Κυριακή, Φεβρουαρίου 15, 2009

Δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων δραστών σε εφημερίδες και διαδικτυακά μέσα ενημέρωσης


1. Ποια είναι τα "προσωπικά δεδομένα"



Κάθε πληροφορία που αφορά ένα φυσικό πρόσωπο, το οποίο μπορεί να ταυτοποιηθεί αμέσως ή εμμέσως (δηλ. και χωρίς παράθεση πλήρων στοιχείων ταυτότητας) αποτελεί “δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα”, σύμφωνα με το άρθρο 2 (α) του Ν.2472/1997, το άρθρο 2 (β) της Οδηγίας (ΕΚ) 95/46 και το άρθρο 2 (α) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων (28.1.1981). Επομένως, “δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα” αποτελεί κάθε πληροφορία που αποδίδεται σε ένα φυσικό πρόσωπο, ακόμη κι αν δεν ταυτοποιείται με το ονοματεπώνυμό του, αλλά μέσα από ένα σύνολο  πληροφοριών που το εξατομικεύουν. 


"Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα" δεν σημαίνει όμως και "απόρρητο". Δεν απαγορεύεται η δημοσιοποίηση κάθε προσωπικού δεδομένου! Επομένως, θα πρέπει να εξετάζεται το "πότε" προστατεύονται τα προσωπικά δεδομένα.



2. Πότε προστατεύονται τα προσωπικά δεδομένα


Για να εμπίπτει μια τέτοια κατηγορία πληροφοριών (“δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα”) στο πεδίο εφαρμογής της παραπάνω εθνικής και ευρωπαϊκής νομοθεσίας, θα πρέπει να αφορά “επεξεργασία” (δηλ. χρήση) είτε αυτοματοποιημένη εν όλω ή εν μέρει, είτε μη αυτοματοποιημένη. Στην δεύτερη περίπτωση, όμως (μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία), τα δεδομένα θα πρέπει να έχουν περιληφθεί ή να πρόκειται να περιληφθούν σε “αρχείο” (άρθρο 3 (1) Ν.2472/1997, άρθρο 3 (1)  Οδηγίας 95/46). Το “αρχείο” αποτελεί ένα διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια (άρθρο 2 (ε) Ν.2472/1997, άρθρο 3 (γ) Οδηγίας 95/46) . Εάν δηλαδή πρόκειται για μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, αλλά ελλείπει το στοιχείο του “αρχείου”, τότε δεν εφαρμόζεται η νομοθεσία περί προστασίας προσωπικών δεδομένων.




2. Η ανάρτηση προσωπικών δεδομένων στο Διαδίκτυο συνιστά "αυτοματοποιμένη εν όλω ή εν μέρει επεξεργασία"


Έχει κριθεί παγίως από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ότι κάθε ανάρτηση προσωπικών δεδομένων σε δημόσια προσβάσιμη ιστοσελίδα του Διαδικτύου αποτελεί “αυτοματοποιημένη εν όλω ή εν μέρει επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα” (υπόθεση C-101/01 Βodil Lindqvist).Επομένως, για τις διαδικτυακές αναρτήσεις προσωπικών δεδομένων, παρέλκει η έρευνα του κατά πόσον υφίσταται “αρχείο” ως διαρθρωμένο σύνολο: αρκεί το γεγονός ότι τα δεδομένα υφίστανται αυτοματοποιημένη εν όλω ή εν μέρει επεξεργασία. 


3. Η αναγραφή προσωπικών δεδομένων σε εφημερίδες εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο εφαρμογής


 Εξάλλου, η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων έχει κρίνει ότι τα αρχεία των εφημερίδων αποτελούν διαρθρωμένα σύνολα προσωπικών δεδομένων, αφού τα δεδομένα που περιλαμβάνονται σε αυτά είναι προσβάσιμα με γνώμονα τα κριτήρια: τίτλος εφημερίδας, αριθμός και ημερομηνία φύλλου (αποφάσεις 4, 17 και 18/2008: τα αρχεία των εφημερίδων “ΕΘΝΟΣ”, “ΑΥΡΙΑΝΗ”, “ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ” αποτελούν “αρχεία προσωπικών δεδομένων”). 


