Δευτέρα, Ιουνίου 04, 2007

Οι θεμελιώδεις αρχές του Συμβουλίου της Ευρώπης για τις ΜΚΟ

Ακολουθεί σε ελληνική μετάφραση e-lawyer ένα βασικό κείμενο του Συμβουλίου της Ευρώπης (με το επεξηγηματικό του υπόμνημα, Απρίλιος 2003), το οποίο οριοθετεί την θέση και το ρόλο των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων στην Ευρώπη.

Θεμελιώδεις αρχές για το status των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων στην Ευρώπη

με επεξηγηματικό υπόμνημα



(Απόφαση των αντιπροσώπων στην 837η συνάντησή τους στις 16 Απριλίου 2003).

© Συμβούλιο της Ευρώπης

Δημοσιευθέν στο Συμβούλιο της Ευρώπης

http://www.coe.int/t/e/ngo/public/PrincFondam%20en%20engl.pdf





Θεμελιώδεις Αρχές για το Status των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων Στην Ευρώπη

Οι συμμετέχοντες στις πολυμερείς διασκέψεις που έγιναν στο Στρασβούργο από τις 19 έως τις 20 Νοεμβρίου 2001, από τις 20 έως τις 22 Μαρτίου 2002 και στις 5 Ιουλίου 2002,

Έχοντας υπόψη το άρθρο 11 της Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών που προβλέπει ότι «καθένας έχει το δικαίωμα σε ελεύθερη και ειρηνική συνάθροιση και το δικαίωμα της ένωσης με άλλους»,

Έχοντας υπόψη την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Αναγνώριση Νομικής Προσωπικότητας σε Διεθνείς Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (ETS No. 124) και στην προσδοκία της επαύξησης του αριθμού των συμβαλλομένων μερών,

Θεωρώντας ότι οι μη κυβερνητικές οργανώσεις (εφεξής: ΜΚΟ) προσφέρουν ουσιώδη συμβολή στην ανάπτυξη, την πραγματοποίηση και την διαρκή επιβίωση των δημοκρατικών κοινωνιών, ιδιαιτέρως με την προώθηση της συλλογικής συνείδησης και της συμμετοχικής δράσης των πολιτών στην Πολιτεία, έτσι ώστε να συμβάλλουν εξίσου σημαντικά στον πολιτισμό και την κοινωνική ευημερία των κοινωνιών,

Θεωρώντας ότι οι ΜΚΟ προσφέρουν ανεκτίμητη συμβολή για την επίτευξη των στόχων και αρχών του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και του Καταστατικού του Συμβουλίου της Ευρώπης,

Θεωρώντας ότι οι συμβολές τους γίνονται μέσω ενός πολυποίκιλου σώματος δραστηριοτήτων, οι οποίες ποικίλουν από την δράση τους ως φορείς επικοινωνίας ανάμεσα σε διαφορετικά στρώματα της κοινωνίας και των δημόσιων αρχών, μέσω της υπεράσπισης μεταβολών στην νομοθεσία και την δημόσια πολιτική και στην παροχή συνδρομής σε αυτές τις ανάγκες, στην ανάπτυξη τεχνικών και επαγγελματικών προτύπων, στην παρακολούθηση της συμμόρφωσης με υπάρχουσες υποχρεώσεις του εθνικού και διεθνούς δικαίου και στην παροχή μέσων για την προσωπική εκπλήρωση και επιδίωξη, προώθηση και υπεράσπιση κοινών συμφερόντων

Θεωρώντας ότι η ύπαρξη πολλών ΜΚΟ είναι μια εκδήλωση του δικαιώματος των μελών τους στην ελεύθερη ένωση και στην εφαρμογή εκ μέρος των φιλοξενούντων χωρών των αρχών του δημοκρατικού πλουραλισμού,

Αναγνωρίζοντας ότι η λειτουργία των ΜΚΟ περιλαμβάνει ευθύνες όπως και δικαιώματα

Εξέδωσε τις παρούσες Θεμελιώδεις Αρχές για το Status των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων στην Ευρώπη.

Πεδίο εφαρμογής

  1. Οι ΜΚΟ είναι κατ’ ουσίαν εθελοντικά, αυτοδιοικούμενα σώματα και γι’ αυτό δεν υπόκεινται σε διεύθυνση εκ μέρους των δημοσίων αρχών. Οι όροι που χρησιμοποιούνται για να τις περιγράψουν στο εθνικό δίκαιο μπορεί να ποικίλουν, αλλά πάντως περιλαμβάνουν ενώσεις, φιλανθρωπικά σωματεία, ιδρύματα, ταμεία, μη-κερδοσκοπικές εταιρίες, σωματεία και διαχειριστικές επιτροπές ταμείων ειδικών σκοπών (trusts).
  2. Οι ΜΚΟ περιλαμβάνουν σώματα ιδρυθέντα από ιδιώτες (φυσικά ή νομικά πρόσωπα) και από ομάδες ιδιωτών. Μπορεί να είναι εθνικά ή διεθνή στην σύνθεση και την σφαίρα δραστηριοτήτων τους.
  3. Οι ΜΚΟ είναι συνήθως οργανισμοί που έχουν προϋποθέσεις εισδοχής μελών, αλλά αυτό δεν ισχύει πάντοτε.
  4. Οι ΜΚΟ δεν έχουν κατ’ αρχήν κερδοσκοπικές επιδιώξεις. Δεν διανέμουν κέρδη που απορρέουν από τις δραστηριότητές τους στα μέλη ή τους ιδρυτές τους, αλλά τα χρησιμοποιούν για την επίτευξη των στόχων τους.
  5. Οι ΜΚΟ μπορεί να είναι άτυπες ενώσεις ή οργανισμοί με νομική προσωπικότητα. Μπορούν να απολαμβάνουν διαφορετικά status σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, προκειμένου να αντικατοπτρίζεται η διαφορά στα οικονομικά ή άλλα προνόμια που μπορεί να απολαμβάνουν επιπρόσθετα με την νομική προσωπικότητα.

Βασικές αρχές

  1. Οι ΜΚΟ ιδρύονται με την πρωτοβουλία ιδιωτών ή ομάδων προσώπων. Το εθνικό και οικονομικό πλαίσιο που εφαρμόζεται σε αυτές θα πρέπει εξ αυτού του λόγου, να επιτρέπει και να ενθαρρύνει αυτήν την πρωτοβουλία.
  2. Όλες οι ΜΚΟ απολαμβάνουν το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης.
  3. Οι ΜΚΟ με νομική προσωπικότητα μπορούν να έχουν τις ίδιες δυνατότητες που απολαμβάνουν γενικά τα άλλα νομικά πρόσωπα και να υπόκεινται στις ίδιες διοικητικού, αστικού και ποινικού δικαίου υποχρεώσεις και κυρώσεις που γενικά εφαρμόζονται σε αυτά.
  4. Η πράξη ή παράλειψη ενός κυβερνητικού οργάνου που έχει συνέπειες για μία ΜΚΟ θα πρέπει να υπόκειται σε διοικητικό έλεγχο και να μπορεί να προσβληθεί σε ανεξάρτητο και αδέκαστο δικαστήριο πλήρους δικαιοδοσίας.

Σκοποί

  1. Μία ΜΚΟ είναι ελεύθερη να επιδιώκει τους σκοπούς της, εφόσον τόσο οι σκοποί όσο και τα μέσα που χρησιμοποιούνται είναι νόμιμοι. Αυτά (τα μέσα) μπορεί να περιλαμβάνουν, λόγου χάρη, την έρευνα, την εκπαίδευση και την υπεράσπιση θεμάτων δημόσιας αντιπαράθεσης, ανεξάρτητα από το ποια άποψη υιοθετείται από την καθιερωμένη κυβερνητική πολιτική.
  2. Μία ΜΚΟ μπορεί επίσης να ιδρυθεί προκειμένου να επιδιώξει, ως στόχο, την μεταβολή του νόμου.
  3. Μία ΜΚΟ που υποστηρίζει συγκεκριμένο υποψήφιο ή κόμμα στις εκλογές θα πρέπει να δηλώνει με διαφάνεια το κίνητρό της. Κάθε τέτοια υποστήριξη θα πρέπει επίσης να διέπεται από τη νομοθεσία για την χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων. Η ανάμιξη σε πολιτικές δραστηριότητες μπορεί να αποτελεί κριτήριο ενόψει μιας απόφασης που αφορά την αναγνώριση οικονομικών ή άλλων προνομίων, επιπρόσθετα με την νομική προσωπικότητα.
  4. Μία ΜΚΟ με νομική προσωπικότητα μπορεί να διενεργεί κάθε νόμιμη οικονομική, επιχειρηματική ή εμπορική δραστηριότητα προκειμένου να υποστηρίξει τις μη κερδοσκοπικές της δραστηριότητες, χωρίς να απαιτείται ειδική εξουσιοδότηση, αλλά πάντα σύμφωνα με κάθε κανονιστική ή αδειοδοτική προϋπόθεση που εφαρμόζεται στις σχετικές δραστηριότητες.
  5. Οι ΜΚΟ μπορούν να επιδιώκουν τους στόχους τους μέσω συμμετοχής σε ομοσπονδίες ή συνομοσπονδίες ΜΚΟ.

Ίδρυση

  1. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εθνικό ή αλλοδαπό, καθώς και κάθε ομάδα τέτοιων προσώπων είναι ελεύθερο να ιδρύσει μια ΜΚΟ.
  2. Δύο ή περισσότερα πρόσωπα μπορούν να ιδρύσουν μία ΜΚΟ που δέχεται εγγραφή μελών. Προκειμένου να αποκτηθεί νομική προσωπικότητα θα πρέπει να απαιτείται μεγαλύτερος αριθμός, αλλά αυτός ο αριθμός δεν θα πρέπει να αποθαρρύνει την ίδρυση μιας ΜΚΟ.
  3. Κάθε πρόσωπο θα πρέπει να μπορεί να ιδρύσει μια ΜΚΟ με δωρεά ή διαθήκη, το αποτέλεσμα των οποίων, κανονικά, θα είναι η δημιουργία ενός ιδρύματος, ενός ταμείου ή μιας διαχειριστικής επιτροπής ταμείου ειδικού σκοπού (trust).

Περιεχόμενο καταστατικών

  1. Κάθε ΜΚΟ με νομική προσωπικότητα θα πρέπει να έχει το καταστατικό της. Η έννοια «καταστατικά» των ΜΚΟ θα πρέπει να σημαίνει τις ιδρυτικές διατάξεις ή τις διατάξεις ενσωμάτωσης και, όταν όλα αυτά είναι αντικείμενο διαφορετικών κειμένων, τα καταστατικά των ΜΚΟ. Αυτά τα καταστατικά διευκρινίζουν γενικά:

- την επωνυμία,

- τους σκοπούς,

- τις εξουσίες,

- το ανώτατο όργανο διαχείρισης,

- τη συχνότητα συνέλευσης αυτού του οργάνου,

- την διαδικασία με την οποία διεξάγονται οι συνελεύσεις,

- τον τρόπο με τον οποίο αυτό το όργανο εγκρίνει τις οικονομικές και άλλες εκθέσεις,

- την ελευθερία του οργάνου να καθορίσει την διοικητική δομή της Οργάνωσης,

- την διαδικασία μεταβολής του καταστατικού και της λύσης της Οργάνωσης ή της ένωσης με άλλη ΜΚΟ.

  1. Για την περίπτωση των συμμετοχικών ΜΚΟ, το ανώτατο όργανο αναδεικνύεται από τα μέλη τους. Η συμφωνία αυτού του οργάνου, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται από το νόμο και τα καταστατικά τους, θα πρέπει να συνιστά προϋπόθεση για κάθε μεταβολή των καταστατικών. Για άλλες ΜΚΟ, το ανώτατο όργανο είναι αυτό που προβλέπεται από το καταστατικό τους.

Ιδιότητα Μέλους

  1. Η ιδιότητα μέλους σε μια ΜΚΟ, όταν είναι εφικτή, πρέπει να είναι εθελοντική και γι’ αυτό κανένα πρόσωπο δεν πρέπει να απαιτείται να μετέχει σε μια ΜΚΟ, εκτός από τις περιπτώσεις κρατών στα οποία έχουν ιδρυθεί όργανα για τη θεσμική ρύθμιση επαγγελμάτων, τα οποία όργανα ο νόμος αντιμετωπίζει ως ΜΚΟ.
  2. Το εθνικό δίκαιο δεν πρέπει να περιορίζει αδικαιολόγητα τη δυνατότητα κάθε προσώπου, φυσικού ή νομικού, να ενταχθεί σε ΜΚΟ συμμετοχικής φύσης. Η δυνατότητα κάποιου να ενταχθεί σε μια ιδιαίτερη ΜΚΟ θα πρέπει να καθορίζεται αρχικά από το καταστατικό της και δεν θα πρέπει να απηχεί αδικαιολόγητες διακρίσεις.
  3. Τα μέλη μιας ΜΚΟ πρέπει να προστατεύονται σε αποχώρηση που είναι αντίθετη στο καταστατικό της.
  4. Πρόσωπα που ανήκουν σε μια ΜΚΟ δε πρέπει να υφίστανται κυρώσεις λόγω της ιδιότητας τους ως μέλη. Πάντως, η ιδιότητα μέλους σε μια ΜΚΟ μπορεί να είναι ασύμβατη με την θέση ή την απασχόληση ενός προσώπου.

Νομική προσωπικότητα

  1. Όταν μια ΜΚΟ έχει νομική προσωπικότητα, θα πρέπει να υπάρχει σαφής διαχωρισμός της από τα μέλη ή τους ιδρυτές της, οι οποίοι, κατ’ αρχήν, δεν θα πρέπει να είναι υπεύθυνοι προσωπικά για χρέη και υποχρεώσεις που υπέχει ή έχει αναλάβει η ΜΚΟ.
  2. Η νομική προσωπικότητα μιας ΜΚΟ λήγει μόνο λόγω εκούσιας πράξης των μελών της –ή, στην περίπτωση μιας ΜΚΟ χωρίς μέλη, της διαχείρισής της- στην περίπτωση πτώχευσης, παρατεταμένης αδράνειας ή κακοδιοίκησης. Μια ΜΚΟ που έχει δημιουργηθεί με τη συμφωνία δύο ή περισσότερων ΜΚΟ θα πρέπει να τις διαδέχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους.

Απόκτηση νομικής προσωπικότητας

  1. Όταν η νομική προσωπικότητα δεν είναι αυτόματη συνέπεια της ίδρυσης μιας ΜΚΟ, οι κανόνες που διέπουν την απόκτηση αυτής της προσωπικότητας θα πρέπει να είναι αντικειμενικά καθορισμένη και να μην υπόκειται στην ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας από την αρμόδια αρχή.
  2. Εθνικοί νόμοι μπορούν να αποκλείουν πρόσωπα από την ίδρυση μιας ΜΚΟ με νομική προσωπικότητα για λόγους όπως η ποινική καταδίκη ή η χρεοκοπία.
  3. Οι κανόνες της απόκτησης νομικής προσωπικότητας θα πρέπει να δημοσιεύονται μαζί με έναν οδηγό για την απαιτούμενη διαδικασία. Η διαδικασία θα πρέπει να είναι εύληπτη, οικονομική και συνοπτική. Ειδικότερα, μια ΜΚΟ θα πρέπει απλώς να καταθέτει το καταστατικό της και να γνωστοποιεί τους ιδρυτές, διευθυντές, υπαλλήλους και το νόμιμο εκπρόσωπο καθώς και την έδρα των γραφείων της. Ένα ίδρυμα, ένα ταμείο ή μια επιτροπή διαχείρισης ταμείου ειδικού σκοπού, μπορεί να απαιτείται να αποδείξει ότι έχει τα οικονομικά μέσα να εκπληρώσει τους στόχους της.
  4. Μια συμμετοχική ΜΚΟ μπορεί να επιδιώξει να αποκτήσει νομική προσωπικότητα ύστερα από μία διακήρυξη που αποδεικνύει ότι αυτό το διάβημα έχει περάσει από μια συνέλευση, στην οποία είχαν προσκληθεί όλα τα μέλη της και μπορεί να χρειαστεί να το αποδείξει.
  5. Τα απαιτούμενα έξοδα μιας αίτησης για την απόκτηση νομικής προσωπικότητας δεν θα πρέπει να κυμαίνονται σε ύψος που αποθαρρύνει τις αιτήσεις.
  6. Η νομική προσωπικότητα θα αποκλείεται μόνον όταν δεν έχουν προσκομιστεί όλα τα σαφώς περιγραφόμενα έγγραφα, αν χρησιμοποιείται μια επωνυμία που προσκρούει στο δίκαιο των επωνυμιών ή δεν είναι ικανοποιητικά διακριτό από επωνυμία υφιστάμενου φυσικού ή νομικού προσώπου στην αντίστοιχη χώρα ή αν υφίσταται στο καταστατικό της σκοπός ο οποίος είναι πρόδηλα ασύμβατος με το νόμο.
  7. Η αξιολόγηση του παραδεκτού των σκοπών μιας ΜΚΟ που ζητά νομική προσωπιοτητα θα πρέπει να γίνεται κατόπιν πλήρους ενημέρωσης και με σεβασμό στην έννοια του πολιτικού πλουραλισμού και δεν θα πρέπει να εμφορείται από προκαταλήψεις.
  8. Το όργανο που είναι αρμόδιο για την απονομή της νομικής προσωπικότητας δεν είναι απαραίτητο να είναι δικαστήριο, αλλά θα ήταν προτιμότερο να είναι ανεξάρτητο από τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας. Θα πρέπει να εξασφαλίζεται η συνοχή στην αποφασιστική του αρμοδιότητα και για όλες τις αποφάσεις θα πρέπει να υπάρχει δικαίωμα έφεσης.
  9. Το όργανο αυτό θα πρέπει να έχει προσωπικό επαρκές και με κατάλληλα προσόντα για την ενάσκηση των λειτουργιών του και θα πρέπει να διασφαλίζει ότι διατίθενται επαρκείς οδηγίες ή βοήθεια σε ΜΚΟ που επιδιώκει να αποκτήσει νομική προσωπικότητα.
  10. Θα πρέπει να υπάρχει σαφής προθεσμία για την λήψη απόφασης όσον αφορά την παροχή ή απόρριψη της νομικής προσωπικότητας. Όλες οι αποφάσεις θα πρέπει να αποστέλλονται στον αιτούντα και κάθε απόρριψη θα πρέπει να περιλαμβάνει έγγραφη αιτιολογία.
  11. Οι αποφάσεις για τα κριτήρια των οικονομικών ή άλλων προνομίων που παρέχονται σε ΜΚΟ θα πρέπει να διακρίνονται από αυτές που αφορούν την αίτησή της για απόκτηση νομικής προσωπικότητας και, κατά προτίμηση, να λαμβάνονται από διαφορετικό όργανο.
  12. Με την επιφύλαξη της εφαρμογής των άρθρων που περιλαμβάνονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Αναγνώριση Νομικής Προσωπικότητας σε Διεθνείς Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, όσον αφορά τα κράτη που έχουν επικυρώσει τη σύμβαση, οι αλλοδαπές ΜΚΟ μπορεί να πρέπει να ζητούν έγκριση για να δρουν στις φιλοξενούσες χώρες, αλλά δεν θα πρέπει να υποχρεούνται στην ίδρυση νέων και ιδιαίτερων οντοτήτων για αυτούς τους σκοπούς. Αυτό δεν θα πρέπει να αποκλείει την προϋπόθεση ότι μια νέα και ιδιαίτερη οντότητα πρέπει να συγκροτείται όταν μια ΜΚΟ μεταφέρει την έδρα της από ένα κράτος σε ένα άλλο.
  13. Οι δραστηριότητες των ΜΚΟ σε διεθνές επίπεδο θα πρέπει να διευκολύνονται με την επικύρωση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Αναγνώριση της Νομικής Προσωπικότητας των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων.
  14. Όταν η απόκτηση νομικής προσωπικότητας δεν είναι αυτόματη συνέπεια της ίδρυσης μιας ΜΚΟ, είναι επιθυμητό για το κοινό να έχει πρόσβαση σε ένα ενιαίο, εθνικό μητρώο όλων των ΜΚΟ που έχουν νομική προσωπικότητα.
  15. Μια ΜΚΟ που το καταστατικό της επιτρέπει να ιδρύει ή να διαπιστεύει υποκαταστήματα, δεν θα πρέπει να υποχρεούται σε περαιτέρω εξουσιοδότηση για αυτόν τον σκοπό.
  16. Δεν θα πρέπει να απαιτείται από μία ΜΚΟ να ανανεώνει την νομική της προσωπικότητα σε περιοδική βάση.
  17. Μεταβολή των καταστατικών μιας ΜΚΟ με νομική προσωπικότητα θα πρέπει να υποβάλλεται σε έγκριση από δημόσια αρχή μόνο όταν μεταβάλλεται η επωνυμία ή οι σκοποί της. Η παροχή αυτής της έγκρισης θα πρέπει να διέπεται από την ίδια διαδικασία όπως και για τις αρχικές αιτήσεις παροχής νομικής προσωπικότητας. Πάντως, τέτοια μεταβολή δεν θα πρέπει να επιβάλλει την επανίδρυση της ΜΚΟ ως νέας οντότητας.

Διαχείριση

  1. Σε μια συμμετοχική ΜΚΟ, τα υπεύθυνα για την διαχείριση πρόσωπα θα πρέπει να εκλέγονται ή να ορίζονται από τα μέλη ή από ένα καταστατικό όργανο με αυτήν την εξουσία.
  2. Η διαχείριση μιας μη συμμετοχικής ΜΚΟ θα πρέπει να καθορίζεται από το καταστατικό της.
  3. Τα διαχειριστικά και αποφασιστικά όργανα των ΜΚΟ θα πρέπει να λειτουργούν σύμφωνα με τα καταστατικά και το νόμο, αλλά οι ΜΚΟ σε κάθε περίπτωση καθορίζουν κυριαρχικά τη στρατηγική για την επιδίωξη των στόχων τους. Ιδιαίτερα ο διορισμός, η εκλογή, η αντικατάσταση των υπαλλήλων και η είσοδος ή έξοδος των μελών είναι ζητήματα της εκάστοτε ΜΚΟ.
  4. Οι δομές της διαχείρισης και της αποφασιστικής λειτουργίας θα πρέπει να αφουγκράζονται τα διαφορετικά συμφέροντα των μελών, χρηστών, χορηγών, συμβουλίων, εποπτικών αρχών, του προσωπικού και των ιδρυτών. Τα δημόσια όργανα που παρέχουν οικονομικά ή άλλα προνόμια στις ΜΚΟ έχουν επίσης νόμιμο ενδιαφέρον για την λειτουργία τους.
  5. Οι μεταβολές στην εσωτερική δομή ή τους κανόνες μιας ΜΚΟ δεν θα πρέπει να προϋποθέτουν εξουσιοδότηση από δημόσια αρχή. Δεν θα πρέπει να επιτρέπεται κανενός είδους παρέμβαση στην λειτουργία των ΜΚΟ, εκτός αν υφίσταται ή είναι πιθανή παραβίαση του διοικητικού, αστικού ή ποινικού δικαίου, των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, των δημοσιονομικών ή παρόμοιων κανονισμών. Αυτό δεν εκτοπίζει την νομοθεσία που επιβάλλει ιδιαίτερη εποπτεία των ιδρυτικών και άλλων θεσμικών οργάνων.
  6. Μια ΜΚΟ πρέπει να τηρεί κάθε εφαρμοστέο πρότυπο σχετικά με την απασχόλησηη και τις ασφαλιστικές υποχρεώσεις της, όσον αφορά την μεταχείριση του προσωπικού της.
  7. Οι ΜΚΟ δεν θα πρέπει να υφίστανται ειδικούς περιορισμούς για την συμμετοχή αλλοδαπών στο συμβούλιο ή το προσωπικό της.

Περιουσία και αποθεματικά

  1. Οι ΜΚΟ μπορούν να επιδιώκουν και να λαμβάνουν χορηγίες – σε μετρητά ή είδος- από άλλη χώρα, πολυμερείς υπηρεσίες ή από έναν θεσμικό ή ιδιώτη χορηγό, σύμφωνα με το γενικά εφαρμοστέο δίκαιο αλλοδαπού συναλλάγματος και τελωνείων.
  2. Οι ΜΚΟ με νομική προσωπικότητα θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε τραπεζικές υπηρεσίες.
  3. Οι ΜΚΟ με νομική προσωπικότητα θα πρέπει να είναι σε θέση να αξιώνουν αποκατάσταση ζημίας που προκλήθηκε στην περιουσία τους.
  4. Προκειμένου να διασφαλιστεί η κατάλληλη διαχείριση των αγαθών τους, οι ΜΚΟ θα πρέπει να λειτουργούν κατά προτίμηση βάσει ανεξάρτητης συμβουλής όταν πωλούν ή αποκτούν ακίνητη περιουσία, κτίρια ή άλλα αγαθά μεγάλου μεγέθους.
  5. Ιδιοκτησία που αποκτάται από ΜΚΟ βάσει φοροαπαλλαγής δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για σκοπούς που εκφεύγουν της φοροαπαλλαγής.
  6. Μια ΜΚΟ μπορεί να υποδείξει διάδοχο που θα λάβει τα αγαθά της, σε περίπτωση λήξης της, αλλά μόνο ύστερα από την εκκαθάριση των υποχρεώσεών της και την τον σεβασμό των δικαιωμάτων επιστροφής των δωρητών. Η διαδοχή θα πρέπει να είναι συμβατή με τους σκοπούς της ΜΚΟ, αλλά, αν οι σκοποί ή οι δραστηριότητες και τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν από την ΜΚΟ για την επίτευξη των σκοπών κριθεί ότι είναι παράνομα, ο διάδοχος θα πρέπει να είναι το κράτος. Στην προηγούμενη περίπτωση, αν δεν οριστεί διάδοχος, η περιουσία θα πρέπει να μεταβιβαστεί σε άλλη ΜΚΟ ή νομικό πρόσωπο που συντάσσεται με τους περισσότερους από του σκοπούς ή θα πρέπει να χρησιμοποιείται, ενόψει αυτών, από το κράτος.
  7. Τα έσοδα μιας ΜΚΟ μπορεί να χρησιμοποιούνται για την πληρωμή του προσωπικού της. Όλο το προσωπικό και οι εθελοντές που δρουν στο όνομα της ΜΚΟ μπορούν επίσης να αποζημιώνονται για εύλογες δαπάνες στις οποίες προέβησαν.

