Σάββατο, Μαΐου 23, 2009
Παρασκευή, Μαΐου 22, 2009
Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης: Σύσταση για "αναξιοπρεπή" παρουσίαση δελτίου καιρού

Πρόκειται περί δελτίου καιρού το οποίο προβάλλεται από νεαρή τηλεπαρουσιάστρια η οποία µε κινήσεις και φράσεις υποβαθµίζει το προβαλλόµενο δελτίο καιρού. Για την εν λόγω εκτροπή, ενδείκνυται όπως επιβληθεί στον τηλεοπτικό σταθµό η διοικητική κύρωση της συστάσεως. Μειοψήφησαν τα µέλη Εύη ∆εµίρη και Γιάννης Παπακώστας και ΄Ιρις Αυδή Καλκάνη κατά τους οποίους θα έπρεπε να επιβληθεί η διοικητική κύρωση του προστίµων των 70.000, 70.000 και 100.000 ευρώ αντιστοίχως, µε την ακόλουθη αιτιολογία: Η µόλις 19 ετών Πετρούλα Κωστίδου προσλήφθηκε από τον Τ7V STAR για να παρουσιάζει το ∆ελτίο Καιρού µε σκοπό όµως όχι την ενηµέρωση του κοινού αλλά την αύξηση της τηλεθέασης µέσα από την «αξιοποίηση» των σωµατικών της προσόντων. ΄Ετσι, η Πετρούλα παρουσιάζει τη συγκεκριµένη εκποµπή µε σεξουαλικά προκλητική συµπεριφορά και λεκτικά σεξουαλικά υπονοούµενα. Χρησιµοποιείται δηλαδή ως σεξουαλικό αντικείµενο αποξενωµένη από την όλη της προσωπικότητα, παρά τις αντίθετες σχετικές διεθνείς συµβάσεις, την εθνική νοµοθεσία µας για τα ΜΜΕ και την συνταγµατική επιταγή για την κοινωνική αποστολή της τηλεόρασης. Θλιβερό είναι και ότι η Πετρούλα µπορεί να αποτελέσει πρότυπο για κάποιες νεαρές που θα θελήσουν να την µιµηθούν βέβαιες ότι «αξιοποιώντας» τα σωµατικά τους προσόντα θα µπορέσουν να πετύχουν την οικονοµική και την συνυφασµένη µε αυτήν κοινωνική τους άνοδο και καταξίωση.
Το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης ξεπερνάει με αυτή την απόφαση το όριο της θεσμικής παρέμβασης που νομιμοποιείται να ασκεί ενα δημοσίο οργάνο σε μια δημοκρατική κοινωνία.
Το κήρυγμα ηθικής στο οποίο προβαίνει περί κινδύνου δημιουργίας "προτύπου για κάποιες νεαρές που θα θελήσουν να την μιμηθούν" (γιατί όχι και νεαρούς ή και μεγαλύτερες ηλικίες;) καθώς και η έκφραση συναισθημάτων ("θλιβερό") σε μια διοικητική πράξη καταδεικνύουν ότι η ανεξάρτητη αρχή έχει επισήμως πλέον εκτραπεί από ένα όργανο κρατικού ελέγχου ποιοτικής στάθμης (άρθρο 15 παρ. 2 Συντάγματος) σε ένα όργανο διοικητικής επιβολής μικροαστικών αντιλήψεων στην κοινή γνώμη.
Πέμπτη, Μαΐου 21, 2009
Ο ΠΑΟ έχασε το pao.com στον Παγκόσμιο Οργανισμό Διανοητικής Ιδιοκτησίας
Τετάρτη, Μαΐου 20, 2009
Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης: Πρόστιμο 30.000 ευρώ για συνωμοσιολογική εκπομπή

Πρόκειται περί εκποµπής λόγου και εντεύθεν κατά το άρθρο 1 του Π.∆/τος 77/2003 υπόκειται στους από το ∆ιάταγµα τούτο προβλεποµένους περιορισµούς. Με αφορµή εκδιδόµενα βιβλία ο τηλεπαρουσιαστής αναλύεται σε επιχειρηµατολογίες, σε «κοινωνία ελεγχοµένη από λαµόγια», «πλανήτη φυλακή», «αρχαίο εχθρό», «τεχνολογία του κακού», «µορφές θεοτήτων και δαιµόνων», «ανοµία που πλησιάζει», «µηχανισµούς παρακολούθησης από το υπερπέραν», και άλλα φαντασιώδη πράγµατα, µε αποτέλεσµα να δηµιουργείται σύγχυση στους τηλεθεατές.
Αναµφιβόλως πρόκειται περί εκποµπής στην οποία εκτίθενται ανακρίβειες χωρίς στοιχειώδες αίσθηµα ευθύνης. Πρέπει να σηµειωθεί ότι η εκποµπή µεταδόθηκε µε τη σήµανση «ΚΑΤΑΛΛΗΛΟ ΕΠΙΘΥΜΗΤΗ Η ΓΟΝΙΚΗ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ» ενώ, λόγω του περιεχοµένου της, έπρεπε να προβληθεί µε τη σήµανση «ΚΑΤΑΛΛΗΛΟ ΓΙΑ ΑΝΗΛΙΚΟΥΣ ΑΝΩ ΤΩΝ 15 ΕΤΩΝ» και να προβληθεί κατά την 6138/Ε/17.3.2000
απόφαση του Υπουργού Τύπου και Μ.Μ.Ε. µετά την 22.:30. Για τις εν λόγω εκτροπές ενδείκνυται όπως επιβληθεί στον τηλεοπτικό σταθµό η διοικητική κύρωση του προστίµου. Μειοψήφησε ο Κωνσταντίνος Τσουράκης κατά τον οποίο θα έπρεπε να επιβληθεί η διοικητική κύρωση της συστάσεως.
Το ΕΣΡ έκρινε πως η εν λόγω εκπομπή (τηλεπώλησης βιβλίων) εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 77/2003 (Κώδικας Δεοντολογίας Ειδησεογραφικών και άλλων δημοσιογραφικών κι επιστημονικών εκπομπών). Το ΕΣΡ διεύρυνε το πεδίο εφαρμογής θεωρώντας ότι σε αυτό εντάσσεται και η εν λόγω εκπομπή, ως "εκπομπή λόγου". Το άρθρο 1 του π.δ. όμως αναφέρει:
Άρθρο 1
Πεδίο εφαρμογής
Οι κανόνες του παρόντος κώδικα ισχύουν για ειδησεογραφικές, δημοσιογραφικές και πολιτικές εκπομπές στη δημόσια και την ιδιωτική ραδιοφωνία και τηλεόραση. Στην έννοια της δημοσιογραφικής εκπομπής εμπίπτουν όλες οι εκπομπές λόγου, που έχουν ενημερωτικό χαρακτήρα, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό που τους προσδίδεται από τον ραδιοφωνικό ή τον τηλεοπτικό φορέα. Στις ειδησεογραφικές εκπομπές εμπίπτουν τα δελτία ειδήσεων και στις πολιτικές εκπομπές εμπίπτουν εκείνες που έχουν αντικείμενο πολιτικά θέματα.
