Τετάρτη, Ιουλίου 29, 2009

Η Αρχή πρέπει να επέμβει με κανονιστική πράξη για τις κάμερες

Με την μη δεσμευτική και κατόπιν εορτής γνωμοδότηση για τις κάμερες, η Αρχή δεν εξάντλησε τις αρμοδιότητες επέμβασής της επί του θέματος. Η Αρχή μπορεί να περιορίσει κατά πολύ την εμβέλεια της εφαρμογής αυτής της αντισυνταγματικής διάταξης, ασκώντας την κανονιστική της αρμοδιότητα, η οποία είναι νομικά δεσμευτικότατη.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 ι' Ν.2472/1997, η Αρχή "εκδίδει κανονιστικές πράξεις για τη ρύθμιση ειδικών, τεχνικών και λεπτομερειακών θεμάτων, στα οποία αναφέρεται ο παρών νόμος". 

Επίσης κατά το άρθρο 10 παρ. 2 Ν.2472/1997, η Αρχή "εκδίδει κανονιστικές πράξεις για τη ρύθμιση θεμάτων σχετικά με το βαθμό ασφάλειας των δεδομένων και των υπολογιστικών και των επικοινωνιακών υποδομών, τα μέτρα ασφάλειας που είναι αναγκαίο να λαμβάνονται για κάθε κατηγορία και επεξεργασία δεδομένων, καθώς και για τη χρήση τεχνολογιών ενίσχυσης της ιδιωτικότητας". 

Έχει λοιπόν την αρμοδιότητα να εκδώσει μια δεσμευτικότατη Κανονιστική Διοικητική Πράξη, με την οποία να ρυθμίζονται αναλυτικά και εξαντλητικά οι τεχνικές προδιαγραφές που πρέπει να έχουν οι κάμερες, πότε επιτρέπεται (και αν) το  zoom, σε πόση ανάλυση πρέπει να είναι οι εικόνες, ποια λογισμικά επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται κλπ.

Σε αντίστοιχη κίνηση προχώρησε αυτές τις μέρες ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων, κηρύσσοντας διαβούλευση για προετοιμαζόμενες Guidelines σχετικά με τη λειτουργία καμερών στα γραφεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό πρέπει να πράξει άμεσα και η Ελληνική Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων: να ανοίξει τον διάλογο σχετικά με έκδοση κανονιστικής πράξης της που αφορά τις κάμερες. 

 Με αυτόν τον τρόπο η Αρχή μπορεί να αποδείξει οτι ο ρόλος της δεν είναι απλώς διακοσμητικός - συμβουλευτικός, αλλά είναι σε θέση να επιβάλλει με νομικά δεσμευτικό τρόπο τις κρίσεις της. Στα 11 χρόνια λειτουργίας της, η Αρχή έχει εκδώσει μόνο μία (1) Κανονιστική Πράξη (αυτήν).

 Οι ανεξάρτητες αρχές δεν αρκεί να διαμαρτύρονται μόνο για την αφαίρεση των αρμοδιοτήτων τους, αλλά πρέπει να ασκούν στο ακέραιο και όλες τις αρμοδιότητες που ήδη έχουν. 


Η γνωμοδότηση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων για τις κάμερες, στο μικροσκόπιο


Δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα η γνωμοδότηση της Αρχής για την τροπολογία που εξαιρεί την λειτουργία των δημόσιων καμερών από την εφαρμογή του Ν.2472 περί προστασίας προσωπικών δεδομένων. Το σχετικό αρχείο .pdf είναι "προστατευμένο", ώστε η γνωμοδότηση να μην μπορεί να αντιγραφεί. 

Η γνωμοδότηση της Αρχής  έχει ημερομηνία 24 Ιουλίου 2009, ενώ η τροπολογία της διαβιβάστηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης στις 24 Ιουνίου 2009.  Η τροπολογία ψηφίστηκε στις 15 Ιουλίου και συνολικά το νομοσχέδιο ψηφίστηκε  στις 21 Ιουλίου 2009, ημέρα κατά την οποία η Αρχή συνεδρίασε (20-21/7) για να γνωμοδοτήσει. 

Η Αρχή είχε είκοσι ημέρες για να γνωμοδοτήσει πριν η τροπολογία φτάσει στο Τμήμα Διακοπών της Βουλής για ψήφιση. Άφησε να παρέλθει όμως ένας ολόκληρος μήνας για να συνεδριάσει. Σημειωτέον ότι η τροπολογία έχει την έκταση μίας (1) παραγράφου

Επίσης εκτός από το θέμα των καμερών, την Αρχή έπρεπε να είχε απασχολήσει το ενσωματωμένο στην ίδια τροπολογία θέμα των βάσεων DNA καθώς και το θέμα της ονομαστικοποίησης των καρτοκινητών τηλεφώνων που εγείρουν θέματα προστασίας δεδομένων και περιλαμβάνονται στο ίδιο - ψηφισθέν πια- νομοσχέδιο. 



Ακολουθεί το πλήρες κείμενό της και σχολιασμός ενδιαμέσως με κόκκινο χρώμα.

________


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ 1/2009

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνήλθε, μετά από πρόσκληση του Προέδρου της σε έκτακτες συνεδριάσεις την 20η και 21η Ιουλίου 2009 στο κατάστημά της, 

είναι πράγματι ανεξήγητο για ποιο λόγο η Αρχή περίμενε να συνέλθει σε "έκτακτες" συνεδριάσεις την ίδια ημέρα που η Βουλή θα ψήφιζε το νομοσχέδιο και δεν  έσπευσε να γνωμοδοτήσει άμεσα κατά την ημερομηνία ανάρτησής του! Αποστέρησε έτσι από τον κοινοβουλευτικό διάλογο μια σημαντική γνωμοδότηση, την οποία θα έπρεπε να αντιμετωπίσει η Κυβέρνηση. Δυστυχώς, η Αρχή με αυτήν την καθυστέρησή της δεν κατόρθωσε να επιβεβαιώσει το ρόλο της ως ένα αποτελεσματικό θεσμικό αντίβαρο στην ασύδοτη -τελικά- πλειοψηφία. 

αποτελούμενη από τους Χ. Γεραρή, Πρόεδρο, Λ.Κοτσαλή, Α. Παπανεοφύτου, Α.Ι. Μεταξά, Α. Ρουπακιώτη, τακτικά μέλη και το αναπληρωματικό μέλος Γ. Πάντζιου, σε αντικατάσταση του τακτικού μέλους Α. Πομπόρτση, ο οποίος αν και κλήθηκε νομίμως εγγράφως δεν παρέστη λόγω κωλύματος. 

Σημειώνουμε ότι η καθηγήτρια κυρία Γ. Πάντζιου είναι ένα από τα μέλη της Αρχής που είχε υποβάλει την παραίτησή της στις 19 Νοεμβρίου 2007, μετά την τότε γνωμοδότηση Σανιδά, μαζί με άλλα μέλη της Αρχής. Το κώλυμα του κ. Πομπόρτση να παρευρεθεί και στις δύο έκτακτες συνεδριάσεις για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα που αφορά τον πυρήνα της λειτουργίας μιας ανεξάρτητης αρχής δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά για την θέση του στο διοικητικό συμβούλιο. 

Η Αρχή συνεδρίασε προκειμένου να γνωμοδοτήσει για σχέδιο διατάξεως του Υπουργείου Δικαιοσύνης, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 στοιχ. θ' του ν.2472/1997, κατά τα αμέσως κατωτέρω αναφερόμενα. Προσήλθε και το τακτικό μέλος Α. Πράσσος, ο οποίος αποχώρησε κατόπιν της μη αποδοχής από τα λοιπά μέλη της απόψεώς του ότι η συζήτηση για γνωμοδότηση στερείται αντικειμένου με τά την ψήφιση της διατάξεως, ως τροπολογίας κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιουλίου 2009 του Τμήματος Διακοπής Εργασιών της Βουλής.

Η άποψη του κ. Πράσσου είναι εύλογη, αλλά η χρησιμότητα μιας γνωμοδότησης της Αρχής για το θέμα αυτό διαπερνά τα όρια του κοινοβουλευτικού πλαισίου και η αξία της εκτείνεται στην τυχόν μελλοντική δικαστική εκτίμηση βιντεοσκοπημένου υλικού από τις εν λόγω κάμερες. 

Στις συνεδριάσεις παρέστησαν οι Ε. Χατζηλιάση και Θ. Τουτζιαράκη, νομικές, ελέγκτριες, ως βοηθοί του μέλους Α. Ρουπακιώτη, εισηγητού της υποθέσεως και η Γ. Παλαιολόγου ως γραμματέας.

Με τα με αριθμ. πρωτοκόλλου Ε.Π. 287/24.6.2009 και Ε.Π. 309/30.6.2009 έγγραφα του Υπουργείου Δικαιοσύνης (αριθμ. πρωτοκόλλου της Αρχής Γ/ΕΙΣ/4004/24.6.2009- και Γ/ΕΙΣ/4141/30.6.2009 αντίστοιχα) ετέθη υπόψη της Αρχής το σχέδιο διάταξης τροπολογίας που αφορά στη λειτουργία καμερών ήχου και εικόνας από τις αρμόδιες για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια δημόσιες αρχές για την προστασία προσώπων και αγαθών καθώς και τη διαχείριση της κυκλοφορίας, προκειμένου η Αρχή να γνωμοδοτήσει κατ΄εφαρμογή του άρθρου 19 παρ. 1 στοιχ. θ' του Ν.2472/1997. 