Δημόσια υποστήριξη

  1. Πρέπει να υπάρχουν σαφή, αντικειμενικά πρότυπα για το δικαίωμα των ΜΚΟ σε κάθε είδους δημόσια υποστήριξη, όπως καταβολή μετρητών και εξαίρεση από φορολογία εισοδήματος ή άλλους φόρους, ή δασμούς στις συνδρομές μελών, χορηγίες και αγαθά που παρέχονται από δωρητές ή κυβερνητικές και διεθνείς υπηρεσίες, έσοδα από επενδύσεις, ενοικιάσεις, ποσοστιαίες αμοιβές, οικονομικές δραστηριότητες και ιδιοκτησιακές συναλλαγές, όπως και κίνητρα για δωρεές μέσω φοροαπαλλαγών ή πιστώσεων.
  2. Κατά την παροχή τέτοιας υποστήριξης, σχετικά κριτήρια θα πρέπει να είναι η φύση της δράσης που αναλαμβάνει η ΜΚΟ και εάν αυτή λειτουργεί για την εξυπηρέτηση των μελών της ή για την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος (ή ενός μέρος του). Τέτοιου είδους υποστήριξη μπορεί να εξαρτάται από το αν μια ΜΚΟ έχει ιδιαίτερη θέση και υπόκειται σε ειδικές υποχρεώσεις οικονομικής λογοδοσίας και διαφάνειας.
  3. Ουσιώδεις μεταβολές στα καταστατικά ή τις δράσεις μιας ΜΚΟ μπορεί να οδηγούν σε διαφοροποιήσεις ή λήξη της δημόσιας υποστήριξης.

Διαφάνεια και λογοδοσία

  1. Οι ΜΚΟ πρέπει να υποβάλλουν ετήσια έκθεση στα μέλη ή του διευθυντές τους για τους λογαριασμούς και τις δραστηριότητές τους. Όταν οι ΜΚΟ απολαμβάνουν φορολογικά προνόμια ή άλλη δημόσια υποστήριξη, οι εκθέσεις αυτές μπορεί επίσης να απαιτείται να υποβάλλονται σε ένα καθορισμένο εποπτικό όργανο.
  2. Οι ΜΚΟ θα πρέπει να καταρτίζουν μια ιδιαίτερα λεπτομερή έκθεση, αιτήσει των δωρητών τους, αναφορικά με τις χορηγίες, προκειμένου να αποδεικνύεται η εκπλήρωση των όρων υπό τις οποίες προσφέρθηκαν.
  3. Εφόσον προβλέπεται από το νόμο ή από σύμβαση, σχετικά βιβλία, εγγραφές και δραστηριότητες των ΜΚΟ, μπορούν να υποβάλλονται σε έλεγχο από μία εποπτική αρχή. Οι ΜΚΟ μπορούν επίσης να οφείλουν να γνωστοποιούν το ποσοστό των χρημάτων τους που χρησιμοποιούνται ως αποθεματικά.
  4. Η αναφορές και επιθεωρήσεις διενεργούνται σύμφωνα με το καθήκον σεβασμού της νόμιμης ιδιωτικότητας των δωρητών, των υποστηριζόμενων και του προσωπικού, όπως επίσης και του δικαιώματος προστασίας της νόμιμης επαγγελματικής εμπιστευτικότητας.
  5. Οι ΜΚΟ θα πρέπει γενικά να υποβάλλουν τους λογαριασμούς στους σε έλεγχο από όργανο ή πρόσωπο ανεξάρτητο από την διαχείριση τους.
  6. Οι αλλοδαπές ΜΚΟ θα πρέπει να υπόκεινται σε αυτές τις υποχρεώσεις αναφοράς και επιθεώρησης μόνο ως προς τις δραστηριότητές τους στην φιλοξενούσα χώρα.

Εποπτεία

  1. Ρυθμίσεις που διέπουν τις ΜΚΟ προκειμένου να διασφαλιστούν δικαιώματα άλλων, περιλαμβανομένων των μελών και άλλων ΜΚΟ είναι επιτρεπτές, αλλά θα πρέπει να απολαμβάνουν το τεκμήριο ότι κάθε δραστηριότητα είναι νόμιμη, ελλείψει αντιθέτων στοιχείων.
  2. Οι ΜΚΟ δεν υπόκεινται σε καμία ελεγκτική εξουσία στις εγκαταστάσεις τους, ούτε σε κατάσχεση εγγράφων και άλλου υλικού, ελλείψει αντικειμενικών λόγων για τη λήψη τέτοιων μέτρων και προηγούμενης δικαστικής εξουσιοδότησης.
  3. Διοικητικές, αστικές και/ή ποινικές διαδικασίες μπορεί να είναι κατάλληλο μέτρο όταν υφίστανται εύλογες αιτίες για να πιστεύεται ότι μια ΜΚΟ με νομική προσωπικότητα δεν τηρεί τις προϋποθέσεις για την απόκτηση νομικής προσωπικότητας.
  4. Οι ΜΚΟ πρέπει γενικά να μπορούν να ζητούν αναβολή διοικητικών ενεργειών που απαιτούν τον τερματισμό συγκεκριμένων δραστηριοτήτων. Η απόρριψη του αιτήματος αναβολής μπορεί να είναι αντικείμενο σχετικής δικαστικής προσφυγής.
  5. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η κατάλληλη κύρωση εναντίον μιας ΜΚΟ θα είναι η αξίωση να επανορθώσει η ίδια και/ή η επιβολή διοικητικής, αστικής ή ποινικής κύρωσης επ’ αυτής και/ή στα άμεσα ευθυνόμενα πρόσωπα. Οι ποινές θα πρέπει να βασίζονται σε νόμο που βρίσκεται σε ισχύ και να τηρούν την αρχή της αναλογικότητας.
  6. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο βάσει αδιαμφισβήτητων στοιχείων, η συμπεριφορά μιας ΜΚΟ μπορεί να επιβάλλει την διάλυσή της.

Ευθύνη

  1. Οι υπάλληλοι, οι διευθυντές και το προσωπικό μιας ΜΚΟ με νομική προσωπικότητα δεν θα πρέπει να είναι προσωπικά υπεύθυνοι για τα χρέη, τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις της.
  2. Οι υπάλληλοι, οι διευθυντές και το προσωπικό μιας ΜΚΟ με νομική προσωπικότητα μπορεί να είναι υπεύθυνοι έναντι αυτής και έναντι τρίτων για παράβαση καθήκοντος ή αμέλεια.

Σχέσεις με κρατικά όργανα

  1. Οι ΜΚΟ θα πρέπει να ενθαρρύνονται να συμμετέχουν σε κρατικούς και οιονεί-κρατικούς μηχανισμούς διαλόγου, διαβούλευσης και ανταλλαγής απόψεων και πληροφοριών, με στόχο την αναζήτηση λύσεων σε κοινωνικά προβλήματα.
  2. Αυτή η συμμετοχή δεν κατοχυρώνει ούτε αποκλείει κρατικές ενισχύσεις, συμβάσεις ή δωρεές σε μεμονωμένες ΜΚΟ ή ομάδες αυτών.
  3. Η διαβούλευση δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται από τις διοικήσεις ως ένα μέσο προσεταιρισμού των ΜΚΟ για την αποδοχή των προτεραιοτήτων τους ή από τις ΜΚΟ ως χειραγώγηση για την εγκατάλειψη ή τον συμβιβασμό των στόχων και των αρχών τους.
  4. Τα κρατικά όργανα μπορούν να εργάζονται μαζί με τις ΜΚΟ κατά την επιδίωξη στόχων δημόσιας πολιτικής, αλλά δεν θα πρέπει να αποβλέπουν στο να τις χειραγωγούν ή να τις ελέγχουν.
  5. Η γνωμοδότηση των ΜΚΟ πρέπει επίσης να ζητείται κατά την σύνταξη πρωτογενούς ή δευτερογενούς νομοθεσίας που έχει επίδραση στην θέση τους, τα οικονομικά τους ή τις σφαίρες της λειτουργίας τους.

Επεξηγηματικό υπόμνημα στις Θεμελιώδεις Αρχές για το status των Μη κυβερνητικών Οργανώσεων στην Ευρώπη

Εισαγωγή

  1. Η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, όπως κατοχυρώνεται από το Άρθρο 11 της Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών είναι ένα δικαίωμα που αναγνωρίζεται από όλα τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης.
  2. Στην πλειοψηφία των κρατών μελών, αυτή η ελευθερία αντικατοπτρίζεται σε έναν αναπτυσσόμενο τομέα εθελοντικής δράσης. Ο αριθμός των συλλόγων που καταγράφεται στις εν λόγω χώρες υπολογίζεται σε 2 με 3 εκατομμύρια[1] και αυτό το νούμερο δεν περιλαμβάνει τις ανεπίσημες, μη καταγεγραμμένες συλλογικότητες, οι οποίες είναι πολλές, σε συγκεκριμένες χώρες. Ο αριθμός των μη κυβερνητικών οργανώσεων (εφεξής: ΜΚΟ) είναι αναπτυσσόμενος και αυτή η τάση είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την ιδέα της ελευθερίας και της δημοκρατίας που διέπει το Συμβούλιο της Ευρώπης και τα κράτη μέλη του.
  3. Εντούτοις, η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι είναι αποτελεσματική μόνο όταν συνοδεύεται από νομοθετικά μέτρα που διευκολύνουν την ενάσκησή της και σέβονται την αξία της συμβολής των ΜΚΟ στην κοινωνία. Αν και οι ΜΚΟ ενδυναμώνονται με την ψήφιση θετικής νομοθεσίας, η δημόσια συνείδηση και ο σεβασμός για τη συμβολή των ΜΚΟ αναπτύσσεται μόνο όταν οι ίδιες αντεπεξέρχονται στην υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται με υπεύθυνο, αποτελεσματικό και ηθικό τρόπο.
  4. Γι’ αυτούς τους λόγους έχουν καταρτιστεί οι Θεμελιώδεις Αρχές για το status των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων στην Ευρώπη. Ο σκοπός δεν είναι να παραδοθεί ένα μοντέλο νομοθεσίας που αφορά τις ΜΚΟ αλλά να προταθεί η εφαρμογή ενός αριθμού αρχών που θα διαμορφώσει την σχετική νομοθεσία και πρακτική σε μια δημοκρατική κοινωνία, η οποία θεμελιώνεται στο Κράτους Δικαίου.
  5. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Αναγνώριση της Νομικής Προσωπικότητας των Διεθνών Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων[2] (ETS No 124) αφορά τις υπάρχουσες ΜΚΟ που έχουν ήδη νομική προσωπικότητα στο κράτος που έχουν την έδρα τους και θέλουν να αναγνωρίζεται αυτή η νομική προσωπικότητα σε άλλα κράτη στα οποία σκοπεύουν να ασκήσουν κάποιες από τις δραστηριότητές τους. Από την άλλη μεριά, οι θεμελιώδεις αρχές αποσκοπούν στην προώθηση εθνικής νομοθεσίας που επιβοηθεί την ίδρυση ΜΚΟ και η οποία, μεταξύ άλλων, θέτει τις προϋποθέσεις για την απόκτηση νομικής προσωπικότητας στο κράτος καταγωγής των ΜΚΟ, ανεξάρτητα από το αν το έργο της ΜΚΟ πρόκειται να είναι αποκλειστικά εσωτερικό ή διεθνές. Το εθνικό δίκαιο θα πρέπει να παρέχει στις ΜΚΟ ένα χρηστικό νομικό πλαίσιο, που θα τους επιτρέπει να τηρούν τις συστάσεις που περιλαμβάνονται στις θεμελιώδεις αρχές. Κάθε νομοθεσία που αφορά τις ΜΚΟ θα πρέπει να προϋποβάλλεται σε γνωμοδότηση των εκπροσώπων του τομέα των ΜΚΟ.

Υπόβαθρο

  1. Οι Θεμελιώδεις Αρχές για το Status των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων στην Ευρώπη είναι αποτέλεσμα των συζητήσεων που ξεκίνησαν ήδη από το 1996. Άρχισαν με σειρά πολυμερών συναντήσεων και περιφερειακών συνεδρίων από το 1996 έως το 1998[3] που κατέληξαν στην υιοθέτηση των «Κατευθυντήριων γραμμών για την προώθηση της δημιουργίας και ενδυνάμωσης των ΜΚΟ στην Ευρώπη», περιλαμβάνοντας τα συμπεράσματα μιας πολυμερούς συνάντησης για τη νομική φύση των ΜΚΟ και το ρόλο τους σε μια πλουραλιστική δημοκρατία. Αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές έθεσαν το υπόβαθρο των θεμελιωδών αρχών.
  2. Ένας ειδικός, ο Καθηγητής Jeremy McBride, εξουσιοδοτήθηκε να προετοιμάσει ένα αρχικό σχέδιο για τις Θεμελιώδεις Αρχές για το Status των Μη Κυβερνητικών Οργανισμών στην Ευρώπη. Αυτό το σχέδιο κειμένου συζητήθηκε σε τρεις ανοικτές συναντήσεις στο Στρασβούργο στις 19 και 20 Νοεμβρίου 2001, από τις 20 έως τις 22 Μαρτίου 2002 και στις 5 Ιουλίου 2002.

Οι Θεμελιώδεις Αρχές για το Status των Μη κυβερνητικών Οργανώσεων στην Ευρώπη

Προοίμιο

  1. Το προοίμιο των Θεμελιωδών Αρχών για το Status των Μη κυβερνητικών Οργανώσεων στην Ευρώπη επισημαίνει την σημασία και την αξία της συμβολής των ΜΚΟ σε μια δημοκρατική κοινωνία, σε ποικίλες περιοχές όπως η προώθηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου, η προστασία του περιβάλλοντος, τα αθλήματα, η δημόσια υγεία και η υπεράσπιση ενδιαφερόντων σε ποικίλους τομείς της κοινότητας. Το κείμενο δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο ρόλο των ΜΚΟ στη διαμόρφωση δημόσιας συνείδησης και την εκπαίδευση για τη δημοκρατία, ενώ αναφέρει ότι αυτοί οι στόχοι, αν και ουσιώδεις για μια κοινωνία που ακολουθεί τις αξίες της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου δεν είναι αυτοσκοποί για τις ΜΚΟ. Η φύση της συμβολής των ΜΚΟ σε διαφορετικά πεδία είναι εξίσου ποικίλη.
  2. Το προοίμιο υπογραμμίζει ότι, με τις διαφορετικές δραστηριότητες που παρουσιάζουν και τα προσφερόμενα οφέλη, οι ΜΚΟ συμβάλουν στην επιδίωξη των αρχών και στόχων που περιλαμβάνονται στο Καταστατικό του Συμβουλίου της Ευρώπης και του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Όσον αφορά το Συμβούλιο της Ευρώπης, η συμβολή αυτή γίνεται μέσω μιας ποικιλίας μέσων, όπως η εκπαίδευση, η επιμόρφωση, η διάδοση των προτύπων του Συμβουλίου της Ευρώπης, η συμμετοχή σε επιτροπές ειδικών και ιδιαίτερα μέσω της συμβουλευτικής αρμοδιότητας που έχουν αποκτήσει περίπου 370 ΜΚΟ στον Οργανισμό.
  3. Τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης αναλαμβάνουν την υποχρέωση να προωθήσουν το κράτος δικαίου και την προστασία των θεμελιωδών ελευθεριών που αποτελούν το υπόβαθρο της αληθινής δημοκρατίας, ιδιαίτερα την ελευθερία της γνώμης, της έκφρασης και της ένωσης.
  4. Οι νόμοι που επιτρέπουν στις ΜΚΟ την απόκτηση νομικής προσωπικότητας διαδραματίζουν ζωτικό ρόλο στην αποτελεσματική ενάσκηση του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι, κατοχυρωμένου στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και από το διεθνές και συνταγματικό δίκαιο. Περαιτέρω, η ελευθερία της έκφρασης, η οποία επίσης κατοχυρώνεται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και το διεθνές και συνταγματικό δίκαιο είναι άνευ νοήματος αν υπάρχουν μόνο νόμοι που επιτρέπουν την ίδρυση συλλόγων. Γι’ αυτό, το προοίμιο αναφέρει ότι η ζωτικότητα της κοινωνίας των πολιτών σε μια χώρα είναι καλή ένδειξη για τον σεβασμό από αυτήν την χώρα των αρχών του δημοκρατικού πλουραλισμού, ιδιαιτέρως της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι.
  5. Τέλος, το προοίμιο αναφέρει ότι σύμφωνα με το κείμενο, οι ΜΚΟ δεν έχουν μόνο δικαιώματα, αλλά επίσης συγκεκριμένα καθήκοντα και ευθύνες.

Πεδίο εφαρμογής

  1. Δεν υπάρχει γενικός ορισμός για την ΜΚΟ στο διεθνές δίκαιο και ο όρος καλύπτει ένα εξαιρετικά ευρύ φάσμα οντοτήτων στα κράτη μέλη. Πρέπει να γίνει αναφορά στις διαφορετικές πρακτικές που ακολουθούνται στα κράτη μέλη, ιδιαίτερα αναφορικά με τον τύπο που πρέπει να έχει μια ΜΚΟ προκειμένου να αποκτήσει νομική προσωπικότητα ή να τύχει διαφόρων ειδών προνομιακής μεταχείρισης. Κάποιες μορφές ΜΚΟ, οι επιτροπές διαχείρισης ταμείων ειδικών σκοπών, λ.χ., υπάρχουν μόνο σε ορισμένα κράτη. Η σφαίρα δράσης των ΜΚΟ επίσης ποικίλει αξιόλογα, αφού σε αυτές περιλαμβάνονται τόσο μικρές τοπικές οντότητες με λίγα μέλη, για παράδειγμα μια λέσχη για σκάκι σε ένα χωριό, καθώς και διεθνείς συλλόγους, παγκοσμίως γνωστούς, όπως για παράδειγμα συγκεκριμένους οργανισμούς αφιερωμένους στην υπεράσπιση και προώθηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου.
  2. Μεταξύ αυτών των ΜΚΟ, το κείμενο δίνει παραδείγματα συγκεκριμένων τύπων, αλλά ο κατάλογος δεν είναι εξαντλητικός. Ο κατάλογος δεν περιλαμβάνει τα συνδικαλιστικά σωματεία και τις θρησκευτικές αδελφότητες, αλλά αυτά έχουν βέβαια μια ειδική θέση ανάμεσα στις ΜΚΟ. Σε κάποιες χώρες, αυτά τα μορφώματα, ή μερικά από αυτά, εμπίπτουν στο πεδίο της νομοθεσίας για τους συλλόγους, ενώ σε άλλες καλύπτονται από ειδική νομοθεσία. Καθώς η Σύμβαση Νο. 124 δεν εξαιρεί ρητά αυτά τα μορφώματα από το πεδίο εφαρμογής της, οι συμμετέχοντες αποφάσισαν να μην περιλάβουν ρητή μνεία στις συνδικαλιστικές οργανώσεις και τις θρησκευτικές αδελφότητες στις θεμελιώδεις αρχές.
  3. Τα πολιτικά κόμματα εξαιρούνται ρητά από τη σφαίρα των θεμελιωδών αρχών, καθώς, σύμφωνα με τα περισσότερα εθνικά δίκαια, υπόκεινται σε διατάξεις διαφορετικές από αυτές που εφαρμόζονται γενικά στις ΜΚΟ.
  4. Οι επαγγελματικοί σύλλογοι, που ιδρύονται με νόμο, στα οποία απαιτείται από το νόμο να ανήκουν οι ασκούντες συγκεκριμένο επάγγελμα, δεν περιλαμβάνονται επίσης στον ορισμό των ΜΚΟ που περιλαμβάνουν οι θεμελιώδεις αρχές. Εντούτοις, όπως αναγνωρίζεται στην παράγραφο 20, το εθνικό δίκαιο μπορεί να τους αντιμετωπίζει ως ΜΚΟ και κάποιες από τις πτυχές των δραστηριοτήτων τους να προσομοιάζουν ουσιωδώς με αυτές που διεξάγονται από εθελοντικά μορφώματα, όπως για παράδειγμα, η επιτροπή δικαιωμάτων του ανθρώπου ενός δικηγορικού συλλόγου.

  1. Όπως υποδεικνύεται στην παράγραφο 4 των θεμελιωδών αρχών, ο βασικός χαρακτήρας των ΜΚΟ είναι ότι η κερδοσκοπία δεν είναι ο αρχικός τους στόχος. Όλες οι ΜΚΟ έχουν ως κοινό σημείο αναφοράς την αυτοδιαχείριση, την εθελοντική βάση και το γεγονός ότι δεν διανέμουν κέρδη από τις δράσεις τους στα μέλη τους, αλλά τα χρησιμοποιούν για την επιδίωξη των στόχων τους.

  1. Πέρα από αυτά τα κοινά χαρακτηριστικά, η πιο συνήθης διάκριση των ΜΚΟ είναι ανάμεσα σε συλλόγους και ιδρύματα. Όπως αναφέρθηκε στην αιτιολογική έκθεση της Σύμβασης Νο. 124, σύλλογος είναι «ένας αριθμός προσώπων που έχουν ενωθεί για συγκεκριμένο σκοπό». Σύμφωνα με την ίδια πηγή, ίδρυμα είναι μια «καθορισμένη ιδιοκτησία αφιερωμένη σε έναν δεδομένο σκοπό».

  1. Μια άλλη διάκριση με κάποια σημασία, είναι αυτή της παραγράφου 5, η διάκριση ανάμεσα σε άτυπες ΜΚΟ, αυτές που δεν επιθυμούν να αποκτήσουν νομική προσωπικότητα, και σε ΜΚΟ με νομική προσωπικότητα. Όπως συμβαίνει στα περισσότερα εθνικά δίκαια, το κείμενο περιλαμβάνει έναν αριθμό διατάξεων που αφορούν μόνο τις ΜΚΟ με νομική προσωπικότητα. Εντούτοις, το κείμενο αναγνωρίζει την αρχή ότι μια ΜΚΟ μπορεί να εκτελεί δραστηριότητες χωρίς να έχει νομική προστωπικότητα γι’ αυτό το σκοπό και είναι σημαντικό ότι το εθνικό δίκαιο θα πρέπει να ορίζει αναλόγως. Περαιτέρω, σε ορισμένες χώρες, δεν υφίσταται η διάκριση ανάμεσα σε ΜΚΟ με νομική προσωπικότητα και σε αυτές που δεν έχουν, καθώς οι ΜΚΟ αποκτούν αυτομάτως νομική προσωπικότητα με την ίδρυσή τους. Γι’ αυτό, δεν εφαρμόζονται όλες οι πτυχές των θεμελιωδών αρχών σε αυτές.

Βασικές αρχές

  1. Οι θεμελιώδεις αρχές θέτουν βασικές αρχές, οι οποίες αναπτύσσονται στους εξής τομείς:
  2. Εθελοντική ίδρυση: το σημείο εκκίνησης για κάθε δίκαιο περί ΜΚΟ πρέπει να είναι το δικαίωμα ενός φυσικού ή νομικού προσώπου να ιδρύει μια ΜΚΟ με νόμιμο, μη κερδοσκοπικό στόχο. Αυτή θα πρέπει να είναι μια ενέργεια ελεύθερης βούλησης. Είναι σημαντικό τα εθνικά δίκαια περί ΜΚΟ, καθώς επίσης και η φορολογική νομοθεσία, να επιτρέπει και να ενθαρρύνει τέτοιες πρωτοβουλίες.
  3. Δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης: αυτή η αρχή απορρέει από το Άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία προβλέπει ότι «Καθένας έχει δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης», και εφαρμόζεται στις ΜΚΟ εξίσου όπως σε άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα.
  4. Οι ΜΚΟ με νομική προσωπικότητα έχουν τα ίδια γενικά δικαιώματα και υποχρεώσεις όπως άλλα νομικά μορφώματα: ο σκοπός αυτής της αρχής είναι να επιβεβαιωθεί ότι οι ΜΚΟ πρέπει να υπόκεινται στο κοινό εσωτερικό δίαιο, όχι σε ειδικούς κανονισμούς, αν και η ειδική νομοθεσία θα μπορούσε να τους παράσχει πρόσθετα δικαιώματα και να ληφθούν μέτρα για την ενθάρρυνση των δραστηριοτήτων τους.
  5. Δικαστική προστασία: Σε ένα κράτος που διέπεται από την αρχή του κράτους δικαίου είναι ουσιώδες οι ΜΚΟ να έχουν δικαίωμα, κατά τον ίδιο τρόπο όπως άλλες νομικές οντότητες, να προσβάλλουν αποφάσεις που έχουν συνέπειες επ’ αυτών σε ένα ανεξάρτητο δικαστήριο που έχει την αρμοδιότητα να ελέγξει όλες τις πτυχές της νομιμότητας των αποφάσεων αυτών, να τις ακυρώνουν όταν επιβάλλεται και να παρέχουν την επιβαλλόμενη αποκατάσταση που χρειάζεται. Η αρχή που κατοχυρώνεται στην προγούμενη παράγραφο συνίσταται στο ότι κάθε πράξη ή απόφαση που έχει συνέπειες για μια ΜΚΟ πρέπει να υπόκειται στην ίδια διοικητική και δικαστική εποπτεία όπως ισχύει γενικά σε κάθε περίπτωση νομικών προσώπων. Δεν χρειάζονται ειδικές διατάξεις γι’ αυτό το σκοπό στην νομοθεσία περί ΜΚΟ.

