Τρίτη, Σεπτεμβρίου 04, 2007

H ανακήρυξη των υποψήφιων βουλευτών από τον Άρειο Πάγο

Το πιο κομβικό ερώτημα που ανακύπτει σε θεσμικό επίπεδο είναι: τελικά πρέπει να ανακηρύσσει τους υποψήφιους βουλευτές ένα ανώτατο δικαστήριο ή μήπως θα έπρεπε αυτή η αρμοδιότητα να ανατεθεί στη διοίκηση (λ.χ. στο υπουργείο Εσωτερικών που έχει και την ευθύνη των εκλογών).

Διότι, αναθέτοντας ο νομοθέτης στον Άρειο Πάγο αυτήν την αρμοδιότητα, επιλέγει να εξαρτώνται τα ψηφοδέλτια από την απόφαση ενός δικαστηρίου, με δεδομένο ότι «οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους» (άρθρο 87§1 του Συντάγματος). Στοιχείο του συνταγματικού δικαίου είναι η άμεση εφαρμογή του από τον δικαστή, ανεξάρτητα από την νομοθετική διαμεσολάβηση που μπορεί να εξειδικεύει ή να έρχεται και σε αντίθεση με το Σύνταγμα. Επομένως, ο Άρειος Πάγος από πουθενά δεν περιορίζεται σε «τυπικό έλεγχο», ο οποίος δήθεν διακρίνεται από τον «ουσιαστικό έλεγχο». Άλλωστε, η διάκριση του τυπικού από τον ουσιαστικό έλεγχο αποτελεί διάκριση ανάμεσα σε νομιμότητα και σκοπιμότητα. Ο έλεγχος «σκοπιμότητας» ουδέποτε εκχωρήθηκε στον Άρειο Πάγο ως προς την ανακήρυξη των υποψηφίων (δεν μπορεί να πει δηλαδή «και ποια είναι αυτή η Γεννηματά που θα την ανακηρύξουμε και σε πρώτη θέση στο Επικρατείας; Ικανοποιεί μια επί πενταετία υπερνομάρχης τον συνταγματικό σκοπό συμβολικής αναγνώρισης και ανάδειξης βουλευτών Επικρατείας; Την βγάζουμε!»).

Ο δικαστικός έλεγχος νομιμότητας δεν μπορεί όμως να περιλαμβάνει μόνο την «κατοχή της ελληνικής ιθαγένειας, τη συμπλήρωση της εκλογικής ηλικίας, τη μη στέρηση του εκλογικού δικαιώματος και του δικαιώματος εκλογιμότητας και τη μη υποβολή υποψηφιότητας σε περισσότερες εκλογικές περιφέρειες», όπως αναφέρει ο Καθηγητής κ. Παπαδημητρίου. Αυτός ο περιορισμός δεν προκύπτει ούτε από το Σύνταγμα, ούτε από το νόμο, στα οποία και μόνον υπόκεινται οι δικαστές κατά την παραπάνω συνταγματική διάταξη. Ο έλεγχος νομιμότητας από τον Άρειο Πάγο σαφώς περιλαμβάνει όλους τους συνταγματικούς όρους ανακήρυξης κάποιου ως υποψηφίου στις εκλογές.

