Πέμπτη, Μαΐου 31, 2018

"Σύστημα αρχειοθέτησης" στο δικηγορικό γραφείο

Με τον ΓΚΠΔ θα ξεκινήσει μια οριζόντια, υπαρξιακής φύσης νομίζω, συζήτηση σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. για τον ρόλο του δικηγόρου στην διαχείριση των προσωπικών δεδομένων. Η σύνδεσή μας με το σύστημα της απονομής δικαιοσύνης (ως συλλειτουργοί), ο ρόλος μας για προστασία των ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών που μας εμπιστεύονται (αυξημένες υποχρεώσεις απορρήτου), αλλά και από την άλλη πλευρά ένας κακώς νοούμενος συντεχνιασμός στην ερμηνεία του δικαίου όταν μας αφορά είναι παράγοντες που θα κονταροχτυπηθούν στην εφαρμογή του ΓΚΠΔ στο δικηγορικό γραφείο.

Το γεγονός ότι σε άλλες έννομες τάξεις, όπου ο ρόλος του δικηγόρου είναι πολύ πιο προωθημένος από πολλές απόψεις, όχι μόνο θεσμικά, έχουν επιλυθεί τα ερωτήματα με κυριαρχικό τρόπο, ουδόλως επιβάλλει την οριζόντια πρόσληψη εθνικών ερμηνειών του ΓΚΠΔ. Ακριβώς η ενιαία και πανευρωπαϊκή φύση του Κανονισμού επιβάλλει την ερμηνεία του με λήψη υπόψη όλων των ενιαίων χαρακτηριστικών που υπάρχουν στα κράτη μέλη κι όχι μόνο προκρίνοντας τις παγιωμένες θέσεις συγκεκριμένων κρατών. 

Υπάρχουν ιδιαίτερα προβληματικές διατάξεις στον ΓΚΠΔ. Η διάταξη του άρθρου 30 ξεκινά από την αφετηρία ότι το "αρχείο δραστηριοτήτων επεξεργασίας" (κάκιστη μετάφραση) δεν αποτελεί υποχρέωση για οργανισμούς που αριθμούν λιγότερους από 250 εργαζομένους. Αυτός ο αριθμός δεν είναι αυθαίρετος, αλλά συμβαδίζει με την Σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του 2003 για την οριοθέτηση των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων στην Ε.Ε. Ανάμεσα στα κριτήρια που έθετε τότε η Κομισιόν ειναι και ο αριθμός των εργαζομένων, θεωρώντας ότι μια επιχείρηση κάτω των 250 εργαζομένων εμπίπτει στην έννοια των πολυ μικρών, μικρών και μεσαίων. Αλλά αυτό αφορά τις επιχειρήσεις! Αλοίμονο αν κρίνουμε ένα δικηγορικό γραφείο ως πολύ μικρό αν έχει 200 εργαζόμενους!

Οι εξαιρέσεις των εξαιρέσεων του άρθρου 30, που επαναφέρουν την υποχρέωση τήρησης του αρχείου δραστηριοτήτων επεξεργασίας είναι εξόχως προβληματικές. Ιδίως η εξαίρεση που αναφέρει ότι έχει την υποχρέωση τήρησης ακομη και κάτω των 250 εργαζομένων ένας οργανισμός όταν δεν περιορίζεται σε περιστασιακή επεξεργασία. Είναι ολοκάθαρο ότι οι περισσότεροι "οργανισμοί", δηλαδή φορείς του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα θα αριθμούν σίγουρα λιγότερους από 250 εργαζόμενους, αλλά είναι πολύ πιο πιθανό να διενεργούν μη περιστασιακή επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Τόσο πολύ που η "εξαίρεση" γίνεται ο κανόνας: καλύτερα να μας έλεγε εξ αρχής ότι εξαιρούνται οι οργανισμοί που δεν διενεργούν περιστασιακή επεξεργασία και να άφηνε ο ευρωπαίος νομοθέτης το αριθμητικό κριτήριο, η αξία του οποίου εκμηδενίζεται τελείως.

Έπειτα έχουμε την εξαίρεση των ειδικών κατηγοριών δεδομένων και την εξαίρεση της τήρησης ποινικών δεδομένων. Αυτή η εξαίρεση προβλέπεται διαζευκτικά προς την προηγούμενη εξαίρεση: δηλαδη και εντελώς περιστασιακά να επεξεργάζεται ένας οργανισμός κάτω των 250 ατόμων ευαίσθητα δεδομένα, οφείλει να τηρεί το αρχείο δραστηριοτήτων επεξεργασίας. Κι εδώ ολοκάθαρα η εξαίρεση γίνεται κανόνας.

Πριν όμως καταληξουμε στο ότι κάθε δικηγορικό γραφείο οφείλει να τηρεί "αρχείο δραστηριοτήτων επεξεργασιών", θεωρώ ότι πρέπει να εξετάσουμε κάτι ακόμη πιο θεμελιώδες. Δηλαδή το ποιες ακριβώς επεξεργασίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διενεργούνται σε ένα δικηγορικό γραφείο εμπίπτουν ή δεν εμπίπτουν στον ΓΚΠΔ. Διότι δεν εμπίπτει κάθε επεξεργασία δεδομένων στον ΓΚΠΔ. Υπάρχει ένα συγκεκριμένο πεδίο εφαρμογής.

Ως προς το πεδίο εφαρμογής λοιπόν, έχω δύο παρατηρήσεις, βάσει του άρθρου 2 ΓΚΠΔ. 

Η πρώτη παρατήρηση αφορά το ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής όπως το ξέραμε και από την Οδηγία 95/46, αλλά και από τον Ν.2472/1997. Ο ΓΚΠΔ εφαρμόζεται σε δύο κατηγορίες επεξεργασιών δεδομένων: 

(α) στην εν όλω ή εν μέρει, αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και 
(β) στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε σύστημα αρχειοθέτησης.

 Άρα, ο ΓΚΠΔ δεν εφαρμόζεται στην (ολικά) μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων όταν αυτά ΔΕΝ περιλαμβάνονται ή ΔΕΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ να περιληφθούν σε σύστημα αρχειοθέτησης. Αν είναι μερικά αυτοματοποιημένη επεξεργασία, εμπίπτει στο (α). Επομένως, όταν έχουμε μια δια χειρός επεξεργασία δεδομένων, όπως για παράδειγμα όταν γράφουμε με το χέρι το όνομα του πελάτη μας σε έναν φάκελο δικογραφίας, αυτή θα εμπίπτει στον ΓΚΠΔ μόνο εάν τα δεδομένα περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε ένα "σύστημα αρχειοθέτησης". 

Άρα πρέπει να δούμε τι είναι το "σύστημα αρχειοθέτησης" και κυρίως το κατά πόσον το σύνολο των φακέλων δικογραφίας που τηρούνται σε ένα δικηγορικό γραφείο εμπίπτει σε αυτή την έννοια ή όχι. Διοτι εάν το σύνολο των φακέλων δικογραφίας δεν εμπίπτει στην έννοια του "συστήματος αρχειοθέτησης", η διαχείρισή του δεν διέπεται απο τον ΓΚΠΔ.

Ο νομοθετικός ορισμός του όρου "σύστημα αρχειοθέτησης" βρίσκεται στο άρθρο 4 αρ. 6 ΓΚΠΔ:

"κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία είναι προσβάσιμα με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, είτε το σύνολο αυτό είναι συγκεντρωμένο είτε αποκεντρωμένο είτε κατανεμημένο σε λειτουργική ή γεωγραφική βάση"

Επομένως, το σύστημα αρχειοθέτησης δεν είναι κάθε σύνολο δεδομένων, αλλά πρέπει αυτά τα δεδομένα να είναι δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Εάν πρόκειται για σύνολο άλλων δεδομένων, όπως στοιχεία για νομικά πρόσωπα, έργα πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας, επιχειρηματικά απόρρητα κ.τλ. τότε δεν θα πρόκεται για "σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα". Θα πρόκειται για σύνολο άλλων δεδομενων. Έπειτα, ο κανονισμός προϋποθέτει την "διάρθρωση" αυτού του συνόλου με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια. Εδώ μας βοηθάει το Προοίμιο του ΓΚΠΔ, το οποίο στον αριθμό 15 αναφέρει τα εξής:

"Η προστασία των φυσικών προσώπων θα πρέπει να εφαρμόζεται τόσο στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με αυτοματοποιημένα μέσα, όσο κ α ι στη χειροκίνητη επεξεργασία, εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα περιέχονται ή προορίζονται να περιληφθούν σε σύστημα αρχειοθέτησης. Τα α ρ χ ε ί α ή τα σ ύ ν ο λ α αρχείων, καθώς και τα εξώφυλλά τους, τα οποία δεν είναι διαρθρωμένα σύμφωνα με σ υ γ κ ε κ ρ ι μ έ ν α κριτήρια δεν θα πρέπει να υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού."

Άρα, ο ΓΚΠΔ αναγνωρίζει ότι υπάρχουν και "αρχεία" ή "σύνολα αρχείων" που έχουν μεν εξώφυλλα που όμως δεν είναι διαρθρωμένα με "συγκεκριμένα κριτήρια", οπότε δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ΓΚΠΔ. Αποδέχεται δηλαδή ο ΓΚΠΔ ότι σε αυτά τα αρχεία θα υπάρχουν μεν και δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, αλλά λόγω έλλειψης του στοιχείου της διάρθρωσης με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, δεν είναι "σύστημα αρχειοθέτησης" κι άρα δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ΓΚΠΔ. 

Το σύνολο των φακέλων δικογραφίας σε ένα δικηγορικό γραφείο θα χαρακτηρίζεται από τα εξώφυλλά των φακέλων. Στα εξώφυλλα των φακέλων αναγράφονται τα στοιχεία των διαδίκων. Οι διάδικοι δεν είναι πάντα φυσικά πρόσωπα, μπορεί να είναι και νομικά πρόσωπα. Στο μέτρο λοιπόν που τα εξώφυλλα των φακέλων δικογραφίας περιλαμβάνουν επωνυμίες νομικών προσώπων, δεν υπάρχει το στοιχείο της διάρθρωσης συνόλου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, διότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτηρα, σύμφωνα με τον σχετικό νομοθετικό ορισμό αφορούν μόνον φυσικά πρόσωπα. Και μάλιστα μόνο άτομα που βρίσκονται εν ζωή (αρ. 27 του Προοιμίου: "Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θανόντων. "). Άρα οι φάκελοι δικογραφίας που αφορούν διαδίκους που είναι αποκλειστικά νομικά πρόσωπα ή ήδη θανόντες, εκφεύγουν του πεδίου εφαρμογής του ΓΚΠΔ. Οπότε πρέπει να εξετάσουμε αν το υπόλοιπο "σύνολο" των φακέλων δικογραφίας αποτελεί "σύστημα αρχειοθέτησης": αυτό που περιλαμβάνει στα εξώφυλλά του ονοματεπώνυμα φυσικών προσώπων εν ζωή. Επομένως, το στοιχείο της "διάρθρωσης" που καθιστά "προσβάσιμα" τα προσωπικά δεδομένα δεν μπορούμε εξ ορισμού να κρίνουμε ότι υφίσταται στο σύνολο των φακέλων δικογραφίας ενός δικηγορικού γραφείου, χωρίς να υποπέσουμε σε λήψη του ζητούμένου: είναι ζητούμενο εάν το αρχείο είναι διαρθρωμένο έτσι ώστε να καθιστά προσβάσιμα τα προσωπικά δεδομένα. Δεν είναι διόλου αυτονόητο ή εκ των προτέρων γνωστό. 

Άρα η διάρθρωση θα αφορά μόνο το μέρος των φακέλων δικογραφίας που παρουσιάζει τα ανωτέρω χαρακτηριστικά και είναι ερώτημα εάν μπορεί να νοηθεί "σύστημα αρχειοθέτησης", κατά τον νομοθετικό ορισμό, ένα μέρος μόνον του αρχείου των φακέλων δικογραφίας. Βέβαια, ο ορισμός αναφέρει ότι το σύνολο αυτό μπορεί να είναι "συγκεντρωμένο ή αποκεντρωμένο". Μπορεί να είναι "κατανεμημένο σε λειτουργική ή γεωγραφική βάση". Δεν επιβάλλει να είναι όλη η διάρθρωση στον ίδιο φυσικό χώρο, στο ίδιο ντουλάπι. Και πάλι όμως, ακόμη κι αν δεχτούμε ότι ορισμένοι φάκελοι δικογραφίας είναι διαρθρωμένοι, οπότε υπάρχει ένα σύστημα αρχειοθέτησης, αυτό δεν θα καταλαμβάνει το σύνολο του αρχείου των φακέλων δικογραφίας, γιατί κάποιοι φάκελοι απλά θα αφορούν νομικά πρόσωπα ή θανόντες. Άρα δεν θα εμπίπτει το σύνολο του αρχείου στην έννοια του "συστήματος αρχειοθέτησης", γεγονός που από μόνο του σχετικοποιεί έντονα την εφαρμογή του ΓΚΠΔ στο σύνολο του αρχείου του δικηγορικού γραφείου. 

Σημειωτέον ότι και η ΑΠΔΠΧ στην απόφαση 147/2001 έχει κρίνει ότι οι φάκελοι δικογραφίας δεν ήταν "αρχείο" κατά την έννοια του αντίστοιχου όρου του Ν.2472/1997.

Η δεύτερη παρατήρηση αφορά το πεδίο εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου. Στο άρθρο 2 παρ. 2 (α) ο ΓΚΠΔ αναφερει ότι δεν εφαρμόζεται: 

"στο πλαίσιο δραστηριότητας η οποία δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης". 

Συμπληρώνει ο αριθμός 16 του Προοιμίου: 

"Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται σε ζητήματα προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών ή την ελεύθερη κυκλοφορία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που σχετίζονται με δραστηριότητες που δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου, όπως δραστηριότητες που αφορούν την εθνική ασφάλεια. "

Η προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών και η ελεύθερη κυκλοφορία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε δραστηριότητες που "δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου" είναι εκτός του πεδίου εφαρμογής ΓΚΠΔ. Η μνεία των δραστηριοτήτων εθνικής ασφάλειας είναι ενδεικτική ("ιδίως") και σημαίνει ότι ο ΓΚΠΔ δεν εφαρμόζεται στον στρατό! Εκεί εφαρμοζεται η εθνική νομοθεσία για την προστασια δεδομένων δηλ. ο Ν.2472/1997 (που γι' αυτό δεν πρέπει να καταργηθεί ολοσχερώς) και η Σύμβαση 108 που δεν έχει τέτοιες εξαιρέσεις πεδίου εφαρμογής.