Σκοποί

  1. Η σειρά των σκοπών που μπορεί να επιδιώκουν οι ΜΚΟ είναι αντιστοιχη με την ποικιλότητά τους και οι σκοποί που αναφέρονται στις θεμελιώδεις αρχές είναι μόνο παραδείγματα. Η μόνη προϋπόθεση εδώ – εκτός από το ότι οι ΜΚΟ πρέπει να είναι μη κερδοσκοπικές – αναφέρεται στην παράγραφο 10: η νομιμότητα των επιδιωκόμενων σκοπών και των χρησιμοποιούμενων μέσων. Οι θεμελιώδεις αρχές παρουσιάζουν μια μη εξαντλητική σειρά μέσων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν.
  2. Δύο σκοποί, δηλαδή η επιδίωξη μεταβολής του νόμου και η συμμετοχή σε πολιτικές αντιπαραθέσεις, αναφέρονται ιδιαιτέρως, καθώς οι περιορισμοί τους έχουν αποτελέσει αντικείμενο δεκτών προσφυγών ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
  3. Η επιδίωξη οικονομικών δραστηριοτήτων αποτελεί ειδική περίτωση, καθώς η μη κερδοσκοπική φύση διαχωρίζει στην πραγματικότητα τις ΜΚΟ από τις εμπορικές επιχειρήσεις. Σε σύνδεση με αυτό, το κείμενο κατοχυρώνει την αρχή ότι μια ΜΚΟ είναι ελεύθερη να διεξάγει οικονομικές, επιχειρηματικές ή εμπορικές δραστηριότητες, υπό τον όρο ότι τα κέρδη της χρησιμοποιούνται για την οικονομική επιδίωξη σκοπών κοινού ή δημόσιου συμφέροντος, για τους οποίους ιδρύθηκε η ΜΚΟ. Η εθνική νομοθεσία που διέπει τις ΜΚΟ πρέπει γι’ αυτό να κατοχυρώνει ότι τα καθαρά ή μεικτά έσοδα δεν πρέπει να διανέμονται, ως τέτοια, σε κανένα πρόσωπο. Η ίδια νομοθεσία θα πρέπει επίσης να περιγράφει ιδιαιτέρως τους τρόπους διεξαγωγής οικονομικών ή εμπορικών δραστηριοτήτων, για παράδειγμα την ίδρυση μιας θυγατρικής εταιρίας. Σύμφωνα με αυτό τον γενικό περιορισμό, δεν θα πρέπει να επιβάλλονται προϋποθέσεις στις ΜΚΟ άλλες από τους γενικούς κανόνες που διέπουν τις εν λόγω οικονομικές δραστηριότητες.
  4. Οι θεμελιώδεις αρχές βασίζονται επίσης στην αρχή ότι, κατά την επιδίωξη των στόχων τους, οι ΜΚΟ είναι ελεύθερες να συμμετέχουν ή να μην συμμετέχουν σε ομοσπονδίες και συνομοσπονδίες ΜΚΟ. Τέτοιες ομοσπονδίες και συνομοσπονδίες έχουν σημαντικό ρόλο, καθώς προωθούν την συμπληρωματικότητα μεταξύ των ΜΚΟ και τους επιτρέπουν να αποκτήσουν ένα ευρύτερο ακροατήριο, όπως επίσης να κοινωνούν υπηρεσίες και σύνολα κοινών προτύπων.

Ίδρυση

  1. Η παράγραφος 15 των θεμελιωδών αρχών επαναθέτει και αναπτύσσει την αρχή ότι κάθε πρόσωπο ή ομάδα προσώπων είναι ελεύθερα να ιδρύουν μια ΜΚΟ, γεγονός που έχει ήδη αναφερθεί στο κεφάλαιο των βασικών αρχών. Δύο είδη περιορισμών αναγνωρίζονται πρακτικά σε μερικά κράτη: πρώτον , για την ίδρυση ΜΚΟ από αλλοδαπούς και δεύτερον για την ίδρυση από νομικά πρόσωπα. Οι περιορισμοί αυτοί είναι αδικαιολόγητοι.
  2. Το ζήτημα του ελάχιστου αριθμού προσώπων που είναι απαραίτητα για την ίδρυση μιας ΜΚΟ έχει συζητηθεί ευρέως κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας, καθώς αυτός ο αριθμό ποικίλει κατά το εσωτερικό δίκαιο. Σε μερικά κράτη ένα πρόσωπο είναι αρκετό, ενώ σε άλλα ο νόμος θέτει υψηλότερα τον πήχη, το οποίο μπορεί να σημαίνει δύο, τρία ή πέντε άτομα, ή ακόμη και περισσότερα. Γι’ αυτό το λόγο, οι συμμετέχοντες αποφάσισαν να θέσουν την διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους επίσημους οργανισμούς και σε αυτούς που επιθυμούν να αποκτήσουν νομική προσωπικότητα. Στην πρώτη περίπτωση, δύο πρόσωπα θα πρέπει να είναι επαρκή για να ιδρύσουν μια συμμετοχική ΜΚΟ, ενώ μπορεί να απαιτείται μεγαλύτερος αριθμός μελών προκειμένου να αποκτηθεί νομική προσωπικότητα. Σε αυτήν την περίπτωση, οι αριθμοί δεν θα πρέπει να είναι τέτοιοι ώστε να αποθαρρύνεται πρακτικά η ίδρυση.
  3. Η παράγραφος 17 του κειμένου αναφέρεται στα ιδρύματα, τα ταμεία και τις διαχειριστικές επιτροπές ταμείων ειδικών σκοπών, περιπτώσεις κανονικών τύπων ΜΚΟ που ιδρύονται με δωρεά ή διαθήκη.

Περιεχόμενο των καταστατικών

  1. Αναφορικά με τον οργανισμό και την αποφασιστική διαδικασία, οι ΜΚΟ, ιδιαίτερα αυτές με νομική προσωπικότητα, θα πρέπει να καλύπτουν τις ανάγκες περισσότερων μερών: μελών, χρηστών, οφελουμένων, του ανώτατου διοικητικού οργάνου, του προσωπικού, των δωρητών και, σε συγκεκριμένες περιστάσεις, των εθνικών ή τοπικών διοικητικών αρχών. Γι’ αυτό πρέπει να έχουν σαφή καταστατικά, τα οποία να θέτουν τους όρους σύμφωνα με τους οποίους λειτουργούν και τα οποία θα πρέπει να είναι διαθέσιμα στα ανωτέρω μέρη, προκειμένου να διασφαλίζεται η ασφάλεια δικαίου. Η παράγραφος 18 του μέρους περιλαμβάνει έναν κατάλογο διαφόρων παραδειγμάτων. Παρουσιάζεται ο τύπος πληροφοριών γενικής χρησιμότητας που θα πρέπει να περιλαμβάνουν τα καταστατικά.
  2. Με την επιφύλαξη του γενικά εφαρμοστέου διοικητικού, αστικού και ποινικού δικαίου, οι όροι σύμφωνα με τους οποίους λειτουργεί μια ΜΚΟ, όπως προβλέπονται στο καταστατικό της, είναι αποκλειστικό ζήτημα της ίδιας της ΜΚΟ και των προσώπων των μελών της. Η απόφαση για την αναθεώρηση του καταστατικού ανήκει στο ανώτατο όργανο της ΜΚΟ, το οποίο αποτελείται από όλα της τα μέλη, έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι οι προτεινόμενες αναθεωρήσεις απολαμβάνουν επαρκούς υποστήριξης από τα μέλη.

Ιδιότητα μέλους

  1. Η ιδιότητα μέλους είναι ιδιαίτερα σημαντικό θέμα, καθώς σχετίζεται με τις έννοιες της ευθύνης και της νομικής ικανότητας. Το κεφάλαιο των θεμελιωδών αρχών που ασχολείται με αυτό το θέμα, πρώτα επαναθέτει την θεμελιώδη προϋπόθεση ότι η συμμετοχή σε μια ΜΚΟ πρέπει γενικά να είναι οικειοθελής. Αυτή η αρνητική πτυχή της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι είναι, πάντως, κάτι που μπορεί να κάμπτεται σε περιπτώσεις επαγγελματικών οργανώσεων στις οποίες πρέπει να ανήκουν, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες, μέλη ενός συγκεκριμένου επαγγέλματος – όπως γιατροί ή δικηγόροι – για αυτές τις χώρες που τα αντιμετωπίζουν ως ΜΚΟ.
  2. Εκτός από την εθελοντική φύση της, η συμμετοχή διέπεται από δύο σημαντικές αρχές: πρώτα, καθένας πρέπει να μπορεί να συμμετέχει σε μα ΜΚΟ χωρίς να υπόκειται σε αδικαιολόγητους περιορισμούς που επιβάλλονται με νόμο. Δεύτερον, τα ζητήματα σχετικά με την ιδιότητα του μέλους αποτελούν αντικείμενο των καταστατικών των ΜΚΟ.
  3. Έτσι, τα καταστατικά μπορεί να προβλέπουν περιορισμούς, όπως η ο καθορισμός ηλικίας για τη συμμετοχή σε μία λέσχη ηλικιωμένων κατοίκων. Περαιτέρω, σε μερικές περιπτώσεις η ιδιότητα μέλους μιας ΜΚΟ μπορεί να είναι ασύμβατη με την υπηρεσία ή εργασία ενός προσώπου, ιδίως όταν αυτές είναι δημόσιου χαρακτήρα. Επιπρόσθετα, μπορεί να υφίσταται ανάγκη για προσαρμογή των περιορισμών προκειμένου να προστατευθούν αδύναμα πρόσωπα, αλλά οι περιορισμοί της δυνατότητας των παιδιών να συμμετέχουν σε μια ΜΚΟ θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι που κατοχυρώνεται από το άρθρο 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και το άρθρο 15 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Εντούτοις, με την επιφύλαξη αυτών των διατάξεων, μπορεί να είναι νόμιμο, κατά τη δικαιοδοσία ενός κράτους για κάθε πρόσωπο, είτε φυσικό είτε νομικό, εθνικό ή αλλοδαπό, να γίνει μέλος μιας ΜΚΟ.\
  4. Με τον ίδιο τρόπο που το καταστατικό μιας ΜΚΟ καθορίζει τις ιδιότητες ενός προσώπου που απαιτούνται για να γίνει μέλος, το καταστατικό διαχειρίζεται το ζήτημα της εξόδου των μελών και της διαδικασίας που θα πρέπει να εφαρμόζεται σε αυτήν την περίπτωση.

Νομική προσωπικότητα

  1. Οι διατάξεις που σχετίζονται με την νομική προσωπικότητα των ΜΚΟ είναι η ραχοκοκαλιά των καταστατικών τους, καθώς επιτρέπουν στις ΜΚΟ να έχουν αυτοτελή δικαιώματα, χωριστά από αυτά των μελών ή ιδρυτών τους. Αυτό τους επιτρέπει να απολαύουν στοιχειώδη αστικά δικαιώματα, όπως η έναρξη νομικών διαδικασιών, αλλά επίσης τις δεσμεύει σε πρακτικές εργασίες ουσιώδεις για την λειτουργία τους, λ.χ. για την ενοικίαση ακινήτων ή για το άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι παράγραφοι 24 και 25 των θεμελιωδών αρχών πρέπει να αναγνωσθούν σε συνδυασμό με τις παραγράφους 72 και 73 περί ευθύνης.
  2. Μερικές διατάξεις που περιλαμβάνονται στις θεμελιώδεις αρχές αφορούν ειδικά τις ΜΚΟ με νομική προσωπικότητα. Πάντως δεν θα πρέπει να παραβλεφθεί ότι μερικές ΜΚΟ μπορεί να επιδιώκουν τους σκοπούς τους χωρίς να έχουν νομική προσωπικότητα και το εθνικό δίκαιο θα πρέπει να καταλείπει την ευχέρεια αυτήν χωρίς την προκατάληψη ότι η νομική προσωπικότητα είναι υποχρεωτική για όλες τις ΜΚΟ.

Κτήση νομικής προσωπικότητας

  1. Η στιγμή κατά την οποία μια ΜΚΟ αποκτά νομική προσωπικότητα ποικίλει ανάλογα με το κράτος: σε μερικά κράτη, οι ΜΚΟ αποκτούν αυτόματα νομική προσωπικότητα από την ίδρυσή τους, οπότε δεν εφαρμόζεται αυτό το κεφάλαιο. Στην πλειοψηφία των κρατών, η κτήση νομική προσωπικότητας διέπεται από κανόνες και διαδικασία. Το κείμενο κατοχυρώνει ότι αυτά πρέπει να είναι αντικειμενικά και η εφαρμογή τους να μην είναι αποτέλεσμα καταχρηστικής μεταχείρισης των ΜΚΟ.
  2. Αν και η στιγμή κτήσης νομικής προσωπικότητας ποικίλει από ένα κράτος σε ένα άλλο, το ίδιο δεν ισχύει για την λήξη της, αφού ο κανόνας ότι η νομική προσωπικότητα μιας ΜΚΟ παύει με την διάλυσή της – εκούσια ή ακούσια – σε περίπτωση χρεωκοπίας, παρατεταμένης αδράνειας – που μπορεί να οφείλεται σε ανεπαρκή στελέχωση – ή ως μια εξαιρετική περίπτωση κύρωσης. Λήγει επίσης με τη συγχώνευση δύο ή περισσότερων ΜΚΟ: η διάδοχη νέα οντότητα υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των αρχικών ΜΚΟ.
  3. Το κεφάλαιο των θεμελιωδών αρχών που σχετίζεται με την κτήση νομικής προσωπικότητας καθιερώνει συγκεκριμένες βασικές αρχές που πρέπει να διέπουν αυτή τη διαδικασία – σε ορισμένες χώρες αναφέρεται ως διαδικασία καταχώρησης σε μητρώο – όταν η νομική δεν κτάται αυτομάτως με την ίδρυση της ΜΚΟ. Ο υποκείμενος λόγος είναι ότι η διαδικασία πρέπει να είναι απλή και χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις και εφικτή, χωρίς να καταλείπει πεδίο διακριτικής ευχέρειας.
  4. Γι’ αυτό το λόγο οι εφαρμοστέοι κανόνες πρέπει να είναι σαφείς και εύκολα προσβάσιμοι από τις ΜΚΟ, πράγμα που δεν συμβαίνει στα περισσότερα κράτη. Ένας τρόπος διασφάλισης αυτής της προσβασιμότητας είναι η δημοσιοποίηση ενός επεξηγηματικού οδηγού για την διαδικασία, από την οικεία δημόσια αρχή. Αυτό δεν θα είναι δυνατό σε όλα τα κράτη, για οικονομικούς λόγους, αλλά σε κάθε περίπτωση, η υπηρεσία μητρώου θα πρέπει να παρέχει στις ΜΚΟ όλες τις πληροφορίες και την βοήθεια που μπορεί να χρειάζονται.
  5. Είναι απόλυτα νόμιμο για τα κράτη να απαιτούν μαζί με την αίτηση για κτήση νομικής προσωπικότητας υποβολή πληροφοριών και εγγράφων. Για λόγους ασφάλειας δικαίου, αυτές οι πληροφορίες θα πρέπει να καθιστούν δυνατή την απάντηση σε ερωτήματα τρίτων για την ταυτότητα της ΜΚΟ, την διεύθυνσή της και την διαχειριστική της δομή. Κάθε άτομο που έχει επιχειρηματικές σχέσεις με μια ΜΚΟ, για παράδειγμα στην περίπτωση της πώλησης ιδιοκτησίας ή της στελέχωσης με προσωπικό, θα πρέπει να είναι σε θέση να διαπιστώσει αν η οργάνωση έχει αναγνωριστεί ως νομικό πρόσωπο. Αντίστοιχα, για την δική τους προστασία, οι ιδιώτες θα πρέπει να είναι σε θέση να ελέγξουν ότι ένα μόρφωμα που αυτοπαρουσιάζεται ως ΜΚΟ και ζητά την υποστήριξή τους, είναι πράγματι αυτό που ισχυρίζεται.
  6. Η διαδικασία εγγραφής σε μητρώο δεν θα πρέπει να αποτελεί ευκαιρία για αναζήτηση πληροφοριών, εκ μέρους των κρατών, στις οποίες αλλιώς δεν θα είχαν πρόσβαση. Τα μητρώα θα πρέπει γενικά να περιλαμβάνουν την ταυτότητα των δωρητών ή των οικονομικών καταστάσεων των ΜΚΟ και μπορεί να είναι αναγκαίο να κοινοποιούνται σε περιπτώσεις που ιδρύεται, λ.χ., ένα ίδρυμα. Η διαδικασία δεν θα πρέπει επίσης να παρέχει στα κράτη τη δικαιολογία για διακρίσεις ανάμεσα σε ΜΚΟ ως προς το αν οι σκοποί ή τα μέλη τους κρίνονται «αποδεκτά», στο μέτρο που οι σκοποί και τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την επίτευξή τους είναι νόμιμα.
  7. Το κράτος μπορεί να επιβάλει χρεώσεις προκειμένου να καληφθεί το κόστος της διαδικασίας αίτησης, αλλά αυτό δεν θα πρέπει να ανέρχεται σε υπερβολικό ύψος.
  8. Το κείμενο θεσπίζει την αρχή ότι μια αρχή που αποφασίζει για την αίτηση περί νομικής προσωπικότητας θα πρέπει να είναι διαφορετική από αυτήν που παρέχει κάθε είδος δημόσιας υποστήριξης. Ως γενικός κανόνας, η νομική προσωπικότητα θα πρέπει να απονέμεται από διοικητική αρχή, αλλά σε μερικές χώρες μπορεί να είναι κατάλληλο τα δικαστήρια να επιτελούν αυτή τη λειτουργία.
  9. Προκειμένου να περιοριστεί το πεδίο ενάσκησης διακριτικής ευχέρειας από αρχές που αποφασίζουν επί της αιτήσεως για νομική προσωπικότητα, οι θεμελιώδεις αρχές περιλαμβάνουν κατάλογο λόγων για τους οποίους μπορεί να απορριφθεί το αίτημα μιας ΜΚΟ. Πάντως, ο κατάλογος της παραγράφου 31 των θεμελιωδών αρχών δεν είναι εξαντλητικός. Τα κράτη μπορούν να καθιερώνουν πρόσθετους λόγους για την απόρριψη, στην νομοθεσία τους, καθώς αυτοί οι λόγοι μπορεί να βασίζονται σε σαφείς και αντικειμενικές αιτίες. Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν την αποφασιστική λειτουργία των διοικητικών αρχών, θα πρέπει να υπάρχει προθεσμία για την διεκπεραίωση της αίτησης. Η απόφαση πρέπει να είναι τελική και δεν είναι αποδεκτό να πρέπει η ΜΚΟ να ανανεώνει περιοδικά την νομική της προσωπικότητα. Πάντω, αυτό δεν αποκλείει για τα κράτη να επανεξετάζουν το ζήτημα της νομικής προσωπικότητας, όταν υφίστανται ουσιώδεις μεταβολές σε καταστατικά ή δραστηριότητες των ΜΚΟ. Η αιτιολογία της απόφασης πρέπει να είναι γραπτή, ιδιαιτέρως όταν πρόκειται για απόρριψη, έτσι ώστε να επιτρέπεται στην ΜΚΟ να την προσβάλει ενώπιον της αρμόδιας διοικητικής αρχής και ενώπιον του δικαστηρίου. Η μη απάντηση εντός της προθεσμίας θα πρέπει να ισοδυναμεί με απόρριψη απονομής νομικής προσωπικότητας.
  10. Σε κράτη που έχουν επικυρώσει την Σύμβαση Νο. 124, η νομική προσωπικότητα και ικανότητα δικαίου που κτάται μια ΜΚΟ σε ένα συμβαλλόμενο μέρος, στο οποίο έχει την καταστατικής της έδρα, θα πρέπει να αναγνωρίζεται, ως προς το δικαίωμα, από τα άλλα συμβαλλόμενα κράτη, με την επιφύλαξη της συμμόρφωσης με συγκεκριμένους όρους. Σε άλλα κράτη, οι αλλοδαπές ΜΚΟ μπορεί να απαιτείται να λάβουν έγκριση για να λειτουργούν στην φιλοξενούσα χώρα.
  11. Οι πληροφορίες που υποβάλλονται από ΜΚΟ κατά την αίτηση για νομική προσωπικότητα θα πρέπει να τηρούνται σε καταχωρήσεις σε ένα κεντρικό εθνικό μητρώο, το οποίο, όπως αναφέρεται στο κείμενο, θα πρέπει να είναι δημόσια προσβάσιμο. Πάντως, αυτός ο κανόνας της συγκέντρωσης των πληροφοριών μπορεί να μην είναι γενικά εφαρμόσιμος, καθώς πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες ομόσπονδων κρατών, όπου η καταγραφή σε μητρώο μπορεί να διεξάγεται σε περιφερειών της ομοσπονδίας.
  12. Ο κανόνας που κατοχυρώνεται στην παράγραφο 42 των θεμελιωδών αρχών αποσκοπεί στη διασφάλιση του ότι τα καταστατικά των ΜΚΟ μπορούν να ανανεωθούν με απλή, συνοπτική διαδικασία. Η αποδοχή θα πρέπει να απαιτείται μόνο σε ουσιώδη ζητήματα όπως η επωνυμία και οι σκοποί μιας ΜΚΟ. Η διαδικασία δεν θα πρέπει να προβλέπει ως υποχρέωση την επανίδρυση της Οργάνωσης εξ αρχής, επιτρέποντας έτσι στην ΜΚΟ να διατηρήσει ένα βαθμό συνέχειας.

Διαχείριση

  1. Όσον αφορά τη οργάνωση και την αποφασιστική διαδικασία, οι ΜΚΟ πρέπει να συγκεράσουν τις ανάγκες ποικίλων μερών, τόσο εσωτερικών όσο και εξωτερικών, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 46. Γι’ αυτό, συμφέρει όλους τους ενδιαφερόμενους να υπάρχουν σαφή καταστατικά ΜΚΟ, όπως στο παρόν κείμενο που ορίζει την δομή και τους κανόνες λειτουργίας της οργάνωσης.
  2. Τα καταστατικά πρέπει να είναι σε αρμονία με την ισχύουσα νομοθεσία και γι’ αυτό είναι επιθυμητό να είναι συμβατά με δεσμεύσεις που επιβάλλονται στην ΜΚΟ ενώπιον των δωρητών ή ενώπιον ενός δικτύου ΜΚΟ στις οποίες ανήκει.
  3. Η οργάνωση των ΜΚΟ και η αποφασιστική λειτουργία και ο καθορισμός των επιπέδων ευθύνης και λογοδοσίας πρέπει να είναι συνεπή με τα καταστατικά τους, αλλά δεν θα πρέπει να υπόκειται σε εποπτεία από καμία εξωτερική αρχή, με την εξαίρεση της προϋπόθεσης συμμόρφωσης με το νόμο, όπως προαναφέρθηκε.
  4. Αυτό σημαίνει ότι η ΜΚΟ είναι κυριαρχική στον καθορισμό της εσωτερικής της οργάνωσης που επιθυμείται για την επιδίωξη των στόχων της, όπως ορίζονται στο καταστατικό. Στο μέτρο που δεν παραβιάζεται ο νόμος, εξωτερικά νομικά πρόσωπα δεν έχουν αποφασιστικό λόγο στην διεξαγωγή των εσωτερικών ζητημάτων. Μια εξαίρεση προβλέπεται εδώ για τις διατάξεις που διέπουν ειδικούς τύπους ΜΚΟ, για τις οποίες απαιτείται ειδική εποπτεία. Όλες οι ΜΚΟ πρέπει, πάντως, να τηρούν την σχετική εργατική και κοινωνικοασφαλιστική νομοθεσία και να μην απολαμβάνουν εξαιρέσεις από προϋποθέσεις όσον αφορά την ιδιότητα μέλους των εταιρικών οργάνων ή ως προς το δίκαιο των αλλοδαπών. Ιδιαίτερα, οι αλλοδαποί μέλη του συμβουλίου ή του προσωπικού των ΜΚΟ διέπονται από το νόμο της φιλοξενούσας χώρας, όσον αφορά την είσοδο, την παραμονή και την αποχώρηση.

