Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 21, 2009

Άρειος Πάγος: ο έλεγχος ακρίβειας πρέπει να γίνεται πριν τη δημοσίευση

Αριθμός 1256/2003


 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Πέτρο Κακκαλή, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Γκιάφη, Ελευθέριο Τσακόπουλο, Νικόλαο Γεωργίλη και Σταμάτιο Γιακουμέλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαϊου 2003, με την παρουσία και της Γραμματέως Κωνσταντίνας Ξηροτύρη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. συζύγου Γ.Κ. και 2) Γ.Κ. του Κ., κατοίκων Κ**, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ***. Του αναιρεσιβλήτου: Α. (Κ.) Σ., κατοίκου Ν.Ζ.Σ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ***.

Η ένδικη διαφορά έχει εισαχθεί με την από *** αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και λοιπών που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκε η απόφαση *** του ίδιου δικαστηρίου, το οποίο κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Περαιώς για να δικασθεί κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών. Κατ' αυτής ασκήθηκε έφεση και εκδόθηκε η απόφαση *** του Εφετείου Πειραιώς, η οποία εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και ανέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, το οποίο με την απόφασή του *** κατήργησε τη δίκη επί της αναφερόμενης στο σκεπτικό της αγωγής. Στη συνέχεια, μετά από άσκηση και κατ' αυτής εφέσεως, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ***, μη οριστική, και ***, οριστική, του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από *** αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Γεωργίλης ανέγνωσε την από 7-4-2003 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την κατά των αναιρεσειόντων αγωγή του αναιρεσιβλήτου για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την προσβολή της προσωπικότητάς του με συκοφαντικό και εξυβριστικό δημοσίευμα, δέχθηκε, κατά τα ενδιαφέροντα την υπόθεση σημεία, τα εξής: Ότι στο φύλλο 26 (των μηνών Ιουνίου - Ιουλίου ***) της τοπικής εφημερίδας των Κ** "Φ*****", της οποίας η πρώτη αναιρεσείουσα - εναγομένη είναι ιδιοκτήτρια και εκδότρια, δημοσιεύθηκε άρθρο με τον τίτλο "Εμείς τι κάνουμε ...", συντάκτης του οποίου ήταν ο σύζυγος και συνεργάτης της ιδιοκτήτριας και ήδη δεύτερος αναιρεσείων - εναγόμενος. Ότι στο άρθρο αυτό περιλαμβάνονταν και τα ακόλουθα αποσπάσματα "... Στο βάθος ξαφνικά παίρνουν την προσοχή μου κάποια πρασινοκόκκινα φωτάκια, όμοια με εκείνα που τονίζουν αλλού την παρουσία κάποιας ψησταριάς, ή την ύπαρξη κάποιου καλόφημου ...ή κακόφημου κέντρου ... Δεν ήταν πολύς ο καιρός που είχα φύγει και προς στιγμήν μου φάνηκε να χάνω τον προσανατολισμό μου ... κάποιο καινούργιο μαγαζί στη μαγαζομανία του καιρού μας, σκέφθηκα, ξεφύτρωσε, και έψαχνα με το νου μου τον ιδιοκτήτη του ... Πριν προλάβω να ρωτήσω πετάχθηκε ο μισοκοιμισμένος ταξιτζής, που βέβαια με γνώριζε, και πήρε το λόγο. - Βλέπεις φίλε μου τα χάλια. Ποια τον ρώτησα μισοαπορώντας ... Καλά δεν ξέρεις τίποτα για αυτό το χώρο. Δεν ξέρεις πως τον μετατρέψανε σε ... Που βρίσκεσαι καϋμένε ; Ποιον το ξαναρώτησα ... Τον "Ιερό χώρο φίλε μου. Αυτόν που όλοι σεβόμαστε και συντηρούμε. Εκείνον που κρατά την τοπική μας παράδοση τον μετατρέψανε σε τόπο οργίων ... Κοίταξε φώτα ... Σαν χτυπημένος από ηλεκτρικό ρεύμα ο ταξιτζής, ξύπνιος πια δεν άφηνε την κουβέντα". Εγώ δεν ξέρω από "ιερούς κανόνες" ούτε και με σκοτίζει η φάρα τούτων των μεγαλοϋποκριτών, των δούλων του ιερού που καθημερινά μας εμπαίζουν ... Με ενοχλεί που όλοι αυτοί, οι φουστανάτοι, υποβαθμίζουν με κάθε τρόπο τη νοημοσύνη μας και δεν δέχονται καμιά αντίδρασή μας, Οι πρωτεργάτες της κοσμικής ζωής της κραιπάλης μιλούν για δοκιμασίες και κηρύσσουν αφοσιώσεις και στερήσεις... ψάχνουν και μαζεύουν τα παιδιά μας για να τα μάθουν και γω δεν ξέρω τι και πως δήθεν εκτελώντας "ιερό χρέος". Τις προάλλες εντάξανε κάποιο στη δύναμή τους εκβιαστικά, δίχως προσχήματα, αγνοώντας τις κοινωνικές αντιδράσεις, τις οικογενειακές ικεσίες και τις όποιες απειλές. Δεν τους ενδιαφέρει τι γράφουν ....οι φυλλάδες, λαϊκίζουν και μοστράρονται και σαν πολιτικοί αγωνιστές ακόμη ... Αυτή φίλε μου είναι "η συμμορία του ιερού" και δεν μπορεί κανείς να την ενοχλήσει, γιατί δεν έχει αποδείξεις για όσα γίνονται εκεί μέσα ...". Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι με τα ανωτέρω αποσπάσματα ο αρθρογράφος (δεύτερος αναιρεσείων) διατυπώνει έμμεσα και υπό μορφή χρονογραφήματος το συναίσθημα απογοήτευσης που του προκαλεί η υποβάθμιση της ιερότητας της Μονής του *** εξαιτίας άστοχων ενεργειών των εγκαταβιούντων σ' αυτήν μοναχών (άρα και του ηγουμένου τότε αναιρεσιβλήτου), οι οποίες (ενέργειες) είναι ασυμβίβαστες, κατ' αντικειμενική αντίληψη, με το χαρακτήρα της ως χώρου θρησκευτικής λατρείας και ως "προσκυνήματος". Ότι το ίδιο συναίσθημα εξάλλου φαίνεται να δοκιμάζει ο γράφων λόγω της, υπαινικτικά προβαλλόμενης, ηθικά επίμεμπτης συμπεριφοράς των ίδιων προσώπων, κατά των οποίων απευθύνει δρυμείς απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς. Ότι η δημοσίευση του επίμαχου άρθρου εντάσσεται στην προσπάθεια ανάδειξης ενός εσωτερικού προβλήματος της τοπικής εκκλησίας, το οποίο, κατά το θέρος του ***, παρουσιάζεται σε έξαρση εξαιτίας της ένταξης κατά το χρόνο εκείνο στη Μονή Οσίου ***, του τρίτου των αρχικώς εναγόντων και ήδη μη διαδίκου Σ. - Σ. Μ. Ότι η ένταξη αυτή εμφανίστηκε όχι ως προϊόν ελεύθερης και ανεπηρέαστης βούλησης του εντασσομένου, αλλά ως αποτέλεσμα εκβιαστικών και απροσχημάτιστων ενεργειών των τότε εγκαταβιούντων στη Μονή μοναχών, οι οποίοι φέρονται ότι αγνόησαν τις σημειωθείσες κοινωνικές αντιδράσεις και τις αντιρρήσεις του οικογενειακού περιβάλλοντος του εντασσομένου. Ότι την αλήθεια του τελευταίου τούτου γεγονότος, που έχει σαφώς δυσφημιστικό χαρακτήρα για τους τότε μοναχούς και προεχόντως για τον ηγούμενό τους, ενάγοντα - αναιρεσίβλητο δεν απέδειξε ο δεύτερος αναιρεσείων, αλλά αντίθετα ο αναιρεσίβλητος - ενάγων απέδειξε ότι η ένταξη του Σ. - Σ.Μ. στη Μονή ήταν ελεύθερη και αβίαστη επιλογή του τελευταίου. Ότι ως ενέργεια ασυμβίβαστη προς την ιερότητα της Μονής προβάλλεται η διαμόρφωση του εξωτερικού χώρου της κατά τρόπο ώστε αυτή να εκλαμβάνεται ως "ψησταριά" ή ως κάποιο .. "καλόφημο" "κακόφημο" Κέντρο (προφανώς διασκέδασης) Ότι από τις εκφράσεις αυτές και από την παρεμβολή των αποσιωπητικών προκύπτει σαφώς η διάθεση του γράφοντος να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη των μοναχών της Ιερής Μονής (και επομένως και του ηγουμένου της - αναιρεσιβλήτου), οι οποίοι φέρονται να αδιαφορούν και να παραβιάζουν συνειδητά το βασικό καθήκον τους για την ανάδειξη του ιερού χαρακτήρα της Μονής. Στη συνέχεια προσθέτει το Εφετείο ότι με το υπόλοιπο περιεχόμενο του άρθρου (χρονογραφήματος) γίνονται σαφείς υπαινιγμοί για ηθικώς επίμεμπτη ζωή των εγκαταβιούντων στη μονή μοναχών (και επομένως και του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος), οι οποίοι φέρονται να έχουν μετατρέψει το χώρο της σε "τόπο οργίων" κατά προφανή παραβίαση των καθηκόντων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από την ιδιότητα του καθενός ως μοναχού της Ανατολικής Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας ... Ότι συμπερασματικά το επίδικο δημοσίευμα εξέρχεται από τα όρια της συνταγματικά προστατευόμενης ελευθεροτυπίας (άρθρα 25 παρ.3 του Συντάγματος και 281 ΑΚ), όπως επίσης παραβιάζει το άρθρο 10 της από 4.11.1950 Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης, που κυρώθηκε με το ν. 2329/1953 και το ν.δ.53/1974. ότι με το δημοσίευμα αυτό ο συντάκτης του δεν τήρησε τις "συναλλακτικές υποχρεώσεις του τύπου" και ειδικότερα του σεβασμού της προσωπικότητας και το καθήκον της αλήθειας που επιβάλλει να προηγηθεί (του δημοσιεύματος) ο έλεγχος της αλήθειας των πληροφοριών και των ειδήσεων, ώστε το περιεχόμενό του να συμπίπτει με την πραγματικότητα. Ότι αντιθέτως περιορίσθηκε ο δεύτερος αναιρεσείων - εναγόμενος να θέσει σε κυκλοφορία ανεξέλεγκτες φήμες, εν γνώσει του ψευδείς κατά το περιεχόμενο, τις οποίες συνόδευσε με εντόνως εξυβριστικούς χαρακτηρισμούς, σκοπεύοντας να επιφέρει βαριά προσβολή στην τιμή και την υπόληψη του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος, ηγούμενου κατά τον κρίσιμο χρόνο της Ιερής Μονής του ***. Και ότι με τη κατά τα ανωτέρω αδικοπρακτική του ενέργεια προσέβαλε υπαίτια την τιμή, την υπόληψη και την εν γένει προσωπικότητα του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος, στον οποίο υποχρεούται να καταβάλει χρηματική ικανοποίηση εις ολόκληρον με την αντικειμενικά συνυπεύθυνη πρώτη αναιρεσείουσα - εναγομένη, ιδιοκτήτρια και εκδότρια της ως άνω τοπικής εφημερίδας των Κυθήρων.

