Η εξαγγελία από την Τουρκία περί δημιουργίας δύο θαλάσσιων προστατευόμενων περιοχών (μίας στο βόρειο Αιγαίο, δυτικά της Ίμβρου και της Τενέδου, και μίας στην Ανατολική Μεσόγειο), θέτει ένα γενικότερο ερώτημα διεθνούς δικαίου: μπορεί ένα παράκτιο κράτος να δημιουργεί μονομερώς θαλάσσια προστατευόμενη περιοχή σε θαλάσσιες ζώνες που δεν υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία του;
[Να διευκρινίσω εδώ ότι εκλαμβάνω ως δεδομένο ότι η τουρκική εξαγγελία δεν αφορά MONO περιοχές στην τουρκική κυριαρχία, καθώς αυτό έχει ήδη διατυπωθεί στην Έκθεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Τουρκία του έτους 2025, έκθεση που αναφέρει ότι τον Αύγουστο του 2025 η Τουρκία ανακοίνωσε δύο θαλάσσια πάρκα «extending into areas under Greek jurisdiction».]
Το ερώτημα είναι εάν αυτό επιτρέπεται ή όχι από το διεθνές δίκαιο.
Αρχικά θα πρέπει να θυμόμαστε ότι η Τουρκία δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 (UNCLOS). Ωστόσο, μεγάλο μέρος των κανόνων που κωδικοποιήθηκαν στην UNCLOS αποτελεί συγχρόνως εθιμικό διεθνές δίκαιο και, ως τέτοιο, δεσμεύει όλα τα κράτη ανεξαρτήτως κύρωσης της Σύμβασης.
Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης το έχει επανειλημμένα επιβεβαιώσει σε υποθέσεις στις οποίες ένα από τα διάδικα κράτη δεν ήταν μέρος της UNCLOS. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η απόφαση Territorial and Maritime Dispute (Nicaragua v. Colombia) του 2012. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι κανόνες των άρθρων 74 και 83 UNCLOS για την οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας, καθώς και του άρθρου 121 για το καθεστώς των νησιών, αποτελούν κανόνες εθιμικού διεθνούς δικαίου. Άρα ως προς αυτά τα θέματα (ΑΟΖ, καθεστώς νησιών και υφαλοκρηπίδα) δεν μας ενδιαφέρει που η Τουρκία δεν έχει υπογράψει την UNCLOS
Ακόμη πιο πρόσφατα, στην απόφαση της 21ης Απριλίου 2022 στην υπόθεση Nicaragua v. Colombia, το Διεθνές Δικαστήριο επανέλαβε ότι οι κανόνες για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των παράκτιων κρατών στην ΑΟΖ, όπως αποτυπώνονται μεταξύ άλλων στα άρθρα 56, 58, 61, 62 και 73 UNCLOS, αντανακλούν εθιμικό διεθνές δίκαιο. Επομένως η Τουρκία δεν μπορεί να αντιτάξει απλώς ότι «δεν έχει υπογράψει την UNCLOS» για ζητήματα όπως οι υποχρεώσεις των παράκτιων κρατών στην ΑΟΖ. Σε αυτή την υπόθεση, η οποία μοιάζει πάρα πολύ με την υπόθεση της Τουρκίας, η Κολομβία (που επίσης δεν έχει υπογράψει την UNCLOS) υποστήριζε ότι οι ενέργειές της δικαιολογούνταν, μεταξύ άλλων, από τη διεθνή υποχρέωσή της να προστατεύει και να διατηρεί το θαλάσσιο περιβάλλον.Το ΔΔΧ απέρριψε το επιχείρημα.Έκρινε ότι η Κολομβία δεν μπορούσε, επικαλούμενη την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος, να ασκεί δικαιοδοσία ως προς τη διατήρηση των πόρων μέσα στην ΑΟΖ της Νικαράγουας. Η δικαιοδοσία αυτή ανήκε στο παράκτιο κράτος. Και έκρινε ότι η συμπεριφορά της Κολομβίας παραβίαζε τους εθιμικούς κανόνες που αντανακλώνται στα άρθρα 56, 58 και 73 UNCLOS.
Ωστόσο παραμένει προς έρευνα κατά πόσον στην συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή ως προς την δημιουργία θαλάσσιων πάρκων, υπάρχει εθιμικό διεθνές δίκαιο που παραβιάζεται από την Τουρκία.