Οπότε, αφού η μνεία της εθνικής ασφάλειας είναι ενδεικτική, υπάρχουν κι άλλες σφαίρες δραστηριοτήτων  "προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων" που δεν εφαρμόζεται το δίκαιο της Ένωσης, άρα ούτε και ο ΓΚΠΔ. Μία από αυτές είναι το εν γένει σύστημα απονομής της Δικαιοσύνης, το οποίο ρυθμίζεται αποκλειστικά με την εθνική νομοθεσία, εκτός βέβαια από τις περιπτώσεις που οι υποθέσεις παρουσιάζουν ενωσιακό ενδιαφέρον, όπως στην περίπτωση που εφαρμόζεται ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007 , περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις.

Το πώς τηρεί ο δικηγόρος το αρχείο των υποθέσεών του ρυθμίζεται εν μέρει (και σίγουρα ακροθιγώς) από τον Κώδικα περι Δικηγόρων. Δεν έχουμε ευρωπαϊκό Κώδικα περί Δικηγόρων. Έχουμε ενωσιακές ρυθμίσεις για την αναγνώριση των επαγγελμάτων, για τις επιδόσεις, για την προστασία δεδομένων από τις αρχές δίωξης του εγκληματος (Οδηγία 2016/680), όχι όμως ειδικές διατάξεις που ρυθμίζουν τον τρόπο της ενάσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος. Ο Κώδικας Δεοντολογίας Δικηγόρων είναι αποκλειστικά ένα κείμενο αυτορρύθμισης του δικηγορικού σώματος. Δεν αποτελεί εναρμόνιση προς κοινοτικές οδηγίες. 

Το μοναδικό σημείο στο οποίο ο ΓΚΠΔ αναφέρεται σε δικηγόρους είναι στον αρ. 91 του Προοιμίου του, για να εξαιρέσει τις επεξεργασίες δεδομένων πελατών δικηγόρου από την έννοια της "μεγάλης κλίμακας" που επιβάλλει την διενέργεια εκτίμησης αντικτύπου κατά το άρθρο 35 του ΓΚΠΔ: 

"Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι είναι μεγάλης κλίμακας, εάν η επεξεργασία αφορά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ασθενών ή πελατών ιδιώτη ιατρού, άλλου επαγγελματία του τομέα της υγείας ή δικηγόρου. Στις περιπτώσεις αυτλές η εκτίμηση αντικτύπου της προστασίας δεδομένων δεν θα πρέπει να είναι υποχρεωτική."

Ωστόσο, η ερμηνευτική αυτή ανάγκη φαίνεται να προέρχεται από την σιωπηρή παραδοχή ότι η επεξεργασία δεδομένων πελάτη δικηγόρου εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ΓΚΠΔ. Ο ΓΚΠΔ ρυθμίζει έστω και αποφατικά, έστω και περιθωριακά στο μη δεσμευτικό Προοίμιό του, την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από δικηγόρο.

Δεν αρνείται κανείς ότι ο δικηγόρος θα είναι υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων που τηρεί για πελάτες, συνεργάτες, εργαζόμενους και προμηθευτές του. Το γεγονός ότι η Αρχή επέβαλε πρόστιμο 50.000 ευρώ σε δικηγορική εταιρία για την λειτουργία του συστήματος καμερών (41/2018) σαφέστατα αφορά αυτοματοποιημένη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, χωρίς να τίθενται ερωτηματικά περί υπάρξεως ή μη συστήματος αρχειοθέτησης. Το γεγονός ότι το μέιλ που έστειλε δικηγόρος με οικονομικά δεδομένα του πελάτη του για την ανώμαλη εξέλιξη της σχέσης εντολής είναι εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων (181/2012) χωρίς να σημαίνει ότι είναι παράνομη, είναι επίσης ορθό. Το ίδιο ισχύει και για την ανάρτηση δικαστικής απόφασης σε ιστοσελίδα δικηγόρου (43/2009). Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ναι ο δικηγόρος είναι υπεύθυνος επεξεργασίας. 

 Είναι άλλο αυτό όμως και είναι άλλο το περιεχόμενο των φακέλων δικογραφίας και τα δεδομένα που χρησιμοποιεί σε μια υπόθεση που χειρίζεται δικηγορικά, είτε δικαστική είτε εξωδικαστική. Στο δεύτερο αυτό σκέλος, ο δικηγόρος ενεργεί ως εντολοδόχος του εντολέα του και όχι με την ατομική του ιδιότητα ως πολίτης. Γι' αυτό θεωρώ τελείως εσφαλμένη την γνώμη 1/2010 της ΟΕ29 όταν αναφέρει ότι ο δικηγόρος είναι υπεύθυνος επεξεργασίας, επειδή η εντολή που του έδωσε ο πελάτης του δεν είναι να επεξεργαστεί προσωπικά δεδομένα, αλλά να τον εκπροσωπήσει! Αυτά τα αναφέρει η ΟΕ29 σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το επαγγελμα είναι νομοθετικά ρυθμισμένο, για να αναγνωρίσει ότι ο δικηγόρος δεν είναι υπάλληλος ούτε "εκτελών την επεξεργασία", αλλά ένας λειτουργός με σημαντικό βαθμό αυτονομίας ως προς την διαχείριση των προσωπικών δεδομένων που του διαθέτει ο πελάτης του σε μια υπόθεση. Ωστόσο, αυτός ο πελάτης είναι που έχει καθορίσει τον σκοπό και τον τρόπο χρήσης των δεδομένων δίνοντάς τα σε δικηγόρο για να χρησιμοποιηθούν στην Δικαιοσύνη ή και εξωδικαστικά, άρα ο πελάτης είναι ο υπεύθυνος επεξεργασίας! Ο δικηγόρος συμβουλεύει τον πελάτη, δεν αποφασίζει ο ίδιος για την τύχη των δεδομένων που του παραδίδονται. Εκτός αν υπερβεί τα όρια της εντολής και ενεργήσει αυτόκλητα, οπότε θα καταστεί όντως υπεύθυνος επεξεργασίας καθορίζοντας ατομικά τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων. Νομίζω ότι αυτά είναι σαφή από την φύση του επαγγέλματος, όπως αυτό ρυθμίζεται νομοθετικά μέσα από τον Κώδικα περί δικηγόρων που αποτελεί εθνικό νομοθέτημα κι όχι ενσωμάτωση κάποιας ευρωπαϊκής οδηγίας (άλλο αν - πολιτικά- ήταν μνημονιακό προαπαιτούμενο όπως και ο νέος ΚΠολΔ).

Πέμπτη, Απριλίου 12, 2018

Απαλλαγή από τα θρησκευτικά με γνωστοποίηση δεδομένων θρησκεύματος

Η απόφαση 660/2018 του Συμβουλίου της Επικρατείας για το μάθημα των θρησκευτικών αναφέρει ότι η οικειοθελής γνωστοποίηση προσωπικών δεδομένων από τους ενδιαφερόμενους προς τις αρχές δεν αντιτίθεται στους κανόνες της προστασίας δεδομένων. Δηλαδή κρίθηκε νόμιμο ότι, για να ασκήσει ο μη χριστιανός το συνταγματικό δικαίωμά του να μην εκτεθεί σε ομολογιακό μάθημα θρησκευτικών, οφείλει να γνωστοποιήσει με υπεύθυνη δήλωση ότι δεν είναι χριστιανός και αυτή η υπεύθυνη δήλωση τηρείται στα αρχεία του σχολείου και υπόκειται σε έλεγχο αλήθειας  από τον διευθυντή του σχολείου. Πρόκειται για την εγκύκλιο του Λοβέρδου του 2015, όταν ήταν υπουργός Παιδείας.

Αυτά ωστόσο δεν μπορούν να ισχύουν από τις 25.5.2018 οπότε τίθεται σε εφαρμογή ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.  11 του ΓΚΠΔ, η συγκατάθεση που επιτρέπει νόμιμα την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων ορίζεται ως εξής:

"«συγκατάθεση» του υποκειμένου των δεδομένων: κάθε ένδειξη βουλήσεως, ε λ ε ύ θ ε ρ η, συγκεκριμένη, ρητή και εν πλήρει επιγνώσει, με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων εκδηλώνει ότι συμφωνεί, με δήλωση ή με σαφή θετική ενέργεια, να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν"

Σύμφωνα με τον αρ. 43 του Προοιμίου του ΓΚΠΔ, 

"Για να διασφαλιστεί ότι η συγκατάθεση έχει δοθεί ελεύθερα, η συγκατάθεση δεν θα πρέπει να παρέχει έγκυρη νομική βάση για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, όταν υπάρχει σαφής ανισότητα μεταξύ του υποκειμένου των δεδομένων και του υπευθύνου επεξεργασίας, ιδίως στις περιπτώσεις που ο υπεύθυνος επεξεργασίας είναι δημόσια αρχή και είναι επομένως σχεδόν απίθανο να έχει δοθεί η συγκατάθεση ελεύθερα σε όλες τις περιστάσεις αυτής της ειδικής κατάστασης."

Αναλύοντας αυτή την νέα ρύθμιση, κατά την οποία η συλλογή δεδομένων με βάση την συγκατάθεση του ατόμου δεν είναι νόμιμη όταν γίνεται από δημόσιες αρχές, η Oμάδα Εργασίας του άρθρου 29 έχει δημοσιεύσει τις "Κατευθυντήριες Γραμμές για την έννοια της συγκατάθεσης κατά τον ΓΚΠΔ". Στο έγγραφο αυτό (βλ. εδώ) αναφέρει ότι όντως οι δημόσιες αρχές δεν νομιμοποιούνται να συλλέγουν προσωπικά δεδομένα στη βάση της συγκατάθεσης, λόγω του ότι δεν θα είναι ελεύθερη επειδή υπάρχει ανισότητα ισχύος ανάμεσα σε πολίτη και σε δημόσια αρχή. Αναγνωρίζει όμως ορισμένες εξαιρέσεις. Στο παράδειγμα αρ. 4 αναφέρεται η περίπτωση των μαθητών που δίνουν συγκατάθεση για τη χρήση των φωτογραφιών τους σε σχολικό περιοδικό. Η ΟΕ29 θεωρεί ότι κατ' εξαίρεση σε μια τέτοια περίπτωση επιτρέπεται η συγκατάθεση ως νομική βάση επεξεργασίας των δεδομένων των μαθητών, εφόσον με την επεξεργασία αυτών των δεδομένων οι μαθητές "δεν στερούνται εκπαίδευση ή υπηρεσίες και μπορούν να αρνηθούν την χρήση των φωτογραφιών αυτών χωρίς κανένα δυσμενές αποτέλεσμα". Είναι σαφές ότι αυτή δεν είναι η περίπτωση της συγκατάθεσης επεξεργασίας του δεδομένου του θρησκεύματος, αφού αν οι ενδιαφερόμενοι με το σύστημα της υπεύθυνης δήλωσης δεν αποκαλύψουν ότι δεν ειναι Χ.Ο. θα υποχρεωθούν στη δυσμενή συνέπεια της παρακολούθησης του ομολογιακού μαθήματος των θρησκευτικών. Συνεπώς με την επεξεργασία των δεδομένων τους θα στερηθούν την πρόσβαση σε ώρες διδασκαλίας και συνεπώς η εξάρτηση της ενάσκησης συνταγματικού δικαιώματος καθιστά την γνωστοποίηση των δεδομένων μη οικειοθελή.

Άρα, με βάση τον ΓΚΠΔ η "οικειοθελής γνωστοποίηση" προσωπικών δεδομένων θρησκεύματος προς δημόσιες αρχές, δηλαδή η τήρηση των υπεύθυνων δηλώσεων ότι οι μαθητές δεν είναι χ.ο.,  με βάση την "συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων δεν νοείται ως νόμιμη βάση τήρησης της υπεύθυνης δήλωσης στο αρχείο δημόσιου σχολείου, λόγω του ότι δεν είναι ελεύθερη, άρα δεν αποτελεί συγκατάθεση κατά τον ΓΚΠΔ. 

Τετάρτη, Απριλίου 11, 2018

H ευκαιρία του ΣτΕ για δίκαιη ισορροπία στα θρησκευτικά

Το καλοκαίρι του 2017 μου ζητήθηκε από γονείς να προσφύγουμε στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατά των αποφάσεων του Υπουργού Παιδείας με τις οποίες καθοριζόταν το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών. Είχε προηγηθεί η επιστολή του εντεταλμένου Μητροπολίτη προς την Ιερά Σύνοδο, όπου ανέφερε αναλυτικά τις παρεμβάσεις της ορθόδοξης εκκλησίας στο περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών, όπως ότι είχαν αποσύρει την "Συννεφούλα" του Διονύση Σαββόπουλου και άλλα στοιχεία από τους "φακέλους μαθήματος θρησκευτικών" που αντικαθιστούν προσωρινά τα βιβλία του μαθήματος. Στην συγκεκριμένη επιστολή που είναι αναρτημένη στην επίσημη ιστοσελίδα της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο Μητροπολίτης αναφέρει ότι το μάθημα των θρησκευτικών είναι ομολογιακό κατά 82,4% στο Δημοτικό και 74,2% στο Γυμνάσιο.

Λίγες μέρες μετά την δημοσίευση των υπουργικών αποφάσεων στο ΣτΕ υποβλήθηκε αίτηση ακύρωσης δύο μαθητριών από νησιά του Αιγαίου και των γονέων τους, για να ακυρωθούν δικαστικά οι αποφάσεις Γαβρόγλου που η ίδια η Εκκλησία πιστοποιεί ως "ομολογιακό μάθημα". Νομική βάση της ακύρωσης είναι το άρθρο 13 του Συντάγματος σε συνδυασμό με το άρθρο 16 παρ. 2 και το σκεπτικό ότι η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης ως σκοπός της παιδείας δεν είναι άλλη από την θρησκευτική συνείδηση που αναπτύσσεται ελεύθερα στο πλαίσιο της ενάσκησης του σχετικού ατομικού δικαιώματος κι όχι βέβαια μια δεσμευτικά προγραμματισμένη κατεύθυνση προς συγκεκριμένο δογματικό περιεχόμενο. Παράλληλα, ως νομική βάση ακύρωσης προβάλλονται τα αντίστοιχα άρθρα της ΕΣΔΑ και του ΔΣΑΠΔ, ιδίως του Πρώτου Πρωτοκόλλου που, κατά την νομολογία του ΕΔΔΑ επιβάλλει ακόμη και για το μάθημα των θρησκευτικών η διδασκαλία να είναι αντικειμενική, πλουραλιστική και κριτική και όχι ομολογιακή ή κατηχητική, εκτός αν προβλέπεται εναλλακτικό μάθημα στο οποίο έχουν πρόσβαση οι ενδιαφερόμενοι. Υπογραμμίσαμε ότι το σύστημα απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών επιβάλλει σε γονείς να αποκαλύψουν θρησκευτικές πεποιθήσεις των γονέων τους και μάλιστα η συγκεκριμένη εγκύκλιος επιφορτίζει τον διευθυντή του σχολείου να διαπιστώσει κατά πόσον η υπεύθυνη δήλωση ότι ο μαθητής δεν ειναι Χ.Ο. είναι ακριβής, δηλαδή να ελέγξει αν τα φρονήματα του μαθητή αντιστοιχούν με τις δηλώσεις των γονέων του ή αν είναι προσχηματική η απαλλαγή!!!

