Πέμπτη, Οκτωβρίου 31, 2019

To Δελτίο Τύπου του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα θρησκευτικά

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ


Δελτίο τύπου εκδοθέν από την Γραμματεία του Δικαστηρίου


Το Ελληνικό Σύστημα Απαλλαγής των Μαθητών από το Μάθημα των Θρησκευτικών Παραβιαζει την Ευρωπαϊκή Συμβαση


Η υπόθεση Παπαγεωργίου και άλλοι κατά Ελλάδας (προσφυγές αρ. 4762/18 και 6140/18 αφορούσε το υποχρεωτικό μάθημα των θρησκευτικών στα Ελληνικά σχολεία 
Με την σημερινή απόφαση του Τμήματος*, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε, ομόφωνα, ότι έχει παραβιαστεί το άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου αρ. 1 (δικαίωμα στην εκπαίδευση) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ερμηνευόμενο υπό το φως του άρθρου 9 (ελευθερία της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκειας). 
Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι αρχές δεν έχουν δικαίωμα να υποχρεώνουν άτμα να αποκαλύπτουν τις πεποιθήσεις τους. Ωστόσο, το ισχύον σύστημα στην Ελλάδα για την απαλλαγή των παιδιών από το μάθημα των θρησκευτικών επιβάλλει στους γονείς να υποβάλλουν υπεύθυνη δήλωση λέγοντας ότι τα παιδιά τους δεν είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Αυτή η προϋπόθεση επιβάλλει ένα απαράδεκτο βάρος στους γονείς, να αποκαλύψουν πληροφορίες, από τις οποίες θα μπορούσε να προκύπτει ότι οι ίδιοι και τα παιδιά τους έχουν ή δεν έχουν συγκεκριμένη θρησκευτική πεποίθηση.
Επιπλέον αυτό το σύστημα θα μπορούσε επίσης να αποτρέψει τους γονείς να υποβάλλουν αίτηση εξαίρεσης, ιδίως σε μια περίπτωση όπως των προσφευγόντων που ζουν σε μικρά νησιά όπου η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού ανήκει σε συγκεκριμένο θρήσκευμα και ο κίνδυνος του στιγματισμού είναι πολύ σοβαρότερος.


ΚΥΡΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
Οι προσφεύγοντες είναι πέντε Έλληνες πολίτες, γονείς και παιδιά που ζουν στα μικρά Ελληνικά νησιά της Μήλου και της Σίφνου. Οι πρώτοι τρεις προσφεύγοντες είναι ο Πέτρος Παπαγεωργίου, η Αικατερίνη Μπερδέλογλου και η κόρη τους Μαρία - Ραφαέλλα Παπαγεωργίου. Οι τέταρτη και πέμπτη προσφεύγουσες είναι η Ροδόπη Αναστασιάδου και η κόρη της Σμαράγδα Ραβιόλου. 
Σύμφωνα με το Ελληνικό Σύνταγμα και άλλα νομοθετικά κείμενα, όπως η εκπαιδευτική νομοθεσία και πολλές υπουργικές αποφάσεις, το μάθημα των θρησκευτικών είναι υποχρεωτικό για όλους τους μαθητές στο δημοτικό και την μέση εκπαίδευση.
Τον Ιούλιο του 2017, οι προσφεύγοντες ζήτησαν από το Συμβούλιο της Επικρατείας να ακυρώσει δύο πρόσφατες υπουργικές αποφάσεις [Σ.τ.Μ.: του Γαβρόγλου] που καθόριζαν το πρόγραμμα σπουδών του μαθήματος των θργησκευτικών για το σχολικό έτος 2017/18. Κατά τον χρόνο αυτόν, η Μαρία Ραφαέλα Παπαγεωργίου ήταν στην τρίτη και τελευταία τάξη του Λυκείου Μήλου, ενώ η Σμαράγδα Ραβιόλου ήταν στην τετάρτη δημοτικού του Δημοτικού Σχολείου Σίφνου.
Οι προσφεύγουσες ζήτησαν να εξεταστεί η υπόθεσή τους με την κατεπείγουσα διαδικασία ενώπιον της αρχής της νέας σχολικής χρονιάς, αλλά το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε το αίτημά τους λόγω έλλειψης σημασίας.
Το δικαστήριο δεν δίκασε καν την υπόθεσή τους, καθώς η αρχική ακρόαση αναβαλλόταν συνέχεια μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2018, χρόνο κατά τον οποίο η σχολική χρονιά είχε ήδη τελειώσει. 
Στις προσφυγές τους οι προσφεύγοντες ανέλυσαν εκτενώς τον ισχυρισμό ότι η διαδικασία απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών ήταν αντίθετη στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση.


ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ, ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΘΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Οι προσφεύγοντες γονείς ισχυρίστηκαν ότι εάν ήθελαν να απαλλαγούν οι κόρες τους απο το μάθημα των θρησκευτικών έπρεπε να δηλώσουν ότι δεν ήταν Χριστιανές Ορθόδοξοι. Περαιτέρω, προσέφυγαν διότι ο διευθυντής του σχολείου θα έπρεπε να διακριβώσει εάν οι δηλώσεις ήταν αληθείς και οι δηλώσεις αυτές θα τηρούνταν στα σχολικά αρχεία. Επικαλέστηκαν ιδίως το άρθρο 9 (ελευθερία της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας) καθώς και το άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου αρ. 1 (δικαίωμα στην εκπαίδευση). 
Οι προσφυγές υποβλήθηκαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στις 5 και στις 8 Ιανουαρίυο 2018 αντίστοιχα.
Η απόφαση εκδόθηκε από Τμήμα επτά δικαστών με την εξής σύνθεση:
Ksenija Turković (Κροατία), Πρόεδρος,
Λίνος Αλέξανδρος Σισιλιάνος (Ελλάδα),
Aleš Pejchal (Δημοκρατία της Τσεχίας),
Armen Harutyunyan (Αρμενία),
Pere Pastor Vilanova (Ανδόρα),
Tim Eicke (Ηνωμένο Βασίλειο),
Jovan Ilievski (Βόρεια Μακεδονία),
και την Renat Degener, αναπληρώτρια Γραμματέα του Τμήματος.


Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ 
Το Δικαστήριο αποφάσισε να εξετάσει την προσφυγή των προσφευγόντων από το εναρκτήριο σημείο του άρθρου 2 του πρωτοκόλλου αρ. 1 της Σύμβασης που δίνει στους γονείς το δικαίωμα να αξιώνουν σεβασμό του Κράτους για τις θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις τους κατά την διδασκαλία του θρησκεύματος. Η διάταξη διαβάστηκε επίσςη υπο το φως του άρθρου 9 της Σύμβασης που εγγυάται στους μαθητς το δικαίωμα σε μια εκπαίδευση που σέβεται το δικαίωμά τους να πιστεύουν ή να μην πιστεύουν. 
Αρχικά, το Δικαστήριο έκρινε ότι το βασικό θέμα της υπόθεσης ήταν ότι εάν οι προσφεύγοντες γονείς ήθελαν να απαλλαγούν τα παιδιά τους από το μάθημα των θρησκευτικών θα ήταν υποχρεωμένοι να υποβάλουν μια υπεύθυνη δήλωση που να αναφέρει ότι τα παιδιά δεν ήταν Χριστιανοί Ορθόδοξοι.
Ένας τέτοιος μηχανισμός - ή η επιλογή της παρακολούθησης ενός μαθήματος με υποκατάστατο αντικείμενο - προβλέπεται από σχεδόν όλα τα κράτη μέλη. Ωστόσο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αυτό που είχε σημασία ήταν εάν οι προϋποθέσεις απαλλαγής, δηλαδή εξαίρεσης, μπορούσαν να επιβάλλουν ένα απαράδεκτο βάρος στους γονείς, για παράδειγμα επιβάλλοντάς τους να αποκαλύψουν στις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις τους. 
Το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτό συνέβαινε με τους προσφεύγοντες γονείς θα είχαν αναγκαστεί να υποβάλουν υπεύθυνη δήλωση από την οποία θα προέκυψε ότι οι ίδιοι και τα παιδιά τους είχαν ή δεν είχαν συγκεκριμένη θρησκευτική πεποίθηση.
Πράγματι, κατά το ισχύον σύστημα στην Ελλάδα για την απαλλαγή των παιδιών από το μάθημα των θρησκευτικών θέτει σε κίνδυνο την αποκάλυψη ευαίσθητων πτυχών της ιδιωτικής ζωής των προσφευγόντων. Το σύστημα μπορεί να τους αποτρέψει απο το να υποβαλουν ένα τέτοιο αίτημα, καθώς περιλαμβάενι ότι ο διεθυντής του σχολείου πρέπει να διακριβώσει την πληροφορία για την υπεύθυνη δήλωση και να την διαβιβάσει στον εισαγγελέα στην περίπτωση που διαπιστωθεί ανακρίβεια. Το ενδεχόμενο δίλημμα κορυφώνεται στην περίπτωση των προσφευγόντων που ζουν σε μικρά νησιά, στα οποία η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού ανήκει σε συγκεκριμένο θρήσκευμα και ο κίνδυνος στιγματισμού είναι πολύ μεγαλύτερος από ό,τι σε μια μεγάλη πόλη. Περαιτέρω, όπως σημείωσαν οι προσφεύογοντες, δεν προσφέρονται άλλα μαθήματα για τους μαθητές που απαλλάσσονται, το οποίο σημαίνει ότι θα είχαν χάσει ώρες διδασκαλίας μόνο και μόνο λόγω των δηλωθέντων πεποιθήσεώ ντους. 
Επισημαίνοντας ότι οι αρχές δεν έχουν το δικαίωμα να παρεμβαίνουν στην σφαίρα της ατομικής συνείδησης για να επιβεβαιώνουν τις πεποιθήσεις των ατόμων ή να τους αναγκάζουν να αποκαλύψουν τις πεποιθήσεις τους, το Δικαστήριο έκρινε ότι παραβιάστηκε το άρθρο 2 του πρωτοκόλλου αρ. 1, ερμηνευόμενο υπό το φως του άρθρου 9 της Σύμβασης.



ΔΙΚΑΙΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ (ΑΡΘΡΟ 41) 
Το Δικαστήριο έκρινε ότι Ελλάδα πρέπει να καταβάλει 8.000 ευρώ για μη περιουσιακη ζημία από κοινού στους τρεις πρώτους προσφεύγοντες και το ίδιο ποσό, από κοινού στην τέταρτη και πέμπτη προσφεύγουσα. Επιδίκασε 6.566,52 ευρω στους πρώτους τρεις προσφεύγοντες για δικαστικά έξοδα και δαπάνες.
Η απόφαση είναι διαθέσιμη μόνο στα Αγγλικά.
___
Αυτό το δελτίο τύπου είναι έγγραφο της Γραμματείας. Δεν δεσμεύιε το Δικαστήριο. Διατάξεις, αποφάσεις και περαιτέρω πληροφορίες για το Δικαστήριο είναι διαθέσιμες στο www.echr.coe.int. Για να λάβετε τα δελτα τύπου του Δικαστηρίου παρακαλούμε εγγραφείτε εδώ: www.echr.coe.int/RSS/en ή ακολουθήστε μας στο Twitter @ECHRpress
To Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ιδρύθηκε στο Στρασβούργο από τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης το 1959 προκειμένου να εξετάζει ισχυριζόμενες παραβιάσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του 1950.
*Σύμφωνα με τα άρθρα 43 και 44 της Σύμβασης, αυτή η απόφαση Τμήματος δεν είναι τελική. Εντός διαστήματος τριών μηνών από την έκδοσή της, κάθε ενδιαφερόμενος διάδικος σε αυτή την υπόθεση μπορεί να ζητήσει την παραπομπή της στο Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως. Εάν υποβληθεί τέτοια αίτηση, μια σύνθεση από πέντε δικαστές θα αποφασίσει εάν η υπόθεση θα πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εξέταση. Σε αυτή την περίπτωση, η υπόθεση θα δικαστεί με ακροαματική διαδικασία στο Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως και θα εκδοθεί τελική απόφαση. Εάν απορριφθεί το αίτημα, η απόφαση του Τμήματος θα κηρυχθεί τελική την ίδια ημέρα. Όταν μια απόφαση καθίσταται τελική, διαβιβάζεται στην Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλιου της Ευρώπης για την εποπτεία της εκτέλεσής της. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την εκτέλεση της αποφασης: www.coe.int/t/dghl/monitoring/execution.

