Πέμπτη, Νοεμβρίου 07, 2013

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο: ο αποκλεισμός ομόφυλων από το σύμφωνο συμβίωσης παραβιάζει ανθρώπινα δικαιώματα

Με την σημερινή αμετάκλητη απόφασή του, το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση "Βαλλιανάτος και Άλλοι κατά Ελλάδας" έκρινε κατά πλειοψηφία ότι παραβιάσθηκε το Άρθρο 14 (απαγόρευση διακρίσεων) σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Η υπόθεση αφορά το "σύμφωνο συμβίωσης" που προβλέπεται στην Ελλάδα με τον Ν.3719/2009. Ο νόμος προβλέπει ένα επίσημο τύπο συμφώνου, επιτρέποντας σε πρόσωπα να καταχωρούν τις σχέσεις τους με ένα πιο ευέλικτο θεσμικό πλαίσιο από αυτό που προβλέπεται για τον γάμο. 

Οι προσφεύγοντες ανέφεραν ότι ο Ν.3719/2008 προβλέπει την δυνατότητα σύναψης συμφώνου συμβίωσης μόνο για ετερόφυλα ζευγάρια, αποκλείοντας έτσι αυτομάτως από το πεδίο εφαρμογής του τα ομόφυλα ζευγάρια. Διαμαρτυρήθηκαν ότι το Ελληνικό κράτος έτσι είχε εισάγει μια διάκριση, η οποία, κατά την άποψή τους ήταν εις βάρος τους. 

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι σε 19 κράτη που έχει προβλεφθεί κάποιο είδος καταχώρησης συμβίωσης πλην γάμου, η Λιθουανία και η Ελλάδα ήταν οι μόνες που είχαν επιφυλάξει την δυνατότητα μόνο σε ετερόφυλα ζευγάρια. Έκρινε ότι τοκράτος δεν τεκμηρίωσε ότι αυτός ο αποκλεισμός ήταν αναγκαίος προς επιδίωξη νόμιμου στόχου.

Πραγματικά περιστατικά

Η πρώτη προσφυγή (αρ. 29381/09) υποβλήθηκε από δύο Έλληνες, τον Γρηγόρη Βαλλιανάτο και τον Νικόλαο Μυλωνά, οι οποίοι γεννήθηκαν το 1956 και το 1958 αντίστοιχα. Η δεύερη προσφυγή (αρ. 32684/09) υποβλήθηκε από έξι Έλληνες και από το σωματείο "Σύνθεση - Ενημέρωση, Ευαισθητοποίηση και Έρευνα", νομικό πρόσωπο με έδρα την Αθήνα. 

Οι κ. Βαλλιανάτος και Μυλωνάς ζουν μαζί ως ζευγάρι. Οι C.S. και E.D. έχουν ζήσει μαζί ως ζευγάρι για μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως και οι K.T. και M.P. Οι προσφεύγοντες A.H. και D.N. έχουν σχέση, αλλά για επαγγελματικούς και κοινωνικούς λόγους δεν ζουν μαζί. Σε ένα άλλο από τα ζευγάρια το ένα μέρος καταβάλλει τις κοινωνικοασφαλιστικές εισφορές του άλλου. Η έβδομη προσφεύγουσα είναι μη κερδοσκοπικό σωματείο, στους σκοπούς του οποίου περιλαμβάνεται η παροχή ψυχολογικής και ηθικής υποστήριξης σε γκέι και λεσβίες. 

Στις 26 Νοεμβρίου 2008, τέθηκε σε ισχύ ο Ν.3719/2009 με τίτλο "Μεταρρυθμίσεις για την οικογένεια, το παιδί και την κιοινωνία". Πρόβλεπε έναν επίσημο τύπο συμβίωσης, με τίτλο "σύμφωνο συμβίωσης". Σύμφωνα με το άρθρο 1 του νόμου, σύμφωνο συμβίωσης μπορεί να συναφθεί μόνο από δύο ενήλικες διαφορετικού φύλου. 

Προσφυγές, διαδικασία και σύνθεση του Δικαστηρίου

Επικαλούμενοι το άρθρο 14 (απαγόρευση διακρίσεων) σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμοπύ της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής), οι προσφεύγοντες ισχυρίστηκαν ότι το γεγονός ότι το σύμφωνο συμβίωσης έχει σχεδιαστεί μόνο για ζευγάρια αντίθετου φύλου παραβιάζει το δικαίωμά τους στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή και έχει ως αποτέλεσμα την αδικαιολόγητη διάκριση ανάμεσα σε ετερόφυλα και ομόφυλα ζευγάρια. 

Επικαλούμενοι το άρθρο 13 (δικαίωμα σε αποτελεσματικό ένδικο μέσο), οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι ελλείπει αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα κατά το εθνικό δίκαιο για την υποβολή προσφυγής όσον αφορά την αδικαιολόγητη διάκριση των συμφώνων συμβίωσης. 

Η προσφυγή υποβλήθηκε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στις 6.5.2009. Στις 11.9.2012, το Τμήμα παρέπεμψε την υπόθεση στο Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως. Η ακροαματική διαδικασία έλαβε χώρα στις 16.1.2013.

Η απόφαση εκδόθηκε από το Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως, αποτελούμενο από τους ακόλουθους 17 δικαστές:

Dean Spielmann (Λουξεμβούργο), Πρόεδρος,
Josep Casadevall (Ανδόρα),
Guido Raimondi (Ιταλία),
Ineta Ziemele (Λετονία),
Mark Villiger (Λιχτενστάιν),
Isabelle Berro-Lefèvre (Μονακό),
Peer Lorenzen (Δανία),
Danutė Jočienė (Λιθουανία),
Mirjana Lazarova Trajkovska (“η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας”),
Ledi Bianku (Αλβανία),
Angelika Nußberger (Γερμανία),
Julia Laffranque (Εσθονία),
Paulo Pinto de Albuquerque (Πορτογαλία),
Λίνος - Αλέξανδρος Σισιλιάνος (Ελλάδα),
Erik Møse (Νορβηγία),
André Potocki (Γαλλία),
Aleš Pejchal (Τσεχική Δημοκρατία),
και τον Michael O’Boyle, Αναπληρωτή Γραμματέα.


Απόφαση του Δικαστηρίου 

Άρθρο 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η προσφυγή δεν αφορά μια γενική υποχρέωση του Ελληνικού κράτος να θεσπίσει έναν τύπο νομικής αναγνώρισης κατά το εθνικό δίκαιο για τις ομόφυλες σχέσεις. Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι ο Ν.3719/2008 προβλέπει σύμφωνο συμβίωσης μόνο για ετερόφυλα ζευγάρια, αποκλείοντας αυτομάτως τα ομόφυλα ζευγάρια από το πεδίο εφαρμογής τους. Οι προσφεύγοντες κατηγορούν ότι το Ελληνικό κράτος εισήγαγε μια διάκριση που, κατά την άποψή τους, είναι εις βάρος τους.

Το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή του σωματείου "Σύνθεση", λόγω του ότι το σωματείο δεν έχει τη θέση του θύματος παραβίασης, κατά την έννοια του άρθρου 34 (ατομική προσφυγή) της Σύμβασης. 

Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι τα ομόφυλα ζευγάρια έχουν την ίδια δυνατότητα με τα ετερόφυλα ζευγάρια να συνάψουν σταθερές, δεσμευτικές σχέσεις. Γι' αυτό έκρινε ότι οι προσφεύγοντες ήταν σε συγκρίσιμη κατάσταση με τα ετερόφυλα ζευγάρια, όσον αφορά την ανάγκη για νομική αναγνώριση και προστασία της σχέσης τους. 