Ζητήσαμε η υπόθεση να εισαχθεί στο Τμήμα Διακοπών του ΣτΕ, ώστε να δικαστούν πριν την έναρξη του σχολικού έτους, δηλαδή πριν τον Σεπτέμβρη. Δεν εισακουστήκαμε όμως και η πρώτη ημερομηνία εκδίκασης που μας δόθηκε ήταν τον Οκτώβριο 2017 στο Γ' Τμήμα του ΣτΕ. Το Ελληνικό Δημόσιο κατέθεσε κανονικά εμπρόθεσμα τον φάκελό του, αλλά ο εισηγήτης της υπόθεσης μου είπε ότι δεν ήταν σε θέση να συζητήσει την υπόθεση, επειδή ανέμενε την απόφαση της Ολομέλειας για να δει πως θα κριθεί το συνταγματικό ζήτημα. Έτσι η υπόθεση αναβλήθηκε από το ίδιο το ΣτΕ, επειδή δεν ήταν έτοιμη η απόφαση της Ολομέλειας ακόμη, για τον Νοέμβρη και μετά για τον Δεκέμβρη και μετά για τον Φεβρουάριο. Ήταν σαφές πια ότι το σχολικό έτος προχωρούσε χωρίς το ΣτΕ να είναι σε θέση να προστατεύσει αποτελεσματικά και άμεσα τα ατομικά δικαιώματα των παιδιών, αναμένοντας τι θα έλεγε η Ολομέλεια σε άλλη υπόθεση για προηγούμενο προγραμμα σπουδών (αποφάσεις Φίλη). Τον Ιανουαρίο του 2018 αποφασίσαμε λοιπόν ότι η Ελλάδα δεν μας παρέχει αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα για την προστασία των δικαιωμάτων μας και γι' αυτό θεωρήσαμε ότι εξαντλήθηκαν τα εθνικά ένδικα μέσα και προσφύγαμε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Είχαμε δίκιο, γιατί και τον Φεβρουάριο του 2018 το ΣτΕ ανέβαλε την υπόθεση για τον Απρίλιο.

Τον Μάρτιο, μετά την δημοσίευση την απόφαση 660/2018 της Ολομέλειας του ΣτΕ που κρίθηκε ότι το μάθημα των θρησκευτικών πρέπει να έχει υποχρεωτικά ομολογιακό χαρακτήρα, ακυρώνοντας τις προηγούμενες υπουργικές αποφάσεις Φίλη που δεν τον είχαν, ο Αρχιεπίσκοπος δήλωσε (21.3.2018): «Σεβόμαστε πάντα τις αποφάσεις των δικαστηρίων. Αυτό το θέμα έχει μία συνέχεια. Έχουμε συμφωνήσει με το υπουργείο η Εκκλησία και η Πολιτεία να συνεχίσουν την συνεργασία τους, ώστε αυτό που θα βγει στο τέλος να γίνει βιβλίο». 



Τον ίδιο μήνα όμως, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αποφάσισε να κοινοποιήσει την υπόθεση στην Ελληνική Κυβέρνηση, απευθύνοντας και τέσσερα ερωτήματα. Στην σχετική δικαστική πράξη αναφέρεται ότι το ΕΔΔΑ προχωρεί σε αυτή την ενέργεια παρά το γεγονός ότι εκκρεμεί η υπόθεση στο ΣτΕ, λαμβάνοντας υπόψη τις διαδοχικές αναβολές που έδωσε το ίδιο το ΣτΕ στην εκδίκαση της υπόθεσης και λαμβάνοντας υπόψη ότι οι προσφεύγοντες άμεσα υπέβαλαν το καλοκαίρι τις αιτήσεις ακύρωσης χωρίς να χάσουν χρόνο. 


Το ΕΔΔΑ θέτει στο επίκεντρο την διαδικασία απαλλαγής των μαθητών από το υποχρεωτικό μάθημα των θρησκευτικών, ζητώντας από την Κυβέρνηση να απαντήσει, πώς γίνεται με το σύστημα αυτό να μην παραβιάζεται ο ιδιωτικός βίος των μαθητών και των γονέων που είναι υποχρεωμένοι να αποκαλύψουν θρησκευτικές πεποιθήσεις με υπεύθυνες δηλώσεις που παραμένουν στα αρχεία των σχολείων και που ο διευθυντής του σχολείου καλείται να διαπιστώσει την εγκυρότητά τους. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι το ΕΔΔΑ ρωτάει την Κυβέρνηση εάν είναι σε θέση να εξασφαλίσει ένα μάθημα θρησκευτικών που να είναι αντικειμενικό, κριτικό και πλουραλιστικό, σεβόμενο και το δικαίωμα των παιδιών για πρόσβαση σε ένα συμπεριληπτικό για όλους μάθημα χωρίς στιγματισμό, αλλά και το δικαίωμα των γονέων τους να αποφασίζουν για την θρησκευτική και φιλοσοφική εκπαίδευσή τους. 



Η Κυβέρνηση πρέπει να απαντήσει ως τις 16 Ιουλίου 2018 σε αυτά τα ερωτήματα. 



Πιο πριν όμως, έχει προγραμματιστεί εντός του Μαϊου η εκδίκαση της υπόθεσης αυτής από την Ολομέλεια του ΣτΕ. Έτσι, το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει την μοναδική ευκαιρία, ενώ η χώρα ελέγχεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου να δώσει λύση στο θέμα, εξετάζοντας πια το ζήτημα όχι από την πλευρά των χριστιανών που δεν ήθελαν τα παιδιά τους στα θρησκευτικά να διδάσκονται στοιχεία από άλλες θρησκείες, αλλά από την πλευρά των πολιτών που δεν επιθυμούν ένα ομολογιακό μάθημα που η απαλλαγή επιβάλλει την αποκάλυψη των πεποιθήσεών τους. 



Το ΣτΕ έχει την μοναδική ευκαιρία να δώσει με την απόφασή του στην Κυβέρνηση τις σωστές απαντήσεις προς το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, με την αναγκαία αυτοκριτική βέβαια, ώστε οι ενδιαφερόμενοι να αποκτήσουν πρόσβαση σε ένα μάθημα αντικειμενικό, πλουραλιστικό και κριτικό χωρίς παραβίαση δικαιωμάτων. Χωρίς να χρειαστεί να καταδικαστεί η Ελλάδα για άλλη μια φορά και μάλιστα για ζήτημα που αφορά την θρησκευτική ελευθερία. Την ίδια ακριβώς νομοθεσία εφαρμόζει επ' αυτού και το Ευρωπαϊκό και το Ελληνικό  Δικαστήριο, οπότε ξέρουμε ως χώρα τί πρέπει να κάνουμε, χωρίς να πρέπει να μας το πούν. Μπορούμε, όμως;






Τετάρτη, Απριλίου 04, 2018

Θεμελιώνοντας το δικαίωμα στην αγάπη

Η υπόθεση Κορτώ - Βερύκιου δεν είναι μια απλή περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας δια μ.μ.ε. και επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Δεν είναι μια συνήθης περίπτωση στάθμισης ανάμεσα στο έννομο αγαθό της τιμής αφενός και στην ελευθερία της έκφρασης αφετέρου. Η ίδια η δικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προχωρά πέρα από τις διατάξεις του δικαιώματος γνώμης, όπως και πέρα από τις διατάξεις των περιορισμών της ελευθερίας της έκφρασης. Αυτό που διαφοροποιεί την συγκεκριμένη υπόθεση από τις συνήθεις υποθέσεις δια του Τύπου είναι μια φράση μοναδικής συνταγματικής σημασίας που τίθεται στο επίκεντρο του δικανικού συλλογισμού, ότι δηλαδή η δημόσια έκφραση αγάπης του συγγραφέα για τον άντρα του  - η δήλωση "παραμένω αφοσιωμένος στα βιβλία και στον άνδρα μου" (και δεν κατεβαίνει υποψήφιος με το Ποτάμι) για την οποία κανιβαλίστηκε από τον Βερύκιο, εντάσσεται όχι απλά στο θεμελιώδες δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης ("το οποίο δεν αποστερείται ή περιορίζεται λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου", αναφέρει η απόφαση), αλλά πολύ περισσότερο, το Δικαστήριο ολοκληρώνει το βήμα αναγνωρίζοντας ότι ο ενάγων εκφράζοντας τον σεξουαλικό προσανατολισμό του, δήλωσε ότι ο ίδιος είναι και:

"μέλος μιας κοινωνικής ομάδας, μεταξύ των πολλών που συνθέτουν μια σύγχρονη και δημοκρατική κοινωνία, οι ερωτικές επιλογές της οποίας δεν αποδοκιμάζονται από την συνταγματική τάξη της χώρας, αλλά τουναντίον επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 2 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος να γίνονται απολύτως σεβαστές".

Σε αυτό το σημείο της απόφασης, το οποίο αποτελεί και την καρδιά του δικανικού συλλογισμού, τίθεται στο επίκεντρο η καταστατική αρχή της Πολιτείας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος:

"Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας".

Επομένως, το Δικαστήριο παραπέμποντας στο άρθρο 2 του Συντάγματος, αναγνωρίζει το "απολύτως σεβαστό" της ερωτικής επιλογής, ως αναπόσπαστο στοιχείο της υποχρέωσης σεβασμού και προστασίας της ανθρώπινης αξίας, δηλαδή της ανθρώπινης ιδιότητας. Προσβάλλοντας την ερωτική επιλογή ως προς τον ίδιο τον σεξουαλικό προσανατολισμό στρέφεσαι ενάντια στην ανθρώπινη αξία, δηλαδή βάλλεις κατά απόλυτης αξίας της ανθρώπινης ιδιότητας.  Το "απολύτως σεβαστες" σημαίνει ότι δεν νοούνται περιορισμοί στο δικαίωμα προστασίας. Σημαίνει ότι δεν σταθμίζουμε καν, όταν προσβάλλεται η ανθρώπινη ιδιότητα.

Αυτή η δικανική κρίση περιλαμβάνεται για πρώτη φορά σε δικαστική απόφαση αστικού δικαστηρίου στο πλαίσιο της προστασίας μιας δημόσιας ομολογίας αγάπης ενός προσώπου για τον ομόφυλο σύντροφό του. Η προέλευση της φράσης περί κοινωνικής ομάδας που οι ερωτικές επιλογές της προστατεύονται εντοπίζεται στην απόφαση 3490/2006 του Δ' Τμήματος Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία ακυρώθηκε το πρόστιμο του ΕΣΡ που επιβλήθηκε στο Mega Channel για την προβολή ενός φιλιού μεταξύ ανδρών στην σειρά "Κλείσε τα μάτια". Έκρινε, τότε, το ΣτΕ, τα εξής: " Με την παράσταση στην επίμαχη ενδιάμεση σκηνή της εκφράσεως ομοφυλόφιλης ερωτικής επιθυμίας, γίνεται παρουσίαση μίας υπαρκτής κοινωνικής πραγματικότητας, η οποία σχετίζεται με μία κοινωνική ομάδα, μεταξύ των πολλών, οι οποίες συνθέτουν μία ανοικτή και σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία, οι ερωτικές επιλογές της οποίας, όχι μόνο δεν αποδοκιμάζονται από την συνταγματική τάξη της χώρας, αλλά τουναντίον επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 2 (σεβασμός και προστασία της αξίας του ανθρώπου) και 5 παρ. 1 (προστασία της προσωπικής ελευθερίας), ως εκδήλωση ελεύθερης επιλογής των αποτελούντων αυτή, να γίνονται απολύτως σεβαστές και μπορούν να εκφράζονται στα έργα τέχνης, όπως εξ άλλου οι ερωτικές επιλογές και ευαισθησίες και των υπολοίπων ομάδων του πληθυσμού της χώρας." Η φράση αυτή χρησιμοποιήθηκε επίσης το 2009 από τον Συνήγορο του Πολίτη στο πόρισμά του για την αφαίρεση ενός γκέι φιλιου στην όπερα "Ρούσαλκα" από την Εθνική Λυρική Σκηνή. Ανέφερε τότε ο Συνήγορος του Πολίτη: "Η απόδοση ομοφυλοφιλικής ερωτικής επιθυμίας σε έναν ήρωα μυθοπλασίας και η εκδήλωσή της με ένα ερωτικό φιλί επί σκηνής, λαμβανομένης υπ' όψιν της εξέλιξης των κοινωνικών ηθών, ούτε αποτελεί "ακραία σκηνή", ούτε μπορεί να εκληφθεί ως προσβλητική προστατευόμενου έννομου αγαθού των φερομένων ως θιγόμενων από αυτό. [...] Η ομοφυλόφιλη ερωτική επιθυμία αποτελεί άλλωστε κοινωνικό δεδομένο και προστατεύεται στην συνταγματική μας έννομη τάξη , στο πλαίσιο της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος) και του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 του Συντάγματος). Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, η έκφρασή της στην τέχνη δεν την καθιστά, άνευ άλλου τινός επίμπεμπτη και δεν επιτρέπει την επιβολή περιορισμών, για τον λόγο και μόνο ότι αυτή εκφράζεται σε καλλιτεχνικό έργο και εκδηλώνεται με ένα ερωτικό φιλί επί σκηνής (βλ. και σχετική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ΣτΕ 3490/2006 με την οποία ακυρώθηκε επιβληθέν πρόστιμο από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηελόρασης σε τηλεοπτική εκπομπή για την παρουσίαση ερωτικού φιλιού μεταξύ ανδρών).” 

Η αναφορά σε "δημοκρατική κοινωνία" έλκει την καταγωγή της επίσης από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Στο άρθρο 10 της ΕΣΔΑ (ελευθερία έκφρασης), με σαφήνεια ανφέρεται ότι τα δικαιώματα έκφρασης συνεπάγονται καθήκοντα και ευθύνες που επιβάλλουν περιορισμούς στην έκφραση, εφόσον αυτοί οι περιορισμοί προβλέπονται από νόμο για την υπεράσπιση δίκαιων στόχων, ανάμεσα στους οποίους είναι και τα "δικαιώματα των άλλων" κι εφόσον οι περιορισμοί είναι αναγκαίοι σε μια δημοκρατική κοινωνία. Σύμφωνα με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, προκειμένου να εντοπιστεί αν ένας περιορισμός είναι "αναγκαίος σε μια δημοκρατική κοινωνία", αναζητείται μια "πιεστική κοινωνική ανάγκη" (pressing social need) που επιβάλλει τον περιορισμό. Στην περίπτωση της προστασίας της αξίας του ανθρώπου, η πιεστική κοινωνική ανάγκη συνδέεται με την απαγόρευση των διακρίσεων για εγγενείς ή μόνιμες ιδιότητες, ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνεται πλέον και ο σεξουαλικός προσανατολισμός, καθώς και η ταυτότητα φύλου. 