Τρίτη, Οκτωβρίου 22, 2019

Οι δύο αποφάσεις του ΣτΕ για την θρησκευτική εικόνα στην αίθουσα της Ολομέλειάς του



Μέσα σε ένα χρόνο η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας εξέδωσε δύο διαφορετικού περιεχομένου αποφάσεις για το αίτημα της αφαίρεσης της εικόνας του Χριστού από την αίθουσα της συνεδρίασης του ανώτατου δικαστηρίου. Έτυχε να είμαι ο δικηγόρος που υπέβαλα και τις δύο φορές το αίτημα αυτό, κατόπιν αιτήσεως των ανθρώπων που εκπροσωπούσα σε υποθέσεις θρησκευτικής ελευθερίας στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Η πρώτη υπόθεση αφορούσε αίτηση ακύρωσης γονέων και μαθητών καθώς και της Ένωσης Αθέων για την ακύρωση των υπουργικών αποφάσεων που καθόριζαν το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών και δικάστηκε τον Σεπτέμβριο του 2018. Η δεύτερη υπόθεση αφορούσε αιτήσεις ακύρωσης γονέων και μαθητών και της Ένωσης Αθέων για τις υπουργικές αποφάσεις του Γαβρόγλου που επέβαλαν την αναγραφή του πεδίου θρήσκευμα σε απολυτήρια και άλλα πιστοποιητικά του γυμνασίου και του Λυκείου. Και στις δύο υποθέσεις, το αίτημα υποβλήθηκε εγγράφως πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και απορρίφθηκε και τις δύο φορές. Το αίτημα που υπέβαλα είχε και στις δύο περιπτώσεις την ίδια νομική βάση: υποστήριξα δηλαδή ότι το Δικαστήριο καλείται να δικάσει μια υπόθεση θρησκευτικής ελευθερίας από αιτούντες που δεν ασπάζονται την κρατούσα θρησκεία που συμβολίζεται με την εικόνα του Χριστού μέσα στην δικαστική αίθουσα και ότι αυτό είναι ένα στοιχείο "εξωτερικής αμεροληψίας" (δηλαδή "φαίνεσθαι") ανεξάρτητο απο την εσωτερική αμεροληψία (ενδιάθετο φρόνημα κάθε δικαστή) που δεν εξασφαλίζει ο θρησκευτικός χρωματισμός της δικαστικής αίθουσας έτσι ώστε να καλύπτονται οι προϋποθέσεις του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη). 

Αξίζει να δούμε πώς διαφοροποιήθηκαν τα επιχειρήματα των δικαστών στις δύο αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου.

Η πρώτη απόφαση είναι η υπ' αρ. 130/2018 της Ολομέλειας του ΣτΕ (παρεμπίτουσα) με την οποία το αίτημα που υπέβαλα απορρίφθηκε ως "απαράδεκτο", δηλαδη η πλειοψηφία έκρινε ότι δεν είχαν τηρηθεί οι τυπικές προϋποθέσεις για την επί της ουσίας εξέτασή του.

"Τούτο προεχόντως διότι το εν λόγω αίτημα δεν αποτελεί αντικείμενο της συγκεκριμένης δίκης ούτε  έχει, αντικειμενικά οποιαδήποτε συνδεση με το προεκτεθέν αντικείμενο, που αφορά διαφορετικό ζήτημα, κατά τρόπο ώστε να μην τίθεται ζήτημα κατ' ουσίαν εξετάσεως τυχόν παραβιάσεως της απαγορεύσεως διακρίσεων λόγω θρησκεύματος ούτε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, της αρχής της δίκαιης δίκης. Εξάλλου, η αποδοχή του προβληθέντος με τον ανωτέρω τρόπο αιτήματος θα συνιστούσε ικανοποίηση προσβαλλόμενου δικαιώματος χωρίς δίκη, γεγονός που θα οδηγούσε σε προσβολή αντίστοιχου δικαιώματος των αντιδίκων."

Μπούρδες, όπως δέχτηκε η ίδια η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας εννέα (9) μόλις μήνες μετά, κρίνοντας παραδεκτό το αίτημα που είχε υποβληθεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Άλλωστε, ποια "προσβολή αντίστοιχου δικαιώματος των αντιδίκων", όταν ο αντίδικος ήταν το Υπουργείο Παιδείας; Είχε "δικαίωμα" το Υπουργείο Παιδείας να υφίσταται η εικόνα του Χριστού εντός της αίθουσας συνεδρίασης; Αστειότητες. Υπήρξε άλλωστε και μια μειοψηφία των Συμβούλων Επικρατείας κ.κ. Νίκα, Κουσούλη, Χλαμπέα, Πικραμένου, Σύμπλη και Ζιάμου (επί συνόλου 29 δικαστών):

"οι οποίοι διατύπωσαν την γνώμη ότι το εν λόγω αίτημα υποβλήθηκε, κατ' αρχήν παραδεκτώς και έπρεπε να συζητηθεί κατ' ουσίαν."

Επίσης υπήρξε και ένας μεμονωμένος Σύμβουλος της Επικρατείας, ο κ. Αραβάνης, ο οποίος διατύπωσε την γνώμη ότι

"το αίτημα υποβλήθηκε παραδεκτώς, είναι βάσιμο για τους εκτιθέμενους σε αυτό λόγους, έπρεπε δε, κατ' αποδοχή του, να αφαιρεθεί εκ των προτέρων το εν λόγω σύμβολο".

Η δεύτερη απόφαση είναι η υπ' αρ. 71/2019 της Ολομέλειας του ΣτΕ (παρεμπίπτουσα) με την οποία το αίτημα που υπέβαλα απερρίφθη ως νόμω αβάσιμο. Συγκεκριμένα, το ΣτΕ στην απόφαση αυτή αναφέρεται στο άρθρο 3 του Συντάγματος περί επικρατούσας θρησκείας και έκρινε ως εξής:

"Στο πλαίσιο αυτό, ακολουθούνται εθιμικά ορισμένες πρακτικές σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοση. Πράγματι, ήδη από την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους, αναρτώνται θρησκευτικές εικόνες ή σύμβολα στις αίθουσσες των δικαστηρίων, όπως και σε άλλα δημόσια κτίρια (λ.χ. στις αίθουσες των σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, πρβλ ΕΔΔΑ Μειζ. Συνθ. Lautsi και λοιποί κατά Ιταλίας της 18ης Μαρτίου 2011, 30814/06), η πρακτική δε αυτή ακολουθείται παγίως και κατά τρόπο ομοιόμορφο από όλα τα δικαστήρια. Οι αιτούντες με την υποβοή του κρινόμενου αιτήματος απομάκρυνσης της θρησκευτικής εικόνας από την αίθουσα συνεδριάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν επικαλούνται ούτε αποδεικνύουν οποιαδήποτε βλάβη που τυχόν υφίστανται από την τήρηση της παραπάνω πρακτικής, όπως λόγου χάριν, επιρροή του θρησκευτικού συμβόλου στο φρόνημα των μελών της συνθέσεως που θα εκδικάσει την υπόθεσή τους, ή στην άσκηση των δικαιωμάτων τους στο ακροατήριο ή στον τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας, ούτε άλλωστε επικαλούνται ότι η διενέργεια διαδικαστικών πράξεων σε δικαστικές αίθουσες με αναρτημένα θρησκευτικά σύμβολα έχει επιδράσει, κατά τρόπο αντίθετο προς την δικαστική αμεροληψία, στο περιεχόμενο της απόφασης τούτου είτε και άλλου δικαστηρίου, η οποία αφορά σε αντικείμενο ίδιο ή παρεμφερές με αυτό των προαναφερόμενων αιτήσεων ακύρωσης (πρβλ. ΕΔΔΑ αποφάσεις Δημητράς και λοιποί κατά Ελλάδος της 3ης Ιουνίου 2010, 42837/06 κ.λπ., σλ. 55-56, και της 3ης Νοεμβρίου 2011, 34207/08 κ.λπ., σκ. 37 - 38, ΣτΕ 2980/2013). Με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχει περίπτωση παραβίασης του άρθρου 6 παρ. 1 τηε ΕΣΔΑ απο μόνη την διατήρηση, κατά την επίμαχη συνεδρίαση, της παραπάνω μακροχρόνιας πρακτικής, η οποία εμπίπτει κατ' αρχήν στο περιθώριο εκτίμησης του ελληνικού κράτους (πρβλ. την ανωτέρω απόφαση ΕΔΔΑ Μειζ. Συνθ. Lautsi και λοιποί κατά Ιταλίας της 18ης Μαρτίου 2011, Ολομ., 30814/06, σκ. 67 - 69), ενόψει και της συνταγματικής πρόβλεψης περί επικρατούσας θρησκείας στον νομοθέτη δε εναπόκειται να αποφασίσει εάν θα διακόψει, κατά τρόπο γενικό και ενιαίο την μακροχρόνια αυτή πρακτική που ακολουθείται εθιμικά. Κατόπιν τούτων, το υποβληθέν από τους αιτούντες αίτημα αφαίρεσης της θρησκευτικής εικόνας από την αίθουσα συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, ενόψει της εκδίκασης συγκεκριμένων υποθέσεων, πρέπει να απορριφθεί."

Υπήρξε φυσικά και μειοψηφία των Συμβούλων Επικρατείας κ.κ. Αραβάνη, Παπαδοπούλου και Γαλελιανού - Χαλκιαδάκη κατά την γνώμη των οποίων

"το αίτημα πρέπει να γίνει δεκτό, διότι η εκδίκαση υπθέσεων με αντικείμενο την απάλειψη του θρησκεύματος από το απολυτήριο και τα πιστοποιητικά σπουδών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης εντός δικαστικής αίθουσας στην οποία είναι αναρτημένα θρησκευτικά σύμβολα, και μάλιστα του επίδικου θρησκεύματος, παραβιάζει το άρθρο 13 του Συντάγματος και τα άρθρα 6 παρ. 1 και 9 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, όπως βασίμως προβάλλουν οι αιτούντες."