Αντί λοιπόν η Αρχή να συνεδριάσει άμεσα (30.6.2009) μόλις έλαβε την μιας παραγράφου τροπολογία, άφησε να παρέλθει ένας μήνας, εντός του οποίου η τροπολογία ψηφίστηκε. 

Ο εισηγητής και οι βοηθοί εισηγητές ανέπτυξαν προφορικά την από 16/07/2009 έγγραφη εισήγησή τους, η οποία έχει ως εξής:

1. ΙΣΤΟΡΙΚΟ
Το σχέδιο της διάταξης προβλέπει ότι στην παράγραφο 2 του άρθρου 3 του Ν.2472/1997, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου ογδόου του Ν.3625/2007 προστίθεται νέα περίπτωση γ' ως εξής: "Οι διατάξεις του παρόνοτς νόμου δεν εφαρμόζονται στην επεξεργασία δεδομένων, η οποία πραγματοποιείται: ... γ) από δημόσια αρχή με τη λειτουργία ειδικών τεχνικών μέσων καταγραφής ήχου ή εικόνας σε δημόσιους χώρους για τη διαφύλαξη της ασφάλειας του κράτους, της άμυνας, της δημόσιας ασφάλειας, για την οποία είναι αρμόδια, και ιδίως για την προστασία προσώπων και πραγμάτων καθώς και για τη διαχείριση της κυκλοφορίας. Το υλικό που συλλέγεται από τα ανωτέρω μέσα, εφόσον δεν εμπίπτει στην περίπτωση β', τηρείται για χρονικό διάστημα επτά (7) ημερών, μετά το πέρας των οποίων καταστρέφεται με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα. Η παράβαση των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη".
Στην αιτιολογική έκθεση του σχεδίυ αναφέρεται ότι η αύξηση της εγκληματικότητας και ιδιαίτερα των εγκλημάτων βίας (εγκλήματα κατά της ζωής, ληστείες, αρπαγές προσώπων, φθορές κλπ) καθώς και η μεθοδολογία που χρησιμοποιείται από τους δράστες καθιστούν ιδιαίτερα δυσχερή την αποτελεσματική δράση των διωκτικών αρχών. Για τους λόγους αυτούς θεωρείται αναγκαία η αξιοποίηση της σύγχρονης τεχνολογίας και ειδικότερα η χρήση ειδικών τεχνικών μέσων καταγραφής εικόνας και ήχου (καμερών) από δημόσιους χώρους με σκοπό την πρόληψη και καταστολή εγκλημάτων και ιδίως των εγκλημάτων εκείνων που στρέφονται κατά της ζωής και της περιουσίας των πολιτών. Η αιτιολογική έκθεση επισημαίνει, επίσης, ότι το συγκεκριμένο μέτρο θα ενισχύσει σημαντικά την ασφάλεια των πολιτών, καθώς θα διευκολυνθεί το έργο των διωκτικών αρχών μέσω της ευχερέστερης συλλογής αποδεικτικών στοιχείων.

2. ΤΑ ΚΥΡΙΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ
Τα κύρια νομικά ζητήματα που τίθενται με την προτεινόμενη ρύθμιση είναι αφενός η συνταγματικότητα αυτής, και ειδικότερα η συμβατότητά της με τις διατάξεις των άρθρων 9Α και 101Α του Συντάγματος,

ένα ακόμη ζήτημα  συνταγματικότητας που διέφυγε της Αρχής είναι το γεγονός ότι η ρύθμιση, καθόσον αφορά την ενάσκηση ατομικών δικαιωμάτων,  δεν προωθήθηκε στην Ολομέλεια της Βουλής, αλλά σε Τμήμα Διακοπών αυτής, γεγονός που από μόνο του συνιστά παραβίαση του άρθρου 72 του Συντάγματος.

 αφετέρου δε η συμβατότητα της ρύθμισης με κείμενα υπερνομοθετικής ισχύος, όπως είναι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής ΕΣΔΑ) και η Σύμβαση 108 του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία του ατόμου έναντι της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (στο εξής Σύμβαση 108). Η εξέταση των ζητημάτων αυτών πρέπει να γίνει σε δύο επίπεδα: Α) σε σχέση με το ουσιαστικό περιεχόμενο του ατομικού δικαιώματος της προστασίας των προσωπικών δεδομένων και Β) σε σχέση με τη θεσμική εγγύηση του δικαιώματος αυτού από ανεξάρτητη αρχή και ειδικότερα από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Πριν από την ανάλυση των ανωτέρω ζητημάτων σκόπιμο κρίνεται να υπενθυμίσουμε ότι η Οδηγία 95/46/ΕΚ δεν τυγχάνει εφαρμογής σε δραστηριότητες οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, επισήμανση η οποία όμως στερείται ιδιαίτερης σημασίας για την ελληνική έννομη τάξη, στην οποία η προστασία των προσωπικών δεδομένων κατοχυρώνεται συνταγματικά στο άρθρο 9Α του Σ. 

Σε αυτό το σημείο η γνωμοδότηση παραπέμπει στο άρθρο 3 παρ. 2 της Οδηγίας 95/46 καθώς και σε δύο άρθρα Ελλήνων πανεπιστημιακών. Θα έπρεπε όμως να παραπέμπει και στην απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 30.5.2006 (C-317/04, C-318/04), όπου νομολογήθηκε ότι οι δράσεις που αφορούν την δράση του κράτους σε τομείς ποινικού δικαίου δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο του παράγωγου κοινοτικού δικαίου που έχει θεσμοθετηθεί βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης.  

2.1. ΣΥΝΤΑΓΜΑ
Το δικαίωμα της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης κατοχυρώνθηκε για πρώτη φορά ρητά στο Σύνταγμα με την αναθεώρηση του 2001.

Αυτή η γερμανικής προέλευσης άποψη αμφισβητείται έντονα από τη θεωρία, καθώς η πληροφοριακή αυτοδιάθεση βρίσκει την συνταγματική της έδραση στα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος (βλ. αιτολογική έκθεση ν.2472/1997). Η ταύτιση του δικαιώματος πληροφοριακής αυτοδιάθεσης με την συνταγματική προστασία των προσωπικών δεδομένων είναι ανακόλουθη: η προστασία έχει διαστάσεις που ξεπερνούν κατά πολύ την "αυτοδιάθεση", όπως λ.χ. η απαγόρευση επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων ακόμη και με τη συγκατάθεση του ατόμου, εάν ελλείπει η άδεια της Αρχής. Διαστάσεις πληροφοριακής αυτοδιάθεσης εντοπίζονται ιδίως στα δικαιώματα πρόσβασης και αντίρρησης, τα οποία κατοχυρώνονται μεν ρητά από το άρθρο 8 του Θεμελιώδους Χάρτη των Δικαιωμάτων της ΕΕ, όχι όμως και από το άρθρο 9Α του Συντάγματος. Συνολικά, το ατομικό δικαίωμα προστασίας προσωπικών δεδομένων περιλαμβάνει μεν, σε ένα βαθμό την "πληροφοριακή αυτοδιάθεση" του ατόμου, αλλά δεν περιορίζεται σε αυτήν και σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζεται με αυτήν. 

Σχετικώς δε το άρθρο 9Α ορίζει ότι "Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομέων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει". Προκειμένου, συνεπώς, να διερευνηθεί εάν η προτεινόμενη ρύθμιση είναι σύμφωνη με το παραπάνω άρθρο του Συντάγματος, θα πρέπει πρώτα να οριοθετήσουμε το θεσμικό κεκτημένο της συγκεκριμένης διάταξης, από το οποίο δεν μπορεί να αφίσταται ο κοινός νομοθέτης. Η διάταξη του άρθρου 9Α Σ δεν δημιούργησε αλλά τυποποίησε ένα δικαίωμα, το οποίο και πριν από την αναθεώρηση του 2001 έβρισκε τη θεμελίωσή του σε συνταγματικούς κανόνες (άρθρο 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 9 παρ. 1 εδ. β΄Σ.). Με δεδομένο, συνεπώς, τον αναγνωριστικό χαρακτήρα του άρθρου 9Α του Συντάγματος και την ύπαρξη προσϋφιστάμενης της αναθεώρησης νομοθεσίας για την προστασία των προσωπικών δεδομένων (Ν.2472/1997), μπορεί να υποστηριχθεί ότι ακριβώς αυτή η νομοθεσία αποδίδει συγκεκριμένο περιεχόμενο στην κρίσιμη συνταγματική διάταξη.

Η θεωρία περί του θεσμικού κεκτημένου που προσδίδει το  άρθρο 9Α του Συντάγματος στην προϋφιστάμενη νομοθεσία αναπτύχθηκε στο βιβλίο "Η Συνταγματική προστασία των προσωπικών δεδομένων" (Αθήνα 2006) , στο οποίο η Αρχή αποφεύγει να παραπέμψει, μολονότι ακολουθεί την σχετική ορολογία. 