Επειδή ενόψει των ανωτέρω με το πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρος του, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο: (α) Παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 363 ΠΚ, με το να δεχθεί ότι ο δεύτερος αναιρεσείων - εναγόμενος διέδωσε ενώπιον τρίτων ψευδή γεγονότα για τον αναιρεσίβλητο, ενώ ουδέν ψευδές γεγονός ισχυρίστηκε ή διέδωσε ενώπιον τρίτων, αφενός διότι το δημοσίευμα περιείχε έκφραση συναισθημάτων, χαρακτηρισμούς, αξιολογικές κρίσεις που δεν συνιστούν γεγονότα κατά την έννοια του νόμου και αφετέρου διότι τίποτα το ψευδές δεν υπήρχε στο δημοσίευμα. (β) Παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59 και 914 ΑΚ, με το να δεχθεί ότι ο δεύτερος αναιρεσείων - συντάκτης του δημοσιεύματος σκόπευε να επιφέρει βαριά προσβολή στην τιμή και την υπόληψη του αναιρεσιβλήτου και ότι προσέβαλε υπαίτια την τιμή και την υπόληψη και την εν γένει προσωπικότητά του, ενώ ουδεμία υπαιτιότητα συνέτρεχε στο πρόσωπο εκείνου, στοιχείο απαραίτητα για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και (γ) Παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 367 παρ.1 ΠΚ, με το να δεχθεί ότι τα αναφερόμενα στο εν λόγω δημοσίευμα αποτελούν άδικη πράξη, ενώ τούτο θεμελιωνόταν στη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία του τύπου και αναγόταν στην ανάγκη για πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού, έγινε δε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον που αίρει τον πιθανώς άδικο χαρακτήρα των πράξεων της εξύβρισης και της απλής δυσφήμισης. Ο λόγος αυτός, κατά τα υπό στοιχεία α' και β' σκέλη του πρώτου μέρους του, είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της παραβίασης των ως άνω διατάξεων πλήττεται πράγματι η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Δικαστήριο πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), ενώ κατά το τρίτο σκέλος του είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, ενόψει των παραδοχών ότι το δημοσίευμα ήταν συκοφαντικό και προέκυπτε σκοπός εξύβρισης δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 367 ΠΚ και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν είχε λόγο να ασχοληθεί με την έρευνα αν το επίμαχο δημοσίευμα έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης και ειδικότερα με το να μη περιλάβει καθόλου αιτιολογίες ή να περιλάβει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το ποια ήταν τα συγκεκριμένα ψευδή γεγονότα, που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο συντάκτης του δημοσιεύματος και αναφορικά με τη συνδρομή του ειδικού σκοπού προσβολής της τιμής, της υπόληψης και της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου καθώς και με το να μην αιτιολογήσει καθόλου το λόγο για τον οποίο το επίμαχο δημοσίευμα εξερχόταν από τα όρια της συνταγματικά προστατευόμενης ελευθεροτυπίας, ενώ τούτο αναγόταν στην κοινωνική αποστολή του τύπου και έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, δέχεται τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και δεν ήταν αναγκαίο να αιτιολογήσει και γιατί αποδείχθηκε ή όχι, με την παράθεση πραγματικών ή νομικών επιχειρημάτων, μολονότι και τούτο πράττει σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, όσον αφορά το τρίτο σκέλος του δεύτερου μέρους του ως άνω λόγου (μη αιτιολόγηση της υπέρβασης των ορίων της συνταγματικά προστατευόμενης ελευθεροτυπίας), τούτο αφορά τη μη παράθεση νομικού επιχειρήματος και όχι ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επειδή με τον δεύτερο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο της αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον καταλυτικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων που προβλήθηκε ενώπιον αυτού με τις προτάσεις τους, κατά τον οποίο ο δεύτερος από αυτούς ενήργησε για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος και από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, για την ικανοποίηση της αντίστοιχης αξίωσης των πολιτών για ενημέρωση στα φλέγοντα ζητήματα της τοπικής κοινότητας και εκκλησίας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, ενόψει των παραδοχών ότι το δημοσίευμα ήταν συκοφαντικό και προέκυπτε σκοπός εξύβρισης δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 367 ΠΚ και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν είχε λόγο να ασχοληθεί με τον μη έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ανωτέρω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ότι δηλαδή το επίμαχο δημοσίευμα έγινε για την προστασία δικαιώματος ή από δικαιολογημένο ενδιαφέρον.

Επειδή με τον τρίτο από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι ο δεύτερος αναιρεσείων προσέβαλε την τιμή, την υπόληψη και την εν γένει προσωπικότητα του αναιρεσιβλήτου χωρίς απόδειξη ή χωρίς να διατάξει απόδειξη. Ο λόγος αυτός, κατά μεν το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα, με βάση τα οποία ήχθη στην υπόψη παραδοχή, κατά δε το δεύτερο μέρος του είναι απαράδεκτος, διότι, ενόψει της εκδίκασης της υπόθεσης κατά την εργατική διαδικασία (άρθρο 681Δ παρ.1 ΚΠολΔ), το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να εκδώσει προδικαστική απόφαση.


 ΓΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23.3.2002 αίτηση των Χ.Κ. και Γ.Κ. για αναίρεση της απόφασης *** του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, την 9 Ιουνίου 2003. Και Δημοσιεύθηκε, στο ακροατήριό του, σε δημόσια συνεδρίαση, την 16 Ιουλίου 2003.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Υπεύθυνος Προστασίας Δεδομένων: το βιβλίο

Ένα νέο πρόσωπο αναλαμβάνει καθήκοντα στις δημόσιες υπηρεσίες και σε ορισμένους οργανισμούς του ιδιωτικού τομέα από τον Μάιο του 2018: ο ...