Υπενθυμίζοντας τις αρχές που έχουν καθιερωθεί με την νομολογία του, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι ο σκοπός της προστασίας της οικογένειας με την παραδοσιακή έννοια είναι μάλλον αόριστος και ότι υπάρχει μια μεγάλη ποικιλία συγκεκριμένων μέτρων που μπορούν να ληφθούν για την εφαρμογή της. Καθώς η Σύμβαση είναι ένα ζωντανό νομοθέτημα που πρέπει να ερμηνεύεται με βάση τους όρους της καθημερινής ζωής, το Κράτος, σύμφωνα με το Άρθρο 8 οφείλει να λαμβάνει υπόψη τις εξελίξεις στην κοινωνία και το γεγονός ότι δεν υπάρχει μόνο ένας τρόπος ή μία επιλογή για την διαχείριση της οικογενειακής ή ιδιωτικής ζωής. Το Κράτος έχει λοιπόν το βάρος να αποδείξει ότι είναι αναγκαίο να αποκλείσει τα ομόφυλα ζευγάρια από το σύμφωνο συμβίωσης, ενόψει της επιδίωξης ενός θεμιτού στόχου, δηλαδή για την αναγνώριση των ζευγαριών που ζουν μαζί εκτός γάμου και την δυνατότητα των προσώπων να καταχωρούν την συμβίωσή τους με ένα πιο ευέλικτο νομικό εργαλείο από αυτό που προβλέπεται για τον γάμο.

Ακόμη κι αν ο σκοπός του νομοθέτη ήταν να ενισχυθεί η νομική αναγνώριση των παιδιών που γεννιούνται εκτός γάμου και να ενισχύσει έμμεσα τον θεσμό του γάμου, παραμένει το γεγονός ότι το σύμφωνο συμβίωσης αποτελεί ένα τύπο αστικής ένωσης που εξαιρεί τα ομόφυλα ζευγάρια, ενώ επιτρέπεται η σύναψή του από ετερόφυλα ζευγάρια, ανεξάρτητα από το εάν έχουν παιδιά, για την ρύθμιση μιας σειράς πλευρών της σχέσης τους.

Το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί ότι η τήρηση των στόχων αυτών προϋποθέτει την εξαίρεση των ομόφυλων ζευγαριών από το πεδίο εφαρμογής του. Δεν ήταν αδύνατο για τον νομοθέτη να συμπεριλάβει ορισμένες διατάξεις που να αφορούν ειδικώς τα παιδιά που γεννιούνται εκτός γάμου, ενώ ταυτόχρονα να επεκτείνει και στα ομόφυλα ζευγάρια την γενική δυνατότητα σύναψης συμφώνου συμβίωσης. Το Δικαστήριο περαιτέρω παρατηρεί ότι η Εθνική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι ο νόμος εισήγαγε αθέμιτη διάκριση για τον λόγο αυτόν και ότι το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής είχε λάβει την ίδια θέση.

Τέλος, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι σύμφωνα με το Ελληνικό δίκαιο προβλέπει για τα ετερόφυλα ζευγάρια την δυνατότητα νομικής αναγνώρισης της σχέσης τους ακόμη και πριν την θέση σε ισχύ του Ν.3719/2008, είτε σε πλήρη βάση με τον θεσμό του γάμου είτε σε μια πιο περιορισμένη μορφή, με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα που σχετίζονται με τις de facto ενώσεις, ενώ η δυνατότητες αυτές δεν προβλέπονταν για τα ομόφυλα ζευγάρια. Συνακόλουθα, τα ομόφυλα ζευγάρια είχαν κάθε συμφέρον να συνάψουν σύμφωνο συμβίωσης καθώς θα αποτελούσε την μόνη νομική βάση κατά το Ελληνικό δίκαιο για την νομική αναγνώριση της σχέσης τους. 

Επιπρόσθετα, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι δεν υπάρχει ομοφωνία ανάμεσα στα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, αλλά η τάση είναι ολοένα και μεγαλύτερη υπέρ της θέσπισης τύπων νομικής αναγνώρισης των σχέσεων των ομοφύλων. Από τα 19 κράτη που έχουν θεσπίσει κάποια μορφή καταχώρισης συμβίωσης εκτός του γάμου, η Λιθουανία και η Ελλάδα είναι τα μόνα κράτη που έχουν επιφυλάξει αποκλειστικά και μόνο στα ετερόφυλα ζευγάρια την δυνατότητα αυτή. Επομένως, με δύο εξαιρέσεις, τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, όταν επιλέγουν να θεσπίσουν νομοθεσία για ένα νέο σύστημα καταχώρισης συμβίωσης εναλλακτικό προς τον γάμο, περιλαμβάνουν και τα ομόφυλα ζευγάρια στο πεδίο εφαρμογής. 

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Κυβέρνηση δεν εξέθεσε πειστικούς και επαρκείς λόγους για την δικαιολόγηση του αποκλεισμού των ομόφυλων ζευγαριών από το πεδίο εφαρμογής του Ν.3719/2008. Γι' αυτό έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση των Άρθρων 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 8.

Άρθρο 13

Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το Άρθρο 13 δεν φτάνει μέχρι του σημείου να διασφαλίζει ένα ένδικο βοήθημα για την προσβολή των νόμων ενός Συμβαλλόμενου κράτους σε κάποια εθνική αρχή για λόγους παραβίασης της Σύμβασης. Έκρινε ότι η προσφυγή ως προς αυτό το Άρθρο είναι προδήλως αβάσιμη και απαράδεκτη.

Δίκαιη ικανοποίηση (Άρθρο 41)

Το Δικαστήριο κρίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να καταβάλει σε καθέναν από τους προσφεύγουνες, εκτός από την έβδομη προσφεύγουσατης προσφυγής 32684/2009 , το ποσό των 5.000 ευρώ για ηθική βλάβη. Όσον αφορά έξοδα και δαπάνες, αναγνωρίζει το ποσό των 5.000 ευρώ από κοινού για τους προσφεύγοντες της προσφυγής 29381/09 και 6.000 από κοινού για τους προσφεύγοντες της προσφυγής 32684, με την εξαίρεση της έβδομης προσφεύγουσας. 

Η απόφαση εκδόθηκε στα Αγγλικά και στα Ελληνικά.

Το κείμενο αποτελεί απόδοση στα Ελληνικά του δελτίου τύπου του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (βλ. εδώ).

Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι εδώ.





Τετάρτη, Νοεμβρίου 06, 2013

Ανακρίβειες από Υπουργό για φωτογράφιση αστυνομικών

Σε κοινοβουλευτική ερώτηση που έθετε, μεταξύ άλλων, το ερώτημα περί του εάν υπάρχει απαγόρευση λήψης εικόνων από αστυνομικούς κατά τη διάρκεια δημόσιας αστυνομικής επιχείρησης, ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη απάντησε, μεταξύ άλλων:

"η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται κατ' εξαίρεση και ύστερα από άδεια της Αρχής Προστασίας Δεδομένων  Προσωπικού Χαρακτηρα όταν αυτή αφορά δεδομένα δημοσίων προσώπων, εφόσον αυτά συνδέονται με την άσκηση δημοσίου λειτουργήματος, πραγματοποιείται αποκλειστικά για την άσκηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος, είναι απολύτως αναγκαία για την εξασφάλιση του δικαιώματος πληροφόρησης επί θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος και δεν παραβιάζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής (ν.2472/1997 άρθρο 7, παράγραφος 2 περ. ζ).

Επομένως, η απεικόνιση του αστυνομικού ως δημόσιου λειτουργού σε ώρα υπηρεσίας και σε δημόσιο χώρο και η αποτύπωσή του σε φωτογραφία επιτρέπεται μόνο υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις των ως άνω ρυθμίσεων του ν.2472/1997"


Η απάντηση αυτή είναι νομικά ανακριβής: το άρθρο 7 του Ν.2472/1997 αφορά την ρύθμιση των "ευαίσθητων δεδομένων" κι όχι των απλών "δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα". Ως "ευαίσθητα δεδομένα" ορίζονται δεσμευτικά από το νόμο οι πληροφορίες που αφορούν:


 φυλετική ή εθνική προέλευση, στα πολιτικά φρονήματα, στις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, στη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, στην υγεία, στην κοινωνική πρόνοια και στην ερωτική ζωή, στα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, καθώς και στη συμμετοχή σε συναφείς με τα ανωτέρω ενώσεις προσώπων

Όπως είναι αυτονόητο, η φωτογράφηση/βιντεοσκόπηση της δημόσιας παρουσίας αστυνομικών εν ώρα υπηρεσίας, ουδεμία σχέση έχει με τις παραπάνω πληροφορίες. Η δημόσια παρουσία των εργαζομένων στην ΕΛ.ΑΣ. δεν εμπίπτει λοιπόν στις διατάξεις περί "ευαίσθητων δεδομένων" και ως εκ τούτου, η καταγραφή των εικόνων τους δεν προϋποθέτει άδεια της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.