Επίσης, η διαδικτυακή ανάρτηση των εφημερίδων στις ιστοσελίδες τους καθιστούν τα προσωπικά δεδομένα που περιλαμβάνονται σε αυτά προσιτά μέσω των ψηφιακών “μηχανών αναζήτησης” (απόφαση 17/2008: το αρχείο της εφημερίδας “ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ” τόσο στην έντυπη όσο και στην ηλεκτρονική της έκδοση αποτελεί “αρχείο προσωπικών δεδομένων”. Η απόφαση της Αρχής επικυρώθηκε από τη Δικαιοσύνη με την καταδικαστική πρωτόδικη απόφαση του Τριμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 28.1.2009). Επομένως, ο Ν.2472/1997 κα η ευρωπαϊκή νομοθεσία εφαρμόζονται και ως προς τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται στην αρθρογραφία  των εφημερίδων, τόσο στην έντυπη όσο και στην ηλεκτρονική τους έκδοση.  



4. Μόνο τα αναγκαία προσωπικά δεδομένα επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται


Σύμφωνα με το άρθρο 4 (1) (β) του Ν.2472/1997, το άρθρο 6 (1) (γ) της Οδηγιας 95/46 και το άρθρο 5 (γ) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Προσωπικών Δεδομένων, τα προσωπικά δεδομένα για να τύχουν νόμιμης χρήσης πρέπει να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα (“not excessive”)  από όσα κάθε φορά απαιτείται εν όψει των σκοπών της χρήσης τους. Επιτρέπεται δηλαδή  να χρησιμοποιούνται μόνον όσα προσωπικά δεδομένα είναι αναγκαία ενόψει κάθε φορά του σκοπού της χρήσης τους.



5. Τα "ευαίσθητα δεδομένα" απαγορεύεται κατ΄αρχήν να χρησιμοποιούνται



Οι προσωπικες πληροφορίες που αφορούν την εθνική καταγωγή, τις ποινικές διώξεις ή καταδίκες, αλλά και οι πληροφορίες που αφορούν την κοινωνική πρόνοια, σύμφωνα με το άρθρο 2 (β) του Ν.2472/1997 αποτελούν “ευαίσθητα δεδομένα”, των οποίων η χρήση απαγορεύεται, σύμφωνα με το άρθρο 7 (1) του Ν.2472/1997. Η απαγόρευση των ευαίσθητων δεδομένων προβλέπεται και από το άρθρο 8  της Οδηγίας 95/46  ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Προσωπικών Δεδομένων, η χρήση τέτοιων πληροφοριών δεν επιτρέπεται αν δεν  παρέχονται ειδικές νομικές εγγυήσεις (...may not be processed automatically unless domestic law provides appropriate safeguards).



6. Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται, υπό αυστηρούς όρους η χρήση ευαίσθητων δεδομένων από τα ΜΜΕ


Ειδικά όμως για τη χρήση προσωπικών δεδομένων από τα ΜΜΕ, θα πρέπει να ληφθεί ιδιαιτέρως υπόψη ότι οι απόλυτες απαγορεύσεις θα προσέβαλαν θεμελιώδη δικαιώματα, όπως η ελευθερία της έκφρασης και το δικαίωμα του κοινού να πληροφορείται σε θέματα δημόσιου ενδιαφέροντος. Έτσι, το άρθρο 9 της Οδηγίας 95/46 αναφέρει ότι οι εθνικές νομοθεσίες των κρατών μελών της ΕΕ θα πρέπει να περιέχουν εξαιρέσεις που να επιτρέπουν στα ΜΜΕ την χρήση προσωπικών δεδομένων.