Η άποψη αυτή (τίνος;) ενισχύεται από το γεγονός ότι ο Ν.2472/1997 ενσωμάτωσε στην εθνική έννομη τάξη όχι μόνο την Οδηγία 95/46/ΕΚ αλλά και τις θεμελιώδεις αρχές της προσταστασίας προσωπικών δεδομένων, όπως αυτές προκύπτουν από διεθνή κείμενα, που έχει ήδη κυρώσει η Ελλάδα. Όριο, επομένως της ελευθερίας του κοινού νομοθέτη (οι νομοθέτες δεν έχουν "ελευθερίες" αλλά αρμοδιότητες) αποτελούν οι θεμελιώδεις αυτές αρχές, δηλαδή, η αρχή της θεμελίωσης της επεξεργασίας στο νόμο, η αρχή του σκοπού και της αναλογικότητας (με την ειδικότερη έννοια της αναγκαιότητας και της προσφορότητας), η απαγόρευση της επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων, η κατοχύρωση δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων καθώς και η ανάθεση του ελέγχου τήρησης των παραπάνω κανόνων σε ανεξάρτητη αρχή.

Στο σημείο αυτό σκόπιμη κρίνεται η σύντομη αναφορά στο άρθρο 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το δικαίωμα στην προστασία προσωπικών δεδομένων, το οποίο διακρίνεται για την ειδικότερη διατύπωσή του σε σχέση με αυτή του άρθρου 9Α του Σ. και περιλαμβάνει ως στοιχεία του εν λόγω δικαιώματος στην αρχή του νόμιμου και θεμιτού σκοπού, τη θεμελίωση της επεξεργασίας στη συγκατάθεση του ενδιαφερομένου ή σε ρητή διάταξη νόμου, την κατοχύρωση του δικαιώματος πρόσβασης του ενδιαφερομένου στα δεδομένα που τον αφορούν και την εποπτεία της τήρησης των σχετικών δια΄ταξεων από ανεξάρτητη αρχή. Ο Χάρτης, αν και απευθύνεται στα όργανα της Ένωσης αλλά και στα κράτη μέλη όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης, μπορεί να συνεκτιμηθεί για την ερμηνευτική προσέγγιση της διάταξης του άρθρου 9Α Σ (όπως έχει ήδη γίνει από το προαναφερθέν αλλά μη παραπεμπόμενο βιβλίο) , καθώς ήδη χρησιμοποιείται ως ερμηνευτικό βοήθημα τόσο από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής και ΔΕΚ) για τη συγκεκριμενοποίηση των γενικών αρχών του δικαίου κατά το άρθρο 220 ΣΕΚ, όσο και από εθνικά δικαστήρια, όπως για παράδειγμα από τα Συνταγματικά Δικαστήρια της Ισπανίας, της Γερμανίας και της Αυστρίας. Με άλλα λόγια ο Χάρτης ακόμα και στην παρούσα χρονική στιγμή, κατά την οποία δεν έχει αποκτήσει την ισχύ του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου (θα την αποκτήσει με τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας), 

Ο  Χάρτης ουδέποτε αφορούσε το κοινοτικό δίκαιο, ούτε πρόκειται βέβαια ποτέ να αποκτήσει την "ισχύ του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου", αφού αποτελεί κείμενο που, όπως μαρτυρά και ο τίτλος του αφορά συνολικά την Ευρωπαϊκή Ένωση και, όπως και οι πρωτοετείς της νομικής γνωρίζουν, με την Συνθήκη της Λισαβόνας καταργούνται οι πυλώνες και δεν θα γίνεται πια λόγος για "κοινοτικό", αλλά για ενιαίο ενωσιακό δίκαιο - δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ούτε και τότε όμως θα αφορά την λειτουργία των καμερών για σκοπούς ποινικού δικαίου από κράτη μέλη. 

διαθέτει de facto ισχύ, καθώς η αναφορά ενός δικαιώματος στο Χάρτη συνιστά παραδοχή ότι οτ δικαίωμα αυτό προστατεύεται κατ' εφαρμογή του άρθρου 6 παρ. 2 ΣΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 220 ΣΕΚ, όπως δέχεται το ΔΕΚ.
Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η αρχή της ανάθεσης του ελέγχου τήρησης των κανόνων προστασίας προσωπικών δεδομένων σε ανεξάρτητη αρχή είναι και η μόνη που προκύπτει ευθέως από τη γραμματική διατύπωση της συνταγματικής διάταξης. Η  επιφύλαξη υπέρ του νόμου που συναρτάται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 9Α του Σ., ερμηνευόμενη με τρόπο εναρμονιζόμενο προς την κατοχυρούμενη με το άρθρο 101Α του Σ αρχή της λειτουργικής ανεξαρτησίας των ανεξάρτητων αρχών, έχει το νόημα ότι στον κοινό νομοθέτη καταλείπεται μόνο η θέσπιση των αναγκαίων κανόνων για την ορθολογική και αποτελεσματική οργάνωση και λειτουργία της Αρχής. Γίνεται μάλιστα δεκτό ότι ο κοινός νομοθέτης έχει την υποχρέωση να εξοπλίσει την Αρχή με τόσες και τέτοιες αρμοδιότητες, ώστε να μπορεί να επιτελέσει αποτελεσματικά το έργο της, ενώ η μεταγενέστερη αφαίρεση μέρους των εν λόγω αρμοδιοτήτων δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί συνταγματικά ανεκτή.  Από τα παραπάνω σαφώς προκύπτει ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί σύμφωνη με το Σύνταγμα η αφαίρεση από την Αρχή της αρμοδιότητας του ελέγχου τήρησης των κανόνων προστασίας προσωπικών δεδομένων σε ένα ευρύ πεδίο της κρατικής δράσης, εάν μάλιστα λάβουμε υπόψη ότι το δικαίωμα του άρθρου 9Α του Σ είναι καταρχήν ένα ατομικό - αμυντικό δικαίωμα, που θεμελιώνει αξίωση αποχής από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και έχει ως αποδέκτη πρωτίστως την κρατική εξουσία.
Επειδή η αιτιολογική έκθεση της προτεινόμενης διάταξης αναφέρεται στην αναγκαιότητα εγκατάστασης και λειτουργίας τεχνικών μέσων καταγραφής εικόνας και ήχου από δημόσιους χώρους για την ενίσχυση της ασφάλειας των πολιτών, απαραίτητη κρίνεται και μια σύντομη αναφορά στην έννοια της "δημόσιας ασφάλειας". Η ασφάλεια συνιστά υποχρέωση του κράτους, το οποίο οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία αλλά και την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων. Ασφάλεια σε πλαίσιο ελευθερίας και όχι ελευθερία σε πλαίσιο ασφάλειας. Η εν λόγω υποχρέωση στην ελληνική συνταγματική τάξη βρίσκει έρεισμα στη γενική προστατευτική ρήτρα του άρθρου 25 παρ. 1 του Σ αλλά και στις προστατευτικές ρήτρες των ειδικότερων διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 του Σ, 5 παρ. 2 και 5 και 17 παρ. 1 Σ και έχει την έννοια ότι επιτάσσει τα κρατικά όργανα να προστατεύουν τα θεμελιώδη δικαιώματα με τρόπο που να μην ανατρέπει τη μεταξύ τους ισορροπία. Ην εν λόγω υποχρέωση του κράτους για επίτευξη προστατευτικού αποτελέσματος (με την οργάνωση και διατήρηση μηχανισμών πρόληψης κατά το μέτρο των αντικειμενικών δυνατοτήτων του)( σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να νοείται ως υποχρέωση προστασίας του υποκειμενικού αισθήματος ασφάλειας του κάθε ατόμου. Συνεπώς, πέρα από τα συνταγματικά κατοχυρωμένα έννομα αγαθά, που προαναφέρθηκαν, δεν υπάρχει ένα επιπλέον αυθύπαρκτο αγαθό που να ορίζεται ως "ασφάλεια" αλλά αντίθετα η ασφάλεια αποτελεί μια συμπύκνωση των βασικών έννομων αγαθών, τα οποία προστατεύονται αυτοτελώς εντός των δικών τους συνταγματικών ορίων. 

Κι όμως, ο Χάρτης των Θεμελιωδών Ελευθεριών της ΕΕ που προανέφερε η γνωμοδότηση περιέχει και το άρθρο 6 που αποσιωπά σε αυτό το σημείο η Αρχή:

Άρθρο 6

Δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια

Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια.



Επίσης, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προβλέπει αντίστοιχο έννομο αγαθό ("ασφάλεια") που αρνείται να "δει" η Αρχή:

Άρθρο 5

1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν και την ασφάλειαν. [...]

Επομένως σαφώς και υπάρχει σχετικό έννομο αγαθό, ανεξάρτητα από τις επιβαλλόμενες σταθμίσεις για την μη ιεραρχική συνύπαρξή του με τα άλλα έννομα αγαθά. Η άρνηση της Αρχής να διαβάσει τον Χάρτη και τη Σύμβαση και η αναγωγή της "ασφάλειας" σε απαγορευμένη λέξη είναι νομικά ακατανόητη και αφοριστική όσο η τροπολογία για την αφαίρεση των καμερών από το πλαίσιο του ν.2472.