Οι κ.κ. Καθηγητές Παπαδημητρίου, Χρυσόγονος και Λοβέρδος αναφέρουν ότι ο φυσικός δικαστής μιας τέτοιας περίπτωσης είναι το Εκλογοδικείο (Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 58). Κατά το άρθρο 8 του Συντάγματος, κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος (δηλ. τον «φυσικό δικαστή»). Και στο άρθρο 58 αναφέρει ότι ο έλεγχος και η εκδίκαση των βουλευτικών εκλογών, κατά του κύρους των οποίων ασκούνται ενστάσεις που αναφέρονται είτε σε εκλογικές παραβάσεις σχετικές με την ενέργεια των εκλογών είτε σε έλλειψη των νομίμων προσόντων, ανατίθεται στο Α.Ε.Δ. του άρθρου 100. Το ίδιο το Σύνταγμα δηλαδή αναφέρει ότι όποιος έχει ενστάσεις να πάει στο Α.Ε.Δ. Δεν λέει όμως ότι ο Άρειος Πάγος δεν έχει αρμοδιότητα συνταγματικού ελέγχου να ανακηρύξει τις υποψηφιότητες. Ούτε αναφέρεται σε «αποκλειστική» αρμοδιότητα του Α.Ε.Δ., όπως, αντίθετα, λ.χ. αναφέρει το ΕΣΡ ως «αποκλειστικά αρμόδιο» για τον έλεγχο της ραδιοτηλεόρασης (άρθρο 15§2 του Συντάγματος). Η προέκταση του επιχειρήματος «μα υπάρχει το ΑΕΔ του άρθρου 58» σημαίνει κατ’ αποτέλεσμα ότι είναι αντισυνταγματική η ανακήρυξη υποψηφιοτήτων από τον Άρειο Πάγο. Όμως, η αρμοδιότητα ανακήρυξης των υποψηφιοτήτων δόθηκε στον Άρειο Πάγο με ένα προεδρικό διάταγμα (ουσιαστικό νόμο), του οποίου η συνταγματικότητα έχει εκ των προτέρων κριθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας και το οποίο π.δ. κωδικοποιεί νομοθεσία ψηφισμένη από τη Βουλή. Εξάλλου, ο ίδιος ο Άρειος Πάγος εφαρμόζοντας το εν λόγω διάταγμα προφανώς έκρινε ότι αυτό είναι σύμφωνο με το Σύνταγμα. Δηλαδή δύο ανώτατα δικαστήρια έχουν κρίνει ότι η αρμοδιότητα αυτή είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα. Ποιοι αποτελούν το περίφημο ΑΕΔ; Οι πρόεδροι του Αρείου Πάγου, του ΣτΕ, του Ελεγκτικού Συνεδρίου, 4 σύμβουλοι Επικρατείας και 4 Αρεοπαγίτες. Υπάρχει περίπτωση το ΑΕΔ, με αυτή η σύνθεση να κρίνει διαφορετικά την ουσία της απόφασης του Αρείου Πάγου; Ίσως, αν υποτεθεί ότι ο πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου έχει διαφορετική άποψη και μπορέσει να την επιβάλει σε δύο συναδέλφους του- προέδρους και 8 ανώτατους δικαστές άλλων δικαστηρίων…

Υπάρχουν όμως και άλλα επιχειρήματα. Πράγματι, εφόσον ο Άρειος Πάγος κρίνει ως δικαστικός σχηματισμός και όχι ως υπουργείο Εσωτερικών, έπρεπε να εφαρμόσει τις αρχές μιας δίκαιης δίκης, ακόμη κι αν δεν το ανέφερε η εκλογική νομοθεσία. Και δίκαιη δίκη σημαίνει προηγούμενη ακρόαση (οι ενστάσεις ενώπιον του ΑΕΔ δεν είναι προηγούμενη ακρόαση). Όφειλε δηλαδή, κατά αναλογική εφαρμογή των αρχών του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ο Άρειος Πάγος να καλέσει τους υποψηφίους να εκθέσουν τους ισχυρισμούς τους. Ορισμένοι (βλ. υπόθεση ΔΗΚΚΙ) το έπραξαν μόνοι τους, υποβάλλοντας υπομνήματα. Εδώ εντοπίζεται πράγματι ένα σημαντικό έλλειμμα διαδικαστικών εγγυήσεων τόσο στην απόφαση όσο και στην ίδια την εκλογική νομοθεσία, το οποίο εμμέσως, αν και με άλλες αφετηρίες και συμπεράσματα, εντόπισε ο κ. Παπαδημητρίου.