Στην περίπτωση της δημόσιας παρουσίας αστυνομικών σε ώρα υπηρεσίας δεν εφαρμόζεται λοιπόν το άρθρο 7 του ν.2472/1997, όπως αναφέρει η υπουργική απάντηση, αλλά τα άρθρα 4 και 5 του Ν.2472/1997 που δεν θέτουν ως προϋπόθεση εφαρμογής τους την ύπαρξη άδειας της Αρχής Προστασίας Δεδομένων, καθόσον η επεξεργασία απλών "δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" δεν τελεί υπό την προϋπόθεση της διοικητικής αδειοδότησης. 

Για το εάν επιτρέπεται ή όχι και με ποιους όρους η λήψη φωτογραφιών αστυνομικών εν ώρα υπηρεσίας σε δημόσιες συναθροίσεις, βλ. εδώ.

Update: τελικώς, ο Υπουργός έδωσε την ορθή απάντηση:

http://www.hellenicparliament.gr/Koinovouleftikos-Elenchos/Mesa-Koinovouleutikou-Elegxou?pcm_id=89c5574a-75c9-4188-a874-5d334cd23aaa

Παρασκευή, Νοεμβρίου 01, 2013

Aρκετά με τις διαρροές των νομοσχεδίων!

Το Ελληνικό δίκαιο προβλέπει μια ξεκάθαρη διαδικασία με την οποία ένα σχέδιο νόμου δίνεται στη δημοσιότητα και για πόσο χρόνο διενεργείται η σχετική δημόσια διαβούλευση. Το θέμα αυτό ρυθμίζεται από τον Ν.4048/2012 (ΦΕΚ Α 34, 23.2.2012, "Ρυθμιστική διακυβέρνηση: Αρχές, Διαδικασίες και Μέσα Καλής Νομοθέτησης). 

Υπάρχει λοιπόν συγκεκριμένη νομικά δεσμευτική διαδικασία που προβλέπει τα βήματα της δημόσιας διαβούλευσης επί νομοσχεδίων. Σύμφωνα με το άρθρο 6 του Ν.4048/2012, ορίζονται τα εξής:



6.- Διαβούλευση.
1. Η διαβούλευση επιτυγχάνεται με τη δημοσιοποίηση, με πρόσφορα μέσα, της σχεδιαζόμενης ρύθμισης, με σκοπό την έγκαιρη ενημέρωση και συμμετοχή σε αυτήν των πολιτών, κοινωνικών φορέων και κάθε ενδιαφερομένου. Υπόχρεος για την κίνηση της διαδικασίας διαβούλευσης είναι ο έχων τη νομοθετική πρωτοβουλία Υπουργός.

2. Η διαβούλευση επί των νομοσχεδίων γίνεται και μέσω του δικτυακού τόπου www.opengov.gr, οπότε ολοκληρώνεται σε δύο φάσεις, οι οποίες μπορούν να λαμβάνουν χώρα ταυτόχρονα:
α) Η πρώτη φάση της διαβούλευσης διαρκεί τουλάχιστον δύο (2) εβδομάδες. Αντικείμενο της διαβούλευσης είναι η ενημέρωση και η παροχή δυνατότητας σχολιασμού σχετικά με το στόχο και το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα της σχεδιαζόμενης ρύθμισης, οι εναλλακτικές επιλογές, το κόστος, τα οφέλη και οι διακινδυνεύσεις που ενδέχεται να προκύψουν από αυτήν.
β) Η δεύτερη φάση διαρκεί τουλάχιστον τρεις (3) εβδομάδες. Κατά τη δεύτερη φάση της διαβούλευσης αναρτάται στο δικτυακό τόπο προσχέδιο των διατάξεων του νομοσχεδίου και παρέχεται η δυνατότητα κατ' άρθρον σχολιασμού.
Στην περίπτωση κατά την οποία υπάρχει έτοιμο σχέδιο διατάξεων, η πρώτη φάση παραλείπεται με πρωτοβουλία του οικείου Υπουργού και η δεύτερη φάση επιμηκύνεται κατά μία εβδομάδα.
3.  Η διαβούλευση μπορεί να διακοπεί, καθώς και να συντμηθεί ή να επιμηκυνθεί ο χρόνος της, με πρωτοβουλία του οικείου Υπουργού για επαρκώς τεκμηριωμένους λόγους, οι οποίοι αναφέρονται στην έκθεση επί της δημόσιας διαβούλευσης που συνοδεύει τη ρύθμιση.
4. Το Γραφείο Νομοθετικής Πρωτοβουλίας του οικείου Υπουργείου συντάσσει έκθεση επί της δημόσιας διαβούλευσης, στην οποία παρουσιάζονται ομαδοποιημένα τα σχόλια και οι προτάσεις όσων έλαβαν μέρος στη διαβούλευση και τεκμηριώνεται η ενσωμάτωσή τους ή μη στις τελικές διατάξεις. Η έκθεση συνοδεύει τη ρύθμιση κατά την κατάθεσή της στη Βουλή, αναρτάται στο δικτυακό τόπο που έλαβε χώρα η διαβούλευση και αποστέλλεται με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις από τις οποίες προήλθαν τα σχόλια.

Οι διατάξεις αυτές σπανίως τηρούνται από τα Υπουργεία. Η μη τήρησή τους, ουδεμία συνέπεια έχει για το κύρος των νομοσχεδίων, αφού η Βουλή έχει την αρμοδιότητα να ψηφίσει οτιδήποτε φέρει ο Υπουργός, είτε έχει γίνει η διαβούλευση είτε όχι. Δεν έχουμε βλέπετε ένα Συνταγματικό Δικαστήριο να μπορεί να παρεμβαίνει στα interna corporis της Βουλής και να ακυρώνει νομοθεσία για μη τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας: ό,τι δημοσιεύεται στο ΦΕΚ είναι νόμος.

Οι Υπουργοί δεν τηρούν αυτές τις διατάξεις και προτιμούν τις διαρροές στον Τύπο. Αποτέλεσμα: κανείς να μην γνωρίζει υπεύθυνα ποιο είναι το περιεχόμενο των προτεινόμενων ρυθμίσεων πριν αυτές κατατεθούν στη Βουλή. Κάθε δημοσιογράφος έχει τις δικές του πηγές και τελικά ο πολίτης δεν γνωρίζει υπεύθυνα τί πρόκειται να ψηφιστεί και άρα να σχολιάσει, να διαμαρτυρηθεί, να διαδηλώσει, να προτείνει, να υποδείξει βελτιώσεις. 

Μπορεί ο νόμος 4048/2012 να μην προβλέπει κυρώσεις, αλλά οι διατάξεις του δεν είναι ενδεικτικές, δεν μπορεί να είναι ενδεικτικές. Αλλιώς θα ήταν guidelines, εγκύκλιος, ευχολόγιο, οδικός χάρτης κι όχι νόμος. Αφού είναι νόμος πρέπει να τηρείται. Και όποιος Υπουργός δεν τηρεί ένα τόσο θεμελιακό για την αρχή της διαφάνειας νομοθέτημα, θα πρέπει να διώκεται για παράβαση καθήκοντος. 

Παρασκευή, Οκτωβρίου 18, 2013

Καταργείται η αποζημίωση πολιτών για υπέρβαση προθεσμιών από την Διοίκηση

Παρά την θετική εξέλιξη, το τελικό νομοσχέδιο του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης προχωρά τελικά στην κατάργηση των οκτώ (8) Επιτροπών Ελέγχου Εφαρμογής της Νομοθεσίας που λειτουργούσαν στις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις της Χώρας. Είναι οι επιτροπές στις οποίες μπορεί να προσφύγει ο πολίτης, όταν έχει παρέλθει η προθεσμία που ορίζει ο νομος (ο κανόνας είναι 50 ημέρες) για διεκπεραίωση της υπόθεσής του από την Διοίκηση.

