Κυριακή, Ιουλίου 05, 2009

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: η πλοήγηση στο Διαδίκτυο εμπίπτει στην ιδιωτικότητα

Στην υπόθεση Copland κατά Ηνωμένου Βασιλείου, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι η ίδια η πλοήγηση στο Διαδίκτυο, αλλά και μια λίστα με τα e-mail που έστειλε κάποιος, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των ιστοσελίδων ή των μηνυμάτων, εμπίπτει στην προστασία της ιδιωτικής ζωής. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο από το 2007 έχει κρίνει λοιπόν ότι τα "εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας" δηλαδή οι μη δημοσιευμένες πληροφορίες που αφορούν την χρήση του Διαδικτύου προστατεύονται ως μέρος της ιδιωτικής ζωής του ατόμου. Άρα ισχύει και για αυτές η εθνική νομοθεσία που παρέχει εγγυήσεις για την ιδιωτική επικοινωνία, όπως σε εμάς η νομοθεσία για το απόρρητο των επικοινωνιών.

Ακολουθεί πλήρης μετάφραση e-lawyer της απόφασης Copland.



ΤΕΤΑΡΤΟ ΤΜΗΜΑ


ΥΠΟΘΕΣΗ COPLAND κατά ΗΝΩΜΕΝΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ



(Προσφυγή  αρ. 62617/00)



ΑΠΟΦΑΣΗ




ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ



3 Απριλίου




ΤΕΛΙΚΟ



03/07/2007



Η Απόφαση θα καταστεί οριστική στο πλαίσιο του Άρθρου 44 παρ. 2 της Σύμβασης. Μπορεί να υποβληθεί σε επιμέλεια κειμένου.
















Στην υπόθεση Copland κατά του Ηνωμένου Βασιλείου,

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Τέταρτο Τμήμα) με την ακόλουθη σύνθεση:

Κ. J. Casadevall, Πρόεδρος,
Σερ Nicolas Bratza,
Κ. G. Bonello,
Κ. R. Maruste,
Κ. S. Pavlovschi,
Κ. L. Garlicki,
Κ. J. Borrego Borrego, δικαστές,
και  Κ T.L. Early, Γραμματέας του Τμήματος,

Κατόπιν μυστικής διάσκεψης στις 7 Μαρτίου 2006 και στις 14 Μαρτίου 2007

Εκδίδει την ακόλουθη απόφαση η οποία δημοσιεύθηκε την παραπάνω ημερομηνία:

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

1.  Η υπόθεση άρχισε με μια προσφυγή (αρ. 62617/00) κατά του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, η οποία υποβλήθηκε στο Δικαστήριο κατά το Άρθρο 34 της Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών («Η Σύμβαση») από την κα Lynette Copland.

2. Η προσφεύγουσα εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον κ.   James Welch της Liberty, μια μη κυβερνητική οργάνωση για τα πολιτικά δικαιώματα με έδρα στο Λονδίνο. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου («η Κυβέρνηση») εκπροσωπήθηκε από τον εντεταλμένο της, κ. J. Grainger του υπουργείου Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας.

3. Η προσφεύγουσα διαμαρτύρεται για την παρακολούθηση των τηλεφωνημάτων της, του e-mail της και της πλοήγησής της στο Διαδίκτυο κατά τα  Άρθρα  8 και 13.

4.  Με απόφασή του στις 7 Μαρτίου 2006, το Δικαστήριο κήρυξε την προσφυγή εν μέρει παραδεκτή. 

5.  Η προσφεύγουσα υπέβαλε περαιτέρω γραπτές παρατηρήσεις, ενώ η Κυβέρνηση δεν υπέβαλε περαιτέρω παρατηρήσεις (Κανόνας 59 § 1).



ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

I.  ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ

6.  Η προσφεύγουσα γεννήθηκε το 1950 και μένει στο Llanelli της Ουαλίας.

7.  Το 1991 η προσφεύγουσα εργαζόταν στο Carmarthenshire College (“το Κολλέγιο”). Το Κολλέγιο είναι νομικό πρόσωπο που διοικείται από το Κράτος και κατά τα κεφάλαια 18 και 19 του Νόμου της Μέσης και Ανώτερης Εκπαίδευσης του 1992 που περιέχει διατάξεις για την μέση και ανώτερη εκπαίδευση.

8.  Το 1995 η προσφεύγουσα έγινε προσωπική βοηθός  του Διευθυντή του Κολλεγίου (“ΔΚ”) και από το 1995 της ζητήθηκε να συνεργαστεί με τον νέο Αναπληρωτή Διευθντή ( “ΑΔ”).

9. Περί τον Ιούλιο του 1998, κατά τη διάρκεια της ετήσιας άδειας, η προσφεύγουσα επισκέφθηκε ένα άλλο campus του Κολλεγίου,  μαζί με έναν διευθυντή. Στη συνέχεια έμαθε ότι ο ΑΔ επικοινώνησε με το campus για να μάθει σχετικά με τη διεύθυνσή της και αντελήφθη ότι υπονόησε πως υπήρξε κάποια ανάρμοστη σχέση ανάμεσα σε αυτήν και τον διευθυντή. 

10.  Κατά τη διάρκεια της παροχής της εργασίας της, το τηλέφωνο, το e-mail και η πλοήγησή της στο Διαδίκτυο παρακολουθούντο με υποκίνηση του ΑΔ. Σύμφωνα με την Κυβέρνηση, η παρακολούθηση διενεργήθηκε για να διαπιστωθεί εάν η προσφεύγουσα έκανε υπερβολική χρήση των υποδομών του Κολλεγίου για προσωπικούς σκοπούς. Η Κυβέρνηση αναφέρει ότι η παρακολούθηση των τηλεφωνικών κλήσεων αφορούσε την ανάλυση των λογαριασμών τηλεφώνου του κολλεγίου, ως προς τους κληθέντες τηλεφωνικούς αριθμούς, τις ημερομηνίες και ώρες κλήσεων, τη διάρκειά τους και το κόστος τους. Η προσφεύγουσα επίσης πίστευε ότι υπήρχαν αναλυτικές και εκτενείς περιγραφές της διάρκειας των κλήσεων, των αριθμών των κλήσεων που έλαβε και έκανε και των αριθμών τηλεφώνων των ατόμων που την είχαν καλέσει. Εκθέτει ότι τουλάχιστον σε μία περίπτωση ο ΑΔ ήταν εν γνώσει του ατόμου με το οποίο είχε ανταλλάξει εισερχόμενες και εξερχόμενες τηλεφωνικές κλήσεις. Η Κυβέρνηση αναφέρει ότι η παρακολούθηση των τηλεφώνων έγινε για μερικούς μήνες μέχρι περίπου τις 22 Νοεμβρίου 1999. Η προσφεύγουσα αντέκρουσε ότι οι τηλεφωνικές κλήσεις της παρακολουθούντο για μια περίοδο περί τους 18 μήνες μέχρι το Νοέμβρη του 1999. 