Περιουσία και αποθεματικά

  1. Η δυνατότητα μιας ΜΚΟ να λαμβάνει δωρεές σε μετρητά ή είδος είναι μια θεμελιώδης αρχή, μια συνέπεια του εθνικού δικαίου που απορρέει από την μη κερδοσκοπική φύση τους. Τέτοιες βοήθειες, όπως και οι διαδικασίες οικονομικών δράσεων, αποτελούν ζωτικά μέσα των ΜΚΟ για την χρηματοδότηση της επιδίωξης των στόχων τους. Πάντως, η δυνατότητα των ΜΚΟ να δημιουργεί αποθεματικά δεν είναι απόλυτη και μπορεί να διέπεται από την νομοθεσία, ενόψει την προστασίας του κοινού της.
  2. Οι δωρητές μπορεί να είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα – εταιρίες ή θεσμικά όργανα – και μπορεί να είναι ημεδαπά ή αλλοδαπά. Γενικά, η αλλοδαπή και ημεδαπή χρηματοδότηση πρέπει να διέπεται από τους ίδιους κανόνες, ιδιαίτερα όσον αφορά τις δυνατές χρήσεις των χρημάτων και τις υποχρεώσεις λογοδοσίας.
  3. Οι διατάξεις των παραγράφων 51,52,53 και 55 έχουν σχεδιαστεί για την εξασφάλιση των αγαθών των ΜΚΟ και για την εγγύηση της ορθής διαχείρισης.
  4. Η αρχή που τίθεται με την παράγραφο 51 δεν συνεπάγεται ότι οι τράπεζες οφείλουν να παρέχουν τραπεζικές υπηρεσίες σε κάθε ΜΚΟ που τις ζητά. Με την επιφύλαξη της αρχής της ίσης μεταχείρισης, οι ιδιωτικές τράπεζες είναι ελεύθερες να επιλέγουν τους πελάτες τους.
  5. Ο νόμος πρέπει να επιτρέπει σε μια ΜΚΟ να υποδείξει, με το καταστατικό της ή με μια διακήρυξη, άλλο συγγενές μόρφωμα για την λήψη των αγαθών της, ύστερα από την εκκαθάριση των υποχρεώσεών της, σε περίπτωση λύσης. Αυτή είναι μια αρχή ορθής πρακτικής, που θα πρέπει να ενθαρρύνεται. Σε μερικές περιπτώσεις, συμβατικοί όροι, κυρίως αφορώντες μεγάλους δωρητές, μπορεί να επιβάλουν την επιστροφή των χρηματοδοτήσεων σε έναν δωρητή σε περίπτωση λύσης μιας ΜΚΟ. Ο διάδοχος μπορεί επίσης να είναι το κράτος, κυρίως όταν δεν υφίσταται συγγενές νομικό μόρφωμα ή όταν οι σκοποί της ΜΚΟ έχουν κριθεί παράνομοι. Πάντως, αυτό δεν θα πρέπει να δώσει αφορμή για πλουτισμό του κράτους.
  6. Η παράγραφος 56 θέτει την αρχή σύμφωνα με την οποία το καλύτερο για μια ΜΚΟ είναι να χρησιμοποιήσει τα αποθεματικά της για την πληρωμή του προσωπικού και την αποζημίωση προσωπικού και εθελοντών για δαπάνες στις οποίες προέβησαν κατά την δράση στο όνομα της ΜΚΟ, ακόμη κι όταν τα εν λόγω αποθεματικά έχουν αποκτηθεί με μέσα δημόσιας υποστήριξης.

Δημόσια υποστήριξη

  1. Οι ΜΚΟ σε ορισμένες περιπτώσεις βρίσκονται σε καλύτερη θέση απ’ ότι το κράτος για να δώσουν απάντηση σε ορισμένες κοινωνικές ανάγκες, όπως λ.χ. η ευημερία και τα ζητήματα υγείας. Κατ’ αποτέλεσμα, τα κράτη συχνά αποφασίζουν να τις υποστηρίξουν, με την μορφή άμεσων παροχών ή προνομιακής φορολογικής μεταχείρισης.
  2. Η δυνατότητα δημόσιας υποστήριξης θα πρέπει να βασίζεται σε σαφή, αντικειμενικά κριτήρια. Το κοινό θα πρέπει επίσης να ενημερώνεται για το ποιες ΜΚΟ έχουν λάβει υποστήριξη και για ποιους λόγους. Οι αρχές πρέπει επίσης να μπορούν να πιστοποιήσουν ότι οι σύλλογοι που αναζητούν υποστήριξη ή προνομιακή φορολογική μεταχείριση υπηρετούν πράγματι μη κερδοσκοπικούς σκοπούς, καθώς σε μερικές χώρες τα φορολογικά προνόμια οδηγούν συγκεκριμένα μορφώματα στο να αιτηθούν την θέση ΜΚΟ, ενώ θα ήταν ορθότερο να έχουν ιδρυθεί ως εμπορικές επιχειρήσεις.
  3. Κατ’ αποτέλεσμα, η πλειοψηφία των κρατών συνδέουν την δημόσια υποστήριξη με την τήρηση συγκεκριμένων κριτηρίων και, πάνω απ’ όλα, με την επιδίωξη ενός στόχου δημοσίου συμφέροντος εκ μέρους των ΜΚΟ. Σε ορισμένα κράτη αυτό μπορεί να σημαίνει αναγνώριση μιας ειδικής νομικής θέσης ή κατηγοριοποίηση ως οργανισμός δημοσίου συμφέροντος, που επιτρέπει στην ΜΚΟ να λαμβάνει δωρεές και να απολαμβάνει φορολογικών προνομίων, ενώ την ίδια στιγμή διασφαλίζεται η προστασία τρίτων.
  4. Καθώς η παροχή δημόσιας υποστήριξης αποτελεί σε μεγάλη έκταση όρο για τους στόχους και τις δράσεις μιας ΜΚΟ, είναι φυσιολογικό, κάθε σημαντική μεταβολή σε αυτές τις δράσεις ή τους στόχους να συνεπάγεται την επιθεώρηση, τροποποίηση ή ακόμη και την διακοπή της δημόσιας υποστήριξης.

Διαφάνεια και λογοδοσία

  1. Όσον αφορά τις δράσεις και την οικονομική κατάσταση, μια ΜΚΟ οφείλει να λογοδοτεί σε ένα αριθμό μερών, πρώτα και κύρια έναντι των μελών της. Συνεπώς αποτελεί ορθή πρακτική να υποβάλλεται μια ετήσια έκθεση για τους λογαριασμούς και τις δράσεις της σε αυτούς. Δεύτερον, μια ΜΚΟ που έχει ωφεληθεί με δημόσια υποστήριξη ή προνομιακή φορολογική μεταχείριση, θα πρέπει να λογοδοτεί στην κοινότητα, αναφορικά με την χρήση που έγινε στις δημόσιες εισφορές. Τέλος, οι δωρητές μπορούν να κατοχυρώνουν με συμβόλαιο τον όρο ότι η ΜΚΟ οφείλει να αναφέρεται για την χρήση των ιδιωτικών χορηγιών.
  2. Παρ’ όλ’ αυτά, οι υποχρεώσεις έκδοσης εκθέσεων πρέπει να σταθμίζονται με άλλες υποχρεώσεις που αφορούν το σεβασμό της ιδιωτικότητας και της εμπιστευτικότητας. Ιδιαίτερα, η επιθυμία ενός δωρητή να παραμείνει ανώνυμος, πρέπει να είναι σεβαστή. Ωστόσο, ο σεβασμός της ιδιωτικότητας και της εμπιστευτικότητας δεν είναι ανεπιφύλακτος. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το γενικό συμφέρον μπορεί να δικαιολογεί την πρόσβαση των αρχών σε ιδιωτικές ή εμπιστευτικές πληροφορίες, λ.χ. προκειμένου να καταπολεμηθούν συναλλαγές της μαύρης αγοράς. Κάθε εξαίρεση στο επιχειρηματικό απόρρητο ή στην ιδιωτικότητα και εμπιστευτικότητα των δωρητών, των ωφελουμένων και του προσωπικού θα πρέπει να σέβεται την αρχή της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας.
  3. Προκειμένου να κατοχυρώσουν την αντικειμενικότητα, οι θεμελιώδεις αρχές αναφέρουν την αρχή ότι οι ΜΚΟ θα πρέπει να δέχονται έλεγχο των λογαριασμό τους από πρόσωπο που είναι ανεξάρτητο από τους διαχειριστές τους, αν και αυτό το πρόσωπο θα μπορεί να είναι μέλος της εν λόγω ΜΚΟ. Όπως συμβαίνει σε μικρές εμπορικές εταιρίες, οι μικρές ΜΚΟ μπορεί να εξαιρούνται από την υποχρέωση ελέγχου των λογαριασμών τους από ανεξάρτητο πρόσωπο.

Εποπτεία

  1. Ενώ το προηγούμενο κεφάλαιο αφορούσε την εποπτεία των λογαριασμών μιας ΜΚΟ και την συμπεριφορά της σχετικά με τους σκοπούς που περιγράφονται στο καταστατικό της, αυτό το κεφάλαιο αφορά την εποπτεία συμμόρφωσης με την ισχύουσα αστική, ποινική και διοικητική νομοθεσία.
  2. Ο καλύτερος τρόπος για την διασφάλιση της δεοντολογικής και υπεύθυνης συμπεριφοράς των ΜΚΟ είναι η προώθηση της αυτορρύθμισης σε αυτόν τον τομέα, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Οι υπεύθυνες ΜΚΟ είναι εν γνώσει του γεγονότος ότι η επιτυχία του τομέα εξαρτάται σε μεγάλη έκταση από την κοινή γνώμη όσον αφορά την αποτελεσματικότητα και την δεοντολογική συμπεριφορά τους. Περαιτέρω, σε κάποιες χώρες, συχνά καταρτίζονται κώδικες συμπεριφοράς προκειμένου να επιτρέπεται σε ομάδες ΜΚΟ σε ένα δεδομένο τομέα, να διασφαλίζει ότι λαμβάνονται υπόψη και είναι ευρέως γνωστές οι ανάγκες και οι προκλήσεις.
  3. Παρ’ όλ’ αυτά, τα κράτη έχουν ένα έννομο ενδιαφέρον για την ρύθμιση του τομέα των ΜΚΟ έτσι ώστε να διασφαλίζονται τα συμφέροντα τρίτων και αυτό μπορεί να περιλαμβάνει ενέργειες για την προστασία της υπόληψης και των οικονομικών συμφερόντων, ιδιαίτερα άλλων ΜΚΟ. Η κρατική παρέμβαση μπορεί επίσης να είναι αναγκαία για την προστασία των μελών έναντι της κατάχρησης της δεσπόζουσας θέσης μιας ΜΚΟ, ιδιαίτερα κατά της καθαίρεσης κατά παράβαση των κανόνων της οργάνωσης, την επιβολή ιδιαίτερα αρνητικών όρων ή ακόμη και την θέσπιση εντελώς αδικαιολόγητων και καταχρηστικών κανόνων. Πάντως, στις περισσότερες περιπτώσεις, ο κατάλληλος τύπος προστασίας θα ήταν η δυνατότητα των μελών να κινηθούν δικαστικά. Γενικά δεν υπάρχει ανάγκη να επεμβαίνει ένα δημόσιο όργανο εις το όνομα των μελών.
  4. Κατά την εποπτεία δράσεων των ΜΚΟ, οι διοικητικές αρχές θα πρέπει να εφαρμόζουν το ίδιο τεκμήριο όπως και για φυσικά πρόσωπα, δηλαδή ότι ελλείψει αντιθέτων αποδείξεων, οι δράσεις τους είναι νόμιμες. Οι εξουσίες των διοικητικών αρχών και της αστυνομίας, ιδίως όσον αφορά την έρευνα και τις κατασχέσεις, καθώς και τις ποινές που μπορεί να επιβάλλονται θα πρέπει να είναι συνεπείς με την αρχή της αναλογικότητας και θα πρέπει να αποτελούν αντικείμενο δικαστικού ελέγχου.
  5. Οι θεμελιώδεις αρχές συγκεκριμενοποιούν ότι η λύση της ΜΚΟ – η εσχάτη των ποινών- θα πρέπει να αποτελεί μόνο το τελικό μέτρο. Τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι εξαιρετικά σπάνιες και θα πρέπει να καταδεικνύεται ότι υφίσταται εντελώς βάσιμος λόγος για την λήψη αυτού του μέτρου. Αν και το μέτρο μπορεί να εμφανίζεται επιτακτικό, προκειμένου να είναι έγκυρο, θα πρέπει, εξίσου, να αποτελεί αντικείμενο αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου.

Ευθύνη

  1. Οι αρχές που κατοχυρώνονται σε αυτόν τον τίτλο αποτελούν συνέπειες της νομικής προσωπικότητας μιας ΜΚΟ. Η ΜΚΟ έχει χωριστή προσωπικότητα από τα μέλη και τους ιδρυτές της και είναι η μόνη υπεύθυνη για χρέη και υποχρεώσεις που έχουν εισαχθεί στο όνομά της, με την επιφύλαξη της περίπτωσης παράβασης καθήκοντος ή αμέλειας των μελών ή του προσωπικού ή της διαχείρισης. Στις τελευταίες περιπτώσεις, η ΜΚΟ ή άλλοι θιγόμενοι θα πρέπει να είναι σε θέση να κινηθούν νομικά εναντίον του υπεύθυνου προσώπου προκειμένου να ληφθούν αποζημιώσεις για τις προκληθείσες ζημίες.

Σχέση με κρατικά όργανα

  1. Οι ικανές και υπεύθυνες συμβολές των ΜΚΟ στην διαδικασία της διαμόρφωσης δημόσιας πολιτικής ενισχύουν την εφαρμογή της νομοθεσίας και τη σοβαρότητα των κυβερνητικών αποφάσεων.
  2. Αν και οι ΜΚΟ και οι κρατικές αρχές μερικές φορές έχουν διαφορετικές προσεγγίσεις σε ένα διάλογο, είναι προς το συμφέρον και των δύο τους να ιδρύουν μηχανισμούς διαλόγου και διαβούλευσης, καθώς επιδιώκουν ένα κοινό στόχο εξεύρεσης λύσεων στα προβλήματα της κοινωνίας και την ικανοποίηση των αναγκών των μελών τους. Η συμμετοχή τους είναι διαφορετική από το ρόλο των πολιτικών κομμάτων, τον οποίο δεν υποκαθιστά. Η διαβούλευση μπορεί να λάβει χώρα σε εθνικό, τοπικό ή τομεϊκό επίπεδο και μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στην παρασκευή της νομοθεσίας.



[1] Σύμφωνα με τον Guide de la liberté associative dans le monde, επιμ. του Michel

Doucin, Paris, 2000.

[2] Στις 5 Ιουλίου 2002, κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Αναγνώριση της Νομικής Προσωπικότητας των Διεθνών Μη Κυβερνητικών Οργανισμών (ETS No 124) είναι: η Αυστρία, το Βέλγιο, η Γαλλία, η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Σλοβενία, η Ελβετία, η ΠΓΔΜ και το Ηνωμένο Βασίλειο.

[3] - Πολυμερής συνάντηση των Συλλόγων και Ιδρυτών, Στρασβούργο 27-29 Νοεμβρίου 1996,

- Πολυμερές σεμινάριο για την Εφαρμογή της Σύμβασης ETS No 124, Στασβούργο 9-10 Φεβρουαρίου 1998,

- Περιφερειακό συνέδριο για το νομικό καθεστώς των ΜΚΟ, Κίεβο, 9-10 Σεπτεμβρίου 1998, με τη συμμετοχή της Ουκρανίας, Μολδαβίας και της Ρωσικής Ομοσπονδίας,

-Περιφερειακό συνέδριο των χωρών του Καυκάσου για το νομικό καθεστώς των ΜΚΟ, Στρασβούργο, 10-11 Δεκεμβρίου 1998.

Πέμπτη, Μαΐου 31, 2007

Οι δημοσιογράφοι δεν αρκεί να βασίζονται σε δελτία τύπου αλλά υποχρεούνται σε ανεξάρτητη έρευνα



Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επιβεβαίωσε για άλλη μια φορά ότι οι δημοσιογράφοι, ακόμα κι όταν αναφέρονται σε πολιτικούς αρχηγούς, για θέματα της επίσημης αρμοδιότητάς τους, οφείλουν: να παραθέτουν την αντίθετη άποψη, να διασταυρώνουν τα στοιχεία που έχουν και να μην βασίζονται σε μια μόνο πηγή πληροφοριών, να προβαίνουν σε ανεξάρτητο έλεγχο όταν αναμεταδίδουν είδηση που μετέδωσε άλλος φορέας.





Σε αυτήν την απόφαση που δίχασε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, καθώς εκδόθηκε με πλειοψηφία 4-3, καθίσταται σαφές ότι η παραβίαση βασικών δεοντολογικών κανόνων συνιστά έναν επιπρόσθετο λόγο για τον οποίο, ακόμα κι όταν κάποιος αναφέρεται σε πολιτικό αρχηγό, όταν μεταδίδει ανακριβείς πληροφορίες,χωρίς να παραθέτει την αντίθετη άποψη και χωρίς να έχει διεξάγει ανεξάρτητο έλεγχο των πληροφοριών, η πλάστιγγα γέρνει εναντίον του.





Η απόφαση έχει έναν σοβαρό αντίλογο, την μειοψηφία των 3 δικαστών (ανάμεσα στους οποίους και ο κ. Ροζάκης), η οποία πάντως δεν δίνει εξηγεί επαρκώς για το πως η παραβίαση των κανόνων δημοσιογραφικής επιμέλειας μπορεί να συγχωρεθεί.





Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της απόφασης, για πρώτη φορά στα ελληνικα, σε μετάφραση e-laweyer
πηγή αγγλικού κειμένου: www.echr.coe.int

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ

ΥΠΟΘΕΣΗ STANDARD VERLAGSGESELLSCHAFT MBH (no. 2) ΚΑΤΑ ΑΥΣΤΡΙΑΣ

(ΑΙΤΗΣΗ ΝΟ. 37464/02)



ΑΠΟΦΑΣΗ

ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ 22 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2007-05-30


Στην υπόθεση Standard Verlagsgesellschaft mbH (no 2) κατά Αυστρίας,
το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Πρώτο Τμήμα), συνεδριάζον ως σώμα με την ακόλουθη σύνθεση:

Κ. Κ.Λ.Ροζάκης, Πρόεδρος
Κος Λ.Λουκαϊδης,
Κος A. Kovler,Κα E. Steiner,Κος K. Hajiyev,
Κος D. Spielmann, δικαστές,και Κος S. Nielsen, Γραμματέας τμήματος,
Κατόπιν διάσκεψης την 1η Φεβρουαρίου 2007

Εκδίδει την ακόλουθη απόφαση, την οποία έλαβε αυθημερόν:

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Η υπόθεση εισήχθη με προσφυγή (Νο 3476/02) κατά της Δημοκρατίας της Αυστρίας, η οποία υποβλήθηκε στο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 34 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και τις Θεμελιώδεις Ελευθερίες («Η Σύμβαση»), από την Standard Verlagsgesellschaft mbH, μία εταιρία περιορισμένης ευθύνης που εδρεύει στην Αυστρία («η προσφεύγουσα εταιρία»), στις 19 Ιουλίου 2002.
Η προσφεύγουσα εταιρία εκπροσωπήθηκε από την κ. M. Windhager, δικηγόρο με έδρα τη Βιέννη. Η Αυστριακή Κυβέρνηση («η Κυβέρνηση») εκπροσωπήθηκε από τον υπάλληλο, πρέσβη F. Trauttmansdorf, επικεφαλής του Τμήματος Διεθνούς Δικαίου του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Εξωτερικών.
Η προσφεύγουσα εταιρία ισχυρίστηκε ότι έχει παραβιαστεί το δικαίωμά της στην ελευθερία της έκφρασης, που προβλέπεται από το Άρθρο 10 της Σύμβασης.
Με την απόφαση της 29 Ιουνίου 2006, το Δικαστήριο έκρινε την προσφυγή παραδεκτή.
Ούτε η προσφεύγουσα εταιρία, ούτε η Κυβέρνηση προσκόμισαν περαιτέρω έγγραφες παρατηρήσεις (Κανόνας 59§1).

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ι. ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ

Η προσφεύγουσα εταιρία είναι ιδιοκτήτρια της καθημερινής εφημερίδας «Der Standard”.

A. To υπόβαθρο της υπόθεσης

7. Η Περιφέρεια της Καρίνθια (Land Kärnten) είναι ο πλειοψηφών μέτοχος της Καρινθιακής Εταιρίας Ηλεκτρισμού (Kärntner Elektrizitäts-Aktiengesellschaft - “η KELAG”).
8. Στις 16 Ιουνίου 1999, η KELAG κάλεσε όλους τους μετόχους στη γενική συνέλευση της 9ης Ιουλίου 1999. Ένα θέμα της ημερήσιας διάταξης ήταν η απαλλαγή από τα καθήκοντα και η επανεκλογή του εποπτικού συμβουλίου της εταιρίας (Aufsichtsrat).
9. Για την σύσκεψη της Περιφερειακής Κυβέρνησης της Καρίνθια (Landesregierung), στις 6 Ιουλίου 1999, ο κ. Pfeifenberger, υπεύθυνος οικονομικών θεμάτων κατά την επίμαχη περίοδο, προετοίμασε μία πρόταση, καλώντας την Περιφερειακή Κυβέρνηση να ορίσει συγκεκριμένα πρόσωπα για το εποπτικό συμβούλιο της εταιρίας.
10. Αυτή η πρόταση απεσύρθη πριν την σύσκεψη, καθώς, κατόπιν αίτησης του κ. Haider, Περιφερειακού Κυβερνήτη (Landeshauptmann) της Καρίνθια, είχε ληφθεί μια νομική γνωμοδότηση εκδοθείσα από τον ειδικό κ. Q. Σύμφωνα με αυτή τη γνωμοδότηση, η Περιφέρεια της Καρίνθια, δεν είχε δικαίωμα να ορίσει τα μέλη του εποπτικού συμβουλίου της KELAG, καθώς τα μέλη έπρεπε να εκλεγούν. Ο εκπρόσωπος της Περιφέρειας της Καρίνθια μπορούσε να προτείνει υποψήφιους και να ασκήσει το εκλογικό του δικαίωμα στη γενική συνέλευση της KELAG, χωρίς προηγούμενη απόφαση από την Περιφερειακή Κυβέρνηση.
11. Ο κ. Haider είχε περαιτέρω ενημερώσει τον κ. Pfeifenberger ότι το Νομικό Τμήμα που ασχολείται με συνταγματικά θέματα στο Γραφείο Περιφερειακής Κυβέρνησης της Καρίνθια είχε αποδεχθεί αυτήν την θεώρηση. Ο κ. Haider ανέθεσε στο Νομικό Τμήμα τη σύνταξη μιας γνωμοδότησης. Αυτή η γνωμοδότηση, που εκδόθηκε στις 2 Αυγούστου 1999 ανέφερε ότι η ερμηνεία της σχετικής διάταξης δεν οδηγούσε σε ένα αναμφίλεκτο αποτέλεσμα.
12. Εν τω μεταξύ, ο κ. Pfeifenberger, παρά τη διαμαρτυρία των σοσιαλιστών της Περιφερειακής Κυβέρνησης, εξουσιοδότησε τον κ. Haider να εκπροσωπήσει την Περιφέρεια της Καρίνθια στην γενική συνέλευση της KELAG. Ο κ. Haider, ακολούθως, εκπροσώπησε την Περιφέρεια της Καρίνθια στην προαναφερόμενη γενική συνέλευση στις 9 Ιουλίου 1999 και άσκησε το δικαίωμα ψήφου, χωρίς να έχει προηγουμένως ζητήσει απόφαση της Περιφερειακής Κυβέρνησης.
13. Στις 14 Ιουλίου 1999, κατόπιν αιτήσεως του Αυστριακού Σοσιαλιστικού Δημοκρατικού Κόμματος («το SPÖ), ο κ. S. Καθηγητής νομικής του Πανεπιστημίου του Graz εξέδωσε μια νέα γνωμοδότηση, επτά περίπου σελίδων, αναφορικά με το ζήτημα του «ορισμού μελών του εποπτικού συμβουλίου της KELAG από την Περιφερειακή Κυβέρνηση της Καρίνθια».
14. Αυτή η γνωμοδότηση κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η εκλογή του εποπτικού συμβουλίου της KELAG από τον Περιφερειακό Κυβερνήτη, χωρίς προηγούμενη απόφαση της Περιφερειακής Κυβέρνησης, δεν ήταν σύμφωνη με το ομοσπονδιακό συνταγματικό δίκαιο, το περιφερειακό συνταγματικό δίκαιο και τον Κώδικα Διαδικασίας της Περιφερειακής Κυβέρνησης. Η γνωμοδότηση, τέλος, ανέφερε την δυνατότητα υποβολής αίτησης καθαίρεσης των μελών της Περιφερειακής Κυβέρνησης ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου με πλειοψηφική ψήφο του Περιφερειακού Κοινοβουλίου (Landtag) σύμφωνα με το Άρθρο 142 του Ομοσπονδιακού Συντάγματος (Bundes-Verfassungsgesetz) για παραβίαση νόμου από πρόθεση. Η απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου σε περίπτωση αίτησης καθαίρεσης συνίσταται είτε στην αθώωση του υπεύθυνου, είτε στην διαπίστωση περιστατικού, το οποίο οδηγεί σε απόλυση του προσώπου από την θέση του. Το Συνταγματικό Δικαστήριο, σε περίπτωση ήσσονος παράβασης, εφόσον διαγνωσθεί παραβίαση νόμου, δεν έχει τη δυνατότητα να περιορίσει την απόφασή του, καθώς στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση καθαίρεσης θα έπρεπε να υποβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 142§2 (δ), το οποίο δεν προβλέπει τέτοια εναλλακτική.