Το προτεινόμενο άρθρο 25 του νομοσχεδίου που δόθηκε στη δημοσιότητα (βλ. εδώ) εμμένει στην κατάργηση των Επιτροπών αυτών και συνεπώς και του δικαιώματος του πολίτη να αποζημιωθεί για εκπρόθεσμες ενέργειες (ή και καθόλου ενέργειες!) της Διοίκησης. Τα άρθρα που απαριθμούνται ως καταργούμενα, αναφέρουν τα εξής: 

""7. Σε περίπτωση μη τήρησης των προθεσμιών που προβλέπονται στις διατάξεις του Ν. 2690/1999 (ΦΕΚ 45/Α'), όπως ισχύουν, καταβάλλεται στον αιτούντα, από τον οικείο φορέα, πλήρης αποζημίωση. Η αποζημίωση αυτή αφαιρείται από το τυχόν, μεταγενεστέρως, επιδικαζόμενο ποσό, εφόσον γίνει δεκτή από το αρμόδιο δικαστήριο σχετική αγωγική απαίτηση, κατά τις περί αστικής ευθύνης διατάξεις".
"8. Το ύψος του καταβλητέου χρηματικού ποσού που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο καθορίζεται από τις Επιτροπές της παραγράφου 13 του παρόντος άρθρου μετά από εισήγηση της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης ή της Περιφέρειας, που επιλαμβάνονται μετά από αίτηση του πολίτη.
Για τον καθορισμό του ύψους της καταβλητέας πλήρους αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη ιδίως: α) το μέγεθος της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης που προκλήθηκε από την καθυστέρηση, β) οι συνθήκες στις οποίες οφείλεται η καθυστέρηση, γ) το τυχόν υφιστάμενο σχετικό πόρισμα του Συνηγόρου του Πολίτη. Η απόφαση της Επιτροπής, που εκδίδεται μέσα σε δύο μήνες από την υποβολή της σχετικής αίτησης και μετά από εξέταση της συνδρομής των ανωτέρω προϋποθέσεων, κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο, καθώς και στην υπηρεσία που δεν ενήργησε μέσα στη νόμιμη προθεσμία και αποτελεί εντολή καταβολής στον πολίτη του ορισθέντος ποσού. Αν η καταβολή αυτή δεν γίνει μέσα σ' έναν μήνα, από την κοινοποίηση της απόφασης της Επιτροπής, το χρηματικό ποσό καταβάλλεται εντόκως. Ο τόκος υπολογίζεται για κάθε μήνα με το επιτόκιο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, που ισχύει για τις καταθέσεις, επί προθεσμία διάρκειας ενός έτους".
9. Η προκαλούμενη από την εφαρμογή του άρθρου αυτού δαπάνη βαρύνει το φορέα της κατά την παρ. 1 υπηρεσίας, στον προϋπολογισμό του οποίου εγγράφονται οι αναγκαίες πιστώσεις.
10. Οταν η επιτροπή αποφασίσει την επιβολή χρηματικού ποσού σε βάρος του οικείου φορέα, η υπόθεση εισάγεται στο αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο και, όπου δεν υπάρχει, στο διοικητικό συμβούλιο, για να εξετασθεί αν υπάρχει υπαιτιότητα των υπαλλήλων. Αν διαπιστωθεί υπαιτιότητα υπαλλήλων, κινείται σε βάρος τους η πειθαρχική διαδικασία σύμφωνα με τις διατάξεις του κάθε φορέα.
"12. Με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζεται ο τρόπος καταβολής του, κατά τις παραγράφους 7 και 8, χρηματικού ποσού, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια".
"13. Συνιστάται στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης Ειδική Επιτροπή Εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, για θέματα αρμοδιότητας των Υπουργείων, αποτελούμενη από συμβούλους ή παρέδρους του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή του Νομικού Συμβουλίου και υπαλλήλους του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης.
Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης καθορίζεται ο αριθμός και η ιδιότητα των μελών της Επιτροπής, τακτικών και αναπληρωματικών. Με την απόφαση ορισμού των μελών ορίζεται και ο γραμματέας της Επιτροπής με τον αναπληρωτή του, από υπαλλήλους του Υπουργείου.
"Τα σχετικά θέματα εισηγούνται στην Επιτροπή υπάλληλοι του αυτού ως άνω Υπουργείου που ορίζονται κάθε φορά από τον καθ' ύλην αρμόδιο Γενικό Διευθυντή". Συνιστάται στην έδρα κάθε Περιφέρειας Ειδική Επιτροπή εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, για θέματα υπηρεσιών του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν.2190/1994, όπως ισχύει κάθε φορά, που λειτουργούν στη συγκεκριμένη Περιφέρεια, αποτελούμενη από συμβούλους ή παρέδρους του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή εφέτες διοικητικών δικαστηρίων και υπαλλήλους της Περιφέρειας αυτής.
Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας καθορίζεται ο αριθμός και η ιδιότητα των μελών της Επιτροπής, τακτικών και αναπληρωματικών. Με την απόφαση ορισμού των μελών ορίζεται και ο γραμματέας της Επιτροπής με τον αναπληρωτή του από υπαλλήλους της περιφέρειας. Τα σχετικά θέματα εισηγούνται στην Επιτροπή υπάλληλοι της ίδιας Περιφέρειας, που ορίζονται κάθε φορά από το Γενικό Διευθυντή της Περιφέρειας.
Η αποζημίωση των μελών, των εισηγητών και των γραμματέων των Επιτροπών, ορίζεται με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών.
Η διαδικασία εξέτασης των υποβαλλόμενων αιτημάτων και καταβολής της αποζημίωσης, όπου αυτή απαιτείται, ολοκληρώνεται σε διάστημα εξήντα (60) ημερών, από την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αίτησης του πολίτη.
Για όσες περιπτώσεις η Ειδική Επιτροπή της Περιφέρειας κρίνει ότι είναι αναρμόδια παραπέμπει το ζήτημα στην επιτροπή του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης."

Το χειρότερο είναι ότι η διάταξη με την οποία καταργούνται οι ανωτέρω επιτροπές αναφέρει ότι οι υποθέσεις που εκκρεμούν οδηγούνται απευθείας στο αρχείο, χωρίς την πρόβλεψη κάποιας μεταβατικής διάταξης που θα διέσωζε έστω τα προσχήματα.

Παρατηρούμε δηλαδή ότι το Υπουργείο επιλέγει και για αυτή την περίπτωση τον "ξαφνικό θάνατο", καταργώντας όμως έτσι την πρακτική δυνατότητα του πολίτη να ασκήσει ένα συνταγματικό δικαίωμα, χωρίς να προβλέπει κάποια εναλλακτική δυνατότητα. 

Υπενθυμίζεται ότι το δικαίωμα του πολίτη σε ειδική χρηματική ικανοποίηση όταν δεν έχουν τηρηθεί οι προθεσμίες προβλέπεται ρητά από το άρθρο 10 παρ. 3 του Συντάγματος

"3. Η αρμόδια υπηρεσία ή αρχή υποχρεούται να απαντά στα αιτήματα για παροχή πληροφοριών και χορήγηση εγγράφων, ιδίως πιστοποιητικών, δικαιολογητικών και βεβαιώσεων μέσα σε ορισμένη προθεσμία, όχι μεγαλύτερη των 60 ημερών, όπως νόμος ορίζει. Σε περίπτωση παρόδου άπρακτης της προθεσμίας αυτής ή παράνομης άρνησης, πέραν των άλλων τυχόν κυρώσεων και έννομων συνεπειών, καταβάλλεται και ειδική χρηματική ικανοποίηση στον αιτούντα, όπως νόμος ορίζει."

Επομένως, η κατάργηση των πρακτικών δυνατοτήτων ενάσκησης του συνταγματικού δικαιώματος, χωρίς μεταβατικές διατάξεις και χωρίς την πρόβλεψη εναλλακτικής δυνατότητας (όπως θα ήταν λ.χ. η επιδίκαση των εν λόγω αποζημιώσεων από ανεξάρτητη αρχή, όπως ο Συνήγορος του Πολίτη), είναι αντίθετη στο Σύνταγμα. 

