθε άλλο παρά στερεί το ερωτηματολόγιο σας από την αξία του. Δυστυχώς, από εδώ όπου από χθες βρίσκομαι (στο Λιτόχωρο, στους πρόποδες του Ολύμπου) δεν έχω την ευχαίρεια να δώσω τεκμηριωμένες απαντήσεις. Με την ανοχή και την κατανόηση σας, υπόσχομαι να το κάνω αμέσως μετά την επιστροφή μου στη Θεσσαλονίκη, λίγο μετά το 15Αύγουστο. Και πάλι σας συγχαίρω κ. Σωτηρόπουλε για την πρωτοβουλία σας, που μεταξύ άλλων αποδεικνύει πόσο γόνιμα μπορεί να συμβάλλει η "μπλογκόσφαιρα" στην ενημέρωση των πολιτών και στο δημόσιο διάλογο.
Πέτρος Στάγκος
ΥΓ.: Προσπάθησα να στείλω την απάντηση μου αυτή μέσω σχολίου, απευθείας στο E-lawyer. Δεν τα κατάφερα, γιατί δεν επαληθεύονταν τα στοιχεία που έδινα. Μάλλον δική μου η υπαιτιότητα. Κι εδώ στο Ιντερνετ Καφέ όπου βρίσκομαι, δίπλα από ρουκέτες και διαστημικούς ήχους που με πολιορκούν από τα παιχνίδια των παιδιών, δυσκολεύομαι ειν' αλήθεια να συγκεντρωθώ! Γι' αυτό και σας στέλνω το μήνυμα αυτό μέσω ηλεκτρον. ταχυδρομείου. Αν θέλετε ή αν μπορείτε αναρτείστε το ως σχόλιο.
Ευχαριστίες.
ΠΣ   

-- 
Πέτρος Στάγκος
 
Καθηγητής Ευρωπαϊκού Δικαίου και Διεθνούς Οικονομικού Δικαίου, Καθηγητής Έδρας Jean Monnet στο
Ευρωπαϊκό Δίκαιο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου - Νομική Σχολή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
GR-54124 Θεσσαλονίκη 
 
Μέλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κοινωνικών Δικαιωμάτων, Συμβούλιο της Ευρώπης, Στρασβούργο
F-67075 Strasbourg ´´


Ας σημειωθεί ότι η πρώτη αυτή ανταπόκριση έγινε αυθόρμητα, δηλαδή χωρίς να έχω αποστείλει το προηγούμενο ποστ κατ´ ιδίαν στους υποψηφίους. Θα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε και κατά πόσον θα ανταποκριθούν κι οι άλλοι δύο υποψήφιοι, αλλά κυρίως ποιες θα είναι οι απαντήσεις τους. 

Κυριακή, Ιουλίου 25, 2010

Τα ενημερωτικά blogs και το δίκαιο

Ο δημόσιος λόγος έχει διττή φύση: αφενός αποτελεί ατομικό δικαίωμα (ελευθερία της έκφρασης) κι αφετέρου συνιστά μέσο ενάσκησης εξουσίας. Δεν είναι τυχαίος ο αγώνας -ή και πόλεμος !- για την κατάκτηση ενός δημόσιου βήματος που θα έχει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο ακροατήριο. Ακόμα και η ίδια η κανονιστική δύναμη των νόμων εξαρτάται από τη δημοσιοποίησή τους. Ο Καντ δίδασκε ότι συστατικό της επιβολής του νόμου είναι η "γενική κοινοποίηση" του. Όταν κάτι έχει γίνει ευρύτατα γνωστό, το περιθώριο που έχεις να το αγνοήσεις είναι ελάχιστο και η άγνοια αυτή δυσχερώς δικαιολογείται μέσα σε μια οργανωμένη κοινωνία.

Στα παραδοσιακά μέσα έχουμε την κλασική ιεραρχική εξουσιαστική δομή, όπου η πληροφορία περνάει μέσα από διάφορα φίλτρα, τόσο σχετικά με τους κανόνες του δημοσιογραφικού επαγγέλματος (όπως η δεοντολογία) όσο και σχετικά με τα συμφέροντα της ιδιοκτησίας των επιχειρήσεων ενημέρωσης. Η δομή αυτή αλλάζει όταν εισέρχεται στο προσκήνιο το Διαδίκτυο, στην διαδραστική μορφή που απέκτησε την προηγούμενη δεκαετία: καθένας μπορεί με ελάχιστα τεχνικά μέσα να αποκτήσει ένα θεωρητικά παγκόσμιο δημόσιο βήμα, να ασκήσει το δικαίωμά του στην ελεύθερη έκφραση, αλλά και να ασκήσει μια ιδιότυπη μορφή εξουσίας: την διαμόρφωση της γνώμης του ακροατηρίου του, μεταδίδοντας είτε τις απόψεις του για διάφορα γεγονότα, είτε πληροφορίες και ειδήσεις. Η διείσδυση που απέκτησε το Διαδίκτυο έγινε ακόμη πιο ορατή, καθώς ακόμα και οι μεγάλες και οι πολυεθνικές επιχειρήσεις ενημέρωσης προσπαθούν να μεταβούν από τις κλασικές φόρμες (εφημερίδα, τηλεόραση, ραδιόφωνο, περιοδικό) στα νέα μέσα και τις εφαρμογές που παρέχονται με τα νέα εργαλεία που έφεραν το Διαδίκτυο όχι μόνο στο γραφείο και το σπίτι, αλλά και στις κινητές συσκευές κατά τις μετακινήσεις του κοινού. Το Διαδίκτυο είναι πολύ πιο ελκυστικό από τα παραδοσιακά μέσα. Το κοινό παύει πια να είναι ένα "τηλεοπτικό" - παθητικό κοινό, όπως είχε κατηγοριοποιηθεί τις προηγούμενες δεκαετίες, αλλά μπαίνει και το ίδιο στην λογική της μετάδοσης της πληροφορίας, μέσα από τις νέες εφαρμογές και την κουλτούρα ελεύθερης αναπαραγωγής, αναμετάδοσης, αλλά και συζήτησης των ειδήσεων μαζί με τους ψηφιακούς φίλους του. Πλέον δεν υπάρχει δηλαδή "ένας" παρουσιαστής ειδήσεων, αλλά όλοι όσοι έχουν ένα προφίλ σε υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης γίνονται κατά κάποιο τρόπο παρουσιαστές και σχολιαστές των ειδήσεων, απευθυνόμενοι στο δικό τους "κοινό", μικρό ή μεγάλο, το οποίο αλληλεπιδρά, σχολιάζει, επιδοκιμάζει, αποδοκιμάζει, ανατρέπει και συνεισφέρει τις δικές του πληροφορίες και απόψεις πάνω στην εκάστοτε προτεινόμενη είδηση.

Αυτό που εξακολουθεί πάντως να ισχύει είναι η λογική διάκριση ανάμεσα σε "είδηση" (δηλαδή πληροφορία για γεγονός που παρουσιάζεται ως αντικειμενικό συμβάν) και σε "σχόλιο" (δηλαδή σε περαιτέρω έκφραση γνώμης και αξιολόγησης επί των πραγματικών περιστατικών). Η διάκριση αυτή είναι καθοριστική για την νομική αξιολόγηση μιας πληροφορίας, καθώς ο νόμος επιφυλάσσει διαφορετική νομική μεταχείριση για τους ισχυρισμούς που μεταδίδονται ως "ειδήσεις" και διαφορετική νομική μεταχείριση για τους ισχυρισμούς που μεταδίδονται ως "σχόλια", αξιολογικές κρίσεις. Κατά την πάγια διατύπωση του Ευρωπαϊκου Δικαστηρίου, ενώ το κατά πόσον συνέβη ένα γεγονός αποτελεί πληροφορία επαληθεύσιμη (έγινε ή δεν έγινε), οπότε μπορεί να κριθεί με βεβαιότητα πότε ο μεταδίδων λέει αλήθεια ή ψέματα (άρα εάν παρανομεί), όσον αφορά τις αξιολογικές κρίσεις (τα "σχόλια") υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία, γιατί εκεί βρίσκεται όλο το εύρος του ατομικού δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης. Ενώ δηλαδή αυτός που μεταδίδει ειδήσεις ασκεί μια μορφή εξουσίας, πληροφορώντας το κοινό - και άρα διαμορφώνοντας "κανονιστικά" την κοινή γνώμη, ανάλογα βέβαια και με τη αξιοπιστία του- εκείνος που αξιολογεί τις ειδήσεις είναι σαφές ότι καταθέτει την προσωπική, ατομική, υποκειμενική του στάση απέναντι στα δεδομένα. Ενώ ο πρώτος επιβοηθά το κοινό να ασκήσει το δικαίωμα στην πληροφόρηση, ο δεύτερος ασκεί ο ίδιος ένα δικαίωμα, ασκώντας κριτική και επιχειρώντας να πείσει για τις απόψεις του πάνω σε κάτι που ήδη θεωρείται στοιχείο του κοινωνικού γίγνεσθαι και κοινή γνώση.