Μια εκπομπή με συνωμοσιολογικό περιεχόμενο θα ενέπιπτε περισσότερο στην έννοια του infotainment, δηλαδή την υβριδική κατηγορία εκπομπών ανάμεσα σε ψυχαγωγία και ενημέρωση. Οι υποχρεώσεις ποιότητας εξακολουθούν να ισχύουν κατά το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος και για αυτές τις εκπομπές. Αλλά η άμεση υπαγωγή τους στο π.δ. 77/2003 μπορεί να έχει και σοβαρό αντίλογο.
Δευτέρα, Μαΐου 18, 2009
Ακούστε την ομιλία μου για το Κυβερνοέγκλημα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
OMILIA ARISTOTELEIO - Vasilis sotiropoulos
Κυριακή, Μαΐου 17, 2009
E-Lawyer @ ΑΠΘ: διάλεξη για το Κυβερνοέγκλημα
Ημέρα κατά της ομοφοβίας: Οδηγός ελληνικής νομοθεσίας κατά διακρίσεων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού
Σάββατο, Μαΐου 16, 2009
Παρασκευή, Μαΐου 15, 2009
Αποζημίωση πεζών λόγω κατάληψης πεζοδρομίου από τζιπ
Υπέρ της Λέσχης Bilderberg
Εκεί που πρέπει να γίνει θέμα είναι λ.χ. να συνεδριάζει δημόσια το Συμβούλιο της ΕΕ όταν νομοθετεί, διότι εκεί ασκούνται δημόσιες αρμοδιότητες. Με αυτά όμως δεν ασχολούνται και πολλοί, επειδή δεν υπάρχει η συνωμοσιολογία όπως στην Bilderberg.
Πέμπτη, Μαΐου 14, 2009
ΕΣΡ: Σύσταση για χαρακτηρισμό Μητροπολίτη-blogger ως "θλιβερού ρασοφόρου"

κ. Καµπουράκης: Και θέλω πριν πάµε στα καθαυτό πολιτικά, έχω εδώ πέρα µια άποψη του Μητροπολίτη Καλαβρύτων Αµβρόσιου.
κ. Οικονοµέας: Ναι.
κ. Καµπουράκης: Που απαντάει στο µπλοκ του προφανώς, στην ιστοσελίδα του, σε κάποιο «Yellow Kid». Κάποιος «Yellow Kid» του ’χε στείλει λοιπόν µία αυτή για τα γεγονότα και απαντάει ο Αµβρόσιος.
Σε πρώτο πλάνο επί της οθόνης παρουσιάζεται έγγραφο, στο οποίο αναφέρεται ο κ. Καµπουράκης. Εικονίζεται ο Μητροπολίτης Αµβρόσιος και ακολουθεί η απάντησή του στον επονοµαζόµενο ως «Yellow Kid»:
Ο Μητροπολίτης Καλαβρύτων……µε αφορµή τη δολοφονία του Αλέξη και την
επιστολή που µοίρασαν οι φίλοι του: «ΘΕΛΟΥΜΕ ΕΝΑΝ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΚΟΣΜΟ!
ΒΟΗΘΗΣΤΕ ΜΑΣ», ΑΠΑΝΤΩ ΣΤΟΝ ΑΓΑΠΗΤΟ «Yellow Kid»
Αγαπητό µου παιδί. ∆ιάβασα µε προσοχή το σχόλιό σου,……………….
κ. Καµπουράκης: Λοιπόν, µε αφορµή λοιπόν τη δολοφονία του Αλέξη, «θέλουµε έναν κόσµο καλύτερο, βοηθήστε µας» και τα λοιπά, απαντάει. Θέλω να σου πω ότι αυτός ο θλιβερός ρασοφόρος, γιατί δεν µπορώ να τον πω αλλιώς- να µην τον πω χειρότερα.
κ. Οικονοµέας: Όχι, είναι σεβάσµιος γέροντας.
κ. Καµπουράκης: Όχι, δεν είναι καθόλου σεβάσµιος. Είναι θλιβερός ρασοφόρος.
κ. Οικονοµέας: Όχι!
κ. Καµπουράκης: Απ’ αυτό εδώ πέρα το κείµενο, αφού λοιπόν εξηγεί ότι αυτός, η γενιά του δεν είχε παπούτσια, δεν είχε ρούχα, σε γκαζιέρα, ήταν ο πατέρας του τσαγκάρης, η µάνα του µοδίστρα…
κ. Οικονοµέας: Συγγνώµη, δεν ήταν και χωροφύλακας παλιά;
κ. Καµπουράκης: Λοιπόν, ναι. Ήταν χωροφύλακας. Άκου να δεις πώς καταλήγει! Άκου να δεις πώς καταλήγει, αφού τα λέει όλα αυτά, ότι η γενιά µου δεν είχε τίποτα αυτό, αλλά είχαµε αγάπη, πιστεύαµε στο Χριστό και τα λοιπά, καταλήγει. Σ’ αυτό το σηµείο στο κάτω µέρος της οθόνης εµφανίζεται η λεζάντα:
Τηλ. Εκποµπής 210 6903640-3
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ:
ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛΕΞΗ ΕΛΕΙΠΕ Η ΠΙΣΤΗ ΣΤΟ ΘΕΟ
Ο κ. Καµπουράκης βάζει τα γυαλιά του και αναγιγνώσκει από έγγραφο που
παρουσιάζεται επί της οθόνης σε πρώτο πλάνο.
κ. Καµπουράκης: Αυτή ήταν η γενιά µας. Λέει για τη δική του γενιά.
κ. Οικονοµέας: Ναι.
κ. Καµπουράκης: Και καταλήγει: « Η γενιά όµως του Αλέξη αντίθετα σήµερα τα έχει όλα, αλλά δεν έχει ευτυχία. Ο Αλέξης, ο Αλέξης ήταν παιδί πλούσιας οικογένειας και καλοµαθηµένο. Πήγαινε σε σχολείο ιδιωτικό. Είχε επάρκεια αγαθών. Ένα µόνο του έλειπε: ο Χριστός, η πίστη στο Χριστό και η ελπίδα, που χαρίζει ο Χριστός σ’ αυτούς, που τον ακολουθούν.