Αυτές οι νομικές κρίσεις που χρησιμοποιήθηκαν στο πλαίσιο της ελευθερίας της τέχνης, για πρώτη φορά αποτελούν τεκμηρίωση σε υπόθεση αστικού δικαστηρίου που αφορά την πραγματική ζωή. Οι κρίσεις αυτές είχαν χρησιμοποιηθεί επίσης σε ποινικές δίκες για ομοφοβικές εξυβρίσεις το 2011 (βλ. εδώ), με αποτέλεσμα πρωτόδικες καταδίκες οι οποίες δεν δικάστηκαν σε δεύτερο βαθμό, λόγω εξάλειψης αξιοποίνου λόγω του νόμου που καθάριζε τα πινάκια από υποθέσεις με ποινές κάτω του ενός έτους. 

Το αστικό δικαστήριο στην υπόθεση Κορτώ - Βερύκιου για πρώτη φορά θεμελιώνει τον περιορισμό της ελευθερίας έκφρασης του δημοσιογράφου, στην ανωτέρω καταστατική υποχρέωση της Πολιτείας: για να προστατευτεί  χωρίς διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού η ανθρώπινη αξία, η οποία προστατεύεται α π ο λ ύ τ ω ς, ήτοι δεν νοείται επιτρεπτή λεκτική κακοποίηση ενός ανθρώπου για την δημόσια δήλωση αγάπης και αφοσίωσης στον άνδρα του. Φυσικά δεν μπορούσε ένα αστικό δικαστήριο να χρησιμοποιήσει ως νομική βάση τον ποινικό αντιρατσιστικό Ν.4285/2014, ο οποίος εξάλλου όπως είναι πασίγνωστο ψηφίστηκε έξι (6) μήνες μετά την επίδικη εκπομπή. Το να λες ότι το Δικαστήριο δεν καταδίκασε όλα αυτά ως ομοφοβικό, μεταξύ άλλων, λογο (ενώ η απόφαση έχει κάνει  όλη την συνταγματική αναγωγή της ερωτικής επιλογής στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια)  επειδή δεν εφάρμοσε τον (όχι ακόμη σε ισχύ και πάντως ποινικό) αντιρατσιστικό νόμο είναι ο ορισμός του absurdum. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ο δημοσιογράφος αμφισβήτησε την ειλικρίνεια των αισθημάτων του συγγραφέα προς τον σύντροφό του, αποκαλώντας τον συγγραφέα "παρθενοπόπη", λέγοντας "αυτοί δεν έχουν μόνο θηλυκό κορμί έχουν και θηλυκό μυαλό", λέγοντας ότι "όποιος δηλώνει πίστη στο σύντροφό του, που βγαίνει με τη ντουντούκα και το λέει είναι από τη φύση του αλανιάρης". Είναι ολοκάθαρο, ότι ο Βερύκιος επιτίθεται στην φύση του Κορτώ, στην ανθρώπινη ιδιότητά του, γι' αυτό αναφέρεται απαξιωτικά στο σώμα, το μυαλό και στην αναλήθεια "από την φύση του" των δηλώσεών του. Πρόκειται σαφέστατα όχι απλά για μια κοινή προσβολή προσωπικότητας, αλλά για αμφισβήτηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, καθώς η επίθεση εστιάζει στην φ ύ σ η του άλλου. Το Δικαστήριο απέρριψε αυτούς τους ισχυρισμούς ως προσβλητικούς και αναληθείς, αναγνωρίζοντας ότι ο δημοσιογράφος διέδωσε ψεύδη εν γνώση της αναλήθειας τους. 

Περαιτέρω, το Δικαστήριο αναγνώρισε και ότι οι ισχυρισμοί του δημοσιογράφου ότι δήθεν ο συγγραφέας είχε "στήσει" το σκηνικό της απόρριψης της συμμετοχής του στην πολιτική με τον Σταύρο Θεοδωράκη ήταν αναληθείς. Και αυτό το σκέλος της απόφασης δεν είναι άσχετο με το ομοφοβικό παραλήρημα, αφού ο δημοσιογράφος είπε ότι όλο αυτό στήθηκε για να περάσει ο συγγραφέας το δικό του μήνυμα υπέρ τάχα της ομοφυλοφιλίας ("την δική του καυλάντα", όπως χυδαία τόλμησε να ξεστομίσει σε δημόσια ραδιοφωνική συχνότητα που αποτελεί κρατικό πόρο.). Η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών θεμελιώνεται κατά την απόφαση στην υπαιτιότητα του δημοσιογράφου, ο οποίος διαδίδει αυτά τα τερατώδη ψεύδη περί κατασκευασμένου δήθεν περιστατικού απόρριψης πρότασης καθόδου στην πολιτική, χωρίς βέβαια να έχει πραγματοποιήσει την παραμικρή επιβεβαίωση της ακρίβειας τους γεγονότος που ανεπιφύλακτα διαδίδει. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο με πολύ μεγάλη σαφήνεια έχει διαχωρίσει την αξιολόγηση ανάμεσα σε διάδοση πραγματικών γεγονότων αφενός και δημοσιογραφικών κρίσεων αφετέρου: ενώ τα πρώτα αποδεικνύονται ως αληθή ή ψευδή, στις δεύτερες υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία έκφρασης, εφόσον όμως ανάγονται σε μια επαρκή πραγματική βάση (factual basis) και δεν τα βγάζει από το μυαλό του ο δημοσιογράφος επί μη γενομένων. Τα "καθήκοντα και ευθύνες" που αναφέρει το άρθρο 10 ("ελευθερία της έκφρασης") της ΕΣΔΑ στην δεύτερη παράγραφο περιλαμβάνουν το σύνολο των "συναλλακτικών υποχρεώσεων του Τύπου" όπως αυτά έχουν διαπλασθεί από την νομολογία, σύμφωνα και με τους δεοντολογικούς κανόνες των ενώσεων συντακτών. Ανάμεσα στα συναλλατικά ήθη του Τύπου (ειδική περίπτωση συναλλακτικών ηθών που αναφέρονται στην γενική μορφή τους και στο άρθρο 288 του Αστικού Κώδικα), περιλαμβάνουν την υποχρέωση ελέγχου της ακρίβειας της είδησης, το "καθήκον αλήθειας" του δημοσιογράφου. Στο καθήκον αλήθειας περιλαμβάνεται και η προηγούμενη επικοινωνία με τους ενδιαφερόμενους πριν την δημοσιοποίηση της "είδησης", άλλως την μνεία ότι δεν κατέστη εφικτή η επικοινωνία, την τήρηση επιφυλάξεων κ.τ.λ. Εάν δεν τηρηθούν τα συναλλακτικά ήθη του Τύπου, τότε υπάρχει υπαιτιότητα που, δεδομένης της αντικειμενικής ευθύνης που κατοχυρώνει η ειδική νομοθεσία περί αστικής ευθύνης του Τύπου για τους ιδιοκτήτες των ΜΜΕ στον ν.1178/1981, ενισχύει και την υποκειμενική υπόσταση στο σκέλος της ποινικής ευθύνης: όταν ένας δημοσιογράφος ενώ οφείλει να ελέγξει την αλήθεια, εν γνώσει του παραλείπει την υπόχρέωσή του, έχει τελικά γνώση ότι αυτό που θα δημοσιοποιήσει είναι ατεκμηρίωτο. Όταν το έχει βγάλει και τελείως από το κεφάλι του, έχει γνώση ότι είναι αναληθές. Άρα, όχι απλή δυσφήμηση. Όταν το αναληθές που δημοσιοποιεί ένας δημοσιογράφος οφείλεται στις δεδηλωμένες ομοφοβικές προκαταλήψεις που έχει για τον άλλον απλά και μόνο επειδή έχει δηλώσει ότι είναι γκέι, τότε έχουμε ούλτρα ενισχυμένο δόλο: ομολογία της υποκειμενικής υπόστασης. Όλα αυτά δεν έχουν καμία σχέση με την ελευθερία της έκφρασης, όταν εκτοξεύονται σε κρατικό πόρο, όπως είναι οι ραδιοφωνικές συχνότητες. Είναι ιδιωτικοποιημένη μορφή ενάσκησης ελέγχου σε κρατικό πόρο. Είναι μορφή εξουσίας.

Μια άλλη πολύ ενδιαφέρουσα πτυχή της απόφασης είναι ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι ο Βερύκιος μιλώντας στο θηλυκό για τον Κορτώ ("παρθενοπόπη", "μόνη της δήλωσε ότι είναι γυναίκα", "κυρα - Αυγουστίνα"), 

"προσέβαλε αναμφίβολα την ταυτότητα φύλου του ενάγοντα, ως άνδρα, υπονοώντας ότι αφού είναι ομοερωτικό άτομο, δεν ανήκει στο ανδρικό αλλά στο γυναικείο φύλο. Η παράφραση του ονόματος, με το οποίο  ο  ενάγων είναι ευρύτατα γνωστός στο αναγνωστικό κοινό (Αύγουστος Κορτώ - κυρα  Αυγουστίνα) και η χρήση αυτού σε θηλυκό γένος εκφράζουν, κατά την κοινή αντίληψη, σαφή περιφρόνηση στο πρόσωπο του ενάγοντα, προσβάλλουν την προσωπικότητά του και βλάπτουν την τιμή και την υπόληψή του αποσκοπώντας στον εξευτελισμό του". 

Σε αυτό το σημείο δηλαδή το Δικαστήριο καθιστά σαφές ότι η ταυτότητα φύλου αποτελεί έννομη κατηγορία εντελώς διαφορετική από τον σεξουαλικό προσανατολισμό ενός ατόμου και ότι τα μέσα ενημέρωσης οφείλουν να σέβονται την διάκριση και να μην προχωρούν σε αθέμιτες και εξευτελιστικές χρήσεις αντωνυμιών και επιθέτων με βάση τις ομοφοβικές ή και τρανσφοβικές προκαταλήψεις που μπορεί να έχει ο κάθε δημοσιογράφος. 

Συνολικά, η πρωτόδικη απόφαση καθιστά σαφές ότι δεν είναι πλέον ανεκτές τέτοιες προκαταλήψεις από το συνταγματικό, το ευρωπαϊκό και το εν γένει ισχύον δίκαιο και ότι όταν προσωποποιούνται ως προσβολές στοχεύουν σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας με αποτέλεσμα οι απαγορεύσεις να είναι απόλυτες όσον αφορά τις λεκτικές κακοποιήσεις για αυτά τα θέματα. 





Κυριακή, Μαρτίου 04, 2018

Συμμόρφωση δικηγόρων με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων

Πολύ συχνά τίθεται το ερώτημα εάν ο δικηγόρος ως υπεύθυνος επεξεργασίας ή ως εκτελών την επεξεργασία έχει την υποχρέωση να τηρεί τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων. Στις "Κατευθυντήριες γραμμές για τους Υπεύθυνους Προστασίας Δεδομένων", η Oμάδα εργασίας για την προστασία προσωπικών δεδομένων έχει γνωμοδοτήσει ότι ο "ιδιώτης δικηγόρος" δεν εμπίπτει στην κατηγορία όσων επεξεργάζονται ως βασική δραστηριότητα με τακτική και συστηματική παρακολούθηση προσωπικά δεδομένα σε μεγάλη κλίμακα. Αυτό όμως σημαίνει απλά ότι οι δικηγόροι δεν έχουν υποχρέωση ορισμού ΥΠΔ. Το ίδιο έκρινε και η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα στις "Ερωτήσεις & Απαντήσεις" για τους ΥΠΔ που έδωσε στην δημοσιότητα στις 27.2.2018.

Την απάντηση για την συμμόρφωση των δικηγόρων προς τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων δίνει το Συμβούλιο των Δικηγορικών Συλλόγων και Ενώσεων της Ευρώπης (CCBE), στο έγγραφό  που δημοσίευσε στις 19.5.2017 του με τίτλο:


Το έγγραφο αναφέρει από την αρχή ότι απευθύνεται κατά κύριο λόγο σε δικηγορικά γραφεία που απασχολούν λιγότερους από 250 εργαζόμενους (το όριο βάσει του οποίου η Σύσταση 2003 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής καθορίζει εάν μια επιχείρηση είναι μεσαία, μικρή ή πολύ μικρή, οπότε και απαλλάσσεται κατά κανόνα από την υποχρέωση του άρθρου 30 για την τήρηση αρχείων δραστηριοτήτων επεξεργασιών, με εξαιρέσεις). Το CCBE εστιάζει στα εξής κεφάλαια συμμόρφωσης:

Α. Γνωστοποίηση παραβίασης προσωπικών δεδομένων στην Αρχή 

Είναι η υποχρέωση που έχει ο υπεύθυνος επεξεργασίας να γνωστοποιεί μια παραβίαση δεδομένων στην Αρχή, εκτός αν συντρέχουν μια σειρά από εξαιρέσεις. Το CCBE αναφέρει ότι τα δικηγορικά γραφεία πρέπει να έχουν εσωτερική διαδικασία για τον χειρισμό παραβιάσεων προσωπικών δεδομένων και μηχανισμό για την γνωστοποίηση τους στην Αρχή. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, το δικηγορικό γραφείο πρέπει να ενημερώσει απευθείας τον πελάτη (άρθρο 34). Το CCBE αναφέρει επίσης ότι αναμένονται και οι κατευθυντήριες γραμμές του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων κατά το άρθρο 70 (1) (ζ) και (η) όσον αφορά συστάσεις και καλές πρακτικές για την α) τεκμηρίωση παραβάσεων, β) καθορισμό του "αμελλητί", γ) περιστάσεις υπό τις οποίες επιβάλλεται η γνωστοποίηση στην Αρχή ή στους πελάτες. 

Β. Δικαίωμα στην λήθη

Είναι το δικαίωμα που έχει το υποκείμενο των δεδομένων για διαγραφή των στοιχείων του, χωρίς καθυστέρηση. Το CCBE αναφέρει ότι αυτό προφανώς δεν κατισχύει των νομικών υποχρεώσεων για διατήρηση δεδομένων για μια καθορισμένη χρονική περίοδο, για παράδειγμα για λόγους συμμόρφωσης προς φορολογικές υποχρεώσεις. 

Γ. Υπεύθυνος Προστασίας Δεδομένων

Το CCBE επισημαίνει ότι κατά το άρθρο 9 του ΓΚΠΔ επιτρέπεται η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων για την απόδειξη, την ενάσκηση και την υπεράσπιση έννομων αξιώσεων ή στο πλαίσιο ενάσκησης δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων από τα διακστήρια. Ωστόσο, η επεξεργασία αυτών των δεδομένων σε μεγάλη κλίμακα, επιβάλει τον ορισμο του ΥΠΔ. Το CCBE θεωρεί ότι οι μικρότερες δικηγορικές εταιρίες μπορεί να έχουν υποθέσεις με μεγάλο αριθμό δεδομένων, αλλά σίγουρα οι μεμονωμένοι δικηγόροι δεν θα εμπίπτουν στην υποχρέωση ορισμού ΥΠΔ.