Οι αλλαγές στην "Διαύγεια" μετά τη διαβούλευση

Ανακοινώθηκε χτες η τελική μορφή του νομοσχεδίου του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης που αφορά, μεταξύ άλλων, τις τροποποιήσεις στο Πρόγραμμα "Διαύγεια".  Σύμφωνα με το νομοσχέδιο που έχει αναρτηθεί από το "ΒΗΜΑ" (εδώ), οι αλλαγές στο νέο άρθρο 23 είναι οι εξής:

Στο άρθρο 2 του αρχικού Ν.3861/2010 (βλ. εδώ) προστίθεται μια ταυτολογική φράση. Στη διάταξη που (ήδη) αναφέρει ότι οι ρυθμίσεις του παρόντος νόμου ισχύουν και για τα όργανα στα οποία έχουν μεταβιβαστεί αρμοδιότητες ή εξουσιοδότηση προς υπογραφή από τα όργανα στα οποία εφαρμόζεται η Διαύγεια, προστίθεται η φρασούλα: "καθώς και οποιοδήποτε όργανο έχει από το νόμο αρμοδιότητα έκδοσης πράξεων που υπάγονται στις ρυθμίσεις του νόμου αυτού."  Σαν να μας λέει, δηλαδή, "ο νόμος ισχύει εκεί που ισχύει". 

Στο άρθρο 2 παρ. 4 περ. 6 του Ν.3861/2010 που αναφέρει ότι στο Διαδίκτυο αναρτώνται "οι προϋπολογισμοί, απολογισμοί, ισολογισμοί και οι επί μέρους δαπάνες Υπουργείων, κεντρικών και περιφερειακών δημόσιων υπηρεσιών, Ν.Π.Δ.Δ., φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και φορέων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού", η προτεινόμενη τροποποίηση αναφέρει "προϋπολογισμοί, απολογισμοί και ισολογισμοί των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου". Άρα, με το προτεινόμενο νομοσχέδιο απαλείφεται από τη συγκεκριμένη παράγραφο η ρητή αναφορά στην υποχρέωση ανάρτησης των "επιμέρους δαπανών". 
Όμως, με το επόμενο άρθρο του νομοσχεδίου, προτείνεται νέα περίπτωση 6α, σύμφωνα με την οποία πρέπει να αναρτώνται πράξεις ανάληψης υποχρέωσης δαπάνης, απόφασης έγκρισης δαπάνης και της οριστικοποίησης της πληρωμής που περιέχει το ακριβές ποσό που θα πληρωθεί για κάθε επιμέρους δαπάνη των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του νόμου. Επομένως, στο σημείο αυτό υπάρχει βελτίωση της διατύπωσης της Διαύγειας.

Τρεις είναι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις που αφορούν το επίμαχο άρθρο 4 που είχε προκαλέσει αντιδράσεις στο πλαίσιο της διαβούλευσης, αλλά και ευρύτερα. 

(1) Στην παράγραφο 2, η αναδιατύπωση απαλείφει το "δεν εκτελούνται αν δεν έχει προηγηθεί ανάρτησή τους στο Διαδίκτυο" και αντικαθίσταται από το "ισχύουν από την ανάρτησή τους". Αντικαθίσταται λοιπόν η αποφατική διατύπωση ("δεν"), με θετική διατύπωση ("ισχύουν από"). Ενώ το προς διαβούλευση νομοσχέδιο έλεγε "εκτός αν ορίζεται αλλιώς από άλλη διάταξη ή από την πράξη". 

(2) Εκτός από τους νόμους, οι υπόλοιπες αναρτητέες πράξεις εξαιρούνται από το άρθρο 11 παρ. 2 και 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, δηλαδή από τις εξής διατάξεις:

 "2. Την επικύρωση αντιγράφου από το πρωτότυπο ή από το ακριβές αντίγραφο της διοικητικής αρχής που το εξέδωσε μπορεί να ζητήσει κάθε ενδιαφερόμενος από όλες τις διοικητικές αρχές και τα Κ.Ε.Π.. Αντίγραφα των ανωτέρω επικυρώνονται και από δικηγόρους ή συμβολαιογράφους, σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν την άσκηση των λειτουργημάτων τους. Ακριβή αντίγραφα από αντίγραφα ιδιωτικών εγγράφων ή εγγράφων που έχουν εκδοθεί από αλλοδαπές αρχές, τα οποία έχουν επικυρωθεί από δικηγόρο ή δημόσια αρχή επικυρώνονται από όλες τις διοικητικές αρχές και τα Κ.Ε.Π.. Η επικύρωση αντιγράφων εγγράφων που έχουν εκδοθεί από ημεδαπή διοικητική αρχή δεν απαιτείται αν τα αντίγραφα αυτά συνοδεύονται από την κατά την παρ. 5 του άρθρου 3 υπεύθυνη δήλωση, στην οποία ο ενδιαφερόμενος βεβαιώνει την ακρίβεια των στοιχείων."
3. Τα επικυρωμένα κατά τα ανωτέρω αντίγραφα εγγράφων που εξέδωσε διοικητική αρχή, καθώς και τα απλά αντίγραφα εγγράφων που εξέδωσε διοικητική αρχή που συνοδεύονται από την κατά την παρ. 5 του άρθρου 3 υπεύθυνη δήλωση, στην οποία ο ενδιαφερόμενος βεβαιώνει την ακρίβεια των στοιχείων, γίνονται υποχρεωτικά αποδεκτά από τη Διοίκηση, όπως τα πρωτότυπα."

Με το ΑΔΑ μπορεί να γίνει αυτεπάγγελτη αναζήτηση δικαιολογητικών.

(3) Η σημαντικότερη συμβολή του νομοσχεδίου στην ενίσχυση της Διαύγειας είναι η αντικατάσταση του άρθρου 4 παρ. 4, κατά το οποίο, αν υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στο αναρτημένο κείμενο και στο κείμενο της πράξης, ισχύει το αναρτημένο κείμενο! Αυτό είναι πράγματι ένα επόμενο βήμα για την Διαύγεια, η οποία στην μορφή που θεσπίστηκε το 2010 ως σήμερα εμπεριέχει τον αντίστροφο κανόνα (κατισχύει το θεσπισμένο κείμενο του αναρτημένου). 

Πρόκειται λοιπόν για μια νίκη για την κοινωνία των πολιτών που διεκδίκησε την διατήρηση και την ενίσχυση κι όχι τα πισογυρίσματα στην διαφάνεια των κρατικών πράξεων. 




Τρίτη, Οκτωβρίου 15, 2013

Μια ρωγμή στην δημοκρατική λειτουργία του Δήμου Αθηναίων

Κακοδιοίκηση είναι να "θάβονται"  οι αιτήσεις των πολιτών προς τις Αρχές, να απαντώνται με "ενημερωτικά" σημειώματα που δεν αναρτώνται ποτέ στην Διαύγεια και δεν μπορούν να προσβληθούν στα Δικαστήρια, αφού δεν είναι "ατομικές διοικητικές πράξεις". Κακοδιοίκηση είναι να περιμένει κανείς μήνες ή χρόνια για να λάβει μια οριστική απάντηση από την Διοίκηση. Η κρατική γραφειοκρατία ξέρει πολύ καλά να αποφεύγει τους μηχανισμούς διαφάνειας και λογοδοσίας, με τις κατασκευές των ενημερωτικών απαντήσεων. 

Μια τέτοια υπόθεση προέκυψε στον Δήμο Αθηναίων: οι πολίτες υπέβαλαν αιτήσεις στο θεσμοθετημένο όργανο για την εξωδικαστική επίλυση των διαφορών τους με τον δήμο, την Οικονομική Επιτροπή. Η Επιτροπή αποτελείται από αιρετούς, νόμιμα εκλεγμένους δημοτικούς συμβούλους όχι μόνο της πλειοψηφίας, αλλά και άλλων παρατάξεων. Ωστόσο, για να συζητήσει τις αιτήσεις των πολιτών, πρέπει να ετοιμαστεί μια "εισήγηση" από την "υπηρεσία". Και για να έχει κύρος μια απόφαση εξωδικαστικού συμβιβασμού, πρέπει να υπάρχει μια "γνωμοδότηση δικηγόρου", αλλιώς η απόφαση είναι άκυρη, σύμφωνα με τον "Καλλικράτη". Δεν είναι απαραίτητο η "εισήγηση" ή η "γνωμοδότηση δικηγόρου" να είναι θετική: οι υπηρεσίες προτείνουν, η Οικονομική Επιτροπή αποφασίζει, ως εκλεγμένο διοικητικό όργανο. 