[Στο συγκεκριµένο σηµείο η κάµερα κάνει ζουµ στο κείµενο.]
Αυτό λείπει σχεδόν από όλα τα νέα παιδιά της εποχής µας. ∆ηλαδή αυτός φταίει.
κ. Οικονοµέας: Ε, βέβαια, δεν…
κ. Καµπουράκης: Ο Αλέξης φταίει που τον σκοτώσανε.
κ. Οικονοµέας: Σου λέει, αν πήγαινε στην εκκλησία κι όχι στα Εξάρχεια…
κ. Καµπουράκης: Κατάλαβες; Ο άθλιος ρασοφόρος, ο γελοίος τύπος. Να µην πω καµιά χειρότερη κουβέντα!
κ. Οικονοµέας: Αν πήγαινε στην εκκλησία κι όχι στα Εξάρχεια, δεν θα τον πυροβολούσαν. Άρα…
κ. Καµπουράκης: Μπράβο! ∆εν φταίει ο αστυνοµικός, δεν φταίει το κράτος. Φταίει ο πιτσιρικάς που δεν πίστευε στο Χριστό, που τα ’χε όλα, που ’τανε καλοµαθηµένος. Γι’ αυτό τον σκοτώσανε! [Ο λόγος του δηµοσιογράφου συνοδεύεται από ανάλογες έντονες κινήσεις] Μπράβο, ρε Αµβρόσιε! Μπράβο, ρε Αµβρόσιε!
κ. Οικονοµέας: Λοιπόν…
κ. Καµπουράκης: Είδες τώρα ορισµένοι; ∆ες διαφορά που έχουν ορισµένοι απ’ αυτούς τους τύπους- αυτός ήταν ταγµατάρχης χωροφυλακής, έχει δείρει κόσµο αυτός. Ο Αµβρόσιος έχει δείρει κόσµο πολύ.
κ. Οικονοµέας: Ναι.
κ. Καµπουράκης: Με στολή, µε στολή, αλλά µετά… ∆ες διαφορά που ’χουνε µε τον Αρχιεπίσκοπο!
κ. Οικονοµέας: Του οποίου ένα απόσπασµα από το άρθρο του διαβάσαµε προηγουµένως για το πώς προσπαθεί να… «Τα παιδιά µας είναι θυµωµένα επειδή µας αγαπούν.»
Στο σηµείο αυτό η λεζάντα στο κάτω µέρος της οθόνης µεταλλάσσεται σε:
ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ: ΤΑ ΠΑΙ∆ΙΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ
ΘΥΜΩΜΕΝΑ ΕΠΕΙ∆Η ΜΑΣ ΑΓΑΠΟΥΝ
κ. Σαραντάκος: Εγώ δεν καταλαβαίνω τις αναφορές που γίνονται στο ιδιωτικό σχολείο, στο αν είχε λεφτά, αν δεν είχε λεφτά, τι ήτανε. ∆ηλαδή θα ’ταν διαφορετικό µάλλον, αν δεν είχε ή αν δεν πήγαινε στο ιδιωτικό σχολείο.
κ. Οικονοµέας: Αυτό που θέλουνε να πούνε, αν δεν τολµάνε να το πούνε όλοι αυτοί,
είναι ότι ήταν ένοχος.
κ. Καµπουράκης: Έτσι.
κ. Οικονοµέας: Ήταν ένοχος, καλώς κάνανε και τον πυροβολήσανε.
κ. Καµπουράκης: Έτσι! Αυτό ακριβώς!
κ. Σαραντάκος: Και που το λένε…
κ. Καµπουράκης: Αυτό λένε!
κ. Οικονοµέας: Αυτό θέλουν να πουν και δεν τολµάνε να το πουν. ∆υστυχώς!
κ. Καµπουράκης: Αυτό λένε, αυτό λένε.
κ. Οικονοµέας: Λοιπόν…
Τετάρτη, Μαΐου 13, 2009
Εκδικάστηκε η αγωγή νομάρχη κατά blogger στο Πρωτοδικείο Πειραιά

Δευτέρα, Μαΐου 11, 2009
Αρχή Προστασίας Δεδομένων: δεν καταλάβε τι είναι το StreetView

Κυριακή, Μαΐου 10, 2009
Η απόφαση για τους γάμους της Τήλου στο μικροσκόπιο

Το πλήρες κείμενο της απόφασης 114/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου μπορείτε να το διαβάσετε εδώ καθώς και στο ιστολόγιο της κ. Βλάμη.
Στην κρινόμενη αγωγή ο ενάγων, Εισαγγελέας Πρωτοδικών Ρόδου, εκθέτει ότι οι δύο πρώτες των εναγομένων ζήτησαν και έλαβαν από τον τρίτο εναγόμενο, δήμαρχο της νήσου Τήλου, άδεια για να συνάψουν μεταξύ τους γάμο. Ότι ο τελευταίος στην Τήλο στις 3-6-2008 τέλεσε πολιτικό γάμο μεταξύ των δύο πρώτων εναγομένων, ο οποίος όμως είναι ανυπόστατος διότι δεν μπορεί να τελεσθεί γάμος μεταξύ προσώπων του αυτού φύλου. Με βάση τα παραπάνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, ο ενάγων ζητεί, με την προαναφερόμενη ιδιότητά του η οποία κατά νόμον του δίνει το δικαίωμα να ασκήσει αυτεπαγγέλτως αγωγή για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος, να αναγνωρισθεί ότι ο κατά τα άνω τελεσθείς γάμος μεταξύ των δύο πρώτων εναγομένων είναι ανυπόστατος, καθώς και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στη δικαστική δαπάνη.
Παρατηρούμε ότι ο εισαγγελέας με την αγωγή του δεν ζήτησε την δικαστική "ακύρωση" του γάμου, αλλά την δικαστική αναγνώρισή του ως "ανυπόστατου". Η διαφορά ανάμεσα στις δύο έννοιες είναι καθοριστική, τόσο ως προς την αρμοδιότητα του εισαγγελέα (ο οποίος δεν έχει ρητή αρμοδιότητα αγωγής αναγνώρισης "ανυποστάτου") όσο και ως προς την ίδια την ερμηνεία του νόμου. Σε αυτό το σημείο, η δικαστική απόφαση απλώς εκθέτει το περιεχόμενο της αγωγής του εισαγγελέα, όπως την ερμήνευσε το ίδιο, χωρίς όμως να αποφαίνεται. Η σημείωση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία: αν το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι όντως ο εισαγγελέας ΔΕΝ είχε αρμοδιότητα αγωγής θα ετίθετο ένα ζήτημα για το κατά πόσον θα μπορούσε να "ερμηνεύσει" το δικόγραφο ως αίτημα ακύρωσης και να εκδικάσει την υπόθεση σαν η ετερότητα φύλου να ήταν προϋπόθεση του κύρους του γάμου και όχι προϋπόθεση του υποστατού. Ωστόσο, αν το Δικαστήριο είχε προβεί σε μια τέτοια υπέρβαση, θα δίκαζε αίτημα που δεν προβλήθηκε και θα υπερέβαινε την αρμοδιότητά του στο πλαίσιο μιας αστικής δίκης.
Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή φέρεται αρμοδίως καθ’ ύλη και κατά τόπο προς εκδίκαση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ως εκ του τόπου κατοικίας των εναγομένων (άρθρα 18 αρ. 1, 22 ΚΠολΔ), για να δικαστεί κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 598 – 612 του ΚΠολΔ (592 παρ. 1 περ. γ΄ του ιδίου κώδικα) ...
Εσφαλμένα η απόφαση αναγράφει επί της προμετωπίδας της "ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ", επειδή, όπως ορθώς αναφέρεται εδώ, η υπόθεση δεν δικάστηκε κατά την τακτική διαδικασία (άρθρο 1-590 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας), αλλά με την ειδική διαδικασία "ΓΑΜΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ" (άρθρα 592 επ. Κ.ωδικα Πολιτικής Δικονομίας).
...και είναι νόμιμη κατά το μέρος που ασκείται σε βάρος των δύο πρώτων εναγομένων, αφού στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 1350, 1367, 1368, 1370, 1372, 1378 ΑΚ και 70, 176 ΚΠολΔ. Όσον αφορά όμως στον τρίτο εναγόμενο, η αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης, καθόσον για την έγερση αγωγής για την αναγνώριση της ανυπαρξίας του γάμου νομιμοποιούνται παθητικά, σε περίπτωση άσκησης αυτής από τον Εισαγγελέα μόνο οι δύο σύζυγοι, οι οποίοι τελούν σε σχέση αναγκαστικής ομοδικίας (άρθρο 608 παρ. 2 ΚΠολΔ, Βαθρακοκοίλη ΚΠολΔ υπό άρθρο 608 αρ. 5).
Όπως είχα επισημάνει και στην ανάλυση της Αγωγής του Εισαγγελέα, κακώς περιλήφθηκε ως τρίτος εναγόμενος ο Δήμαρχος Τήλου που τέλεσε τον γάμο. Ξεκάθαρα αναφέρει ο νόμος στο άρθρο 608 παρ. 2 "Η αγωγή που αναφέρεται στην παράγραφο 1, όταν ασκείται από τον εισαγγελέα ή κάποιον που έχει συμφέρον, απευθύνεται και κατά των δύο συζύγων και, άν έχει πεθάνει ο ένας, κατά των κληρονόμων του, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη." Συνεπώς, στον κύκλο των εναγόμενων προσώπων δεν περιλαμβάνεται βέβαια ο δήμαρχος ή ο λειτουργός που τέλεσε τον γάμο και ως εκ τούτου ορθά η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη για τον Δήμαρχο Τήλου, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής του.
Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ του ενάγοντος και του εν λόγω εναγομένου, λόγω του δυσερμήνευτου των προαναφερθέντων κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρο 179 ΚΠολΔ).
Σε αυτό το σημείο, το Δικαστήριο απορρίπτει το αίτημα για επιδίκαση των δικαστικών εξόδων ως προς το μέρος που η Αγωγή αφορά τον Δήμαρχο - δηλαδή ως προς το μέρος που ο εισαγγελέας ηττήθηκε. Το Δικαστήριο επιστρατεύει το άρθρο 179 ΚΠολΔ, το οποίο αναφέρει "Το δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει τα έξοδα ή ένα μέρος τους, [...] όταν η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερης." Κατά τη γνώμη μου κακώς το Δικαστήριο επικαλείται αυτή τη διάταξη: δεν υπάρχει καμία δυσχέρεια, το άρθρο 608 παρ. 2 αναφέρει καθαρά και ξάστερα ότι ως εναγόμενοι νομιμοποιούνται οι σύζυγοι κι όχι ο Δήμαρχος. Καθόσον μάλιστα ο ενάγων είναι εισαγγελέας, όφειλε να έχει λάβει υπόψη του ότι δεν έπρεπε να είχε εναγάγει και τον Δήμαρχο, αφού είναι ξεκάθαρο ότι ο Δήμαρχος δεν νομιμοποιείται παθητικά και υπάρχει και η σχετική ανάλυση του Βαθρακοκοίλη στην οποία παραπέμπει το Δικαστήριο. Άρα ή θα έπρεπε το Δικαστήριο να βρει μια άλλη πειστική εξήγηση για να συμψηφίσει τα δικαστικά έξοδα (λ.χ. αν ο Δήμαρχος είχε παραστεί ατελώς) ή να επιδικάσει τα δικαστικά έξοδα στον Δήμαρχο, αφού ο εισαγγελέας ηττήθηκε: "Ο διάδικος που νικήθηκε καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα." (άρθρο 176 παρ. 1 ΚΠολΔ.)
Οι εναγόμενες με τις προτάσεις τους, πέραν τις ειδικότερης άρνησης της αγωγής, ισχυρίζονται ότι ο ενάγων δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση αυτής, αφού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που έχει εισαχθεί στην ελληνική έννομη τάξη με την κύρωσή της δυνάμει του Ν.Δ. 53/1074 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, απαγορεύει σε κάθε δημόσια αρχή, εν προκειμένω δε στον εισαγγελέα να παρεμβαίνει στην ατομική και οικογενειακή τους ζωή. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ «Παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. 2. Δεν επιτρέπται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, της προστασίαν της υγείας ή της ηθικής ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων».
Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης της Ε.Σ.Δ.Α., με τον όρο «ιδιωτική ζωή» νοείται ένας ευρύς όρος, που καλύπτει μεταξύ άλλων πτυχές της φυσικής και κοινωνικής ταυτότητας ενός ατόμου, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος στην προσωπική ανάπτυξη και αυτονομία, στην καθιέρωση και ανάπτυξη σχέσεων με άλλα ανθρώπινα όντα και προς τον έξω κόσμο (βλ. απόφαση ΕΔΔΑ 7-3/2006 ΝοΒ 2006.1610 στην υπόθεση Evans κατά Ηνωμένου Βασιλείου). Στην κρινόμενη περίπτωση, η άσκηση της αγωγής αναγνωρίσεως της ανυπαρξίας του γάμου μεταξύ των δύο πρώτων εναγομένων, δεν συνιστά επέμβαση στην άσκηση του εν λόγω δικαιώματος, αλλά μία προβλεπόμενη από το νόμο (βλ. άρθρο 608 παρ. 2 σε συνδ. με παρ. 1 ΚΠολΔ) διαδικαστική ενέργεια του ενάγοντος που αποτελεί μέτρο αναγκαίο για την προστασία της ηθικής, ενόψει και του ενδιαφέροντος της πολιτείας για την ομαλή διαμόρφωση και λειτουργία των οικογενειακών σχέσεων και, ως εκ τούτου, δύναται ο Εισαγγελέας να προβεί αυτεπαγγέλτως στην ενέργεια αυτή.
To Δικαστήριο προβαίνει σε αυτό το σημείο σε ένα σοβαρό λάθος ορολογίας που αποτελεί ένδειξη ότι δεν είναι εξοικειωμένο με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Αναφέρει ότι η άσκηση της αγωγής του εισαγγελέα "δεν συνιστά επέμβαση" στην άσκηση του ανθρώπινου δικαιώματος σεβασμού της οικογενειακής ζωής. Το Στρασβούργο σε αυτό το σημείο θα έλεγε ότι "υπάρχει επέμβαση στην οικογενειακή ζωή", κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 8 ΕΣΔΑ, αλλά στη συνέχεια θα εξέταζε εάν η επέμβαση αυτή είναι ή όχι δικαιολογημένη, σύμφωνα με τα κριτήρια της δεύτερης παραγράφου, στην οποία αναφέρεται σε ποιες περιπτώσεις επιτρέπεται μια τέτοια επέμβαση από κρατική αρχή.
Επίσης το Δικαστήριο είχε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία εδώ να εξετάσει πιο ουσιαστικά τον ρόλο που επιφυλάσσει ο νομοθέτης του Αστικού Κώδικα στον εισαγγελέα, όσον αφορά το οικογενειακό δίκαιο και πιο συγκεκριμένα το δίκαιο του γάμου. Το οικογενειακό δίκαιο είναι μέρος της ευρύτερης περιοχής του Ιδιωτικού Δικαίου, στο οποίο κυρίαρχο ρόλο έχει η ιδιωτική βούληση. Με μια ιδιορρυθμία: οι περισσότερες διατάξεις οικογενειακού δικαίου είναι "αναγκαστικού δικαίου", δηλαδή άπαξ και δημιουργηθεί μία από τις σχέσεις του οικογενειακού δικαίου (λ.χ. συγγένεια) τότε η ιδιωτική βούληση δεν δύναται να παρεκκλίνει εκτός από τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις. Ο ρόλος του εισαγγελέα λοιπόν στην εφαρμογή του οικογενειακού δικαίου είναι συμπληρωματικός: εγγυάται ότι όντως η ιδιωτική βούληση δεν θα καταστρατηγήσει τις "αναγκαστικού δικαίου" διατάξεις, χωρίς όμως να νομιμοποιείται ο εισαγγελέας να παρεμβαίνει και στις υπόλοιπες διατάξεις ενδοτικού δικαίου.
Ειδικά στο δίκαιο του γάμου, ο Αστικός Κώδικας προβλέπει ότι την αγωγή για ακύρωση (προσοχή: όχι για αναγώριση ως ανυπόστατου) γάμου έχουν οι σύζυγοι και όποιος έχει έννομο συμφέρον (λ.χ. οι συγγενείς τους) καθώς και ο εισαγγελέας αυτεπαγγέλτως. Αυτή η αυτεπάγγελτη αρμοδιότητα του εισαγγελέα όμως είναι υπέρμετρα διευρυμένη, τουλάχιστον όπως διατυπώνεται στο άρθρο 1378 ΑΚ και θα έπρεπε να περιορίζεται μόνο σε περιπτώσεις φυσικής ή νομικής αδυναμίας του έχοντος έννομο συμφέρον. Διότι ο ρόλος του εισαγγελέα στο οικογενειακό δίκαιο δεν είναι και δεν πρέπει να είναι πρωταγωνιστικός, αλλά να εκφράζει την δέσμευση της Πολιτείας σύμφωνα με το άρθρο 21 του Συντάγματος που αναφέρει ότι ο γάμος τελεί υπό την προστασία του Κράτους. Όταν ο εισαγγελέας επεμβαίνει για την ακύρωση ενός γάμου, προφανώς δεν υπηρετεί την αρχή αυτή, αλλά τις εξαιρέσεις της, οι οποίες πρέπει να είναι περιοριστικά απαριθμούμενες και συγκεκριμένες.
Όσον αφορά εξάλλου στην επικαλούμενη επέμβαση, δια της κρινόμενης αγωγής, στην οικογενειακή ζωή των εναγομένων, ο ισχυρισμός αυτός θεμελιώνεται σε λανθασμένη προϋπόθεση, καθότι το ζητούμενο και ερευνώμενο με την αγωγή αυτή είναι το εάν και κατά πόσον υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση «οικογένεια», ώστε να τίθεται εν συνεχεία ζήτημα προστασίας της. Συνεπώς, ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Το Δικαστήριο στο σημείο αυτό θεωρεί ότι η αγωγή αναγνώρισης γάμου ως ανυπόστατου δεν συνιστά επέμβαση στην οικογενειακή ζωή του ζεύγους, ότι δεν το απασχολεί εάν υπάρχει "οικογένεια"! Πρόκειται περί χονδροειδούς νομικού σφάλματος, αφού διαφορετικό θα είναι το οικογενειακό status δύο ανθρώπων εάν είναι σύζυγοι και διαφορετικό αν ο γάμος τους αναγνωριστεί ως ανυπόστατος. Στο σημείο αυτό η Απόφαση είναι αντίθετη και με πάγια νομολογία κατά την οποία η επιλογή συζύγου αποτελεί μέρος του συνταγματικού δικαιώματος σεβασμού της οικογενειακής ζωής.
Συγκεκριμένα, με την απόφαση 1460/1978, το Συμβούλιο της Επικρατείας πριν από 30 χρόνια έκρινε ότι η προϋπόθεση που υπήρχε στο νόμο για λήψη άδειας γάμου των αξιωματικών (δηλ. να μπορούν να παντρευτούν μόνο τη νύφη που ενέκρινε ο προϊστάμενός τους!) ήταν αντίθετη προς το Σύνταγμα και προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του ανθρώπου.
Με την απόφαση 1847/1987 το Συμβούλιο της Επικρατείας επανέλαβε την παραπάνω δικαστική κρίση αναφέροντας: "Η θέσπιση τέτοιων ειδικών κριτηρίων και προϋποθέσεων, με τις οποίες περιορίζεται το δικαίωμα της ελεύθερης και αβίαστης επιλογής του προσώπου μετά του οποίον ο στρατιωτικός επιθυμεί να συνάψει γάμο, καθώς και η ανάθεση του ελέγχου της συνδρομής αυτών από την προϊσταμένη του ενδιαφερομένου αρχή, η οποία χορηγεί τη σχετική άδεια, συνιστά ουσιαστική αποδυνάμωση του δικαιώματος συνάψεως γάμου και έντονη επέμβαση στην ιδιωτική ζωή του στρατιωτικού υπαλλήλου, έτι δε αποτελεί ηθική μείωση του ιδίου και της μελλούσης συζύγου του καθώς και προσβολή της προσωπικότητας τους, που δεν συμβιβάζονται προς τις παραπάνω μνημονευθείσες συνταγματικές διατάξεις και προς τις αρχές του δημοκρατικού πολιτεύματος, εφόσον, συμφώνως προς αυτό, ούτε σι στρατιωτικοί ανήκουν σε ιδιαίτερη κοινωνική τάξη, ούτε οι Ελληνίδες μπορούν να διακριθούν βάσει της κοινωνικής τους θέσεως, των φρονημάτων ή της περιουσίας τους, ή άλλων υποκειμενικών λόγων σε δυνάμενες να έλθουν σε γάμου κοινωνία μετά στρατιωτικού και σε μη δυνάμενες να πράξουν τούτο."
Τα ίδια επανέλαβε και η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με την απόφαση 867/1988, κατά την οποία το καθεστώς της προηγούμενης έγκρισης της μέλλουσας συζύγου αποτελεί "έντονη επέμβαση στην ιδιωτική ζωή".
Συνεπώς η επέμβαση κρατικής αρχής - όπως ο εισαγγελέας- ως προς τα κριτήρια επιλογής του μέλλοντος συζύγου αποτελούν σαφέστατα μια μορφή επέμβασης στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή (ανεξάρτητα από το αν αυτή η επέμβαση κριθεί δικαιολογημένη ή όχι).
Ομοίως, αβάσιμος και απορριπτέος είναι ο αυτός ισχυρισμός των εναγομένων, σύμφωνα με τον οποίο ο ενάγων δεν νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, καθόσον ο νόμος του απονέμει ρητά μόνον την ευχέρεια άσκησης αγωγής ακυρώσεως γάμου, όχι δε και την άσκηση αγωγής σε περίπτωση ανυπόστατου γάμου. Και τούτο διότι α] ναι μεν ο ανυπόστατος γάμος δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα και η ανενέργειά του είναι αυτοδίκαιη, με συνέπεια, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει με τον άκυρο γάμο, να μην είναι αναγκαία η ύπαρξη διαπλαστικής δικαστικής απόφασης για την ανατροπή του, πλην όμως μπορεί να ασκηθεί αναγνωριστική αγωγή για τη βεβαίωση της ανυπαρξίας του από όποιον έχει έννομο συμφέρον και β] η δυνατότητα του εισαγγελέα για την άσκηση της εν λόγω αγωγής προκύπτει σαφώς από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 608 παρ. 2 σε συνδ. με παρ. 1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται λόγος τόσο για την αγωγή ακύρωσης όσο και για την αγωγή για την αναγνώριση της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας του γάμου, η οποία μπορεί να ασκείται από τον αρμόδιο εισαγγελέα (βλ.Κεραμέως – Κονδύλη – Νίκα Ερμηνεία ΚΠολΔ υπό άρθρο 607 αρ. 1 και 608 αρ. 1, Σινανιώτη Ειδικές Διαδικασίες [εκδ. 2008] σελ. 16-17, Βαθρακοκοίλη ΚΠολΔ υπό άρθρο 607 αρ. 1).
Έχω υποστηρίξει και σε προηγούμενα κείμενα ότι η αρμοδιότητα του εισαγγελέα για αναγνωριστική αγωγή ανυπόστατου γάμου δεν προβλέπεται στο νόμο. Ο Αστικός Κώδικας είναι ξεκάθαρος: η αυτεπάγγελτη αρμοδιότητα του εισαγγελέα περιορίζεται στην αγωγή ακύρωσης (άρθρο 1378 ΑΚ), όχι στην αγωγή αναγνώρισης γάμου ως ανυπόστατου. Το ζήτημα εγείρεται από τη διάταξη του άρθρου 608 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, η οποία έχει ως εξής:
1. Η αγωγή για την αναγνώριση της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας ή την ακύρωση του γάμου, που ασκείται από τον ένα σύζυγο, απευθύνεται κατά του άλλου και, αν αυτός έχει πεθάνει, κατά των κληρονόμων του, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
2. Η αγωγή που αναφέρεται στην παράγραφο 1, όταν ασκείται από τον εισαγγελέα ή κάποιον που έχει συμφέρον, απευθύνεται και κατά των δύο συζύγων και, αν έχει πεθάνει ο ένας, κατά των κληρονόμων του, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Ο αναγνώστης που δεν είναι εξοικειωμένος με τα νομικά μπορεί να διαβάσει την παράγραφο 2 και να θεωρήσει ότι ο νόμος προβλέπει ένα ξεκάθαρο δικαίωμα του εισαγγελέα για άσκηση αγωγής αναγνώρισης της "ύπαρξης ή ανυπαρξίας" του γάμου και να συμφωνήσει αβίαστα με το Δικαστήριο. Ωστόσο το ζήτημα είναι λίγο πιο σύνθετο:
Οι αρμοδιότητες του εισαγγελέα ως προς τις επεμβάσεις του στο οικογενειακό δίκαιο ρυθμίζονται από τον Αστικό Κώδικα. Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας που περιλαμβάνει τα παραπάνω διαρρυθμίζει τις δικονομικές (δηλ. διαδικαστικές) λεπτομέρειες ενάσκησης αρμοδιοτήτων προβλεπομένων απο τον Αστικό Κώδικα (ή από άλλα νομοθετήματα ουσίας κι όχι διαδικασίας). Το άρθρο 608 εντάσσεται στο κεφάλαιο "Γαμικές Διαφορές" του ΚΠολΔ και σκοπός του είναι να οριοθετήσει το πλαίσιο της παθητικής νομιμοποίησης (δηλ. ποιος θα είναι εναγόμενος, όχι ποιος θα είναι ενάγων!) κατά την άσκηση δικαιώματων που προβλέπονται από τον Αστικό Κώδικα. Σκοπός του άρθρου 608 λοιπόν δεν είναι να δώσει μια νέα αρμοδιότητα στον Εισαγγελέα αλλά να ορίσει τις διαδικασίες για τις υπάρχουσες αρμοδιότητές του.