Δικηγόροι ως ΥΠΔ

Το CCBE αναφέρει ότι ένας δικηγόρος μπορεί να θεωρείται το πιο κατάλληλο πρόσωπο ως ΥΠΔ, αλλά σημειώνει ότι έχοντας υπόψη την ποικιλία καθηκόντων που επιβάλει στον ΥΠΔ ο Κανονισμός, το πρόσωπο που θα οριστεί ως ΥΠΔ θα πρέπει να έχει κι άλλα προσόντα πέραν της νομικής κατάρτισης. 

Έπειτα το CCBE επισημαίνει την σύγκροση συμφερόντων που μπορεί να προκύψει αν ο πελάτης ορίσει ως ΥΠΔ τον δικηγόρο του. Η ιδιότητα του ΥΠΔ ως "σημείου επικοινωνίας" της Αρχής με τον υπεύθυνο επεξεργασίας, είναι ένας ρόλος που επιβάλλει ακόμη κι ενημέρωση της Αρχής για θέματα που μπορεί να είναι εναντίον των συμφερόντων του υπεύθυνου επεξεργασίας, ενώ ταυτόχρονα οφείλει να εκπροσωπεί πλήρως ως δικηγόρος τα συμφέροντα του πελάτη. Γι' αυτό το CCBE συνιστά στους δικηγόρους να αναλαμβάνουν την αποστολή του ΥΠΔ για κάποιον ανεξάρτητο πελάτη εφόσον δεν έχουν ενεργήσει ως δικηγόροι τους σε υποθέσεις που μπορεί να έχουν σχέση με την σφαίρα ευθύνης του ΥΠΔ, αλλά και ούτε ως ΥΠΔ να ενεργούν ως δικηγόροι του πελάτη σε υποθέσεις στις οποίες εμπλέκονται και ως ΥΠΔ.

Δ. Εκτίμηση επιπτώσεων

Το CCBE αναφέρει ότι καθώς δεν υπάρχουν ακόμη πρότυπα πλαισίων εκτίμησης επιπτώσεων σε ειδικούς τομείς, αυτή η διαδικασία μπορεί να είναι ανέφικτη για μικρά δικηγορικά γραφεία. Γενικά, τα μικρά δικηγορικά γραφεία με λίγους εργαζόμενους γενικά δεν θα μπορούν να συμμορφωθούν με υποχρεώσεις που θα επέβαλαν π.χ. την απεγκατάσταση διαχείρισης πληροφοριακών συστημάτων. Το CCBE αναφέρει ότι δεν υπάρχουν ακόμη οδηγίες για την διεξαγωγή εκτίμησης επιπτώσεων, μια διαδικασία που είναι συνηθέστερη σε χώρες με κοινοδίκαιο, αναφέροντας ως παράδειγμα τον Κώδικα Εκτίμησης Επιπτώσεων Ιδιωτικότητας του 2014 που δημοσίευσε ο Επίτροπος Πληροφοριών του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και το Εγχειρίδιο Εκτίμησης Επιπτώσεων Ιδιωτικότητας που δημοσίευσε το 2015 η γαλλική Αρχή Προστασίας Προσωικών Δεδομένων. Η Ομάδα Εργασίας του άρθρου 29 θεωρεί ως πρότυπο εκτίμησης αντικτύπου το "Πλαίσιο Εκτίμησης Επιπτώσεων για Ιδιωτικότητα και Προστασία Δεδομένων σε εφαρμογές RFID" του 2011, μια συμφωνία επιχειρήσεων κατόπιν σύστασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Αυτά όμως αναφέρει το CCBE δεν προσφέρονται για χρήση από δικηγόρους και αναμένονται πιο αναλυτικοί κανόνες σε εθνικό επίπεδο. 


Ε. Φορητότητα των δεδομένων 

Τα υποκείμενα των δεδομένων έχουν το δικαίωμα να λάβουν από τον υπεύθυνο επεξεργασίας αντίγραφα των προσωπικών δεδομένων τους που υποβάλλονται σε επεξεργασία. Το άρθρο 20 του Κανονισμού αναφέρει ότι αυτά χορηγούναι σε ένα κοινά αναγνώσιμο μορφότυπο, ενώ η Ομάδα Εργασίας του άρθρου 29 έχει δημοσιεύσει κατευθυντήριες γραμμές για το δικαίωμα στην φορητότητα. Το CCBE αναγνωρίζει ότι οι δικηγόροι χρησιμοποιούν ως μορφότυπους το Microsoft Word και το pdf. Αναφέρει όμως ότι μερικές φορές ο ακριβής μορφότυπος μεταφοράς μιας δικογραφίας από το ένα γραφείο στο άλλο είναι ήδη εστία διαφωνιών ανάμεσα σε δικηγόρους. Γι' αυτό το θέμα χρειάζεται ειδικότερη ρύθμιση από τους δικηγορικούς συλλόγους. 

ΣΤ. Παρακολούθηση παραλαβής προσωπικών δεδομένων 

Οι υπεύθυνοι επεξεργασίας δεδομένων υποχρεούνται να μπορούν να παρακολουθούν τους παραλήπτες προσωπικών δεδομένων που αφορούν συγκεκριμένο άτομο (τουλάχιστον, όνομα και ηλεκτρονικά στοιχεία επικοινωνίας). Πρόκειται επίσης για μια υποχρέωση που συχνά μπορεί να καλυφθεί από δικηγορικά γραφεία μόνον εάν γίνουν ορισμένες αλλαγές στα συστήματα πληροφορικής τους (για παράδειγμα, η διαμόρφωση του συστήματος με τέτοιο τρόπο ώστε να υπάρχει αξιόπιστη καταγραφή των αποδεκτών προσωπικών πληροφοριών).






















Σάββατο, Μαρτίου 03, 2018

The greek courts case law on gender identity

There are some members of Parliament who ignore or underestimate the greek courts' case law on gender identity. At the same time, the explanatory report to the draft statute on legal recognition of gender identity refers to only the first relevant judgment. Therefore I hereby publish a list of the FINAL courts' judgments on the alteration of identity documents without surgical reassignment of genitals.

Judgment Nr. 418/2016 of the Athens Magistrate's Court 
This is the first judgment on a trans man case (female to male) who had undergone mastectomy and hormone treatment, without reassignment of female genitals. The court found that the obligatory sterilisation consists a violation of the right to respect private life (article 8 to ECHR) and the rights to equal treatments and non discrimination (articles 2 and 26 International Covenant on Civil and Political Rights). 

Judgment Nr. 1572/2016 of the Athens Magistrate's Court
This is the first judgment which includes a definition of "gender identity", as the "personal and inner experience of gender that may be not in line with the sex assigned at birth and may include the personal feeling of the body and gender (i.e. the gender expression which may be expressed with the dressing style, the manner of speaking, the manners of behaviour). This is a case of a trans man (female to male) without mastectomy, without surgical reassignment of genitals. The court found that even the hormone treatment is an excessive demand. Since the age of 4 years old the applicant's personality developed with the characteristics that are closer to male individuals and his preferences in appearance and in free time activities where similar to the choices of male individuals that the ones of the females. "Further, from adolescence the applicant feels attracted to female individuals without feeling homosexual rather than a male".

Judgment Nr. 1479E/2016 of the Thessaloniki Magistrate's Court
This is the first judgment of the Thessaloniki Magistrate's Court on a trans man case (female to male). "Sine the age of 9, the manner that the applicant was experiencing her gender did not correspond to her appearance, while from the attached photos it is obvious that her preferences from her youth (dressing, shoes, appearance etc.) was closer to a male's choice. [...] Official documents that identify the applicant as a female cause several serious problems, namely the barriers to confirm identifying data at several transactions with public services as well as with other entities (i.e. tax authorities, banks, post offices). Furthermore the access to medical services is a constant cause of stress and misunderstanding since the person is obliged to illustrate that its real identity is not in conformity with its official documents. Lastly, the incompetence of having issued new identity and travel documents consists a serious barrier in case of travelling abroad while this is crucial for the applicant due to medical reasons. The registration of the applicant status as a female causes serious damage to its legal interests and has important impact to its transactions and its personality rights. 

Judgment Nr. 572/2017 of the Athens Magistrate's Court

This is the first Greek judgment on a trans woman case (male to female) that had undergone only hormone treatment, without breast or genitals surgery.

Judgment Nr. 604/2017 of  the Athens Magistrate's Court

A case of a trans woman (female to male) without homorne treatment or surgery. From the age of 17 the applicant had made known to persons close to her that the way she understands her gender does not correspond with her appearance, while the photographs she attached demonstrate that from early years her choices in clothing, attitude etc. were feminine.

Judgment Nr. 281E/2017 of the Thessaloniki Magistrate's Court

This is a case of a male-to-female citizen. The court applies all the above mentioned case-law plus article 2 of the International Covenant on Economic, Social and Cultural Rights.  The court accepts its jurisdiction notwithstanding
the relevant registry was not that of Thessaloniki but of Chalkida.

Judgment Nr. 146/2017 of the Amarousion Magistrate's Court

The court in this female-to-male judgment refers to the Charter of Fundamental Rights of the European Union (right to health).

Judgment Nr. 1147/2017 of the Thessaloniki Magistrate's Court

This is the first  northern Greece case of a male-to-female  with just a breast surgery.

Judgment Nr. 1708/2017 of the Athens Magistrate's Court

This is the first case of gender identity legal recognition of a female to male citizen. The novelty is that the judgment does no refer to the previous relevant case law, while it follows its very wording.

Judgment Nr. 672018 of the Amarousion Magistrate's Court

This is the first case on legal recognition of a non binary person. The court recognised the non - binary identity and accepted the modification of its birth certificate with regard the person's name (Jason - Antogone). Nevertheless it rejected the request for deletion of the gender sign from the registry. The case is pending before the appeals court.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 28, 2018

Καλλιέργεια κάνναβης υπό όρους για ιατρική χρήση

Το 1970 η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα θέσπισε τον Κανονισμό 1308/70 «περί κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα του λινού και της κάνναβης». Από τότε θεσπίστηκε και τέθηκε σε ισχύ σειρά ευρωπαϊκών Κανονισμών για την κλωστική κάνναβη (cannabis sativa), καθώς και για την χορήγηση ενίσχυσης της παραγωγής της ανά στρέμμα.
Όταν η Ελλάδα προσχώρησε στην ΕΟΚ το 1979 υπήρχε ήδη η σχετική νομοθεσία.
Την δεκαετία του 1990 εμφανίστηκαν τα πρώτα καταστήματα πώλησης προϊόντων κλωστικής κάνναβης (ρούχων, αξεσουάρ, σαμπουάν, καλλυντικών κτλ). Κάποιοι εντελώς αμόρφωτοι έστησαν ένα δικαστικό και αστυνομικό κυνηγητό. Όλοι οι επιχειρηματιες αθωώθηκαν πανηγυρικά: η ευρωπαϊκή νομοθεσία ήταν σαφέστατη και δεν άφηνε καμία αμφιβολία ότι δεν πρόκειται για απαγορευμένο ναρκωτικό. 
Η κυβέρνηση Σαμαρά το 2013 είχε την ευθύνη για τον νέο νόμο περί ναρκωτικών, τον Ν.4139/2013 (ΦΕΚ Ά 74/20.3.2013). Στο άρθρο 1 παρ. 3 αυτού του νόμου αναφέρεται καθαρά ότι στις απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες ΔΕΝ περιλαμβάνονται τα προϊόντα κάνναβης του είδους Cannabis Sativa L μέχρι 0.2% περιεκτικότητας σε τετραυδροκανναβινόλη (ΤHC).
Άρα η Ν.Δ. δεν είχε κανένα πρόβλημα όταν ήταν κυβέρνηση να νομοθετήσει αυτό που ούτως ή άλλως επιτρέπεται από την δεκαετία του 1970. Σήμερα λοιπόν γιατί μας λέει ότι η νομιμοποίηση της καλλιέργειας για ιατρική χρήση κάνναβης υπό όρους ανοίγει τον δρόμο για την αποποινικοποίηση των ναρκωτικών; Με τις τσάντες, τα μπλουζάκια και τα καλλυντικά από κάνναβη δεν είχε πρόβλημα και έχει με τα φάρμακα των ασθενών;

Σάββατο, Φεβρουαρίου 24, 2018

To νομοσχέδιο για τα προσωπικά δεδομένα

Την Τετάρτη ήμουν στην Κύπρο για την παρουσίαση του βιβλίου μου ("Υπεύθυνος Προστασίας Δεδομένων") και προσκεκλημένη ήταν η Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και Επίτροπος Πληροφοριών κα Λοϊζίδου. Από το βήμα της εκδήλωσης η Επίτροπος είπε ότι το κυπριακό νομοσχέδιο για την υποδοχή των διατάξεων του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων θα είναι έκτασης 29 άρθρων. Δηλαδή η Κύπρος θα προχωρήσει σε ορισμένες τροποποιήσεις στο υφιστάμενο νομικό πλαίσιο για την προστασία προσωπικών δεδομένων.

Σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση, η Ελληνική νομοπαρασκευαστική επιτροπή παρέδωσε σε δημόσια διαβούλευση (που ισχύει μέχρι τις 5.3.2018) ένα νομοσχέδιο 73 άρθρων και 87 σελίδων, το οποίο δεν υποδέχεται απλώς τον Γενικό Κανονισμό αλλά προχωρά και σε συνολική κωδικοποίηση των διατάξεων για τα προσωπικά δεδομένα (έχει π.χ. διάταξη για την λειτουργία κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης που μέχρι τώρα αποτελούσε θέμα της Οδηγίας της ΑΠΔΠΧ 1/2011) και σε ενσωμάτωση της Οδηγίας 2016/680 για την προστασία δεδομένων από τις διωκτικές και προανακριτικές αρχές και τις εισαγγελίες. Με το νομοσχέδιο αυτό επιχειρείται επίσης η κατάργηση του Ν.2472/1997 που μέχρι σήμερα ήταν το γενικό εθνικό πλαίσιο για την προστασία δεδομένων.