11. Η πλοήγηση της προσφεύγουσας στο Διαδίκτυο παρακολουθείτο επίσης από τον ΑΔ. Η Κυβέρνηση δέχθηκε ότι αυτή η παρακολούθηση έγινε με την ανάλυση των ιστοσελίδων που επισκέφθηκε η προσφεύγουσα, της ώρας, των ημερομηνιών και της διάρκειας των επισκέψεων στις ιστοσελίδες καθώς και ότι αυτή η παρακολούθηση έγινε από τον Οκτώβρη έως το Νοέμβρη του 1999. Η προσφεύγουσα δεν σχολίασε τον τρόπο με τον οποίο παρακολουθήθηκε η πλοήγησή της στο Διαδίκτυο, αλλά ισχυρίστηκε ότι αυτό συνέβη για περίοδο μεγαλύτερη από αυτή που παραδέχθηκε η Κυβέρνηση.

12.  Το Νοέμβρη του 1999 η προσφεύγουσα έμαθε ότι έγιναν έρευνες στο e-mail της στη δουλειά της, όταν το Κολλέγιο επικοινώνησε με τη θετή κόρη της και της ζητήθηκαν πληροφορίες για τα e-mail που είχε στείλει στο Κολλέγιο. Η προσφεύγουσα έγραψε στον ΔΚ εάν διεξήγετο μια γενική έρευνα ή εάν ερευνούσαν μόνο τα δικά της e-mail. Ο ΔΚ απάντησε στην προσφεύγουσα με e-mail στις 24 Νοέμβρη 1999 ότι,  μολονότι όλη η κίνηση των e-mail αρχειοθετείται, το τμήμα πληροφορικής του Κολλεγίου έκανε έρευνα μόνο στα δικά της e-mail, κατόπιν αιτήματος του ΑΔ.

13.  Η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η καταγραφή των e-mails έλαβε τη μορφή της ανάλυσης των διευθύνσεων των e-mail και των ημερομηνιών και ώρας αποστολής και ότι η παρακολούθηση έγινε για λίγους μήνες έως τις 22 Νοεμβρίου 1999. Σύμφωνα με την προσφεύγουσα, η παρακολούθηση των e-mail διενεργήθηκε το λιγότερο για έξι μήνες, από το Μάη 1999 έως το Νοέμβρη 1999. Η προσφεύγουσα προσκομίζει ως έγγραφες αποδείξεις τις εκτυπώσεις που περιέχουν αναλυτικά τα e-mail της από τις 14 Μάη 1999 έως τις 22 Νοέμβρη 1999 και δείχνουν τις ημέρες και ώρες των e-mail που απεστάλησαν από τον λογαριασμό της μαζί με τις διευθύνσεις των αποδεκτών.

14.   Με Υπόμνημα που έχει ημερομηνία 29 Νοεμβρίου 1999, ο ΔΚ σε επιβεβαίωση  περιεχομένου συνομιλίας που είχε με τον ΑΔ, αναφέρει:


   “Προκειμένου να αποφευχθούν παρεξηγήσεις θεώρησα πρέπον να επιβεβαιώσω τις απόψεις που σας εξέφρασα την προηγούμενη εβδομάδα, όσον αφορά την διερεύνηση της κίνησης των e-mail της προσφεύγουσας.

Αφότου [η προσφεύγουσα] έλαβε γνώση ότι κάποιος από [το Κολλέγιο] παρακολουθεί τα e-mail της, μίλησα στον [ST] ο οποίος επιβεβαίωσε ότι αυτό ήταν αλήθεια και ότι ζητήθηκε από εσάς. Δεδομένου ότι η επικείμενη νομοθεσία θα καθιστά παράνομο να παρακολουθούν οι οργανισμοί το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο κάποιου, χωρίς άδεια, φυσικά ανησυχώ για τα τελευταία γεγονότα και διέταξα τον [ST] να μην διεξάγει περαιτέρω έρευνες. Περαιτέρω, σας ζητώ να πράξετε το ίδιο και ζητώ να μου προωθήσετε κατά προτεραιότητα κάθε  σημαντική πληροφορία που έχετε και αφορά την [προσφεύγουσα]. Είπατε ότι θα απαντούσατε θετικά και στα δύο αιτήματα, επιβεβαιώνοντας τις ανησυχίες σας σχετικά με την [προσφεύγουσα].»

15. Κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν υπήρχε κάποια «πολιτική» στο Κολλέγιο για την παρακολούθηση των τηλεφώνων, των e-mail ή της πλοήγησης στο Διαδίκτυο από τους εργαζόμενους. 

16. Περί τον Μάρτιο ή Απρίλιο 2000 η προσφεύγουσα ενημερώθηκε από άλλα μέλη του προσωπικού του Κολλεγίου ότι μεταξύ του 1996 και του τέλους του 1999 διάφορες από τις δραστηριότητές της είχαν παρακολουθηθεί από τον ΑΔ ή από πληρεξούσια του πρόσωπα. 

Η προσφεύγουσα πιστεύει επίσης ότι τα άτομα στα οποία είχε κάνει κλήσεις, είχαν δεχθεί στη συνέχεια τηλεφωνήματα από τον ΑΔ ή από πληρεξούσιούς του, προκειμένου να ταυτοποιηθούν οι κληθέντες και ο σκοπός της κλήσης. Περαιτέρω πιστεύει ότι ο ΑΔ έλαβε γνώση ενός απόρρητου fax που έστειλε η ίδια στους δικηγόρους της και ότι οι προσωπικές της ενέργειες, τόσο στην εργασία της όσο και όταν βρισκόταν σε άδεια ή έλειπε λόγω ασθένειας, κατέστησαν αντικείμενο παρακολούθησης. 

17. Η προσφεύγουσα υπέβαλε στο Δικαστήριο δηλώσεις από άλλα μέλη του προσωπικού που ισχυρίζονται ότι οι κινήσεις της παρακολουθούνταν με ανάρμοστο και παρεμβατικό τρόπο. Η προσφεύγουσα που εργάζεται ακόμη στο Κολλέγιο πιστεύει ότι ο ΑΔ έχει τεθεί σε διαθεσιμότητα.

II.  ΣΧΕΤΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

A.  Νόμος της ιδιωτικότητας

18.  Κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν υπήρχε ένα γενικό δικαίωμα ιδιωτικότητας στο Αγγλικό δίκαιο. 