Η απαγόρευση χρήσης ευαίσθητων δεδομένων αίρεται για τα ΜΜΕ, μόνον  αν πληρούνται οι όροι του άρθρου 7 (2) (στ) Ν.2472/1997 : όταν  πρόκειται δηλ. για ευαίσθητα δεδομένα δημόσιων προσώπων και “εφόσον αυτά συνδέονται με την άσκηση δημοσίου λειτουργήματος ή τη διαχείριση συμφερόντων τρίτων”. Η ίδια διάταξη αναφέρει ότι η δημοσιογραφική χρήση αυτών των ευαίσθητων δεδομένων  προϋποθέτει ότι αυτά θα πρέπει να “είναι απολύτως αναγκαία για την εξασφάλιση του δικαιώματος πληροφόρησης επί θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος [...] και εφόσον δεν παραβιάζεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής”. Ως εκ τούτου, η δημοσιοποίηση δεδομένων που αφορούν την φυλετική καταγωγή, τις ποινικές διώξεις-καταδίκες και πληροφορίες σχετικές με την κοινωνική πρόνοια για μη δημόσια πρόσωπα, προσκρούει στην απαγόρευση του άρθρου  7 (1) του Ν.2472/1997


7. Επιτρεπόμενη χρήση "απλών" (μη ευαίσθητων) προσωπικών δεδομένων


Οι πληροφορίες που δεν αφορούν την φυλετική ή εθνική προέλευση, στα πολιτικά φρονήματα, στις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, στη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, στην υγεία, στην κοινωνική πρόνοια και στην ερωτική ζωή, στα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, καθώς και στη συμμετοχή σε συναφείς με τα ανωτέρω ενώσεις προσώπων, δεν αποτελούν “ευαίσθητα δεδομένα”, αλλά “απλά” δεδομένα. Τα “απλά” δεδομένα μπορούν να τύχουν επεξεργασίας από τις εφημερίδες μόνον εφόσον:


 (α) υπάρχει συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων (άρθρο 5 (1) Ν.2472/1997, άρθρο 7 (1) (α) Οδηγίας 95/46) , ή


 (β) δεν υπάρχει μεν συγκατάθεση, αλλά η δημοσιοποίηση είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει το μ.μ.ε. (δηλ. η πληροφόρηση του κοινού) και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών (άρθρο 5 (2) (ε) Ν.2472/1997, άρθρο 7 (στ) Οδηγίας 95/46). 



8. Η στενή έννοια της συγκατάθεσης του προσώπου


Ως προς το (α), η έννοια της συγκατάθεσης του προσώπου προσδιορίζεται αυστηρά με ειδικό ορισμό από το άρθρο 2 (ια) του Ν.2472/1997“Συγκατάθεση” του υποκειμένου των δεδομένων αποτελεί  κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή, και εν πλήρη επίγνωση, και με την οποία, το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για τον σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του. Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα.” Επομένως, δεν νοείται συγκατάθεση χωρίς την πλήρη προηγούμενη ενημέρωση για το είδος της δημοσιογραφικής αξιοποίησης των προσωπικών δεδομένων.


Εάν η συγκατάθεση αφορά "ευαίσθητα δεδομένα", πρέπει πάντως να είναι γραπτή, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του Ν.2472/1997. Επομένως συναγόμενη, σιωπηρή και αόριστη συγκατάθεση, δεν νοείται όσον αφορά τα προσωπικά δεδομένα.


Ακόμη όμως κι αν υπάρχει συγκατάθεσή, η αρχή του άρθρου 4 του Ν.2472 και των αντίστοιχων ευρωπαϊκών διατάξεων παραμένει ως αναγκαστικό δίκαιο από το οποίο η ιδιωτική βούληση δεν δύναται να παρεκκλίνει: ούτε και κατόπιν συγκατάθεσης επιτρέπεται η δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων που υπερβαίνουν το σκοπό της πληροφόρησης του κοινού.



Επίσης, αν το υποκείμενο των δεδομένων είναι ανήλικο, τότε δεν νοείται συγκατάθεση που παρέχεται από το ίδιο το πρόσωπο. Σύμφωνα με τη Διεθνή Σύμβαση για τα δικαιώματα του Παιδιού, ο θεμελιώδης κανόνας σε αυτές τις περιπτώσεις είναι η προστασία των βέλτιστων συμφερόντων του παιδιού, πράγμα που μπορεί να διαφοροποιείται σε σχέση με τις επιθυμίες του ίδιου, αλλά και των φορέων της γονικής μέριμνας καθώς και άλλων εκπροσώπων. Κατά το άρθρο 16 της Σύμβασης, τα παιδιά έχουν ένα απαράγραπτο δικαίωμα σεβασμού της προσωπικής τους ζωής. Το Σύνταγμα επιβάλλει εξάλλου στο άρθρο 21 την προστασία της παιδικής ηλικίας.  Σύμφωνα με το Έγγραφο Εργασίας της ευρωπαϊκής Ομάδας Εργασίας Προστασίας Δεδομένων "Working Document 1/2008 on the protection of children's personal data":