Ας ξεκαθαρίσουμε πρώτα ότι ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων έχει άμεση εφαρμογή για όλα τα κράτη μέλη, πράγμα που σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να "ενσωματωθεί" στο εθνικό δίκαιο με ειδικές διατάξεις, όπως θα έπρεπε εάν ήταν Οδηγία κι όχι Κανονισμός. Όμως, ο Γενικός Κανονισμός έρχεται να μεταβάλει πολλά από τα ισχύοντα στην προστασία προσωπικών δεδομένων κι επομένως χρειάζονται τροποποιήσεις στο εθνικό δίκαιο. Για παράδειγμα, ο κατάλογος των "ευαίσθητων δεδομένων" που περιέχει ο Γενικός Κανονισμός έχει διαφοροποιήσεις από τον κατάλογο των "ευαίσθητων δεδομένων" που περιέχει ο Ν.2472/1997. Οπότε η νομοπαρασκευαστική επιτροπή έπρεπε αρχικά να επιλέξει: λεπτομερειακές τροποποιήσεις και διατήρηση του Ν.2472/1997 ωστε να "υποδεχθεί", χωρίς αντινομίες, τον ΓΚΠΔ ή πλήρη κατάργηση του Ν.2472/1997 και εξαρχής σύνταξη ενός συνολικού εθνικού νομοθετήματος για την προστασία προσωπικών δεδομένων; Η νομοπαρασκευαστική επιτροπή επέλεξε την δεύτερη λύση. Αμφιβάλλω, όμως, για το κατά πόσον είχε αυτή την αποστολή, σύμφωνα με την υπουργική απόφαση για την σύσταση και την συγκρότησή της. Διότι εάν θέλαμε ένα συνολικό, γενικό, εθνικό νομοθέτημα για την προστασία προσωπικών δεδομένων, θα έπρεπε να εξεταστούν και πολλά ακόμη ζητήματα, όπως για παράδειγμα το οργανωτικό σκέλος που αφορά την σύσταση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα: εξακολουθούμε να χρειαζόμαστε μια 7μελή Αρχή με τους 7 αναπληρωματικούς της ή μήπως πρέπει να ακολουθήσουμε το μοντέλο της Κύπρου και πολλών άλλων ευρωπαϊκών χωρών με μονοπρόσωπα όργανα (Επιτρόπους) που λειτουργούν με μεγαλύτερη ευελιξία και συγκεντρώνουν επίσης την αρμοδιότητα της πρόσβασης στα ανοιχτά δεδομένα;

Ήδη από το 2ο άρθρο, του πεδίου εφαρμογής, φαίνεται κάτι σαν αδιέξοδο. Ένας εθνικός νόμος για την προστασία προσωπικών δεδομένων είναι γενικής εφαρμογής: περιέχει διατάξεις για το σύνολο του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Ο ΓΚΔΠ όμως, ως ενωσιακό δίκαιο, αναγκαστικά ρυθμίζει τις επεξεργασίες που διέπονται μόνο από το ενωσιακό δίκαιο, αφήνοντας έξω τους τομείς της εθνικής δικαιοσύνης, των διωκτικών αρχών, αλλά και των υπηρεσιών εθνικής άμυνας και ασφάλειας. Ενώ αυτές οι εξαιρέσεις είναι αυτονόητες για ένα ενωσιακό νομοθέτημα όπως ο ΓΚΠΔ, δεν είναι καθόλου σαφές για ποιόν λόγο θα πρέπει αυτές οι "ασυνέχειες" να επαναλαμβάνονται στο εθνικό νομοθέτημα για την προστασία δεδομένων, όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 2, το οποίο αντιλαμβάνεται ότι ισχύει άλλο καθεστώς προστασίας δεδομένων για τις διωκτικές αρχές, άλλο για την εθνική άμυνα κι άλλο για όλα τα υπόλοιπα. Δεν χρειάζονταν όλα αυτά, κατά την γνώμη μου. Αντιλαμβάνομαι την ανάγκη της κωδικοποίησης, αλλά εκ των πραγμάτων δεν μπορείς να κωδικοποιήσεις δύο νομοθετήματα που έχουν διαφορετική τυπική ισχύ, δηλαδή έναν Ευρωπαϊκό Κανονισμό με έναν εθνικό νόμο. Πάντοτε ο Κανονισμός θα κατισχύει, οπότε η άνιση τυπική ισχύς των διατάξεων εισάγει την ένταση στο ίδιο το πεδίο του εθνικού νόμου. Κι αυτό είναι πιο ορατό από κάθε άλλο σημείο του νομοσχεδίου, στο άρθρο 2, το οποίο από σκοπιάς εθνικού δικαίου φαίνεται ακατανόητο. Το άρθρο 2 είναι το πιο ισχυρό επιχείρημα για το οποίο θα αρκούσαν ορισμένες τροποποιήσεις του Ν.2472/1997 για λόγους ασφάλειας δικαίου,  κι όχι η μαξιμαλιστική λύση. Διότι όσο κι αν κωδικοποιηθεί το εθνικό δίκαιο, ο δυισμός του να έχουμε Γενικό Κανονισμό ΚΑΙ εθνική νομοθεσία, απλά δεν πρόκειται να αποφευχθεί. Θα έπρεπε να επιδιωχθεί η ελαχιστοποίηση των παρεμβολών της υπάρχουσας εθνικής νομοθεσίας κι όχι η εξ αρχής κατάστρωσή της.

Στο άρθρο 3, το νομοσχέδιο επαναλαμβάνει τον κατάλογο ορισμών του ΓΚΠΔ (που δεν χρειάζεται να γίνουν εθνικό δίκαιο, παρεκτός των σημείων που ο Ν.2472/1997 αποκλίνει), μαζί με τους ορισμούς της Οδηγίας 2016/680 που χρειάζεται να γίνει εθνικό δίκαιο, για λόγους εκπλήρωσης της υποχρέωσης ενσωμάτωσης. Ορθά η νομοπαρασκευαστική επιτροπή μεταφράζει το "sexual orientation" ως σεξουαλικό προσανατολισμό κι όχι ως "γενετήσιο προσανατολισμό", όρο στον οποίο επιμένει ο αρτηριοσκληρωτικός ενωσιακός μεταφραστής.

Το άρθρο 5 περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τα κλειστά κυκλώματα τηλεόρασης, αναφέροντας εντός παρενθέσεως " άρθρο 6 του ΓΚΠΔ ", το οποίο όμως δεν αφορά ρυθμίσεις για τα κλειστά κυκλώματα τηλεόρασης, αλλά περιλαμβάνει τις νομιμοποιητικές βάσεις της επεξεργασίας (συγκατάθεση, σύμβαση, νομική υποχρέωση, ζωτικό συμφέρον, δημόσιο έργο, έννομο συμφέρον) και στην παρ. 3 αναφέρει ότι το εθνικό δίκαιο μπορεί για το "έννομο συμφέρον" να έχει ειδικές διατάξεις. Αυτές οι "ειδικές διατάξεις", κατά το νομοσχέδιο αφορούν τις κάμερες. Εδώ, όπως και στο άρθρο 28 (στο κεφάλαιο ενσωμάτωσης των διατάξεων για τις διωκτικές αρχές) η νομοπαρασκευαστική επιτροπή αυτοσχεδιάζει, παραθέτοντας διατάξεις για τις κάμερες, η λειτουργία των οποίων δεν αναφέρεται καν στον ΓΚΠΔ, αλλά ούτε και στην εναρμονιζόμενη Οδηγία 2016/680. Το άρθρο 5 δεν κωδικοποιεί ούτε τις προϋφιστάμενες διατάξεις του άρθρου 3 του Ν.2472/1997 για τις κάμερες, απλά θέτει εξ αρχής νέες διατάξεις. Oι χρόνοι διατήρησης του βιντεοληπτικού υλικού π.χ. διαφοροποιούνται από τις λεπτομερειακές ανά περίπτωση ρυθμίσεις της Οδηγίας 1/2011 της ΑΠΔΠΧ, ενώ δεν μνημονεύεται ο ρόλος που θα έχουν οι εισαγγελείς επί του βιντεοληπτικού υλικού, θέμα που ρυθμίζεται με κάποια σαφήνεια στον Ν.2472/1997.

To άρθρο 6 για την συγκατάθεση των παιδιών είναι μια απαραίτητη ρύθμιση, δεδομένου ότι και ο ΓΚΠΔ αναγνωρίζει ένα ηλικιακό όριο, από το οποίο μπορεί να αποκλίνει ο εθνικός νομοθέτης και αν ο εθνικός νομοθέτης δεν το ρυθμίσει θα δημιουργηθεί σημαντική ανασφάλεια δικαίου λόγω της συρροής των διατάξεων του ΑΚ για την ικανότητα προς δικαιοπραξία. Ωστόσο, η συντηρητική επιλογή της νομοπαρασκευαστικής για συγκατάθεση μετά το συμπληρωμένο 15ο έτος θα έρθει σε αντίθεση με την επιλογή του κυπριακού νομοσχεδίου για συγκατάθεση μετά το 13ο έτος. Καλό είναι να μην υπάρχουν τέτοιες αποκλίσεις ανάμεσα σε δύο χώρες που χρησιμοποιούν την ίδια γλώσσα, για ευνόητους λόγους.

Το νομοσχέδιο καταργεί τις άδειες της Αρχής για την επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, επιβάλλει όμως την "διαβούλευση" με την Αρχή για την έναρξη ορισμένων κατηγοριών επεξεργασιών που συνεπάγονται ιδιαίτερους κινδύνους. Έτσι εγκαταλείπεται ένα τυπικό κριτήριο (άδεια για τα ευαίσθητα) μ' ένα πιο ουσιαστικό κριτήριο (ιδιαίτεροι κίνδυνοι κ.τλ.), το οποίο ομως μπορεί να προκαλέσει πολλά ερωτηματικά και, τελικά, ανασφάλεια δικαίου. Διότι η διαβούλευση με την Αρχή είναι η νέα "άδεια της Αρχής": αν η διαβούλευση δεν έχει θετικό αποτέλεσμα, η επεξεργασία δεν επιτρέπεται.

Για τον Υπεύθυνο Προστασίας Δεδομένων, το νομοσχέδιο περιέχει μια εξουσιοδοτική διάταξη αναγνωρίζοντας στην Αρχή την αρμοδιότητα να συντάξει έναν κατάλογο με κατηγορίες οργανισμών που οφείλουν να ορίσουν ΥΠΔ. Στο άρθρο 14 του νομοσχεδίου αναφέρεται ότι τα δικαστήρια και οι εισαγγελίες δεν οφείλουν να ορίσουν ΥΠΔ. Ωστόσο, ο ΓΚΠΔ αναφέρει ότι τα δικαστήρια δεν οφείλουν, στο πλαίσιο των δικαιοδοτικών τους αρμοδιοτήτων, άρα οφείλουν να ορίσουν οι Γραμματείες των δικαστηρίων και των εισαγγελιών, κάτι το οποίο πρέπει να αναφέρει ο εθνικός νόμος για να είναι σύμφωνος με τον ΓΚΠΔ. Σημαντική προσθήκη του νομοσχεδίου είναι ότι ο ορισμός του ΥΠΔ γίνεται για συγκεκριμένο χρόνο, κάτι το οποίο δεν ορίζεται από τον ΓΚΠΔ, αλλά επιβάλλεται από τις καλές πρακτικές που έχουν επικρατήσει για τους ΥΠΔ.

Το θέμα της πιστοποίησης διευκρινίζεται με το νομοσχέδιο, διαμορφώνοντας μια σαφή εικόνα: η Αρχή θα ορίσει τα κριτήρια της πιστοποίησης και το Εθνικό Σύστημα Διαπίστευσης Α.Ε. θα προχωρήσει στην διαπίστευση των φορέων που πραγματοποιούν την πιστοποίηση, σύμφωνα με το πρότυπο EN-ISO/IEC 17065/2012.Το ΕΣΥΔ μπορεί να ανακαλεί διαπιστεύσεις, ύστερα από γνώμη της Αρχής.

Πρωτότυπες διατάξεις περιέχει το νομοσχέδιο ως προς την προστασία προσωπικών δεδομένων των εργαζομένων. Ο ΓΚΠΔ απλώς επιτρέπει στο εθνικό δίκαιο την θέσπιση τέτοιων διατάξεων (κατά το άρθρο 88), ενώ ο Ν.2472/1997 ακροθιγώς μόνο περιείχε κάποιες απαλλακτικές ρήτρες για το θέμα αυτό (στο άρθρο 7Α). Μέχρι τώρα το θέμα ρύθμιζε η Οδηγία 115/2001 της Αρχής, ενώ αξιόλογες κατευθυντήριες οδηγίες έχουν δημοσιοποιηθεί από την Ομάδα Εργασίας του άρθρου 29 της Οδηγίας 95/46. Το άρθρο 17 του νομοσχεδίου περιλαμβάνει 22 παραγράφους που συνοψίζουν και διατυπώνουν ως νομικά δεσμευτικούς όρους της Οδηγίας 115/2001 (π.χ. για την συγκατάθεση).

Όλο το κεφάλαιο Γ του νομοσχεδίου στο οποίο ενσωματώνεται η Οδηγία 2016/680 είναι ουσιαστικά μια αναπαραγωγή των ίδιων των διατάξεων της Οδηγίας. Κατά την γνώμη μου, η πραγματική ενσωμάτωση της Οδηγίας αυτής προϋποθέτει την αναθεώρηση όλων των διατάξεων που διέπουν την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων από τις διωκτικές αρχές κι όχι απλά την μεταγραφή των γενικόλογων διατάξεων της Οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, γιατί έτσι παραμένουν οι αντινομίες και το έργο του εφαρμοστή των οικείων διατάξεων δεν διευκολύνεται, αλλά τελικά υπάρχει κίνδυνος ανάμεσα στην ασαφή ενωσιακή ρύθμιση και στην σαφέστατη αλλά αντίθετη εθνική ρύθμιση να "προτιμήθεί" η δευτερη. Μια σωστή ενσωμάτωση της Οδηγίας προϋποθέτει πλήρη χαρτογράφιση των διατάξεων που ισχύουν σε αστυνομίες, λιμενικά κτλ, την διάγνωση των νομοθετικών χασμάτων και μετά την άρση των αντινομιών με σαφείς διατάξεις. Μια σωστή διάταξη είναι αυτή στο άρθρο 30 που αναφέρεται στην συγκεκριμένη περίπτωση της δημοσιοποίησης στοιχείων, κατόπιν εισαγγελικής απόφασης, αλλά μετά την οδυνηρή περίπτωση της δημοσιοποίησης των στοιχείων των οροθετικών γυναικών του 2012, θα έπρεπε να υπάρχει και μια σύνδεση με την υποχρέωση διαγραφής καθώς και με το δικαίωμα στην λήθη για τις τρίτες ιστοσελίδες που αναπαράγουν την εισαγγελική δημοσιοποίηση. Για τους Υπεύθυνους Προστασίας Δεδομένων των διωκτικών αρχών, τα άρθρα 48-50 απλώς επαναλαμβάνουν διατάξεις της Οδηγίας 2016/680, ενώ θα έπρεπε να δώσουν σαφέστερες κατευθύνσεις για την διαδικασία διορισμού των ΥΠΔ σε αυτούς τους φορείς του δημόσιου τομέα, στους οποίους η ανάθεση καθηκόντων γίνεται με αυξημένη τυπικότητα κι όχι με την ευελιξία που μπορεί να γίνει στον ιδιωτικό τομέα. Υπάρχουν πολλά κενά σε αυτές τις διατάξεις που κινδυνεύουν να καταστήσουν ανεφάρμοστη την υποχρέωση ορισμού ΥΠΔ.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 14, 2018

Άρειος Πάγος: η ευθύνη για τα σχόλια των χρηστών δεν ανήκει στον διαχειριστή της ιστοσελίδας

Με ιδιαίτερη υπερηφάνεια παρουσιάζω σήμερα την απόφαση του Αρείου Πάγου, ο οποίος ανέτρεψε την αντίθετη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το οποίο ο διαχειριστής ιστοσελίδας έχει αντικειμενική ευθύνη για τα σχόλια που αναρτούν οι αναγνώστες. Το Εφετείο είχε ακολουθήσει την θέση που είχε λάβει πιο πριν στην ίδια υπόθεση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, καθώς και το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (στα ασφαλιστικά μέτρα).