19. Από την θέση σε ισχύ του Νόμου Ανθρώπινων Δικαιωμάτων του 1998 στις 2 Οκτωβρίου 2000, τα δικαστήρια αναμένεται ότι θα μελετήσουν και θα καταστήσουν αποτελεσματική την πρωτογενή νομοθεσία κατά τρόπο σύμφωνο με τα δικαιώματα της Σύμβασης στο μέτρο του δυνατού. Ο Νόμος καθιστά παράνομη κάθε αντίθετη στη Σύμβαση πράξη δημόσιας αρχής, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων, εκτός εάν αυτό επιβάλλεται από την πρωτογενή νομοθεσία, επιτρέποντας έτσι την ανάπτυξη του κοινοδικαίου σε συμφωνία με τα δικαιώματα της Σύμβασης. Στην υπόθεση Douglas κατά Hello! Ltd ([2001] 1 WLR 992), ο Δικαστής απέδειξε ότι ήταν προετοιμασμένος για να αναγνωρίσει δικαστικά ότι το Αγγλικό δίκαιο προβλέπει ένα δικαίωμα στην ιδιωτικότητα, αλλά αυτό ανατράπηκε από το Εφετείο. 

20. Ο Κανονισμός για τις αρμοδιότητες έρευνας του 2000 ( “ο Νόμος 2000”) προβλέπει διατάξεις, μεταξύ άλλων, για την παρακολούθηση της επικοινωνιών. Ο Κανονισμός Τηλεπικοινωνιών (Νόμιμη Επιχειρηματική Πρακτική) του 2000 προβλεπόταν από το Νόμο 2000 και τέθηκε σε ισχύ στις 24 Οκτωβρίου 2000. Ο Κανονισμός προβλέπει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι εργοδότες επιτρέπεται να καταγράφουν ή να παρακολουθούν τις επικοινωνίες των εργαζομένων (όπως το e-mail ή το τηλέφωνο) χωρίς τη συγκατάθεση είτε του εργαζομένου είτε του άλλου μέρους που συμμετέχει στην επικοινωνία. Οι εργοδότες απαιτείται να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για την ενημέρωση των εργαζομένων ότι οι επικοινωνίες τους ενδέχεται να παρακολουθούνται. 

B.  Συμβατική ευθύνη παραβίασης της πίστης και εμπιστοσύνης από τον εργοδότη

21.  Η Βουλή των Λόρδων στην υπόθεση Malik κατά  Bank of Credit and Commerce International SA [1997] IRLR 462 επιβεβαίωσε ότι, εκ του νόμο, σε κάθε σύμβαση εργασίας περιέχεται ένας γενικός όρος, ότι ο εργοδότης δεν θα «συμπεριφερθεί κατά τρόπο που ενέχει κίνδυνο να καταστρέψει ή να προκαλέσει σοβαρή βλάβη στη σχέση εμπιστοσύνης και πίστης ανάμεσα σε εργοδότη κι εργαζόμενο». Στην υπόθεση  Malik, η Βουλή των Λόρδων ασχολήθηκε με την επιδίκαση της λεγόμενης «αποζημίωσης στιγματισμού», όταν ένας πρώην εργαζόμενος δεν μπορούσε να βρει εργασία λόγω της σχέσης του με έναν ανέντιμο προηγούμενο εργοδότη. Κατά τον υπολογισμό των ζημιών που θα μπορούσαν να επιδικαστούν για παραβίαση εμπιστοσύνης και πίστης, η Βουλή ασχολήθηκε μόνο με την καταβολή αποζημίωσης από την οικονομική ζημία λόγω της μειονεκτικής θέσης στην αγορά εργασίας. Ο Λόρδος Nicholls σημειώνει ρητά ότι «στην παρούσα υπόθεση δεν θα ασχοληθώ με την ηθική βλάβη, καθώς αφορά μόνον την οικονομική ζημία.»

22.  Για τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του όρου πίστης και εμπιστοσύνης στην υπόθεση Malik, ο Λόρδος Steyn παραθέτει τα εξής:

“η επιβαλλόμενη αμοιβαία υποχρέωση πίστης και εμπιστοσύνης ισχύει μόνο όταν υπάρχει «μη εύλογη και κατάλληλη αιτία» για την συμπεριφορά του εργοδότη και τότε μόνο όταν η συμπεριφορά του έχει μελετηθεί ώστε να καταστρέψει ή να βλάψει ανεπανόρθωτα την σχέση πίστης και εμπιστοσύνης. Αυτό περιγράφει το πιθανό αποτέλεσμα και το πεδίο εφαρμογής της επιβαλλόμενης υποχρέωσης.”

Γ.  Το παράπτωμα της παράβασης δημόσιου καθήκοντος 

23.  Το παράπτωμα της παράβασης δημόσιου καθήκοντος υπάρχει όταν ο δημόσιος υπάλληλος είτε (α) ασκεί τις αρμοδιότητές του με σκοπό να βλάψει τον ενάγοντα ή (β) ενέργησε με γνώση ή με βαριά αμέλεια ότι η πράξη του είναι παράνομη και με γνώση ή με βαριά αμέλεια περί της πιθανότητας να προκληθεί βλάβη στον ενάγοντα ή σε μια ομάδα ανθρώπων στην οποία ανήκει ο ενάγων (Three Rivers D.C. κατά  Bank of England (No.3) (HL) [2000] WLR 1220).

Δ.  Νόμος Προστασίας Δεδομένων  1984

24.  Κατά το χρόνο υποβολής της προσφυγής από την προσφεύγουσα, ο Νόμος Προστασίας Δεδομένων 1984 ( “ο Νόμος 1984”) όριζε τον τρόπο κατά τον οποίο επεξεργάζονται ή χρησιμοποιούν δεδομένα οι  άνθρωποι και οργανισμοί που τηρούσαν δεδομένων, οι «κατέχοντες τα δεδομένα». Προβλέπονταν συγκεκριμένα αγώγιμα μέσα σε άτομα, για την περίπτωση παραβίασης των προσωπικών δεδομένων τους. Ο Νόμος του 1984 έχει ήδη αντικατασταθεί από το Νόμο Προστασίας Δεδομένων 1998.

25.  Το κεφάλαιο 1 του Νόμου 1984 περιέχει τους ακόλουθους ορισμούς:

   “(2) 'Δεδομένα' είναι οι πληροφορίες που έχουν καταχωρηθεί σε μορφότυπο ο οποίος μπορεί να υποβληθεί σε επεξεργασία με συσκευή η οποία λειτουργεί αυτοματοποιημένα, ακολουθώντας εντολές που δόθηκαν για αυτό το σκοπό.

 (3) 'Προσωπικά δεδομένα'  είναι τα δεδομένα που αποτελούνται από πληροφορίες οι οποίες σχετίζονται με ένα εν ζωή άτομο, το οποίο μπορεί να ταυτοποιηθεί από αυτές τις πληροφορίες (ή από αυτές και από άλλες πληροφορίες που βρίσκονται στην κατοχή του χρήστη των δεδομένων).