Το άρθρο 121 παρ. 2 UNCLOS προβλέπει ότι η αιγιαλίτιδα ζώνη, η συνορεύουσα ζώνη, η ΑΟΖ και η υφαλοκρηπίδα ενός νησιού καθορίζονται με τους ίδιους κανόνες που εφαρμόζονται στην ηπειρωτική επικράτεια. Η αρχή αυτή είναι κρίσιμη για το τουρκικό πάρκο στο βόρειο Αιγαίο, διότι απέναντι και πλησίον της περιοχής βρίσκονται, μεταξύ άλλων, η Λήμνος και η Σαμοθράκη.Έτσι περιγράφεται ο ίδιος ο τουρκικός χάρτης από τις δημοσιευμένες πηγές: το Northern Aegean Marine Protected Area εκτείνεται δυτικά Ίμβρου και Τενέδου, μεταξύ Σαμοθράκης και Λήμνου. Βέβαια δεν προκύπτει ότι το εξαγγελλόμενο τουρκικό πάρκο εισέρχεται στη σημερινή ελληνική αιγιαλίτιδα ζώνη των 6 ν.μ. της Λήμνου ή της Σαμοθράκης. Οι σοβαρότερες ελληνικές ενστάσεις αφορούν κυρίως δυνητική ελληνική υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ και την απόπειρα άσκησης τουρκικής δικαιοδοσίας πέραν της τουρκικής αιγιαλίτιδας ζώνης. Η κοινοβουλευτική ερώτηση που έχει υποβάλλει ο ευρωβουλευτής Γιάννης Μανιάτης προς την Επιτροπή μιλά για «areas of potential Greek continental shelf and EEZ and territorial waters», αλλά αυτό είναι η διατύπωση του ερωτώντος ευρωβουλευτή και όχι διαπίστωση οριοθέτησης από δικαιοδοτικό όργανο. Ο δημοσιευμένος χάρτης δείχνει ότι τα δυτικά όρια του πάρκου πλησιάζουν τις θαλάσσιες ζώνες ανατολικά/νοτιοανατολικά της Σαμοθράκης και ανατολικά/βορειοανατολικά της Λήμνου, αλλά για να πούμε π.χ. «φθάνει Χ ν.μ. από τις ακτές της Λήμνου» χρειάζονται οι ακριβείς συντεταγμένες του πολυγώνου και χαρτογραφικός υπολογισμός.
Ιδιαίτερη σημασία έχει εδώ η διάκριση μεταξύ ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να «ανακηρύξει» υφαλοκρηπίδα για να αποκτήσει δικαιώματα επ' αυτής. Τα δικαιώματα του παράκτιου κράτους στην υφαλοκρηπίδα υπάρχουν ipso facto και ab initio, λόγω της κυριαρχίας του επί της χερσαίας επικράτειας. Το καθεστώς αυτό αποτυπώνεται στα άρθρα 76 και 77 UNCLOS. Το άρθρο 77 αναγνωρίζει στο παράκτιο κράτος κυριαρχικά δικαιώματα επί της υφαλοκρηπίδας για την εξερεύνηση και εκμετάλλευση των φυσικών πόρων της. Τα δικαιώματα αυτά είναι αποκλειστικά.Συνεπώς, κατά το μέρος που ένα τουρκικό «θαλάσσιο πάρκο» επιχειρεί να ρυθμίσει δραστηριότητες που αφορούν τον βυθό ή τους φυσικούς πόρους περιοχής που εμπίπτει στην ελληνική υφαλοκρηπίδα, ανακύπτει άμεσα ζήτημα προσβολής ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Χρειάζεται όμως μία σημαντική επιφύλαξη: η υφαλοκρηπίδα αφορά τον βυθό και το υπέδαφος και δεν παρέχει από μόνη της γενική δικαιοδοσία επί της υπερκείμενης υδάτινης στήλης. Επομένως η νομική αξιολόγηση ενός συγκεκριμένου μέτρου του «πάρκου» εξαρτάται και από το αντικείμενο της τουρκικής ρύθμισης.
Ακόμη και αν γίνει δεκτή η τουρκική θέση ότι ορισμένες από τις επίμαχες περιοχές αποτελούν αντικείμενο μη οριοθετημένων επικαλυπτόμενων αξιώσεων, από αυτό δεν προκύπτει αποκλειστική τουρκική δικαιοδοσία.
Τα άρθρα 74 παρ. 3 και 83 παρ. 3 UNCLOS, τα οποία αφορούν αντιστοίχως την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα, καθιερώνουν για τα κράτη με αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές, μέχρι την επίτευξη συμφωνίας οριοθέτησης, την υποχρέωση:
- να καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για προσωρινές διευθετήσεις πρακτικού χαρακτήρα και
- να μην θέτουν σε κίνδυνο ούτε να παρεμποδίζουν την επίτευξη της τελικής συμφωνίας.