Β. Το επίμαχο άρθρο

15. Στις 16 Ιουλίου 1999 η προσφεύγουσα εταιρία δημοσίευσε ένα άρθρο στο πρωτοσέλιδό της «Der Standard», το οποίο είχε ως ακολούθως:

«Ο Haider παραβίασε το Σύνταγμα

Σύμφωνα με μια γνωμοδότηση που ανατέθηκε από το SPÖ στο Πανεπιστήμιο Graz, o Περιφερειακός Κυβερνήτης Jörg Haider διέπραξε «παράβαση νόμου», διορίζοντας το εποπτικό συμβούλιο της KELAG. Η εφαρμογή του Κώδικα Διαδικασίας της Περιφερειακής Κυβέρνησης από αυτόν είναι «αυθαίρετη, παράνομη και αντισυνταγματική». Το ÖVP [Αυστριακό Λαϊκό Κόμμα] παρ’ όλ’ αυτά δεν θέλει να υποστηρίξει αίτηση καθαίρεσης. Καλεί τον Haider να αναθεωρήσει τις αποφάσεις του KELAG αναφορικά με το προσωπικό, που το FPÖ [Αυστριακό Κόμμα Ελευθερίας] απορρίπτει κατηγορηματικά: «αρνούμαστε τον εκβιασμό».»

16. Το άρθρο συνεχίζει στην σελίδα 8, υπό τον ίδιο τίτλο, με τον υπότιτλο «Η γνωμοδότηση καθηγητή του Graz καταλογίζει στον Περιφερειακό Κυβερνήτη για σκόπιμη παραπλάνηση». Ανέφερε τα εξής:

«Ο Κυβερνήτης της Περιφέρειας της Καρίνθια, Jörg Haider, ενεργώντας μόνος κατά το διορισμό των μελών του εποπτικού συμβουλίου της KELAG διέπραξε πρόδηλα παράβαση των νόμων και του Συντάγματος. Αυτό είναι το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο A.S. [πλήρες όνομα], καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Graz, στην γνωμοδότηση του για συνταγματικά ζητήματα που τέθηκαν από το SPÖ της Καρίνθια. Ο Haider, ενεργώντας αυθαίρετα, παρέκαμψε τον Κώδικα Διαδικασίας της Κυβέρνησης της Καρίνθια και γι’ αυτό έχει παραβιάσει το νόμο και το Σύνταγμα. Η γνωμοδότηση αναφέρει ως επιβαρυντικό παράγοντα ότι ο Haider έχει ‘σκόπιμα παραπλανήσει την Περιφερειακή Κυβέρνηση και αγνόησε το Περιφερειακό Σύνταγμα και τον Κώδικα Διαδικασίας της Περιφερειακής Κυβέρνησης’. Σύμφωνα με την γνωμοδότηση, υπάρχει η δυνατότητα να εκκινήσουν διαδικασίες καθαίρεσης κατά του Haider. Αν το Συνταγματικό Δικαστήριο καταδικάσει τον Haider, θα του επιβληθεί απαλλαγή από τα καθήκοντα του. Ο ηγέτης του SPÖ Helmut Manzenreiter έχει απευθύνει τελεσίγραφο στον κ. Haider: ή το εποπτικό συμβούλιο θα διοριστεί εξ αρχής από την Περιφερειακή Κυβέρνηση ως σύνολο ή θα πρέπει να γίνει μια τριμερής συμφωνία για την μετατροπή της Kelag σε εταιρία χαρτοφυλακίου. Διαφορετικά, το SPÖ θα κινήσει τις διαδικασίες για την καθαίρεση του κ. Haider πριν τις εθνικές εκλογές. Ο κ. Manzenreiter επίσης κάλεσε το ÖVP να μην “καλύψει” την παρανομία του κ. Haider. Στο Περιφερειακό Κοινοβούλιο το FPÖ αντέδρασε σφοδρά στην έκθεση. Ο ηγέτης της κοινοβουλευτικής ομάδας του FPÖ, Martin Strutz, δήλωσε ότι πρέπει να ζητηθεί μία δεύτερη γνωμοδότηση. Ο ίδιος ο κ. Haider δεν μπόρεσε να κρύψει την αναστάτωσή του. Χαλάρωσε μόνο όταν ο ηγέτης της κοινοβουλευτικής ομάδας του ÖVP, Klaus Wutte, ξεκαθάρισε ότι το ÖVP δεν θα υποστηρίξει την καθαίρεσή του. Αν και το ÖVP σκοπεύει να αναμείνει τα ευρήματα μιας «ανεξάρτητης» γνωμοδότησης, ο κ. Wutte γνωστοποίησε την στρατηγική του κόμματος: “Όχι τιμωρία αλλά επανόρθωση της παρανομίας του Haider”. Με αυτόν τον τρόπο, έκανε χαλάστρα στο συνάδελφό του Georg Wurmitzer και ταυτόχρονα επιβεβαίωσε την άποψη ότι υπάρχει ένας «σιωπηρός συνασπισμός» μεταξύ του ÖVP και του FPÖ.»

17. Το άρθρο συνοδευόταν από ένα ακόμη κείμενο σε ένα μικρό κουτί, με τον τίτλο «[Το] Σύνταγμα είναι πάνω από το εταιρικό δίκαιο» (Verfassung steht über Aktienrecht). Αυτό το κείμενο εξηγούσε ότι ο κ. Pfeifenberger είχε ετοιμάσει μια κυβερνητική πράξη (Regierungsakt) την οποία ο κ. Heider είχε, εντούτοις αναπέμψει ως «εσφαλμένη». Η γνωμοδότηση ανέφερε ότι αυτή η συμπεριφορά αποτελούσε σκόπιμη παρατυπία από την Περιφερειακή Κυβέρνηση. Το άρθρο ανέφερε περαιτέρω ότι ο ειδικός A.S. δεν αποδεχόταν την αναφορά του κ. Haider στο εταιρικό δίκαιο.

Γ. Διαδικασίες σύμφωνα με τον Νόμο για τα Μ.Μ.Ε.

18. Στις 29 Ιουλίου 1999 ο κ. Haider κίνησε διαδικασίες για κατάσχεση του άρθρου και δημοσίευση της απόφασης κατά το κεφάλαιο 33 του Νόμου περί Μ.Μ.Ε. (Mediengesetz) ενώπιον του Περιφερειακού Δικαστηρίου St. Pölten.
19. Στις 12 Δεκεμβρίου 2000, το Περιφερειακό Δικαστήριο έκρινε ότι το επίδικο άρθρο, αναφέροντας ότι ο κ. Haider παραπλάνησε σκόπιμα την Περιφερειακή Κυβέρνηση και ενέργησε κατά παράβαση του Κώδικα Διαδικασίας της Καρινθιακής Κυβέρνησης και του Περιφερειακού Συντάγματος, πληρούσε τα στοιχεία του αδικήματος της δυσφήμησης (üble Nachrede), σύμφωνα με το άρθρο 111 του Ποινικού Κώδικα (Strafgesetzbuch). Γι΄ αυτό, διέταξε την προσφεύγουσα εταιρία να αφαιρέσει τους αμφισβητούμενους ισχυρισμούς στις επόμενες εκδόσεις και να δημοσιεύσει την απόφαση σύμφωνα με τις παραγράφους 33 και 34 του Νόμου περί Μ.Μ.Ε. Περαιτέρω, διέταξε την προσφεύγουσα εταιρία να καταβάλει τα έξοδα του νομικού παραστάτη του κ. Haider.
20. Στη δίκη, το δικαστήριο άκουσε τον παραστάτη της προσφεύγουσας εταιρίας, τον κ. Haider και τον κ. Pfeifenberger. Aπέρριψε το αίτημα της προσφεύγουσας εταιρίας για εξέταση όλων των άλλων μελών της Περιφερειακής Κυβέρνησης, ως άσχετο με την προκείμενη διαδικασία.
21. Το δικαστήριο θεώρησε τις δηλώσεις ότι ο κ. Haider είχε παραβιάσει το Σύνταγμα, είχε παραπλανήσει σκόπιμα την Περιφερειακή Κυβέρνηση και είχε ενεργήσει παράνομα ως ισχυρισμούς πραγματικών περιστατικών, για τα οποία η προσφεύγουσα εταιρία δεν είχε παραθέσει επαρκή στοιχεία. Το δικαστήριο παρατήρησε ότι δεν υπήρχε καμία συγκεκριμένη ένδειξη ότι ο κ. Haider είχε παραπλανήσει σκόπιμα την Περιφερειακή Κυβέρνηση, γεγονός που από μόνο του ήταν επαρκής λόγος για να διαταχθεί η κατάσχεση του άρθρου. Το αν ο κ. Haider παραβίασε ή όχι το Σύνταγμα είναι ένα θέμα που έπρεπε να είχε διαγνωσθεί από το Συνταγματικό Δικαστήριο με απόφασή του.
22. Η προσφεύγουσα εταιρία εφεσίβαλε την απόφαση. Πρόβαλε, μεταξύ άλλων, ότι οι επίμαχοι ισχυρισμοί ήταν αξιολογικές κρίσεις, βασιζόμενες σε γεγονότα που επικυρώνονταν από την γνωμοδότηση του καθηγητή του Πανεπιστημίου του Graz και συνέβαλαν στην συζήτηση για ένα ζήτημα δημόσιου ενδιαφέροντος.
23. Στις 3 Δεκεμβρίου 2001, το Εφετείο της Βιέννης (Oberlandesgericht), λαμβάνοντας υπόψη ως αποδεικτικό μέσο την γνωμοδότηση του κ. S, απέρριψε την έφεση της προσφεύγουσας. Παρατήρησε ότι η γνωμοδότηση θα έπρεπε να θεωρηθεί ως μία παραδεκτή νομική αξιολόγηση αδιαμφισβητήτων πραγματικών περιστατικών. Το επίμαχο άρθρο, όμως, δεν αναπαρήγαγε απλώς την γνωμοδότηση, αλλά την χρησιμοποίησε για μια αυτοτελή επίθεση στην υπόληψη του κ. Haider. Το δικαστήριο παρατήρησε ότι το άρθρο δεν είχε παρουσιάσει την γνωμοδότηση στο κειμενικό περιβάλλον της (context), δηλαδή στο πλαίσιο μιας νομικής διαφοράς, αλλά την παρουσίασε ως μια αμετάκλητη ετυμηγορία κατά του κ. Haider. To δικαστήριο αναφέρθηκε ιδιαιτέρως στο κείμενο των τίτλων του άρθρου. Περαιτέρω παρατήρησε ότι το άρθρο δεν είχε δημοσιεύσει κάποιο σχόλιο του κ. Haider και δεν είχε επισημάνει την ύπαρξη της γνωμοδότησης που εξέδωσε ο έτερος ειδικός Q. Περαιτέρω, το άρθρο περιελάμβανε ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν θεμελιώνονταν στην γνωμοδότηση, δηλαδή ότι ο κ. Haider είχε σκόπιμα παραπλανήσει την Περιφερειακή Κυβέρνηση και την αναφορά σε δυνατότητα αίτησης καθαίρεσης ενός μέλους της Περιφερειακής Κυβέρνησης που, κατά την γνώμη της πλειοψηφίας του Περιφερειακού Κοινοβουλίου, είχε σκόπιμα παραβιάσει το νόμο. Το δικαστήριο τελικά παρατήρησε ότι η διάταξη του Περιφερειακού Δικαστηρίου να διαγραφούν οι αμφισβητούμενοι ισχυρισμοί δεν υποκαθιστούσε αλλά συμπλήρωνε την διάταξη για ανάκληση των σχετικών θεμάτων. Αυτή η απόφαση επιδόθηκε στον νομικό παραστάτη της προσφεύγουσας εταιρίας την 21η Ιανουαρίου 2002.

Δ. Διαδικασίες σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα

24. Στις 4 Δεκεμβρίου 2001, ο κ. Haider υπέβαλε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, κατά το άρθρο 1330 του Αστικού Κώδικα (Bürgerliches Gesetzbuch) κατά της προσφεύγουσας εταιρίας.
25. Στις 19 Ιουνίου 2002, το Εμποροδικείο της Βιέννης (Handelsgericht), αναφερόμενο στις αποφάσεις των δικαστηρίων επί των διαδικασιών σύμφωνα με τον Νόμο περί Μ.Μ.Ε., όρισε ασφαλιστικά μέτρα και διέταξε την προσφεύγουσα να ανακαλέσει τους ισχυρισμούς ότι ο κ. Haider, διορίζοντας τα μέλη του εποπτικού συμβουλίου της KELAG, παραπλάνησε σκόπιμα την Περιφερειακή Κυβέρνηση και παραβίασε τον κώδικα διαδικασίας της Περιφερειακής Κυβέρνησης και το Περιφερειακό Σύνταγμα. Διέταξε, επίσης, την προσφεύγουσα εταιρία να καταβάλει τα έξοδα για τον νομικό παραστάτη του κ. Haider.
26. To δικαστήριο απέρριψε τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας εταιρίας ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για τις πλημμέλειες του άρθρου, αφού το άρθρο είχε συνταχθεί από έναν δημοσιογράφο χωρίς νομική παιδεία. Ο δημοσιογράφος είχε βασιστεί σε δελτία τύπου που δημοσιοποιήθηκαν από το Σοσιαλιστικό Κόμμα, τα οποία συνόψιζαν εσφαλμένα την γνωμοδότηση. Το δικαστήριο έκρινε ότι η προσφεύγουσα εταιρία δεν είχε συμμορφωθεί με τις δημοσιογραφικές της υποχρεώσεις επιμέλειας, καθώς δεν συμβουλεύθηκε την διαθέσιμη γνωμοδότηση.
27. Στις 20 Νοεμβρίου 2002, το Εφετείο της Βιέννης (Oberlandesgericht) απέρριψε την έφεση της προσφεύγουσας εταιρίας. Η απόφαση επιδόθηκε στον νομικό παραστάτη της προσφεύγουσας εταιρίας στις 4 Δεκεμβρίου 2002.

ΙΙ. ΣΧΕΤΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

28. Η παράγραφος 6 του Νόμου περί Μ.Μ.Ε. προβλέπει αυστηρή ευθύνη του εκδότη σε περιπτώσεις δυσφήμησης. Το θύμα μπορεί έτσι να αξιώσει απαιτήσεις από αυτόν. Σε αυτό το πλαίσιο, η «δυσφήμηση» ορίζεται από την παράγραφο 111 του Ποινικού Κώδικα (Strafgesetzbuch), ως εξής:


«1. Όποιος, κατά τρόπο αντιληπτό σε τρίτο πρόσωπο, αποδίδει σε άλλον περιφρονητικές ιδιότητες ή αντιλήψεις ή τον κατηγορεί για συμπεριφορά αντίθετη στην τιμή ή την ηθική, προσβάλλοντάς τον ή άλλως υποβαθμίζοντας την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση έως έξι μηνών ή πρόστιμο …
2. Όποιος διαπράττει αυτό το αδίκημα σε έντυπο έγγραφο, με εκπομπή ή με άλλο τρόπο έτσι ώστε η δυσφήμιση να διαδοθεί σε ευρεία κλίμακα του κοινού, τιμωρείται με φυλάκιση έως ενός έτους ή πρόστιμο.
3. Το πρόσωπο που προβαίνει στον ισχυρισμό δεν τιμωρείται εάν αποδειχθεί ότι ο ισχυρισμός είναι αληθής. Στην περίπτωση της προβλεπόμενης από την παράγραφο 1 προσβολής, δεν τιμωρείται, επίσης, αν συντρέχουν περιστάσεις που του εμπέδωσαν την πεποίθηση ότι ο ισχυρισμός ήταν αληθής.»

29. Το άρθρο 33§2 του Νόμου περί ΜΜΕ προβλέπει τα εξής:

«Η κατάσχεση διατάσσεται με ειδική διαδικασία ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή κάθε άλλου προσώπου που νομιμοποιείται, αν μια δημοσίευση στα μέσα μαζικής ενημέρωσης πληροί την αντικειμενική υπόσταση ενός ποινικού αδικήματος και αν η δίωξη ενός συγκεκριμένου προσώπου δεν μπορεί να διασφαλιστεί ή αν η καταδίκη αυτού του προσώπου είναι αδύνατη για λόγους που αποκλείουν τον κολασμού, δεν έχει ζητηθεί ή μια τέτοια αίτηση έχει απορριφθεί. Αν δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή σε περίπτωση που ο δράστης έχει αποδείξει την αλήθεια, η υπεράσπιση της αλήθειας είναι επίσης διαθέσιμη στον ιδιοκτήτη (εκδότη) του εν λόγω μέσου ενημέρωσης, εφόσον το συμφέρει …».

30. Η παράγραφος 34 του Νόμου περί Μ.Μ.Ε. προβλέπει την δημοσίευση απόφασης (Urteilsveröffentlichung). Προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι μια ποινική απόφαση που αφορά αδίκημα των Μ.Μ.Ε. πρέπει να διατάσσει, εφόσον ζητείται από την πολιτική αγωγή, την δημοσίευση των τμημάτων της απόφασης που είναι αναγκαία για την ενημέρωση του κοινού για το αδίκημα και την καταδίκη. Αιτήσει της πολιτικής αγωγής, η δημοσίευση απόφασης πρέπει να διατάσσεται σε ειδική διαδικασία, εφόσον οι ισχυρισμοί πληρούν την αντικειμενική υπόσταση της δυσφήμησης από Μ.Μ.Ε. και η δίωξη συγκεκριμένου ατόμου δεν είναι δυνατή.
31. Η παράγραφος 1330 του Αστικού Κώδικα (Allgemeines Bürgerliches Gesetzbuch) ορίζει ως εξής:

«1. Όποιος υφίσταται περιουσιακή ή ηθική ζημία λόγω δυσφήμησης μπορεί να ζητήσει αποζημίωση.
2. Το ίδιο ισχύει και αν κάποιος διαδίδει περιστατικά τα οποία προσβάλλουν την τιμή, την υπόληψη και τον βιοπορισμό άλλου προσώπου, η αναλήθεια των οποίων ήταν ή έπρεπε να είναι γνωστή σ’ αυτόν. Σε αυτήν την περίπτωση υπάρχει επίσης δικαίωμα ανάκλησης και σχετικής δημοσίευσης…»

ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ

Ι. ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΑΡΘΡΟΥ 10 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

3. Η προσφεύγουσα εταιρία παραπονείται ότι οι αποφάσεις των αυστριακών δικαστηρίων παραβίασαν το δικαίωμά της στην ελευθερία της έκφρασης, σύμφωνα με το άρθρο 10 της Σύμβασης, το οποίο έχει ως εξής:


1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίας εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων. Το παρόν άρθρο δεν κωλύει τα Κράτη από του να υποβάλωσι τας επιχειρήσεις ραδιοφωνίας, κινηματογράφου ή τηλεοράσεως εις κανονισμούς εκδόσεως αδειών λειτουργίας.
2. Η άσκησις των ελευθεριών τούτων, συνεπαγομένων καθήκοντα και ευθύνας, δύναται να υπαχθεί εις ωρισμένας διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή κυρώσεις, προβλεπομένους υπό του νόμου και αποτελούντας αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία δια την εθνικήν ασφάλειαν, την εδαφικήν ακεραιότητα ή δημόσιαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της τάξεως και πρόληψιν του εγκλήματος, την προστασία της υγείας ή της ηθικής, την προστασίαν της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων των τρίτων, την παρεμπόδισιν της κοινολογήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών ή την διασφάλισιν του κύρους και αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας.

4. Η Κυβέρνηση αμφισβητεί αυτό το παράπονο. Ενώ αποδέχθηκε ότι τα παραπάνω μέτρα συνιστούν παρέμβαση στα δικαιώματα της προσφεύγουσας εταιρίας κατ’ άρθρο 10§1 της Σύμβασης, ισχυρίζεται πάντως ότι αυτή η παρέμβαση προβλέπεται από νόμο, αποσκοπεί στο νόμιμο σκοπό της αποτελεσματικής προστασίας της υπόληψης ή δικαιωμάτων τρίτων και ήταν σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας, ενόψει του σκοπού αυτού. Η Κυβέρνηση αναφέρεται στα συμπεράσματα των εθνικών δικαστηρίων τα οποία θεωρεί σχετικά και επαρκή. Η Κυβέρνηση εκθέτει, συγκεκριμένα, ότι, ενώ η ίδια η γνωμοδότηση αποτελεί αξιολογική κρίση, το επίδικο άρθρο δεν αναφερόταν σε αυτό το θέμα ως νομική διαφορά, αλλά θεμελίωσε επί της γνωμοδότησης μια αμετάκλητη ετυμηγορία κατά του Καρίνθιου Κυβερνήτη. Έτσι, το άρθρο δεν ανέφερε την ύπαρξη της αντίθετης γνωμοδότησης. Επιπρόσθετα, αναφορικά με την διαστρέβλωση της γνωμοδότησης, η προσφεύγουσα εταιρία δεν απέδειξε ότι είχε συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της για διασφάλιση της δημοσιογραφικής επιμέλειας, καθώς βασίστηκε σε ένα δελτίο τύπου του πολιτικού κόμματος του οποίου οι θέσεις ήταν γνωστό ότι συχνά ήταν αντίθετες σε αυτές του Καρίνθιου Κυβερνήτη, χωρίς να ελέγξει την αλήθεια πίσω από αυτούς τους ισχυρισμούς. Η Κυβέρνηση τελικά ισχυρίστηκε ότι η παρέμβαση ήταν επίσης σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας, καθώς τα αυστριακά δικαστήρια απλώς διέταξαν την προσφεύγουσα εταιρία να απαλείψει τις αμφισβητούμενες παραγράφους στις υπόλοιπες εκδόσεις της “Der Standard” που επρόκειτο να διατεθούν σε κυκλοφορία και να δημοσιεύσει την απόφαση.
5. Η προσφεύγουσα εταιρία αντέκρουσε αυτά τα επιχειρήματα. Προβάλλει ότι το επίδικο άρθρο συνέβαλε σε ένα διάλογο δημόσιου ενδιαφέροντος, ο οποίος, υπό το φως των διαρκών αντιθέσεων του κ. Haider με το Σύνταγμα και τους αντιπροσώπους του, ήταν ιδιαίτερης σημασίας. Το άρθρο περιλάμβανε ακριβείς πραγματικούς ισχυρισμούς και επιπλέον βασιζόταν σε αξιολογικές κρίσεις, δηλαδή ισχυρισμούς που αφορούν τον νομικό χαρακτηρισμό των πράξεων του κ. Haider. To άρθρο αντανακλούσε ορθά τα βασικά συμπεράσματα της γνωμοδότησης που συνιστά μια επιτρεπτή νομική αξιολόγηση των πράξεων του κ. Haider. Tα εθνικά δικαστήρια εσφαλμένα θεώρησαν ότι το ζήτημα εάν υφίσταται προσβολή του Συντάγματος εμπίπτει στην αποκλειστική αποφασιστική αρμοδιότητα του Συνταγματικού Δικαστηρίου και δεν θεώρησαν ότι αυτό το νομικό ζήτημα τελικά παρέμεινε αμφισβητούμενο. Η κρίση των εθνικών δικαστηρίων και του Κυβερνήτη ότι το άρθρο συνιστούσε μια ανεξάρτητη επίθεση στην τιμή του κ. Haider δεν ήταν ακριβής, καθώς το άρθρο λάμβανε υπόψη τις θέσεις του κ. Haider. Το άρθρο αναφερόταν ρητά στην ανακοίνωση αντίθετων γνωμοδοτήσεων από πολιτικούς του FPÖ και του ÖVP. Η προσφεύγουσα εταιρία τελικά ισχυρίστηκε ότι συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις της δημοσιογραφικής επιμέλειας, καθώς το άρθρο είχε βασιστεί και στο δελτίο τύπου και στην γνωμοδότηση. Όταν ο τύπος μεταδίδει ζητήματα δημόσιου ενδιαφέροντος, πρέπει να μπορεί να βασίζεται σε επίσημες αναφορές χωρίς να υποχρεούται να διεξάγει ανεξάρτητη έρευνα. Επί του παρόντος υπήρχαν επαρκείς λόγοι να πιστεύει κανείς ότι οι αμφισβητούμενοι ισχυρισμοί είναι ακριβείς.
6. Το Δικαστήριο κρίνει ότι τα οι αποφάσεις των αυστριακών δικαστηρίων παρενέβησαν στο δικαίωμα της προσφεύγουσας εταιρίας στην ελευθερία έκφρασης, κατά το άρθρο 10 της Σύμβασης. Η παρέμβαση προβλεπόταν από το νόμο, δηλαδή τις παραγράφους 33 και 34 του Νόμου περί Μ.Μ.Ε., σε συνδυασμό με την παράγραφο 111 του Ποινικού Κώδικα και το άρθρο 1330 του Αστικού Κώδικα, αντίστοιχα και αποσκοπεί στο νόμιμο σκοπό της προστασίας της υπόληψης και των δικαιωμάτων των άλλων.
7. Τα επιχειρήματα των μερών εστιάζουν στην αναγκαιότητα της παρέμβασης. Αναφορικά με τις γενικές αρχές της ελευθερίας του τύπου, στο πλαίσιο της πολιτικής κριτικής και το ζήτημα της αξιολόγησης της αναγκαιότητας μιας παρέμβασης σε αυτήν την ελευθερία, το Δικαστήριο αναφέρεται στην περίληψη της πάγιας νομολογίας του στις υποθέσεις Feldek (Feldek κατά Σλοβακίας, no. 29032/95, §§ 72-74, ECHR 2001‑VIII με περαιτέρω παραπομπές) και Scharsach και News Verlagsgesellschaft κατά Αυστρίας (no. 39394/98, § 30, ECHR 2003‑XI).
8. Σύμφωνα με τη νομολογία του, το Δικαστήριο θα εξετάσει εάν η αιτιολογία των εθνικών δικαστηρίων ήταν «σχετική και επαρκής» και αν η παρέμβαση ήταν σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας ενόψει του νόμιμου σκοπού. Σε αυτή του την κρίση, το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη το πεδίο εκτίμησης των εθνικών δικαστηρίων.
9. Στρεφόμενο στα στοιχεία που έχουν αναπτυχθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου που παρουσιάζει ιδιαίτερη σχέση με την υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο υπενθυμίζει την διάκριση ανάμεσα σε ισχυρισμούς γεγονότων και αξιολογικές κρίσεις. Ενώ η ύπαρξη των πραγματικών περιστατικών μπορεί να αποδειχθεί, η αλήθεια των αξιολογικών κρίσεων δεν υπόκειται σε απόδειξη (βλ. λ.χ., Feldek, ό.π., §§ 75-76; Jerusalem κατά Αυστρίας, no. 26958/95, § 43, ECHR 2001‑II; De Haes and Gijsels κατά Βελγίου, απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1997, Reports of Judgments and Decisions 1997‑I, p. 236, § 47; Oberschlick κατά Αυστρίας (no. 2), απόφαση 1ης Ιανουαρίου 1997, Εκθέσεις 1997‑IV, p. 1276, § 33). Το Δικαστήριο σημειώνει περαιτέρω ότι το άρθρο 10 της Σύμβασης δεν κατοχυρώνει μία πλήρως απεριόριστη ελευθερία έκφρασης, ακόμη και κατά την δημοσιογραφική κάλυψη ζητημάτων γενικού ενδιαφέροντος. Με την αναφορά σε «καθήκοντα και υποχρεώσεις» κατά την ενάσκηση της ελευθερίας της έκφρασης, η εγγύηση που προβλέπει το Άρθρο 10 για τους δημοσιογράφους σε σχέση με την μετάδοση θεμάτων γενικού ενδιαφέροντος τελεί υπό την επιφύλαξη ότι ενεργούν με καλή πίστη προκειμένου να παρέχουν ακριβείς και αξιόπιστες πληροφορίες, σύμφωνα με την δημοσιογραφική δεοντολογία. Περαιτέρω, απαιτούνται ειδικοί λόγοι για την απαλλαγή των Μ.Μ.Ε. από την πάγια υποχρέωσή τους να πιστοποιούν πραγματικά περιστατικά που είναι δυσφημιστικά για ιδιώτες. Εάν συντρέχουν τέτοιοι λόγοι, εξαρτάται συγκεκριμένα από την φύση και το βαθμό της εκάστοτε δυσφήμησης και την έκταση στην οποία τα Μ.Μ.Ε. μπορούν εύλογα να θεωρούν τις πηγές τους ως αξιόπιστες για τους ισχυρισμούς (βλ. ως μια πρόσφατη αρχή Pedersen and Baadsgaard v. Denmark [GC], no. 49017/99, § 78, ECHR 2004‑..., με περαιτέρω παραπομπές).
10. Στην προκειμένη υπόθεση, τα εθνικά δικαστήρια, όταν σταθμίζουν συγκρουόμενα συμφέροντα, λ.χ. αφενός το δικαίωμα της προσφεύγουσας εταιρίας στην ελευθερία της έκφρασης και αφετέρου το δικαίωμα του κ. Haider για την προστασία της υπόληψης, έκριναν υπέρ του κ. Haider. Ανέφεραν ότι η προσφεύγουσα εταιρία είχε χρησιμοποιήσει την γνωμοδότηση του κ. S επί των ενεργειών του κ. Haider για δικούς της σκοπούς, δηλαδή για μια ανεξάρτητη επίθεση στην υπόληψη του τελευταίου. Αναφέρθηκαν σχετικώς, πρώτον, στο κείμενο των τίτλων των άρθρων και στο γεγονός ότι το άρθρο δεν περιείχε κάποιο σχόλιο του κ. Haider και δεν είχε αναφέρει την άλλη, πιο θετική γνωμοδότηση. Περαιτέρω, παρατήρησαν ότι το άρθρο περιλάμβανε ισχυρισμούς που δεν θεμελιώνονταν στην γνωμοδότηση.
11. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το επίμαχο άρθρο σχετίζεται με την συμπεριφορά του κ. Haider, ενός πολιτικού ηγέτη, στο πλαίσιο του επαναπροσδιορισμού του εποπτικού συμβουλίου της KELAG, ενός εν μέρει δημοσίας ιδιοκτησίας οργανιμσού. Καθώς αυτό το θέμα είναι αξιόλογου δημόσιου και πολιτικού ενδιαφέροντος, απαιτείται ιδιαίτερη περίσκεψη του Δικαστηρίου σε περιπτώσεις που, όπως η παρούσα, τα μέτρα που λαμβάνονται από τις εθνικές αρχές είναι ικανά να αποθαρρύνουν τη συμμετοχή μιας καθημερινής εφημερίδας σε μια τέτοια αντιπαράθεση. Σ’ αυτό το πλαίσιο, το Δικαστήριο περαιτέρω υπενθυμίζει ότι η ελευθεροτυπία αποτελεί ένα δημόσιο μέσο αποκάλυψης και διαμόρφωσης γνώμης για τις ιδέες και συμπεριφορές των πολιτικών ηγετών και περιλαμβάνει την δυνατότητα υπερβολής, ακόμη και πρόκλησης. Γι’ αυτό, το Δικαστήριο θεωρεί ότι το επιχείρημα ότι το ρεπορτάζ της προσφεύγουσας εταιρίας ήταν μονόπλευρο και αποσπασματικό, αφού δεν έχει τοποθετηθεί στο κατάλληλο κειμενικό περιβάλλον (context) άσχετο για να δικαιολογηθεί περιορισμός της ελευθερίας της έκφρασης της προσφεύγουσας εταιρίας. Εντούτοις, τα εσωτερικά δικαστήρια υπογράμμισαν περαιτέρω, ότι το άρθρο αναπαρήγαγε εσφαλμένα την γνωμοδότηση.
12. Το Δικαστήριο σημειώνει σχετικά μ’ αυτό ότι το άρθρο παρέθετε την γνωμοδότηση κατ’ επανάληψη ωσάν να ανέφερε ότι εξαπάτησε με πρόθεση την Περιφερειακή Κυβέρνηση. Αναφέρθηκε σε αυτήν την πληροφορία στον τίτλο του άρθρου («Γνωμοδότηση του καθηγητή του Graz αποδίδει στον Περιφερειακό Κυβερνήτη σκόπιμη παραπλάνηση»), στο κείμενο του άρθρου («… η γνωμοδότηση αναφέρει ως επιβαρυντικό παράγοντα ότι ο Haider έχει ‘σκόπιμα παραπλανήσει την Περιφερειακή Κυβέρνηση και αγνόησε το Περιφερειακό Σύνταγμα και τον Κώδικα Διαδικασίας της Περιφερειακής Κυβέρνησης») και σε ένα μικρό κουτί συνημμένο στο άρθρο. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η επίμαχη γνωμοδότηση δεν περιέχει κανένα τέτοιο ισχυρισμό και, έτσι, επικυρώνει τις κρίσεις των εσωτερικών δικαστηρίων ότι οι παραπάνω περικοπές ήταν δυσφημιστικές, καθώς περιλάμβαναν ανακριβείς ισχυρισμούς γεγονότων. Το Δικαστήριο θεωρεί περαιτέρω ότι αυτοί οι ισχυρισμοί, βάσει των οποίων ο κ. Haider ενέργησε παράνομα μολονότι το γνώριζε, συνιστούν σοβαρές κατηγορίες εναντίον του.
13. Η προσφεύγουσα εταιρία προβάλλει ότι δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί υπεύθυνη για τις πλημμέλειες του άρθρου, καθώς μπορούσε εύλογα να βασιστεί σε ένα δελτίο τύπου που συντάχθηκε από το Σοσιαλιστικό Κόμμα, το οποίο συνόψιζε εσφαλμένα την γνωμοδότηση. Σχετικά μ’ αυτό, επικαλείται την κρίση του Δικαστηρίου σε προηγούμενη υπόθεση, κατά την οποία ο τύπος δικαιούται κανονικά, όταν συμβάλλει σε ένα δημόσιο διάλογο για θέματα νομιμότητας, να βασίζεται σε περιεχόμενα επίσημων εκθέσεων, χωρίς να υποχρεούται να προβεί σε ανεξάρτητο έλεγχο. (Βλέπε Bladet Tromsø και Stensaas κατά Νορβηγίας [GC], no. 21980/93, § 68, ECHR 1999‑III). Το Δικαστήριο, όπως και οι εθνικές αρχές, δεν έχει πεισθεί από αυτό το επιχείρημα. Αμφισβητεί σοβαρά αν οι ισχυρισμοί των πολιτικών αντιπάλων του κ. Haider μπορούν να συγκριθούν με την επίσημη έκθεση που συνετάγη από έναν ειδικό διορισμένο από την Κυβέρνηση στην υπόθεση Bladet Tromsø. Περαιτέρω, αντίθετα με εκείνη την υπόθεση, η προσφεύγουσα εταιρία στην υπό κρίση υπόθεση δεν αναφέρθηκε στην υποκείμενη προβαλλόμενη ως ανακριβή πηγή, δηλαδή στο δελτίο τύπου, αλλά παρέθετε ρητά την γνωμοδότηση. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι αυτή η περίπου επτασέλιδη γνωμοδότηση ήταν διαθέσιμη στην προσφεύγουσα εταιρία. Έχοντας υπόψη την σοβαρότητα των κατηγοριών εναντίον του κ. Haider, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσφεύγουσα εταιρία θα έπρεπε να είχε συμβουλευθεί την ίδια τη γνωμοδότηση προκειμένου να τηρήσει την υποχρέωση της δημοσιογραφικής επιμέλειας, παρά να βασιστεί στο δελτίο τύπου του Σοσιαλιστικού Κόμματος, χωρίς καμία περαιτέρω έρευνα.
14. Έχοντας υπόψη αυτές τις περιστάσεις, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η αιτιολογία των εθνικών δικαστηρίων ήταν «σχετική και κατάλληλη». Θεωρώντας, περαιτέρω, ότι δεν επιβλήθηκαν ποινές στην προσφεύγουσα εταιρία, αλλά ότι τα δικαστήρια διέταξαν, σε ένα σύνολο διαδικασιών, την κατάσχεση των υπόλοιπων τευχών της σχετικής έκδοσης της “Der Standard” και την δημοσίευση της απόφασης και, σε ένα άλλο σύνολο διαδικασιών, την ανάκληση των αναληθών ισχυρισμών γεγονότων και άλλων δηλώσεων στο ενδιάμεσο πλαίσιο, το Δικαστήριο κρίνει ότι η παρέμβαση ήταν, επίσης, σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας. Αυτά τα μέτρα δεν απέτρεψαν την προσφεύγουσα εταιρία από το να συζητήσει το προκείμενο θέμα με άλλο τρόπο.
15. Συνολικά, η παρέμβαση που καταγγέλλεται μπορεί να θεωρηθεί «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία» για την προστασία της υπόληψης και των δικαιωμάτων άλλων ατόμων. Ακολούθως, δεν υπάρχει παραβίαση του Άρθρου 10 της Σύμβασης


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Κρίνει με τέσσερις ψήφους έναντι τριών ότι δεν υπάρχει παραβίαση του Άρθρου 10 της Σύμβασης.

Συντάχθηκε στα αγγλικά και κοινοποιήθηκε εγγράφως στις 22 Φεβρουαρίου 2007, σύμφωνα με τον Κανόνα 77§§2 και 3 του Κανονισμού του Δικαστηρίου.
Søren Nielsen Χρήστος Ροζάκης Γραμματέας Πρόεδρος

Σύμφωνα με το άρθρο 45§2 της Σύμβασης και του Κανόνα 74§2 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η κοινή μειοψηφούσα άποψη των κ. Ροζάκη, κ. Vajić και του κ. Spielmann επισυνάπτεται στην παρούσα απόφαση.


ΚΟΙΝΗ ΜΕΙΟΨΗΦΟΥΣΑ ΑΠΟΨΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΡΟΖΑΚΗ, VAJIĆ ΚΑΙ SPIELMANN.

Λυπούμαστε που δεν μπορούμε να συμμεριστούμε το συμπέρασμα της πλειοψηφίας ότι δεν έχει υπάρξει παραβίαση του Άρθρου 10 της Σύμβασης. Σύμφωνα με την παραδοσιακή νομολογία του Δικαστηρίου, το πεδίο εφαρμογής του Άρθρο 10§2 της Σύμβασης περί περιορισμών στον πολιτικό λόγο ή στην αντιπαράθεση σε ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος είναι περιορισμένο (βλ. Sürek κατά Τουρκίας (no. 1) [GC], no. 26682/95, § 61, ECHR 1999-IV). Περαιτέρω, τα όρια της αποδεκτής κριτικής είναι ευρύτερα όταν αφορούν έναν πολιτικό από ό,τι όταν αφορούν έναν ιδιώτη. Αναντίστοιχα με τον τελευταίο, ο πρώτος θέτει αναπόφευκτα και ενσυνείδητα τον εαυτό του σε ανοικτή και στενή κριτική για το λόγο και τις πράξεις του από τους δημοσιογράφους και το ευρύ κοινό και πρέπει ακολούθως να επιδεικνύει μεγαλύτερο βαθμό ανοχής (βλ. Lingens κατά Αυστρίας, απόφαση της 8ης Ιουλίου 1986, Συλλογή A no. 103, p. 26, § 42, και Incal κατά Τουρκίας, απόφαση της 9ης Ιουνίου 1998, Εκθέσεις 1998-IV, p. 1567, § 54).
2. Στην υπό κρίση περίπτωση το επίμαχο άρθρο ασχολείται με τη συμπεριφορά του κ. Haider, ενός πολιτικού ηγέτη, στο φόντο της επανεκλογής του εποπτικού συμβουλίου της KELAG, ενός οργανισμού εν μέρει δημόσιας ιδιοκτησίας. Το άρθρο έτσι αφορούσε σαφώς την πολιτική αντιπαράθεση σε ζητήματα γενικού ενδιαφέροντος, σε μια περιοχή στην οποία, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει, οι περιορισμοί της ελευθερίας της έκφρασης πρέπει να ερμηνεύονται στενά.
3. Τα εθνικά δικαστήρια έκριναν ότι η προσφεύγουσα εταιρία δεν είχε απλώς αναπαραγάγει την γνωμοδότηση, αλλά την χρησιμοποίησε για ίδιους σκοπούς, δηλαδή μια ανεξάρτητη επίθεση στην υπόληψη του κ. Haider. Ανέφεραν σχετικά, πρώτα ότι το κείμενο των τίτλων του άρθρου και το γεγονός ότι στο άρθρο δεν ήταν δημοσιευμένο κάποιο σχόλιο από τον κ. Haider και ότι δεν είχε αναφερθεί μία άλλη, πιο θετική γνωμοδότηση. Περαιτέρω, παρατήρησαν ότι το άρθρο περιλάμβανε ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν θεμελιώνονταν από την γνωμοδότηση.
4. Έχοντας υπόψη τις περιστάσεις που περιγράφονται στις παραγράφους 39 – 41 της απόφασης, η πλειοψηφία κρίνει ότι η αιτιολογία των εθνικών δικαστηρίων ήταν «σχετική και επαρκής», ότι δεν επιβλήθηκαν ποινές στην προσφεύγουσα εταιρία, αλλά αντίθετα, σε ένα σύνολο διαδικασιών, τα δικαστήρια διέταξαν την κατάσχεση των εναπομεινάντων τευχών της επίμαχης έκδοσης της «Der Standard” και τη δημοσίευση της απόφασης και, σε ένα άλλο σύνολο διαδικασιών, την ανάκληση των αναληθών ισχυρισμών πραγματικών περιστατικών και άλλων δηλώσεων που έγιναν στο άμεσο κειμενικό περιβάλλον. Με αυτή την βάση, η πλειοψηφία θεωρεί ότι η παρέμβαση ήταν σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας και ότι αυτά τα μέτρα δεν απέτρεψαν την προσφεύγουσα εταιρία από τη συζήτηση του προκειμένου ζητήματος με άλλο τρόπο (παράγραφος 42 της απόφασης).
Ακολούθως, η πλειοψηφία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η παρέμβαση που προβάλλεται θα μπορούσε να θεωρηθεί «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία» για την προστασία της υπόληψης και των δικαιωμάτων των άλλων (παράγραφος 43 της απόφασης).
5. Δεν έχουμε πεισθεί από αυτήν την αιτιολογία. Επιπρόσθετα, το άρθρο παρουσιάστηκε με ένα αποσπασματικό και μονομερή τρόπο, παραλείποντας λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να είχαν παρουσιάσει την συμπεριφορά του κ. Haider πιο θετικά. Εντούτοις, θα πρέπει να επαναληφθεί ότι η δημοσιογραφική ελευθερία περιλαμβάνει επίσης την δυνατότητα για χρήση ενός βαθμού υπερβολής ή ακόμη και πρόκλησης (βλ. μεταξύ αρκετών άλλων, Prager και Oberschlick κατά Αυστρίας , απόφαση της 26ης Απριλίου 1995, Συλλογή A no. 313, p. 19, § 38). Σε αυτό το πλαίσιο, περαιτέρω θεωρούμε ότι τα έντυπα άρθρα διαμορφώνονται κανονικά βάσει πολιτικών πεποιθήσεων και δεν θα πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις των εκτενών επιστημονικών μελετών. Αντίθετα προς αυτό το υπόβαθρο, ο ισχυρισμός του άρθρου ότι η αίτηση για καθαίρεση του κ. Haider ήταν πιθανή, φαίνεται να είναι εντός των ορίων της αποδεκτής ερμηνείας της γνωμοδότησης που είχε περιλάβει αυτήν την δυνατότητα στην περίληψή της.
6. Σημειώνουμε, μάλιστα, ότι ο ισχυρισμός του άρθρου ότι ο κ. Haider είχε δράσει με δόλο δεν θεμελιωνόταν στην γνωμοδότηση. Εντούτοις, ο ισχυρισμός βασιζόταν σε ένα ανακριβές δελτίο τύπου του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Γι’ αυτό είμαστε της γνώμης ότι η προσφεύγουσα εταιρία είχε το δικαίωμα να βασιστεί στο περιεχόμενο αυτού του δελτίου (βλ. mutatis mutandis, Bladet Tromsø και Stensaas κατά Νορβηγίας [GC], no. 21980/93, § 68, ECHR 1999‑III). Σημειώνουμε σχετικά ότι το δελτίο τύπου αποτελεί μια σημαντική πηγή πληροφοριών για τα μέσα ενημέρωσης. Περαιτέρω, στην παρούσα υπόθεση, το Σοσιαλιστικό Κόμμα είχε παραγγείλει την γνωμοδότηση και γι’ αυτό φαίνεται φυσιολογικό να παρουσιάσει το συγκεκριμένο κόμμα την περίληψή της στο κοινό. Σημειώνουμε, εν τέλει, ότι η παρανόηση του περιεχομένου της γνωμοδότησης από την προσφεύγουσα εταιρία θα μπορούσε εύκολα να διορθωθεί αν ο κ. Haider είχε ζητήσει από την προσφεύγουσα εταιρία να δημοσιεύσει μια αντίθετη δήλωση. Δεν έχουμε πεισθεί ότι σε μια περίπτωση όπως αυτή, η άμεση προσφυγή του Νόμου περί Μ.Μ.Ε. και τις αστικές διαδικασίες κατά των δημοσιογράφων συγκροτούν μια σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας αντίδραση. Αντιθέτως, οι εναλλακτικές μέθοδοι επίλυση διαφοράς, όπως η δημοσίευση αντίθετης δήλωσης, θα μπορούσαν τουλάχιστον να είναι το πρώτο βήμα σε μια υπόθεση όπως αυτή.
7. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, θεωρούμε ότι τα κριτήρια που εφαρμόστηκαν από τα Αυστριακά δικαστήρια δεν ήταν συμβατά με τις αρχές που περιέχονται στο Άρθρο 10 και ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν κατέληξαν σε «σχετικές και επαρκείς» δικαιολογίες για να δικαιολογήσουν την προκειμένη παρέμβαση. Δεδομένου ότι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 10§2 της Σύμβασης περί περιορισμών του διαλόγου σε ζητήματα δημόσιου ενδιαφέροντος είναι στενό, θεωρούμε ότι τα εθνικά δικαστήρια υπερέβησαν το στενό πεδίο εκτίμησης που αναγνωρίζεται στα Κράτη Μέλη και ότι η παρέμβαση ήταν αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας, ενόψει του επιδιωκόμενου σκοπού και ότι, έτσι, δεν ήταν «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία».
8. Δεν μπορούμε να αποδεχθούμε ότι η περιορισμένη φύση της παρέμβασης, δηλαδή η διαταγή για κατάσχεση, η δημοσίευση της απόφασης και η διάταξη για ανάκληση συγκεκριμένων ισχυρισμών του άρθρου είναι αποφασιστική . αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ότι τα εσωτερικά δικαστήρια περιόρισαν την ελευθερία της έκφρασης, βασιζόμενα σε λόγους που δεν μπορούν αν κριθούν επαρκείς και σχετικοί ενόψει του δημόσιου διαλόγου που έλαβε χώρα. Έτσι, υπερέβησαν αυτό που θα μπορούσε να θεωρηθεί «αναγκαίος» περιορισμός στην ελευθερία της έκφρασης της προσφεύγουσας.
9. Συμπερασματικά, κρίνουμε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10 της Σύμβασης.


Πέμπτη, Μαΐου 24, 2007

Δικαίωση Σ.Τσιτουρίδη από το ΕΣΡ


Η ανακριβής μετάδοση γεγονότων αποτελεί μία μορφή παράβασης των υποχρεώσεων της ραδιοτηλεόρασης που προβλέπεται από τον Κώδικα Δεοντολογίας Ενημερωτικών Εκπομπών (π.δ.77/2003) και αποτελεί αντικείμενο ελέγχου από το ΕΣΡ.

Το ΕΣΡ έχει εκδώσει πάνω από 10 αποφάσεις για αυτή την περίπτωση παράβασης, ενώ πρόσφατα εκδόθηκαν τρεις σημαντικές αποφάσεις, οι οποίες σχετίζονται με την υπόθεση της Επιτροπής Ανταγωνισμού και την απόπειρα σύνδεσης εμπλεκόμενων σ’ αυτήν την υπόθεση προσώπων με τον πρώην υπουργό Απασχόλησης.

Με την απόφαση 226/2007 επιβλήθηκε πρόστιμο 40.000 ευρώ (υπήρξαν μειοψηφίες για το ύψος του προστίμου) σε τηλεοπτικό σταθμό για τη μετάδοση της πληροφορίας ότι ο ειδικός γραμματέας του υπουργείου απασχόλησης ανήκε «στην παρέα των Βρυξελλών» και είχε τοποθετηθεί στην ως άνω θέση από τον Υπουργό Απασχόλησης.

Το ΕΣΡ κατέληξε ότι «ο εν λόγω γραµµατεύς ουδέποτε είχε θητεύσει σε κοινοτικό όργανο στο εξωτερικό και ότι εντεύθεν δεν ανήκε στην «παρέα των Βρυξελλών». Εποµένως η αποδοθείσα στον ως άνω Υπουργό ευθύνη για δήθεν διορισµό προσώπου µετέχοντος στην ως άνω «παρέα» ως ειδικού γραµµατέα του Υπουργείου Απασχόλησης, ήταν ανακριβής. Η ως άνω πληροφορία µεταδόθηκε άνευ προηγουµένου ελέγχου και χωρίς του προσήκοντος αισθήµατος ευθύνης µε αποτέλεσµα τον διασυρµό του προαναφερθέντος Υπουργού».

Με την απόφαση 227/2007 επιβλήθηκε πρόστιμο 40.000 ευρώ (και πάλι υπήρξαν μειοψηφίες για το ύψος) σε άλλο τηλεοπτικό σταθμό για την μετάδοση της πληροφορίας ότι ο υπουργός είχε διορίσει σύμβουλό του στο υπουργείο άλλο πρόσωπο εμπλεκόμενο στην υπόθεση της Επιτροπής Ανταγωνισμού.

Το ΕΣΡ κατέληξε ότι «η ως άνω αναφορά δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια διότι ο *** δεν διορίστηκε σύµβουλος στον προαναφερθέν Υπουργείο από τον ως άνω Υπουργό. Πρόκειται περί µεταδόσεως πληροφορίας άνευ προηγουµένου ελέγχου και του προσήκοντος αισθήµατος ευθύνης, µε αποτέλεσµα τον διασυρµό του προαναφερθέντος Υπουργού

Τέλος, με την απόφαση 228/2007 επιβλήθηκε πρόστιμο 100.000 ευρώ (πάλι με μειοψηφίες για το ποσό) σε τρίτον τηλεοπτικό σταθμό για τη μετάδοση της πληροφορίας ότι ο υπουργός διόρισε σύμβουλό του στο υπουργείο το παραπάνω πρόσωπο και ότι συνεργάστηκε το 1994 με έτερο πρόσωπο εμπλεκόμενο στην υπόθεση της Επιτροπής Ανταγωνισμού.