Ο βασικός κίνδυνος που εγκυμονεί η αναγνώριση ενός αυτοτελούς ατομικού δικαιώματος στην ασφάλεια (σ.σ. η ΕΣΔΑ το έχει αναγνωρίσει από το 1950 και ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ΕΕ από το 2000), είναι η δημιουργία ενός "υπερδικαιώματος", το οποίο θα μπορούσε να παραμερίσει τα υπόλοιπα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα, όπως για παράδειγμα αυτό της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, ανατρέποντας με τον τρόπο αυτό την ισοτιμία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και τον κανόνα της πρακτικής εναρμόνισης αυτών σε περίπτωση σύγκρουσής τους. 

Αυτή η νομική κινδυνολογία έχει διαψευσθεί εδώ και δεκαετίες: το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δεν έχει επιτρέψει να καταστεί "υπερδικαίωμα" το άρθρο 5 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ούτε βέβαια να κατισχύσει έναντι των άλλων δικαιωμάτων. 

Σχετικώς πρέπει να γίνει δεκτό ότι το Σύνταγμα δεν ιεραρχεί με διαφορετικά αξιολογικά κριτήρια τα ατομικά δικαιώματα, εάν δε διαπιστωθεί σύγκρουση μεταξύ αυτών, εκτιμάται η συγκεκριμένη περίπτωση και αποκτά προβάδισμα το ένα δικαίωμα χωρίς να θίγεται ο πυρήνας του άλλου. 
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ( στο εξής και ΣτΕ) για τα χαρακτηριστικά των περιορισμών των συνταγματικώς κατοχυρωμένων ατομικών δικαιωμάτων, οι περιορισμοί αυτοί πρέπει να ορίζονται γενικώς και αντικειμενικώς, να δικαιολογούνται από αποχρώντες λόγους δημοσίου συμφέροντος να τελούν σε πρόδηλη λογική συνάφεια με το σκοπό αυτό, να είναι πρόσφοροι, κατάλληλοι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, να μην θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος και να μην απονέμουν στην Διοίκηση ευρεία διακριτική ευχέρεια.

Με δυο λόγια και πριν φτάσει κανείς στην νομολογία του ΣτΕ: αρκεί να τηρείται το άρθρο 25 του Συντάγματος που επιβάλλει τον σεβασμό της αρχή  της αναλογικότητας. 

Από το συνδυασμό της νομολογίας αυτής του ΣτΕ και της προηγηθείσας ανάλυσης προκύπτει ότι μία "αρνητική" άλλως "αποθετική" ρύθιμιση όπως αυτή τη προτεινόμενης διάταξης, η οποία αποκλείει την εφαρμογή των διατάξεων του Ν.2472/1997 σε ένα ευρύ πεδίο δράσης της δημόσιας αρχής χωρίς όρια, κριτήρια και εξειδίκευση, δεν μπορεί να θεωρηθεί συνταγματικά ανεκτή, καθώς θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος. Ως υπόθεση εργασίας παρατηρείται ότι δεν αποκλείεται, βέβαια, η βιντεοεπιτήρηση δημόσιων χώρων να ήταν σύμφωνη με το Σύνταγμα, αν θεμελιωνόταν σε μία επαρκώς ορισμένη και σαφή νομική βάση, η οποία θα όριζε τουλάχιστον το "πεδίο της κρατικής ή δημόσιας εν γένει δραστηριότητας στο πλαίσιο της οποιας γίνεται η συλλογή, επεξεργασία και χρήση προσωπικών δεδομένων, το είδος των δεδομένων αυτών, τα κρατικά ή άλλα όργανα τα οποία είναι αρμόδια ή υπόχρεα για την εκτέλεση της σχετικής δραστηριότητας, το εύρος της τελευταίς, καθώς και τις παρεχόμενες εγγυήσεις στα υποκείμενα των προσωπικών δεδομένων και τα σχετικά ειδικά δικαιώματά τους" και η οποία βεβαίως, δεν θα αφαιρούσε από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα την εποπτεία τήρησης των κανόνων αυτών.

2.2. ΕΣΔΑ
Ο νόμος με τον οποίο περιορίζεται η προστασία των προσωπικών δεδομένων θα πρέπει να είναι σύμφωνος όχι μόνο με το Σύνταγμα αλλά και με κανόνες που βάσει του άρθρου 28 παρ. 1 Σ έχουν υπερνομοθετική ισχύ (ή, σε καλύτερα Ελληνικά: "υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου"), όπως είναι η ΕΣΔΑ (η οποία πάντως περιλαμβάνει και το δικαίωμα στην ασφάλεια που αρνείται να αναγνωρίσει η Αρχή). Το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ ορίζει ότι "1. Παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. 2. Δεν επιτρέπεται να υπάρξει επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημόσιαν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασία της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων." Για να κριθεί επομένως εάν η προτεινόμενη διάταξη είναι σύμφωνη με το παραπάνω άρθρο της ΕΣΔΑ, θα πρέπει ειδικότερα να εξεταστεί: α) εάν η λειτουργία μέσων καταγραφής εικπονας και ήχου από δημόσιους χώρους συνιστά επέμβαση στην ιδιωτική ζωή των προσώπων και σε καταφατική περίπτωση β) εάν το συγκεκριμένο σχέδιο διάταξης έχει τα ειδικά χαρακτηριστικά που η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προσδίδει στην έννοια του νόμου, βάσει του οποίου μια δημόσια αρχή νομιμοποιείται να επέμβει στην ιδιωτική ζωή ενός προσώπου. 
Το ΕΔΔΑ ασχολήθηκε με την λειτουργία κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης σε υπαίθριο χώρο στην υπόθεση Peck v. United Kingdom, η οποία αφορούσε στην εγκατάσταση από το Δημοτικό Συμβούλιο της πόλης Brentwood και λειτουργία κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης με καταγραφή οπτικών και ηχητικών δεδομένων και ειδοποίηση της αστυνομίας βάσει των δεδομένων αυτών.

Η απόφαση δεν αφορούσε per se  το θέμα της εγκατάστασης του CCTV,  αλλά την χρήση υλικού που συνελέγη μέσω αυτού του συστήματος στην τηλεοπτική προβολή του  για την προπαγάνδιση της αποτελεσματικότητας του συστήματος. Συγκεκριμένα, στο πάρκο που υπήρχε η κάμερα βρέθηκε ένας πολίτης ο οποίος αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. Μέσω της κάμερας κατέφτασαν άτομα που τον έσωσαν, αλλά στη συνέχεια το υλικό χρησιμοποιήθηκε στην τηλεόραση για να δείξουν την επιτυχία του συστήματος. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ασχολήθηκε με την τηλεοπτική προβολή του υλικού αυτού. 

Στην απόφασή του το Δικαστήριο επανέλαβε την πάγια νομολογία του ότι υπό τον όρο ιδιωτική ζωή, όρο που δεν επιδέχεται εξαντλητικό καθορισμό, προστατεύονται το φύλο ενός προσώπου,μ το όνομά του, ο σεξουαλικός του προσανατολισμός, η σεξουαλική του ζωή, το δικαίωμα στην ταυτότητα και την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, καθώς επίσης και το δικαίωμα του ατόμου να συμμετέχει σε συλλογικές δράσεις, να συνάπτει και να αναπτύσσει σχέσεις με άλλους ανθρώπους και με τον έξω κόσμο γενικότερα και το οποίο μπορεί να περιλαμβάνει και επαγγελματικές δραστηριότητες. Υφίσταται δηλαδή, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μία ζώνη αλληλεπίδρασης του ατόμου με τους άλλους, η οποία μπορεί να εμπίπτει στην έννοια της ιδιωτικής ζωής, ακόμα και όταν εκδηλώνεται σε δημόσιο χώρο. Σχετικά με την οπτική παρακολούθηση των ατόμων σε δημόσιου χώρους το ΕΔΔΑ δέχεται ότι η παρακολούθηση με τεχνικά μέσα των πράξεων ενός προσώπου σε δημόσιο χώρο, χωρίς όμως καταγραφή των οπτικών δεδομένων, δεν συνιστά επέμβαση στην ιδιωτική ζωή, καθώς η συγκεκριμένη επεξεργασία δεν διαφέρει σε τίποτα από την οπτική παρακολούθηση που γίνεται χωρίς τη χρήση τεχνικών μέσων. Αντίθετα, η καταγραφή οπτικών δεδομένων και ο συστηματικός ή μόνιμος χαρακτήρας αυτής της καταγραφής εγείρουν ζητήματα προσβολής της ιδιωτικής ζωής, ακόμα και στην περίπτωση που δεν γίνεται χρήση συστημάτων μυστικής παρακολούθησης. 
Με δεδομένo συνεπώς ότι η καταγραφή εικόνας και ήχου από δημόσιους χώρους συνιστά επέμβαση στην ιδιωτική ζωή των προσώπων, η νομοθετική διάταξη που την προβλέπει θα πρέπει να έχει τα ειδικά εκείνα χαρακτηριστικά, που έχουν διαπλασθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου, προκειμένου η επέμβαση αυτή να θεωρείται σύμφωνη με το άρθρο 8 παρ. 2 ΕΣΔΑ. Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει διαπλάσει δύο προϋποθέσεις, αφενός της  προσβασιμότητας του νόμου (accessibility), με την έννοια της νόμιμης δημοσίευσης ή δημοσιότητάς του και αφετέρου της προβλεψιμότητας των συνεπειών του (forseeability). Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή συντρέχει όταν οι σχετικοί κανόνες είναι διατυπωμένοι με επαρκή ακρίβεια, ώστε να μπορεί κάθε ενδιαφερόμενος να προβλέψει, στην ανάγκη με την κατάλληλη συμβουλή, σ' ένα λογικό βαθμό τις συνέπειές τους και να καθορίσει αναλόγως τη συμπεριφορά του. Περαιτέρω, ρπέεπι να προβλέπονται επαρκείς εγγυήσεις κατά των καταχρήσεων με τις οποίες να καθορίζεται με επαρκή σαφήνεια η έκταση του περιθωρίου εκτιμήσεως των διοικητικών αρχών ενοψει και του επιδιωκόμενου νόμιμου σκοπού. Οι εθνικές ρυθμίσεις, επιπλέον, θα πρέπει να καθορίζουν μία σαφή και λεπτομερή διαδικασία για τη συλλογή, χρήση , αποθήκευση, διαβίβαση και διαγραφή ή καταστροφή των συλλεγέντων δεδομένων, ενώ η εποπτεία του συστήματος θα πρέπει να ανατίθεται σε δικαστική ή άλλη αρχή, η οποία δεν θα ταυτίζεται με την αρμόδια για τη λειτουργία του συστήματος αρχή, προκειμένου να ελαχιστοποιούνται οι αρνητικές συνέπειες που ενδέχεται να έχουν τα μέτρα παρακολούθησης στα ατομικά δικαιώματα. 
Σε ένα δεύτερο επίπεδο το ΕΔΔΑ εξετάζει, εάν τα λαμβανόμενα μέτρα παρακολούθησης είναι "αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία", εάν, δηλαδή, έχει τηρηθεί από τον εθνικό νομοθέτη η αρχή της αναλογικότητας. 

