Σάββατο, Ιουνίου 22, 2013

H απόφαση της Επιτροπής Αναστολών ΣτΕ για την ΕΡΤ

Στην ιστοσελίδα του Συμβουλίου της Επικρατείας αναρτήθηκε η απόφαση 236/2013 της Επιτροπής Αναστολών για την ΕΡΤ, επί της αίτησης αναστολής εκτέλεσης που υπέβαλε η ΠΟΣΠΕΡΤ και ο πρόεδρός της. 

Το πρώτο νομικώς ενδιαφέρον είναι ότι η Επιτροπή Αναστολών, μολονότι αναγνωρίζει ότι οι συμβάσεις της ΕΡΤ με το προσωπικό της είναι ιδιωτικού δικαίου (άρα επ' αυτών αρμόδια θα ήταν τα δικαστήρια των ιδιωτικών διαφορών και όχι το ΣτΕ που αποτελεί ανώτατο διοικητικό δικαστήριο), λόγω της φύσης της προσβαλλόμενης Κ.Υ.Α. ως κανονιστικής διοικητικής πράξης, "συντρέχουν αμφιβολίες ως προς την έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί ως προς το σκέλος τούτο."  Το γεγονός δηλαδή ότι η κατάργηση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου περιλαμβάνεται σε μια κανονιστική διοικητική πράξη είναι καθοριστικό για την Επιτροπή Αναστολών, ώστε να μην αποφύγει την δικαστική κρίση και ως προς τις εργασιακές σχέσεις. Εντός παρενθέσεως, η Επιτροπή Αναστολών παραπέμπει και σε παλαιότερη απόφασή της του 2008. 

Το δεύτερο νομικώς ενδιαφέρον είναι ότι ο πρόεδρος της ΠΟΣΠΕΡΤ υποβάλλει την αίτηση ακύρωσης όχι μόνο με την ιδιότητά του αυτή (για την οποία θα αρκούσε η υποβολή από την ίδια την ΠΟΣΠΕΡΤ), αλλά και ως μόνιμος υπάλληλος της ΕΡΤ-ΑΕ καθώς και με την ιδιότητα του "θεατή του τηλεοπτικού προγράμματος των σταθμών της ΕΡΤ - ΑΕ, καθώς και του ακροατή του ραδιοφωνικού προγράμματος αυτής". Η απόφαση αναφέρει ότι οι προσφεύγοντες "με τις ιδιότητές τους αυτές με έννομο συμφέρον ασκούν την αίτηση". Είναι αξιοσημείωτο ότι η Επιτροπή Αναστολών δεν περιόρισε το έννομο συμφέρον στην ιδιότητα της συνδικαλιστικής οργάνωσης ή του μονίμου υπαλλήλου, αλλά αποδέχθηκε και την ιδιότητα του τηλεθεατή και του ακροατή ως επαρκείς ιδιότητες που στοιχειοθετούν έννομο συμφέρον! Αυτό σημαίνει ότι κάθε τηλεθεατής και ακροατής, εκ της ιδιότητάς του αυτής, έχει έννομο συμφέρον να διεκδικήσει δικαστικά την αναστολή κανονιστικών πράξεων που αφορούν την δημόσια ραδιοτηλεόραση.

Το τρίτο και σημαντικότερο στοιχείο, είναι η δικαστική αντιμετώπιση των νομικών παραβάσεων που επικαλούνται οι ΠΟΣΠΕΡΤ και ο πρόεδρός της. Σύμφωνα με την αίτηση αναστολής, η διακοπή λειτουργίας της ΕΡΤ αντιβαίνει - μεταξύ άλλων- στο άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, το οποίο οι προσφεύγοντες θεωρούν ότι "επιβάλλει την απρόσκοπτη λειτουργία δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα". Αυτή την προσέγγιση φαίνεται ότι ακολουθεί και η Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το συγκεκριμένο απόσπασμα της απόφασης αναφέρει: 

"Περαιτέρω, με το μέρος της προσβαλλόμενης, με το οποίο επιβάλλεται διακοπή της μετάδοσης ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών και της λειτουργία διαδικτυακών ιστότοπων της ΕΡΤ Α.Ε., καθώς και ορίζεται ότι καθίστανται ανενεργές οι συχνότητες που ανήκαν στην ΕΡΤ Α.Ε., προκαλείται ανεπανόρθωτη βλάβη, διότι παύει, έστω και προσωρινά, να παρέχεται η, υπό λειτουργική έννοια, δημόσια υπηρεσία της μετάδοσης ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών και σχετικών διαδικτυακών υπηρεσιών. Ενόψει του ιδιαίτερου ρόλου που επιφυλάσσει ο νομοθέτης στην δημόσια ραδιοφωνία και τηλεόραση και των σκοπών δημοσίου συμφέροντος που θάλπονται από το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, επιβάλλεται, για το αντικείμενο αυτό, η τήρηση της αρχής της συνεχούς λειτουργίας που διέπει και τη Δημόσια Διοίκηση, ώστε να διασφαλίζεται η συνεχής παροχή των ανωτέρω υπηρεσιών. Συντρέχουν, συνεπώς, λόγοι δημοσίου συμφέροντος, συναπτόμενοι με την ομαλή λειτουργία της ανωτέρω δημόσιας υπηρεσίας, που επιβάλλουν την κατ’ αρχήν συνέχιση της παροχής ραδιοτηλεοπτικών και διαδικτυακών υπηρεσιών μέχρι την ίδρυση και λειτουργία του κατά τα ανωτέρω νέου φορέα."