Τι έγινε λοιπόν στον Δήμο Αθηναίων; Οι υπηρεσίες "αδυνατούν" απλά να υποβάλουν εισήγηση, επειδή διαφωνούν με το αίτημα! Αντί δηλαδή να εισηγηθούν στην Οικονομική Επιτροπή την έστω απορριπτική γνώμη τους, δίνοντας την δυνατότητα στους αιρετούς να αποφασίσουν, απαντούν οι ίδιοι απορριπτικά στους πολίτες. Η απορριπτική αυτή απάντηση δεν ανεβαίνει ποτέ στην Διαύγεια, δεν προσβάλλεται στα Δικαστήρια. Η Οικονομική Επιτροπή δεν αποφασίζει τελικά, θετικά ή αρνητικά, επί των αιτημάτων των πολιτών. Οι αιρετοί αποκλείονται από την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων τους. Οι πολίτες μένουν με την απορία. Το θέμα παραμένει σε μια χρονίζουσα εκκρεμότητα.

Αυτό πρέπει να τελειώσει και μάλιστα άμεσα. Από την έρευνα μου στην Διαύγεια, οι Οικονομικές Επιτροπές των Δήμων σε όλη την Ελλάδα δέχονται ή απορρίπτουν εισηγήσεις υπηρεσιών, δέχονται ή απορρίπτουν γνωμοδοτήσεις δικηγόρων επί αιτημάτων συμβιβασμού. Πάντως, παίρνουν απόφαση! Απόφαση που αναρτάται στην Διαύγεια, είναι δεσμευτική όπως κάθε διοικητική πράξη, προσβάλλεται στα Δικαστήρια και στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση αν έχει προβλήματα νομιμότητας. Αυτό είναι το υπάρχον σύστημα λογοδοσίας. Το οποίο πρέπει να ακολουθήσει υποχρεωτικά και χωρίς καθόλου "συζήτηση" ο πρώτος Δήμος της χώρας. Γιατί οι νόμοι δεν είναι αντικείμενο "συζήτησης" για την Διοίκηση, είναι αντικείμενο εφαρμογής. 

Στην Ειδική Πρόταση 2/2013 που υπέβαλα χθες στον Δήμαρχο Αθηναίων, όπου παρουσιάζεται όλη η τεκμηρίωση της κακοδιοίκησης, έχω ετοιμάσει ένα σχέδιο απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου, στο οποίο κωδικοποιούνται σε 6 απλά βήματα οι ήδη υπάρχουσες διατάξεις και εξειδικεύεται ένας τυποποιημένος τρόπος εφαρμογής, με τον οποίο οι αιτήσεις των πολιτών, αφού περάσουν από τις υπηρεσίες του Δήμου, θα φτάνουν υποχρεωτικά με τις σχετικές - αρνητικές ή θετικές - εισηγήσεις στην Οικονομική Επιτροπή. 

Περιμένω από τον Δήμαρχο Αθηναίων να κάνει το βήμα και να ζητήσει την εισαγωγή της Ειδικής Πρότασης 2/2013 στο προσεχές Δημοτικό Συμβούλιο, ώστε η κωδικοποίηση αυτή να καταστεί δεσμευτική διοικητική πράξη και να αποκατασταθεί η σχέση διαφάνειας και λογοδοσίας που πρέπει να διέπει την συναλλαγή του πολίτη με τον δήμο. Χωρίς υπεκφυγές και γραφειοκρατικά τερτίπια. 


Παρασκευή, Οκτωβρίου 11, 2013

Καταστροφική για το ελεύθερο Διαδίκτυο απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου

Με την απόφαση Delfi As κατά Εσθονίας που δημοσίευσε χτες το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι ο ιδιοκτήτης ιστοσελίδας ευθύνεται για τα σχόλια ανωνύμων σχολιαστών, παρόλο που μπορεί να έχει λάβει τα μέτρα για την ειδοποίησή του από κάθε θιγόμενο.

Πρόκειται για μια ευθεία παραβίαση της αρχής της έλλειψης προληπτικής ευθύνης που έχει καθιερωθεί στο κοινοτικό - ευρωενωσιακό δίκαιο με την Οδηγία 2000/31/ΕΚ και αντίστοιχα νομοθετήματα στις ΗΠΑ. Η λογική είναι πολύ απλή: όποιος φιλοξενεί σχόλια τρίτων που αναρτώνται ελεύθερα, δεν μπορεί να έχει ευθύνη για προληπτικό έλεγχο, αλλά οφείλει να αποσύρει ταχέως το παράνομο υλικό, όταν περιέλθει σε γνώση του. Αλλιώς, δεν έχουμε Web 2.0, δεν έχουμε Facebook, δεν έχουμε YouTube, δεν έχουμε Blogger.com: όλες οι αυτές οι εταιρίες θα έπρεπε να ελέγχουν μία προς μία τις αναρτήσεις από κάθε χρήστη, πριν επιτρέψουν την δημοσιοποίησή τους, όπερ άτοπον.

Αυτό το άτοπο, το οποίο έχει διαπιστωθεί με την προηγούμενη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου το 2011, στην υπόθεση Pravoye Dehlo και Shtekel κατά Ουκρανίας, η οποία παρέπεμπε και στην "Κοινή Διακήρυξη του Ειδικού Εισηγητή του ΟΗΕ για την Ελευθερία της Γνώμης και της Έκφρασης, του Εκπροσώπου του ΟΟΣΑ για την Ελευθερία των ΜΜΕ και του Ειδικού Εισηγητή του OAS για την Ελευθερία της έκφρασης" (21.12.2005), σύμφωνα με την οποία:

"ουδείς μπορεί να κριθεί υπεύθυνος για περιεχόμενο στο Διαδίκτυο, του οποίου δεν είναι συντάκτης, εκτός εάν είτε το αποδέχθηκε ως δικό του είτε αρνήθηκε να συμμορφωθεί με δικαστική εντολή για την αφαίρεσή του".

Αυτή η θεμελιώδης αρχή, ανατρέπεται τώρα με τη χθεσινή απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου που καταλογίζει ευθύνη σε μια ιστοσελίδα που ούτε συντάκτης είναι, ούτε αποδέχθηκε ως δικό του το περιεχόμενο των τρίτων, ούτε αρνήθηκε να συμμορφωθεί με δικαστική εντολή. Μεταθέτει λοιπόν σε προληπτικό επίπεδο την ευθύνη, παραβλέποντας τις καίριες διατάξεις της Οδηγίας 2000/31/ΕΚ, τις οποίες θεωρεί "πλαίσιο" που κάθε έννομη τάξη μπορεί να υλοποιήσει.

Δεν περιμένουμε βέβαια από το ΕΔΔΑ να παίξει το ρόλο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να αξιολογήσει κατά πόσον το εθνικό δίκαιο είναι εναρμονισμένο με το κοινοτικό. Χρειαζόταν όμως μεγαλύτερη προσοχή στην τήρηση ενός κανόνα δικαίου που δεν απορρέει μόνο από την Οδηγία 2000/31/ΕΚ, αλλά και από την ίδια την φύση της λειτουργίας του Διαδικτύου, όταν αυτό παίζει το ρόλο του μέσου επικοινωνίας περισσότερο, παρά το ρόλο του μέσου ενημέρωσης.

Η απόφαση δεν είναι τελική και θα πρέπει να προσβληθεί ή να ανατραπεί από σοβαρότερη απόφαση το ταχύτερο δυνατό, καθώς τέτοιου είδους σκεπτικά εκθέτουν το Ευρωπαϊκό Δικαστηριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.


Θετική πρόταση από Υπουργείο Εσωτερικών για Συμπαραστάτη του Δημότη

Το πιο σύνηθες ερώτημα που δέχομαι από δημοσιογράφους, όταν η συζήτηση έρχεται στον λόγο για τον οποίο οι περισσότεροι Δήμοι δεν έχουν εκλέξει Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης είναι, αν υπάρχουν κάποιες συνέπειες για αυτούς τους Δήμους. Αν υπάρχουν κάποιου είδους "κυρώσεις" για τα Δημοτικά Συμβούλια που δεν κατάφεραν να συνεννοηθούν μεταξύ τους, ώστε να συγκεντρωθεί η αυξημένη πλειοψηφία των 2/3 που απαιτεί ο νόμος, ώστε να εκλεγεί ένα πρόσωπο κύρους και εμπειρίας στο αξίωμα του θεσμικού διαμεσολαβητή μεταξύ δημότη και δήμου. Η απάντηση είναι "όχι". Η ρύθμιση του "Καλλικράτη" είναι, όπως λέμε στα νομικά, ατελής. Ακόμη κι αν ένας Δήμαρχος δεν προκηρύξει καν την θέση του Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης, δεν έχει καμία απολύτως επίπτωση. Η επίπτωση είναι ότι οι πολίτες χάνουν ένα δικαίωμα προσφυγής για την εξωδικαστική ενάσκηση των δικαιωμάτων τους.