Το σχόλιο μου και για τις δύο αποφάσεις είναι ότι με λυπεί ιδιαίτερα που το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν ακολουθεί την ευρωπαϊκή μεθοδολογία με βάση την οποία εξετάζεται το κατά πόσον ένα δικαίωμα της ΕΣΔΑ περιορίζεται νόμιμα ή όχι. Το ΕΔΔΑ, αλλά και όλα τα δικαιοδοτικά όργανα και οι ανεξάρτητες αρχές που αντιμετωπίζουν ένα αίτημα σχετικό με παραβίαση της ΕΣΔΑ ξεκινούν από τον εντοπισμό του δικαιώματος στον κατάλογο των δικαιωμάτων της ΕΣΔΑ και στην συνέχεια εξετάζουν κατά πόσον ο περιορισμός που επιβάλλεται σε αυτό το δικαίωμα είναι συμβατός με τις αντίστοιχες διατάξεις του θεμιτού περιορισμού της ΕΣΔΑ, όταν δε προτείνεται παραβίαση του άρθρου 14 (απαγόρευση των διακρίσεων), η εξέταση εκκινεί από την αναστροφή του βάρους της απόδειξης, δηλαδή πρώτα εξετάζεται κατά πόσον το καταγγελλόμενο κράτος έχει να πει κάτι που να ανατρέπει την επίκληση της διάκρισης και στην συνέχεια εξετάζεται η τυχόν απάντηση του καταγγέλλοντος. Τίποτε από αυτά δεν έχει κάνει το ΣτΕ στις προαναφερόμενες αποφάσεις, γεγονός που τις καθιστά έκθετες στον έλεγχο από τον φυσικό μας δικαστή. 



Πέμπτη, Οκτωβρίου 10, 2019

Περί της τριχοφυίας των ενστόλων

Οι ένστολοι είναι ο σκληρός πυρήνας του κρατικού μηχανισμού. Είναι τα όργανα μέσω των οποίων η Ελληνική Δημοκρατία επιβάλλει τις επιλογές της και τις αποφάσεις της. Αυτή η ιδιότητά τους όμως δεν τους αποστερεί βέβαια από ορισμένες θεμελιώδεις ατομικές επιλογές τους. Ακόμη και στο σκληρό πυρήνα του οργάνου του κρατικού μηχανισμού, υπάρχει η ελευθερία της βούλησης και του ατομικού αυτοκαθορισμού. Ακόμη και στα εξωτερικά χαρακτηριστικά που πρέπει να διέπονται από την αυστηρή ομοιομορφία της πειθαρχίας που σωματοποιείται με την στολή, υπάρχει το δικαίωμα της επιλογής. Οι γυναίκες αστυνομικοί μόλις το 1990 επετράπη να φορούν παντελόνια. Μέχρι τότε, ίσως να ακουγόταν αδιανόητο. Όμως αρκετά χρόνια πριν θα ακουγόταν αδιανόητο η γυναίκα να είναι και αστυνομικός.

Στις 10.5.2019 εκπροσώπησα στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών έναν αστυνομικό. Το πρόβλημά του ήταν, τυπικά, ένα πρόστιμο 30 ευρώ. Η ουσία του θέματος όμως ήταν άλλη. Ο εν λόγω αστυνομικός είχε ζητήσει να του επιτραπεί να εμφανιστεί στην υπηρεσία του με περιποιημένο γένι, υποστηρίζοντας το αίτημά του βάσει του συνταγματικού δικαιώματος ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του. Το αίτημά του απορρίφθηκε με βάση τον Κανονισμό. Ο ίδιος όμως πήγε στην υπηρεσία και στην συνέχεια του επιβλήθηκε το πρόστιμο. Προσέβαλε με ιεραρχική προσφυγή το πρόστιμο, φτάνοντας μέχρι τον Γενικό Αστυνομικό Διευθυντή Αττικής, ο οποίος όμως απέρριψε την προσφυγή του. Έτσι, άνοιξε ο δρόμος για την δικαστική οδό και την υποβολη αίτησης ακύρωσης στο Διοικητικό Εφετείο. Προσφύγαμε το 2017 και μετά από δύο αναβολές "οίκοθεν", από το ίδιο το δικαστήριο, η υπόθεση εκδικάστηκε πριν από πέντε ολόκληρους μήνες, χωρίς, δυστυχώς, να έχει ακόμη εκδοθεί η δικαστική απόφαση. Η δικαστική απόφαση θα είναι τελική, καθώς δεν μπορεί να προσβληθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας, λόγω του ότι πρόκειται για "ακυρωτική" διαφορά.

Η επίμαχη διάταξη είναι το άρθρο 64 παρ. 4 περ. θ' της Απόφασης του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ αρ. 7012/6/103, Στολή αστυνομικού προσωπικού (ΦΕΚ Β' 1426/167.2009), η οποία ορίζει ότι:

οι αστυνομικοί που φέρουν στολή και έχουν διαταχθεί ή όχι σε υπηρεσία απαγορεύεται να τρέφουν υπερβολική ή ατημέλητη κόμη, μύστακα ή παραγναθίδες, καθώς και υπογένειο (μούσι) οι άνδρες και υπερβολική ή απεριποίητη κόμη και μη διακριτικό καλλωπισμό (μακιγιάζ) οι γυναίκες”.

Η ανωτέρω διάταξη της Απόφασης του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ. υπερβαίνει την νομοθετική εξουσιοδότηση που του δόθηκε για τον “τύπο της στολής του αστυνομικού”, δυνάμει του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν.1481/1984 και της ανωτέρω μεταβίβασης αρμοδιότητας από τον Υπουργό. Διότι τα φυσικά χαρακτηριστικά του προσώπου, ανάμεσα στα οποία είναι η τριχοφυία, συνιστούν στοιχεία του ανθρώπινου σώματος, δηλαδή αναπόσπαστο στοιχείο της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και όχι μέρος της αστυνομικής στολής, η οποία αποτελεί σύνολο ενδυμάτων, υποδυμάτων, πηλικίου και εν γένει τεχνητώς κατασκευασμένου υλικού που οφείλει να φέρει ο αστυνομικός υπάλληλος. Δεν είναι μέρος της στολής τα χαρακτηριστικά του προσώπου, τα οποία καθένας έχει συνταγματικό δικαίωμα να διαμορφώνει όπως επιθυμεί, εφόσον, κατά το Σύνταγμα, δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και τα χρηστά ήθη. Τέτοια προσβολή δεν υφίσταται όταν ένας αστυνομικός τρέφει υπογένειο, αφού αυτό αποτελεί ένα στοιχείο του άρρενος φύλου, το οποίο από αρχαιοτάτων χρόνων αποτελεί αντικείμενο καλλωπισμού, ομορφιάς και απεικόνισης στην τέχνη, ιδίως στην  ελληνική τέχνη της Κλασικής εποχής και αποτελεί διαχρονικό πρότυπο ανδρικής ομορφιάς, αρρενωπότητας και περηφάνειας. Η αυθαίρετη επιβολή της ανωτέρω απόφασης του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ. με την οποία κρίθηκε ως μέρος της “στολής” η απαγόρευση του υπογενείου στους άνδρες εισάγει μια απαγόρευση που παρεμποδίζει την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας των αστυνομικών, καθώς δεν ρυθμίζει όντως την “στολή” τους, αλλά παρεμβαίνει στην ανάπτυξη σωματικών χαρακτηριστικών του φύλου τους κι επομένως είναι αντίθετη στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε αντισυνταγματική την καθολική απαγόρευση ύπαρξης τατουάζ (δερματοστιξίας) σε υποψήφιους ειδικούς φρουρούς της ΕΛ.ΑΣ. Σύμφωνα με τις αποφάσεις  780/2014, 781/2014 και 783/2014, το Γ' Τμήμα του Σ.τ.Ε., έκρινε “Επειδή η εξουσιοδοτική διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 9 του ν. 2734/1999, ερμηνευόμενη εν όψει των διατάξεων των άρθρων 2 παράγραφος 1, 5 παράγραφος 1, 25 παράγραφος 1 εδάφιο τελευταίο, 29 παράγραφος 3 εδάφιο πρώτο, 103 παράγραφος 1 του Συντάγματος, οι οποίες παρατίθενται στην 3η σκέψη, έχει την έννοια ότι επιτρέπεται να ορισθεί ότι η δερματοστιξία καθεαυτή συνιστά λόγο αποκλεισμού του υποψηφίου από τον διαγωνισμό για την πρόσληψη ειδικών φρουρών, εφόσον όμως αυτή είναι και με την ενδυμασία εξωτερικά εμφανής και επί πλέον οι σχετικές απεικονίσεις ως εκ του περιεχομένου τους είτε αναιρούν την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα ουδετερότητα των υπαλλήλων του Δημοσίου είτε προκαλούν κατά τρόπο ο οποίος δεν συνάδει προς την ιδιότητα και τα καθήκοντά τους. Συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 1 παράγραφος 1 εδάφιο δ΄ της 7002/12/1-ι΄/26.3.2007 υπουργικής αποφάσεως και η ταυτόσημη ως προς το περιεχόμενο αντίστοιχη διάταξη του κεφαλαίου ΙΙ παράγραφος 1 εδάφιο γ΄ της προκηρύξεως, κατά σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία τους, θεσπίζουν την δερματοστιξία ως λόγο αποκλεισμού από τον επίδικο διαγωνισμό μόνον εφόσον συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις.