Κατ’ ουσίαν όμως, τουλάχιστον στην υπόθεση Γεννηματά, ποιοι θα ήταν αυτοί οι ισχυρισμοί; Ο κ. Παπαδημητρίου αναφέρει: «η προτεινόμενη κατείχε μεν θέση ανώτερου μονοπρόσωπου οργάνου στην Τοπική Αυτοδιοίκηση του β΄ βαθμού, αλλά δεν υπέβαλε υποψηφιότητα σε βασική εκλογική περιφέρεια προς εκλογή με το σύστημα της σταυροδοσίας. Με αυτά τα δεδομένα, δεν συντρέχει στο πρόσωπό της, κατά την ορθότερη άποψη, κώλυμα, αφού από τη θέση που κατείχε δεν είναι αντικειμενικά δυνατό να επηρεάσει τους ψηφοφόρους κατά τρόπο αθέμιτο.» Την τελολογική αναφορά στην οποία προβαίνει ο Καθηγητής στην β΄ πρόταση (και στην οποία προσέφυγε και η ίδια η κ. Γεννηματά σε δήλωσή της, ότι δηλ. δεν κατεβαίνει «με σταυρό») αποκρούει το ίδιο το Σύνταγμα: στην παράγραφο 3 του άρθρου 56 αναφέρεται ότι πράγματι τα κωλύματα δεν αφορούν υποψήφιους για το ψηφοδέλτιο Επικρατείας (περίπτωση κ. Χηνοφώτη). Ωστόσο, η ρήτρα αυτή δεν αφορά την παράγραφο 1 του άρθρου 56 που προβλέπει το κώλυμα στο οποίο εμπίπτει η κ. Γεννηματά. Αν το Σύνταγμα προέκρινε την τελολογική προσέγγιση που επικαλείται ο Καθηγητής και η προταθείσα θα είχε επαναλάβει την απαλλακτική ρήτρα για το ψηφοδέλτιο Επικρατείας και στην παράγραφο 1. Ο λόγος για τον οποίο αποκλείεται η υποψηφιότητα ανώτερου μονοπρόσωπου όργανου τοπικής αυτοδιοίκησης περικλείεται στην απαγόρευση της διάταξης που αποκλείει τις έννομες συνέπειες της παραίτησης για τα όργανα αυτά, κατά τη διάρκεια της θητείας για την οποία εξελέγησαν. Το Σύνταγμα θέλει να προστατεύσει το ακέραιο της θητείας του οργάνου που αναδείχθηκε από τον εκλογικό σώμα, όχι να περιορίσει αθέμιτη επιρροή του προσώπου λόγω της θέσης που κατέχει.

Υπάρχει όμως ένα άλλο ουσιαστικό ζήτημα, το οποίο έχει συζητηθεί, αλλά θα ανοίγονταν σοβαρές νομικές αμφισβητήσεις για την κανονιστική του σημασία: είναι δίκαιο το άρθρο 56 του Συντάγματος; Είναι σωστό να απαγορεύεται στον νομάρχη να παραιτηθεί και να κατέβει στις εκλογές (παρ. 1) ενώ την ίδια στιγμή επιτρέπεται στον ανώτατο αξιωματικό των ενόπλων δυνάμεων να κατέβει στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας, ή μήπως προσκρούει σε άλλες αρχές, οι οποίες, υπό συγκεκριμένες συνθήκες μπορεί να κατισχύουν και του ίδιου του Συντάγματος;

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου:

Τα Υψηλά Συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουσι την υποχρέωσιν όπως διενεργώσι, κατά λογικά διαστήματα, ελευθέρας μυστικάς εκλογάς, υπό συνθήκας επιτρεπούσας την ελευθέραν έκφρασιν της λαϊκής θελήσεως ως προς την εκλογήν του νομοθετικού σώματος.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει εκδώσει ορισμένες αποφάσεις καταδικάζοντας κράτη του Συμβουλίου της Ευρώπης για αποκλεισμό υποψηφίων. Από την νομολογία που είδα, οι αποκλεισμοί είχαν σχέση με αθέμιτες διακρίσεις εις βάρος των υποψηφίων, ενώ δεν εντόπισα απόφαση ΕΔΔΑ που να καταδικάζει κράτος μέλος για κώλυμα τέτοιου είδους όπως της κ. Γεννηματά. Στην υπόθεση Λυκουρέζος κατά Ελλάδας (15.6.2006) , λ.χ. το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η συνταγματική επιβολή του ασυμβιβάστου της δικηγορικής ιδιότητας του κ. Λυκουρέζου, ενώ είχε ήδη εκλεγεί βουλευτής (το 2000), αφού δεν περιείχε μεταβατικές διατάξεις και συνεπαγόταν την άμεση έκπτωσή του, παραβίασε το άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου. Η υπόθεση έχει σαφώς διαφορετικά χαρακτηριστικά, ενώ περιέχει και σαφή αναγνώριση από το ΕΔΔΑ της ευρείας εξουσίας των κρατών να θεσμοθετούν ασυμβίβαστα, παρουσιάζοντας μάλιστα και έναν πλήρη κατάλογο αυτών στα ευρωπαϊκά συντάγματα.