Σε αυτό το σημείο πρέπει να επισημανθεί ότι η αρχή της αναλογικότητας δεν ταυτίζεται με το αν τα μέτρα είναι "αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία". Κι αυτό διότι η αρχή της αναλογικότητας εξετάζει έαν το μέτρο είναι πρόσφορο + αναγκαίο + αναλογικό με τη στενή έννοια σε μια στάθμιση κόστους - οφέλους. Αντίθετα, η "αναγκαιότητα σε μια δημοκρατική κοινωνία" εξετάζει την ύπαρξη μιας υπαρκτής και πιεστικής κοινωνικής ανάγκης (pressing social need) για την εισαγωγή του μέτρου και ελέγχει κατά πόσον το μέτρο είναι συμβατό με θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου (rule of law).

Προκειμένου να προβεί σε αυτή την κρίση το ΕΔΔΑ, το οποίο αναγνωρίζει καταρχήν στο νομοθέτη ένα περιθώριο διακριτικής ευχέρειας, σταθμίζει τη σοβαρότητα των πράξεων  που επιδιώκεται να προληφθούν ή να διερευνηθούν με την ένταση της επέμβασης στα ατομικά δικαιώματα που συνεπάγονται κάθε φορά χρησιμοποιούμενα μέτρα για την επίτευξη ενός συγκεκριμένου σκοπού (για παράδειγμα της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας ασφάλειας κλπ). Τα κριτήρια, τα οποία χρησιμοποιεί το Δικαστήριο είναι α) η σοβαρότητα των πράξεων στην πρόληψη ή καταστολή των οποίων αποσκοπούν τα μέτρα παρακολούθησης και β) η πιθανότητα διάπραξης τέτοιων πράξεων, πάντα σε συνδυασμό με την ύπαρξη κατάλληλων και αποτελεσματικών ρυθμίσεων για την αποφυγή κατάχρησης συγκεκριμένων μέτρων.
Από την απλή και μόνο παράθεση των ποιοτικών χαρακτηριστικών που προαπαιτεί το ΕΔΔΑ προκειμένου να κρίνει ότι μία διάταξη, με την οποία προβλέπεται επέμβαση στην ιδιωτική ζωή των προσώπων είναι σύμφωνη με την ΕΣΔΑ, εκτιμάται ότι η προτεινόμενη ρύθμιση δεν εναρμονίζεται με το θεσμικό και νομολογιακό αυτό κεκτημένο.

Όπως εξάλλου είχε διατυπωθει και αλλού, μερικές μέρες πριν. 

2.3. ΣΥΜΒΑΣΗ 108 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
Η Σύμβαση 108 του Συμβουλίου της Ευρώπης, η οποία κυρώθηκε με το Ν.2068/1992 και ως εκ τούτου έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί το πρώτο διεθνές νομικό κείμενο για την προστασία των προσωπικών δεδομένων.

Ανακριβές: το πρώτο διεθνές νομικό κείμενο για την προστασία προσωπικών δεδομένων είναι το Ψήφισμα 73 (22) του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία της ιδιωτικότητας των φυσικών προσώπων στις ηλεκτρονικές τράπεζες δεδομένων στον ιδιωτικό τομέα. Η Σύμβαση 108 είναι το πρώτο δεσμευτικό διεθνές νομικό κείμενο. 

Η εν λόγω Σύμβαση έθεσε, όπως προαναφέρθηκε, ορισμένες βασικές αρχές της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, όπως την αρχή της θεμελίωσης της επεξεργασίας σε νόμο, την αρχή του σκοπού, της αναλογικότητας, της ακρίβειας των συλλεγέντων δεδομένων, καθώς και της διατήρησης των δεδομένων μόνο για το αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού της επεξεργασίας χρονικό διάστημα. 
Η Σύμβαση 108 τυγχάνει εφαρμογής και στον αστυνομικό τομέα, καθώς κατά τις προβλέπεις του άρθρου 3 στο πεδίο εφαρμογής περιλαμβάνειται η αυτοματοποιημένη επεξεργασία προσωπικών δεδομενών τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα. Παρέκκλιση δε από τις διατάξεις της Σύμβασης που αφορούν στις βασικές αρχές νομιμότητας της επεξεργασίας (ά.5), στις ειδικές κατηγορίες δεδομένων (ά. 5, πρβλ. "ευαίσθητα" κατά το Ν.2472/1997) και στα δικαιώματα των υποκειμένων (ά.8) είναι δυνατή, κατά τις προβλέψεις του άρθρου 9 παρ. 2 της Σύμβασης, μόνο στην περίπτωση που η παρέκκλιση προβλέπεται από διάταξη νόμου του συμβαλλόμενου κράτους και αποτελεί απαραίτητο μέτρο σε μια δημοκρατική κοινωνία: α) για την προστασία της ασφάλειας του Κράτους, τη δημόσια ασφάλεια, τα νομισματικά συμφέροντα του Κράτους ή την καταστολή των ποινικών παραβάσεων και β) την προστγασία του προσώπου το οποίο αφορούν οι πληροφορίες, όπως και των δικαιωμάτων και ελευθεριών τρίτων. Προκύπτει συνεπώς, τόσο από τη γραμματική όσο και από την ιστορική ερμηνεία του συγκεκριμένου άρθρου ότι η εθνική διάταξη, η οποία εισάγει ενδεχομένως παρεκκλίσεις από τα προαναφερθέντα άρθρα της Σύμβασης θα πρέπει να έχει τα χαρακτηριστικά εκείνα που έχεο0υν διαπλασθεί από το ΕΔΔΑ για τη νομιμότητα της επέμβασης του κράτους στην ιδιωτική ζωή ενός προσώπου. Αυτό προκύπτει, επίσης, και από το γεγονός ότι το Συμβούλιο της Ευρώπης, λαμβάνοντας υπόψη τις επιτρεπτές κατά το άρθρο 9 παρεκκλίσεις από τη Σύμβαση, έχει υιοθετήσει τη Σύσταση (87) 15,η οποία αφορά αποκλειστικά στην επεξεργασία δεδομένων στον αστυνομικό τομέα. Οι συστάσεις αν και δεν αποτελούν δεσμευτικά νομικά κείμενα, χρησιμεύουν ωστόσο ως εργαλεία ερμηνείας της Σύμβασης, γεγονός που αναδεικνύεται και από τη νομολογία του ΕΔΔΑ. Σύμφωνα, λοιπόν, με τις κρίσιμες για την παρούσα γνωμοδότηση διατάξεις της Σύστασης: α) η αρχή της αναλογικότητας θα πρέπει να τηρείται και κατά τη συλλογή προσωπικών δεδομένων για αστυνομικούς σκοπούς, με την έννοια ότι η συλλογή θα πρέπει να περιορίζεται στα αναγκαία για την πρόληψη ενός συγκεκριμένου κινδύνου ή για τη διαλεύκανση ενός συγκεκριμένου εγκλήματος δεδομένα (Αρχή 2.1), β) ότι η συλλογή προσωπικών δεδομένων με τεχνικά μέσα επιτήρησης θα πρέπει να προβλέπεται σε ειδική νομοθετική διάταξη (βλ. κυρίως "Σκοπός και Ορισμοί") και γ) ότι κάθε συμβαλλόμενο κράτος θα πρέπει να συστήσει μια ανεξάρτητη, εκτός του αστυνομικού τομέα, αρχή για την  εποπτεία τήρησης των αρχών της Σύστασης (Αρχή 1.1). Σχετικώς διατυπώνουμε την άποψη ότι η υπό επεξεργασία διάταξη δεν εναρμονίζεται με τις παραπάνω συστάσεις. 
Πέρα, όμως, από τις ουσιαστικές ρυθμίσεις της Σύμβασης για τις αρχές της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, με το Πρόσθετο Πρωτόκολλο που αφορά στις εποπτικές αρχές και στη διασυνοριακή ροή δεδομένων, αναγνωρίστηκε ότι η ύπαρξη ανεξάρτητων εποπτικών αρχών είναι αποφασιστικής σημασίας για την αποτλεεσματική προστασία των προσωπικών δεδομένων (βλ. Προοίμιο). 

