Τετάρτη, Μαΐου 27, 2020

Η αντισυνταγματικότητα της μεταφοράς της σωφρονιστικής διοίκησης στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη.

1. Η εκτέλεση των ποινών που επιβάλλει η Πολιτεία αποτελεί ύλη που εμπίπτει στο ευρύτερο πεδίο της τρίτης κρατικής λειτουργίας, της Δικαιοσύνης. Ο κανόνας αυτός απορρέει από τις εξής επαγωγές: ενώ σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 3 του Συντάγματος η δ ι κ α σ τ ι κ ή λ ε ι τ ο υ ρ γ ί α ασκείται από τα δικαστήρια, η ευρύτερη έννοια της Δικαιοσύνης περιλαμβάνει τόσο την δικαστική λειτουργία (τακτική Δικαιοσύνη), όσο και την πολιτική διαχείριση των διοικητικών ζητημάτων της Δικαιοσύνης που ασκείται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και το αρμόδιο υπουργείο του οποίου προϊσταται. Το Σύνταγμα προβλέπει συγκεκριμένες αρμοδιότητες για τον Υπουργό Δικαιοσύνης, τον οποίο αναφέρει με την ιδιότητα του αυτή ως άμεσο όργανο του Κράτους (δεν νοείται -συνταγματικά- κατάργηση του Υπουργού Δικαιοσύνης με νόμο, ενώ νοείται κατάργηση π.χ. του Υπουργού Εσωτερικών). Σε τρία άρθρα του, το Σύνταγμα αναφέρει ρητά τον Υπουργό Δικαιοσύνης, τον ένα από τους δύο "επώνυμους" Υπουργούς που αναφέρει το Σύνταγμα (ο άλλος ειναι ο Οικονομικών). Ο Υπουργός Δικαιοσύνης ασκεί την πειθαρχική αγωγή κατά των δικαστών (παράλληλα προς την αρμοδιότητα των συμβουλίων δικαστών), κατά το άρθρο 91. παρ. 3 του Συντάγματος. Αν ο Υπουργός Δικαιοσύνης διαφωνεί με την κρίση ανώτατου δικαστικού συμβουλίου, μπορεί να παραμπέμπει το ζήτημα στην ολομέλεια του οικείου ανώτατου δικαστηρίου οπως ο νόμος ορίζει, κατά το άρθρο 90 παρ. 3. Το πιο σχετικό, πάντως, με το ζήτημα της εκτέλεσης των ποινών είναι το άρθρο 47 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο η/ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει το δικαίωμα, ύστερα από π ρ ό τ α σ η του Υπουργού Δικαιοσύνης και γνώμη συμβουλίου που συγκροτείται κατά πλειοψηφία από δικαστές να χ α ρ ί ζ ε ι, μ ε τ α τ ρ έ π ε ι ή μ ε τ ρ ι α ζ ε ι τις π ο ι ν έ ς που επιβάλλουν τα δικαστήρια, καθώς και να α ί ρ ε ι τις κάθε είδους νόμιμες συνέπειες π ο ι ν ώ ν που έχουν επιβληθεί και εκτιθεί. Η συγκεκριμένη συνταγματική επιλογή προκρίνει τον Υπουργό Δικαιοσύνης και κανέναν άλλο Υπουργό, ως αρμόδιο για την πρόταση προς την/τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας σε ένα ζήτημα που συνδέεται αμιγώς με τις ο ι ο ν ε ί δ ι κ α ι ο δ ο τ ι κ έ ς αρμοδιότητες του ρυθμιστή του πολιτεύματος και αφορά ακριβώς την χάρη, την μετατροπή και τον μετριασμό των ποινών που επιβάλλουν τα δικαστήρια. Το Σύνταγμα αναθέτει στον Υπουργό Δικαιοσύνης την αρμοδιότητα για πρόταση και την πολιτική ευθύνη για την κορυφαία πολιτειακή πράξη που αφορά τον σωφρονισμό: την χάρη, την μετατροπή / τον μετριασμό των ποινών και την άρση των συνέπειών τους. Νόμος που θα μετέφερε αυτή την αρμοδιότητα του Υπουργού Δικαιοσύνης σε άλλον Υπουργό θα ήταν ευθέως αντίθετος στο γράμμα και το πνεύμα του άρθρου 47 παρ. 1 του Συντάγματος. Ο σκοπός της διάταξης είναι ακριβώς να π ρ ο σ δ ε θ ο ύ ν οι αρμοδιότητες που συνδέονται με την εκτέλεση των ποινών που επιβάλλουν τα δικαστήρια με τον θεσμικό ρόλο του Υπουργού Δικαιοσύνης και του Υπουργείου, του οποίου αυτός προϊσταται. Διότι, δεν νοείται άλλος Υπουργός να