Η νομική και θεωρητική διάκριση ανάμεσα σε είδηση και αξιολογική κρίση, στη πράξη είναι δυσχερής. Μολονότι στην δημοσιογραφική δεοντολογία η διάκριση είδησης - σχολίου αποτελεί κανόνα αυτοδέσμευσης των δημοσιογράφων, είναι δεδομένο και αποδεκτό ότι υπάρχουν κείμενα, εικόνες και πληροφορίες που συμπεριλαμβάνουν φυσικά και τα δύο στοιχεία: είδηση και σχόλια.

Τι μπορεί να ισχύσει λοιπόν για τα blogs; Νοείται κάθετος διαχωρισμός ανάμεσα σε "ενημερωτικά" και σε άλλα;

Μία πρώτη δικαστική απόφαση που επιλήφθηκε του θέματος είναι η 4908/2009 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (βλ. εδώ). Σε αυτήν οι δικαστές, αναζητώντας έναν ορισμό για τα blogs κατέληξαν στο ότι αυτά -ως τεχνική δομή- απευθύνονται στους ανθρώπους που επιδιώκουν να δημοσιοποιήσουν τις απόψεις τους για διάφορα θέματα. Έτσι το Δικαστήριο κατέληξε ότι σε αυτά τα blogs είναι λάθος να εφαρμοστεί ο νόμος περί Τύπου, ο οποίος αφορά τις επιχειρήσεις ενημέρωσης, οι οποίες κατά κύριο λόγο μεταδίδουν ειδήσεις. Οπότε αυτή η δικαστική απόφαση χάραξε κατά τη γνώμη μου μια νοητή γραμμή ανάμεσα στην "ενημερωτική" αφενός και στην "μη ενημερωτική" αφετέρου λειτουργία των blogs. Φυσικά, η γραμμή αυτή δεν επιδέχεται στεγανά, διότι κανείς δεν μπορεί να θεωρήσει ένα blog μόνο ενημερωτικό ή μόνο (λ.χ.) ψυχαγωγικό ή γνώμης. Η διάκριση είναι θεωρητική και αφορά την case by case ανάλυση του κάθε κρίσιμου ισχυρισμού, ο οποίος μπορεί να είναι είτε "είδηση" είτε "αξιολογική κρίση" και να τύχει της αντίστοιχης αντιμετώπισης. Ας σημειώσουμε επίσης ότι αυτή η απόφαση δεν αφορούσε "ψευδώνυμο" blog: προβλήματα μπορούν να ανακύψουν ακόμη κι όταν ο blogger υπογράφει τα κείμενά του. Η ανωνυμία δεν είναι το μόνο κίνητρο για να δημιουργήσει κανείς ένα blog: πιο σημαντική είναι η ελκυστικότητά τους ως δωρεάν πρόσβασης μέσου.

Το πρόβλημα που δημιουργήθηκε με τα λεγόμενα "ενημερωτικά" blogs είναι ότι οι φορείς τους χρησιμοποίησαν ένα μέσο που φαίνεται ότι έχει κατασκευαστεί για ατομική ή έστω συλλογική χρήση από πολίτες ("η δημοσιογραφία των πολιτών"), παρέχοντας και τις τεχνικές εγγυήσεις για αυξημένη προστασία του απορρήτου (a.k.a. "ανωνυμία" - ψευδωνυμία), ενώ οι ίδιοι δεν ανήκουν σε αυτή την αμιγή κατηγορία, αλλά προέρχονται από τον δημοσιογραφικό ή γενικότερα τον ερευνητικό χώρο. Αυτό δεν επιτρέπεται να εκληφθεί από μόνο του ως αρνητικό: οι δημοσιογράφοι έχουν κατά τεκμήριο πρόσβαση σε πληροφορίες και τεχνικές έρευνας που ενδεχομένως δεν διαθέτουν οι "απλοί" πολίτες. Επομένως, η ανωνυμία των blogs τους έδωσε τη δυνατότητα να αποκαλύψουν υποθέσεις που ενδιαφέρουν την κοινή γνώμη, ενώ δύσκολα θα έβρισκαν τη θέση τους στα "παραδοσιακά μέσα", όπου ο ιεραρχικός έλεγχος της εργοδοσίας και της ιδιοκτησίας θέτει τους δικούς του φραγμούς συμφερόντων και πολιτικής. Η στρέβλωση έγκειται όμως στο επόμενο στάδιο: οι δημοσιογράφοι και οι άλλοι επαγγελματίες που εισέρχονται στο blogging, ακόμη και δρώντας ανυπόγραφα (δεν απαγορεύεται από κάπου η δημοσίευση ανυπόγραφων κειμένων) θα έπρεπε μαζί με τις ερευνητικές τους ικανότητες, να επιδείξουν την τήρηση και των άλλων κανόνων που διέπουν την ορθή και αποτελεσματική ενάσκηση του δημόσιου λόγου. Oρισμένοι όμως, στα "ενημερωτικά" blogs, τους περιφρόνησαν χαρακτηριστικά. Δεν θα είχα καμία αντίρρηση για τη δημοσίευση πληροφοριών που αποκαλύπτουν ένα σκάνδαλο, το οποίο προφανώς και θα δυσφημεί (αναγκαστικά) κάποια πρόσωπα, εάν βέβαια έχουν τηρηθεί οι κανόνες που εγγυώνται την αντικειμενικότητα του κειμένου, το σεβασμό προς το κοινό, αλλά και την πεποίθηση ότι ο αυτο-σκοπός του δημοσιογράφου είναι η πληροφόρηση και όχι άλλα κίνητρα, ξένα προς το λειτούργημα και πλησιέστερα στην ενάσκηση μιας αυθαίρετης εξουσίας. Ποιος εμπόδισε τα λεγόμενα "ενημερωτικά" blogs πριν δημοσιεύουν μια είδηση, να επικοινωνούν με τα πρόσωπα που αφορά, να αναζητούν την δική τους άποψη, να σέβονται το τεκμήριο της αθωότητας, να μην παρεμβαίνουν σε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα που δεν αφορούν την κοινή γνώμη, να παρουσιάζουν σφαιρικά την είδηση, να παραπέμπουν στις δημοσιευμένες πηγές; Κανένας άλλος, εκτός από τα ίδια συμφέροντα των φορέων των blogs αυτών, οι οποίοι καταχρώνται την εξουσία και τα δικαιώματα που ασκούν. Δεν θα πρέπει όμως να θεωρήσουμε ότι η στρέβλωση καταργεί τον κανόνα. Τα λεγόμενα ενημερωτικά blogs μπορούν να ακολουθούν τους κανόνες του δημόσιου λόγου. Ενημερωτικό blog και δεοντολογία δεν είναι έννοιες ασύμβατες μεταξύ τους. Σε έναν "πόλεμο" βέβαια, δεν υπάρχουν κανόνες. Όταν όμως αυτός γίνεται για την κατάκτηση του κοινού, έχει κι αυτό μερίδιο ευθύνης - θα έλεγα μάλιστα σε ατομικό επίπεδο, εφόσον μιλάμε για clicks ηλεκτρονικών υπολογιστών. Κι εφόσον οι κανόνες παραβιάζονται σε βαθμό που τίθενται σε κίνδυνο τα ανθρώπινα δικαιώματα, τότε η Πολιτεία έχει υποχρέωση να επεμβαίνει (βλ. για παράδειγμα την απόφαση K.U κατά Φινλανδίας, περί υποχρέωσης της χώρας να αίρει το απόρρητο του Διαδικτύου όταν θίγεται ένα παιδί από την δημοσίευση μιας σεξουαλικής αγγελίας που περιέχει και τη φωτογραφία του). Η ελευθερία στο Διαδίκτυο δεν μπορεί να ασκείται εις βάρος όλων των άλλων ελευθεριών του ατόμου.

Εάν οι δημοσιογράφοι και οι άλλοι μετέχοντες της Κοινωνίας της Πληροφορίας που επιχειρούν να ασκήσουν ερευνητική δημοσιογραφία χρησιμοποιώντας την ανωνυμία ή την ελκυστικότητα και την δωρεάν προσβασιμότητα των blogs τηρούν όλους τους κανόνες του δημόσιου λόγου, δεν χρειάζεται να γίνει κανένας διάλογος για την άρση της ανωνυμίας, την υποχρεωτική δήλωση ιδιοκτήτη blog και όλων αυτών των μέτρων που θα περιορίσουν την ελευθερία της έκφρασης. Το μεγάλο ζήτημα είναι εάν αυτό μπορεί να γίνει συνειδητά και εκούσια, με τη δημιουργία μιας διαδικτυακής "συνειδησης" του χρήστη του Διαδικτύου για τον χρόνο που αποφασίζει να αφιερώσει στην μία ή στην άλλη ηλεκτρονική διεύθυνση.