Από τον πρώτο βαθμό, ως δικηγόρος υποστήριζα επίμονα ότι ο διαχειριστής της ιστοσελίδας δεν νοείται να έχει προληπτική ευθύνη για τα σχόλια των χρηστών, καθώς ως προς το πεδίο φιλοξενίας σχολιασμού είναι "φορέας παροχής υπηρεσίας Κοινωνίας της Πληροφορίας" και όχι ιδιοκτήτης μέσου ενημέρωσης ώστε να ευθύνεται αντικειμενικά για όλο το περιεχόμενο που φιλοξενεί σαν να το είχε επιλέξει. Τα κατώτερα δικαστήρια απέρριψαν αυτό τον ισχυρισμό και υποχρέωσαν τον διαχειριστή της ιστοσελίδας να πληρώσει αποζημιώσεις για τα σχόλια των χρηστών.

Τελικά όμως ο Άρειος Πάγος έκρινε δεκτούς τους δύο λόγους αναίρεσης, ότι δηλαδή δεν εφαρμόζεται ο Νόμος Περί Τύπου ως προς την φιλοξενία σχολίων ώστε να ευθύνεται γι΄αυτά ο ιδιοκτήτης του ιστοτόπου, καθώς και ότι ο ιδιοκτήτης του ιστοτόπου είναι "φορέας παροχής υπηρεσίας κοινωνίας της πληροφορίας", ο οποίος σύμφωνα με το π.δ. 131/2003 δεν ευθύνεται προληπτικά για τις πληροφορίες που αναρτούν οι ενδιαφερόμενοι αλλά μόνο εφόσον του επισημανθεί ότι υπάρχουν παράνομες πληροφορίες και δεν τις αποσύρει ταχέως.

Παρατίθεται όλη η απόφαση 1425/2017, όπως έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου.