Το ουσιαστικό ερώτημα είναι μήπως αυτή η ανισότητα στα κωλύματα που προβλέπονται από το Σύνταγμα παραβιάζει τελικά την αρχή της εκλογικής ίσης μεταχείρισης που εγγυάται το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο και αν είναι θεμιτή και δικαιολογημένη σε μια δημοκρατική κοινωνία. Γιατί δηλαδή ο αρχηγός της αεροπορίας (και μια ολόκληρη κατηγορία κρατικών λειτουργών, παρ. 3 και 2 άρθρου 56 ) να μπορεί να παραιτηθεί και να μπει στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας, ενώ η υπερνομάρχης Αττικής (και μια άλλη, επίσης μεγάλη κατηγορία κρατικών λειτουργών και υπαλλήλων, παρ. 1 άρθρου 56) να μην δικαιούται; Είναι πιο σημαντικό ο υπερνομάρχης να ολοκληρώσει τη θητεία του και να του απαγορευτεί η υποψηφιότητα ενώ λιγότερο σημαντικό να παραιτηθεί ο αρχηγός του στρατού και να κατέβει στις εκλογές;


Σε αυτό το σκεπτικό συνηγορεί και η διατύπωση των άρθρων 25 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα:

Article 25

Every citizen shall have the right and the opportunity, without any of the distinctions mentioned in article 2 and without unreasonable restrictions:

(a) To take part in the conduct of public affairs, directly or through freely chosen representatives;

(b) To vote and to be elected at genuine periodic elections which shall be by universal and equal suffrage and shall be held by secret ballot, guaranteeing the free expression of the will of the electors;

(c) To have access, on general terms of equality, to public service in his country.

Article 26

All persons are equal before the law and are entitled without any discrimination to the equal protection of the law. In this respect, the law shall prohibit any discrimination and guarantee to all persons equal and effective protection against discrimination on any ground such as race, colour, sex, language, religion, political or other opinion, national or social origin, property, birth or other status.

Περαιτέρω, το άρθρο 2 προβλέπει:


Article 2

1. Each State Party to the present Covenant undertakes to respect and to ensure to all individuals within its territory and subject to its jurisdiction the rights recognized in the present Covenant, without distinction of any kind, such as race, colour, sex, language, religion, political or other opinion, national or social origin, property, birth or other status.

2. Where not already provided for by existing legislative or other measures, each State Party to the present Covenant undertakes to take the necessary steps, in accordance with its constitutional processes and with the provisions of the present Covenant, to adopt such laws or other measures as may be necessary to give effect to the rights recognized in the present Covenant.

3. Each State Party to the present Covenant undertakes:

(a) To ensure that any person whose rights or freedoms as herein recognized are violated shall have an effective remedy, notwithstanding that the violation has been committed by persons acting in an official capacity;

(b) To ensure that any person claiming such a remedy shall have his right thereto determined by competent judicial, administrative or legislative authorities, or by any other competent authority provided for by the legal system of the State, and to develop the possibilities of judicial remedy;

(c) To ensure that the competent authorities shall enforce such remedies when granted.

Οι ανισότητες με τις οποίες αντιμετωπίζονται μεγάλες κατηγορίες δημόσιων λειτουργών και υπαλλήλων στο άρθρο 56 του Συντάγματος, μόνο και μόνο λόγω του ειδικούς status τους, δημιουργούν αναπόφευκτα ζητήματα συμβατότητας με τις παραπάνω διεθνείς και ευρωπαϊκές διατάξεις, ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ή όχι ad hoc νομολογία. Aμφιβάλλω για το κατά πόσον η έκταση αυτών των ανισοτήτων εμπίπτει στο ευρύ πεδίο διακριτικής ευχέρειας που έχει αναγνωρίσει το ΕΔΔΑ ή η (τέως) Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ στα κράτη και συνεπώς θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να αχθεί αυτή η διαφορά ενώπιόν των διεθνών αυτών οργάνων (σ.σ. η Επιτροπή εχει αντικατασταθεί από το Συμβούλιο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ απο το 2006).

Στην απόφαση του Αρείου Πάγου διαβάζουμε επίσης:

«Ο µεµονωµένος υποψήφιος Αθανάσιος ∆ασκαλόπουλος θ α α ν α κη ρ υ χ θ ε ί ω ς µεµονωµένος χωρίς το δ η λ ω θ έ ν όνοµα «ΝΕΟΣ ΦΑΣΙΣΜΟΣ», γ ι α τ ί αυτό αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 37 π α ρ. 5 γ ΄ του π. δ. 96/5.6.2007, σ υνδ υα ζ όµενη µε τη δ ι ά τ αξ η του άρθρου 29 παρ. 1 τ ου Σ υ ν τ ά γµατος.»