Δεν χρειαζόταν να φτάσει κανείς στο Πρόσθετο Πρωτοκόλλο (που δεν έχουμε κυρώσει συνταγματικά), αφου αρκούν οι αναφορές του Επεξηγηματικού Υπομνήματος της ίδια της Σύμβασης 108 σε εποπτική αρχή (λ.χ. για τις ειδικές κατηγορίες δεδομένων του άρθρου 8), καθώς και το άρθρο 8 παρ. 3 του Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της ΕΕ που αναφέρει την λειτουργία ανεξάρτητης αρχής. 

Ειδικότερα, το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου προβλέπει ρητά την υποχρέωση των συμβαλλόμενων κρατών να ιδρύσουν μία ή περισσότερες αρχές που θα διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τα εθνικά μέτρα, τα οποία ενσωματώνουν τις οριζόμενες στα κεφάλαια 2 (βασικές αρχές προστασίας των πληροφοριών) και 3 (διασυνοριακή ροή πληροφοριών) της Σύμβασης αρχές, καθώς και τη συμμόρφωση  με το εν λόγω Πρωτόκολλο. Στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου προβλέπονται οι ελάχιστες αρμοδιότητες που πρέπει να απονέμονται στις εν λόγω αρχές (ελεγκτικές, παρέμβασης, παραπομπής παραβάσεων στη δικαιοσύνη, εξέτασης προσφυγών, όλες δηλαδή τις αρμοδιότητες που έχει, αλλά ΔΕΝ ασκεί ούτως ή άλλως η ελληνική Αρχή), ενώ στην παράγραφο προβλέπεται ότι θα πρέπει να ασκούν τα καθήκοντά τους υπό καθεστώς πλήρους ανεξαρτησίας. 

Βλέπουμε λοιπόν ότι η Αρχή δεν βγάζει ένα τελικό συμπέρασμα ως προς τη σχέση της τροπολογίας προς την Σύμβαση 108.

Επίσης η Αρχή θα έπρεπε σε αυτό το σημείο (το κάνει στο τέλος της γνωμοδότησης) να παραπέμψει και στην Απόφαση - Πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της ΕΕ για την προστασία προσωπικών δεδομένων στο πλαίσιο της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας. Την απόφαση καλείται να υλοποιήσει η Ελλάδα και η εξαίρεση της προστασίας δεδομένων από τον αστυνομικό τομέα παραβιάζει και αυτο το ευρωπαϊκό νομοθέτημα. 

3. ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΧΕΤΙΚΩΝ ΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΣΕ ΑΛΛΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
[...]

4. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η προτεινόμενη διάταξη αποτελεί μια "αρνητική" άλλως "αποθετική" ρύθμιση, η οποία αφενός αποκλείει την εφαρμογή των διατάξεων του Ν.2472/1997 και κατά συνεκδοχή την εποπτική αρμοδιότητα της Αρχής σε ένα ευρύ πεδίο της κρατικής δράσης και αφετέρου αφήνει εντελώς αρρύθμιστη την επεξεργασία από δημόσιες αρχές προσωπικών δεδομένων (μάλλον εννοεί "αφήνει εντελώς αρρύθμιστη την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων") που θα συλλέγονται μέσω κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης εγκατεστημένων σε δημόσιου χώρους. Με τη ρύθμιση αυτή καθίσταται αναποτελεσματική η προστασία των προσωπικών δεδομένων, επειδή η πρόταση δεν αναφέρει όρια (αναφέρει την καταστροφή των δεδομένων μετά από επτά ημέρες πάντως, ρύθμιση η οποία συμβασίζει με την σχετική Οδηγία της ΑΠΔΠΧ για την λειτουργία των κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης) , κριτήρια ή εξειδικευμένες δράσεις της δημόσιας αρχής και συνεπώς αφήνει ανυπεράσπιστο το υποκείμενο του δικαιώματος. 

Εξίσου ανυπεράσπιστο θα ήταν το υποκείμενο του δικαιώματος, ακόμη κι αν τα προέβλεπε όλα αυτά η νομοθεσία και ιδίως αν ανέθετε την εποπτεία στην συγκεκριμένη Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Έχει αποδειχθεί ότι η Αρχή δεν είναι σε θέση να ασκήσει τις αρμοδιότητές της όσον αφορά την προστασία των πολιτών, αφού επεμβαίνει μετά από 2 χρόνια καθυστέρηση κατά μέσο όρο. Επομένως, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να προστατευθεί αμεσότερα με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων από την Ελληνική Δικαιοσύνη, παρά από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων. Βλ. σχετικά: "Αξιολόγηση αποτελεσματικότητας ΑΠΔΠΧ για το 2008".

Για τους λόγους αυτούς η προτεινόμενη ρύθμιση δεν εναρμονίζεται με το Σύνταγμα και τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις. 

Η Αρχή, αφού έλαβε υπόψη τη γραπτή και προφορική εισήγηση και μελέτησε κείμενα διατάξεων, νομολογίας και βιβλιογραφίας (και blogs) χρήσιμα για την έρευνα των σχετικών με την τροπολογία ζητημάτων, μετά από διεξοδική συζήτηση εκδίδει την ακόλουθη 


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ

Η διαβιβασθείσα από το Υπουργείο Δικαιοσύνης προς γνωμοδότηση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 19 παρ. 1 στοιχ. θ' Ν.2472/1997 ρύθμιση αφορά στην επεξεργασία προσωπικών δεδομένων για λόγους εθνικής άμυνας, κρατικής ασφάλειας και δημόσιας ασφάλειας. Με δεδομένο ότι από την εισηγητική έκθεση της διάταξης προκύπτει ότι σκοπός της ρύθμισης είναι η πρόληψη και καταστολή της εγκληματικότητας, η παρούσα γνωμοδότηση επικεντρώνεται στα θέματα δημόσιας ασφάλειας, χωρίς τούτου να σημαίνει ότι οι διατυπούμενες παρατηρήσεις για τη συνταγματικότητα της διάταξης δεν ισχύουν κατ' αρχήν και για τους τομείς της εθνικής άμυνας και της κρατικής ασφάλειας.
Όπως έχει δεχθεί και το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο, η συνεχής βιντεοεπιτήρηση, με καταγραφή ήχου ή και εικόνας από δημόσιους χώρους, μεγάλου αριθμού προσώπων, τα οποία δεν επιδεικνύουν παραβατική συμπεριφορά, συνιστά έντονη προσβολή του δικαιώματος του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού (βλ. απόφαση ***). Επίσης το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) έχει κρίνει ότι η συνεχής ή συστηματική επιτήρηση προσώπων σε δημόσιους χώρους με καταγραφή των δεδομένων τους συνιστά προσβολή του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής που προστατεύεται από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (βλ. απόφαση Peck κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 28-4-2003). Περαιτέρω, γίνεται δεκτόν ότι η χρήση παρόμοιων συστημάτων παρακολούθησης είναι επιτρεπτή μόνον για υπέρτερους λόγους δημοσίου συμφέροντος που προβλέπονται ρητώς από το νόμο. Κατά την πάγια δε νομολογία του ΕΔΔΑ, ο νόμος πρέπει να παρουσιάζει ορισμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά, όπως αυτά αναφέρονται λεπτομερέστερα στην εισήγηση της γνωμοδότησης, και βεβαίως να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας. 