έχει την πολιτική ευθύνη για τις φυλακές και άλλος Υπουργός να είναι αρμόδιος για την πρόταση για την αποφυλάκιση κρατουμένων με Προεδρικό Διάταγμα. Η λειτουργική ενότητα της σωφρονιστικής διοίκησης που ασκείται στην μείζονα έκφρασή της (απονομή χάριτος, μετριασμός/μετατροπή ποινών, άρση συνεπειών) με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης επιβάλλει συνολικά οι υπηρεσίες που αφορούν την σωφρονιστική λειτουργία να υπάγονται στο Υπουργείο του οποίου Προϊσταται ο Υπουργός Δικαιοσύνης. Αυτό σημαίνει ότι η σύμφωνη με το Σύνταγμα λειτουργία των σωφρονιστικών υπηρεσιών επιβάλλεται και με την λογική του από το μείζον στο έλασσον (a majore ad minus) να υπάγονται στο Υπουργείο του οποίου προϊσταται ο Υπουργός Δικαιοσύνης, δηλαδή στο υπουργείο Δικαιοσύνης. Διαφορετικά, σε περίπτωση δηλαδή που οι σωφρονιστικές υπηρεσίες υπάγονται σε άλλο υπουργείο, δεν ικανοποιείται η λογική συνέχεια του πνεύματος του Συντάγματος, κατά το οποίο η εκτέλεση της ποινής υπάγεται στην ευρύτερη έννοια της Δικαιοσύνης, ως συμπληρωματική πολιτειακή αποστολή που ολοκληρώνει την λειτουργική εμβέλεια της δικαστικής λειτουργίας.
2. Όμως, με το π.δ. 81/2019, ειδικότερα με το άρθρο 2 παρ. 5.1., στο νέο "Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη" μεταφέρθηκαν ως σύνολο αρμοδιοτήτων, θέσεων, οργάνων και προσωπικού, διάφορες υπηρεσίες, ανάμεσα στις οποίες και η Γενική Γραμματεία Αντεγκληματικής Πολιτικής του άρθρου 17 π.δ.96/2017, συμπεριλαμβανομένου του συνόλου των υπαγομένων σε αυτή οργανικών μονάδων, όπως είναι: το Σώμα Επιθεώρησης και Ελέγχου Καταστημάτων Κράτησης, η Ιατροδικαστική Υπηρεσία, τα Καταστήματα Κράτησης, Σωφρονιστικά και Θεραπευτικά καταστήματα και η Κεντρική Αποθήκη Υλικού Φυλακών και γενικά όλες οι υπηρεσίες του κλάδου του “Σωφρονισμού” που ως την έκδοση του εν λόγω π.δ. ανήκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Οι διατάξεις αυτές του π.δ. 81/2019 και του Ν.4625/2019 βρίσκονται σε σχέση έντασης με την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, με το άρθρο 47 παρ. 1 του Συντάγματος και με την δικαιοκρατική αρχή της πρόσδεσης της εκτέλεσης των ποινών στην συνταγματική λειτουργία της Δικαιοσύνης. 
3. Με την παραπάνω θεώρηση συντάσσεται σημαντική μερίδα του νομικού κόσμου της χώρας. Σύμφωνα με την με ημερομηνια 16.7.2019 Ανακοίνωση της Συντονιστικής Επιτροπής των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, εκφράστηκαν επιφυλάξεις για την μεταφορά υπηρεσιών του Υπουργείου Δικαιοσύνης στο Υπουργείο Προστσίας του Πολίτη και ιδίως των Καταστημάτων Κράτησης, των Σωφρονιστικών και Θεραπευτικών Καταστημάτων, της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας, των Υπηρεσιών Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής. Η αιτιολογία της ανακοίνωσης είναι η εξής: “Η επιβολή και η έκτιση της ποινής, όπως και οι συνθήκες κράτησης και τα δικαιώματα των κρατουμένων και ιδίως των ανηλίκων, συνδέονται άμεσα και άρρηκτα με το σύστημα απονομής της Δικαιοσύνης και τις προβλεπόμενες δικαστικές εγγυήσεις και δεν είναι νοητή η αποκοπή τους από αυτό. Η διεθνής εμπειρία, άλλωστε, το επιβεβαιώνει. Η ποινή έχει ως σκοπό τον σωφρονισμό του δράστη και όχι την τιμωρία/εκδίκηση, με απώτερο στόχο την ομαλή επανένταξή του στο κοινωνικό γίγνεσθαι.”
4. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η σχετική ανακοίνωση της Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για το πρόβλημα της μεταφοράς των υπηρεσιών του σωφρονισμού από το Υπουργείο Δικαιοσύνης στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη. Συγκεκριμενα, το εν λόγω συμβουλευτικό όργανο της Πολιτείας, με την με ημερομηνία 17.7.2019 δημόσια ανακοίνωσή του με τίτλο “Δήλωση της ΕΕΔΑ για την ανάγκη διατήρησης της ανεξαρτησίας μεταξύ των βασικών πυλώνων του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης” τοποθετήθηκε ως εξής:
“Η ΕΕΔΑ εκφράζει την ανησυχία της για τη μεταφορά αρμοδιοτήτων, θέσεων, οργάνων και προσωπικού από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (μετονομασθέν πλέον σε Υπουργείο Δικαιοσύνης) στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται, σύμφωνα με το άρθρο 2, παρ. 5.1, του ΠΔ 81/2019, η Γενική Γραμματεία Αντεγκληματικής Πολιτικής, συμπεριλαμβανομένου του συνόλου των υπαγομένων σε αυτή οργανικών μονάδων, το Σώμα Επιθεώρησης και Ελέγχου Καταστημάτων Κράτησης, η Ιατροδικαστική Υπηρεσία, τα Καταστήματα Κράτησης, Σωφρονιστικά και Θεραπευτικά Καταστήματα, τα Ειδικά Θεραπευτικά Καταστήματα και η Κεντρική Αποθήκη Υλικού Φυλακών (ΚΑΥΦ), το Ίδρυμα Αγωγής Ανηλίκων Αρρένων Βόλου και οι Υπηρεσίες Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής.
Αποτελεί κοινή παραδοχή ότι οι βασικοί πυλώνες του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης, μεταξύ των οποίων η Αστυνομία και οι Φυλακές, είναι και οφείλουν να παραμείνουν ανεξάρτητοι μεταξύ τους, στο βαθμό που καθένας τους αντιμετωπίζει με διαφορετικό τρόπο και διαφορετικό βαθμό ευθύνης και διακριτικής ευχέρειας το έγκλημα και προστατεύει την κοινωνία από τη διαφθορά, την αστυνομική βία και την κατάχρηση εξουσίας.
Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Κώδικα Ηθικής της Αστυνομίας, ο οποίος υιοθετήθηκε με τη Σύσταση (2001)10 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, η διάκριση μεταξύ του ρόλου της Αστυνομίας και της Εισαγγελίας, του δικαστικού σώματος και του σωφρονιστικού συστήματος πρέπει να είναι σαφής . Ταυτόχρονα, στην αιτιολογική έκθεση του Κώδικα, επισημαίνεται ότι, παρότι το μοντέλο αυτό ποινικής δικαιοσύνης προϋποθέτει και θεωρεί ως αυτονόητη την ανεξαρτησία κάθε συντελεστή της, είναι πολύ σημαντικό να προβλέπεται η ενσωμάτωση του αναγκαίου αριθμού «ελέγχων και ισορροπιών» (checks and balances), προκειμένου να διασφαλίζεται ότι η ποινική δικαιοσύνη λειτουργεί κατά τρόπο αποτελεσματικό που συνάδει με το νόμο. Σημειώνεται ότι η σύσταση αυτή του Συμβουλίου της Ευρώπης ετίθετο ήδη από τη δεκαετία του 1980 ως προϋπόθεση ένταξης για τα νέα Κράτη μέλη του Συμβουλίου. Με βάση μάλιστα τα διαθέσιμα συγκριτικά στοιχεία, στη συντριπτική πλειονότητα των ευρωπαϊκών εννόμων τάξεων, οι αρμοδιότητες της Διοίκησης των σωφρονιστικών καταστημάτων υπάγονται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, η ΕΕΔΑ συστήνει στις αρμόδιες κρατικές Αρχές να διασφαλίσουν με κάθε τρόπο την ανεξαρτησία μεταξύ των Αστυνομικών Αρχών, οι οποίες έχουν ως αποστολή τους την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος και των Σωφρονιστικών Αρχών, οι οποίες είναι αρμόδιες για την έκτιση των ποινών με ασφάλεια, αξιοπιστία, διαφάνεια και με σεβασμό στον άνθρωπο, καθώς και της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας και των Υπηρεσιών Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής.”