Ωστόσο, στην αναφερόμενη διάταξη του προεδρικού διατάγματος αναφέρεται:

Απαγορεύεται η χρήση ως ονόματος και εμβλήματος ή σήματος κόμματος:
 
 α) συμβόλου θρησκευτικής λατρείας, της σημαίας της πατρίδας ή άλλου 
παρόμοιου συμβόλου ή σημείου ιδιαίτερης ευλάβειας,
 
 β) του στέμματος,
 
 γ) συμβόλων ή εμβλημάτων του δικτατορικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967 
ή φωτογραφιών προσώπων που έχουν καταδικαστεί για τη συμμετοχή τους σ' αυτό.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 29§1 εδ. (α) του Συντάγματος αναφέρεται:

Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, που η οργάνωση και η δράση τους εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος.


Στην προκειμένη περίπτωση όμως, ο υποψήφιος ούτε χρησιμοποίησε σύμβολο ή έμβλημα του δικτατορικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967, ούτε ίδρυσε ή συμμετείχε σε πολιτικό κόμμα που η οργάνωση και η δράση του αντιστρατεύεται τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Κι αυτό γιατί, όπως προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ο υποψήφιος είναι μεμονωμένος, άρα δεν ίδρυσε κόμμα και εξάλλου, απ’ ό,τι είναι γνωστό, η χούντα του ’67 δεν χρησιμοποίησε τον όρο «νέος φασισμός». Συνεπώς, είναι εντελώς ακατανόητη η εφαρμογή των άρθρων που αναφέρει η απόφαση.


Η ίδια απόφαση αφαίρεσε τον σταυρό από το έμβλημα συνδυασμό του κόμματος «ΝΕΟ ΚΟΜΜΑ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ», αλλά για το ΛΑ.Ο.Σ. το έμβλημα του οποίου επίσης περιέχει έναν σταυρό και ο τίτλος του περιέχει άμεση αναφορά στην επικρατούσα θρησκεία, δεν έγινε καμία αναφορά! Κι αυτό μολονότι κατά το άρθρο 37§α ρητά απαγορεύεται η χρήση σταυρού.

Στο θέμα του ΔΗΚΚΙ, ο Άρειος Πάγος λειτούργησε σαν μια διοικητική επιτροπή σημάτων που προσπαθεί να προστατεύσει το κοινό από την πρόκληση συγχύσεων μεταξύ εμπορικών σημάτων και τον αθέμιτο ανταγωνισμό. Λες και τα κόμματα είναι προϊόντα και οι εκλογείς καταναλωτές.


Αξιολογώντας συνολικά την απόφαση, αν και ο Άρειος Πάγος κινήθηκε τυπικά στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, χωρίς τόλμη πάντως, παρ’ όλο που τον κατηγορούν για το αντίθετο, δυσκολεύομαι να κατανοήσω για ποιο λόγο σε μια δημοκρατία σήμερα τίθενται τέτοιου είδους απαγορεύσεις στους υποψηφίους, είτε από το Σύνταγμα είτε από την νομοθεσία. Θα περίμενα πιο τολμηρούς δικαστές που θα έκαναν και σταθμίσεις αντλωντας επιχειρήματα από υπερσυνταγματικές έννομες τάξεις, όπως το διεθνές και το ευρωπαϊκό δίκαιο, τα οποία είναι επί δεκαετίες δοκιμασμένα και αφορούν πολλές εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπων.

Τελικά, όμως, το πιο σημαντικό πρόβλημα δεν είναι η ατολμία ή ο συντηρητισμός των δικαστών, αλλά ο οπισθοδρομικός νομοθέτης, κοινός και συνταγματικός, που αντιμετωπίζει το εκλογικό σώμα ως ένα ποίμνιο που πρέπει με κάθε τρόπο να το «προστατεύσει», αφαιρώντας, κατ’ αποτέλεσμα, αυταρχικά, το ατομικό και πολιτικό δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι από τεράστιες κατηγορίες φορέων του.

15 σχόλια:

neTpen είπε...

Ενδιαφέρουσες οι παράμετροι που θέτεις (έχω ήδη αναφερθεί στο θέμα και εγώ).