Τετάρτη, Ιουλίου 21, 2010

Ερωτήσεις για τους 3 υποψήφιους Έλληνες Ευρωδικαστές

Ενόψει της λήξης της θητείας του κ. Χρήστου Ροζάκη στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, έχουν υποβληθεί από την Ελλάδα τρεις υποψηφιότητες από τις οποίες θα αναδειχθεί το νέο μέλος του ΕΔΔΑ. Οι υποψήφιοι είναι ο κ. Λίνος Αλέξανδρος Σισιλιάνος, ο κ. Πέτρος Στάνγκος και η κ. Μαρία Τσιρλή. Τα βιογραφικά τους έχουν αναρτηθεί στην σχετική ιστοσελίδα του Συμβουλίου της Ευρώπης (βλ. εδώ). H επιλογή του Δικαστή θα γίνει με ψηφοφορία από την Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε ένα debate ανάμεσα στους τρεις υποψήφιους Ευρωδικαστές, πάνω στα ζητήματα ανθρώπινων δικαιωμάτων που απασχολούν την Ευρωπαϊκή και Ελληνική κοινή γνώμη και που πιθανώς πρόκειται να τεθούν στην κρίση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Μερικές ερωτήσεις που θα ήθελα να θέσω στους υποψηφίους:

- Η έλλειψη μιας πρόβλεψης για την άρση του απορρήτου όσον αφορά αδικήματα λόγου (εξύβριση, δυσφήμηση) που τελούνται στο Διαδίκτυο είναι συμβατή με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ ή θα σας έβρισκε σύμφωνους μια διευρυμένη εφαρμογή της Κ.U. vs Finland ;

- H αναγνώριση της προσβασης στο Διαδίκτυο ως θεμελιώδες δικαίωμα θεωρείτε ότι μπορεί να υποστηριχθεί επαρκώς με την επίκληση των άρθρων 8 και 10 της ΕΣΔΑ ή μήπως αυτή η νομική βάση δεν μπορεί να αποτελέσει μια επαρκή πλατφόρμα για τον περιορισμό των επεμβάσεων σε αυτό το δικαίωμα για σκοπούς λ.χ. προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας με τη θεσμοθέτηση ενός νόμου όπως το three strikes;

- Η Οδηγία 2006/24/ΕΚ επιβάλλει στα κράτη της ΕΕ να θεσμοθετήσουν την υποχρεωτική διατήρηση των δεδομένων κίνησης και θέσης από τις εταιρίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, για σκοπούς καταστολής του εγκλήματος. Ο έλεγχος συμβατότητας αυτών των νομοθεσιών, εκ μέρους του ΕΔΔΑ, θα έπρεπε να φτάσει μέχρι και την εξέταση της σκοπιμότητας του μέτρου, κρίνοντας δηλαδή και την ίδια την Οδηγία 2006/24/ΕΚ ή μήπως θα πρέπει να περιοριστεί στο πλαίσιο της εφαρμογής της Οδηγίας με την εθνική νομοθεσία του κάθε κράτους μέλους;

- Η δημιουργία ενός κλειστού profile σε υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης, κατά τη γνώμη σας καθιστά τις συζητήσεις που γίνονται μέσα σε αυτό το πλαίσιο "δημόσιες" ή "ιδιωτικες"; Αποτελεί κριτήριο για την απάντησή σας ο (μικρός ή μεγάλος) αριθμός των προσώπων που έχουν πρόσβαση σε αυτό το κλειστο profile ή μήπως υπάρχει κάποιο "τεκμήριο" υπέρ της ιδιωτικότητας ή υπέρ της δημοσιότητας;

- Οι δεοντολογικές υποχρεώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ δεσμεύουν στον ίδιο βαθμό και τους bloggers ή αποτελεί κριτήριο η δημοσιογραφική ιδιότητα;

- Μέσα σε μία δεκαετία η Ελλάδα έχει καταδικαστεί τέσσερις φορές για την παραβίαση δικαιωμάτων που αφορούν μειονοτικά σωματεία. Συμφωνείτε με αυτές τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ ή θα μειοψηφούσατε αν μετείχατε στη σύνθεση των Τμημάτων;

- Η παρουσία της εικόνας του Εσταυρωμένου και του Ευαγγελίου σε δικαστικές αίθουσες είναι σύμφωνη με το άρθρο 9 της ΕΣΔΑ;

- Το άρθρο 3 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ προστατεύει το δικαίωμα ψήφου των Ελλήνων που έχουν μόνιμη κατοικία στο εξωτερικό;

- Στην απόφαση Shalk & Kopf vs Austria το ΕΔΔΑ έκρινε για πρώτη φορά το κατά πόσον το άρθρο 12 επιβάλλει στα κράτη μέρη να αναγνωρίσουν δικαίωμα γάμου για ομόφυλα ζευγάρια. Σύμφωνα με την μειοψηφία, το άρθρο 8 θα επέβαλε στα κράτη την θεσμική αναγνώριση αυτών των σχέσεων, με τη μορφή του συμφώνου συμβίωσης. Θεωρείτε ότι το σύμφωνο συμβίωσης είναι μια θεσμική λύση που εγγυάται την ίση μεταχείρηση της ομόφυλης συμβίωσης σε σχέση με τα δικαιώματα των ετερόφυλων ζευγαριών;

- Η αλλαγή δελτίου ταυτότητας και όλων των πιστοποιητικών που αφορούν την προσωπική κατάσταση των transexual προϋποθέτει ιατρικές επεμβάσεις στο σώμα του ενδιαφερόμενου ή μήπως το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ επιβάλλει στα κράτη την διεκπεραίωση της αλλαγής με απλή υποβολή σχετικής αίτησης;

- Η αναγνώριση του δικαιώματος ιθαγένειας σε πρόσωπα που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα από αλλοδαπούς γονείς αποτελεί υποχρέωση της Ελλάδας που απορρέει από την ΕΣΔΑ;

- Η απόρριψη μήνυσης που βασίζεται στην αντιρατσιστική νομοθεσία από τα Ελληνικά Δικαστήρια εγείρει ζητήματα συμμόρφωσης της χώρας προς τα άρθρα 14 και 8 της ΕΣΔΑ όταν πρόκειται για ομάδες προσώπων;

- Το κοινωνικό δικαίωμα στη στέγαση των Ρομά, μπορεί να καταστεί "αγώγιμο" στο ΕΔΔΑ δυνάμει του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ;


Οι απαντήσεις των υποψηφίων σε αυτά τα ερωτήματα, κατά τη γνώμη μου, θα έπρεπε να αποτελέσουν και το κριτήριο για την ψήφο της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης.



Δευτέρα, Ιουλίου 19, 2010

H πολιτογράφηση ως θεμελιώδες δικαίωμα

Η διαφοροποίηση ενός δικαιώματος του κοινού δικαίου, από ένα θεμελιώδες (ανθρώπινο) δικαίωμα έγκειται στο ότι ενώ το κοινό δικαίωμα μπορεί και να καταργηθεί ή να περιοριστεί από τον κοινό νομοθέτη, το θεμελιώδες δικαίωμα επιτρέπεται να περιοριστεί μόνο κατά το μέτρο που το ορίζει ο καταστατικός χάρτης. Μια άλλη διαφορά είναι ότι φορείς των ανθρώπινων δικαιωμάτων είναι κάθε πρόσωπο, ανεξάρτητα από το αν φέρει ή όχι την ιδιότητα του πολίτη.

Στην πρόσφατη απόφαση Kurić κ.α. κατά Σλοβενίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι ένα κράτος, διάδοχο μιας ομοσπονδίας που διαλύθηκε, εφόσον δεν πολιτογραφεί μόνιμους κατοίκους δεκαετιών, παραβιάζει το δικαίωμά τους για σεβασμό της ιδιωτικής ή/και οικογενειακής τους ζωής (βλ. απόφαση εδώ, δελτίο τύπου εδώ).

Είναι εντυπωσιακό πόσο το ΕΔΔΑ έχει επεκτείνει την έννοια της ιδιωτικότητας. Ενώ κάποτε το δικαίωμα αυτό αφορούσε το άσυλο της κατοικίας και της αλληλογραφίας, σταδιακά επεκτάθηκε στο χώρο της εργασίας, στη σφαίρα του βιώσιμου περιβάλλοντος γύρω από την κατοικία, στην κίνηση του ατόμου σε δημόσιους χώρους, την προστασία των προσωπικών δεδομένων στο Διαδίκτυο και, τελικά, στις σχέσεις του και την αλληλεπίδρασή του στην κοινωνία που βρέθηκε να κατοικεί μόνιμα. Στη συγκεκριμένη απόφαση βέβαια το ΕΔΔΑ υπενθυμίζει ότι η πολιτογράφηση δεν προβλέπεται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ως ένα από τα τυποποιημένα δικαιώματά της, αλλά η αποστέρηση της ιδιότητας του πολίτη για τους συγκεκριμένους προσφεύγοντες είχε δυσμενείς συνέπειες στην απόλαυση άλλων και επιμέρους δικαιωμάτων τους, τα οποία σχετίζονται με την ιδιωτική ή και οικογενειακή τους ζωή. Επομένως, τελικά η μη εγγραφή τους στα σχετικά μητρώα και η αντιμετώπισή τους ως αλλοδαπών κρίθηκε ότι παραβίαζε το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.