 (4) 'Υποκείμενο των δεδομένων' είναι ένα φυσικό πρόσωπο το οποίο είναι το υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων.

(5) 'Χρήστης των δεδομένων' είναι ένα πρόσωπο το οποίο κατέχει δεδομένα. Ένα πρόσωπο «κατέχει» δεδομένα εάν - 

 (α) τα δεδομένα αποτελούν μέρος συλλογής δεδομένων που υποβάλλονται ή πρόκειται να υποβληθούν σε επεξεργασία  από το ίδιο πρόσωπο ή από άλλο πρόσωπο που λειτουργεί για λογαριασμό του κατά την παραπάνω υποπαράγραφο  (2) και 

(β) αυτό το πρόσωπο … ελέγχει το περιεχόμενο και τη χρήση των δεδομένων που αποτελούν την συλλογή και 

 (γ) τα δεδομένα είναι στη μορφή που υποβλήθηκαν ή πρόκειται να υποβληθούν σε επεξεργασία κατά την παράγραφο (α) …

 (7) 'Επεξεργασία'  όσον αφορά τα δεδομένα, είναι τροποποίηση, αποθήκευση, διαγραφή η επαναπροσδιορισμός των δεδομένων ή των εξαγόμενων πληροφοριών που αποτελούν τα δεδομένα και, στην περίπτωση των προσωπικών δεδομένων, είναι η διενέργεια αυτών των εργασιών με αναφορά στο υποκείμενο των δεδομένων.

 (9) 'Ανακοίνωση' όσον αφορά δεδομένα, περιλαμβάνει την ανακοίνωση των πληροφοριών που έχουν εξαχθεί από δεδομένα ...”

      26.  Οι  “αρχές προστασίας δεδομένων” που πρέπει να σέβονται οι κάτοχοι δεδομένων περιλαμβάνονταν στο πρώτο μέρος του σχήματος 1 του Νόμου ως εξής:

t

“1. Οι πληροφορίες που περιέχονται σε προσωπικά δεδομένα συλλέγονται, και τα δεδομένα θα υποβάλλονται σε επεξεργασία, θεμιτώς και νομίμως. 

2. Τα προσωπικά δεδομένα τηρούνται μόνο για έναν ή περισσότερους νόμιμους σκοπούς. 

4. Τα προσωπικά δεδομένα που τηρούνται για κάθε σκοπό πρέπει να είναι κατάλληλα, σχετικά και όχι υπερβολικά σε σχέση με τον σκοπό αυτόν ή τους σκοπούς αυτούς.”

      27.  Το κεφάλαιο 23 του Νόμου 1984 προβλέπει δικαιώματα για αποζημίωση του υποκειμένου των δεδομένων για την περίπτωση της μη εξουσιοδοτημένης ανακοίνωσης προσωπικών δεδομένων:

“ (1) Ένα φυσικό πρόσωπο που είναι υποκείμενο δεδομένων τα οποία τηρούνται από έναν χρήστη δεδομένων … και το οποίο υφίσταται βλάβη λόγω:

 (γ) ... της ανακοίνωσης των δεδομένων ή της πρόσβασης σε αυτά τα δεδομένα χωρίς εξουσιοδότηση, 

Έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον χρήστη των δεδομένων … για την ζημιά και για την ηθική βλάβη που υπέστη το φυσικό πρόσωπο από την […] ανακοίνωση ή πρόσβαση..”


28.  Ο Νόμος 1984 επίσης θέσπισε τη θέση του Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων, ο οποίος είχε καθήκον να προωθεί την τήρηση των αρχών προστασίας δεδομένων από τους χρήστες των δεδομένων. Στο κεφάλαιο 10 πρόβλεπε και την εξής ποινική παράβαση: 


   “(1)  Εάν ο Επίτροπος κρίνει ότι ένα υπεύθυνο πρόσωπο παραβίασε ή παραβιάζει κάποια από τις αρχές προστασίας δεδομένων του αποστέλλει εντολή («εντολή επιβολής») απαιτώντας να λάβει […] μέτρα για να συμμορφωθεί με την εκάστοτε αρχή ή αρχές.

 (2) Προκειμένου να αποφασίσει εάν θα αποστείλει την εντολή, ο Επίτροπος λαμβάνει υπόψη εάν η παραβίαση έχει προκαλέσει ή μπορεί να προκαλέσει σε ένα άτομο ζημιά ή ηθική βλαβη.

...

(9) Κάθε πρόσωπο που δεν τηρεί την εντολή επιβολής είναι ένοχο ποινικού αδικήματος... “

ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ 

I.  ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 8 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗ

29.  Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η παρακολούθηση που έγινε συνιστάς παρέμβαση στην ιδιωτική της ζωή και την αλληλογραφία της κατά την έννοια του Άρθρου 8, το οποίο έχει ως εξής:

The applicant alleged that the monitoring activity that took place amounted to an interference with her right to respect for private life and correspondence under Article 8, which reads as follows:

“1.  Καθένας έχει δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. 

2. Δεν επιτρέπεται παρέμβαση κρατικής αρχής στην ενάσκηση αυτού του δικαιώματος, εκτός από την περίπτωση που αυτό προβλέπεται από το νόμο και είναι αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία για τα συμφέροντα της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας ασφάλειας ή της οικονομικής ευημερίας της χώρας, για την προστασία της δημόσιας τάξης και την αποτροπή του εγκλήματος,, για την προστασία της υγείας ή των ηθών ή για την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων.

30.  Η Κυβέρνηση αρνείται αυτό τον ισχυρισμό. 

A.  Οι προτάσεις των μερών 

1. Η Κυβέρνηση 

31.  Η Κυβέρνηση αποδέχεται ότι το Κολλέγιο είναι ένα δημόσιο όργανο για τις πράξεις του οποίου το Κράτος είναι άμεσα υπεύθυνο σύμφωνα με τη Σύμβαση. 