Συμφωνώ ότι τίθεται ζήτημα προηγούμενης ακρόασης κατά τη διαδικασία ανακήρυξης. Ευχής έργον θα ήταν ο ίδιος ο Άρειος Πάγος να υλοποιούσε το σχετικό δικαίωμα με ευθεία εφαρμογή τής σχετικής συνταγματικής διάταξης. Εν πάση περιπτώσει, ιδού πεδίο δόξης λαμπρόν για τους επίδοξους αναθεωρητές τού Συντάγματος. Όπως και τα ίδια τα κωλύματα και η ίδια η διαδικασία ανακήρυξης, αν νομίζουν ότι πάσχει. Όπως έχει το Σύνταγμα αυτή τη στιγμή, καλώς έγινε ό,τι έγινε.

Για το θέμα του Νέου Φασισμού: ο Άρειος Πάγος ερμήνευσε τελολογικά τις απαγορεύσεις του νόμου για τα ονόματα και τα σύμβολα των κομμάτων, σε συνδυασμό με το άρθρο 29 παρ. 1 Σ που προβλέπει ότι τα κόμματα οφείλουν να προάγουν την ελεύθερη λειτουργία τού δημοκρατικού πολιτεύματος. Προφανώς θεώρησαν ότι ένα κόμμα που διακηρρύσσει ως βασική αρχή του τον φασισμό δεν εξυπηρετεί τη λειτουργία αυτήν (ορθώς κατ' εμέ).

Δεν ξέρω πώς ακριβώς ήταν το "κομμένο" σύμβολο τού σταυρού. Αυτό του ΛΑΟΣ συμπλέκεται σε κάτι σαν "οικόσημο" δεν στέκεται καθ' εαυτό. Ίσως αυτή να είναι η διαφορά. Το να βγει ο σταυρός σε κάθε του εκδοχή (ακόμα κι όταν αποτελεί μέρος μιας σύνθεσης) νομίζω πως θα ήταν υπερβολικό.

Προσωπικά δεν θεωρώ ίδια τη μοίρα του Νομάρχη και οποιουδήποτε στρατιωτικού, που απλώς καλείται να παραιτηθεί πριν από την υποψηφιότητά του. Στην πρώτη περίπτωση τίθεται το ζήτημα να αποτραπεί η χρήση τής Νομαρχίας ως εφαλτηρίου για την κεντρική πολιτική σκηνή, κάτι που θα αποδυνάμωνε την τοπική αυτοδιοίκηση. Επίσης, ένας Νομάρχης έχει έναν πιο σαφή μηχανισμό επιρροής (με τις διοικητικές πράξεις που συνεχως εκδίδει), τέτοιον που θα μπορούσε να αξιοποιήσει πριν από την υποβολή τής υποψηφιότητάς του για να στηρίξει είτε τον εαυτό του, είτε ΤΟ ΚΟΜΜΑ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΝΤΑΣΣΕΤΑΙ (γι αυτό το κώλυμα είναι γενικό κι όχι μόνο στον Νομό όπου εξελέγη, γι' αυτό και θεωρώ ότι καλύπτει και τις θέσεις Επικρατείας).

e-Lawyer είπε...

Μα ο κύριος κατέβαινε με τον τίτλο "νέος φασισμός" ως μεμονωμένος υποψήφιος και όχι ως κόμμα. Το άρθρο 29 Σ. αναφέρεται μόνο σε κόμματα και όχι σε μεμονωμένους υποψήφιους. Επίσης το π.δ. απαγορεύει χρήση εμβλημάτων της χούντας του 67, του οποίου δεν ήταν εμβλημα το "νέος φασισμός"¨.

neTpen είπε...

Τι πάει να πει μεμονωμένος υποψήφιος με επωνυμία; Στην ουσία εννοεί κόμμα-συνδυασμό με έναν μόνο υποψήφιο. Ακόμη κι αν εν τέλει δεχτούμε ότι δεν επρόκειτο για κόμμα, ισχύουν τα ίδια όσον αφορά στην επιλεγόμενη "επωνυμία" - αν υπάρχει τέτοια δυνατότητα, που μου φαίνεται περίεργο (βαριέμαι να το ψάξω). Το θέμα είναι ουσιαστικό (να μην εισέρχονται στην εκλογική αντιπαράθεση συμβολισμοί και ιδεολογίες που έρχονται σε αντίθεση με το δημοκρατικό πολίτευμα - μεγάλη κουβέντα αν πρέπει αυτοί να υπάρχουν, αλλά μάλλον de lege ferenda).