Ειδικά όσον αφορά στα συστήματα μυστικής παρακολούθησης, το ΕΔΔΑ απαιτεί να υπάρχει έλεγχος από ανεξάρτητο όργανο εκτός της εκτελεστικής εξουσίας (βλ. Απόφαση Association for European Intergration and Human Rights and Ekimdzhiev κατά Βουλγαρίας της 26-7-2007). Η δυνατότητα των ψηφιακών συστημάτων κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης να τίθενται σε συναγερμό σε περίπτωση καταγραφής συγκεκριμένων εικόνων και ήχων επιτρέπουν την παραδοχή ότι η συνεχής βιντεοεπιτήρηση δημόσιων χώρων ισοδυναμεί με σύστημα αυτόματης μυστικής παρακολούθησης. Και τούτο, διότι ακόμα και στην περίπτωση που οι κάμερες είναι ορατές και το κοινό ενημερώνεται για την εγκατάσταση και λειτουργία τους μέσω κατάλληλης σήμανσης, οι τεχνικές δυνατότητες του συστήματος και η περαιτέρω επεξεργασία των καταγεγραμμένων πληροφοριών παραμένουν άγνωστες για τα πρόσωπα που παρακολουθούνται. 
Στην ελληνική έννομη τάξη το Συμβούλιο της Επικρατείας δέχεται παγίως, καθόσον αφορά τους περιορισμούς συνταγματικώς κατοχυρωμένων ατομικών δικαιωμάτων, ότι οι περιορισμοί πρέπει να ορίζονται γενικώς και αντικειμενικώς με τυπικό νόμο ή κατόπιν ειδικής νομοθετικής εξουσιοδότησης με διάταγμα, να δικαιολογούνται από αποχρώντες λόγου [ς] δημοσίου συμφέροντος, να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού με τον οποίο πρέπει να τελούν σε λογική συνάφεια και να μη θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος. 
Η Αρχή κρίνει ότι η ερμηνεία του άρθρου 9Α του Συντάγματος, που κατοχύρωσε ρητώς το δικαίωμα της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης κατά την αναθεώρηση του 2001, πρέπει να γίνεται σε συνδυασμό με το άρθρο 25 παρ. 1 που προβλέπει την αποτελεσματική άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων [και την διασφάλισή της από "όλα τα κρατικά όργανα", όχι μόνο από την Αρχή] την τριτενέργεια στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών [άσχετο] και την αρχή της αναλογικότητας. Η ερμηνεία των συνταγματικών αυτών διατάξεων πρέπει να επιχειρείται υπό το φως των ερμηνευτικών λύσεων που δίδονται από τα ημεδαπά και αλλοδαπά ανώτατα δικαστήρια και κυρίως το ΕΔΔΑ, το οποίο έχει τον τελευταίο λόγο στην ερμηνεία του κλασικού καταλόγου των ατομικών δικαιωμάτων. 
Εξάλλου, η ερμηνεία του άρθρου 9Α πρέπει να λαμβάνει υπόψη το διαμορφωμένο, κατά το χρόνο ψήφισης της νέας συνταγματικής διάταξης, ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο προστασίας των προσωπικών δεδομένων από κείμενα δεσμευτικά και μη. Η Σύμβαση 108 του Συμβουλίου της Ευρώπηξς, η κοινοτική οδηγία 95/46 και ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αναμένεται να αποκτήσει και δεσμευτική ισχύ με την ολοκλήρωση της κύρωσης της Συνθήκης της Λισαβώνας, παρέχουν κρίσιμα ερμηνευτικά στοιχεία για τον προσδιορισμό του κανονιστικού περιεχομένου (πυρήνας και θεμιτοί περιορισμοί) του νέου συνταγματικού δικαιώματος της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης.
Με βάση τις παραπάνω σκέψεις και τις συναφείς επισημάνσεις της εισήγησης, η Αρχή διατυπώνει τις ακόλουθες παρατηρήσεις ως προς την επίμαχη τροπολογία:

1. Η διάταξη περιορίζεται να εξαιρέσει από την εφαρμογή του Ν.2472/1997 και τον έλεγχο της Αρχής τη λειτουργία συσκευών καταγραφής ήχου ή/και εικόνας σε δημόσιους χώρους [και να αναθέσει τη σχετική εποπτεία σε εισαγγελέα, να προσδιορίσει χρονικό διάστημα για την καταστροφή των δεδομένων και να προβλέψει ως ποινικό αδίκημα την παράβασή της]. Με το περιεχόμενο αυτό έχει χαρακτήρα αποθετικής ρύθμισης που δεν επιτρέπει στην Αρχή να διατυπώσει εποικοδομητικές προτάσεις. Συγχρόνως, ο αρνητικός χαρακτήρας της ρύθμισης, δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις της πάγιας νομολογίας του ΕΔΔΑ για τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του νόμου, που περιορίζει ένα ατομικό δικαίωμα. Ειδικότερα η τροπολογία δεν χαρακτηρίζεται για την προβλεψιμότητα των συνεπειών της, εφόσον δεν περιέχει σαφείς και λεπτομερείς διατάξεις ως προς τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, ώστε να παρέχονται στα υποκείμενα των δεδομένων επαρκείς εγγυήσεις κατά αυθαίρετων ή καταχρηστικών ενεργειών [και η ποινική διάταξη που απαγορεύει την παραβίαση;] Περαιτέρω, από απόψεως νομοτεχνικής, η ρύθμιση πρέπει να εντάσσεται στην ειδική νομοθεσία της δημόσιας αρχής, η οποία έχει την ιδιότητα του υπεύθυνου επεξεργασίας.

2. Απαιτείται εξειδείκευση του σκοπού της επεξεργασίας και δεν αρκει ηυ γενική αναφορά στην διαφύλαξη της δημόσιας ασφάλειας για την προστασία προσώπων και πραγμάτων. Παράδειγμα εξειδικευμένου σκοπού θα μπορούσε να είναι η αποτροπή των εγκλημάτων κατά της ζωής, της προσωπικής ελευθερίας και της ιδιοκτησίας. Η εξειδίκευση του σκοπού είναι απαραίτητη για τον έλεγχο τήρησης της κατοχυρωμένης από το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ αρχής της αναλογικότητας, αν, δηλαδή, τα εφαρμοζόμενα μέτρα βιντεοεπιτήρησης, που συνεπάγονται επέμβαση από την κρατική εξουσία στην ιδιωτική ζωή και περιορισμό στο δικαίωμα προστασίας των προσωπικών δεδομένων, τελούν σε πρόδηλη λογική συνάφεια με το σκοπό και είναι πρόσφορα και αναγκαία για την επίτευξή του. 

3. Δεν προβλέπονται συγκεκριμένα κριτήρια επικινδυνότητας (όπως για παράδειγμα αυξημένη εγκληματικότητα σε μια συγκεκριμένη περιοχή - ευτυχώς !!!- χώροι και κτήρια που χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας) βάσει των οποίων θα αποφασίζεται η εγκατάσταση και λειτουργία κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης σε δημόσιους χώρους. Η έλλειψη αυτή έχει ως συνέπεια να καταλείπεται στην απόλυτη διακριτική ευχέριεα των δοικητικών αρχών η απόφαση για τον τόπο και το χρόνο εγκατάστασης των καμερών σε όλη την ελληνική επικράτεια. Η απεριόριστη όμως αυτή ευχέρεια υπερβαίνει το αυστηρά αναγκαίο μέτρο, το οποίο κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ και του ΣτΕ (αυτή η νομολογία του για ποιο λόγο αποκρύπτεται και δεν κατονομάζεται;) δικαιολογεί την επιβολή περιορισμών στα ατομικά δικαιώματα. Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει κίνδυνος αθέμιτης προσβολής όχι μόνο του άρθρου 9Α Σ, αλλά και άλλων συνταγματικών διατάξεων (άρθρο 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 11). 

4. Δεν υπάρχει καμία πρόνοια για την αποτελεσματική προστασία των υποκειμένων που ενδεχομένως θίγονται από την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων (μπορούν να κάνουν μήνυση: πιο γρήγορα θα δικαστεί απ' όσο αν περίμεναν από την Αρχή να παρέμβει). Η κατοχύρωση όμως ειδικών δικαιωμάτων και εγγυήσεων υπέρ των υποκειμε΄νων ανήκει στον πυρήνα του συνταγματικά προστατευόμενου δικαιώματος της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης (άρθρο 9Α Σ). Αυτόν ακριβώς τον πυρήνα παραβιάζει η ίδια η Αρχή μη εκδίδοντας αποφάσεις στις καταγγελίες που υποβάλλονται από ενδιαφερόμενους.  

5. Δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια ο υπεύθυνος επεξεργασίας, ο οποίος συλλέγει, αποθηκεύει  και γενικότερα επεξεργάζεται τα δεδομένα ήχου και εικόνας. Η αναφορά γενικώς στη "δημόσια αρχή που είναι αρμόδια" δεν είναι επαρκής για την προστασία των ατόμων σε περίπτωση παραβίασης της ρύθμισης. Και τότε γιατί ειναι επαρκής η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 (δ) του Ν.2472/1997 που επιτρέπει την επεξεργασία δεδομένων χωρίς συγκατάθεση του υποκειμένου για την εκτέλεση έργου "δημόσιας αρχής"; H εισήγηση της κας Σαρπ δεν αποτελεί απόφαση του ΣτΕ. 

Περαιτέρω η διάταξη, ως έχει, δημιουργεί κίνδυνο σύγκρουσης αρμοδιοτήτων μεταξύ διαφόρων διοικητικών οργάνων.

Αυτό θα συνέβαινε αν η διάταξη εισήγαγε νέα αρμοδιότητα διοικητικών οργάνων. Δεν το πράττει, αλλά εξαιρεί αυτή την αρμοδιότητα από την εφαρμογή του Ν.2472.