32.  Μολονότι έγιναν κάποιες παρακολουθήσεις των τηλεφωνικών κλήσεων, των  e-mails και της πλοήγησης στο Διαδίκτυο πριν από το Νοέμβριο 1999, αυτό δεν επεκτάθηκε στο περιεχόμενο των τηλεφωνικών κλήσεων ή στην ανάλυση του περιεχομένου των ιστοσελίδων που επισκέφθηκε η προσφεύγουσα. Η παρακολούθηση έτσι δεν αφορούσε τίποτε περισσότερο από την ανάλυση των αυτομάτως παραγόμενων πληροφοριών που αποδεικνύουν εάν οι υποδομές του Κολλεγίου χρησιμοποιήθηκαν για ατομικούς σκοπούς, πράγμα που από μόνο του δεν συνιστά παραβίαση του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής ή της αλληλογραφίας. Η υπόθεση P.G. και  J.H. κατά του Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 44787/98, ΕΔΔΑ 2001, είναι διαφορετική διότι σε εκείνη την περίπτωση υπήρξε παρακολούθηση τηλεφωνικών κλήσεων. Υπάρχουν σημαντικές διαφορές σε σχέση με την υπόθεση Halford κατά του Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση 25 Ιουνίου 1997, Συλλογή αποφάσεων  1997III, στην οποία παρακολουθήθηκαν οι τηλεφωνικές κλήσεις της προσφεύγουσας από ένα τηλέφωνο που είχε δοθεί για ιδιωτική χρήση και μάλιστα ο δικαστικός αγώνας εναντίον του εργοδότη της.  

33. Στη περίπτωση κατά την οποία η ανάλυση των καταγραφών της χρήσης τηλεφώνου, e-mail και Διαδικτύου κριθεί ότι αποτελούσαν παραβίαση της ιδιωτικής ζωής ή της αλληλογραφίας της προσφεύγουσας, η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι αυτή η παρέμβαση ήταν δικαιολογημένη. 

34.  Πρώτον, αποσκοπούσε στο νόμιμο σκοπό της  προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των άλλων, διασφαλίζοντας ότι οι υποδομές που παρέχονται από τον δημόσιας χρηματοδότησης εργοδότη δεν αποτελούν αντικείμενο κατάχρησης. Δεύτερον, η παρέβαση βασίζεται στο εσωτερικό δίκαιο, καθώς το Κολλέγιο ως δημόσιο όργανο, διαθέτει αρμοδιότητες παροχής μέσης και ανώτερης εκπαίδευσης καθώς και να πράττει οτιδήποτε κατάλληλο και αναγκαίο σε σχέση με αυτούς τους σκοπούς είχε την αρμοδιότητα να ασκεί εύλογο έλεγχο στις υποδομές ώστε να διασφαλίσει ότι με αυτές διεκπεραιώνονται οι καταστατικές του λειτουργίες. Ήτν εύλογα προβλέψιμο ότι οι υποδομές που παρέχονται από ένα νομικό πρόσωπο κρατικής χρηματοδότησης δεν μπορούν να χρησιμοποιούναται υπερβολικά για προσωπικούς σκοπούς και ότι το Κολλέγιο θα διεξήγαγε ανάλυση των καταγραφών για να ελέγξει εάν υπήρχε προσωπική χρήση που χρειαζόταν διερεύνηση. Σε σχέση με αυτό, η περίπτωση ήταν ανάλογη με την υπόθεση Peck κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 44647/98, ΕΔΔΑ 2003I.

35.  Τέλος, αυτές οι πράξεις ήταν αναγκαίες σε μια δημοκρατική κοινωνία και ήταν αναλογικές, καθώς η παρέμβαση αφορούσε μόνο ό,τι ήταν απαραίτητο για να κριθεί εάν υπήρξε τέτοια υπερβολική χρήση υποδομών ώστε να χρειαστεί έρευνα.


2.  Η προσφεύγουσα

36.  Η προσφεύγουσα δεν δέχεται ότι δεν διαβάστηκαν τα  e-mails της και ότι δεν παρακολουθήθηκαν οι τηλεφωνικές κλήσεις της, αλλά ισχυρίζεται ότι, ακόμη κι αν τα περιστατικά συνέβησαν όπως τα αναφέρει η Κυβέρνηση, είναι πρόδηλο ότι έγιναν ενέργειες παρακολούθησης που αποτελούν παρέμβαση στο δικαίωμά της για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και της αλληλογραφίας της. 

37.   Αναφέρθηκε σε νομοθεσία που σχετίζεται με την ισχυριζόμενη παραβίαση, δηλαδήτον Κανονισμό περί Ερευνών του 2000, τον Κανονισμό Τηλεπικοινωνιών του 2000 (βλ. παράγραφο 20 ανωτέρω), οι οποίοι ισχυρίζεται ότι αποτελούν ρητή αναγνώριση της  Κυβέρνησης ότι τέτοιες παρακολουθήσεις αποτελούν παρέμβαση κατά την έννοια του Άρθρου 8 και απαιτούν εξουσιοδότηση προκειμένου να είναι νόμιμες. Επειδή αυτοί οι νόμοι τέθηκαν σε ισχύ το 2000, η νομική βάση για αυτή την παρέμβαση ήρθε μετά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Έτσι, η παρέμβαση δεν είχε βάση στο εσωτερικό δίκαιο και ήταν εντελώς διαφορετική από την περίπτωση στην υπόθεση  Peck (βλ. παραπάνω παράγραφο 34) στην οποία οι τοπικές αρχές ήταν ειδικώς εξουσιοδοτημένες από το νόμο να καταγράφουν εικόνες από γεγονότα που συνέβαιναν σε εκείνη την περιοχή. Σε αυτή την υπόθεση δεν υπήρχε τέτοια ρητή εξουσία του Κολλεγίου, για διενέργεια παρακολούθησης στους εργαζόμενούς του και οι νομοθετικές αρμοδιότητες δεν καθιστούσαν αυτή την παρακολούθηση εύλογα προβλέψιμη.  


38.   Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η συμπεριφορά του Κολλεγίου δεν ήταν ούτε αναγκαία ούτε αναλογική. Υπήρχαν λογικές και λιγότερο παρεμβατικές μέθοδοι που θα μπορούσε  να είχε  χρησιμοποιήσει  το Κολλέγιο όπως η σύνταξη και δημοσίευση μιας “πολιτικής” σχετικά με την παρακολούθηση της χρήσης τηλεφώνου, Διαδικτύου και e-mail από τους εργαζόμενους. 

B.  Η αξιολόγηση του Δικαστηρίου

39.  Το Δικαστήριο σημειώνει την παραδοχή της Κυβέρνησης ότι το Κολλέγιο είναι ένα δημόσιο όργανο για τις ενέργειες του οποίου είναι υπεύθυνη, κατά την έννοια της Σύμβασης. Έτσι, θεωρεί ότι στην παρούσα υπόθεση το ερώτημα περί του αν εμπίπτει στο Άρθρο 8 σχετίζεται με τις αρνητικές υποχρεώσεις του Κράτους να μην παρεμβαίνει στην ιδιωτική ζωή και την αλληλογραφία της προσφεύγουσας και ότι δεν ανακύπτει κάποιο χωριστό θέμα σχετικά με την κατοικία της ή την οικογενειακή της ζωή.