"[...]Εκπροσώπηση


Η ενάσκηση των περισσότερων δικαιωμάτων των παιδιών γίνεται μέσω των νομίμων εκπροσώπων τους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η θέση των εκπροσώπων ενέχει το στοιχείο απόλυτης και απροϋπόθετης υπεροχής έναντι της θέσης του παιδιού - διότι τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού μερικές φορές περιλαμβάνουν δικαιώματα προστασίας προσωπικών δεδομένων τα οποία μπορεί να υπερέχουν των επιθυμιών των γονέων ή των εκπροσώπων. Η ανάγκη εκπροσώπησης δεν αποκλείει ότι, από κάποια ηλικία και μετά, η γνώμη των παιδιων για τα θέματα που τα αφορούν θα πρέπει να ακούγεται. 

 

Εάν η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων ενός παιδιού επιτραπεί με τη συγκατάθεση, το παιδί μπορεί, κατά τη γνώμη της παρούσας πλειοψηφίας, να ανακαλέσει την συγκατάθεση. Eάν όμως ο εκπρόσωπος επιμένει στην συνέχιση της επεξεργασίας, μάλλον θα πρέπει το υποκείμενο των δεδομένων να παράσχει την ρητή του συγκατάθεση, εφόσον αυτό απαιτείται.


Για παράδειγμα, αν ο εκπρόσωπος έχει δώσει την ρητή συγκατάθεσή του για την χρήση των προσωπικών δεδομένων του παιδιού του (το υποκείμενο των δεδομένων) σε ένα ιατρικό πείραμα, κατά την άποψη της πλειοψηφίας των παρόντων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας πρέπει να διαβεβαιώσει ότι είναι έγκυρη  η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων. Θα πρέπει ιδίως να ζητήσει την ρητή συγκατάθεση του ίδιου του υποκειμένου των δεδομένων προκειμένου να συνεχιστεί το πείραμα, καθώς αφορά ευαίσθητα δεδομένα. 


Eπ' αυτού του θέματος θα πρέπει να θυμόμαστε ότι τα δικαιώματα προστασίας προσωπικών δεδομένων είναι του παιδιού και όχι των εκπροσώπων τους, οι οποίοι απλώς τα ασκούν. 


Σε επόμενη σελίδα, το Έγγραφο γίνεται ακόμη πιο κατηγορηματικό:


Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι εκπρόσωποι παραβιάζουν την ιδιωτικότητα των παιδιών τους πουλώντας ή δημοσιοποιώντας τα προσωπικά τους δεδομένα, το ζήτημα που προκύπτει είναι πως θα προστατευθεί η ιδιωτικότητα αν τα ίδια τα παιδιά δεν είναι εν γνώσει των παραβιάσεων. Τα παιδιά χρειάζονται έναν νομικό θεματοφύλακα, αλλά σε περιπτώσεις όπως αυτή, αυτός δεν μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματά τους. Αν τα παιδιά είναι αρκετά ώριμα για να διαγνώσουν την παραβίαση της ιδιωτικότητάς τους, θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα ακρόασης ενώπιον των αρμόδιων αρχών, συμπεριλαμβανομενης της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων."


9. Δημοσιοποίηση απολύτως αναγκαία για την ενημέρωση του κοινού



Ως προς το (β) επαναλαμβάνεται ο κανόνας της ποσοτικής ισορροπίας: προσωπικά δεδομένα που δεν είναι απολύτως αναγκαία για τους σκοπούς πληροφόρησης του κοινού και η ανάγκη αυτή δεν “υπερέχει προφανώς” των δικαιωμάτων των υποκειμένων για προστασία των πληροφοριών τους, αλλά αντίθετα θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες τους, όπως η προσωπική τους ζωή, σαφέστατα και δεν επιτρέπεται να δημοσιεύονται στον Τύπο. Κριτήριο για το πότε η δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων είναι αναγκαία για τους σκοπούς πληροφόρησης του κοινού αποτελεί το κατά πόσον η δημοσιοποίηση των συγκεκριμένων δεδομένων συμβάλλει στον δημόσιο διάλογο για ένα γενικότερο θέμα (Απόφαση Ευρωπαϊκού  Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου Von Hannover κατά Γερμανίας, 24.6.2004). 