Το αποτέλεσμα είναι ότι Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης αυτή τη στιγμή λειτουργεί σε 18 Δήμους και Περιφερειακός Συμπαραστάτης σε 4 Περιφέρειες. Ενώ θα έπρεπε να υπήρχε σε όλες τις Περιφέρειες και σε όλους τους Δήμους άνω των 20.000 κατοίκων. Η δραματική μείωση του μισθού τον Νοέμβριο του 2012 (στα 745 ευρώ "καθαρά" μηνιαίως για πόλεις άνω των 100.000 κατοίκων και σημαντικά κατώτερος για τις υπόλοιπες) υποβάθμισε σοβαρά την πιθανότητα να ασχοληθούν άνθρωποι σοβαρά με τον θεσμό και να αφιερωθούν σε αυτόν. Σύμφωνα εξάλλου και με Ψήφισμα που εξέδωσε το Συμβούλιο της Ευρώπης στις 4.10.2013, η οικονομική υποβάθμιση απειλεί την ίδια την ανεξαρτησία του θεσμού. 

Το Υπουργείο Εσωτερικών, στις προτάσεις που έχει ανακοινώσει στους Δήμους για τις αλλαγές του "Καλλικράτη" (βλ. εδώ), έχει προβλέψει μια εναλλακτική για την περίπτωση που το Δημοτικό Συμβούλιο δεν μπορεί να εκλέξει Συμπαραστάτη: τον διορισμό του από τον Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης! Αυτή η πρόταση έχει ένα μεγάλο θετικό κι ένα μεγάλο αρνητικό. Το θετικό είναι ότι έτσι δεν θα μείνει κανένας Δήμος χωρίς Συμπαραστάτη. Το αρνητικό είναι ότι θα υπάρχουν δύο "ταχύτητες" Συμπαραστατών: οι αιρετοί και οι διορισμένοι. 

Καταλήγω όμως στο συμπέρασμα ότι η ρύθμιση είναι θετική: τα Δημοτικά Συμβούλια, υπό την "απειλή" του διορισμού κάποιου προσώπου που ούτε καν γνωρίζουν από τον Γ.Γ. Αποκεντρωμένης Διοίκησης, θα πιεστούν να εξετάσουν σοβαρά τις δυνατότητες σχηματισμού αυξημένης πλειοψηφίας για την εκλογή Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης. Έτσι, η αρχική "ατελής" ρύθμιση του Καλλικράτη, αποκτά μία "κύρωση" που ενισχύει την δεσμευτικότητα της διάταξης. Οι Δήμαρχοι θα ξέρουν ότι αν δεν προχωρήσουν σε συνεννόηση με την αντιπολίτευση, θα έχουν εκχωρήσει την αρμοδιότητα του Δημοτικού Συμβουλίου στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση. Επομένως, καταλήγω ότι η ρύθμιση είναι θετική. 

Όσο για το δημοσίευμα που αναφέρει ότι οι Δήμαρχοι είναι αντίθετοι σε αυτή την ρύθμιση (βλ. εδώ ΤΑ ΝΕΑ), εάν ευσταθεί, πρόκειται για μια γνώμη που διαμόρφωσαν χωρίς να ερωτηθεί το Δίκτυο Συμπαραστατών του Δημότη και της Επιχείρησης και Περιφερειακών Συμπαραστατών του Πολίτη και της Επιχείρησης, το οποίο φυσικά και δεν ερωτήθηκε από την ΚΕΔΕ, μολονότι υπάρχει ήδη απόφαση της επιτροπής ισότητας για την συνεννόηση προκειμένου να διαμορφωθούν οι θέσεις σχετικά με τον θεσμό. Απλώς οι Δήμαρχοι που είναι αντίθετοι στην ρύθμιση, απλώς δεν θέλουν "κυρώσεις" όταν δεν μπορούν να επιλέξουν Συμπαραστάτη. Τόσο απλό. 


Τετάρτη, Οκτωβρίου 09, 2013

Οι ΜΚΟ ως φορείς διαφάνειας

Mια πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έρχεται να ενισχύσει τον ρόλο των οργανώσεων της Κοινωνίας των Πολιτών σε υποθέσεις διαφάνειας. Αναδεικνύοντας τον ρόλο των μη κυβερνητικών οργανώσεων, ως φορέων που εξ ορισμού παρουσιάζουν αυξημένο "έννομο συμφέρον" για την πρόσβαση στην δημόσια πληροφορία. 

Το 2005, μια οργάνωση πολιτών στην Σερβία, η Πρωτοβουλία Νεολαίας για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, υπέβαλε ένα αίτημα στην Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών Σερβίας: να πληροφορηθεί τον αριθμό των ατόμων που παρακολουθούνταν ηλεκτρονικά κατά τη διάρκεια του έτους. Η ΕΥΠΣ απέρριψε το αίτημα, επικαλούμενη κάποια διάταξη του Νόμου για την Ελευθερία της Πληροφόρησης (που δεν έχουμε στην Ελλάδα). 

Η οργάνωση προσέφυγε στον Επίτροπο Πληροφοριών της Σερβίας (Ιnformation Commisioner!), μια ανεξάρτητη αρχή που εγγυάται το δικαίωμα καθενός για πρόσβαση στην πληροφόρηση, σύμφωνα με τον παραπάνω νόμο. Ο Επίτροπος Πληροφοριών έκρινε ότι η ΕΥΠΣ δεν είχε εφαρμόσει σωστά το νόμο, κι ότι έπρεπε να απαντήσει στην οργάνωση. Στη συνέχεια, όμως, η ΕΥΠΣ απάντησε ότι δεν διέθετε τις εν λόγω πληροφορίες. Γι' αυτό, η οργάνωση προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καταγγέλλοντας ότι αποκλείσθηκε από το δικαίωμα πρόσβασης στην πληροφόρηση, το οποίο προβλέπεται ως ειδικότερη έκφανση της ελευθερίας της έκφρασης, κατά το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ.

Στην δίκη, η Σερβική κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι η ελευθερία της έκφρασης δεν εγγυάται ένα "γενικό δικαίωμα πρόσβασης στην πληροφορία", καθώς και ότι η ΜΚΟ δεν είχε έννομο συμφέρον. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όμως, έκρινε ότι όταν μια ΜΚΟ ασχολείται με υπόθεση δημόσιου ενδιαφέροντος, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ασκεί έναν ρόλο δημόσιου φρουρού ("public watchdog"), ο οποίος προσομοιάζει σε σημασία με τον ρόλο του Τύπου. Έτσι, το δικαστήριο έκρινε ότι οι δράσεις της ΜΚΟ πρέπει να αναγνωριστεί ότι καλύπτονται από την προστασία της ΕΣΔΑ, σε βαθμό αντίστοιχο με τις δράσεις των μέσων ενημέρωσης. 

Με αυτόν τον τρόπο, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κατάργησε οριστικά την συνήθη πρόφαση της έλλειψης "έννομου συμφέροντος" που προβάλλουν οι δημόσιες αρχές στους  συλλόγους και τα σωματεία που διεκδικούν πρόσβαση στην δημόσια πληροφορία. Η ίδια η φύση μιας συλλογικότητας ως μη κυβερνητική οργάνωση, σε συνδυασμό με την λειτουργία του αιτήματος ως σχετιζόμενου με την δημόσια δράση της οργάνωσης, δικαιολογεί αυτομάτως την υπαγωγή της στα αυξημένα δικαιώματα πρόσβασης που αναγνωρίζονται για τους ανθρώπους του Τύπου και γενικά των μέσων ενημέρωσης. 