Αριθμός 1425/2017 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Σ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σωτηρόπουλο, που ανακάλεσε την από 10-11-2016 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. 
Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Δ. Κ. του Ι., κατοίκου ...), 2) Κ. Λ. του Α., κατοίκου ...) και 3) Μ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γαλάνη. 
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-3-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. 
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 201/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 3289/2013 του Εφετείου Αθηνών. 
Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-6-2014 αίτησή του, η οποία κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών με αριθμό κατάθεσης 404/2014 και στο Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό κατάθεσης ...2014.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. 
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 2-1-2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ευφημίας Λαμπροπούλου, με την οποία εισηγήθηκε: α) την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος που στρέφεται κατά της συμπροσβαλλόμενης 201/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) την αναίρεση της προσβαλλόμενης 3289/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών κατά παραδοχή των πρώτου και δευτέρου (κύριων) λόγων αναιρέσεως, την απόρριψη δε του τρίτου (επικουρικού) λόγου αναιρέσεως. 
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 553 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των αποφάσεων οι οποίες δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη την δίκη ή μόνον την δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι σε περίπτωση κατά την οποία η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Εφετείου, αφού, αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (Ολ.Α.Π.40/1996). Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, καθ’ ο μέρος απευθύνεται κατά της υπ’ αριθμ.201/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση, η οποία απερρίφθης ως κατ’ ουσίαν με την προσβαλλομένη υπ’ αριθ. 3289/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. (Ολ.ΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως εδέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Α.Π. 43/2013, 335/2012). Περαιτέρω, κατά την παρ.1 του άρθρου μόνου ν. 1178/1981 "περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων", όπως τροποποιήθηκε με το ν.2243/1994, "ο ιδιοκτήτης παντός εντύπου υποχρεούται εις πλήρη αποζημιωσιν δια την παράνομον περιουσιακήν ζημίαν ως και εις χρηματικήν ικανοποίησιν δια την ηθικήν βλάβην, αι οποίαι υπαιτίως επροξενήθησαν δια δημοσιεύματος θίγοντος την τιμήν ή την υπόληψιν παντός ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρον 914 του Α.Κ. υπαιτιότης, ή η κατά το άρθρον 919 του Α.Κ. πρόθεσις και η κατά το άρθρον 920 του Α.Κ. γνώσις ή υπαίτιος άγνοια συντρέχη εις τον συντάκτην του δημοσιεύματος ή, εάν ούτος είναι άγνωστος, εις τον εκδότην ή τον διευθυντήν συντάξεως του εντύπου". Η ανωτέρω διάταξη, στην οποία, με το άρθρο 4 παρ.10 του ν.2328/1995 υπήχθησαν και οι τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί, είναι σαφές ότι αναφέρεται μόνο στην ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, ο οποίος υποχρεούται έτσι σε περίπτωση εξυβριστικού ή δυσφημιστικού δημοσιεύματος σε πλήρη αποζημίωση του παθόντος και σε χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, έστω και αν η γνώση ή η υπαίτια άγνοια συντρέχουν στο πρόσωπο του συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν αυτός είναι άγνωστος, στον εκδότη ή στο διευθυντή συντάξεως του εντύπου, η ευθύνη των οποίων, εφόσον βέβαια δεν ταυτίζονται ως πρόσωπα με τον ιδιοκτήτη του εντύπου, ρυθμίζεται από τις κοινές διατάξεις. Ειδικότερα ο εκδότης και ο διευθυντής συντάξεως του εντύπου ευθύνονται κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 297, 298, 299, 914, 932 Α.Κ., όταν περιέλαβαν στην ύλη του εντύπου δημοσίευμα εν γνώσει τους προσβλητικό για την προσωπικότητα άλλου προσώπου, καθώς και όταν κατά το άρθρο 922 Α.Κ. συνδέονται με σχέση προστήσεως με το συντάκτη του δημοσιεύματος, ο οποίος δεν αποκλείεται να συνδέεται με όμοια σχέση και με τον ιδιοκτήτη του εντύπου. Η ευθύνη δηλαδή του ιδιοκτήτη του εντύπου είναι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις γνήσια αντικειμενική, η οποία έχει ως προϋπόθεση την ύπαρξη αντίστοιχης υποκειμενικής ευθύνης του συντάκτη ή αναλόγως του εκδότη ή του διευθυντή συντάξεως του εντύπου, με τους οποίους συνευθύνεται κατά το άρθρο 926 Α. Κ. εις ολοκληρον. Οι διατάξεις του ν. 1178/1981, όπως αυτός τροποποιημένος ισχύει και στον οποίο παραπέμπει και το άρθρο 4 παρ. 10 του ν.2328/1995 προκειμένου για προσβολές της προσωπικότητας κατά τη διάρκεια ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών εκπομπών, εφαρμόζονται αναλόγως και επί προσβολών της προσωπικότητας οι οποίες συντελούνται στο διαδίκτυο (internet) μέσω ηλεκτρονικών ιστοσελίδων που λειτουργούν ως διεθνές μέσο διακινήσεως πληροφοριών, δεδομένου ότι για τις προσβολές αυτές δεν υπάρχει ιδιαίτερο νομικό πλαίσιο, η δε πληροφόρηση μέσω του διαδικτύου είναι η εξέλιξη της ηλεκτρονικής πληροφόρησης μέσω του ραδιοφώνου και της τηλεοράσεως (Α.Π. 1652/2013, 1701/2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του π.δ. 131/2003 με τον τίτλο "Προσαρμογή στην Οδηγία 2000/31 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά (Οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο)", "για τους σκοπούς του παρόντος Π.Δ. νοούνται ως α) "Υπηρεσίες της Κοινωνίας της Πληροφορίας" οποιαδήποτε υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας, ήτοι κάθε υπηρεσία που συνήθως παρέχεται έναντι αμοιβής, με ηλεκτρονικά μέσα εξ αποστάσεως και κατόπιν προσωπικής επιλογής ενός αποδέκτη υπηρεσιών κατά την έννοιαν της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του Π.Δ. 39/2001 (Α’ 28) "για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας σε συμμόρφωση προς τις Οδηγίες 98/34/ΕΟΚ και 98/48/ΕΚ". β) "φορέας παροχής υπηρεσιών είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει μια υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας...δ) "αποδέκτης της υπηρεσίας" κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο χρησιμοποιεί, επαγγελματικώς ή άλλως, μια υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως για να αναζητήσει πληροφορίες ή για να προσφέρει πρόσβαση σε αυτές". Τέλος, με το άρθρο 13 του ιδίου ως άνω π. δ/τος υπό τον τίτλο "φιλοξενία" ορίζονται τα εξής : "1. Σε περίπτωση παροχής μιας υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας συνισταμένης στην αποθήκευση πληροφοριών παρεχομένων από ένα αποδέκτη υπηρεσίας, δεν υφίσταται ευθύνη του φορέα παροχής της υπηρεσίας για τις πληροφορίες που αποθηκεύονται μετά από αίτηση αποδέκτη της υπηρεσίας, υπό τους όρους ότι: (α) ο φορέας παροχής της υπηρεσίας δεν γνωρίζει πραγματικά ότι πρόκειται για παράνομη δραστηριότητα ή πληροφορία και ότι, σε ό,τι αφορά αξιώσεις αποζημιώσεως, δεν γνωρίζει τα γεγονότα ή τις περιστάσεις από τις οποίες προκύπτει η παράνομη δραστηριότητα ή πληροφορία, ή (β) ο φορέας παροχής της υπηρεσίας, μόλις αντιληφθεί τα προαναφερθέντα, αποσύρει ταχέως τις πληροφορίες ή καθιστά την πρόσβαση σε αυτές αδύνατη. 2. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται όταν ο αποδέκτης της υπηρεσίας ενεργεί υπό την εξουσία ή υπό τον έλεγχο του φορέα παροχής της υπηρεσίας. 3. Το παρόν άρθρο δεν θίγει την δυνατότητα να επιβληθεί δικαστικά ή διοικητικά στο φορέα παροχής υπηρεσιών η παύση ή πρόληψη της παράβασης". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με εκείνη του άρθρου μόνου ν. 1178/1981 προκύπτει ότι η αντικειμενική ευθύνη του "φορέα παροχής υπηρεσιών" (αντίστοιχη με εκείνη του ιδιοκτήτη εντύπου) ισχύει για τις αναρτήσεις που γίνονται στο διαδικτυακό τόπο και όχι στο χώρο φιλοξενίας περιεχομένου, όπου αναρτώνται κείμενα "αποδεκτών της υπηρεσίας" (δηλαδή τρίτων χρηστών του διαδικτυακού τόπου). Για τις τελευταίες αυτές αναρτήσεις εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 13 παρ.1 π.δ. 131/2003, δηλαδή υπάρχει ευθύνη του φορέα παροχής υπηρεσιών όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Τον Ιούλιο του 2005 έγινε επιλογή μεταπτυχιακών φοιτητών στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου .... Υπήρξαν 113 αιτήσεις για 23 θέσεις. Κατά το πρώτο στάδιο επελέγησαν 55 υποψήφιοι μετά από αξιολόγηση των στοιχείων του φακέλου τους από τριμελή επιτροπή στην οποία μετείχαν οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι), ο πρώτος με την ιδιότητα του αναπληρωτή καθηγητή, προέδρου του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και κοσμήτορα του Πανεπιστημίου ..., ο δεύτερος με την ιδιότητα του αναπληρωτή καθηγητή και αντιπρύτανη του Πανεπιστημίου ... και η τρίτη με την ιδιότητα της αναπληρώτριας καθηγήτριας και διευθύντριας του προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών. Το δεύτερο στάδιο που θα οδηγούσε στην οριστική επιλογή συνίστατο σε προφορική συνέντευξη των υποψηφίων φοιτητών από πενταμελή επιτροπή, στην οποία μετείχαν και οι ενάγοντες. Στις 22-7-2005, κατά τη συνεδρίαση της γενικής συνελεύσεως ειδικής συνθέσεως του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης εγκρίθηκε ομόφωνα ο κατάλογος των 24 επιτυχόντων, καθώς και ο κατάλογος των επιλαχόντων κατά φθίνουσα βαθμολογική σειρά. Επιφυλάξεις εξέφρασε μόνον ο αναπληρωτής καθηγητής Σ. Α., ο οποίος ζητούσε να του παραδοθεί αντίγραφο της αναλυτικής βαθμολογίας για κάθε φοιτητή, καθόσον είχαν προηγηθεί διαμαρτυρίες αποτυχόντων υποψηφίων. Ο ανωτέρω το Σεπτέμβριο του 2005 υπέβαλε ένσταση στη γενική συνέλευση ειδικής συνθέσεως του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και στη σύγκλητο ειδικής συνθέσεως του Πανεπιστημίου ..., αναφερόμενος σε παρατυπίες κατά την επιλογή των υποψηφίων μεταπτυχιακών φοιτητών, η οποία απερρίφθη. Ο Σ. Α. συνέχισε τις καταγγελίες του για παρατυπίες και παρανομίες κατά την επιλογή των μεταπτυχιακών φοιτητών, απευθύνοντας επιστολές σε πολιτικά κόμματα, σε βουλευτές και στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Κατόπιν αυτών των καταγγελιών και των αναφορών των εναγόντων περί διασυρμού του Πανεπιστημίου ... και των μελών του, ο πρύτανης Ι. Π. ανέθεσε στον καθηγητή Ι. Π. τη διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως, προκειμένου να διαπιστωθεί αν ευσταθούσαν οι ανωτέρω καταγγελίες. Σύμφωνα με την έκθεση της προκαταρκτικής έρευνας, ήταν άψογη η διαδικασία επιλογής νέων μεταπτυχιακών φοιτητών και συνεπώς αβάσιμες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του Σ. Α.. Κατ’ αυτού ο πρύτανης του Πανεπιστημίου ... άσκησε πειθαρχική δίωξη για απάδουσα στην αξιοπρέπεια πανεπιστημιακού λειτουργού συμπεριφορά, συνισταμένη στην αβάσιμη και δημόσια κριτική μελών και οργάνων του πανεπιστημίου σχετικά με την επιλογή μεταπτυχιακών φοιτητών και τους προσβλητικούς ισχυρισμούς του κατά των μελών της εισηγητικής επιτροπής που έκανε αρνητική εισήγηση για την επιλογή του καθηγητή Α. στη βαθμίδα του επίκουρου, επισύρουσα την ποινή της οριστικής του απολύσεως. Στις 3-5-2006 κατά τη γενική συνέλευση του πανεπιστημίου ο Σ. Α. ανακοίνωσε στους συναδέλφους του την πειθαρχική δίωξη του και δήλωσε ότι αρνείται το διάλογο με τους ενάγοντες που επιδιώκουν την επαγγελματική και επιστημονική του εξόντωση. Μετά ταύτα επέστρεψε στο γραφείο του, όπου απεβίωσε. Σύμφωνα με την ...-6-2006 έκθεση του ιατροδικαστή Α. Π., ο θάνατος του Σ. Α. οφείλεται σε υπερτασική - ισχαιμική καρδιοπάθεια, με χαρακτηριστικά μεταξύ άλλων την αθηρωματοσκλήρυνση των στεφανιαίων αγγείων, τη γενικευμένη αρτηριοσκλήρυνση, ως επιπλοκή της υπερτάσεως, την υπερτροφία του μυοκαρδίου και ισχαιμία. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο θανών πριν αποβιώσει έπασχε ήδη από βαρεία καρδιοπάθεια, η οποία εξαιτίας της έντονης συναισθηματικής φορτίσεώς του λόγω της ασκήσεως σε βάρος του πειθαρχικής διώξεως, τον οδήγησε στο θάνατο. Λόγω των αντιδράσεων που υπήρξαν στο Πανεπιστήμιο ... αλλά και της δημοσιότητας που έλαβε η υπόθεση στα μέσα μαζικής ενημερώσεως, η σύγκλητος του πανεπιστημίου όρισε τριμερή επιτροπή για να επανεξετάσει το θέμα της επιλογής των μεταπτυχιακών φοιτητών, καθώς και το θέμα της ασκήσεως πειθαρχικής διώξεως κατά του Σ. Α.. Το μέλος της επιτροπής Γ. Γ. στο πόρισμα του αναφέρει ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις εύνοιας για πέντε από τους επιτυχόντες, ενώ σε δύο από τις περιπτώσεις αυτές η εύνοια κρίνεται προφανής. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει στο πόρισμα της η πρόεδρος της επιτροπής Σ. Π., η οποία αναφέρει ότι από τους ανωτέρω πέντε υποψηφίους, τουλάχιστον οι τέσσερες ήταν κατά τη διάρκεια των σπουδών τους συνδικαλιστές. Το τρίτο μέλος της επιτροπής Ε. Ο. στο πόρισμα του αναφέρει ότι δεν διαπίστωσε εύνοια ή αδικία στην επιλογή των μεταπτυχιακών φοιτητών και θεωρεί αναμενόμενη την ύπαρξη λαθών. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο διαδικτυακός τόπος ... αποτελεί ηλεκτρονική ιστοσελίδα με ενημερωτικό και ψυχαγωγικό περιεχόμενο, στην οποία απασχολούνται δημοσιογράφοι, οι οποίοι αρθρογραφούν συστηματικά και ασχολούνται με θέματα της επικαιρότητας. Η ιστοσελίδα αυτή παρέχει σε καθημερινή βάση κείμενα, εικόνες, οπτικοακουστικό υλικό, τα οποία αποθηκεύονται και είναι προσιτά σε απεριόριστο αριθμό ατόμων. Το ως άνω υλικό περιλαμβάνει ειδήσεις, συνεντεύξεις, αρθρογραφία για ζητήματα πολιτικού, οικονομικού, κοινωνικού και πολιτισμικού ενδιαφέροντος. Παράλληλα, στον επισκέπτη της ιστοσελίδας παρέχεται η δυνατότητα να σχολιάσει άμεσα τα μεταδιδόμενα κείμενα και έργα, αναρτώντας κείμενα και αναπτύσσοντας διάλογο με άλλους χρήστες στα σχετικά πεδία σχολιασμού. Ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών (ήδη αναιρεσείων) είναι δημοσιογράφος, δημιουργός της παραπάνω ιστοσελίδας, έχει τη γενική διεύθυνση της λειτουργίας της και είναι υπεύθυνος για το υλικό που αναρτάται σ’ αυτήν. Στις 27-10-2009 αναρτήθηκε στην ανωτέρω ιστοσελίδα άρθρο της δημοσιογράφου Έ. Ι. με τίτλο "Νέα υπόθεση διαπλοκής στην εκλογή μελών ΔΕΠ του Πανεπιστημίου …", το οποίο αναφέρεται σε ανορθόδοξες διαδικασίες με τις οποίες ένας λέκτορας του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης εξελέγη σε θέση αναπληρωτή καθηγητή, παρακάμπτοντας στην ουσία το ενδιάμεσο στάδιο του επίκουρου καθηγητή. Κάτω απ’ αυτό το άρθρο, στο διακριτό πεδίο τεχνικώς επιτρεπόμενου σχολιασμού, αναρτήθηκαν κείμενα χρηστών της ιστοσελίδας, μεταξύ των οποίων και το ακόλουθο: Στις 27-10-2009 από χρήστη της ιστοσελίδας με το ψευδώνυμο "..." το εξής κείμενο: "Ο Π. είναι η βιτρίνα του Κ. του εμπνευστή της δίωξης Α.... Η δίκη Α. αρχίζει σε λίγες ημέρες στην …, κάτι που απευχόταν η κλίκα που ήθελε να γίνει στο …, για να πιέσει τους δικαστές αποτελεσματικότερα...". Η πρώτη αναφορά στο ως άνω κείμενο, ότι ο Π. είναι η βιτρίνα του Κ....αποτελεί αξιολογική κρίση που μπορεί να συνδεθεί με γεγονός, διότι εμφανίζει τον πρώτο των εναγόντων Δ. Κ. υπό την πανεπιστημιακή του ιδιότητα να ενεργεί παρασκηνιακά, ευρισκόμενος πίσω από κάθε ενέργεια του καθηγητή Π.. Η δεύτερη αναφορά του κειμένου στη δίκη Α. αποδίδει στους ενάγοντες, τους οποίους σαφώς υπονοεί με τη χρήση της λέξεως "κλίκα", την πρόθεση να επέμβουν στο έργο των δικαστών που θα εκδικάσουν την υπόθεση τους σχετικά με τις καταγγελίες του Α.. Εξάλλου στις 3-5-2009 αναρτήθηκε στην ίδια ως άνω ιστοσελίδα άρθρο με τον τίτλο "Ο αγώνας, ο θάνατος και η δικαίωση του Σ.Α.". Κάτω από αυτό, στο διακριτό πεδίο τεχνικώς επιτρεπόμενου σχολιασμού, αναρτήθηκαν κείμενα χρηστών της ιστοσελίδας, μεταξύ των οποίων και τα ακόλουθα: α) Στις 5-5-2009 από χρήστη της ιστοσελίδας με το ψευδώνυμο "..." το εξής κείμενο: "Είχα όμως την ατυχία, την ίδια περίοδο να έχω καθηγητή μου, τον μετέπειτα κοσμήτορα Δ. Κ., ένα γλοιώδη υποκείμενο, με μόνιμο ειρωνικό ύφος απέναντι στους φοιτητές του, που σου δημιουργούσε μόνιμο πρόβλημα στους βαθμούς, αν δεν πήγαινες με τα νερά του και του δημιουργούσες πρόβλημα. Εκείνη την περίοδο το Πανεπιστήμιο ... είχε καταπληκτικούς καθηγητές σε όλες τις σχολές και είναι κρίμα που το κατάντησαν να λειτουργεί με όρους Μαφίας, όπως λέει ο φίλος ... πολύ σωστά, ο Κ. και μερικά άλλα ανθρωποειδή, που απέτρεψαν αρκετούς φοιτητές να ασχοληθούν με μεταπτυχιακά διπλώματα", β) στις 21-5-2009 από το χρήστη της ιστοσελίδας με το ψευδώνυμο "..." το εξής κείμενο: "Στη δίκη αυτή θα γίνουν μεγάλες αποκαλύψεις για τη διαφθορά στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης της ...... Η συμμορία των Κ.-Λ. θα ξεφτιλιστεί μαζί με τον προστάτη της τον περίφημο Κ. Κ. και την θυγατέρα του...", το οποίο (κείμενο) εμφανίζει τους δύο πρώτους των εναγόντων να προστατεύονται από πολιτικά πρόσωπα και γ) Στις 30-5-2009 από χρήστη της ιστοσελίδας με το ψευδώνυμο "..." το εξής κείμενο: "...Όπως και να έχει, η συγκεκριμένη κλίκα πέρα από μια φάση "ελεγχόμενης" ύφεσης (προφανώς αμέσως μετά τον θάνατο του Σ. Α. και μέχρι τις καταλήψεις του Γενάρη του 2007) ζει και βασιλεύει στο Πανεπιστήμιο... Καλές οι δίκες και όλα, αλλά θέλει πίεση από τα μέσα για να φύγει η σαπίλα από το Πανεπιστήμιο". Αυτό αποτελεί κρίση που μπορεί να συνδεθεί με γεγονότα, αφού υπονοεί ότι οι ενάγοντες μετά το θάνατο του Α., υπό την πανεπιστημιακή τους ιδιότητα, ενεργούν συνασπισμένοι και μ’ αυτόν τον τρόπο προωθούν εντός του Πανεπιστημίου ιδιοτελείς σκοπούς. Τα προαναφερόμενα γεγονότα είναι αναληθή, η δε αναλήθεια αυτών δεν αμφισβητείται ειδικώς από τον εναγόμενο. Όμως δεν αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος γνώριζε το ψεύδος αυτών των γεγονότων και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως αλλά της απλής τοιαύτης. Τα παραπάνω αναφερόμενα στα εν λόγω κείμενα ήταν ικανά να βλάψουν και έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων, αφού αυτοί εμφανίστηκαν ως άτομα που στερούνται ηθικής, που επιδιώκουν τον επηρεασμό των δικαστών προκειμένου να απαλλαγούν από τις κατηγορίες που τους βαρύνουν, που προωθούν ιδιοτελείς σκοπούς εντός του χώρου του πανεπιστημίου και που απολαμβάνουν της προστασία πολιτικών προσώπων. Επιπλέον ο πρώτος των εναγόντων εμφανίστηκε και ως άτομο που κατά την εκτέλεση των πανεπιστημιακών του καθηκόντων ενεργεί παρασκηνιακά, αντιμετωπίζει με ειρωνεία τους φοιτητές και τους δημιουργεί προβλήματα με τους βαθμούς. Ο εναγόμενος, ο οποίος είχε τη γενική διεύθυνση της λειτουργίας της ιστοσελίδας, γνώριζε το περιεχόμενο των ανωτέρω κειμένων και παρ’ όλα αυτά επέτρεψε τη διατήρηση τους έως τις 23-11-2009, οπότε τα αφαίρεσε μετά την έκδοση προσωρινής διαταγής από τον πρόεδρο υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών. Επίσης ο εναγόμενος, ενώ γνώριζε ότι τα προαναφερθέντα κείμενα μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων, τα διατήρησε στην ιστοσελίδα και τα διέδωσε σε απροσδιόριστο αριθμό επισκεπτών αυτής. Η διάδοση αυτών των κειμένων δεν μπορεί να αποδοθεί σε δικαιολογημένο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον του εναγομένου προς ενημέρωση των επισκεπτών της ιστοσελίδας για τα σχόλια των χρηστών της σε ζητήματα μείζονος ενδιαφέροντος, δεδομένου ότι τα κείμενα αυτά δεν συνιστούν οξεία επιτρεπτή κριτική σε συγκεκριμένες πράξεις των εναγόντων δημοσίων λειτουργών, αφού δεν συνοδεύονται από παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών. Αντίθετα, από το ύφος και τον τρόπο που τα ανωτέρω κείμενα έχουν διατυπωθεί, με τη χρήση εκφράσεων που ενέχουν έντονη καταφρόνηση, όπως γλοιώδη υποκείμενο, ανθρωποειδή, προκύπτει σαφώς σκοπός προσβολής της τιμής και της υπολήψεως των εναγόντων. Τα ανωτέρω προσέβαλαν παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα των εναγόντων, οι οποίοι υπέστησαν ηθική βλάβη και δικαιούνται χρηματικής ικανοποιήσεως για την ανόρθωση της. Ενόψει των συνθηκών τελέσεως της αδικοπραξίας, του βαθμού υπαιτιότητας του εναγομένου, του είδους της προσβολής των εναγόντων, της εκτάσεως της βλάβης τους, της ψυχικής ταλαιπωρίας τους, της κοινωνικής θέσεως και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων, το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί στον καθένα από τους ενάγοντες το ποσό των 7.000 ευρώ, ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση".
Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως , η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την κατ’ αυτού αγωγή και τον είχε υποχρεώσει να καταβάλει για την ίδια αιτία σε κάθε αναιρεσίβλητο το αυτό ως άνω χρηματικό ποσό των 7.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής έως εξοφλήσεως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου μόνου του ν.1178/1981, τις οποίες εφήρμοσε ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω, καθώς επίσης και τις διατάξεις του άρθρου 13 του π.δ. 131/2003, τις οποίες δεν εφήρμοσε, με την αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων δεν είναι φορέας παροχής υπηρεσιών της κοινωνίας, ενώ οι διατάξεις αυτές ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη υπόθεση. Ειδικότερα δέχθηκε ότι υπάρχει ευθύνη του αναιρεσείοντος ο οποίος είχε τη διεύθυνση ιστοσελίδας (δηλαδή είχε την ιδιότητα του "φορέα παροχής υπηρεσιών") από κείμενα τα οποία αναρτήθηκαν στο χώρο φιλοξενίας της ιστοσελίδας από χρήστες αυτής (δηλαδή από πρόσωπα που είχαν την ιδιότητα των "αποδεκτών της υπηρεσίας"), χωρίς να αναφέρει αν συνέτρεχαν ή όχι οι προϋποθέσεις του άρθρου 13 π.δ. 131/2003, υπό την ρυθμιστική εμβέλεια του οποίου έπρεπε να κριθεί η ένδικη διαφορά.
Συνεπώς, κατά παραδοχή των δύο πρώτων (κυρίων) λόγων αναιρέσεως και παρελκούσης της έρευνας του επικουρικού τρίτου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, κατά την παράγραφο 3 του αρθρ. 580 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει. Επί πλέον δε, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 
Απορρίπτει την από 2 Ιουνίου 2014 αίτηση του Σ. Κ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 201/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 3289/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών .
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Επιβάλλει στους αναιρεσιβλήτους τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 

"Σύστημα αρχειοθέτησης" στο δικηγορικό γραφείο

Με τον ΓΚΠΔ θα ξεκινήσει μια οριζόντια, υπαρξιακής φύσης νομίζω, συζήτηση σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. για τον ρόλο του δικηγόρου στην διαχεί...