10. Συνοπτικός κανόνας και συμπεράσματα


Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι οι εφημερίδες, τόσο στην έντυπη όσο και στη Διαδικτυακή τους μορφή πρέπει να αναγράφουν μόνο όσα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα είναι αναγκαία. Στην περίπτωση των ποινικών διώξεων ή καταδικών, της εθνικής καταγωγής και της κοινωνικής πρόνοιας, τέτοια δημοσιοποίηση επιτρέπεται μόνον όσον αφορά δημόσια πρόσωπα, δηλαδή άτομα που συνδέονται με την ενάσκηση δημόσιας εξουσίας ή τη διαχείριση συμφερόντων τρίτων (ιδιωτική εξουσία). Στην περίπτωση των απλών δεδομένων, τέτοια δημοσιοποίηση επιτρέπεται μόνον εφόσον αφορά δεδομένα τα οποία είναι απολύτως αναγκαία για την ενημέρωση του κοινού για ένα θέμα δημόσιου ενδιαφέροντος και μόνον εφόσον αυτές οι συγκεκριμένες προσωπικές πληροφορίες μπορούν να συμβάλλουν στο δημόσιο διάλογο για ένα γενικότερο θέμα.


Ακόμη κι όταν στοιχεία ταυτοποίησης του προσώπου παρατίθενται με συγκαλυμμένο τρόπο, όπως λ.χ. με την παράθεση μόνο του μικρού ονόματος, θα πρόκειται για προσωπικά δεδομένα, εφόσον είναι ευχερής ο προσδιορισμός του προσώπου, όπως έκανε δεκτό η ευρωπαϊκή Ομάδα Εργασίας Προσωπικών Δεδομένων στο Έγγραφο 4/2007 για την έννοια των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (σελ. 17: "Αποσπασματικές πληροφορίες στον τύπο") : (ηµοσιεύονται στον τύπο πληροφορίες για µια παλιά ποινική υπόθεση, που στο παρελθόν είχε τραβήξει ιδιαίτερα την προσοχή του κοινού. Τα παρόντα δηµοσιεύµατα δεν περιλαµβάνουν κανένα από τα παραδοσιακά στοιχεία αναγνώρισης, ιδίως δεν υπάρχουν ονόµατα ούτε ηµεροµηνίες γέννησης κανενός από τα εµπλεκόµενα πρόσωπα.  Λογικά, δεν φαίνεται δύσκολο να µπορέσουν να βρεθούν κάποιες πρόσθετες πληροφορίες ώστε να µπορέσει κανείς να µάθει ποια είναι τα κυρίως εµπλεκόµενα πρόσωπα, π.χ. ανατρέχοντας σε εφηµερίδες της τότε εποχής. Πράγµατι, δεν είναι απίθανο κάποιος να προβεί σε ορισµένες ενέργειες (π.χ. αναδροµή σε παλιές εφηµερίδες) που να του δώσουν τη δυνατότητα να µάθει ονόµατα και άλλα στοιχεία αναγνώρισης των προσώπων που αναφέρονται στο παράδειγµα. Φαίνεται συνεπώς δικαιολογηµένο οι πληροφορίες του εν λόγω παραδείγµατος να θεωρηθούν ως «πληροφορίες για πρόσωπα των οποίων µπορεί να εξακριβωθεί η ταυτότητα» και εποµένως ως «δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα».)



Συνεπώς,  στοιχεία όπως η εθνική καταγωγή, οι ποινικές διώξεις ή καταδίκες, πληροφορίες σχετικές με την κοινωνική πρόνοια, εφόσον αναφέρονται ατομικά σε μη δημόσια πρόσωπα, τα οποία μπορούν να προσδιοριστούν αμέσως ή εμμέσως (όπως γίνεται με την χρήση των μικρών ονομάτων τους, όταν πρόκειται για κατοίκους τοπικών κοινωνιών και μικρών πόλεων), δεν πρέπει να δημοσιεύονται σε εφημερίδες. 



4 σχόλια:

badoulis είπε...

Καλησπέρα, θα ήθελα να κάνω μια θεωρητική ερώτηση.

Σκοπεύουμε να παντρευτούμε με την κοπέλα μου και ένα από τα απαραίτητα "έγγραφα" είναι η δημοσίευση της αναγγελίας του γάμου σε εφημερίδα.
Σκοπεύουμε να κάνουμε πολιτικό γάμο σε κλειστό οικογενειακό κύκλο, χωρίς τυμπανοκρουσίες και γλέντια, καθώς και οι δύο το θεωρούμε ιδιωτικό θέμα.

Για ποιο λόγο ο νομοθέτης μας αναγκάζει να δημοσιοποιήσουμε αυτή την πληροφορία; Δεν είναι προσωπικό δεδομένο ή δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ακόμα και ευαίσθητο (καθότι υποδεικνύει τις ερωτικές μας προτιμήσεις και δημοσιοποιεί την ιδιωτική μας ζωή);

Σε ευχαριστώ εκ των προτέρων

e-Lawyer είπε...

Η σύμβαση γάμου παράγει αποτελέσματα έναντι τρίτων και ως εκ τούτου πρέπει να συνάπτεται με δημοσιοότητα ωστε να μπορεί κάθε τρίτος να καταγγείλει τυχόν κωλύματα.

Ανώνυμος είπε...

Κύριε Σωτηρόπουλε καλησπέρα.

Αναζητώντας πληροφορίες σχετικά με το θέμα της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, για τον λόγο που θα εκθέσω πιο κάτω, "έπεσα" πάνω στη σελίδα σας και αναθάρρησα με την σκέψη ότι θα μπορούσε ένας καταρτισμένος νομικός να με απαλλάξει από τον κυκεώνα της υπερπληροφόρησης και την πολυπλοκότητα του συγκεκριμένου θέματος. Θα ήθελα παρακαλώ να σας εκθέσω εν συντομία το ζήτημα που με απασχολεί, προσβλέποντας στη βοήθεια σας ως προς το πώς να το χειριστώ.

Αποφεύγοντας τις λεπτομέριες αναφέρω απλά ότι έπεσα θύμα αφερέγγυας ενοικιάστριας η οποία άφησε απλήρωτα ενοίκια και λογαριασμούς ύψους 3.000 ευρώ αλλά και ένα διαμέρισμα σε άθλια κατάσταση. Διαπιστώνοντας, μετά από νομική συμβουλή, ότι το νομικό σύστημα παρέχει ελλειπή προστασία στον ιδιοκτήτη σε σχέση με τον ενοικιαστή, με αμφίβολα αποτελέσματα ως προς την απόδωση των οφειλομένων, αλλά και αδυνατώντας οικονομικά στο να προχωρήσω σε νομικά μέτρα, σκέφτηκα ότι ο μόνος ίσως τρόπος τιμωρίας των ενοικιαστών αυτού του είδους αλλά και δικής μου "ηθικής δικαίωσης", είναι η έκθεση τους μέσω διαδυκτίου ούτως ώστε να προστατευθούν τουλάχιστον οι μελλοντικοί τους εκμισθωτές.

Η ερώτηση μου λοιπόν είναι, μέχρι ποιού βαθμού μπορεί κάποιος να εκθέσει δημόσια προσωπικά δεδομένα κάποιου ατόμου; Υπάρχει κάποιος ασφαλής τρόπος ώστε χωρίς να διακινδυεύσω να βρεθώ κατηγορούμενη να μπορέσω να "φωτογραφήσω" το άτομο αυτό;

Σας ευχαριστώ.

e-Lawyer είπε...

Για εξατομικευμένες συμβουλές θα πρέπει να απευθυνθείτε σε νομικό σύμβουλο που θα εξετάσει τα ειδικά χαρακτηριστικά της υπόθεσής σας και θα σας παράσχει έγκυρη συμβουλή.

Προσβολή πνευματικής ιδιοκτησίας στο Διαδίκτυο

Στο νομοσχέδιο που κατατέθηκε στην Βουλή σχετικά με τους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας κ.τ.λ. υπά...