6. Δεν προβλέπεται έκδοση προηγούμενης διοικητικής πράξης για την εγκατάσταση των εικονοληπτών σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο ώστε να εξασφαλίζεται αποτελεσματικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του ΄νόμου ιδίως για τα πρόσωπα εκείνα που δεν διαπράττουν ποινικά αδικήματα και δεν άγεται τελικά η υπόθεση ενώπιον ποινικών δικαστηρίων.

Ας ενημερώσει κάποιος την Αρχή ότι δεν προβλέπεται διοικητική πράξη γιατί οι κάμερες έχουν ήδη εγκατασταθεί. Και ότι έχει τεράστια ευθύνη που δεν επέβαλε την εκτέλεση των αποφάσεών της για την απαγόρευσή τους.

Μόνη η δυνατότητα άσκησης αγωγής αποζημίωσης κατά του Δημοσίου για προσβολή της προσωπικότητας δεν συνιστά αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο.

Υπάρχει και η αγωγή για την διαγραφή προσωπικών δεδομένων, η αγωγή για την απόσυρση καμερών κλπ. Πολύ πιο αποτελεσματικά από το να περιμένεις την Αρχή να περάσει ένας χρόνος - όπως είπε στην απόφαση για τις κάμερες της Εθνικής Τράπεζας- έως ότου συγκεντρωθούν τα στοιχεία για να αποφασίσει εάν το μέτρο είναι συνταγματικό. 

7. Η τροπολογία προβλέπει μόνο το χρόνο τήρησης των συλλεγέντων δεδομένων (επτά ημέρες) και τη διαδικασία καταστροφής τους, ενώ δεν περιέχει ρυθμίσεις για τη συλλογή, αποθήκευση, χρήση και διαβίβαση των δεδομένων. Η έλλειψη αυτή προκαλεί ζητήματα επάρκειας της ρύθμισης από απόψεως σεβασμού της νομολογίας του ΕΔΔα για τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που οφείλει να έχει μια νομοθετική διάταξη, η οποία ενέχει προσβολή [ορθότερα: παρέμβαση σε] του προστατευόμενου από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ δικαιώματαος της ιδιωτικής ζωής. 

8. Επίσης δεν προβλέπονται οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των συλλεγόμενων και αποθηκευμένων προσωπικών δεδομένων.

9. Τέλος, αλλά όχι και τελευταία παρατήρηση από απόψεως σπουδαιότητας, η αφαίρεση από την ελεγκτική αρμοδιότητα της Αρχής ενός μεγάλου και ευαίσθητου τομέα κρατικής δράσης [λες και μιλάμε συνολικά για την αφαίρεση της αρμοδιότητας της επί της αστυνομίας, όπως έγινε το 2007 και δεν έβγαλε ποτέ γνωμοδότηση] προσβάλλει τον πυρήνα του άρθρου 9Α του Συντάγματος και μπορεί να υποστηριχθεί ότι δεν είναι συμβατή με το άρθρο 8 παρ. 2 της ΕΣΔΑ όπως τούτο ερμηνεύεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου. Από το γράμμα των διατάξεων 9Α και 101Α του Συντάγματος και τις προαπαρασκευαστικές εργασίες της αναθεωρητικής διαδικασίας του 2001, προκύπτει ότι ο αναθεωρητικός νομοθέτης αντιλήφθηκε τη σύσταση και λειτουργία ανεξάρτητης αρχής ως απαραίτητη θεσμική εγγύηση  για τη διασφάλιση της προστασίας προσωπικών δεδομένων. Η ανάγκη άσκησης εποπτικού ελέγχου από ανεξάρτητη αρχή, εξοπλισμένη με την κατάλληλη τεχνογνωσία, δικαιολογείται από την ιδιαίτερη επικινδυνότητα που ενέχει η εξέλιξη των τεχνολογιών της πληροφορικής για την προστασία της ιδιωτικότητας. Έτσι ο εποπτικός έλεγχος της ανεξάρτητης αρχής, που αφορά στην επεξεργασία προσωπικών δεδομένων τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, ανήκει στον σκληρό πυρήνα του ατομικού δικαιώματος στην πληροφοριακή αυτοδιάθεση. Το δικαίωμα αυτό αναδείχθηκε ως αυτοτελές, κατά την τελευταία συνταγματική αναθεώρηση, προκειμένου να εξασφαλισθεί πληρέστερη προστασία της ιδιωτικής ζωής. Η ρήτρα της επιφύλαξης υπέρ του νόμου, που προβλέπεται από το δεύτερο εδάφι0ο του άρθρου 9Α Σ, αφοτά στην οργάνωση και λειτουργία της ανεξάρητητς αρχής για την αποτελεσματικότερη εκπλήρωση της αποστολής της, σύμφωνα και με τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 25 παρ. 1 Σ. Στο πλαίσιο αυτό ο κοινός νομοθέτης μπορεί να προσδιορίζει τις ειδικότερες αρμοδιότητες της αρχής, η ευχέρεια όμως αυτή δεν εξικνείται μέχρι την ολοσχερή αφαίρεση από την εποπτεία της ενός ευρέος πεδίου κρατικής δράσης.

Δεν αποτελεί "ευρύ πεδίο κρατικής δράσης" η λειτουργία καμερών. Αυτές οι παρατηρήσεις αφορούν την συνολική αφαίρεση της εφαρμογής του ν.2472/97 στον τομέα των εισαγγελικών - δικαστικών - αστυνομικών αρχών. Με καθυστέρηση 2,5 ετών, η Αρχή έρχεται να γνωμοδοτήσει για την τότε αφαίρεση των αρμοδιοτήτων της με τον 3625/2007.  Αφού της αφαίρεσαν ένα οικόπεδο, σήμερα διαμαρτύρεται και για τον ημιυπαίθριο, λες και το θέμα μας είναι αν θα έχει την αρμοδιότητα κι όχι αν είναι σε θέση όντως να την ασκήσει. Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων σήμερα είναι ένα διακοσμητικό όργανο που κατόπιν εορτής έρχεται να δικαιολογήσει την παραλυσία στην οποία έχει περιπέσει. 

Επιπλέον, η Αρχή δεν αναφέρει καθόλου ένα εξαιρετικά ουσιώδες δικαίωμα που θα πρέπει να διασφαλιστεί: την προηγούμενη υποχρεωτική ενημέρωση των ατόμων ότι εισέρχονται σε βιντεοσκοπούμενο χώρο (άρθρο 11 παρ 1 Ν/2472), μία πτυχή που όντως σχετίζεται με τον πληροφοριακό αυτοκαθορισμό. 

Η ερμηνεία αυτή συμπορεύεται και με τη νομολογία του ΕΔΔΑ το οποίο καθόσον αφορά στον αστυνομικό τομέα, αξιοποιεί πάντοτε ως ερμηνευτικό εργαλείο την Σύσταση (87) 15 του Συμβουλίου της Ευρώπης "για τη ρύθμιση της χρήσης προσωπικών δεδομένων στον αστυνομικό τομεά". Εκεί προβλέπεται ρητώς η υποχρέωση των συμβαλλόμενων κρατών να υπαγάγουν στην εποπτεία ανεξάρτητης αρχής την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων που διενεργείται στον αστυνομικό τομέα. 
Εξάλλου, η αφαίρεση της εποπτείας της Αρχής δεν καθιστά δυνατή τη συμμόρφωση της χώρας με τις υποχρέω΄σεις που επιβάλλει η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ειδικότερα στον τομέα της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις (τρίτος πυλώνας). Η ανταλλαγή προσωπικών δεδομένων μεταξύ των εθνικών διωκτικών αρχών, π.χ. με βάση την Απόφαση - Πλαίσιο 2006/960/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 18.12.2006 (ΕΕ  L 386), δεν μπορεί να λειτουργήσει όσο η χώρα δεν προσδέρει το επίπεδο προστασίας των προσωπικών δεδομένων που επιβάλλεται πλέον με την  πρόσφατη Απόφαση - Πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 27.11.2008 (ΕΕ L 350) για την προστασία των προσωπικών δεδομένων στον τρίτο πυλώνα. Η τελευταία απόφαση προβλέπει ως υποχρεωτική την εποπτεία των σχετικών επεξεργασιών και αρχείωξν από τις εθνικές αρχές προστασίας προσωπικών δεδομένων (άρθρο 25 σε συνδυασμό με τις αιτιολογικές σκέψεις 33 έως 35 του προοιμίου). 

Η Απόφαση - Πλαίσιο αφορά όμως μόνο το στάδιο της ανταλλαγής - συνεργασίας των κρατών μελών και όχι τα standards για την τήρηση προσωπικών δεδομένων για εσωτερικούς σκοπούς από τις αστυνομίες. 

Στην ιστοσελίδα της Αρχής δεν αναγράφεται εάν αυτή η Γνωμοδότηση απεστάλη στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. 




 

Υπεύθυνος Προστασίας Δεδομένων: το βιβλίο

Ένα νέο πρόσωπο αναλαμβάνει καθήκοντα στις δημόσιες υπηρεσίες και σε ορισμένους οργανισμούς του ιδιωτικού τομέα από τον Μάιο του 2018: ο ...