Υπάρχει, όμως, κι άλλος ένας νομικός λόγος για τον οποίο το Διοικητικό Εφετείο πρέπει να ακυρώσει το πρόστιμο και την απαγόρευση για την τριχοφυία. Mε το άρθρο 3 του Ν.4443/2016 απαγορεύονται οι διακρίσεις λόγω χαρακτηριστικών φύλου στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα. Ως “χαρακτηριστικά φύλου”, σύμφωνα με τo άρθρο 2 παρ. 2 του Ν.4491/2017 νοούνται: “τα χρωμοσωμικά, γονιδιακά και α ν α τ ο μ ι κ ά χαρακτηριστικά του προσώπου, τα οποία συμπεριλαμβάνουν πρωτογενή χαρακτηριστικά, όπως τα αναπαραγωγικά όργανα, και δ ε υ τ ε ρ ο γ ε ν ή χαρακτηριστικά, όπως η μυϊκή μάζα, η ανάπτυξη μαστών ή τ ρ ι χ ο φ υ ΐ α ς ”.  Ως εκ τούτου, η τριχοφυϊα του προσώπου αποτελεί δευτερογενές χαρακτηριστικό φύλου, για το οποίο απαγορεύονται οι άμεσες κι έμεσες διακρίσεις κατά το άρθρο 3 του Ν.4443/2016. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, κατά παράβαση της ανωτέρω διάταξης κρίθηκε ότι η εμφάνισή του αστυνομικού με ορατή την τριχοφυία του προσώπου μου (γένια) αποτελεί “αναξιοπρεπή” συμπεριφορά, μέρος της “στολής” και παράβαση κανόνων της υπηρεσίας. Το ορθό είναι ότι στα ενήλικα  άρρενα άτομα, η τριχοφυϊα του προσώπου αποτελεί “ΔΕΥΤΕΡΟΓΕΝΕΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟ ΦΥΛΟΥ”, δηλαδή στοιχείο εγγενές της προσωπικότητάς τους. Συνεπώς, η εμφάνιση του προσώπου με ορατό αυτό το δευτερογενές χαρακτηριστικό του φύλου δεν συνιστά “αναξιοπρεπή” συμπεριφορά ή “αντικανονική στολή”, αλλά στοιχείο για το οποίο δεν επιτρέπεται να δέχεται ο αστυνομικός δυσμενέστερη μεταχείριση σε σχέση με άλλους συναδέλφους οι οποίοι επιλέγουν να μην τρέφουν γένεια ή σε σχέση με τις γυναίκες συναδέλφους του.  Η επιβολή πειθαρχικής ποινής προστίμου εις βάρος του εν λόγω αστυνομικού οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στο ότι δεν αφαίρεσε από το πρόσωπό του δευτερογενές χαρακτηριστικό φύλου του (τριχοφυία), επομένως υπέστη διακριτική μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από εκείνη που θα ετύγχανε άλλο πρόσωπο σε ανάλογη κατάσταση (π.χ. γυναικα ή ξυρισμένος άνδρας αστυνομικός): δεν θα του επιβαλλόταν πρόστιμο για ορατό χαρακτηριστικό του φύλου του. Πρόκειται λοιπόν για άμεση διάκριση, κατά την έννοια του άρθρου 2 του Ν.4443/2016, το οποίο βρίσκει εφαρμογή κατά ρητή αναφορά του και στον δημόσιο τομέα, όπως είναι η Ελληνική Αστυνομία. Άλλως, πρόκειται για έμμεση διάκριση λόγω χαρακτηριστικών φύλου, καθόσον αφορά όλους τους άρρενες αστυνομικούς που δεν αποκόπτουν το εν λόγω χαρακτηριστικό φύλου τους, έμμεση διάκριση που όμως δεν δικαιολογείται αντικειμενικά απο έναν θεμιτό σκοπό και τα μέσα επίτευξής του είναι αναγκαία για την τήρηση της δημόσιας ασφάλειας, την διασφάλιση της δημόσιας τάξης, την πρόληψη ποινικών παραβάσεων, την προστασία της υγείας και των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων,  καθόσον το μούσι σε έναν αστυνομικό δεν τον εμποδίζει αιτιωδώς στην άσκηση των καθηκόντων  του για την τήρηση της δημόσιας ασφάλειας και τάξης, για την πρόληψη των ποινικών παραβάσεων, την προστασία της υγείας και των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων. Περαιτέρω, η διάκριση αυτή αφορά τα άτομα που εργάζονται στην Ελληνική Αστυνομία και η επιβολή πειθαρχικού προστίμου για εμφανές δευτερογενές χαρακτηριστικό φύλου συνιστά λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση ως προς (α) τους όρους υπηρεσιακής και επαγγελματικής εξέλιξης, αφού η ύπαρξη πειθαρχικής ποινής μειώνει τις προσδοκίες για υπηρεσιακή εξέλιξη κατά το σύστημα των σχετικών κρίσεων του αστυνομικού προσωπικού καθώς και (β) τους όρους και τις συνθήκες της εργασίας, αφού καλλιεργείται η μειονεκτική αντιμετώπισή μου ως άρρενος αστυνομικού που δεν επιθυμεί να αποκόπτει ένα χαρακτηριστικό του φύλου του στο πρόσωπό του. Σημειωτέον ότι σε άλλες Αστυνομίες στην Ευρώπη υπάρχουν αστυνομικοί που υπηρετούν κανονικά χωρίς να τους επιβάλλεται να αποχωριστούν το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό φύλου.

Αντίστοιχες διατάξεις προβλέπει και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.). Στο δικαίωμα του άρθρου 8 της Ε.Σ.Δ.Α. περιλαμβάνεται και η επιλογή του ατόμου να τρέφει υπογένειο. Αυτή ακριβώς ήταν η κρίση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ατόμου στην απόφαση της 14.6.2016, επί της υπόθεση  Biržietis κατά Λιθουανίας (προσφυγή αρ. 49304/09). Η υπόθεση αφορούσε κανονιστική απαγόρευση διατήρησης υπογενείου σε κρατούμενους φυλακών της Λιθουανίας. Ένας κρατούμενος υπέβαλε αίτημα στην διοίκηση των φυλακών να αφήσει μούσι (επικαλούμενος λόγους υγείας που δεν επιβεβαιώθηκαν και τελικά αποκαλύφθηκε ότι απλώς είχε χαλάσει η ξυριστική μηχανή του και δεν είχε χρήματα να αγοράσει άλλη). Η διοίκηση των φυλακών απέρριψε το αίτημα και ο κρατούμενος προσέφυγε στο διοικητικό δικαστήριο με το επιχείρημα ότι η απαγόρευση διατήρησης υπογενείου δεν προβλεπόταν απο τον νόμο, αλλά από εσωτερικό κανονισμό. Το περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο έκρινε δεκτούς τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος, αλλά το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο  που δίκασε στην συνέχεια, ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση. Όμως, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπο, με την ανωτέρω απόφαση κατέληξε στις εξής σκέψεις:

“33.  Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι οι προσωπικές επιλογές που αφορούν την επιθυμητή εμφάνιση του ατόμου, τόσο σε δημόσιους, όσο και σε ιδιωτικούς χώρους, σχετίζεται με την έκφραση της προσωπικότητάς τους κι έτσι εμπίπτει στην έννοια της ιδιωτικής ζωής (βλ. S.A.S. κατά Γαλλίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 43835/11, § 107, ΕΔΔΑ 2014 (αποσπάσματα), και αποφάσεις παραπεμπόμενες εκεί. Έτσι έχει κριθεί στο παρελθόν και ως προς μία κόμμωση (βλ. Popa κατά Ρουμανίας (αποφ.), αρ. 4233/09, §§ 32-33, 18 Ιουνίου 2013) και για την ενδυματολογική επιλογή (βλ. S.A.S. κατά Γαλλίας, ό.π. § 107). Συνακόλουθα, το Δικαστήριο θεωρεί ότι σε περιστάσεις όπως στην υπό κρίση περίπτωση, η επιλογή της διατήρησης υπογενείου συνιστά πτυχή της προσωπικότητας του προσφεύγοντος και της ατομικής ταυτότητάς του και εμπίπτει στην έννοια της ιδιωτικής ζωής και ως εκ τούτου είναι εφαρμοστέο το άρθρο 8 της Σύμβασης. 
[...]
2.  Η κρίση του Δικαστηρίου
(α)  Σχετικες γενικές αρχές
45.  Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι οι κρατούμενοι γενικά εξακολουθούν να απολαμβάνουν όλα τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες που κατοχυρώνονται από την Σύμβαση, με την εξαίρεση του δικαιώματος στην ελευθερία – δεν υπάρχει ζήτημα περί του εάν ο κρατούμενος στερείται τα δικαιώματα της Σύμβασης μόνο λόγω της ιδιότητάς του ως κρατούμενους. Για παράδειγμα, οι κρατούμενοι δεν επιτρέπεται να τυγχάνουν κακομεταχείρισης, εξακολουθούν να απολαμβάνουν το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή, το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης, το δικαίωμα της θρησκευτικής λατρείας, το δικαίωμα της επικοινωνίας και το δικαίωμα του γάμου μεταξύ άλλων (βλ.  Dickson κατά Ηνωμένου Βασιλείου [Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 44362/04, §§ 67-68, ΕΔΔΑ 2007V, και περαιτέρω παραπεμπόμενες υποθέσεις). Οι περιστάσεις της φυλάκισης ιδίως θέματα σχετικά με την ασφάλεια και την αποτροπή του εγκλήματος και της διατάραξης της δημόσιας τάξης μπορούν να δικαιολογήσουν περιορισμούς σε αυτά τα δικαιώματα. Πάντως κάθε περιορισμός πρέπει να αιτιολογείται σε κάθε ατομική υπόθεση. 
(β)  Εφαρμογή των ανωτέρω αρχών στην υπό κρίση υπόθεση
46.  Αρχικά, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι η απαγόρευση του προσφεύγοντος να διατηρεί υπογένειο ενώ ήταν στην φυλακή συνιστούσε παρέμβαση στο δικαίωμά του για σεβασμό στην ιδιωτική ζωή του που προστατεύεται από το άρθρο 8 της Σύμβασης. Απομένει να αποδειχθεί έαν αυτή η παρέμβαση δικαιολογείτο κατά την δεύτερη παράγραφο αυτής της διάταξης. 

(i)  Νομιμότητα της παρέμβασης
47.  Σύμφωνα με την νομολογία του Δικαστηρίου, η έκφραση “σύμφωνα με τον νόμο” στο άρθρο 8 § 2 επιβάλει, πρώτον, το επιβαλλόμενο μέτρο να έχει μια βάση στην εθνική νομοθεσία. Δεύτερον, αφορά την ποιότητα του εν λόγω νόμου, επιβάλλοντας ο νόμος αυτός να έχει διατυπωθεί με επαρκή σαφήνεια, ώστε να είναι προσβάσιμος για τα άτομα που αφορά, τα οποία άτομα θα πρέπει να μπορούν να προβλέπουν σε ένα βαθμό εύλογο κατά τις περιστάσεις, τις συνέπειες που μια δεδομένη ενέργεια μπορεί να έχει για αυτά (βλ. μεταξύ άλλων  Khoroshenko κατά Ρωσίας [Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως], αρ. 41418/04, § 110, ΕΔΔΑ 2015, και περαιτέρω παραπομπές).
48.   Στην παρούσα υπόθεση, η απαγόρευση των κρατουμένων να αφήνουν μούσι έχει περιληφθεί στον Εσωτερικό Κανονισμό του Σωφρονιστικού Ιδρύματος Marijampole, ο οποίος έχει εγκριθεί από τον επικεφαλής αυτού του ιδρύματος (βλ. ανωτ. Παρ. 17). Αυτοί οι κανόνες επιδείχθηκαν στον κρατούμενο την ημέρα του εγκλεισμού του στο ίδρυμα κι εκείνος υπέγραψε ότι τουε έχει διαβάσει και κατανοήσει (βλ. παρ. 6 ανωτ.. Ο προσφεύγων δεν ισχυρίστηκε ότι η απαγόρευση ήταν μη προσβάσιμη ή μη προβλέψιμη γι' αυτόν και το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να κρίνει διαφορετικά.  
49.  Πάντως, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι μια τέτοια απαγόρευση στους εσωτερικούς κανόνισμούς του ιδρύματος δεν ήταν νόμιμη καθώς δεν προβλεπόταν από την ανώτερη νομοθεσία, όπως τον Κώδικα Εκτέλεσης Ποινών ή τον Εσωτερικό Κανονισμό Σωφρονιστικών Ιδρυμάτων που είχε εγκριθεί απο τον Υπουργό Δικαιοσύνης. 
50 .  Σε σχέση με αυτά, το  Δικαστήριο σημειώνει ότι ο όρος “νόμος” στο Άρθρο 8 παρ. 2 της Σύμβασης μπορεί να νοηθεί με την ουσιαστική και όχι με την τυπική του έννοια, έτσι ώστε να περιλαμβάνονται όχι μόνο οι γραπτοί νόμοι που ψηφίζονται στο Κοινοβούλιο, αλά και τα διοικητικά και κανονστικά μέτρα της κατώτερης έννομης τάξης που θεσπίζονται από επαγγελματικά ρυθμιστικά όργανα στο πλαίσιο της ανεξάρτητης νομοθετικής εξουσιοδότησης που τους έχει ανατεθεί από το κοινοβούλιο, αλλά και οι άγραφοι νόμοι (βλ.  Leyla Şahin κατά Τουργίας [Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 44774/98, § 88, ΕΔΔΑ 2005XI, και σχετικές παραπεμπόμενες υποθέσεις). Ακόμη κι αν το εθνικό δίκαιο απαιτεί η παρέμβαση στο δικαίωμα της οικογενειακής ζωής προϋποθέτει ένα συγκεκριμένο επίπεδο νομοθεσίας, το Άρθρο 8 της Σύμβασης δεν θέτει τέτοια προϋπόθεση. 
51.  Το Δικαστήριο περαιτέρω παρατηρεί ότι το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Λιθουανίας, κατά την εξέταση της προσφυγής του προσφεύγοντος, έκρινε ότι μολονότι τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι θεμελιώδεις ελευθερίες των κρατουμένων μπορούν να περιοριστούν μόνο με νόμους που θεσπίζει το Κοινοβούλιο, το αίτημα για διατήρηση γενειάδας δεν μπορεί να θεωρηθει τέτοιο ανθρώπινο δικαίωμα ή ελευθερία και ως εκ τούτου οι περιορισμοί επ' αυτού μπορούν να προβλέποναι από κατώτερα νομοθετήματα ( βλ. παρ. 12 ανωτ.). Το Δικαστήριο σημειώνει ότι δεν είναι δική του λειτουργία να εξετάζει λάθη περί τα πραγματικά περιστατικά ή περί τον νόμο που κατά ισχυρισμούς διέπραξαν τα εθνικά δικαστήρια (βλ. μεταξύ άλλων,  García Ruiz κατά Ισπανίας [Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 30544/96, § 29, ΕΔΔΑ 1999I). Συνεπώς, το Δικαστήριο είναι έτοιμο να δεχτεί, όπως και το εθνικό δικαστήριο, ότι η ισχυριζόμενη παρέμβαση είχε μια νόμιμη βάση στο εθνικό δίκαιο και πληροί τις προϋποθέσεις νομιμότητας που κατοχυρώνονται με την νομολογία των Δικαστηρίων. 
52.   Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει ότι η απαγόρευση να μην έχει ο προσφεύγων γενειάδα στην φυλακή ήταν προβλεπόμενη “από τον νόμο”, κατά την έννοια του άρθρου  8 § 2 της Σύμβασης.
(ii)  Νόμιμος στόχος 
53.  Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η απαρίθμηση των εξαιρέσεων από το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής που περιλαμβάνεται στο Άρθρο 8 παρ. 2 είναι εξαντλητική και ότι ο καθορισός τους είναι περιοριστικός. Για να είναι συμβατός με την Σύμβαση ένας περιορισμός αυτού του δικαίωματος πρέπει, ιδίως, να επιδιώκει έναν στόχο που μπορεί να συνδεθεί με έναν από αυτούς που αναφέρονται στον κατάλογο της διάταξης (βλ.  S.A.S. Κατά Γαλλίας, ό.π., § 113).
54.  Στην παρούσα υπόθεση, η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η απαγόρευση σε κρατούμενους να αφήνουν μούσια αποσκοπεί στην διατήρηση της τάξης και την αποτροπή του εγκλήματος ανάμεσα στους κρατούμενους, όπως και στην συντήρηση της υγιεινής καθώς και στην διασφάλιση του ότι οι κρατούμενοι έχουν μια καθαρή εμφάνιση. Ως προς τον τελευταίο στόχο, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η Κυβέρνηση δεν εξηγεί πώς αυτό συνδέεται με έναν από τους “νόμιμους στόχους” που ρητώς αναφέρονται στο άρθρο  8 § 2 της σύμβασης. Ως προς την διατήρηση της τάξης και της αποτροπής του εγκλήματος, η Κυβέρνηση δεν προσδιορίζει ακριβώς πώς, εάν οι κρατούμενοι αφήσουν μούσια, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει στην αταξία και στο έγκλημα, για παράδειγμα δεν έχουν αναφέρει περιπτώσεις στις οποίες σημειώθηκαν προσπάθειες κρατουμένων να τελέσουν εγκλήματα στα οποία θα είχαν επιβοηθηθεί κάπως από την παρουσία τριχών του προσώπου. Η Κυβέρνηση επίσης δεν ισχυρίστηκε ότι η απαγόρευση της γενειάδας θα οδηγούσε στην διασφάλιση του σεβασμού κοινωνικών κανόνων και προτύπων σχετικών με τους κρατούμενους (βλ. π.χ. mutatis mutandis, S.A.S. κατά Γαλλλίας, ό.π., §§ 121122, όπου η Κυβέρνηση επικαλέστηκε την ανάγκη διασφάλισης “σεβασμού ενός ελάχιστου προϋποθέσεων κοινής συμβίωσης”). Πάντως, το Δικαστήριο δεν κρίνει αναγκαίο να αξολογήσει κατά πόσον το αμφισβητούμενο μέτρο επιδιώκει έναν νόμιμο στόχο, καθώς κρίνει ότι σε κάθε περίπτωση, αυτό το μέτρο δεν είναι αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία για τους παρακάτω λόγους. 
(iii)  Αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία 
55.  Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η έννοια της “αναγκαιότητας” συνδέει την παρέμβαση στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωιτκής ζωής του προσώπου με μια αντίστοιχη πιεστική κοινωνική ανάγκη και, ιδίως ότι η παρέμβαση είναι αναλογική σε σχέση με τον επιδιωκόμενο στόχο. Κατά τον καθορισμό περι του εάνη παρέμβαση είναι “αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία”, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι τα Συμβαλλόμενα Κράτη έχουν ένα πεδίο ελεύθερης εκτίμησης. Το έύρος αυτού του πεδίου ποικίλλει και εξαρτάται από έναν αριθμό παραγόντων, συμπεριλαμβανομένης της φύσης των δραστηριοτήτων που απαγορεύονται και των σκοπών που επιδιώκονται με την απαγόρευση. Σε κάθε περίπτωση, το Συμβαλλόμενο Κράτος φέρει το βάρος της απόδειξης για να αποδείξει την ύπαρξη μιας πιεστικής κοινωνικής ανάγκης πίσω από την παρέμβαση (βλ. Khoroshenko, ό.π., § 118, και τις σχετικές παραπομπές).
56.  Στην παρούσα υποθεση, ο προσφεύγων εξέτιε ποινή φυλάκισης, χρόνο κατά τον οποίο του απαγορεύτηκε από τον εσωτερικό κανονισμό του σωφρονιστικού ιδρύματος να αφήσει γενειάδα. Αυτοί οι κανόνες έθεσαν μια απόλυτη απαγόρευση για τους κρατούμενους που έχουν υπογένειο, ανεξάρτητα από το μήκος του, την καθαριότητά του ή άλλες προϋποθέσεις και δεν περιλάμβαναν ρητές εξαιρέσεις αυτής της απαγόρευσης (βλ. ανωτ. παρ. 17). Ο προσφεύγων υπέβαλε δύο αιτήματα στις αρχές για να του επιτρέψουν να αφήσει μούσι, αλλά τα αιτήματά του απορρίφθηκαν ως αντίθετα στον εσωτερικό κανονισμό του ιδρύματος (βλ. παρ. 7 και 9 ανωτ.). 
57.   Μολονότι το Δικαστήριο αποδέχεται ότι τα Συμβαλλόμενα Κράτη έχουν αρχικά το δικαίωμα να θέτουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις σχετικά με την προσωπική εμφάνιση των κρατουμένων, υπενθυμίζει ότι τέτοιοι κανόνες πρέπει να τηρούν τις προϋποθέσεις αναγκαιότητας και αναλογικότητας κατά την έννοια του Άρθρου  8 § 2 της Σύμβασης. Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο έχει εκφράσει τις επιφυλάξεις του για την ύπαρξη νόμιμου στόχου που επιδιώκεται από τον επίδικο περιορισμό των δικαιωμάτων του Άρθρου 8 (βλ. ανωτ. παρ. 54). Λαμβάνει επίσης υπόψη το πόρισμα του Συνηγόρου του Πολίτη, σε μια υπόθεση όμοια με αυτή του προσφεύγοντος και το οποιο εκδόθηκε περίπου τον ίδιο χρόνο κατά τον οποίο η προσφυγή του προσφεύοντος δικάστηκε από τα εγχώρια δικαστήρια, ότι αυτή  η απαγόρευση δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί για λόγους υγιεινής ή για την ανάγκη να ταυτοποιούνται οι κρατούμενοι (βλ. ανωτ. παρ. 19). Το Δικαστήριο περαιτέρω κρίνει ότι η Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι η απόλυτη απαγόρευση στην ανάπτυξη γενειάδας, ανεξάρτητα από τα υγειονομικά, αισθητικά ή άλλα χαρακτηριστικά της και χωρίς καμία εξαίρεση (βλ. παρ. 56 ανωτ.) ήταν αναλογική. Τέλος, παρατηρεί ότι η απαγόρευση για τις γενειάδες στην υπόθεση του προσφεύγοντος δεν φαίνεται να αφορά και άλλους τύπους του τριχωτού της κεφαλής, όπως μουστάκια ή φαβορίτες, γεγονός που εγείρει θέμα αυθαιρεσίας. 58.  Λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω περιστάσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι η απόφαση του προσφεύγοντος να αφήσει ή όχι μούσι σχετίζεται με την έκφραση της προσωπικότητάς του και της ατομικής του ταυτότητας που προστατεύεται από το Άρθρο 8 της Σύμβασης και ότι η Κυβέρνηση δεν απέδειξε την ύπαρξη μιας πιεστικής κοινωνικής ανάγκης για να δικαιολογήσει την απόλυτη απαγόρευση από την διατήρηση γενειάδας όταν αυτός ήταν στην φυλακή. Ως εκ τούτου υπάρχει παραβίαση του άρθρο 8 της Σύμβασης”. 

Τα νομικά επιχειρήματα λοιπόν υπέρ του δικαιώματος των αστυνομικών να τρέφουν υπογένειο είναι θεωρώ καταλυτικά. Αναμένουμε την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.


Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 30, 2019

Διαγραφή ποινικών υποθέσεων από το Διαδίκτυο

Είναι γνωστό από το 2014 ότι δυσμενή προσωπικά δεδομένα που παρουσιάζονται ως αποτελέσματα σε μηχανές αναζήτησης (π.χ. yahoo, google) μπορούν να αφαιρεθούν λόγω του νέου «δικαιώματος στην λήθη». Ωστόσο, αυτό δεν συμβαίνει πάντα. Ακόμη και η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων μπορεί να απορρίψει ένα σχετικό αίτημα, ενώ και η ίδια η νομοθεσία παραμένει εξαιρετικά ασαφής και γενικόλογη στις προϋποθέσεις εφαρμογής του δικαιώματος στην λήθη. Μια εντελώς πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της Ε.Ε. έρχεται τώρα να θέσει συγκεκριμένα κριτήρια για το πώς θα χειρίζονται τέτοια αιτήματα οι ανεξάρτητες Αρχές.
Η απόφαση του Δικαστηρίου της Ε.Ε. δημοσιεύθηκε στις 24.9.2019 και αφορά ορισμένες υποθέσεις που χειρίστηκε η γαλλική Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, η ιδρυθείσα το 1978 Commission nationale de l’informatique et des libertés (CNIL). Σε 4 υποθέσεις της, η CNIL αρνήθηκε να διατάξει την Google να αφαιρέσει αποτελέσματα και στη συνέχεια οι καταγγέλλοντες προσέφυγαν στο Γαλλικό Συμβούλιο της Επικρατείας εναντίον αυτής της άρνησης. Το γαλλικό ΣτΕ έστειλε προδικαστικά ερωτήματα (το 2017, δηλαδή πριν την θέση σε εφαρμογή του GDPR) και το Δικαστήριο της Ε.Ε. με την απόφαση C‑136/17 κατέληξε σε συγκεκριμένες απαντήσεις. Η απόφαση επικεντρώνεται στα λεγόμενα «ευαίσθητα δεδομένα», δηλαδή στις πληροφορίες για τη φυλετική ή εθνική καταγωγή, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε συνδικαλιστικές οργανώσεις και την υγεία και τη σεξουαλική ζωή.
Το μεγάλο ερώτημα που αντιμετώπισε το Δικαστήριο της Ε.Ε. είναι τί γίνεται με όλες τις πληροφορίες για ποινικές διαδικασίες που διακινούνται στο Διαδίκτυο, όταν έχουν ολοκληρωθεί πλέον οι διαδικασίες με αθωωτική απόφαση. Τί γίνεται με τα παλιά ρεπορτάζ που εξακολουθούν να είναι προσβάσιμα; Το Δικαστήριο της Ε.Ε. (Λουξεμβούργο) παρέπεμψε για το θέμα αυτό στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Στρασβούργο) που δέχθηκε, στο πλαίσιο αυτό, ότι το κοινό είχε συμφέρον όχι μόνο να ενημερώνεται σχετικά με γεγονότα της επικαιρότητας, αλλά επίσης και να έχει τη δυνατότητα να πραγματοποιεί αναζητήσεις σχετικά με γεγονότα του παρελθόντος, δεδομένου ότι το εύρος του ενδιαφέροντος του κοινού όσον αφορά τις ποινικές διαδικασίες δεν είναι πάντοτε σταθερό και ενδέχεται να διαφοροποιείται με την πάροδο του χρόνου ανάλογα, ιδίως, με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης (απόφαση του ΕΔΔΑ της 28ης Ιουνίου 2018, M. L. και W. W. κατά Γερμανίας). Συνεπώς, στο πλαίσιο αίτησης διαγραφής συνδέσμων προς ιστοσελίδες στις οποίες έχουν δημοσιευθεί πληροφορίες σχετικά με ποινική διαδικασία κατά του υποκειμένου των δεδομένων οι οποίες αφορούν προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας αυτής και δεν ανταποκρίνονται πλέον στην παρούσα κατάσταση, εναπόκειται στον φορέα εκμετάλλευσης μηχανής αναζήτησης να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης, όπως ιδίως τη φύση και τη σοβαρότητα του επίμαχου αδικήματος, την πορεία και την έκβαση της εν λόγω διαδικασίας, τον χρόνο που έχει μεσολαβήσει, τον ρόλο που διαδραματίζει το υποκείμενο των δεδομένων στον δημόσιο βίο και τη συμπεριφορά του κατά το παρελθόν, το ενδιαφέρον του κοινού κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, το περιεχόμενο και τη μορφή της δημοσίευσης, καθώς και τις επιπτώσεις της για το εν λόγω υποκείμενο, αν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να πάψουν οι ως άνω πληροφορίες να συνδέονται, επί του παρόντος, με το ονοματεπώνυμό του μέσω του καταλόγου αποτελεσμάτων, ο οποίος προκύπτει κατόπιν αναζήτησης που έχει διενεργηθεί με βάση το ονοματεπώνυμο αυτό.
Το Δικαστήριο της Ε.Ε. προσθέτει μία ακόμη καινοτόμο σκέψη στην σχετική προβληματική. Αναφέρει στην απόφαση ότι η μηχανή αναζήτησης, ακόμη και όταν διαπιστώνει ότι δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση λόγω του ότι η εμφάνιση στα αποτελέσματα του επίμαχου συνδέσμου είναι απολύτως απαραίτητη για να συμβιβαστούν τα δικαιώματα του υποκειμένου των δεδομένων για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και για προστασία των δεδομένων του με την ελευθερία πληροφόρησης των δυνητικά ενδιαφερόμενων χρηστών του Διαδικτύου, υποχρεούται, σε κάθε περίπτωση και το αργότερο επ’ ευκαιρία της αίτησης διαγραφής συνδέσμων, να διαμορφώσει τον κατάλογο των αποτελεσμάτων κατά τέτοιο τρόπο ώστε η συνολική εικόνα που εμφανίζεται στον χρήστη του Διαδικτύου να αντικατοπτρίζει την τρέχουσα κατάσταση της ένδικης διαδικασίας, όπερ προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, ότι οι σύνδεσμοι προς ιστοσελίδες που περιέχουν πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση αυτή πρέπει να εμφανίζονται πρώτοι στον κατάλογο αυτόν. 
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "ΑΞΙΑ". 

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 20, 2019

Η Ολομέλεια ΣτΕ για τα θρησκευτικά και το νέο μάθημα ηθικής!

Οι σημερινές αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας για το μάθημα των θρησκευτικών και για την αναγραφή του θρησκεύματος στα απολυτήρια γυμνασίου - λυκείου.
Με την ιδιότητα του πληρεξούσιου δικηγόρου γονέων, μαθητών και της Ένωσης Αθέων επισκέφθηκα σήμερα το Συμβούλιο της Επικρατείας όπου μου δόθηκαν ακαθαρόγραφες οι αποφάσεις της Ολομέλειας για το μάθημα και την αναγραφή. 
Όσον αφορά το μάθημα των θρησκευτικών, το ΣτΕ ακυρώνει τις δύο υπουργικές αποφάσεις Γαβρόγλου, με το σκεπτικό ότι δεν είναι αρκετά ομολογιακό το μάθημα και ότι θα έπρεπε να είναι πιο ομολογιακό. 
Όμως, ως προς την διαδικασία απαλλαγής από το μάθημα αυτό, το ΣτΕ συντάσσεται απολύτως με την πρόσφατη απόφαση 28/2019 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, κρίνοντας ότι η υπεύθυνη δήλωση απαλλαγής θα μπορούσε να έχει το εξής περιεχόμενο: "Λόγοι θρησκευτικής συνείδησης δεν επιτρέπουν την συμμετοχή (εμού ήτου παιδιού μου) στο μάθημα των θρησκευτικών. 
Επομένως, το Υπουργείο Παιδείας καλείται πλέον να εφαρμόσει το σύνολο της απόφασης της Αρχής, η οποία εμμέσως επικυρώθηκε έτσι από το ΣτΕ, ως προς το θέμα της διαδικασίας απαλλαγής.
Η απόφαση του ΣτΕ επιβάλλει στο Υπουργείο Παιδείας και κάτι περισσότερο, που αντιστοιχούσε σε αίτημα των εντολέων μου που το ήθελαν βέβαια για το γενικό μάθημα των θρησκευτικών και όχι μόνο για "απαλλαγέντες" :
"Για τους μαθητές όμως αυτούς [σ.σ. τους απαλλαγέντες από το ομολογιακό μάθημα των θρησκευτικών] και προκειμένου να αποτραπεί η δημιουργία "ελεύθερης ώρας" και εντεύθεν ο κίνδυνος χωρίς αποχρώντα λόγο απώλειας ωρών διδασκαλίας, η Πολιτεία οφείλει να προβλέψει την διδασκαλία ι σ ό τ ι μ ο υ μ α θ ή μ α τ ο ς, συναφούς κατά την αντίληψη του περιεχομένου (π.χ. μάθημα ηθικής), εφόσον βέβαια συγκεντρώνεται ικανός αριθμός μαθητών κατά την αντιληψη πάντοτε της Πολιτείας. Δεν εμποδίζεται η Πολιτεία να περιλαβάνει στα σχολικά προγράμματα του μαθήματος των θρησκευτικών και εκπαίδευση "θρησκειολογικού" χαρακτήρα". 
Για το θέμα του περιεχομένου και της απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών εκκρεμούν προσφυγές των αιτούντων απο το 2018 ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για παραβίαση του δικαιώματος των γονέων να αποφασίζουν για την θρησκευτική και φιλοσοφική εκπαίδευση των τέκνων τους και το δικαίωμα των τέκνων να μην αποκαλύπτουν θρησκευτικες πεποιθήσεις και να μην παρακολουθούν ομολογιακό μάθημα, αλλά μάθημα πλουραλιστικό, κριτικό και αντικειμενικό. Το ΕΔΔΑ τον Μάρτιο του 2018 ερώτησε την Ελλάδα για την καθυστέρηση έκδοσης αποφασης επ' αυτής της υπόθεσης καθώς και για την δυνατότητα του κράτους να παρέχει μάθημα κριτικό, πλουραλιστικό και αντικειμενικό. Η απόφαση του ΕΔΔΑ εξακολουθεί να αναμένεται.
Ως προς τις άλλες υποθέσεις που αφορούσαν την αναγραφή του θρησκεύματος σε απολυτήρια γυμνασίου - λυκείου, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε, όπως και η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα ότι μια τέτοια μορφή επεξεργασίας δεδομένων είναι αντίθετη στο Σύνταγμα και στον #GDPR. Σε αυτές τις αποφάσεις, το Δημόσιο καταδικάστηκε να καταβάλει τα δικαστικά έξοδα των εντολέων μου.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 16, 2019

Ασφαλιστικά μέτρα για τα γλυπτά του Παρθενώνα

Να, λοιπόν, που οι όροι έχουν αντιστραφεί πλήρως. Το βρετανικό επιχείρημα ότι τα γλυπτά του Παρθενώνα που κατέκλεψε με δωροδοκία και πλαστογραφία ο λόρδος Έλγιν βρίσκονται προστατευμένα στο Βρετανικό Μουσείο, ενώ θα κινδύνευαν στην Αθήνα, καταρρέει. Βλέπουμε με θλίψη ότι το Βρετανικό Μουσείο έχει μια σάπια οροφή από την οποία πέφτουν νερά από τις βροχές πάνω στα γλυπτά του Παρθενώνα. Η υπουργός Πολιτισμού κυρία Λίνα Μενδώνη καυτηρίασε με δημόσια δήλωση το θέμα, τονίζοντας ότι: «η κατάσταση, έτσι όπως παρουσιάζεται στις σχετικές φωτογραφίες που σήμερα δημοσιεύθηκαν στον Τύπο, είναι πολύ απογοητευτική για το Βρετανικό Μουσείο και εξαιρετικά προσβλητική έναντι των εκθεμάτων, όταν μάλιστα τα εκθέματα είναι τα γλυπτά του Παρθενώνα». Δεν είναι εξάλλου η πρώτη φορά που τα κλεμμένα γλυπτά τίθενται σε κίνδυνο στο Βρετανικό Μουσείο. Στα 1938-1939 υπάλληλοι του μουσείου είχαν επιδοθεί σε μια επιχείρηση «καθαρισμού» των γλυπτών για να αφαιρέσουν αυτό που θεωρούσαν βρομιά, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για την μελί απόχρωση που αποκτά το μάρμαρο από την πατίνα του χρόνου. Το σκάνδαλο του «καθαρισμού» των γλυπτών καταγγέλθηκε στον Τύπο της εποχής, καθώς οι υπάλληλοι ενέργησαν χωρίς σχετική εντολή και προκάλεσαν ζημιές σε σημαντικά εκθέματα των γλυπτών του Παρθενώνα.
Υπάρχει σοβαρός κίνδυνος για τα γλυπτά, καθώς εδώ και δύο χρόνια κυκλοφορούν φωτογραφίες της σαπισμένης οροφής του Βρετανικού Μουσείου, η οποία δεν έχει αποκατασταθεί. Έχοντας ο ίδιος επισκεφθεί την συλλογή του αρχαιοκάπηλου Έλγιν, διαπίστωσα ότι η θερμοκρασία της αίθουσας ρυθμίζεται από κάτι πεπαλαιωμένα φορητά ανεμιστηράκια, τα οποία είναι βέβαιο ότι δεν ανταποκρίνονται στα πρότυπα της συντήρησης των σημαντικότερων αρχαιοτήτων που εκτίθενται σε μουσείο. Το Μουσείο Ακρόπολης διασφαλίζει απείρως καταλληλότερες συνθήκες έκθεσης και αποκαθιστά την σχέση των γλυπτών με το ίδιο το μνημείο του Παρθενώνα. Συνεπώς, στην Αθήνα τα γλυπτά είναι σαφώς πιο ασφαλή από το Ηνωμένο Βασίλειο. Αν προσθέσουμε σε όλα αυτά και την πολιτική αστάθεια που καταγράφεται στο Η.Β. τα τελευταία έτη και την αβεβαιότητα του καθεστώτος του λόγω του Brexit, έχουμε την εικόνα μιας άκρως επικίνδυνης ζώνης που δεν εγγυάται την προστασία των μοναδικών θησαυρών που παρανόμως διακρατεί.
Η Ελλάδα δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται σε δημόσιες δηλώσεις και στην πολιτική επικοινωνία του θέματος. Η Ελληνική Δημοκρατία έχει την ιστορική υποχρέωση να διασφαλίσει την διατήρηση και συντήρηση των γλυπτών του Παρθενώνα και για τις επόμενες γενιές. Ήρθε λοιπόν η ώρα, με όλα πλέον τα στοιχεία, για την πρώτη δικαστική ενέργεια εις βάρος του Βρετανικού Μουσείου, αλλά και κατά του Ηνωμένου Βασιλείου, όργανο του οποίου είναι το Βρετανικό Μουσείο (κι ας είναι «ανεξάρτητη αρχή»). Η πρώτη αυτή ενέργεια θα πρέπει να είναι μια αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με σκοπό να καταδειχθούν οι κίνδυνοι που διατρέχουν τα γλυπτά στο Βρετανικό Μουσείο και να ζητηθεί η προστασία τους με την τοποθέτησή τους σε ασφαλές μουσειακό περιβάλλον, δηλαδή στο Μουσείο Ακρόπολης. Σε μια τέτοια δικαστική ενέργεια θα αντιπαρατεθούν όλα τα επιχειρήματα και για το θέμα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος, αλλά το αντικείμενο της δίκης θα είναι η απόδειξη του κινδύνου και κυρίως η ανάδειξη του καταλληλότερου ασφαλιστικού μέτρου, δηλαδή η σύγκριση των συνθηκών ασφαλείας που παρέχονται από τα δύο μουσεία, το Βρετανικό και το Ακρόπολης.
Το κατάλληλο δικαστήριο για την συγκεκριμένη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων είναι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο προβλέπει και αυτή την διαδικασία προσωρινής δικαστικής προστασίας. Σύμφωνα με το άρθρο 39 του Κανονισμού του Δικαστηρίου μπορεί να διαταχθεί ασφαλιστικό μέτρο για την προστασία ανθρώπινων δικαιωμάτων που θίγονται. Αυτό έχει γίνει και στις διακρατικές υποθέσεις ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και έλαβε χώρα πέρυσι τον Δεκέμβριο στην υπόθεση Ουκρανίας εναντίον Ρωσίας. Η διακινδύνευση των γλυπτών θίγει τα ανθρώπινα δικαιώματα πρόσβασης στην πολιτισμική πληροφόρηση, η οποία καλύπτεται από το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπως έχει κριθεί από προηγούμενες υποθέσεις.
Ήμουν ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Συλλόγου των Αθηναίων στην προσφυγή εναντίον του Ηνωμένου Βασιλείου για το θέμα της διακράτησης των γλυπτών. Η προσφυγή κηρύχθηκε απαράδεκτη λόγω του ότι θεωρήθηκε ότι ο Σύλλογος δεν έχει έννομο συμφέρον να προσφύγει για το θέμα. Υπονοώντας ότι άλλος θα έπρεπε να είναι ο προσφεύγων: η Ελληνική Δημοκρατία! Το άλλο πρόβλημα που κρίθηκε ότι είχε εκείνη η προσφυγή ήταν ότι η ουσία της διαφοράς σχετιζόταν με γεγονότα που έλαβαν χώρα 150 χρόνια πριν την θέσπιση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Τώρα, όμως, η ουσία της διαφοράς των ασφαλιστικών μέτρων έχει να κάνει με την προστασία των γλυπτών που κινδυνεύουν από σημερινές συνθήκες του Βρετανικού Μουσείου. Επομένως, η Ελληνική Δημοκρατία μπορεί να σοβαρές αξιώσεις να προχωρήσει στο πρώτο δικαστικό βήμα για την προστασία και για την ίδια την διεκδίκηση των γλυπτών του Παρθενώνα. Είναι ένας αγώνας που πρέπει να δοθεί.

[Δημοσιεύθηκε στην ΑΞΙΑ]

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 10, 2019

Επιστολή στον Πρόεδρο της Αρχής Προστασίας Δεδομένων για το μάθημα των θρησκευτικών

Aξιότιμε κ. Πρόεδρε,
Σε σχέση με επιστολή της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων που κυκλοφόρησε στην δημοσιότητα και η οποία επιχειρεί να παρουσιάσει μια παλαιά απόφαση περιφερειακού εφετείου ως δεσμευτικό κανόνα που κατισχύει συνταγματικών διατάξεων, επισημαίνω τα ακόλουθα:
Όπως καλύτερα όλων μας γνωρίζετε, εκ της θητείας Σας στο Συμβούλιο της Επικρατείας, η απόφαση 115/2012 του Διοικητικού Εφετείου δεν είναι γενικώς και αορίστως «δεσμευτική», όπως ανακριβώς διαβάζουμε, αλλά δεσμεύει τα συγκεκριμένα διάδικα μέρη της εκεί υπόθεσης, δηλαδή αφενός τους αιτούντες, εννέα (9) θεολόγους των Χανίων κι αφετέρου τον προϊστάμενο Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Χανίων.
Το δεσμευτικό, μεταξύ των διαδίκων, περιεχόμενο της απόφασης αφορά το διατακτικό της. Δηλαδή το γεγονός ότι με την απόφαση αυτή ακυρώθηκε η παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας του Προϊσταμένου, ήτοι η σιωπηρή άρνησή του να απαντήσει σε ένα γραπτό αίτημα. Τίποτε περισσότερο από αυτό: ένας δημόσιος υπάλληλος έπρεπε να απαντήσει και δεν απάντησε. Αυτή είναι η περίφημη δικαστική απόφαση, την οποία αναφέρει και η απόφαση 660/2018 ΟλΣτΕ που απασχόλησε την Αρχή Σας κατά την συνεδρίασή της.
Σε αυτά τα δύο στοιχεία εξαντλείται, λοιπόν, η δεσμευτικότητα της εν λόγω απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Χανίων. Οι αιτιολογικές σκέψεις της, οι οποίες αφορούσαν την κρίση περί του πραγματικού περιστατικού ότι ήταν πολλοί οι μαθητές στα Χανιά συγκεκριμένα που είχαν λάβει απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών, δεν μπορεί παρά να έχουν την σχετική ισχύ ενός νομικού obiter dictum. Και σε κάθε περίπτωση τα obiter dicta, όπως κι ο πρωτοετής φοιτητής της Νομικής μαθαίνει, δεν αναπτύσσουν erga omnes ισχύ.
Η λογική ότι η κατάχρηση ενός δικαιώματος πρέπει να οδηγήσει στην κατάργηση του δικαιώματος ή στον περιορισμό ενός άλλου δικαιώματος, όπως εν προκειμένω της προστασίας δεδομένων, είναι μια λογική ξένη προς τον νομικό μας πολιτισμό.
Με ιδιαίτερη εκτίμηση,
Βασίλης Σωτηρόπουλος

Υποχρέωση αναγραφής ΑΦΜ σε δικόγραφα

Σε υπόθεση του γραφείου μας, κρίθηκε δικαστικά ότι η μη αναγραφή του Α.Φ.Μ. της εκκαλούσας στο δικόγραφο της έφεσης δεν αποτελεί λόγο απαραδέκτου του δικογράφου, παρά την σχετικη διάταξη του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. 
Συγκεκριμένα, με την απόφαση 4104/2019 το Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι έλλειψη του ΑΦΜ από το δικόγραφο "θα μπορούσε απλώς να επιφέρει την ακυρότητα κάποιας διαδικαστικής πράξης που συνδέεται με αυτή την έλλειψη, εφόσον η εναγομένη εξαιρίας της έλλειψης επικαλείται και αποδεικνύει δικονομική βλάβη (κατ' άρθρο 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ). [...] Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή, δεδομένου του ότι η αναγραφή του ΑΦΜ της εκκαλούσας προκύπτει από το σώμα των εγγράφων προτάσεών της απευθυνόμενων προς το παρόν Δικαστήριο, απορριπτεομένων των αντιθέτων ισχυρισμών της εφεσίβλητης". 
Στην υπόθεση είχαμε υποστηρίξει μεταξύ άλλων και ότι η υποχρέωση αναγραφής του Α.Φ.Μ. στα δικόγραφα αντίκειται σε συνταγματικές διατάξεις, καθώς και σε ενωσιακές διατάξεις για την προστασία προσωπικών δεδομένων, όπως είχε υποστηρίξει και η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής στην σχετική Έκθεσή της επί της ψήφισης τότε του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (2015).

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 06, 2019

H απόφαση για την σημαία στις μαθητικές παρελάσεις

Την σημαία στην μαθητική παρέλαση πρέπει να την σηκώνει ο δημοκρατικά εκλεγμένος εκπρόσωπος των μαθητών. 
Αυτή ή αυτός είναι οι μόνοι με νομιμοποίηση να εκπροσωπήσουν την κοινότητα τους. 
Διότι σε συνθήκες ειρήνης και δημοκρατίας η σημαία δεν είναι ούτε βραβείο, ούτε διάκριση, αλλά σύμβολο κοινότητας και ενότητας. 
Τα υπόλοιπα που καθιστούν την σημαία πιστοποίηση βέλτιστης απόδοσης σε τομείς που βαθμολογούνται, ενώ υπάρχουν άλλες τόσες πτυχές προσωπικότητας που δεν κρίνονται στις εξετάσεις, είναι άσχετα με την ικανότητα του να φέρεις την σημαία. 
Και ως άσχετα, είναι προσωπικά δεδομένα που υποβάλλονται σε παράνομη επεξεργασία ενόψει των σκοπών για τους οποίους έχουν συλλεχθεί. 
Συνεπώς και αυτή η απόφαση θα είναι αντίθετη στον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 03, 2019

H λύση για τα γλυπτά του Παρθενώνα

Το 2014 το Υπουργείο Πολιτισμού ζήτησε από την Βρετανική κυβέρνηση και το βρετανικό μουσείο να προσέλθουν στην εξωδικαστική διαδικασία που πρόσφατα τότε είχε θεσπίσει η UNESCO για την επίλυση αμφισβητήσεων σχετικά με πολιτισμικά αγαθά που βρίσκονται εκτός της χώρας δημιουργίας τους. Κυβέρνηση και μουσείο απάντησαν αρνητικά με μια ανακοίνωση που αποτελούσε άρνηση κάθε δικαιώματος της Ελλάδας επί των γλυπτών.

Εναντίον αυτής της άρνησης προσέφυγε δικαστικά ο Σύλλογος των Αθηναίων στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ήμουν ο δικηγόρος του Συλλόγου σε αυτή την προσφυγή, η οποία βασιζόταν στην νομολογιακή αναγνώριση των πολιτισμικών δικαιωμάτων ως στοιχείου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από παλαιότερες αποφάσεις του ΕΔΔΑ. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η προσφυγή δεν μπορούσε να εξεταστεί στην ουσία της για δυο λόγους. Ο πρώτος λόγος ήταν ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι υπέκρυπτε μια πολύ παλαιότερη διαφορά, την αφαίρεση των γλυπτών 150 χρόνια πριν την θέση σε ισχύ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Υποκειμενική κρίση που, βάσει άλλων αποφάσεων του ίδιου δικαστηρίου είναι μαχητή και αν είχαμε μια κανονική δίκη (όχι μονομερη αρχειοθέτηση) θα μπορούσαμε να την είχαμε αντικρούσει. Ο δεύτερος λόγος ήταν ότι ο Σύλλογος των Αθηναίων δεν είχε έννομο συμφέρον. Υπονοώντας ότι η έχουσα έννομο συμφέρον είναι η Ελληνική Δημοκρατία. Αν αρκούσε ο πρώτος λόγος, δεν θα χρειαζόταν το ΕΔΔΑ να επικαλεστεί και τον δεύτερο λόγο. Ο δεύτερος λοιπόν λόγος αρχειοθέτησης αναγνωρίζει σιωπηρά ότι η Ελλάδα μπορεί να στραφεί εναντίον του Ηνωμένου Βασίλειου με την διαδικασία της διακρατικής προσφυγής. 

Σήμερα, με την ρητή νέα άρνηση του Βρετανικού Κοινοβουλίου έχουμε άλλη μία τέτοια ευκαιρία για δικαστική προσφυγή. Η ΕΣΔΑ δίνει 6μηνη προθεσμία από την τελική κρατική απόφαση που παραβιάζει τα δικαιώματα για προσφυγή στο ευρωπαϊκό δικαστήριο. Επομένως, η Ελληνική Δημοκρατία κέρδισε άλλο ένα 6μηνο για να ασκήσει την διακρατική προσφυγή της, εναντίον του Ηνωμένου Βασίλειου. Υπάρχει λοιπόν μια από εκείνες τις φορές που η Ελλάδα έχει την νομική δυνατότητα να κινήσει την δικαστική διαδικασία για την αναγνώριση της παραβίασης των πολιτιστικών δικαιωμάτων και να δώσει τον σχετικό αγώνα. 

Είναι κατανοητό ότι η απόφαση δεν είναι καθόλου εύκολη. Όμως είναι μια απόφαση που η Ελλάδα δεν μπορεί να αρνείται αιωνίως. Οι διπλωματικές οδοί για το θέμα και η τελετουργική ανακοίνωση του προβλήματος κάθε δυο χρόνια στον ΟΗΕ έχουν δείξει τα όρια τους. Το θέμα πρέπει να τεθεί δικαστικά, με επαγγελματισμό, σοβαρότητα και αίσθηση καθήκοντος. Διαφορετικά θα μεμψιμοιρούμε για πάντα, όχι μόνο ως έθνος αλλά και ως διεθνείς υποστηρικτές του αιτήματος,  ότι δεν γίνεται τίποτε. Ενώ μπορούν να γίνουν πολλά. 

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 02, 2019

Εργοδοσία και προστασία δεδομένων των εργαζομένων

Για πρώτη φορά ο Έλληνας νομοθέτης παρεμβαίνει στο ειδικό ζήτημα της προστασίας προσωπικών δεδομένων στον εργασιακό τομέα, με τον νέο νόμο που προσαρμόζει την ελληνική νομοθεσία στα νέα ευρωπαϊκα πρότυπα (τον GDPR και την Οδηγία 2016/680). Οι τροποποιήσεις που επήλθαν, κυρίως με το άρθρo 27 του νέου νόμου επιβάλλουν την αναθεώρηση «συμμορφώσεων» που έχουν πραγματοποιηθεί στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα, όσον αφορά τα προσωπικά δεδομένα των εργαζομένων. Διότι μέχρι τώρα, οι συμμορφώσεις είχαν λάβει υπόψη μόνο το γενικό πλαίσιο του GDPR, χωρίς να έχουν επέλθει ακόμη οι δεσμευτικές επιλογές του εθνικού δικαίου.
Αρχικά, το άρθρο 27 περιορίζει το εύρος των επεξεργασιών προσωπικών δεδομένων των εργαζομένων που μπορούν να διενεργούν οι εργοδότες. Συγκεκριμένα, αναγνωρίζει ότι νόμιμες είναι μόνο οι επεξεργασίες που είναι αναγκαίες για την σύναψη της σύμβασης εργασίας και την εκτέλεσή της (π.χ. μισθοδοσία, αδειοδοτήσεις κ.τ.λ.), πράγμα που σημαίνει ότι δεν επιτρέπονται πλέον οι επεξεργασίες που βασίζονται σε άλλες νομικές βάσεις, όπως είναι για π.χ. εκείνες που σχετίζονται με ένα «έννομο συμφέρον» του εργοδότη που «υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων» των εργαζομένων, όπως όριζε το άρθρο 5 παρ. 2 (ε) του Ν.2472/1997 (που πλέον καταργήθηκε) καθώς και το νυν άρθρο 6 παρ. 1 (στ) του ΓΚΠΔ. Βάσει του «έννομου συμφέροντος» επιτρέπονταν επεξεργασίες δεδομένων που αφορούσαν την εν μέρει παρακολούθηση και αξιολόγηση των εργαζομένων, πράγμα που τώρα δεν αποτελεί επαρκή νομική βάση. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αναπροσαρμοστούν συμβάσεις εργασίες, ώστε να περιλαμβάνουν τυχόν επεξεργασίες δεδομένων που ως τώρα δεν περιλαμβάνονταν ως συμβατικοί όροι, όπως π.χ. η λειτουργία GPS ή άλλων μορφών παρακολούθησης εργαζομένων. Εκτός, βέβαια, από την λειτουργία των καμερών στον χώρο της εργασίας, για την οποία όμως προβλέπεται στην παρ. 7 του άρθρου 27 ότι δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση της απόδοσης του εργαζομένου, παρά μόνο για λόγους προστασίας προσώπων και αγαθών, δηλαδή για λόγους ασφάλειας. 
Η δεύτερη νομική βάση που επιτρέπει, κατ’ εξαίρεση την επεξεργασία δεδομένων των εργαζομένων, είναι η συγκατάθεσή τους. Κανονικά, η συγκατάθεση του εργαζομένου απαγορεύεται να θεωρηθεί νόμιμη βάση επεξεργασίας δεδομένων από τον εργοδότη, λόγω της ανισότητας ισχύος των μερών: ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων επιβάλλει η συγκατάθεση να είναι μια «ελεύθερη» δήλωση βούλησης και η εργασιακή εξάρτηση νοθεύει σοβαρά τον βαθμό αυτής της ελευθερίας. Ωστόσο, ο νέος νόμος επιτρέπει την συγκατάθεση όταν, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου, η επεξεργασία δεδομένων συνδέεται με ένα πλεονέκτημα υπέρ του εργαζόμενου. Το παράδειγμα που δίνει η αιτιολογική έκθεση είναι η περίπτωση της ομαδικής ασφάλισης υγείας των εργαζομένων που συνάπτονται με ασφαλιστικές εταιρίες: η συγκατάθεση του εργαζομένου προς τον εργοδότη για να δώσει τα στοιχεία στην ασφαλιστική εταιρία, καθώς συνδέεται με πλεονέκτημα υπέρ του εργαζομένου, είναι μια νόμιμη συγκατάθεση. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η συγκατάθεση για την χρήση φωτογραφιών των εργαζομένων σε ένα εσωτερικό δίκτυο (intranet) του οργανισμού ή της επιχείρησης. Ένα τρίτο (αν και οριακά αποδεκτό) παράδειγμα επιτρεπτής συγκατάθεσης είναι η αποδοχή της καταγραφής της κίνησης του εργαζόμενου σε Η/Υ του εργοδότη, όταν πρόκειται για ιδιωτικής φύσεως επικοινωνία.
Στην περίπτωση των ευαίσθητων δεδομένων των εργαζομένων (φυλετική – εθνική καταγωγή, θρησκευτικές – πολιτικές – φιλοσοφικές πεποιθήσεις, δεδομένα υγείας, συνδικαλιστική συμμετοχή, σεξουαλικός προσανατολισμός, ποινικές διώξεις ή καταδίκες) ο νομοθέτης επιτρέπει στους εργοδότες την επεξεργασία και πέραν της σύμβασης εργασίας, αλλά και πέραν της συγκατάθεσης, όταν υπάρχει νομοθετική υποχρέωση ή δικαίωμα για μια τέτοια επεξεργασία (διαβίβαση σε κοινωνικοασφαλιστικούς φορείς ή σε διωκτικές αρχές), εφόσον δεν υπερτερεί το έννομο συμφέρον του εργαζομένου για προστασία των δεδομένων του. Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτό το «άνοιγμα» των βάσεων νόμιμης επεξεργασίας για τα ευαίσθητα δεδομένα μπορεί να σημαίνει ταυτόχρονα και «άνοιγμα» για τα «απλά» δεδομένα, κατά την πάγια ερμηνευτική προσέγγιση της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων που υποστηρίζει ότι αφού επιτρέπεται το μείζον, επιτρέπεται πολύ περισσότερο και το έλασσον. Μια τέτοια προσέγγιση θα υπονόμευε την αυστηρή απαγόρευση άλλων νομικών βάσεων που καθιερώνει ην πρώτη παράγραφος του άρθρου 27. 
Συνολικά, οι διατάξεις επιβάλλουν επανεκτίμηση των διατυπώσεων των συμβάσεων εργασίας, αλλά και επαναπροσδιορισμό των «Πολιτικών Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων» που έχουν καταρτίσει επιχειρήσεις και οργανισμοί του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Σε συνδυασμό μάλιστα με τις νέες διατάξεις για τους Υπεύθυνους Προστασίας Δεδομένων σε δημόσιους φορείς (άρθρα 6-8 του νέου νόμου) είναι ορατή πλέον η ανάγκη επικαιροποίησης της συμμόρφωσης ή και η εξαρχής οργάνωση προγραμμάτων συμμόρφωσης για οργανισμούς που δεν έχουν ακολουθήσει την σχετική διαδικασία.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΑΞΙΑ

Η προσωπικότητα δεν κληρονομείται νομικά.

 Οι κληρονόμοι πνευματικών ή συγγενικών δικαιωμάτων έχουν μόνο τις εξουσίες που τους απονέμει ο νόμος για την πνευματική ιδιοκτησία (Ν.2121/...