Πρόκειται για μια από τις πιο αναλυτικές αποφάσεις του ΕΔΔΑ, καθώς ανατρέχει όλη την ιστορία της Σλοβενίας, προκειμένου να αναζητήσει το υπόβαθρο της ένδικης διαφοράς και αξιοποιεί κάθε πηγή υλικού, ακόμα και κείμενα του Επιτρόπου Ανθρώπινων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ωστόσο, οι Ευρωδικαστές φαίνεται να λειτούργησαν ως μηχανισμός "εκτέλεσης" αποφάσεων του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Σλοβενίας που είχαν προηγουμένως λύσει το θέμα υπέρ των προσφευγόντων, αλλά οι τελευταίοι ακόμη δεν είχαν αποκατασταθεί στα δικαιώματά τους. Η κρίση λοιπόν ήταν λίγο - πολύ σίγουρη για το ΕΔΔΑ, πατώντας στο εθνικό δεδικασμένο.

Μεθοδολογικά όμως, εντοπίζω ένα δίπολο που επαναλαμβάνεται στην νομολογία του ΕΔΔΑ και από τις εξής δύο τάσεις:

(α) τα δικαιώματα της ΕΣΔΑ είναι συμπαγείς κανονιστικές σφαίρες που μπορούν να συνθλίψουν ακόμα και εθνικά Συντάγματα ή

(β) τα δικαιώματα αποτελούν δοχεία κανονιστικότητας που περικλείουν και ανάγουν σε διεθνές δίκαιο τις ειλημμένες αποφάσεις των εθνικών οργάνων, λίγο πολύ με όρους στατιστικής.

Στην απόφαση αυτή, το Άρθρο 8 λειτουργεί ως δοχείο που προσδίδει το κύρος διεθνούς δεδικασμένου στις αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Σλοβενίας. Αντίθετα, στην γνωστή απόφαση Lautsi κατά Ιταλίας, το άρθρο 9 έγινε κανονιστική σφαίρα που συνέθλιψε την παράδοση της ύπαρξης σταυρών στα σχολεία (και περιμένουμε την έκδοση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης του Δικαστηρίου, επί της έφεσης που άσκησε η Ιταλία επί του θέματος). Στην πρωτόδικη απόφαση για τους γάμους ομοφύλων, το άρθρο 12 (δικαίωμα στο γάμο) έγινε ένα δοχείο στατιστικών που "επιτρέπει" στα κράτη να αναγνωρίζουν δικαίωμα γάμου μόνο σε όποιους επιλέγουν τα ίδια. Παλαιότερα, όμως, το άρθρο 12 είχε αναγνωριστεί ως συμπαγής σφαίρα που συνέθλιψε την εθνική διάταξη περί απαγόρευσης σε γυναίκα να παντρευτεί τον πρώην πεθερό της.

Αυτό που λείπει είναι τα νομολογιακά (έστω) μεθοδικά κριτήρια, βάσει των οποίων το ΕΔΔΑ εντάσσει μια υπόθεση στην πρώτη ή στη δεύτερη δικαιοδοτική οπτική.


Τρίτη, Ιουλίου 13, 2010

Ένα νομοσχέδιο για το δημοψήφισμα

Ένα ιδιαίτερα θετικό μήνυμα ακούστηκε αυτές τις ημέρες στη Βουλή, από τον Πρωθυπουργό: η απόφαση για την εισαγωγή νομοθεσίας για τη διεξαγωγή δημοψηφισμάτων. Ο θεσμός προβλέπεται από το Σύνταγμα, αλλά δεν έχει γίνει χρήση του στα 35 χρόνια από τη θέσπιση του. Από την Ελληνική συνταγματική ιστορία γνωρίζουμε ότι το δημοψήφισμα χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά για ζητήματα μορφής του πολιτεύματος και αποτέλεσε αντικείμενο εκμετάλλευσης από δικτατορικά καθεστώτα για την "νομιμοποίησή" τους. Ωστόσο, το Σύνταγμα του 1975 προβλέπει την διεξαγωγή δημοψηφίσματος για ένα γενικό φάσμα ζητημάτων, απαγορεύοντας πάντως την διεξαγωγή για δημοσιονομικά νομοσχέδια.

Ο θεσμός κατοχυρώνεται από το άρθρο 44, το οποίο προβλέπει δύο περιπτώσεις για τις οποίες μπορεί να γίνει δημοψήφισμα:

(α) κρίσιμο εθνικό θέμα

Διαδικασία: το Υπουργικό Συμβούλιο προτείνει την διεξαγωγή δημοψηφίσματος, αποφασίζει η Βουλή με απόλυτη πλειοψηφία των βουλευτών (151 ψήφοι) και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προκηρύσσει το δημοψήφισμα με διάταγμά του.

(β) ψηφισμένα νομοσχέδια που ρυθμίζουν σοβαρό κοινωνικό ζήτημα (πλην δημοσιονομικών)

Διαδικασία: τα 2/5 των βουλευτών προτείνουν, τα 3/5 των βουλευτών αποφασίζουν και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προκηρύσσει το δημοψήφισμα. Εδώ δηλαδή δεν εμπλέκεται θεσμικά το Υπουργικό Συμβούλιο. Για αυτή τη δεύτερη περίπτωση δημοψηφίσματος, το Σύνταγμα παραπέμπει στον κοινό νομοθέτη, εξουσιοδοτώντας τον να προσδιορίσει τη διαδικασία.

Χρονικός περιορισμός: μόνο δύο προτάσεις για δημοψηφίσματα σχετικά με νομοσχέδια εισάγονται ανά περίοδο Βουλής.

Δικαστικός έλεγχος: το κύρος του δημοψηφίσματος ελέγχεται από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 100 του Συντάγματος.

Ένας νόμος για την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος θα πρέπει λοιπόν να ρυθμίζει την διαδικασία που αναφέρει το ίδιο το Σύνταγμα και να διευκρινίζει το πιο καίριο ζήτημα: ποιος διατυπώνει το ερώτημα που θα απευθυνθεί στο εκλογικό σώμα: το όργανο που προτείνει, το όργανο που αποφασίζει ή το όργανο που προκηρύσσει το δημοψήφισμα; Ή μήπως το ερώτημα θα πρέπει να διατυπώνεται από μία επιτροπή με την συμμετοχή όλων των οργάνων;

Με ποιους όρους διαφάνειας θα επιτρέπεται η προεκλογική εκστρατεία υπέρ του "ναι" και του "όχι"; Θα επιτρέπεται και η εκστρατεία με πόρους του Δημοσίου ή αυτό θα αποτελεί λόγο ακύρωσης του αποτελέσματος;

Έπειτα, ο νόμος θα πρέπει να καθορίζει επίσης, με κάποια κριτήρια, την έννοια του "κρίσιμου εθνικού θέματος" και του "σοβαρού κοινωνικού ζητήματος", επισημαίνοντας σε κάθε περίπτωση ότι ένα δημοψήφισμα δεν είναι δυνατόν να αφορά ένα θέμα που άπτεται της εφαρμογής των ανθρώπινων δικαιωμάτων, αλλά και των μη αναθεωρήσιμων διατάξεων του Συντάγματος (άρθρο 110 Σ). Επίσης, ένα δημοψήφισμα δεν μπορεί να αφορά, κατά τη γνώμη μου, κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων χωρών. Όμοια, πρέπει να διευκρινισθει και η έννοια του "δημοσιονομικού" νομοσχεδίου. Εμπίπτει σε αυτό, λ.χ. η κύρωση διεθνούς σύμβασης δανεισμού της Χώρας; Εμπίπτει σε αυτό λ.χ. ένα κοινωνικοασφαλιστικό νομοσχέδιο;

Όλα αυτά θα πρέπει να είναι και ελέγξιμα δικαστικά, ώστε ο έλεγχος του "κύρους" από το Α.Ε.Δ. να επεκτείνεται και στον έλεγχο του "παραδεκτού" της κήρυξης δημοψηφίσματος. Ίσως μάλιστα για λόγους αποφυγής δικαστικών ανατροπών, θα έπρεπε το ερώτημα του δημοψηφίσματος, πριν γίνει η προκήρυξή του, να αποστέλλεται για επεξεργασία και προέλεγχο στο Α.Ε.Δ., ώστε να υπάρχει μια αρχική δικαστική απόφαση για το "παραδεκτό" ή μη του ίδιου του ερωτήματος.

Και φυσικά, ο νόμος θα πρέπει να προβλέπει και το τι ακολουθεί το δημοψήφισμα, ποιες είναι οι νομικές συνέπειές του, σε ποιες προθεμίες πρέπει να ενεργήσουν τα πολιτειακά όργανα για την εφαρμογή των συνεπειών του και κατά πόσον θα επιτραπεί ή οχι να επαναληφθεί ένα δημοψήφισμα για το ίδιο ακριβώς θέμα.