Επομένως, ακόμη και με αφετηρία την ευνοϊκότερη για την Άγκυρα εκδοχή (ότι δηλαδή πρόκειται για μη οριοθετημένη περιοχή) η Τουρκία δεν αποκτά από αυτόν τον λόγο εξουσία να συμπεριφέρεται σαν να έχει ήδη πραγματοποιηθεί οριοθέτηση υπέρ της. Η μονομερής δημιουργία καθεστώτος προστατευόμενης περιοχής μπορεί, αναλόγως του περιεχομένου των μέτρων, να αποτελεί ακριβώς μια τέτοια προσπάθεια άσκησης αποκλειστικής κρατικής δικαιοδοσίας.
Ωστόσο, η περιβαλλοντική προστασία δεν δημιουργεί θαλάσσια δικαιοδοσία. Το διεθνές περιβαλλοντικό δίκαιο δεν αποτελεί αυτοτελή πηγή θαλάσσιας κυριαρχίας. Ένα κράτος δεν μπορεί να αποκτήσει δικαιοδοσία σε μία θαλάσσια περιοχή επειδή αποφάσισε μονομερώς ότι επιθυμεί να προστατεύσει το περιβάλλον της. Σχετική προς αυτό το θέμα είναι η Σύμβαση για τη Βιολογική Ποικιλότητα (CBD), στην οποία η Τουρκία είναι συμβαλλόμενο μέρος. Το άρθρο 4 ορίζει ρητά ότι η εφαρμογή της Σύμβασης ως προς τα συστατικά της βιολογικής ποικιλότητας αφορά περιοχές εντός των ορίων της εθνικής δικαιοδοσίας κάθε συμβαλλόμενου μέρους και μάλιστα «subject to the rights of other States». Για ζητήματα πέραν της εθνικής δικαιοδοσίας, το άρθρο 5 CBD δεν απονέμει μονομερή κανονιστική εξουσία. Επιβάλλει αντιθέτως στα κράτη την υποχρέωση, στο μέτρο του δυνατού και ενδεδειγμένου, να συνεργάζονται μεταξύ τους, άμεσα ή μέσω των αρμόδιων διεθνών οργανισμών, για τη διατήρηση και βιώσιμη χρήση της βιολογικής ποικιλότητας. Άρα η επίκληση της προστασίας της βιοποικιλότητας δεν θεραπεύει την έλλειψη δικαιοδοσίας, αλλά ούτε και παράγει νέα εδαφική κυριαρχία.
Από το 2026 υπάρχει και μία νέα παράμετρος: η Συμφωνία για τη Βιοποικιλότητα πέραν της Εθνικής Δικαιοδοσίας (BBNJ Agreement) τέθηκε διεθνώς σε ισχύ στις 17 Ιανουαρίου 2026. Η Τουρκία την κύρωσε και η Συμφωνία τέθηκε σε ισχύ ειδικά γι' αυτήν στις 15 Φεβρουαρίου 2026.Η σημασία της είναι θεμελιώδης: η Συμφωνία δημιουργεί διεθνή διαδικασία για "εργαλεία διαχείρισης που εδρεύουν σε περιοχές, συμπεριλαμβανομένων των θαλάσσιων προστατευμένων περιοχών", στις περιοχές πέραν της εθνικής δικαιοδοσίας. Άρα, μετά την έναρξη ισχύος της Συμφωνίας για την Τουρκία, η Άγκυρα είναι συμβατικά δεσμευμένη από ένα σύστημα το οποίο δεν αντιμετωπίζει τις θαλάσσιες προστατευόμενες περιοχές πέραν εθνικής δικαιοδοσίας ως αντικείμενο μονομερούς οικειοποίησης από ένα παράκτιο κράτος.
Υπάρχει μάλιστα ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον στοιχείο στις δηλώσεις που κατέθεσε η ίδια η Τουρκία κατά την κύρωση. Η Τουρκία δήλωσε ότι οι αναφορές της BBNJ στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των παράκτιων κρατών βάσει UNCLOS πρέπει, όσον αφορά κράτη που δεν είναι μέρη της UNCLOS, να νοούνται ως αναφορές στα αντίστοιχα δικαιώματα, τη δικαιοδοσία και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το εθιμικό διεθνές δίκαιο. Πρόκειται ουσιαστικά για επίσημη αναγνώριση από την ίδια την Τουρκία ότι το γεγονός πως δεν έχει κυρώσει την UNCLOS δεν την απαλλάσσει από τους αντίστοιχους εθιμικούς κανόνες του δικαίου της θάλασσας.