Σε αυτό το σημείο,  έχουμε τη αναγόρευση της "αρχής της συνεχούς λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης" σε κανόνα που υπέρκειται των κοινών κανονιστικών διατάξεων. Το ενδιαφέρον είναι ότι η Επιτροπή Αναστολών αναφέρεται στο "λειτουργικό κριτήριο", δηλαδή επεκτείνει την αρχή της συνεχούς λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης και σε μια κρατική Α.Ε., που αποτελεί μέρος του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Είχα εκτιμήσει (εδώ) ότι αυτή ήταν η πραγματική δικανική σκέψη και στην φάση της έκδοσης της προσωρινής διαταγής κι όχι βέβαια η αντίθεση στον Ν.1730/1987 όπως ανέφερε ο κ. Πρόεδρος.  Καθώς η "συνταγματοποίηση" της αρχής της συνεχούς λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης μπορεί να έχει ευρύτερες επιπτώσεις στην επανεξέταση της λειτουργίας δημόσιων φορέων,  αξίζει να εξετάσουμε την θεμελίωσή της από την απόφαση αυτή. Σύμφωνα με την Επιτροπή Αναστολών, η αυξημένη ισχύς της αρχής της συνεχούς λειτουργίας οφείλεται στον "ιδιαίτερο ρόλο που επιφυλάσσει ο νομοθέτης στην δημόσια ραδιοφωνία και τηλεόραση" σε συνδυασμό και με τους σκοπούς δημοσίου συμφέροντος "που θάλπονται από το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος". Δηλαδή το ΣτΕ αναζητά την έδραση της αρχής σε κανόνες τόσο του κοινού όσο και του συνταγματικού δικαίου. Δεν θα αρκούσαν εξάλλου μόνο κανόνες του κοινού δικαίου για την θεμελίωση μιας αρχής με τέτοια καταργητική κανονιστική ισχύ. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος αναφέρεται στον άμεσο έλεγχο του κράτους που ασκείται στην ραδιοτηλεόραση από το Ε.Σ.Ρ. καθώς και στα κριτήρια αυτού του ελέγχου:

"2. Η ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους. O έλεγχος και η επιβολή των διοικητικών κυρώσεων υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης που είναι ανεξάρτητη αρχή, όπως νόμος ορίζει. O άμεσος έλεγχος του Κράτους, που λαμβάνει και τη μορφή του καθεστώτος της προηγούμενης άδειας, έχει ως σκοπό την αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων, καθώς και προϊόντων του λόγου και της τέχνης, την εξασφάλιση της ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης και η πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας, καθώς και το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και την προστασία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας.
Νόμος ορίζει τα σχετικά με την υποχρεωτική και δωρεάν μετάδοση των εργασιών της Βουλής και των επιτροπών της, καθώς και προεκλογικών μηνυμάτων των κομμάτων από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα."

Η αυτονόμηση των "σκοπών του άμεσου ελέγχου του κράτους"  και η αναγωγή τους σε αυτοτελείς κανόνες από τους οποίους απορρέει και η υποχρέωση διαρκούς λειτουργίας της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης - ενώ η διάταξη δεν διακρίνει ανάμεσα σε ιδιωτικά και δημόσια μ.μ.ε.- φαίνεται σαν λήψη του ζητουμένου: ο έλεγχος επιβάλλεται επειδή υπάρχει η ραδιοτηλεόραση, δεν επιβάλλει ο ίδιος την ύπαρξή της. Το άρθρο 15 παρ. 2 αναφέρεται στον έλεγχο του κράτους επί της ραδιοτηλεόρασης, δεν αναφέρει ότι το κράτος οφείλει να παρέχει ραδιοτηλεοπτικό προϊόν. Είναι άλλο ο έλεγχος να έχει σκοπό την αντικειμενικότητα και την εξασφάλιση της ποιότητας και είναι άλλο να παρέχει ο ελεγκτής την αντικειμενική ενημέρωση. Σαφέστατα πρόκειται για μια απόφαση της Επιτροπής Αναστολών που δεν επιβάλλεται να παρέχει την πλήρη αιτιολογία που θα είχε μια απόφαση της Ολομέλειας επί της αίτησης ακύρωση, η οποία απόφαση αν συνεχίσει να κινείται στην κατεύθυνση αυτού του διατακτικού, θα πρέπει να στοιχειοθετήσει με πιο στέρεα θεμελίωση την αρχή της συνεχούς λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης και ιδίως την εφαρμογή της στην περίπτωση της ΕΡΤ.

Τέλος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και  η ακροτελεύτια πρόταση του σκεπτικού της απόφασης της Επιτροπής Αναστολών: 

 Η Επιτροπή επιφυλάσσεται να επανέλθει αυτεπαγγέλτως εντός ευλόγου χρόνου για να διαπιστώσει αν έλαβε χώρα συμμόρφωση προς τα ανωτέρω κριθέντα.

 Με αυτή την σκέψη, η Επιτροπή Αναστολών αναφέρεται στην μέριμνα που σκοπεύει να επιδείξει ως προς την εφαρμογή της απόφασής της. 

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Μια παρατήρηση: Θεωρείς ότι οι ιδιότητες του προσφεύγοντος δρούν διαζευκτικά. Μια διαφορετική όμως ανάγνωση υποβάλλει ότι δρούν σωρευτικά αυτό νομίζω ότι δείχνει ο πληθυντικός στο ".....με τις ιδιότητές τους..........¨

e-Lawyer είπε...

Δεν διακρίνει πάντως το κείμενο.

Άρνηση ιατρικής σύμπραξης σε έκτρωση για συνειδησιακούς λόγους

" Ο ιατρός, επικαλούμενος λόγους συνείδησης, έχει δικαίωμα να μη μετέχει σε νόμιμες ιατρικές επεμβάσεις στις οποίες αντιτίθεται συνει...