40.  Το Δικαστήριο περαιτέρω παρατηρεί ότι τα μέρη διαφωνούν ως προς τη φύσυ της παρακολούθησης και την χρονική περίοδο που έλαβε χώρα. Εντούτοις, το Δικαστήριο δεν κρίνει αναγκαίο να υπεισέλθει σε αυτήν την διαφορά, καθώς υπάρχει ζήτημα, κατά την έννοια του Άρθρου 8, ακόμη και για τα γεγονότα όπως τα παραδέχεται η Κυβέρνηση.


1. Πλαίσιο της ιδιωτικής ζωής


41.   Σύμφων με τη νομολογία του Δικασηρίου, οι τηλεφωνικές κλήσεις από επαγγελματικους χώρους εμπίπτουν, κατ' αρχήν, στις έννοιες της “ιδιωτικής ζωής” και της “αλληλογραφίας”, κατά την έννοια του Άρθρου 8 § 1 (βλ. Halford, ό.π., § 44 και Amann κατά Ελβετίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αρ. 27798/95, § 43, ΕΔΔΑ 2000II). Λογικά συνεπάγεται ότι κι τα  e-mails που αποστέλλονται από την δουλειά θα πρέπει όμοια να προστατεύονται από το Άρθρο 8, καθώς και οι πληροφορίες που προέρχονται από παρακολούθηση της προσωπικής χρήσης Διαδικτύου.

42.   Η προσφεύγουσα στην παρούσα υπόθεση δεν είχε ειδοποιηθεί ότι οι κλήσεις της μπορούσαν να παρακολουθηθούν και γι' αυτό είχε μια εύλογη προσδοκία ιδιωτικότητας για τις κλήσεις που έκανε από το τηλέφωνο της εργασίας της (βλ. Halford, § 45). Η ίδια προσδοκία υπήρχε σε σχέση με το  e-mail και την χρήση του Διαδικτύου.

2. Περί του εάν υφίσταται στα δικαιώματα που εγγυάται το Άρθρο  8.

43.  Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η χρήση πληροφοριών που σχετίζονται με την ημέρα και την έκταση τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και ιδίως οι κληθέντες αριθμοί μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο του Άρθρου 8 καθώς αυτές οι πληροφορίες αποτελούν “αναπόσπαστο στοιχείο των τηλεφωνικών επικοινωνιών” (βλ.  Malone κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 2 Αυγούστου 1984, Συλλογή A αρ. 82, § 84). Το γεγονός ότι αυτά τα δεδομένα έχουν ληφθεί νομίμως από το Κολλέγιο, ως λογαριασμοί τηλεφώνου, δεν αποκλείει την κρίση περί μιας παρέμβασης στα δικαιώματα που προστατεύονται από το Άρθρο 8 (ό.π.). Επιπλέον, η αποθήκευση προσωπικών δεδομένων που σχετίζονται με την ιδιωτική ζωή ενός φυσικού προσώπου εμπίπτει επίσης στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου  8 § 1 (βλ.  Amann, ό.π., § 65). Έτσι, είναι άσχετο το γεγονός ότι τα δεδομένα που κατείχε το κολλέγιο δεν ανακοινώθηκαν ή δεν χρησιμοποιήθηκαν εναντίον της προσφεύγουσας σε πειθαρχικές ή άλλες διαδικασίες.

44.  Συνακόλουθα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η συλλογή και αποθήκευση των προσωπικών πληροφοριών που αφορούν το τηλέφωνο, το e-mail και την χρήση του Διαδικτύου εκ μέρους της προσφεύγουσας, εν αγνοία της, αποτελούν παρέμβαση στο δικαίωμά της για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και της αλληλογραφίας της κατά την έννοια του Άρθρου 8.


3.Περί του εάν η παρέμβαση ήταν « σύμφωνη με το νόμο ».


45.  Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι αποτελεί πάγια νομολογία ότι ο όρος “σύμφωνα με το νόμο” εννοεί – κι αυτό προκύπτει από το αντικείμενο και τον σκοπό του Άρθρου 8- ότι θα πρέπει να είναι ένα μέτρο νομικής προστασίας το εσωτερικού δικαίου εναντίον της αυθαίρετης παρέμβασης κρατικών αρχών επί των δικαιωμάτων που προστατεύονται από το Άρθρο  8 § 1. Αυτό ισχύει περισσότερο για θέματα όπως η εν θέματι παρακολούθηση , ενόψει της έλλειψης δημόσιας φροντίδας και λόγω του κινδύνου κατάχρησης εξουσίας  (βλ. Halford, cited above, § 49).


46.  Ο όρος αυτός επιβάλλει όχι απλώς συμμόρφωση με το εσωτερικό δίκαιο, αλλά σχετίζεται και με την ποιότητα αυτού του δικαίου, επιβάλλοντας την συμβατότητά του με το Κράτος Δικαίου (βλ., μεταξύ άλλων, Khan κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 12 Μάη  2000, Συλλογή αποφάσεων  2000-V, § 26. P.G. και J.H. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, ό.π, § 44). Προκειμένου να συντρέχει η προϋπόθεση της προβλεψιμότητας, ο νόμος πρέπει να είναι επαρκώς σαφής με την έννοια του να δίνει στα άτομα επαρκή στοιχεία για τις περιστάσεις υπό τις οποίες και τους όρους κατά τους οποίους οι αρχές εξουσιοδοτούνται να λάβουν τέτοια μέτρα (βλ. Halford, ό.π., § 49 και Malone, ό.π., § 67).

47.  Το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί από τους ισχυρισμούς της Κυβέρνησης ότι το Κολλέγιο είχε εξουσία στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του να πράττει οτιδήποτε ήταν κατάλληλο και απαραίτητο για τους σκοπούς της παροχής μέσης και ανώτερης εκπαίδευσης, και κρίνει το επιχείρημα μη πειστικό. Περαιτέρω, η Κυβέρνηση δεν ισχυρίζεται ότι υπήρχαν στον κρίσιμο χρόνο διατάξεις, είτε στο γενικό εσωτερικό δίκαιο είτε στις διοικητικές διατάξεις του Κολλεγίου, στις οποίες να αναφέρονται οι περιστ΄σεις υπό τις οποίες οι εργοδότες θα μπορούσαν να παρακολουθήσουν την χρήση του τηλεφώνου, του e-mail ή του Διαδικτύου  των εργαζομένων. Περαιτέρω, είναι σαφές ότι οι Κανονισμοί Τηλεπικοινωνιών 2000 που περιέχουν τέτοιες διατάξεις, δεν είχαν τεθεί σε εφαρμογή κατά τον κρίσιμο χρόνο. 