Δευτέρα, Ιουλίου 12, 2010

Οι δικαστές αρνούνται να απογραφούν

Με μια αιφνιδιαστική κίνηση αυταπάρνησης, οι δικαστές αποφάσισαν να συμβάλλουν στον αγώνα που δίνει η Χώρα για έξοδο απο την οικονομική κρίση, παραιτούμενοι απο τους βουλευτικής στάθμης μισθούς που εισπράττουν από το Ελληνικό Δημόσιο. Καταγγέλλοντας την απογραφή του πάσης φύσεως προσωπικού του δημόσιου τομέα με συντριπτικά επιχειρήματα συνταγματικής περιωπής, αποφάσισαν την αυτοεξαίρεσή τους από την Ενιαία Αρχή Πληρωμής και συνακόλουθα από τη μισθοδοσία τους από το Δημόσιο Ταμείο. Χωρίς τυμπανοκρουσίες, αλλά με την αυτοσυγκράτηση που αρμόζει σε κάθε γενναιόδωρη πράξη φιλανθρωπίας, απέφυγαν την ευθεία αναφορα στην παραίτησή τουs υπέρ της Πατρίδας, προτάσσοντας απλώς την αρχή της διάκρισης των λειτουργίων, που όπως όλες οι ορθολογικέs κατακτήσεις του Διαφωτισμου αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο του Ελληνικού Κράτους, βάσει της οποίας, ακόμη κι αν το ήθελαν, δεν επιτρέπεται οι μισθολογικές τους καταστάσεις να ενταχθούν στους ίδιους ηλεκτρονικούς υπολογιστές με τις καταστάσεις του προσωπικού του δημόσιου τομέα που ως γνωστόν δεν ασκεί καμία από τις τρεις κρατικές λειτουργίες, κατά τις διδαχές του Μοντεσκιέ. Προκειμένου λοιπόν να μην δημιουργηθούν οι πρόσθετες δαπάνες που θα επέβαλε η οργάνωση ενός νέου πλγροφοριακού συστήματος αποκλειστικά γι αυτούς, οι δικαστές αποφάσισαν με αυτόν τον εύσχημο και υπαινικτικό τρόπο, υπενθυμίζοντας και τα πολιτειολογικά θεμέλια της Δημοκρατίας μας, να παραιτηθούν σιωπηρά από τη δημόσια μισθοδοσία. Σύμφωνα μάλιστα με δικαστικούς κύκλους, οι -άμισθοι πλέον- λειτουργοί της Θέμιδος προτίθενται να κάνουν ένα ακόμη βήμα για την ενίσχυση της παραγωγικότητάς τους, καθώς θα εισηγηθούν την κατ´ αποκοπή αμοιβή τους, ακολουθώντας το πρότυπο του συστήματος των δικηγορικών αμοιβών: κάθε διάδικος στο εξης θα προσκομίζει στο δικαστήριο γραμμάτιο προείσπραξης δικαστικής αμοιβής, που θα πρέπει να προκαταβάλει για την διενέργεια της δίκης. Τα ποσά θα καθορίζονται με βάση ενιαίο συντελεστη ανά βαθμό δικαιοδοσίας από τους κατά τόπους δικαστικούς συλλόγους και οι δικαστές θα αποδίδουν και 23% φ.π.α. Έτσι τα μηνιαία εσοδα των δικαστών αφενός δεν θα επιβαρύνουν τον κρατικό προυπολογισμο - αλλά μόνο όσους ζητούν δικαστική προστασία (οι άποροι θα απολαμβάνουν δωρεάν δικαστικές υπηρεσίες προσκομίζοντας σχετικό πιστοποιητικο) κι αφετέρου το οικονομικό κίνητρο της διεκπεράιωσης όσο το δυνατόν περισσότερων δικών θα επιλύσει το αρχετυπικό πρόβλημα της αργοδικίας και των καθυστερήσεων στην έκδοση δικαστικών αποφάσεων. Ταυτόχρονα ο διαχωρισμός κρατικού ταμείου - Δικαιοσύνης θα ενισχύσει την αρχη της διάκρισης των λειτουργιών, αλλά και την ίδια την ανεξαρτησία της δικαστικής λειτουργίας , αφού πλέον το βιοτικό επίπεδο των δικαστών δεν θα εξαρτάται από συμφωνίες των υπουργών δικαιοσύνης και οικονομικών περί εφαρμογής ή μη δικαστικών αποφάσεων εξίσωσης προς τους βουλευτικούς μισθούς, αλλά από την αυθόρμητη προσέλευση των διαδίκων και την αυτοχρηματοδότηση του συστήματος απονομής Δικαιοσύνης.

Κάπου εδώ φαντάζομαι ότι, για να μη θεωρηθεί ότι αποφάσισα να αυτοκτονήσω επαγγελματικά, πρέπει να επισημάνω πωs όλα τα παραπάνω είναι μία σκωπτική "ανάγνωση" της ανακοίνωσης των δικαστών περί άρνησης συμμετοχής τους στην απογραφή των δημοσίων υπαλλήλων. Συμφωνώ με τη νομική θεμελίωση της ανακοίνωσης, αλλά με την προσθήκη ότι το κύρος της Δικαιοσύνης διαφυλάσσεται μόνο με την έκδοση επιστημονικά ευσταθών δικαστικών αποφάσεων σε εύλογο χρόνο και ότι ο ουσιαστικός σεβασμός προς τους δικαστές είναι αξία που θα κερδίσουν μόνοι τους, πέρα από συνταγματικές διατάξεις που ουδείς πια αμφισβητεί.

Παρασκευή, Ιουλίου 09, 2010

Καταδίκη για αποστέρηση δικαιώματος ψήφου Ελλήνων του εξωτερικού

Δύο Έλληνες που κατοικούν μόνιμα στο εξωτερικό, ενόψει των εκλογών του 2007, ζήτησαν να ασκήσουν το δικαίωμα ψήφου τους στην ελληνική πρεσβεία. Η απάντηση που έλαβαν ήταν αρνητική, για "αντικειμενικούς λόγους" που οφείλονταν στην έλλειψη ρυθμιστικού θεσμικού πλαισίου (νομοθεσίας), παρ' όλο που το Σύνταγμα προβλέπει στο άρθρο 51 την δυνατότητα ψήφου για τους Έλληνες του εξωτερικού. Έτσι, οι δύο Έλληνες προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, επικαλούμενοι παραβίαση του ανθρώπινου δικαιώματος για συμμετοχή σε ελεύθερες εκλογές (άρθρο 3 Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ).

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε δεκτή την προσφυγή τους, καταδικάζοντας την Ελλάδα για παραβίαση του δικαιώματος ψήφου (απόφαση Σιταρόπουλος και Γιακουμόπουλος εναντίον Ελλάδας, βλ. και δελτίο τύπου). Παρ' όλο που συμφωνώ ότι η Ελλάδα παραβίασε το δικαίωμα συμμετοχής σε ελεύθερες εκλογές, διαφωνώ κάθετα με την αιτιολόγηση της απόφασης.

Το άρθρο 3 ("Δικαίωμα συμμετοχής σε ελεύθερες εκλογές") ορίζει ότι τα κράτη "αναλαμβάνουν την υποχρέωση να διενεργούν κατά λογικά διαστήματα ελεύθερες μυστικές εκλογές, υπό συνθήκες που επιτρέπουν την ελεύθερη έκφραση της λαϊκής βούλησης ως προς την εκλογή του νομοθετικού σώματος". Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό το άρθρο δεν εμπεριέχει την νομική υποχρέωση των Κρατών να διασφαλίζουν και το δικαίωμα ψήφου των εκλογέων που ζουν στο εξωτερικό. Οπότε, κανονικά θα έπρεπε να είχε αθωώσει την Ελλάδα. Όμως, επειδή το Ελληνικό Σύνταγμα αναφέρει στο άρθρο 51 το δικαίωμα ψήφου των Ελλήνων του εξωτερικού κι επειδή το Κράτος δεν έχει λάβει νομοθετιά και οργανωτικά μέτρα για την ενάσκηση του συνταγματικού δικαιώματος, η Ελλάδα καταδικάζεται για παραβίαση του άρθρου 3. Δηλαδή εάν το Σύνταγμα μας δεν το έλεγε, η Ελλάδα δεν θα είχε παραβιάσει την ΕΣΔΑ. Δηλαδή ερμηνεύουμε την ΕΣΔΑ σύμφωνα με το εκάστοτε εθνικό Σύνταγμα, ανατρέποντας την σχέση άμεσης εφαρμογής και υπεροχής του διεθνούς δικαίου έναντι του εσωτερικού δικαίου.

Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι Ευρωπαίοι αλλά και οι εθνικοί δικαστές έχουν την υποχρέωση της "συναρμογής", κατά την έκφραση του αείμνηστου καθ. Γ. Παπαδημητρίου, των αυξημένης τυπικής ισχύος κειμένων που κατοχυρώνουν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Δηλαδή να μην αναζητούμε ιεραρχήσεις ανάμεσα σε Σύνταγμα, ΕΣΔΑ, ΔΣΑΠΔ, Χάρτη ΕΕ κλπ, αλλά να τα προσεγγίζουμε όλα ως αλληλοσυμπληρούμενα και ουσιαστικά ως ένα ενιαίο νομικό σώμα, χάριν της καθολικής υπεροχής των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Είναι άλλο όμως αυτό κι άλλο να λες ότι η Ελλάδα παραβιάζει την ΕΣΔΑ λόγω της πληρότητας του Συντάγματός της, ενώ η άλλη χώρα που επίσης δεν έχει ψήφο για κατοίκους εξωτερικού δεν παραβιάζει την ΕΣΔΑ, λόγω κενού του Συντάγματός της. Το λάθος σε αυτήν την απόφαση είναι δηλαδή ότι εξάγει την κρίση της από ένα σωρό μη νομικά δεσμευτικά για το ΕΔΔΑ κείμενα (Σύνταγμα, ψηφίσματα, διακηρύξεις, συγκριτικό δίκαιο), εκτός από το ίδιο το άρθρο 3 που καλείται να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει. Το ΕΔΔΑ λειτούργησε σαν ένα απλό εθνικό δικαστήριο: οι προσφεύγοντες θα μπορούσαν να είχαν προσφύγει στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, ζητώντας την αποζημίωση των 10.000 για προσβολή της προσωπικότητάς τους, επειδή δεν μπόρεσαν να ασκήσουν το συνταγματικό δικαίωμα που προβλέπεται από το άρθρο 51 του Συντάγματος. Με την αιτιολογία του ΕΔΔΑ, η επίκληση της ΕΣΔΑ είναι απλώς περιττή, όπως και η εμπλοκή του ίδιου του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Απλώς θα είχαμε την απόφαση σε 5 χρόνια αντί για τρία.

Γι' αυτό η σωστή απόφαση θα έπρεπε να ξεκινάει από το άρθρο 1 της ΕΣΔΑ, κατά το οποίο τα κράτη του Συμβουλίου της Ευρώπης οφείλουν να διασφαλίζουν τα προβλεπόμενα ανθρώπινα δικαιώματα για κάθε πρόσωπο επί του οποίου έχουν δικαιοδοσία. Οι Έλληνες πολίτες που ζουν στο εξωτερικό εμπίπτουν ως προς το δικαίωμα ψήφου στην δικαιοδοσία της Ελλάδας, άρα η χώρα πρέπει να διασφαλίζει την ενάσκηση των δικαιωμάτων. Έπειτα, κατά το άρθρο 14 της ΕΣΔΑ, η ενάσκηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων πρέπει να διασφαλίζεται χωρίς διακρίσεις λόγω διαφορετικής κατάστασης ("other status"/"autre situation"), όπως η κατοικία στο εξωτερικό. Κατά το άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, οι εκλογές πρέπει να απηχούν την λαϊκή θέληση για το νομοθετικό σώμα. Σε αυτό το σημείο, η συμβολή του Στρασβούργου θα έπρεπε να αφορά την κομβική έννοια της "λαϊκής θέλησης", διακρίνοντας ανάμεσα (α) στο νομοθετικά προβλεπόμενο εκλογικό σώμα (που εξαιρούσε τους Έλληνες πολίτες του εξωτερικού) και (β) στο ευρύτερο συνταγματικό εκλογικό σώμα (πολίτες με δικαίωμα ψήφου) που απηχεί όντως την "θέληση του λαού". Διότι ο πολίτης δεν επιτρέπεται να χάνει το δικαίωμα ψήφου ανάλογα με το αν κατοικεί στο εσωτερικό ή το εξωτερικο της χώρας, καθώς τότε ο αποκλεισμός του δικαιώματος που οφείλεται στον τόπο κατοικίας του γίνεται κατά αθέμιτη διάκριση κι επιπρόσθετα περιορίζει κατά πολύ την έκταση της λαϊκής συμμετοχής στις εκλογές.

Κατά τη γνώμη μου το ΕΔΔΑ έπρεπε να διαγνώσει παραβίαση του άρθρου 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 ΠΠΠ ΕΣΔΑ. Ανεξάρτητα δηλαδή από το αν το Σύνταγμα προέβλεπε ή όχι την ψήφο στο εξωτερικό. Επίσης οι πολλές αναφορές στο συγκριτικό δίκαιο έχουν γίνει επικίνδυνες, γιατί σταδιακά αρχίζουν διάφορα μη δεσμευτικά (για το ΕΔΔΑ) κείμενα να αντιμετωπίζονται ως νοηματοδοτούντα την ΕΣΔΑ, ενώ θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο. Τρανταχτό παράδειγμα, η υπόθεση με τους γάμους των ομόφυλων ζευγαριών, όπου ξαφνικά το εθνικό δίκαιο έγινε πιο σημαντικό από το άρθρο 12.

Άλλη μια απόφαση του Στρασβούργου που απογοητεύει, λόγω σύγχυσης κατά την εφαρμογή της νομικής μεθοδολογίας: οι δικαιοσυγκριτικές μελέτες δεν έχουν κανονιστικό περιεχόμενο όσο κι αν βοηθούν στην αντίληψη των εθνικών θέσεων για τα μεγάλα θεσμικά θέματα. Αν ήταν έτσι όμως δεν θα χρειαζόμασταν Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, θα αρκούσαν τα πανεπιστήμια και οι εργασίες των φοιτητών στις νομικές σχολές.


Τετάρτη, Ιουλίου 07, 2010

Η απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων για την απογραφή των δημοσίων υπαλλήλων

Όπως είχα επισημάνει σε προηγούμενη ανάρτηση η διαδικασία της απογραφής των δημοσίων υπαλλήλων παρουσιάζει ορισμένα ζητήματα σχετικά με το δίκαιο της προστασίας προσωπικών δεδομένων (βλ. εδώ). Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα επελήφθη του ζητήματος και εξέδωσε επ' αυτού του θέματος την απόφαση 43/2010 (βλ. εδώ).

Η Αρχή εκκινεί από τη σωστή αφετηρία: εφόσον ο σκοπός της απογραφής, βάσει της σχετικής κοινής υπουργικής απόφασης είναι ο κεντρικός έλεγχος της μισθοδοσίας των δημοσίων υπαλλήλων, θα πρέπει να συλλέγονται μόνον τα δεδομένα που είναι αναγκαία για την εκπλήρωση του συγκεκριμένου σκοπού. Η "αρχή του δεσμευτικά καθορισμένου σκοπού" στο δίκαιο της προστασίας προσωπικών δεδομένων αποτελεί έναν κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο ο σκοπός της συλλογής πρέπει να είναι εκ των προτέρων γνωστός και τα δεδομένα που συλλέγονται πρέπει να είναι μόνον όσα είναι αναγκαία για την εκπλήρωση του συγκεκριμένου σκοπού. Επομένως, τα περιττά δεδομένα δεν πρέπει να συλλέγονται. Επιπλέον, η Αρχή καθορίζει ορισμένα τεχνικά πρότυπα ασφάλειας για την τήρηση των δεδομένων (κρυπτογράφηση, αποτροπή κακόβουλων επιθέσεων κλπ).

Σύμφωνα με δημοσίευμα, προηγήθηκε συνεδρίαση της Αρχής με στελέχη του υπουργείου Εσωτερικών (βλ. εδώ). Στο ίδιο το κείμενο της απόφασης όμως, η Αρχή δεν αναφέρει την παρουσία αυτών των υπηρεσιακών παραγόντων, ούτε τα επιχειρήματα που έθεσαν στην Αρχή για να υπερασπιστούν τις επιλογές της Κ.Υ.Α. Επίσης, στην απόφαση δεν αναφέρονται ονομαστικά τα μέλη της Αρχής που μειοψήφισαν σε επιμέρους θέματα.

Επομένως, για τη νομική διάσωση της απογραφής, τηρουμένων των διατάξεων της απόφασης, υπάρχουν κατ' αρχήν δύο λύσεις: είτε συμμόρφωση της διαδικασίας προς τις εντολές της Αρχής με απαλειφή των περιττών δεδομένων, ενόψει του συγκεκριμένου σκοπού (μισθοδοσία), είτε νομοθετική διεύρυνση του σκοπού της απογραφής με προσθήκη διατυπωμένη έτσι ώστε να "χωράει" και όσα δεδομένα κρίθηκαν περιττά με βάση την τρέχουσα νομοθετική εξουσιοδότηση.