Η BBNJ, πάντως, δεν αποτελεί την κύρια νομική βάση κατά της αρχικής εξαγγελίας του Αυγούστου 2025, αφού τότε δεν είχε ακόμη τεθεί σε ισχύ. Επιπλέον, η εφαρμογή της στις συγκεκριμένες περιοχές του Αιγαίου εξαρτάται από το εάν πρόκειται πράγματι για «areas beyond national jurisdiction» κατά την έννοιά της. Η κύρια βάση της ελληνικής ένστασης παραμένει συνεπώς το γενικό και εθιμικό δίκαιο της θάλασσας.
Το ζήτημα έχει πλέον περάσει από το επίπεδο των πολιτικών ανακοινώσεων στο επίπεδο της επίσημης διεθνούς νομικής αντιπαράθεσης. Με επιστολή της 31ης Μαρτίου 2026 προς τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, η Ελλάδα κατέθεσε επισήμως τις θέσεις της στο πλαίσιο του θέματος «Oceans and the law of the sea». Η επιστολή καταχωρίστηκε ως έγγραφο A/80/697 της Γενικής Συνέλευσης. Η ελληνική θέση απαντά στην τουρκική επιστολή A/80/642 της 16ης Φεβρουαρίου 2026, με την οποία η Άγκυρα επανέφερε τις δικές της αντιλήψεις για τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη καταγράψει επισήμως, όπως προεκτέθηκε, ότι τα δύο τουρκικά θαλάσσια πάρκα εκτείνονται σε περιοχές ελληνικής δικαιοδοσίας.
Επομένως, η Τουρκία έχει την δικαιοδοσία να δημιουργήσει θαλάσσια πάρκα εντός της δικής της εδαφικής κυριαρχίας, αλλά είναι νομικά ανίσχυρη έναντι της Ελλάδας και δυνητικά διεθνώς παράνομη κάθε μονομερής τουρκική πράξη, κατά το μέρος που αξιώνει αποκλειστική τουρκική δικαιοδοσία σε περιοχή όπου αυτή δεν υφίσταται, περιφρονεί την θαλάσσια ζώνη κυριαρχίας των ελληνικών νησιών, κατά παράβαση του εθιμικού κανόνα που κωδικοποιείται στο άρθρο 121 UNCLOS, προσβάλλει τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας επί της υφαλοκρηπίδας,επιχειρεί να προδικάσει την οριοθέτηση περιοχών με επικαλυπτόμενες θαλάσσιες αξιώσεις και χρησιμοποιεί την περιβαλλοντική προστασία ως βάση για άσκηση δικαιοδοσίας την οποία το διεθνές περιβαλλοντικό δίκαιο δεν της απονέμει, Σημειωτέον ότι κήρυξη θαλάσσιου πάρκου σημαίνει λήψη συγκεκριμένων μέτρων επιβολής: απαγορεύσεις αλιείας, αδειοδοτήσεις, έλεγχο επιστημονικής έρευνας, επιβολή κυρώσεων κ.λπ. σε δραστηριότητες για τις οποίες η Τουρκία δεν έχει ratione loci ή ratione materiae δικαιοδοσία.
Επομένως, κατά το μέρος που τα εξαγγελθέντα τουρκικά πάρκα εκτείνονται πέραν περιοχών τουρκικής δικαιοδοσίας και η Τουρκία επιχειρεί μέσω αυτών να επιβάλει απαγορεύσεις, αδειοδοτήσεις, περιορισμούς στην αλιεία ή την επιστημονική έρευνα ή άλλα κανονιστικά μέτρα, η σχετική άσκηση δικαιοδοσίας δεν μπορεί να αντιταχθεί στην Ελλάδα και, εφόσον προσβάλλει ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα , συνιστά παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Το ίδιο ισχύει εάν η Τουρκία χρησιμοποιεί τη δημιουργία του πάρκου για να προδικάσει την οριοθέτηση μη οριοθετημένων θαλάσσιων ζωνών ή να παραγνωρίσει τον θαλάσσιο τίτλο που παράγουν τα ελληνικά νησιά. Οι κρίσιμοι κανόνες του δικαίου της θάλασσας τη δεσμεύουν ως εθιμικό διεθνές δίκαιο, παρά το γεγονός ότι δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στην UNCLOS.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου