Δευτέρα, Μαρτίου 15, 2021

Δικαιώματα που επιβιώνουν παρά τις απορρίψεις του Συμβουλίου της Επικρατείας!

 

Έχει μεγάλο ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο το συνταγματικό δικαίωμα στην συνάθροιση έρχεται - παρά τις αποφάσεις του ΣτΕ ! - και υπερακοντίζει στην πράξη την ίδια την ισχύ των μέτρων κατά της πανδημίας, με την ανοχή κι άρα με την έγκριση της κυβέρνησης.
Το ίδιο ισχύει και για το δικαίωμα της θρησκευτικής λατρείας, σε όσες τουλάχιστον περιπτώσεις δεν έχει κατασταλεί. Όπου φαίνεται ότι κι εκεί η Κυβέρνηση σε μεγάλο βαθμό ανέχεται και εγκρίνει την μη τήρηση των μέτρων. Άλλωστε και η θρησκευτική ελευθερία γνωρίζει ισχυρή συνταγματική έδραση και παρά τις απορριπτικές αποφάσεις του ΣτΕ δείχνει να υπερισχύει στην πράξη.
Αυτές οι δύο περιπτώσεις συνταγματικών δικαιωμάτων που αντέχουν παρά τις απορριπτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και παρά τις τυπικές απαγορεύσεις τους από την Κυβέρνηση, η οποία επίσημα τα απαγορεύει με τις Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις της αλλά όταν είναι να καταστείλει τις απαγορεύσεις κάνει τα στραβά μάτια και "τιμούμε το ΚΚΕ για τους αγώνες του", όπως είναι η ρητορική του αρμόδιου υπουργού, δείχνει πολλά για την συνταγματική δικαιοσύνη στην Ελλάδα.
Η πιο ενδιαφέρουσα αντίθεση είναι η σύγκριση με την γερμανική Δικαιοσύνη. Στην Γερμανία τα δικαστήρια δεν δίστασαν να κηρύξουν αντισυνταγματικά ορισμένα από τα μέτρα, όπως ήταν η μετακίνηση των κατοίκων παραθαλάσσιων περιοχών για κολύμβηση (ενω το ΣτΕ δεν μπήκε καν στην ουσία αλλά φρόντισε πολύ μεθοδικά να ορίσει δικάσιμο εκτός του πεδίου ισχύος της απαγόρευσης για να κηρύξει πολύ βολικά "καταργηθείσα" την συγκεκριμένη δίκη), αλλά και η απαγόρευση μετακίνησης μετά το απόγευμα. Στην Ελλάδα, η μοναδική επίκληση μέτρου που κρίθηκε αντισυνταγματική από το ΣτΕ ήταν η απαγόρευση κυκλοφορίας από κάποιες κεντρικές οδούς που βασίστηκε σε γνωμοδότηση του ΕΟΔΥ ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούαν τις ανάγκες εγκατάστασης του "Μεγάλου Περίπατου", κάτι που ήταν προδήλως αναιτιώδες οπότε και ακυρώθηκε άμεσα.
Η πιο σημαντική όμως από τις γερμανικές δικαστικές αποφάσεις είναι αυτή που εφάρμοσε την αρχή της αναλογικότητας για να επιτρέψει μερικώς την δημόσια διαδήλωση και συνάθροιση. Η απόφαση προέρχεται από το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας, το οποίο ενέργησε σε χρόνο ρεκόρ, εν μέρει ακυρώνοντας αποφάσεις κατώτερων δικαστηρίων με σκοπό να οριοθετήσει ακριβώς το δικαίωμα: συγκεκριμένος αριθμός διαδηλωτών, χρήση μάσκας υποχρεωτικά, συγκεκριμένη απόσταση μέτρων ανάμεσα στους διαδηλωτές. Αυτή ήταν η υποδειγματικότερη εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας από δικαστικό όργανο στην Ευρώπη.
Γιατί δεν μπορούμε να έχουμε μια αντίστοιχη ρύθμιση στην Ελλάδα; Μα γιατί το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν είναι ένα συνταγματικό δικαστήριο, αλλά ένα ανώτατο ακυρωτικό. Δεν μπορεί να προτείνει με εκτελεστό τρόπο θετικά μέτρα διασφάλισης των δικαιωμάτων, αλλά μπορεί μόνο να ακυρώσει ή να μην ακυρώσει μια διοικητική πράξη. Ακόμη κι όταν το Συμβούλιο της Επικρατείας προτείνει ένα θετικό μέτρο (π.