Το ΕΣΡ αποφάσισε ότι «ούτε ο *** διορίστηκε σύµβουλος στο προαναφερθέν Υπουργείο, ούτε ο *** είχε συνεργαστεί στις Βρυξέλλες µε τον προαναφερθέντα Υπουργό. Πρόκειται περί µεταδόσεως πληροφοριών άνευ προηγουµένου ελέγχου και του προσήκοντος αισθήµατος ευθύνης, µε αποτέλεσµα τον διασυρµό του προαναφερθέντος Υπουργού. Η µετά διήµερον αναφορά στον κεντρικό δελτίο ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθµού ότι η δεύτερη των ως άνω πληροφοριών ήταν ανακριβής, δεν αίρει την υπαιτιότητα του τηλεοπτικού σταθµού, καθόσον κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του Π.∆/τος 77/2003 οι ανακρίβειες διορθώνονται «αµέσως» στο πλαίσιο της ίδιας ή παρόµοιας εκποµπής

Πρέπει να παρατηρηθεί ότι το ΕΣΡ επισημαίνει στις αποφάσεις ότι η μετάδοση ανακριβών πληροφορίων είχαν ως συνέπεια τον διασυρμό του υπουργού, γεγονός που φαίνεται ότι πάντως δεν άσκησε επιρροή στη βαρύτητα της κύρωσης, αφού αντίστοιχου ύψους πρόστιμα έχουν επιβληθεί και σε άλλες περιπτώσεις που τα θιγόμενα πρόσωπα δεν ήταν αξιωματούχοι.

Επίσης, στην τελευταία περίπτωση, το ΕΣΡ λαμβάνοντας υπόψη το ότι η επανόρθωση έγινε μετά από δύο ημέρες, έκρινε ότι αυτή δεν πληρούσε την υποχρέωση της αμεσότητας που επιβάλει το τηλεοπτικό μέσο. Αυτή η τελευταία κρίση συνδέεται με τη φύση της μετάδοσης της πληροφορίας από την τηλεόραση: δεν υπάρχει επανόρθωση όταν αυτή απέχει χρονικά από το σημείο που μεταδόθηκε η ανακριβής πληροφορία, αφού πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι θα υπάρχει κι ένα μέρος του κοινού που άκουσε την ανακριβή είδηση χωρίς να ακούσει την επανόρθωση και συνεπώς θα έμεινε με εσφαλμένη εντύπωση για το πρόσωπο.

Η συγκεκριμένη δεοντολογική παράβαση (μετάδοση ανακριβών πληροφοριών) είναι ίσως από τις πιο ξεκάθαρες περιπτώσεις που το ΕΣΡ μπορεί να ασκήσει αντικειμενικό έλεγχο για την ποιότητα της ραδιοτηλεόρασης. Σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις (π.χ. την παράβαση της υποβάθμισης της ποιότητας), σε αυτές τις περιπτώσεις η παράβαση είναι αδιαμφισβήτητη. Το γεγονός ότι η ροή πληροφοριών είναι ταχεία σε περιπτώσεις κάλυψης γεγονότων της τρέχουσας επικαιρότητας δεν απαλλάσσει τα μέσα ενημέρωσης από την υποχρέωση διασταύρωσης της είδησης και παράθεσης των τυχόν στοιχείων που έχουν για την επιβεβαίωσή της.

Συχνά η ακατέργαστη, ανεξακρίβωτη είδηση μπορεί να ακούγεται πιο ενδιαφέρουσα, άρα να είναι πιο «εμπορική» με αποτέλεσμα οι δημοσιογράφοι να μπαίνουν στον πειρασμό να την μεταδώσουν ως έχει. Αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεκτό σε μια σύγχρονη κοινωνία των πληροφοριών, ιδίως όταν η ανεξακρίβωτη είδηση μπορεί να έχει δυσμενείς επιπτώσεις, όπως τον διασυρμό προσώπων. Μια συγγενής και χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση είναι η μετάδοση του ότι κάποιος είναι ένοχος, κατά παράβαση του τεκμηρίου της αθωότητας, η οποία τυποποιείται και ως ειδικότερη δεοντολογική παράβαση που επίσης ελέγχεται από το ΕΣΡ.

Σε αυτό το πεδίο, δηλαδή, ο ρόλος του ΕΣΡ καθίσταται σαφέστερος και αντικειμενικός. Το ερώτημα είναι αν η κοινωνία των τηλεθεατών προτιμά την έγκυρη είδηση ή την, ενδεχομένως πιο «διασκεδαστική», ανεξακρίβωτη και ατεκμηρίωτη πληροφορία, η οποία όμως συχνά αγγίζει την παραπληροφόρηση.

Το δίλημμα τίθεται στην πραγματική του βάση από την απάντηση στο ερώτημα του πότε έχουμε ψυχαγωγία και πότε πληροφόρηση. Χωρίς να λείπουν και οι γκρίζες ζώνες του infotainment, όταν η λειτουργία που επιτελεί ένα μέσο ενέχει και τον ελεγκτικό χαρακτήρα της δημόσιας ζωής (watchdog), ανεξάρτητα από το αν παρεισφρέουν και ψυχαγωγικά ή σατιρικά στοιχεία –πράγμα που δεν συμβαίνει πάντως στα δελτία ειδήσεων- ειδικά ως προς την μετάδοση πληροφοριών που παρουσιάζονται ως γεγονότα (και όχι ως σχόλια ή προσωπικές απόψεις), οι κανόνες είναι ξεκάθαροι.


Σάββατο, Μαΐου 12, 2007

Διαφάνεια της κρατικής δράσης και προστασία προσωπικών δεδομένων


Μία συνήθης προσχηματική δικαιολογία βάσει της οποίας το Δημόσιο απορρίπτει την αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα και σε άλλες πληροφορίες που κατέχει είναι το «απόρρητο» των προσωπικών δεδομένων. Η προστασία των δεδομένων αυτών, η οποία, στην πραγματικότητα, δεν θεσπίζει «απόρρητο», αλλά ένα σύστημα κανόνων, εγγυήσεων, διαδικασιών και δικαιωμάτων που, σε κάθε περίπτωση, οργανώνει τις δέουσες σταθμίσεις ενόψει της διαχείρισης προσωπικών πληροφοριών, «επιστρατεύεται» για να αντιμετωπισθεί ένας παραδοσιακός αντίπαλος της γραφειοκρατίας: η διαφάνεια.

Από την άλλη πλευρά, η διαφάνεια, που επιβάλλει την φανερή δράση της εξουσίας, επιστρατεύεται όταν οι κυβερνώντες δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν ουσιαστικά ένα ζήτημα και καταφεύγουν στη δημόσια διαπόμπευση των προσώπων που φέρονται ως η «πέτρα του σκανδάλου». Η μαζική δημοσιοποίηση ονομάτων «παραβατών» πάσης φύσεως ηθικής ή άλλης τάξης προβάλλεται ως η (επικοινωνιακή) λύση στο πρόβλημα: υποτίθεται ότι η αποστροφή που θα επιδείξει η κοινή γνώμη για τους «παραβατες» θα περιορίσει τέτοια δράση όποιου γνωρίζει εκ των προτέρων ότι θα εκτεθεί. Η ευθύνη των κυβερνώντων αποσείεται με τη μέθοδο της δημοσιοποίησης προσωπικών δεδομένων, η οποία στην πραγματικότητα αποτελεί απλώς μια λύση που θολώνει τα νερά και αποπροσανατολίζει την κοινή γνώμη από τον πραγματικό λόγο στον οποίο οφείλεται: την ανικανότητα ουσιαστικής αντιμετώπισης των προβλημάτων που υποτίθεται ότι λύνει.

Και στις δύο περιπτώσεις, η στρέβλωση τόσο της αρχής της διαφάνειας όσο και της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, δημιουργεί την εντύπωση ότι ανάμεσα σε αυτές τις έννοιες υπάρχει σχέση «έντασης», αν όχι αντινομίας.

Στην πραγματικότητα, χωρίς να ελλείπουν και οι δυσχερείς περιπτώσεις που πράγματι η μία αρχή εμφανίζεται ως αντιστρατευόμενη την άλλη, αφενός στην «καρδιά» του συστήματος της προστασίας προσωπικών δεδομένων βρίσκεται η διαφάνεια (και όχι το απαραβίαστο απόρρητο), ενώ αφετέρου, η αληθινή διαφάνεια προϋποθέτει την τήρηση μιας δέσμης κανόνων που βρίσκονται επίσης στην ραχοκοκαλιά της προστασίας των προσωπικών δεδομένων.

Και αυτό γιατί, αφενός, κεντρική θέση στο δίκαιο της προστασίας προσωπικών δεδομένων έχει το δικαίωμα του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού: καθένας έχει το δικαίωμα να ξέρει ποιος, που και για ποιο σκοπό επεξεργάζεται τα προσωπικά του δεδομένα. Άρα, η επεξεργασία αυτών των πληροφοριών πρέπει να γίνεται με πλήρη διαφάνεια έναντι του υποκειμένου των δεδομένων.

Αφετέρου, η δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων, προκειμένου να εξυπηρετεί την αλήθεια και να αποκαλύπτει στις πραγματικές τους διαστάσεις τις σχετικές πληροφορίες, θα πρέπει να σέβεται την αρχή της ακρίβειας των δεδομένων, την αρχή της σχετικότητας τους προς το θέμα και την αρχή της επικαιροποίησης, ώστε ό,τι μεταδίδεται να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Οι αρχές αυτές είναι δεσμευτικοί κανόνες, προκειμένου η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων να είναι σύννομη και θεμιτή.

Την σχέση αλληλοσυμπλήρωσης ανάμεσα σε διαφάνεια και προστασία προσωπικών δεδομένων πραγματεύεται ο κ. Σπυρίδων B. Βλαχόπουλος, λέκτορας της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο ομώνυμο βιβλίο του που κυκλοφόρησε πρόσφατα («Διαφάνεια της κρατικής δράσης & προστασία προσωπικών δεδομένων – Τα όρια μεταξύ αποκάλυψης και απόκρυψης στην εκτελεστική εξουσία») από τις εκδόσεις Αντ.Ν.Σάκκουλα.

Στην Ελλάδα δεν έχουμε ένα νομοθέτημα για την κατοχύρωση της ελευθερίας της πληροφόρησης και τους περιπτωσιολογικούς περιορισμούς της ενόψει άλλων αγαθών, όπως η προστασία προσωπικών δεδομένων και τα απόρρητα. Έχουμε μόνο γενικόλογες συνταγματικές κατοχυρώσεις της διαφάνειας (ορισμένες εκ των οποίων αντίκεινται και στο κοινοτικό δίκαιο), καθώς και προβληματικές αλληλοσυγκρουόμενες, αντιφατικές και παλαιάς κοπής νομοθετικές διατάξεις που διέπουν την «αίτηση για χορήγηση αντιγράφων» από τις διοικητικές υπηρεσίες. Η ανασφάλεια δικαίου που συνεπάγεται αυτό το καθεστώς είναι τεράστια και έχει οδηγήσει σε περιπτωσιολογική αντιμετώπιση από τα αρμόδια όργανα που είναι επιφορτισμένα άμεσα ή έμμεσα με την τήρηση της αρχής της διαφάνειας στον δημόσιο τομέα. Υπάρχει, αυτή τη στιγμή, ένα πλήθος αποφάσεων δικαστηρίων, παραγγελιών εισαγγελέων πρωτοδικών, γνωμοδοτήσεων του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, αποφάσεων της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, πορισμάτων και εκθέσεων του Συνηγόρου του Πολίτη που ρυθμίζουν πάμπολλες περιπτώσεις ως προς την «σύγκρουση» της διαφάνειας με την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Για το θέμα αυτό έχουν γραφτεί επίσης ευάριθμα άρθρα, μονογραφίες και μελέτες στον νομικό τύπο, ενώ το θέμα έχει απασχολήσει αρκετές φορές και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, καθώς η αρχή της διαφάνειας και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται από την εξουσία αποτελεί πρωτίστως ένα πολιτικό ζήτημα. Ο ηθικιστικός τόνος που συνοδεύει την πολιτική ρητορεία για την καταπολεμηση της διαφθοράς και η «πολιτική της μηδενικής ανοχής», αλλά και η φετιχοποίηση των προσωπικών δεδομένων αποτελούν βαθύτατες στρεβλώσεις που αλλοιώνουν το νόημα των θεμελιωδών αυτών προταγμάτων ενός δημοκρατικού κράτους δικαίου.

Αυτό τον ορυμαγδό ετερόκλητων νομολογιών και απόψεων επεξεργάστηκε και ταξινόμησε ο κ. Βλαχόπουλος στο έργο του, εξάγοντας κανόνες στάθμισης που διέπουν την υλοποίηση της διαφάνειας στη διασταύρωσή την προστασία προσωπικών δεδομένων. Ανεξάρτητα από τις προσωπικές θέσεις που λαμβάνει σε επιμέρους ζητήματα που ανακύπτουν, τις οποίες διαχωρίζει ευκρινώς από την παρουσίαση των –όποιων- «αντικειμενικοτήτων» εντοπίζει σε ένα ούτως ή άλλως ρευστό περιβάλλον, η μελέτη του κ. Βλαχόπουλου αποτελεί την πιο σοβαρή, αξιόπιστη, ενημερωμένη και πλήρη παρουσίαση των προβλημάτων και των λύσεων που ανέκυψαν στην πράξη. Το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα έργο αναφοράς που, ελλείψει της ειδικής FOI νομοθεσίας, αποτελεί τον πιο έγκυρο οδηγό για το πότε πρέπει να επιτρέπεται και πότε όχι η κοινοποίηση προσωπικών δεδομένων από το κράτος.

Ξεπερνώντας την απλή έκθεση του ίδιου του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου, το βιβλίο αυτό προσδιορίζει ιδιαίτερα αναλυτικά ποια είναι τα κριτήρια της στάθμισης που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να αποφασιστεί αν είναι επιτρεπόμενη η κοινοποίηση προσωπικών δεδομένων από το κράτος ή όχι. Αυτό το τμήμα του έργου είναι το πιο σημαντικό από πρακτικής, αλλά και επιστημονικής απόψεως. Ο κατάλογος αυτών των κριτηρίων αναπτύσσεται γύρω από τους άξονες: κρατικοί αξιωματούχοι-τρίτα πρόσωπα, συνάφεια προσωπικών δεδομένων με άσκηση δημόσιων καθηκόντων, δημόσιος-ιδιωτικός βίος, φύση των προσωπικών δεδομένων, ένταση της προσβολής, συνεκτίμηση άλλων έννομων αγαθών, το πρόσωπο που ζητεί την πρόσβαση και οι λόγοι του αιτήματος πρόσβασης. Για κάθε κριτήριο ακολουθεί ιδιαίτερη ανάλυση ειδικών πτυχών κάθε περίπτωσης.

Ο συγγραφέας, όπως και όλοι όσοι έχουμε ασχοληθεί με τα ζητήματα αυτά, καταλήγει ότι το ισχύον καθεστώς στην Ελλάδα έχει ένα βασικό χαρακτηριστικό: την ανασφάλεια δικαίου. Όπως αναφέρει συγκεκριμένα: «[η] συνεφαρμογή όλων των κριτηρίων στάθμισης αποτελεί μια ιδιαίτερα πολύπλοκη διανοητική διαδικασία, το αποτέλεσμα της οποίας δεν μπορεί να προβλεφθεί εκ των προτέρων, ιδιαίτερα αν ληφθούν υπόψη οι ειδικότερες διαφοροποιήσεις που επιχειρήθηκαν σε κάθε ένα από τα κριτήρια της στάθμισης. Εάν στα ανωτέρω συνυπολογισθεί η έλλειψη νομικής παιδείας εκ μέρους των δημοσίων υπαλλήλων που θα κληθούν να αποφανθούν επί του αιτήματος πρόσβασης σε ένα διοικητικό έγγραφο με προσωπικά δεδομένα τρίτων προσώπων, ο φόρτος εργασίας τους, η νομοθετική επιταγή διεκπεραίωσης του αιτήματος πρόσβασης στα διοικητικά έγγραφα εντός της σύντομης προθεσμίας των είκοσι ημερών και η απειλή των βαρύτατων διοικητικών και ποινικών κυρώσεων σε περίπτωση παράνομης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, τότε η απαίτηση της διενέργειας της πολύπλοκης διαδικασίας της στάθμισης συμφερόντων στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση μπορεί να οδηγήσει στην πράξη στην παραπομπή του σχετικού αιτήματος του διοικούμενου στο ΝΣΚ ή στην ΑρχΠροστΔεδΠροσΧαρ, οπότε εκ των πραγμάτων δεν θα μπορεί να τηρηθεί σε πολλές περιπτώσεις η νομοθετικά επιβαλλόμενη προθεσμία απάντησης των είκοσι ημερών, αφαιρώντας έτσι από το δικαίωμα πρόσβασης στα διοικητικά έγγραφα τη δραστικότητά του

Ο συγγραφέας αναδεικνύει επίσης μία διάσταση που σπανίως εφαρμόζεται στην πράξη, ενώ αποτελεί συνταγματική επιταγή: το γεγονός ότι πριν κοινοποιηθούν έγγραφα με προσωπικά δεδομένα από το κράτος, θα πρέπει όχι απλώς να ενημερώνεται το υποκείμενο των δεδομένων, αλλά να ζητείται και η άποψή του. Το δικαίωμα της προηγούμενη ακρόασης πριν η Διοίκηση επιβάλει ένα δυσμενές μέτρο στον διοικούμενο κατοχυρώνεται από το άρθρο 20§2 του Συντάγματος. Ωστόσο, ούτε στους νόμους για την πρόσβαση στα δημόσια έγγραφα, ούτε στην νομοθεσία για την προστασία προσωπικών δεδομένων αναφέρεται ότι θα πρέπει να ζητείται η ίδια η γνώμη του υποκειμένου πριν την κοινοποίηση των δεδομένων του! Όσο κι αν, από μία πρώτη άποψη, ακούγεται ιδιαίτερα γραφειοκρατικό το να καλείται το υποκείμενο των δεδομένων να διατυπώσει την γνώμη του πριν τυχόν χορηγηθούν τα δεδομένα του, δεν παύει να αποτελεί ένα συνταγματικό δικαίωμά του, το οποίο θα πρέπει να τηρείται, εκτός ίσως από έκτακτες περιπτώσεις. Ο συγγραφέας αναδεικνύει, ωστόσο, και δύο πτυχή αυτού του δικαιώματος που αποφορτίζουν τελικά τη διοίκηση από δυσχερέστερες εκτιμήσεις: αν το υποκείμενο των δεδομένων δώσει την συγκατάθεσή του για τη χορήγηση, δεν χρειάζεται να γίνουν οι πολύπλοκες σταθμίσεις που προβλέπονται από το νόμο και την νομολογία. Από την άλλη πλευρά, ακόμη κι αν το υποκείμενο δεν δίνει τη συγκατάθεσή του, ο συγγραφέας εύστοχα αναφέρει ότι η λήψη υπόψη των απόψεων του υποκειμένου των δεδομένων διευκολύνει τελικά τη στάθμιση, διότι προσθέτει νέα στοιχεία και συγκεκριμενοποιεί τα κριτήρια που πρέπει να ληφθούν υπόψη.

Τελικά, η διαδικασία της χορήγησης ή μη εγγράφων που περιέχουν προσωπικά δεδομένα από έναν δημόσιο οργανισμό είναι μία σύνθετη πράξη που θυμίζει, σε αρκετά σημεία, δικαστική κρίση. Ο συγγραφέας συντάσσεται με την άποψη που τείνει να εδραιωθεί στην θεωρία: η αποφασιστική αρμοδιότητα για την χορήγηση εγγράφων θα πρέπει να ανατεθεί στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων, η οποία θα πρέπει να μετονομαστεί σχετικά, όπως έγινε και με την αγγλική Αρχή (που εξελίχθηκε σε Information Commissioner), τον Γερμανό Επίτροπο Προστασίας Δεδομένων και Πρόσβασης στην Πληροφόρηση, αλλά και άλλες Αρχές του ευρωπαϊκού χώρου. Κι αυτό γιατί με τις σημερινές της αρμοδιότητες, η ελληνική Αρχή απλώς μπορεί να γνωμοδοτεί πότε δεν απαγορεύεται η χορήγηση εγγράφων κι όχι να επιβάλει την χορήγηση τους όταν αυτό επιβάλλεται (με την εξαίρεση της υποχρεωτικής πρόσβασης του υποκειμένου στα δεδομένα που το αφορούν). Είναι ιδιαίτερα ευτυχές ότι αυτή η πρόταση που διατύπωσα σε ένα άρθρο το 2005 στο Digesta υποστηρίζεται σταδιακά και από άλλους συναδέλφους που ασχολούνται με τα ζητήματα της πρόσβασης στη δημόσια πληροφορία.

Πρέπει, όμως, να παρατηρηθεί ότι το πρόβλημα δεν εντοπίζεται μόνο στο δίπολο διαφάνεια – προστασία προσωπικών δεδομένων, αλλά στο δίπολο διαφάνεια – προστατευόμενες πληροφορίες. Προκειμένου το δημόσιο να αντιμετωπίσει τον «εχθρό»-διαφάνεια επικαλείται και άλλες νομοθεσίες, όπως η πνευματική – βιομηχανική ιδιοκτησία, το εμπορικό απόρρητο κ.λπ. Στην περίπτωση που μια Ανεξάρτητη Αρχή αναλάβει την αρμοδιότητα να διατάσσει με εκτελεστές πράξεις τον δημόσιο τομέα να χορηγεί ή να μην χορηγεί αντίγραφα των πληροφοριών που κατέχει θα πρέπει να είναι σε θέση να κρίνει και επί τη βάσει «συγκρούσεων» ανάμεσα σε διαφάνεια και κάθε φύση προστατευόμενης πληροφορίας. Έτσι δεν αρκεί μια «Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και Πρόσβασης στην Πληροφόρηση», όπως υποστηρίζει ο κ. Βλαχόπουλος, αλλά μία «Αρχή Προστασίας και Διακίνησης της Πληροφορίας». Ή ακόμη καλύτερα, επειδή –τελικά- ο συλλογικός χαρακτήρας της ΑΠΔΠΧ δεν έχει κανένα νόημα, αφού ο κόσμος «αναγνωρίζει» ως υπεύθυνο πρόσωπο –στην καλύτερη περίπτωση- τον Πρόεδρό της, ένας Επόπτης Προστασίας και Διακίνησης Πληροφοριών, κατά το πρότυπο του Γερμανού Επιτρόπου.

Από την άλλη πλευρά, το πρόβλημα της πρόσθετης γραφειοκρατίας και κυρίως της καθυστέρησης δεν φαίνεται να λύνεται με την ίδρυση μιας κεντρικής Αρχής που θα αποφαίνεται κυριαρχικά πότε πρέπει να παρέχεται πρόσβαση και πότε όχι. Αυτό που πρέπει να γίνει είναι σε κάθε υπηρεσία ένας, κατά το δυνατόν εξειδικευμένος, υπάλληλος, ένας εσωτερικός Επόπτης Προστασίας και Διακίνησης Πληροφοριών, να αποφαίνεται για το πότε ένα έγγραφο πρέπει να δοθεί ή όχι. Πρόκειται για το θεσμό του Υπεύθυνου Προστασίας Δεδομένων, το πρόσωπο δηλαδή που -με πλήρη ανεξαρτησία από τον προϊστάμενό του, χωρίς δηλαδή να δέχεται ή να ζητά εντολές ως προς αυτή την αρμοδιότητά του- διασφαλίζει εκ του σύνεγγυς ότι όλοι οι κανόνες για την χορήγηση ή μη των στοιχείων γίνονται σεβαστοί. Τέτοιοι λειτουργοί υπηρετούν σε κάθε όργανο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ευρωβουλή, Συμβούλιο ΕΕ, Διαμεσολαβητής κλπ) και ελέγχουν την ροή των προσωπικών πληροφοριών από και προς αυτά, σε συνεργασία με την κεντρική αρχή, τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων. Ο θεσμός αυτός του αποκεντρωμένου ελέγχου για την προστασία προσωπικών δεδομένων έχει διαδοθεί στην Ευρώπη και λειτουργεί στην Γερμανία, την Γαλλία, το Λουξεμβούργο, την Σουηδία και σε άλλες χώρες. Εδώ, αυτό που προτείνουμε είναι ο εσωτερικός υπεύθυνος προστασίας δεδομένων, να έχει και την αρμοδιότητα της χορήγησης αντιγράφων (θέση που διατύπωσα στο βιβλίο «Περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα – Ερμηνεία Ν.3448/2006"). Η διασφάλιση της ανεξαρτησίας κατά την ενάσκηση αυτού του καθήκοντος επιβάλλεται λόγω της οιονεί «δικαστικής» όπως είπαμε, φύσης, της διαδικασίας χορήγησης ή μη πληροφοριών που περιέχουν προσωπικά δεδομένα ή άλλες προστατευόμενες πληροφορίες. Μία τέτοια προωθημένη θεσμική τομή, η οποία δανείζεται στοιχεία από τον χώρο της αυτορρύθμισης και της λειτουργίας εσωτερικών «Συνηγόρων» (Ombudsmen) στον χώρο της ιδιωτικής οικονομίας (λ.χ. Τραπεζικός Μεσολαβητής) ή και της κομματικής οργάνωσης (στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. λειτουργεί ο θεσμός του «Συνηγόρου του Μέλους και του Φίλου», εσωτερική ανεξάρτητη αρχή ως όργανο αυτορρύθμισης), σε συνδυασμό με την θέσπιση ενός Freedom of Information Act θα δώσει θεσμικές λύσεις σε όλα τα προβλήματα που επισημαίνει ο κ. Βλαχόπουλος στο βιβλίο του. Από κει και πέρα, η πρακτική αποτελεσματικότητα θα είναι ζήτημα προσώπων.