Έτσι, εφαρμοζόμενη η διάταξη του άρθρου 608 στο σύστημα των διατάξεων που την έχει εντάξει ο νομοθέτης (δικονομικές και όχι ουσιαστικές), αλλά και ερμηνευόμενη υπό το φως της ασύμφωνης ορολογίας με τον Αστικό Κώδικα (ο οποίος αναφέρεται σε "ανυπόστατο γάμο" στο άρθρο 1372 και όχι σε "ύπαρξη ή ανυπαρξία" του γάμου) καθώς και λαμβανομένης υπόψιν της χρονικοϋποθετικής διατύπωσης του άρθρου 608 ("όταν ασκείται από τον εισαγγελέα") που προϋποθέτει υφιστάμενη αρμοδιότητα και δεν ιδρύει νέα, προκύπτει ότι το άρθρο 608 παρ. 2 ΚΠολΔ αναφέρεται στην αγωγή ακύρωσης του γάμου από τον εισαγγελέα και όχι στην αγωγή αναγνώρισης "της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας" του γάμου.
Επομένως, το Δικαστήριο έπρεπε να είχε απορρίψει την Αγωγή του εισαγγελέα ως απαράδεκτη, αφού ο εισαγγελέας δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να την ασκήσει.
Περαιτέρω οι εναγόμενες ισχυρίζονται ότι η αυτοπρόσωπη παράσταση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών στο ακροατήριο χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο δεν είναι νόμιμη, αφού καταλαμβάνεται από την υποχρέωση παράστασης με πληρεξούσιο δικηγόρο που θεσπίζει το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Κατά την εν λόγω διάταξη, σύμφωνα με την οποία «στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο», ρυθμίζεται από τον Κώδικα η ικανότητα προς το δικολογείν, η οποία εξυπηρετεί τόσο το δημόσιο όσο και το ιδιωτικό συμφέρον, και διασκευάζεται ως προϋπόθεση του κύρους κάθε μεμονωμένης διαδικαστικής πράξης της δίκης. Σκοπός της διάταξης είναι η προστασία του διαδίκου, ώστε κατά την αίτησή του για παροχή δικαστικής προστασίας να αναπληρώνονται οι νομικές γνώσεις που ο ίδιος δεν διαθέτει. Όσον αφορά όμως στις οριζόμενες από τον ΚΠολΔ περιπτώσεις παράστασης του εισαγγελέα ως διαδίκου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η κρινόμενη περίπτωση, δεν προβλέπεται από καμία διάταξη η παράσταση του διάμεσου πληρεξουσίου δικηγόρου ή σύμπραξη του με δικηγόρο, καθώς κάτι τέτοιο δεν υπαγορεύεται από καμία πραγματική ανάγκη υπεράσπισης των ενδιαφερόντων της πολιτείας, ενώ είναι προφανές ότι δεν υπάρχει ανάγκη συμπλήρωσης ή αναπλήρωσης ελλειπόντων νομικών γνώσεων (βλ. Μπέη Πολιτική Δικονομία [1991] σελ. 269, Κεραμέως – Κονδύλη – Νίκα ό.π. υπό άρθρο 94 αρ. 2). Συνεπώς ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ωστόσο και πάλι δεν διευκρινίζεται ο ειδικός ρόλος του εισαγγελέα στην δίκη οικογενειακού δικαίου: είναι ή δεν είναι τελικά "διάδικος"; Το επιχείρημα ότι ο εισαγγελέας γνωρίζει το δίκαιο -γενικά και αόριστα- δεν σημαίνει ότι ελλείπει η υποχρέωση της Πολιτείας να τον συνδράμει με νομικό παραστάτη, ο οποίος γνωρίζει και την Πολιτική Δικονομία, ώστε να μην στρέψει λ.χ. την αγωγή του και κατά του Δήμαρχου. Αν ο εισαγγελέας είναι λοιπόν "διάδιοκος", τότε για λόγους ισότητας των όπλων (και των ... εξόδων) θα έπρεπε όντως να είχε παρασταθεί με συνήγορο. Σημειωτέον ότι αυτή είναι και η πρακτική στο Πρωτοδικείο Αθηνών: οι εισαγγελείς διορίζουν συνηγόρους για την εκπροσώπησή τους σε υποθέσεις οικογενειακού δικαίου. Αυτό είναι και το σωστό: δεν είναι δυνατόν ένας δημόσιος λειτουργός όπως ο εισαγγελέας να μην ακολουθεί τους κανόνες του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας που ορίζουν την υποχρεωτική παράσταση των διαδίκων με συνήγορο, τουλάχιστον στις περισσότερες διαδικασίες πολιτικής δικαιοσύνης (πλην ειρηνοδικείου και ασφαλιστικών μέτρων δηλαδή). Δεδομένου ότι ο νομοθέτης δεν διαχωρίζει τη θέση του εισαγγελέα -δικονομικώς τουλάχιστον- από τους υπόλοιπους διαδίκους, το Δικαστήριο θα έπρεπε να είχε απορρίψει την αυτοπρόσωπη παράστασή του.
Πρέπει ωστόσο, για την πληρότητα της απόφασης, να γίνουν ορισμένες αναγκαίες επισημάνσεις, αναφορικά με το ζήτημα που ανέκυψε με την παρούσα αγωγή. Συγκεκριμένα, λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι η εθνική νομοθεσία είναι ένας οργανισμός αναπτυσσόμενος και εξελισσόμενος, ώστε να αντανακλά πράγματι την κοινωνική πραγματικότητα και τις σύγχρονες απαιτήσεις, οργανισμός μάλιστα ο οποίος στο πλαίσιο της λειτουργίας της ευρωπαϊκής ένωσης υπόκειται σε αλληλεπίδραση μεταξύ αυτού και των εννόμων τάξεων των συμβαλλομένων κρατών και ανεξάρτητα από την άποψη που διατηρεί ο καθένας σχετικά με το δικαίωμα των προσώπων του ιδίου φύλου να τελούν γάμου μεταξύ τους, από όποιους παράγοντες και εάν διαμορφώνεται αυτή, ενόψει των ισχυρών ελληνικών παραδόσεων αλλά και της υπάρχουσας διχογνωμίας (βλ. επιφυλάξεις που διατυπώνονται στα έργα των Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, ό.π. σημ. 1 και Θ. Παπαζήση «Η οικογένεια προσώπων του αυτού φύλου: Εκφυλισμός ή ίση μεταχείριση; ΧρΙΔ 2007 σελ. 761) είναι ασφαλέστερη η νομοθετική επίλυση του ζητήματος, ειδικότερα του συμφώνου ελεύθερης συμβίωσης.