Ξέχασα να σχολιάσω τα του ΔΗΚΚΙ. Εκεί υπήρξε πρόβλημα εκπροσώπησης τού κόμματος. Δηλαδή οι εμφανισθέντες δεν νομιμοποιούνταν ως εκπρόσωποι του συγκεκριμένου κομματικού σχηματισμού. Το θεωρώ πολύ σημαντικό, όπως και το να μην παραπλανώνται οι ψηφοφόροι ότι το "παλιό", γνωστό ΔΗΚΚΙ τού Τσοβόλα συμμετέχει στον Συνασπισμό. Δεν πρέπει να προστατευτούν από την παρανόηση; Δεν έχουν όλοι την πολυτέλεια να παρακολουθούν στενά τα πολιτικά δρώμενα.

Αθ. Αναγνωστoπουλος είπε...

Πολύ καλό το άρθρο του e-lawyer, και μάλιστα κυρίως ως προς το τελικό του μήνυμα: προς τι τελικά όλες αυτές οι απαγορεύσεις;

Νέτπεν, συντάσσομαι ως προς το θέμα του ΔΗΚΚΙ, αλλά ως προς τον Νέο Φασισμό διαφωνώ: αναλογική εφαρμογή διάταξης που περιορίζει πολιτικό δικαίωμα; Μπρρρρ... Και για να μην ξεχνιώμαστε: αύριο δικάζεται ο Πλεύρης. Τι έχεις να πης επ' αυτού;

Rodia είπε...

Συγχαρητήρια για το άρθρο:-) επειδή... «Δεν έχουν όλοι την πολυτέλεια να παρακολουθούν στενά τα πολιτικά δρώμενα.» όπως γράφει ο/η ΝετΠεν.

λ:ηρ είπε...

Πολύ καλή και άψογη η ανάλυση. Με κατακλείδα τον ουσιαστικό προβληματισμό, προς τι όλες αυτές οι απαγορεύσεις.

Ειδικά για τα κωλύματα ανακήρυξης, Η άποψή μου είναι κομματάκι κυνική: θεωρώ την πολιτική επάγγελμα. Γι αυτό και δεν βλέπω λόγο να εμποδίζεται η εξέλιξη κάθε επαγγελματία. Ας σταματήσουν λοιπόν οι πολιτικοί να δίνουν βλακώδεις και κενές υποσχέσεις πως θα υπηρετήσουν όλη τη θητεία τους, κι ας σταματήσουμε κι εμείς να ξυνίζουμε μούτρα κάθε φορά που ένας πολιτικός πάει για προαγωγή.

neTpen είπε...

Αναφέρεσαι στην περίπτωση που τελικώς δεν επρόκειτο για κόμμα (εάν υπάρχει η δυνατότητα να ονοματίσει κανείς έναν συνδυασμό, χωρίς αυτός να αποτελεί κόμμα). Ναι, ίσως πρόκειται για "ελαφρά" ερμηνευτική διαστολή τού γράμματος τού Συντάγματος και τού νόμου. Καταλαβαίνω τις αντιρρήσεις, μια που συνεπεία αυτής περιορίζεται κατά τι ένα πολιτικό δικαίωμα (εν προκειμένω βέβαια δεν στερήθηκε το δικαίωμα εκλέγεσθαι, απλώς απαγορεύτηκε η χρήση τού συγκεκριμένου ονόματος).

Την υπόθεση Πλεύρη δεν την έχω παρακολουθήσει καθόλου. Τι γίνεται μ' αυτόν;

Ανώνυμος είπε...

Ελπίζω να μην καταχρώμαι ξένο χώρο... Περιμένω την τοποθέτηση και του e-lawyer.

http://cm.greekhelsinki.gr/index.php?sec=192&cid=3177

Αθ. Αναγνωστόπουλος

neTpen είπε...

Αφού ζητήσω κι εγώ συγγνώμη από τον οικοδεσπότη μας για το ελαφρό ξεστράτισμα τής κουβέντας να πω σύντομα ότι - όπως είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε σε δικό σου παλαιότερο post, νομίζω, θανάση - είμαι κατά της ποινικοποίησης έκφρασης οποιασδήποτε γνώμης. Το όριο που για μένα καθιστά ποινικώς αξιόλογη μια δημόσια εκφραζόμενη θέση είναι η σαφής, άμεση παρακίνηση σε βιαιοπραγίες και σε συγκεκριμένες πράξεις διακρίσεων προς ομάδα του πληθυσμού. Όσο η θέση περιορίζεται στις δικές της αξιολογήσεις, οσοδήποτε ακραίες και κατάπτυστες κι αν είναι, πρέπει να θεωρείται προστατευόμενη έκφραση.