χ. την εισαγωγή ισότιμου μαθήματος για όσους παίρνουν απαλλαγή από τα θρησκευτικά), είναι το ίδιο το ΣτΕ που όταν του ζητάς από το Τριμελές Συμβούλιο Συμμόφωσης της Διοίκησης στις Δικαστικές Αποφάσεις ΤΟΥ να διαπιστώσει ότι η Διοίκηση ΔΕΝ έχει εφαρμόσει το θετικό μέτρο του ΣτΕ, απαντά με κυνισμό ότι το θετικό μέτρο δεν περιλαμβάνεται στο εκτελεστικό μέρος της απόφασης αλλά είναι μια απλή σκέψη. Όταν όμως του ζητάς να διατυπώσει αυτή την "απλή σκέψη" στο πλαίσιο μιας ακυρωτικής δίκης για απαγόρευση που έχει λήξει, τότε το ίδιο το ΣτΕ εξανίσταται ότι δεν είναι δυνατόν να "γνωμοδοτεί". Οδηγώντας κατ΄ αποτέλεσμα τους πολίτες να σύρουν την χώρα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προσδοκώντας ότι θα διαπεράσει η υπόθεσή τους το φράγμα του 95% των υποθέσεων που απορρίπτονται στο στάδιο του παραδεκτού.
Από όλα αυτά προκύπτει ένα τεράστιο κενό στην δικαιοδοτική λετουργία της χώρας: δεν έχουμε συνταγματικό δικαστήριο. Δεν έχουμε το δικαστικό όργανο που θα υποδείξει θετικά την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας. Παλεύουμε με πολιτικά μέσα όπως είναι η Αντιπολίτευση και με ανεξάρτητες αρχές, όπως ο Συνήγορος του Πολίτη και η Εθνική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου να καλύψουμε κενά που δεν καλύπτονται με συστάσεις, υποδείξεις και ανακοινώσεις.
Μόνο ένα Συνταγματικό Δικαστήριο που θα καταργεί νομοθεσία και θα υποδεικνύει και τον τρόπο που πρέπει να συνταχθεί η επόμενη νομοθετική ρύθμιση είναι αυτό που θα καλύψει το τεράστιο αυτό έλλειμμα δικαιοσύνης στο δικαιοδοτικό σύστημα της Ελλάδας. Όχι βέβαια με κατάργηση του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας του νόμου από όλα τα δικαστήρια, έλεγχος ο οποίος πρέπει να διατηρηθεί καθώς αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο του Ελληνικού νομικού πολιτισμού, αλλά με την παράλληλη αναγνώριση του δικαιώματος της ατομικής συνταγματικής προσφυγής σε ένα Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο δεν θα αποτελείται από "δικαστές καριέρας" βέβαια (γιατί τότε θα μας αρκούσαν τα διάφορα ΣτΕ, ΑΠ, ΕλΣΥν και το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 100 του Συντάγματος), αλλά από εξέχουσες προσωπικότητες της νομικής επιστήμης της χώρας, όπως γίνεται και στα συνταγματικά δικαστήρια ή συνταγματικά συμβούλια σε άλλες χώρες του εξωτερικού.
Το θέμα είναι ποιός θα οικειοποιηθεί το αίτημα αυτό και ποιος θα οργανώσει την συζήτηση για την ικανοποίησή του αν όχι τα πολιτικά κόμματα που αποτελούν τους φορείς που φιλτράρουν και διοχετεύουν τα διάφορα αιτήματα στο πλαίσιο της αναθεώρησης του Συντάγματος. Τα κόμματα όμως είναι ταυτόχρονα και τα εν δυνάμει θύματα ενός τέτοιου Συνταγματικού Δικαστηρίου, ιδίως τα κόμματα εξουσίας που δεν θέλουν βέβαια κανέναν απέναντί τους να τους καταργεί αντισυνταγματικές νομοθεσίες. Γι' αυτό καταλήγω ότι το δίκαιο αυτό αίτημα (όπως και πολλά άλλα δίκαια αιτήματα) μπορούν να ξεκινήσουν ως πολιτικοί αγώνες και καμπάνιες συγκεκριμένων πολιτικών και βουλευτών που, στο κάτω κάτω, αυτή είναι η δουλειά τους εκπροσωπώντας τους πολίτες. Ρομαντικό, αλλά μόνο έτσι μπορεί να γίνει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Συνεχίζεται ο παραλογισμός από Ειρηνοδίκες σε θέματα ταυτότητας φύλου

  Ενώ έχουμε καταγγείλει πολλαπλά το φαινόμενο οι Ειρηνοδίκες να απορρίπτουν αιτήματα νομικής αναγνώρισης ταυτότητας φύλου ως προς το επώνυμ...