Το σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης όμως αποτελεί έναν νεοπαγή θεσμό, ο οποίος δεν έχει καμία σχέση με το γάμο. Άρα δεν έχει καμία σχέση και με την παρούσα υπόθεση. Η "ασφαλέστερη νομοθετική επίλυση του ζητήματος" θα συνεπάγετο την θέσπιση ρητού νομοθετικού ερμηνευτικού κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο οι διατάξεις περί γάμου του Αστικού Κώδικα ισχύουν ανεξάρτητα από τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου των μελλονύμφων. Αυτή είναι η σύμφωνη με τις αρχές της ασφάλειας δικαίου νομοθετική επίλυση του θέματος, η οποία πάντως δεν θα είναι "δημιουργική" δικαίου, αλλά διευκρινιστική.
Ως προς το θέμα του συμφώνου συμβίωσης που αναφέρει σε αυτό το σημείο το Δικαστήριο, προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι καλεί το νομοθέτη να το επεκτείνει και στα ομόφυλα ζευγάρια, ενώ μερικές γραμμές πιο πάνω επικαλείται τον ρητό αποκλεισμό ως ... επιχείρημα υπέρ της απαγόρευσης των γάμων! Τελικά το Δικαστήριο δεν είναι σαφές αν θεωρεί τον Ν.3819/2008 ως σύμφωνο με το Σύνταγμα (άρα και ως "επιχείρημα" κατά των γάμων ομοφύλων) ή ως αντίθετος προς το Σύνταγμα και επιδεχόμενο αναθεωρήσεως.
Η μετάβαση πάντως από το θέμα του γάμου στο θέμα του συμφώνου και μάλιστα η πρότασή του ως "ενδεικνυόμενης" επίλυσης του θέματος (του γάμου) συνεπάγεται ότι το Δικαστήριο θεωρεί (με βάση ποια αρμοδιότητά του άραγε;) ότι δεν πρέπει να επεκταθεί ο γάμος σε ομόφυλα ζευγάρια ούτε νομοθετικά, αλλά αυτά θα πρέπει να αρκεσθούν στην δυνατότητα σύναψης συμφώνου συμβίωσης μόνον. Ανεξάρτητα από το αν κάποιος ειναι προσωπικά υπέρ ή κατά του θεσμού του γάμου, μια τέτοια εξέλιξη, ακόμη κι αν με το σύμφωνο δοθούν όλα τα δικαιώματα του γάμου στα ομόφυλα ζευγάρια, θα πρόκειται για άμεση παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, όπως νομολόγησε και το Ανώτατο Δικαστήριο του Κονέτικατ σε ακριβώς αυτό το θέμα με μια 85σέλιδη απόφαση που συνοψίζει όλη τη σχετική νομολογία.
Προς την κατεύθυνση αυτή, πρέ0πει να σημειωθεί ότι σε πολλές χώρες έχει ήδη αναγνωριστεί νομοθετικά η συμβίωση μεταξύ ομοφύλων (Δανία 1989, Σουηδία 1994, Ολλανδία 1998, Γαλλία 1999, Γερμανία 2000, Φινλανδία 2001, Λουξεμβούργο 2004, Ιρλανδία 2005, Ηνωμένο Βασίλειο, Τσεχία και Σλοβενία 2005).
Φυσικά ο κατάλογος αυτός δεν είναι εξαντλητικός. Επίσης το Δικαστήριο δεν αναφέρεται καθόλου σε μία άλλη ευρωπαϊκή νομική πραγματικότητα: το ότι οι γάμοι ομόφυλων προσώπων έχουν ήδη αναγνωριστεί σε 5 ευρωπαϊκές χώρες! Για ποιο λόγο άραγε το Δικαστήριο αποσιωπά εντελώς και αυτό το στοιχείο; Μα, η απάντηση είναι απλή: το Δικαστήριο παρά την 14σέλιδη απόφασή του στην πραγματικότητα αντιμετώπισε την υπόθεση ως μια αγωγή ρουτίνας, χωρίς να ψάξει όντως τι σημαίνει καθολική εφαρμογή των ανθρώπινων δικαιωμάτων ανεξάρτητα από το σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου. Το Δικαστήριο δεν αναφέρει και αγνοεί κάθε σχετική νομολογία Ελληνικών και άλλοδαπών δικαστηρίων. Δεν επικαλείται ούτε μία απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου σε θέματα γάμου. Αγνοεί την απόφαση Maruko, καθώς και το σύνολο της σχετικής αρθρογραφίας για την αντισυτναγματική θέσπιση του νόμου για το σύμφωνο συμβίωσης. Οι Δικαστές της Ρόδου αγνοούν το θέμα οποίο εκλήθησαν να δικάσουν. Γι' αυτό και η απόφαση ήταν η αναμενόμενη: μία ακόμη παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων από την Ελληνική Δικαιοσύνη.
Με βάση αυτές τις σκέψεις που προαναφέρθηκαν, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να αναγνωριστεί ότι ο μεταξύ των δύο πρώτων εναγομένων τελεσθείς γάμος είναι ανυπόστατος. Τέλος, δεν θα περιληφθεί στην παρούσα διάταξη περί δικαστικών εξόδων, δεδομένου ότι ο ενάγων δεν υποβλήθηκε σε έξοδα.
Κι άλλη γκάφα του εισαγγελέα: ζητούσε δικαστικά έξοδα ενώ δεν είχε υποβληθεί σε τέτοια. Αν μας διάβαζε θα είχε παραιτηθεί από το αβάσιμο αίτημα.
31 Aυγούστου 2025: η προθεσμία του Υπουργείου Παιδείας για το εναλλακτικό μάθημα
Την 31 Αυγούστου 2025 λήγει η προθεσμία που έχει τάξει το Συμβούλιο της Επικρατείας στο Υπουργείο Παιδείας για "να ολοκληρώσει τις απαρ...