5. Παρεμφερής ήταν και η ανακοίνωση της 17.7.2019 της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕλΕΔΑ), η οποία δεν αποτελεί μεν δημόσιο όργανο όπως η ΕΕΔΑ, αλλά οργάνωση της κοινωνίας των πολιτών. ΕλΕΔΑ που συμφωνεί με την προπαρατεθείσα αιτιολογία, με επιχείρημα την συνταγματική αρχή του κράτους δικαίου: “Σε ένα κράτος δικαίου η εκτέλεση όλων των ποινών, είτε των στερητικών της ελευθερίας είτε των λεγόμενων εναλλακτικών, όπως της κοινωφελούς εργασίας, πρέπει να αντιμετωπίζεται με άξονες τον σεβασμό των δικαστικών αποφάσεων, των δικαιωμάτων των κρατουμένων, τη βελτίωση των συνθηκών κράτησης και την κοινωνική επανένταξη των καταδικασθέντων, και όχι μόνο με όρους καταστολής. Έτσι, εξάλλου, καθίσταται αποτελεσματικότερη και η προστασία της δημόσιας τάξης και η πρόληψη της υποτροπής. Η επίλυση των ζητημάτων που αντιμετωπίζει το σωφρονιστικό σύστημα, δεν δύναται να επιτευχθεί αποκλειστικά και μόνο μέσω του αστυνομικού ελέγχου. Σε κάθε περίπτωση, η εκτέλεση των ποινικών αποφάσεων δεν αποτελεί αρμοδιότητα των διωκτικών αρχών αλλά της δικαιοσύνης."
6. Στην Ελλάδα, ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων δεν είναι κεντρικός και άμεσος (όπως θα ήταν εάν ασκείτο από ένα Συνταγματικό Δικαστήριο), αλλά είναι διάχυτος και παρεμπίπτων, καθόσον κάθε δικαστήριο οφείλει, στο πλαίσιο της υπόθεσης που κάθε φορά δικάζει, να απέχει από την εφαρμογή νόμου που "το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα" (άρθρο 93 παρ. 4 Σ). Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε πράξη που εκδόθηκε από τις υπηρεσίες που μεταφέρθηκαν από το Δικαιοσύνης στο Προστασίας του Πολίτη προσβληθεί δικαστικά (σε ένα διοικητικό δικαστήριο ή ακόμη και, στο πλαίσιο κάποιας άλλης διαφοράς που προϋποθέτει παρεμπίπτοντα έλεγχο νομιμότητας μιας τέτοιας πράξης από τα πολιτικά ή τα ποινικά δικαστήρια ή και από το Ελεγκτικό Συνέδριο) είναι εκτεθειμένη στην παραπάνω κρίση συμβατότητας προς το Σύνταγμα, στο πλαίσιο του ελέγχου της έκδοσης από αρμόδιο ή μη κρατικό όργανο. Δηλαδή, κάθε δικαστήριο, στο οποίο τεθεί υπόψιν μια διοικητική πράξη των υπηρεσιών αυτών που μεταφέρθηκαν στο Προστασίας του Πολίτη, διαθέτει την συνταγματική νομιμοποίηση, παρεμπιπτόντως, να εξετάσει την συνταγματική νομιμότητα της έκδοσης της πράξης από το αρμόδιο όργανο και διαπιστώνοντας την υπαγωγή της υπηρεσίας στην ιεραρχία άλλου Υπουργείου κι όχι στην ιεραρχία του Υπουργείου Δικαιοσύνης να διαγνώσει την επίμαχη αντισυνταγματικότητα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Αποκατάσταση διευθυντή που υποβιβάστηκε παρανόμως σε τμηματάρχη από τον Δήμο Αθηναίων

  Σε υπόθεση του γραφείου μας, δικαιώθηκε διευθυντής του Δήμου Αθηναίων, τον οποίο ο δήμαρχος είχε τοποθετήσει σε θέση προϊσταμένου τμήματος...