To βιβλίο αυτό είναι καίριας σημασίας και η χρησιμότητά του αδιαμφισβήτητη για κάθε υπηρεσία του δημόσιου τομέα, αλλά και για κάθε δικηγόρο. Η αξία αυτή συνδέεται και με την διαπίστωση ότι τελικά η επιστήμη μπορεί να διαδραματίσει και ρυθμιστικό ρόλο σε τομείς που ο νομοθέτης και η διοίκηση διστάζουν ή τελούν εν υπνώσει.

Τετάρτη, Μαΐου 09, 2007

Μάρκελος

1. Η απόλυτη ευτυχία για σας είναι;
Συνθήκη για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης

2. Τι σας κάνει να σηκώνεστε το πρωί;

Δίκη κατά μέσου ενημέρωσης

3. Η τελευταία φορά που ξεσπάσατε σε γέλια;

Όταν δημόσιος φορέας απέρριψε αίτηση πρόσβασης σε έγγραφο με την αιτιολογία ότι καλυπτόταν από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

4. Το βασικό γνώρισμα του χαρακτήρα σας είναι;

Διατήρηση ενός βαθμού αυτοτέλειας ακόμη και σε ομαδικό περιβάλλον

5. Το βασικό ελάττωμά σας;

Η εμμονή στην έρευνα


6. Σε ποια λάθη δείχνετε τη μεγαλύτερη επιείκεια;

Στα ανεπίγνωτα

7. Με ποια ιστορική προσωπικότητα ταυτίζεστε περισσότερο;
Με καμία

8. Ποιοι είναι οι ήρωες σας σήμερα;

Οι διεθνείς διαμεσολαβητές

9. Το αγαπημένο σας ταξίδι;
Βρυξέλλες

10. Οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;
Η Ανν Ράις

11. Ποια αρετή προτιμάτε σε έναν άντρα;

Την ευθύτητα

12.... και σε μια γυναίκα;

Την σεμνότητα

13. Ο αγαπημένος σας συνθέτης;
Ο Μορίς Ραβέλ

14. Το τραγούδι που σφυρίζετε κάνοντας ντους;

"Κέρκυρα, Κέρκυρα με το ποντικονήσι"

15. Το βιβλίο που σας σημάδεψε;
Ο «Οδυσσεας» του James Joyce

16. Η ταινία που σας σημάδεψε;
Αυτή που κατάπιε η Μαρία Κάλλας για να αδυνατίσει. Ίσως είναι η μόνη λύση πλέον.

17. Ο αγαπημένος σας ζωγράφος;

Ο Alexandros

18. Το αγαπημένο σας χρώμα;

To ουρανί

19. Ποια θεωρείτε ως τη μεγαλύτερη επιτυχία σας;

Το να ανοίγω μια συζήτηση για την προστασία προσωπικών δεδομένων

20. Το αγαπημένο σας ποτό;

Αυτόν τον καιρό η γρανίτα

21. Για ποιο πράγμα μετανιώνετε περισσότερο;

Που δεν ίδρυσα ακόμη μια μη κυβερνητική οργάνωση

22. Τι απεχθάνεστε περισσότερο απ' όλα;
Τον ρατσισμό και τις θεωρίες συνωμοσίας.

23. Όταν δεν γράφετε, ποια είναι η αγαπημένη σας ασχολία;

Να σερφάρω στο ίντερνετ

24. Ο μεγαλύτερος φόβος σας;
Ο ίδιος ο φόβος.

25. Σε ποια περίπτωση επιλέγετε να πείτε ψέματα;

Σε καμία.

26. Ποιο είναι το μότο σας;
Με την επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός μου

27. Πώς θα επιθυμούσατε να πεθάνετε;

Ευτυχής.

28. Εάν συνέβαινε να συναντήσετε τον Θεό, τι θα θέλατε να σας πει;

Γιατί τόση σεμνότητα;

29. Σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεστε αυτόν τον καιρό;

Writer's block

Πέμπτη, Μαΐου 03, 2007

Σεμινάρια για την προστασία προσωπικών δεδομένων


Σήμερα στις 16.00-18.00, στην αίθουσα εκδηλώσεων του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών γίνεται το δεύτερο σεμινάριο για την προστασία προσωπικών δεδομένων.

Τίτλος της ενότητας αυτής είναι "Διασυνοριακές διαβιβάσεις προσωπικών δεδομένων και δικηγορικές εφαρμογές".

Στο πρώτο μέρος, στο οποίο είμαι εισηγητής, θα σκιαγραφηθεί η λειτουργία του αρχείου Schengen και τα δικαιώματα που υπάρχουν για τη διαγραφή προσωπικών δεδομένων από αυτό, σύμφωνα με την νομολογία της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Επίσης θα αναφερθώ σε άλλα μεγάλα πληροφοριακά συστήματα που λειτουργούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς και στις επεξεργασίες προσωπικών δεδομένων από τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στο δεύτερο μέρος, ο Δρ. Ευάγγελος Παπακωνσταντίνου, της PKPartners θα αναφερθεί στις προϋποθέσεις της διασυνοριακής διαβίβασης προσωπικών δεδομένων, όπως προβλέπονται από το εσωτερικό και το κοινοτικό δίκαιο και θα αναπτύξει ζητήματα δικηγορικών εφαρμογών.

Η είσοδος είναι ελεύθερη.

Θα ακολουθήσει η τρίτη και τελευταία ενότητα την Πέμπτη 10.5.2007, ίδια ώρα και στον ίδιο χώρο, με θέμα "Προστασία προσωπικών δεδομένων στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και δικηγορικές εφαρμογές", στο οποίο είμαστε εισηγητές με τον κ. Γρηγόρη Τσόλια, δικηγόρο της ΑΔΑΕ.

Η κακόπιστη χρήση domain name και ο έλεγχός της από την ΕΕΤΤ


Με την απόφαση 419/029 (υπόθεση liantinis.gr) η ΕΕΤΤ αποφάσισε τη διαγραφή ενός domain name, δηλαδή διέταξε ουσιαστικά τον φορέα του να μην το χρησιμοποιεί, επειδή η χρήση στην οποία αυτός είχε προβεί κρίθηκε ότι αντιβαίνει στην καλή πίστη.

Οι λόγοι για τους οποίους η ΕΕΤΤ μπορεί να διατάξει διαγραφή domain name απαριθμούνται περιοριστικά στον Κανονισμό Διαχείρισης Ονομάτων Χώρου με κατάληξη .gr που έχει εκδώσει η ίδια ανεξάρτητη αρχή. Ειδικά η περίπτωση της κακόπιστης χρήσης είναι η τελευταία που αναφέρεται σε αυτόν τον κανονισμό και αποτελεί τον λιγότερο «τεχνικό» όρο από τους λόγους διαγραφής.

Αναπόφευκτα, λοιπόν, η ΕΕΤΤ, η οποία έχει εκδώσει αυτόν τον Κανονισμό με νομοθετική εξουσιοδότηση, προκειμένου να κρίνει αν η χρήση ενός domain name αντίκεται στις αρχές της καλής πίστης, είναι υποχρεωμένη να ελέγξει και το περιεχόμενο της ιστοσελίδας που υποστηρίζεται από το επίμαχο κάθε φορά domain name. Στον έλεγχο αυτό μπορεί να προβεί και αυτεπαγγέλτως, χωρίς δηλαδή καταγγελία.

Η περίπτωση αυτή καθιστά, δηλαδή, την ΕΕΤΤ ελεγκτή του περιεχομένου μιας ιστοσελίδας, αρμοδιότητα η οποία προϋποθέτει έναν ουσιαστικό και εις βάθος έλεγχο του κατά πόσον τελικά το περιεχόμενο αυτό είναι σύμφωνο με την νομοθεσία εν γένει. Σε ποιο βάθος, όμως, μπορεί να φτάσει αυτός ο έλεγχος και πόσο η ίδια η ΕΕΤΤ διατηρεί την ισορροπία ανάμεσα στις δικές της αρμοδιότητες ως διοικητικού οργάνου και τις αρμοδιότητες των δικαστηρίων, τα οποία επίσης έχουν την εξουσία να διατάξουν την διαγραφή ενός domain name; Στο ερώτημα αυτό απάντησε η ίδια η ΕΕΤΤ με την απόφαση που εξέδωσε στη υπόθεση liantinis.gr, ενώ αναμένεται και η έκδοση της απόφασης του Διοικητικού Εφετείου σε προσφυγή που ασκήθηκε κατά της απόφασης της ανεξάρτητης αρχής από τον φορέα του domain name.

Το περιεχόμενο του ελέγχου κακόπιστης χρήσης domain name από την ΕΕΤΤ

Στην υπόθεση liantinis.gr, οι καταγγέλλουσες ισχυρίστηκαν ότι ο φορέας του εν λόγω domain name: διατηρούσε την ιστοσελίδα αυτή κάνοντας χρήση της μεταγραφής του επωνύμου τους στα λατινικά, χωρίς να έχει δικαίωμα, αναπαρήγαγε έργα που καλύπτονται από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας που τους ανήκουν, προβαίνει σε προσβολή της προσωπικότητάς τους και της μνήμης του νεκρού πατέρα και συζύγου τους.

Από την άλλη πλευρά, ο φορέας ισχυρίστηκε ότι έκανε χρήση του domain name, καθώς είχε αυτό το δικαίωμα ως σχολιαστής και θαυμαστής του εν λόγω φιλοσόφου και ότι οι αναφορές στις κληρονόμους του έγιναν στο πλαίσιο της ελευθερίας της έκφρασης, αφού και αυτές είναι κατά κάποιον τρόπο δημόσια πρόσωπα. Επίσης ανέφερε ότι η κρίση για το περιεχόμενο της ιστοσελίδας που υποστηρίζεται από το domain name δεν ανήκει στην ΕΕΤΤ, γιατί με αυτόν τον τρόπο η ανεξάρτητη αρχή θα καθίστατο «δικαστήριο ουσίας», «διαπράττουσα νόσφιση εξουσίας μη αποδοθείσης κατά το Σύνταγμα και τους Νόμους σε αυτήν.»

Με βάση αυτούς τους ισχυρισμούς που υποστηρίχθηκαν και κατά την ακρόαση των μερών ενώπιον της επιτροπής, η ΕΕΤΤ διέγνωσε ότι πράγματι υπήρξε χρήση του ονόματος των κληρονόμων Λιαντίνη, με τη μορφή domain name. Για το αν η χρήση αυτή εκ μέρους του φορέα ήταν σύμφωνη με την καλή πίστη, η ΕΕΤΤ προέβη στις εξής σκέψεις:

  • Ο φορέας υπέβαλε αίτηση για εκχώρηση του domain name liantinis.gr «χωρίς να διαθέτει οιοδήποτε δικαίωμα επί του σημείου αυτού κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεως, δηλ. σε χρόνο κατά τον οποίο το όνομα «Λιαντίνης είχε λάβει ευρεία αναγνωρισιμότητα λόγω της προηγηθείσας εξαφάνισης του εκλιπόντος, πράγμα το οποίο ο καταγγελλόμενος γνώριζε».
  • Κακόπιστη χρήση δεν μπορεί να αποκλεισθεί όταν ο αιτών ένα domain name γνωρίζει ότι προσβάλλει δικαίωμα τρίτου με σκοπό λ.χ. να εκμεταλλευθεί την αναγνωρισιμότητα και εν γένει φήμη αυτού προς ανάπτυξη δικής του επιχειρηματικής δραστηριότητας.
  • Κακόπιστη χρήση υπάρχει επίσης όταν ο φορέας του domain name, χωρίς να θεμελιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα επί σημείου που συνθέτει το συγκεκριμένο όνομα χώρου, οδηγώντας στην παρεμπόδιση του τελευταίου να κάνει χρήση αυτού αυτού ως domain name.
  • Τεκμήρια χρήσης domain name σε αντίθεση με τις αρχές της καλής πίστης υπό την έννοια του Κανονισμού αποτελεί και η προσβολή της προσωπικότητας εκείνου στον οποίο ανήκει το δικαίωμα που αντιποιείται ο φορέας του domain name. Στην περίπτωση liantinis.gr, η ΕΕΤΤ έκρινε ότι η χρήση φωτογραφιών του εκλιπόντος (με φωτομοντάζ που τον δείχνει να ατενίζει σκεπτικός τον ίδιο του τον τάφο, ως αρνητική κριτική στην ταφή που επελέγη από τους κληρονόμους Λιαντίνη) καθώς και τα εκτεταμένα δυσμενή σχόλια αλλά και τα εκτεταμένα αποσπάσματα από το έργο του εκλιπόντος συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας.
  • Τέλος, η ΕΕΤΤ ισχυρίζεται ότι το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης που επικαλείται ο φορέας του domain name θα μπορούσε να ασκηθεί «και με άλλα μέσα, όπως με Όνομα Χώρου που δεν θίγει και δεν προσβάλει το απόλυτο δικαίωμα των καταγγελλουσών επί του ονόματός των».

Έτσι λοιπόν, η ΕΕΤΤ ξεκινώντας από τον έλεγχο της φύσης του δικαιώματος που έχει κάποιος στο όνομά του (απόλυτο δικαίωμα), εκτιμά ως κριτήρια για την κακόπιστη χρήση ενός domain name το κατά πόσον:

(α) ο κάτοχος της ιστοσελίδας γνωρίζει ότι με το domain name που χρησιμοποιεί προσβάλλει ένα δικαίωμα τρίτου

(β) ο κάτοχος της ιστοσελίδας έχει πρόθεση να εκμεταλλευθεί την φήμη που έχει αποκτήσει η επωνυμία την οποία χρησιμοποιεί ως domain name

(γ) ο κάτοχος της ιστοσελίδας παρεμποδίζει με την χρήση του domain name τους δικαιούχους της επωνυμίας να έχουν οι ίδιοι ένα τέτοιο domain name

(δ) στο περιεχόμενο της ιστοσελίδας υπάρχουν παραβιάσεις άυλων αγαθών των δικαιούχων της επωνυμίας, όπως η προσωπικότητά τους αλλά και τα πνευματικά δικαιώματά τους επί έργων σύμφωνα με το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας

(ε) ενώ θα μπορούσε να επιλεγεί ένα άλλο domain name για την άσκηση της ελευθερίας της έκφρασής του, ο κάτοχος επιλέγει ακριβώς αυτό το domain name για να παρεμποδίσει, να θίξει, να προσβάλει, αλλά και να εκμεταλλευθεί δικαιώματα των δικαιούχων της επωνυμίας που χρησιμοποιεί ως domain name.

Κατ’ αναλογία, λοιπόν, αυτός ο έλεγχος της ΕΕΤΤ μπορεί να αφορά και διαγραφή domain name που δεν εκμεταλλεύεται το όνομα ενός καταγγέλλοντος, αλλά ένα εμπορικό σήμα ή ένα σήμα φήμης ή τον ιδιαίτερα χαρακτηριστικό τίτλο ενός βιβλίου, μίας ταινίας ή άλλου έργου πνευματικής ή βιομηχανικής ιδιοκτησίας καθώς και άλλα δικαιώματα σε απόλυτα αγαθά.

Είναι η ΕΕΤΤ δικαστήριο;

Ένα κλασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι ανεξάρτητες αρχές είναι το σε ποιο «βάθος» μπορεί να φτάσει η εξέταση πραγματικών περιστατικών. Εντασσόμενες στην εκτελεστική εξουσία –και μάλιστα στην κορυφή της, μαζί με την Κυβέρνηση και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας- δεν νομιμοποιούνται να «απονέμουν δικαιοσύνη», η οποία κατά το Σύνταγμα αποτελεί αρμοδιότητα των δικαστηρίων. Αν οι ανεξάρτητες αρχές «καταστούν» δικαστήρια, απειλείται η αρχή της διάκρισης των εξουσιών που προβλέπεται από το άρθρο 26 του Συντάγματος. Από την άλλη πλευρά, ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, κατά το συνταγματικό δίκαιο των οποίων η διάκριση των εξουσιών είναι πολύ πιο αυστηρή και κάθετη από τα καθ’ ημάς, έκρινε ότι ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, αποκλειστικός φορέας της εκτελεστικής εξουσίας, δεν μπορούσε να καθαιρεί μέλη ανεξάρτητων αρχών για πολιτικούς λόγους, επειδή θεωρήθηκε ότι η sui generis φύση τους τις καθιστά εν μέρει φορείς της νομοθετικής και εν μέρει φορείς της δικαιοδοτικής λειτουργίας. Έτσι η επέμβαση του Προέδρου στις ανεξάρτητες αρχές κρίθηκε ότι αποτελούσε παράβαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών (Humpreys Executor v. United States, 1935, 295 U.S. 602).

Σε εμάς που είναι σαφές ότι οι ανεξάρτητες αρχές υπάγονται στην έννοια της Διοίκησης, το ίδιο το Σύνταγμα δίνει απαντήσεις σε αυτές τις αναζητήσεις. Το ίδιο το Σύνταγμα αναφέρει λ.χ. ότι «όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση» των ατομικών δικαιωμάτων (άρθρο 25), άρα όχι μόνο τα Δικαστήρια.

Επιπλέον, δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι οι ανεξάρτητες αρχές, προκειμένου να ασκήσουν τις αρμοδιότητές τους, οι οποίες στις περισσότερες περιπτώσεις θεμελιώνονται στο ίδιο το Σύνταγμα ή και το κοινοτικό δίκαιο (όπως συμβαίνει με την ΕΕΤΤ), είναι υποχρεωμένες να διαγνώσουν πραγματικά περιστατικά και να τα χαρακτηρίσουν με τους όρους του νόμου. Διαφορετικά δεν θα μπορούσε λ.χ. η ΑΔΑΕ να κρίνει πότε υπάρχει παραβίαση του απορρήτου των επικοινωνιών ή η Επιτροπή Ανταγωνισμού να κρίνει πότε υπάρχει καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης μιας επιχείρησης στην αγορά. Υπάρχει, λοιπόν, η υποχρέωση των ανεξάρτητων αρχών, όπως και κάθε διοικητικού οργάνου, όταν καταγγέλλεται κάτι ενώπιον τους να το διερευνούν, μέσα στα όρια που ορίζει ο νόμος. Αυτό που δεν μπορούν να κάνουν οι ανεξάρτητες αρχές -και δεν το κάνουν- είναι να επιδικάζουν αποζημιώσεις, να ακυρώνουν διοικητικές πράξεις και να επιβάλουν ποινικές κυρώσεις. Αυτές είναι αποκλειστικές αρμοδιότητες των αστικών, διοικητικών και ποινικών δικαστηρίων, ένας ανεκχώρητος πυρήνας δικαιοδοτικής λειτουργίας. Στο μέτρο λοιπόν που οι ανεξάρτητες αρχές δεν ασκούν τέτοιες αρμοδιότητες και στο μέτρο που κινούνται στο πλαίσιο της αρχής της νομιμότητας, δεν καθίστανται «δικαστήρια».

Εξάλλου, οι πράξεις των ανεξάρτητων αρχών υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο. Στην περίπτωση liantinis.gr έχει ήδη ασκηθεί προσφυγή κατά της απόφασης της ΕΕΤΤ ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών με αίτημα την ακύρωση αυτής της απόφασης διαγραφής και έχει ήδη χορηγηθεί από τον αρμόδιο δικαστή προσωρινή αναστολή της απόφασης της ΕΕΤΤ, με αποτέλεσμα μέχρι να έχουμε δικαστική κρίση το εν λόγω domain name να παραμένει ενεργό. Η απόφαση του Διοικητικού Εφετείου αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθόσον το δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσον όντως η ΕΕΤΤ έχει βάσει του νόμου την εξουσία να διέλθει σε αυτό το βάθος της έρευνας των πραγματικών περιστατικών και του περιεχομένου μιας ιστοσελίδας κατά τον έλεγχο της φερόμενης κακόπιστης χρήσης domain name. Η απόφαση του ΔΕφ μπορεί ωστόσο να προσβληθεί με αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Κυριακή, Απριλίου 29, 2007

Κάμερες παρακολούθησης τηγανητής πατάτας

Χτες ήμασταν με μια παρέα σε ένα εστιατόριο, στο οποίο υπήρχε μια μεγάλη οθόνη από την οποία μπορούσες να παρακολουθείς την προετοιμασία του φαγητού σου, στην κουζίνα. Το μενού μάλιστα παρότρυνε τους πελάτες να δουν την προετοιμασία του φαγητού τους live. Ενώ χαζεύαμε την οθόνη, επέστησα την προσοχή των φίλων στις σχεδόν κρυφές κάμερες που επιτηρούσαν και το κυρίως μέρος του εστιατορίου και τους είπα ότι όπως εμείς βλέπουμε τους εργαζόμενους και γελάμε, δεν αποκλείεται κι εκείνοι (ή άλλοι) να γελούν βλέποντας εμάς.
Αναρωτιόμουν αν είναι θεμιτή αυτή η "ατραξιόν".
Σύμφωνα με την Οδηγία 1122/2000 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα:
"1. Η λήψη και επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης που λειτουργεί μονίμως, συνεχώς ή κατά τακτά χρονικά διαστήματα δεν επιτρέπεται, διότι προσβάλλει την προσωπικότητα και την ιδιωτική ζωή του ατόμου.
2. Κατ΄ εξαίρεση, τέτοιου είδους λήψη ( μόνιμη, συνεχής ή κατά τακτά χρονικά διαστήματα ) και επεξεργασία είναι νόμιμη, χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου, υπό τις προϋποθέσεις του ν.2472/1997, εφ΄ όσον ο σκοπός της επεξεργασίας είναι η προστασία προσώπων ή αγαθών ή η ρύθμιση της κυκλοφορίας."
Οπότε το θέμα είναι κατά πόσον ο σκοπός αυτής της κάμερας είναι η "προστασία αγαθών". Θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι σημαντικό να υπάρχει διαφάνεια γιατί ο καταναλωτής ενημερώνεται άμεσα για το τι θα φάει. Βέβαια υπάρχουν και οι αγορανομικοί κανόνες που δεσμεύουν ούτως ή άλλως το κατάστημα σχετικά με τα προετοιμαζόμενα γεύματα.
Από την άλλη, χρειάζεται να καταγράφονται τα πρόσωπα και των εργαζομένων; Σύμφωνα με μια άλλη Οδηγία της Αρχής (115/2001), η χρήση βιντεοεπιτήρησης στο χώρο της εργασίας πρέπει να είναι απολύτως περιορισμένη στο μέτρο του αναγκαίου. Κατά την ίδια Οδηγία, ακόμη και όταν υπάρχει συγκατάθεση του εργαζομένου, αυτή δεν νομιμοποιεί την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, γιατί θεωρείται ότι εξ ορισμού η συγκατάθεση που παρέχει ένας εργαζόμενος στον εργοδότη του δεν είναι "ελεύθερη", αφού αν την αρνηθεί ενδεχομένως να έχει αρνητικές επιπτώσεις κατά την εκτέλεση της εργασίας και εν γένει της εργασιακής σχέσης.
Θα μπορούσε κάποιος να πει "μα δεν είναι το ίδιο με το να έχεις την κουζίνα στο κέντρο του καταστήματος και να παρακολουθείς την προετοιμασία του φαγητού;" Εδώ πια είναι ένα θέμα αρχής. Που λέει ότι στην live εκδοχή του αυτό το πείραμα δεν περιλαμβάνει συλλογή, επεξεργασία και μετάδοση πληροφοριών που αναφέρονται σε φυσικά πρόσωπα (προσωπικά δεδομένα). Και ότι κάθε τέτοια συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ακόμη κι αν δεν συνεπάγεται συγκεκριμένες αρνητικές συνέπειες για το άτομο, όσο ακίνδυνη κι αν είναι, υπόκειται εξ ορισμού σε συγκεκριμένους δεσμευτικούς κανόνες.
Και στο κάτω-κάτω, τι να την κάνω την "διαφάνεια" στην κουζίνα, αν το φαγητό τελικά δεν είναι νόστιμο;

Τετάρτη, Απριλίου 25, 2007

Σεμινάρια προστασίας προσωπικών δεδομένων



Σήμερα, στην αίθουσα τελετών του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (στη Ακαδημίας) , ώρα 16.00-18.00 είμαι εισηγητής σε ένα σεμινάριο για την προστασία προσωπικών δεδομένων.

Το σεμινάριο απευθύνεται κυρίως σε νομικούς και έχει τίτλο "Η εφαρμογή του Ν.2472/1997 στη δικηγορική πράξη".

H εισήγησή μου αφορά κυρίως ποια προσωπικά δεδομένα μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε μία δίκη και με ποιους όρους. Περιλαμβάνει ανάλυση αποφάσεων των δικαστηρίων και της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων.

Η είσοδος είναι φυσικά ελεύθερη.

Θα ακολουθήσουν άλλα δύο σεμινάρια:

στις 3/5, ίδιες ώρες-ίδιος τόπος με θέμα "Διασυνοριακή διαβίβαση προσωπικών δεδομένων και δικηγορικές εφαρμογές" με εισηγητές τον κ. Ευάγγελο Παπακωνσταντίνου, δικηγόρο της PKPartners κι εμένα και

στις 10/5, με θέμα "Προστασία προσωπικών δεδομένων στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και δικηγορικές εφαρμογές" με εισηγητές τον κ. Γρηγόρη Τσόλια, δικηγόρο της ΑΔΑΕ κι εμένα.

Αθώωση εικαστικού για κινούμενο σχέδιο με κάψιμο εκκλησίας

Στις 17.5.2024 εκπροσώπησα ως δικηγόρος τον εικαστικό Γιώργο Μικάλεφ στο Η' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, στο οποίο είχε παραπεμφθε...