48.  Συνακόλουθα, καθώς δεν υπήρχε εσωτερικό δίκαιο  κατά τον κρίσιμο χρόνο, η παρέμβαση σε αυτή την υπόθεση δεν ήταν “σύμφωνη με το  νόμο”, όπως απαιτείται από το Άρθρο 8 § 2 της Σύμβασης. Το Δικαστήριο δεν διαφωνεί ότι η παρακολούθηση της χρήσης τηλεφώνου, e-mail ή Διαδικτύου στο χώρο της εργασίας, από έναν εργοδότη, μπορεί να κριθεί “αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία” σε συγκεκριμένες περιστάσεις, ενόψει ενός νόμιμου στόχου. Πάντως, όσον αφορά το παραπάνω συμπέρασμα, δεν είναι απαραίτητο να εξετατεί αυτο το θέμα στην παρούσα υπόθεση.

49.  Γι' αυτό υπάρχει παραβίαση του Άρθου 8 


II. ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 14 ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 8 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ



50.  Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι δεν είχε στη διάθεσή της αποτελεσματικό ένδικο μέσο εσωτερικού δικαίου για την παραβίαση του Άρθρου 8 και ότι, λόγω αυτού, είχε παραβιαστεί επίσης το άρθρο 13 που προβλέπει τα εξής:


“Καθένας του οποίου τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που κατοχυρώνονται από την Σύμβαση παραβιάζονται θα έχει ένα αποτελεσματικό ένδικο μέσο ενώπιον μιας εθνικής αρχής, ανεξάρτητα από το εάν η παραβίαση έγινε από πρόσωπα που ενεργούσαν υπό την δημόσια ιδιότητά τους.”


51.  Δεδομένης της κρίσης για το Άρθρο 8 (βλ. παράγραφο  48 παραπάνω), το Δικαστήριο δεν θεωρεί αναγκαίο να εξετάσει το παράπονο της προσφεύγουσας όσον αφορά το Άρθρο 13.


III.  ΕΦΑΡΜΟΓΉ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ


52.  Το Άρθρο 41 της Σύμβασης αναφέρει:


“Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι συνέβη παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της και ότι το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού Συμβαλλόμενου Μέρους επιτρέπει μόνο εν μέρει αποκατάστση, το Δικαστήριο, εάν είναι απαραίτητο, θα επιδικάσει δίκαιη αποζημίωση στο θιγόμενο μέρος.”

A.  Ζημία

53.  Η προσφεύγουσα δεν επικαλείται αξίωση για χρηματική ζημια αλλά, χωρίς να προσδιορίζει ποσό, ζητά αποζημίωση για άγχος,  στεναχώρια  κακή διάθεση και  αϋπνία. Προσκομίζει ιατρική γνωμάτευση του Ιουνίου 2006 όπου αναγράφεται ότι έχει υποφέρει από άγχος και έλλειψη ύπνου, λόγω του περιβάλλοντος της εργασίας της. 

54.  Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η γνωμάτευση που προσκόμισε η προσφεύγουσα δεν αποδεικνύει ότι το άγχος οφείλεται στα περιστατικά που αναφέρονται στην προσφυγή της. Περαιτέρω, καθώς το Δικαστήριο έχει δικάσει έναν αριθμό υποθέσεων που αφορούν προσφυγές για παρακολούθηση επικοινωνιών υπόπτων από την αστυνομία, κατά τη γνώμη τους, μια απόφαση περί παραβίασης θα αποτελούσε από μόνη της επαρκή ικανοποίηση (βλ. Taylor-Sabori κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 47114/99, § 28, 22 Οκτωβρίου 2002, Hewitson κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 50015/99, § 25, 27 Μάη 2003 και Chalkley κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 63831/00, § 32, 12 Ιούνη 2003). Επιπλέον, καθώς η ισχυριζόμενη συμπεριφορά συνιστούσε παρακολούθηση και όχι καταγραφή, η φύση αυτής της παρέμβασης ήταν σημαντικά κατώτερης σοβαρότητας σε σχέση με τις παραπάνω υποθέσεις. 

55.  Το Δικαστήριο σημειώνει τις παραπάνω υποθέσεις που παραθέτει η Κυβέρνηση αλλά θυμίζει επίσης και την  Halford (ό.π., § 76) που αφορούσε τν παρακολούθηση των ιδιωτικών τηλεφωνικών κλήσεων ενός εργαζόμενου από τον εργοδότη του και επιδικάστηκαν 10,000 λίρες για την ηθική βλάβη.  Αξιολογώντας σε ίση βάση την παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο επιδικάζει στην προσφεύγουσα 3.000 ευρώ για την ηθική βλάβη. 


B.  Δαπάνες και έξοδα


56.  Η προσφεύγουσα αξιώνει δικαστικές δαπάνες και έξοδα συνολικά 9,363 λιρών συμπεριλαμβανομένου του φ.π.α. Αυτό περιλαμβάνει έξοδα δικηγορου και ασκούμενου δικηγόρου  7,171.62, εκταμιεύσεις λιρών 1,556.88 και τα υπόλοιπα αναμενόμενα μελλοντικά έξοδα. 

57.   Η Κυβέρνηση επισημαίνει ότι η χρονοχρέωση των δικηγόρων κατά το χρόνο της υπόθεσης ήταν υπερβολικά. Επιπλέον, η αρχική προσφυγή περιλάμβανε έναν αριθμό ισχυρισμών που κρίθηκαν απαράδεκτοι από το Δικαστήριο και γι' αυτό δεν θα πρέπει να επιδικαστεί δικαστική δαπάνη. Κατά την κρίση της Κυβέρνσης το σύνολο των 2.000 λιρών θα καλύψει ικανοποιητικά τις δαπάνες και τα έξοδα. 

58.  Το Δικαστήριο, κατά την νομολογία του, επιδικάζει δαπάνες και έξοδα στο μέτρο που συνδέονται με κριθείσες παραβιάσει και στο μέτρο που ήταν πραγματικές και αναγκαίες και εύλογου ποσού (βλ. μεταξύ άλλων , Schouten και Meldrum κατά Ολλανδίας, απόφαση της 9 Δεκέμβρη 1994, Συλλογή A αρ. 304, σελ. 28-29, § 78 και Lorsé και  άλλοι κατά Ολλανδίας, αρ. 52750/99, § 103, 4 Φεβρουαρίου 2003). Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις, επιδικάζει το ποσό των 6.000 ευρώ για δικαστικές δαπάνες και έξδα  πλέον ΦΠΑ. 

C.  Νόμιμο επιτόκιο

59.  


Το Δικαστήριο κρίνει κατάλληλο ότι το νόμιμο επιτόκιο θα πρέπει να βασιστεί στο κυμαινόμενο επιτόλιο της Ευρωπαϊκής Κεντικής Τράπεζας, στο οποίο θα πρέπει να προστεθούν τρεις ποσοστιαίες μονάδες.



ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΟΜΟΦΩΝΑ


1.   Κρίνει   ότι παραβιάστηκε το Άρθρο 8  της Σύμβασης 


2.   Κρίνει  ότι δεν είναι αναγκαίο να εξετασθεί η υπόθεση υπό το φως του Άρθρου 13 της Σύμβασης.


3.   Κρίνει

(a)  ότι το καθού Κράτος πρέπει να καταβάλλει στην προσφεύγουσα, στο πλαίσιο τριών μηνών ααπό τη ημερομηνία κατά την οποία θα καταστεί η απόφαση οριστική σύμφων με το άρθρο 44 § 2 της Σύμβασης, τα παρακάτω ποσά, κατόπιν μετατροπής σε λίρες με την ισοτιμία που θα ισχύει κατά το χρόνο καταβολής:

(i) EUR 3,000 (τρεις χιλιάδες ευρώ) όσον αφορά την ηθική βλάβη.

(ii) EUR 6,000 (έξι χιλιάδες ευρώ) όσον αφορά δαπάνες κι έξοδα


(iii) τους αναλογούντες φόρους στα παραπάνω ποσά.


(b)  tμετά την παρέλεση των προαναφερόμενων τριών μηνών μέχρι την εξόφληση, καταβάλλεται τόκος σύμφωνος με το κυμαινόμενο επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατά το χρόνο της τρέχουσας περιόδου, προσαυξημένο κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες.


4.  Απορρίπτει  το υπόλοιπο αίτημα για δίκαιη ικανοποίηση.

Εγένετο στα Αγγλικά και κοινοποιήθηκε γραπτώς στις 3 Απριλίου 2007, σύμφωνα με τον Κανόνα 77 §§ 2 και 3 του Κανονισμού του Δικαστηρίου.


T.L. Early Josep Casadevall
Γραμματέας Πρόεδρος






6 σχόλια:

Ελληνικο Παρατηρητηριο των Συμφωνιων του Ελσινκι είπε...

όπως πάντα το λινκι δεν ειναι σωστό

δυστυχώς στο ΕΔΔΑ δεν βάζεις το λινκ που βλέπειες αλλά εκείνο που λέει πάνω δεξιά

http://cmiskp.echr.coe.int/tkp197/view.asp?item=1&portal=hbkm&action=prof&highlight=62617/00&sessionid=26263593&skin=hudoc-en

e-Lawyer είπε...

Είναι εντυπωσιακότατο ότι το ΕΔΔΑ δεν ασχολήθηκε καν με το παραδεκτό, ενώ ήταν απευθείας προσφυγή (χωρίς εσωτερικά ένδικα βοηθήματα κλπ). Ούτε μία γραμμή για να δικαιολογηθεί το παραδεκτό, στη βάση λ.χ. ότι δεν υπάρχει εσωτερική διαδικασία. Αρκέστηκε στο ότι δεν υπήρχε νομική βάση για παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών κατά τον κρίσιμο χρόνο.

Ελληνικο Παρατηρητηριο των Συμφωνιων του Ελσινκι είπε...

"καθώς δεν υπήρχε εσωτερικό δίκαιο κατά τον κρίσιμο χρόνο, η παρέμβαση σε αυτή την υπόθεση δεν ήταν “σύμφωνη με το νόμο”, όπως απαιτείται από το Άρθρο 8 § 2 της Σύμβασης"

το ΕΔΔΑ όταν η παραβίαση προκύπτει από εφαρμογή υπάρχοντος νόμου ή απουσία νόμου δεν απαιτεί εξάντληση ενδίκων μέσων που είτε δεν υπάρχουν είτε είναι αναποτελεσματικά

στην υπόθεση Σαμπάνη (σχολείο γκέτο Ρομα) δεν υπήρχε καμια νομοθεσία να εξαντλησουμε ενώ στην Αλεξανδρίδης (θρησκευτικός όρκος) υπήρχε εφαρμογή νόμου αντίθετου με την ΕΣΔΑ

e-Lawyer είπε...

Το ξέρω ότι δεν απαιτεί, νομίζω όμως ότι το επισημαίνει ή το αναφέρει κάπως στην απόφαση.

aeacos2 είπε...

Η συγκεκριμμένη περίπτωση αφορά την πρόσβαση στο διαδίκτυο και χρήση υπηρεσίας e-mail ενός οργανισμού-εταιρείας, ο οποίος έκανε και την παρακολούθηση.

Προφανώς δεν συμφωνώ με την γνωμ. Σανιδά, αλλά η συγκ. περίπτωση δεν αφορά την άρση του απορρήτου από δημόσιες αρχές.

Εάν υπήρχε μια πολιτική υπηρεσιών του οργανισμού, η οποία θα προέβλεπε την δυνατότητα ιδιοκτησίας κάθε πρόσβασης στο διαδίκτυο και e-mail (κάτι σαν Acceptable Use Policy) την οποία θα είχε απδειχθεί η Copland προκειμένου να έχει πρόσβαση στις υπηρεσίες, η παρακολούθη θα ήταν θεμιτή, επειδή στην περίπτωση αυτή δεν θα πρόκειται για δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών (internet service providers) αλλά ενός ιδωτικού δικτύου. Σωστά ?

Μπορεί η συγκεκριμμένη περίπτωση, να αναχθεί σε μια περίπτωση ενός συνδρομητή παρόχου και την άρση του απορρήτου των εξωτερικών του στοιχείων των επικοινωνιών από δημόσιες αρχές ?

e-Lawyer είπε...

Η απόφαση Copland ξεκαθαρίζει ότι απόρρητο δεν είναι μόνο το περιεχόμενο των επικοινωνιών, αφού το Δικαστήριο αρκέστηκε στο ότι το Κολλέγιο προέβη σε αναλύσεις των δεδομένων κίνησης τηλεφώνου, e-mail και πλοήγησης στο Διαδίκτυο.
Αυτό είναι το νέο που προσφέρει (α) το απόρρητο αφορά και τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας, όχι μόνο το περιεχόμενο και (β) η ίδια η πλοήγηση στο Διαδίκτυο (πέρα κι από την λίστα των e-mail) εμπίπτει στην ιδιωτικότητα και οι επισκέψεις στις ιστοσελίδες (ανεξάρτητα από το περιεχόμενό τους) αποτελεί εξωτερικό στοιχείο της επικοινωνίας.

Το εν λόγω Κολλέγιο ήταν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αλλά και πέρα από αυτό η ίδια η εντολή για ανάλυση κλήσεων στο πλαίσιο διάταξης άρσης του απορρήτου σαφώς αποτελεί ενάσκηση δημόσιας εξουσίας.

To ανθρώπινο δικαίωμα να έχεις μούσι

Ερευνώντας το αίτημα των αστυνομικών να μπορούν, παρά την απαγόρευση του αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ. να διατηρούν υπογένειο, μούσι ή και γενειάδα,...