Υπάρχει όμως και μια τρίτη, πιο ευέλικτη λύση. Μπορούν να διατηρηθούν ακριβώς τα ίδια πεδία συλλεγόμενων δεδομένων, αρκεί η συμπλήρωση των "περιττών" (για τη μισθοδοσία) δεδομένων να καταστεί μη υποχρεωτική. Με μια μικρή προσθήκη στην διαδικασία της απογραφής, θα μπορούσαν να συλλέγονται τα υπόλοιπα δεδομένα (λ.χ. βαθμοί πτυχίων κλπ) όχι πια λόγω της Κ.Υ.Α., αλλά προαιρετικά, με βάση την συγκατάθεση των δημοσίων υπαλλήλων. Η συγκατάθεση είναι ένας νόμιμος λόγος συλλογής προσωπικών δεδομένων, εφόσον βέβαια έχει προηγηθεί η σχετική αναλυτική ενημέρωση για την τύχη των στοιχείων που πρόκειται να χορηγήσει το άτομο (άρθρα 2 στ και 5 παρ. 1 Ν.2472/1997). Και φυσικά θα πρέπει να υπάρχουν οι σχετικές εγγυήσεις ότι η συμπλήρωση θα είναι όντως προαιρετική, χωρίς επιπτώσεις για όσους δεν κάνουν χρήση του δικαιώματος συγκατάθεσης. Έτσι θα παρακαμφθεί και η παλαιότερη κρίση της Αρχής ότι η συγκατάθεση στη συλλογή δεδομένων των εργαζομένων δεν αποτελεί νόμιμο λόγο επεξεργασίας (Οδηγία 115/2001).


Η αδιαφανής επιλογή των ανώτατων δικαστών

Ο δικαστής στις δημοκρατικές χώρες αποφασίζει με βάση το νόμο και την συνείδησή του. Ενώ ο "νόμος" είναι αντικειμενικά προσβάσιμο κείμενο - άρα προβλέψιμες οι συνέπειες της εφαρμογής του - η "συνείδηση" του δικαστή είναι μια άγνωστη περιοχή - άρα απρόβλεπτη η επιρροή της στην λήψη των αποφάσεων. Αυτό το κενό, ειδικά για τους ανώτατους δικαστικούς σχηματισμούς, καλύπτεται με την εξέταση των υποψήφιων ανώτατων δικαστών από τα εθνικά κοινοβούλια. Αυτές τις ημέρες "ανακρίνεται" εξαντλητικά η κ. H. Kagan, υποψήφια για μια θέση του αμερικάνικου Supreme Court. Οι απαντήσεις της σε καίρια συνταγματικά θέματα των Η.Π.Α. (οπλοφορία, gay rights, σχέσεις κυβέρνησης - ανεξάρτητων αρχών) γνωρίζει ευρύτατη δημοσιότητα και κριτική από τον αμερικάνικο τύπο (βλ. εδώ άρθρο της Washington Post).

Στη Ελλάδα, μας ανακοινώθηκε ότι διορίστηκαν νέοι αντιπρόεδροι των ανώτατων δικαστηρίων (βλ. εδώ άρθρο της Ναυτεμπορικής). Σύμφωνα με το Σύνταγμα, η επιλογή γίνεται από το Υπουργικό Συμβούλιο (άρθρο 90 παρ. 5), ενώ σύμφωνα με το Ν.3841/2010, στην διαδικασία παρεμβάλλεται και διαδικασία ακρόασης και σύνταξης Γνώμης από την Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής. Αυτές οι ρυθμίσεις έχουν γνωρίσει την αντίδραση ανώτατων δικαστικών, οι οποίοι τις έχουν θεωρήσει αντισυνταγματικές, με το σκεπτικό ότι έτσι αλλοιώνεται το άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος που ορίζει μόνο αρμόδιο το Υπουργικό Συμβούλιο (κι οχι τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής) για την επιλογή.

Πάντως, οι νέοι αντιπρόεδροι των ανώτατων δικαστηρίων ορίστηκαν χωρίς να έχει προηγηθεί κάποιου είδους διάλογος ή παρουσίασή τους σε μια ανοικτή και δημόσια διαδικασία. Πέρα από το βιογραφικό τους που δόθηκε στη δημοσιότητα, υπάρχει σαφέστατα το ζήτημα της γενικότερης αξιολόγησης της προσωπικότητάς τους. Για παράδειγμα, στον κατάλογο των υποψηφίων αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου μετείχαν δικαστές οι οποίοι σε υπόθεση βιβλίου για τους Εβραίους είχαν ψηφίσει κατά τρόπον ο οποίος ακυρώνει νομολογιακά την εφαρμογή του Ν.927/1979, ενώ στον κατάλογο των υποψηφίων δεν περιλαμβάνονταν δικαστές που τάχθηκαν με τη μειοψηφία. Χωρίς να αξιολογώ εδώ την ψήφο των δικαστών, σίγουρα το ζήτημα είναι καίριας σημασίας για τα συνταγματικά δικαιώματα της ίσης μεταχείρισης κι αυτό θα έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης των υποψηφίων.

Για την κατάρτιση των υποψηφιοτήτων δεν είχε δημοσιευθεί, απ' όσο γνωρίζω, πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος (όπως έχει γίνει για τη θέση του Έλληνα δικαστή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου). Ούτε εκλήθησαν οι υποψήφιοι ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου, ώστε να παρακολουθήσουμε μέσω της απευθείας μετάδοσης της συνεδρίασης, την ακρόασή τους. Διαβάζουμε ότι η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου είναι ομόφωνη. Που βασίζεται άραγε αυτή η ομοφωνία, σε ποια στοιχεία βασίστηκαν οι Υπουργοί;

Δεν μπορεί να αμφιβάλλει κανείς ότι η επιλογή αρκετών γυναικών για τη θέση των αντιπροέδρων είναι μια θετική επιλογή, στη κατεύθυνση της ισότητας και της ευρύτερης "εκπροσώπησης" του πληθυσμού. Όλοι οι διορισθέντες άλλωστε είναι δικαστικοί με δεκαετίες προϋπηρεσίας και είναι πολύ θετικό ότι κάποιοι ξεκίνησαν την καριέρα τους από Ειρηνοδίκες. Η διαδικασία επιλογής τους όμως, δεν έγινε με το βαθμό διαφάνειας που έχει καθορίσει η Κυβέρνηση ως γενική πολιτική για την κατάληψη των δημόσιων θέσεων. Ποιες είναι οι θέσεις αυτών των δικαστών για τα μεγάλα θεσμικά θέματα που θα κληθούν να δικάσουν, όπως ας πούμε οι σχέσεις του εθνικού δικαίου με το ευρωπαϊκό, ο δικαστικός έλεγχος του Μνημονίου, οι καταδίκες της Ελλάδας για παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων σχετικά με την θρησκευτική ελευθερία, την ελευθερία της έκφρασης, τα δικαιώματα των μειονοτήτων; Αυτά όλα γιατί θα πρέπει να τα μάθουμε εκ των υστέρων, ως δικαστικές αποφάσεις, χωρίς να έχουμε εκ των προτέρων μια γενική και δημόσια τοποθέτησή τους;


Σάββατο, Ιουλίου 03, 2010

Project Blog για την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

Μια σημαντική προϋπόθεση για την εφαρμογή των ανθρώπινων δικαιωμάτων στην καθημερινή ζωή είναι η διάδοση του περιεχομένου τους και το χτίσιμο συνείδησης σχετικά με αυτά. Ενώ τα δικαστήρια και οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται να επιβάλλουν κυριαρχικά την εμπέδωση των δικαιωμάτων, κύριο έργο των ανθρωπιστικών οργανώσεων και των υπερασπιστών των δικαιωμάτων είναι να ενημερώνουν την κοινή γνώμη για τις ατομικές εξουσίες που έχει κάθε άνθρωπος χωριστά.

Ένα πρόβλημα που αντιμετώπισα στην αρθρογραφία του e-lawyer ήταν ότι ενώ μπορούσα να παραπέμπω με links σε κάθε μεμονωμένο άρθρο του Συντάγματος, λόγω της σχετικής εφαρμογής της ιστοσελίδας της Βουλής (βλ. εδώ), η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου υπήρχε στο Διαδίκτυο μόνο ως ενιαίο κείμενο (βλ. εδώ). Έτσι έπρεπε να παραπέμπω συνεχώς σε ένα πολυσέλιδο pdf ή html της ιστοσελίδας του Συμβουλίου της Ευρώπης. Επίσης, το ελληνικό κείμενο της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε με νόμο στη δεκαετία του 1970 είναι στην καθαρεύουσα (βλ. εδώ), πράγμα που καθιστά κάπως απρόσιτη τη γλώσσα των διατάξεων της Σύμβασης. Εξάλλου, η ελληνική κυρωθείσα μετάφραση απηχεί κυρίως το γαλλικό πρωτότυπο κείμενο της ΕΣΔΑ, ενώ εξίσου πρωτότυπο (κι εφαρμοστέο από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, μάλλον πιο συχνά) είναι και το αγγλικό πρωτότυπο. Έτσι αποφάσισα να δημιουργήσω ένα project - blog στο οποίο θα υπάρχουν τα άρθρα της ΕΣΔΑ σε μετάφραση στα νέα Ελληνικά, όπου θα γίνεται σεβαστό τόσο το Αγγλικό όσο και το Γαλλικό πρωτότυπο και θα υπάρχει η δυνατότητα παραπομπής άρθρο προς άρθρο.

Το blog αυτό ξεκινάει να λειτουργεί σήμερα και είναι το


Περιλαμβάνει μόνο τα άρθρα 1 - 18 της ΕΣΔΑ, δηλαδή το μέρος στο οποίο κατοχυρώνονται τα ανθρώπινα δικαιώματα που προβλέπει αυτή η Σύμβαση, η οποία δεσμεύει τις 47 χώρες του Συμβουλίου της Ευρώπης και εφαρμόζεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Δεν περιλαμβάνονται λοιπόν στο blog τα υπόλοιπα άρθρα της, τα οποία περιέχουν δικονομικές διατάξεις για την σύνθεση και τη λειτουργία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, αλλά ούτε και τα ανθρώπινα δικαιώματα που κατοχυρώθηκαν μεταγενέστερα, στα Πρόσθετα Πρωτόκολλα της ΕΣΔΑ (δικαίωμα στην ιδιοκτησία, στην εκπαίδευση, στις ελεύθερες εκλογές κλπ). Για αυτά θα πρέπει να ακολουθήσει άλλο ένα blog, όπως θα πρέπει να γίνει και για τον Αναθεωρημένο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη, ο οποίος περιέχει τα κοινωνικά δικαιώματα του ευρωπαϊκού χώρου.

Οι στόχοι λοιπόν του νέου blog είναι:

- πρόσβαση σε πιο προσιτή μετάφραση της ΕΣΔΑ, με δυνατότητα συγκριτικής επισκόπησης της κυρωθείσας μετάφρασης (καθαρεύουσα) και των Αγγλικού και Γαλλικού πρωτοτύπων
- δυνατότητα παραπομπής σε μεμονωμένα άρθρα της με links στα κείμενά μας
- προσθήκη σχολίων κάτω από κάθε άρθρο, όπως αποφάσεων του ΕΔΔΑ ή και άλλων εφαρμογών των ανθρώπινων δικαιωμάτων στην καθημερινότητα.

Η ΕΣΔΑ θεωρητικώς δεν είναι θέσφατο (πρόκειται για κείμενο του 1950), αλλά αποτελεί το νομικά δεσμευτικό κείμενο που ισχύει αυτή τη στιγμή σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Πρόσφατα, η Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη Συνθήκη της Λισαβόνας προσχώρησε στην ΕΣΔΑ και τη δικαιοδοσία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Αυτό σημαίνει ότι πρόκειται για ένα κείμενο που έχει καθορίσει την ζωή στην Ευρώπη και πρόκειται να μας απασχολεί για πολλά χρόνια ακόμη, ορίζοντας τα κριτήρια του σύγχρονου ανθρωπιστικού πολιτισμού.

Γι΄ αυτό αξίζει να εξοικειωθούμε καλύτερα με τη ΕΣΔΑ και να την ανάγουμε σε αντικείμενο ευχερούς επίκλησης.



Παρασκευή, Ιουλίου 02, 2010

Απογραφή δημοσίων υπαλλήλων και προστασία προσωπικών δεδομένων

Κάθε διαδικασία απογραφής συνδέεται από τη φύση της με τη συλλογή πληροφοριών που αναφέρονται σε φυσικά πρόσωπα, δηλαδή με την συλλογή και αποθήκευση προσωπικών δεδομένων. Αυτό σημαίνει ότι ο όγκος των πληροφοριών που συλλέγονται θα πρέπει να υποβληθεί σε έλεγχο συμβατότητας προς το νομικό πλαίσιο για την προστασία προσωπικών δεδομένων. Στο παρελθόν, ακόμη και παραδοσιακά αποδεκτές διαδικασίες έχουν ακυρωθεί δικαστικά μέχρι και σε επίπεδο ανώτατων δικαστηρίων: κλασική είναι η απόφαση του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου της Γερμανίας κατά τη δεκαετία του 1980 που έκρινε αντισυνταγματική τη διαδικασία απογραφής, διακηρύσσοντας παράλληλα το δικαίωμα του ατόμου στον πληροφοριακό του αυτοκαθορισμό.

Ενώ οι εξελίξεις στον τομέα των προσωπικών δεδομένων γίνονται σταδιακά συνείδηση μέσα στην κοινωνία, καθώς άλλοτε προκαλούσαν ισχυρές αντιδράσεις (θυμηθείτε την υπόθεση του θρησκεύματος στις ταυτότητας), ορισμένες πληροφορίες έχουν σταματήσει να απαιτούνται στις κατά καιρούς απογραφές. Πρόκειται κυρίως για τα ευαίσθητα δεδομένα, που σχετίζονται με τις πιο εσωτερικές πτυχές του ιδιωτικού βίου. Εκτός όμως από τα ευαίσθητα δεδομένα, μία διαδικασία απογραφής θα πρέπει να αφορά μόνο όσα δεδομένα είναι απολύτως αναγκαία για τους σκοπούς της (άρθρο 4 Ν.2472/1997). Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να επιλέγονται οι διαδικαστικές λύσεις που συνδέονται με όσο το δυνατόν περιορισμένη συλλογή προσωπικών δεδομένων.

Στη φόρμα της απογραφής των δημοσίων υπαλλήλων (βλ. εδώ) που διενεργείται αυτόν τον καιρό βλέπουμε να ζητούνται ορισμένα στοιχεία τα οποία είναι αμφισβητήσιμο κατά πόσον είναι απολύτως αναγκαία για το σκοπό της απογραφής. Βλέπουμε να ζητείται το e-mail ή το κινητό τηλέφωνο του υπαλλήλου, στοιχεία τα οποία προφανώς δεν αναφέρονται σε υπηρεσιακές ηλεκτρονικές διευθύνσεις, αλλά σε σφαίρες της ιδιωτικότητας. Ο σκοπός για τον οποίο ζητούνται αυτά τα στοιχεία διευκρινίζεται στις Οδηγίες συμπλήρωσης του εντύπου (βλ. εδώ). Είναι υποχρεωτικό να δηλώσει ο υπάλληλος είτε κινητό τηλέφωνο είτε e-mail προκειμένου να του αποσταλεί "με ασφάλεια" ο Προσωπικός Κωδικός Απογραφής, ώστε ο ενδιαφερόμενος να έχει πρόσβαση στο φάκελό του. Εάν μάλιστα ο υπάλληλος δεν διαθέτει e-mail ή κινητό καλείται να δώσει (υποχρεωτικά) το κινητό ενός οικείου προσώπου.

Δεν πρόκειται για έναν ασφαλή τρόπο χορήγησης του Προσωπικού Κωδικού Απογραφής, ο οποίος μάλιστα αποτελεί ένα προσωπικό δεδομένο - κλειδί πρόσβασης στον φάκελο. Ανεξάρτητα από το πόσο οικείο είναι το πρόσωπο, η αποστολή του κωδικού σε ένα κινητό τρίτου καθιστά τον Κωδικό αυτομάτως προσβάσιμο και από άτομο πέραν του ενδιαφερομένου. Ο πιο ασφαλής τρόπος θα ήταν η αποστολή του κωδικού με συστημένη επιστολή (ή η ιδιόχειρη παράδοση του Κωδικού σε κλειστό φάκελο από την ίδια την υπηρεσία του υπαλλήλου), μέθοδο απολύτως ασφαλή που ακολουθούν και οι τράπεζες όταν αποστέλουν τους κωδικούς ασφαλείας για τις συναλλαγές με κάρτες.

Πέραν τούτου όμως, αφού ο αποκλειστικός λόγος για τον οποίο ο υπάλληλος καλείται να δώσει αυτά τα στοιχεία είναι η αποστολή του Κωδικού, μετά την αποστολή θα πρέπει να διαγράφεται από τον ηλεκτρονικό φάκελο το προσωπικό δεδομένο του αριθμού κινητού τηλεφώνου ή του e-mail καθόσον δεν αποτελεί πια αναγκαίο στοιχείο, ενώ η παραμονή του στο φάκελο θα μπορούσε να διευκολύνει τη χρήση του για άλλους σκοπούς, πράγμα που θα ήταν αντίθετο στο άρθρο 4 παρ. 1 του Ν.2472/1997.

Συνεπώς, οι δημόσιοι υπάλληλοι θα πρέπει να διεκδικήσουν την παράδοση του Κωδικού σε κλειστό φάκελο, προκειμένου να αποφύγουν την κοινοποίηση αυτών των στοιχείων τους ή έστω την αυτόματη διαγραφή των δεδομένων αυτών μετά την αποστολή του Κωδικού. Καθώς όμως η μη υποβολή των υποχρεωτικών στοιχείων μπορεί να οδηγήσει σε πειθαρχικές κυρώσεις, η διεκδίκηση αυτή θα πρέπει να γίνει και με την ενεργοποίηση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, που θα πρέπει να επέμβει στην εν λόγω διαδικασία απογραφής (η οποία αφορά εξάλλου και τα προσωπικά δεδομένα των δημοσίων υπαλλήλων που υπηρετούν και στην ίδια), ώστε να διευκρινιστεί το καθεστώς συλλογής και διατήρησης των εν λόγω στοιχείων.


Υπεύθυνος Προστασίας Δεδομένων: το βιβλίο

Ένα νέο πρόσωπο αναλαμβάνει καθήκοντα στις δημόσιες υπηρεσίες και σε ορισμένους οργανισμούς του ιδιωτικού τομέα από τον Μάιο του 2018: ο ...