Ευτυχώς δεν είχα την ευκαιρία να διαβάσω τα πονήματα του κ. Πλεύρη, οπότε η απάντησή μου για τη δική του δίωξη συναρτάται με το περιεχόμενο των βιβλίων του και το κατά πόσο αυτά εκτρέπονται σε δημόσια προτροπή εκδήλωσης βίας και ρατσιστικών πράξεων.

Είμαι σαφέστατα αντίθετος στην τάση ποινικοποίησης απόψεων όπως πχ η άρνηση τού Ολοκαυτώματος. Σε καμία περίπτωση οι ιδέες δεν πολεμώνται με (ποινική) καταστολή.

Ελένη Τροβά είπε...

Πολύ ενδιαφέρουσα ανάλυση. Κρίμα που δεν την είχα διαβάσει πριν γράψω το σημείωμά μου στο δικό μας ιστοχώρο! το θέμα της ανακήρυξης θα γίνει όπως θα δείτε πρώτο θέμα εφεξής!

e-Lawyer είπε...

Aγαπητή κυρία Τροβά, σας ευχαριστώ ιδιαιτέρως για το θετικό σχόλιό σας. Είναι ιδιαίτερη τιμή για το e-lawyer να βρίσκεται ανάμεσα στους σχολιαστές μία σημαντική νομικός και συγγραφέας.

Ελένη Τροβά είπε...

Με αφορμή τη συζήτηση που ξεκίνησε θα ήθελα να επισημάνω ότι το ζήτημα τη νομικής φύσης της ανακήρυξης (παρότι αναφέρεται ως εκούσια δικαιοδοσία) δεν είναι απολύτως σαφές. Παλαιότερη απόφαση του Αρείου Πάγου έκρινε ότι επιλαμβάνεται κατά διοικητική διαδικασία. Με αφορμή το σημερινό δημοσίευμα του lawnet ότι υπήρξε "ένσταση" κάποιου ενδιαφερόμενου προβληματίσθηκα σοβαρά για το θέμα. Προς το παρόν δεν είμαι έτοιμη να απαντήσω καθώς δεν έχω πλήρη εικόνα της νομολογίας.
Εχετε καμιά ιδέα?

neTpen είπε...

Πράγματι, η πράξη ανακήρυξης θεωρείται διοικητική αρμοδιότητα των δικαστηρίων. Στα πολιτικά ακολουθείται η διαδικασία τής εκουσίας δικαιοδοσίας, χωρίς αυτό να μεταβάλλει τη φύση της.

Ακόμα και η ανακήρυξη των επιτυχόντων θεωρείται διοικητική αρμοδιότητα (πχ στις δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές από τα διοικητικά δικαστήρια, μολονότι κι εκεί περιβάλλεται τον τύπο τής απόφασης).

Γι' αυτό, κατά τη γνώμη μου, παραβιάσεις τής εκλογικής νομοθεσίας έστω και σ' αυτή τη φάση θα δικαιολογούσαν ένσταση στο ΑΕΔ (όπως στις δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές). Έτσι δεν μένει ο υποψήφιος χωρίς δικαστική προστασία.

e-Lawyer είπε...

Το σίγουρο είναι όμως ότι και ως διοικητική αρχή ο Α.Π. έχει αρμοδιότητα ελέγχου συνταγματικότητας, καθώς και σε αυτήν την περίπτωση ισχύει το άρθρο 87 Σ. το οποίο απευθύνεται σε "δικαστές" και όχι σε "δικαστήρια".

neTpen είπε...

Ναι, συμφωνώ ότι όφειλε να κάνει έλεγχο αντισυνταγματικότητας.

Δεν γίνεται διοικητική αρχή. Πρόκειται για δικαστήριο ή έστω δικαστικό σχηματισμό με διοικητική αρμοδιότητα. Ένα παραπάνω λοιπόν...

To ανθρώπινο δικαίωμα να έχεις μούσι

Ερευνώντας το αίτημα των αστυνομικών να μπορούν, παρά την απαγόρευση του αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ. να διατηρούν υπογένειο, μούσι ή και γενειάδα,...