Στην υπόθεση αυτή, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο προχώρησε και σε ουσιαστική κρίση, αναφέροντας ότι δεν ήταν πειστική απάντηση της ΕΥΠΣ ότι δήθεν δεν διέθετε τις πληροφορίες, καθώς αυτό ερχόταν σε αντίθεση τόσο με την πρώτη της απάντηση, όσο και με την ίδια τη φύση της πληροφορίας που ζητήθηκε, που ήταν απλώς ένα στατιστικό στοιχείο: ο αριθμός των ατόμων που παρακολουθούνται. Έτσι, στην απόφαση Πρωτοβουλία Νεολαίας για τα Ανθρώπινα δικαιώματα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο καταδίκασε την Σερβία, για μη συμμόρφωσή της προς την διαταγή του Ιnformation Commissioner και, τελικά, για παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ. 


Σάββατο, Οκτωβρίου 05, 2013

"Aναδιατυπώνοντας" την κατάργηση της Διαύγειας

Στις 2.10.2013 αναρτήθηκε για δημόσια διαβούλευση νομοσχέδιο που περιλαμβάνει προτεινόμενες τροποποιησεις στον Ν.3861/2010 που θέσπισε την "Διαύγεια". Θεμελιακή αλλαγή της Διαύγειας δεν ήταν ότι κάθε διοικητική ή νομοθετική πράξη πρέπει να αναρτάται στο Διαδίκτυο, αλλά ότι η ισχύς της εξαρτάται από την ανάρτησή της στο Διαδίκτυο.

Αρχικά, δόθηκε χρόνος διαβούλευσης μέχρι τις 3.10.2013.

Στο νομοσχέδιο υπάρχει μια προτεινόμενη τροποποίηση, κατά την οποία  "[...] οι λοιπές πράξεις του άρθρου 2 ιχύουν από την ανάρτησή τους στο Διαδίκτυο, κατά τα οριζόμενα στον παρόντα νόμο, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά σε ειδικές διατάξεις ή στις ίδιες τις πράξεις". Αυτό θα σήμαινε ότι μπορεί ένα διοικητικό όργανο να εκδώσει μια πράξη σήμερα και αναφέρει στο σώμα της πράξης "Έναρξη ισχύος: οι διατάξεις της παρούσας ισχύουν από τις 4.10.2013", χωρίς να έχει αναρτηθεί ακόμη στη Διαύγεια. Αυτό σημαίνει ότι ο νόμος για την Διαύγεια αποκτά ένα παραθυράκι που δίνει στα διοικητικά όργανα την διακριτική ευχέρεια να αποδεσμεύσουν την έναρξη ισχύος από την ίδια την ανάρτηση της πράξης στο Διαδίκτυο. Δηλαδή, καταργείται η θεμελιακή αλλαγή της Διαύγειας.

Μετά την σχετική κατακραυγή, εκδόθηκε μια ανακοίνωση του Υπουργείου κατά την οποία η διάταξη θα αναδιατυπωθεί και η διαβούλευση παρατείνεται ως τις 9/10/2013.

 Βλέπουμε σήμερα την αναδιατύπωση (εδώ) :

"Με εξαίρεση τις πράξεις της προηγούμενης παραγράφου, οι λοιπές πράξεις του άρθρου 2 αναρτώνται στο Διαδίκτυο κατά τα οριζόμενα στον παρόντα νόμο και ισχύουν από την ανάρτησή τους, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά ως προς τον χρόνο έναρξης ισχύος τους σε ειδικές διατάξεις ή στις ίδιες τις πράξεις". 

Δηλαδή η "αναδιατύπωση" έκανε ακόμη πιο σαφές ότι αποδεσμεύεται ο χρόνος έναρξης ισχύος από τον χρόνο ανάρτησης! Μπορεί να βγάλουμε σήμερα μια διοικητική πράξη, να ορίσουμε ότι αρχίζει να ισχύει από σήμερα, πριν την αναρτησή της στην Διαύγεια και μετά από 1 εβδομάδα που θα την αναρτήσουμε στην Διαύγεια, δεν θα υπάρχει κανένα πρόβλημα. Ενδιαμέσως θα έχουμε εφαρμόσει όλα όσα λέει η εν λόγω πράξη, χωρίς κανείς να μπορεί να την βρει στο Διαδίκτυο. Έχουμε λοιπόν την επίσημη κατάργηση της Διαύγειας. Η διάταξη πρέπει να αποσυρθεί. Αν το ζητούμενο είναι η μεταχρονολήγηση της έναρξης ισχύος, αυτά λύνονται με τροποποιήσεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (Ν.2690/1999) κι όχι με τροποποιήσεις της Διαύγειας.

Όσον αφορά το ποιο από τα δύο κείμενα κατισχύει αν υπάρχουν αποκλίσεις ανάμεσα στην εκδοθείσα πράξη και στην αναρτηθείσα: το σήμερα ισχύον άρθρο της Διαύγειας λέει ότι υπερισχύει το "δημοσιευμένο" αν βρίσκεται σε απόκλιση προς το "αναρτημένο". Για τις μη δημοσιευτέες πράξεις, ισχύει το ίδιο: σε περίπτωση απόκλισης αυτού που βρίσκεται στο συρτάρι και του αναρτημένου, υπερισχύει το συρτάρι! Πρόκειται για εξ αρχής λάθος διάταξη, εις βάρος της αρχής της διαφάνειας, καθώς ενισχύει την στρέβλωση "άλλα λέμε κι άλλα κάνουμε". Νομικά αυτό αποτελεί διάψευση της αρχής της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του πολίτη. Δεν είναι δυνατόν ο πολίτης να επενδύει σε αυτό που βλέπει αναρτημένο σε μια δημόσια ιστοσελίδα και μετά να έρχεται τοκράτος και να του λέει ότι αγνοείς αυτό που υπάρχει στο συρτάρι του Υπουργού που είναι και το κατισχύον! Aκόμα και για τις διεθνείς συνθήκες, το άρθρο 36 του Συντάγματος αναφέρει ότι "μυστικά άρθρα συνθήκης δεν μπορούν ποτέ να ανατρέψουν τα φανερά"! Και τώρα θα έχουμε μυστικά άρθρα διοικητικών πράξεων που θα μπορούν να ανατρέψουν τα φανερά.

Η διάταξη λοιπόν έπρεπε να βελτιωθεί, ανατρέποντας την σχέση ακολουθώντας το πνεύμα του άρθρου 36 παρ. 2 του Συντάγματος: αν υπάρχουν αποκλίσεις ανάμεσα στα συρτάρια των διοικητικών οργάνων και στην Διαύγεια, πρέπει να υπερισχύει η Διαύγεια. Η δικαιολογία του Υπουργείου "μα δεν λέμε κάτι που δεν ισχύει και τώρα", είναι στην κατεύθυνση της κατάργησης του πνεύματος της Διαύγειας: αν θέλουν πράγματι να την βελτιώσουν, ας φέρουν την εξής τροπολογία: 

"4. Εάν υπάρχει διαφορά μεταξύ του κειμένου που αναρτήθηκε και του κειμένου της πράξης, ισχύει το πρώτο. Με ευθύνη του προσώπου ή οργάνου που έχει εκδώσει την πράξη γίνονται αμελλητί οι αναγκαίες διορθώσεις στο κείμενο που έχει αναρτηθεί στο δικτυακό τόπο, το αργότερο εντός 24 ωρών από την ανάρτησή του. Σε περίπτωση υπέρβασης της προθεσμίας επιβάλλεται πειθαρχική κύρωση."

Πάρτε μέρος στη διαβούλευση και ζητείστε το. 

Επίσης δεν υπάρχει καμία απολύτως αντίδραση στην κατάργηση των Ειδικών Επιτροπών που επιδικάζουν στους πολίτες αποζημιώσεις όταν οι δημόσιες υπηρεσίες παραβιάζουν τις προθεσμίες που ο νόμος ορίζει για διεκπεραίωση υποθέσεων (άρθρο 21). Κι αυτό πρέπει να αποσυρθεί ή έστω να αντικατασταθεί με μηχανισμό ο οποίος θα εξασφαλίζει σε κάθε πολίτη την ενάσκηση των δικαιωμάτων αυτών που προβλέπονται από το άρθρο 10 παρ. 3 του Συντάγματος. 



Δουλεύοντας για την Διεθνή Διαφάνεια



 Δεν γνώριζα προσωπικά κανέναν από την διοίκηση ή τους εργαζόμενους στην οργάνωση "Διεθνή Διαφάνεια Ελλάδας" όταν στις αρχές του χρόνου έστειλα το βιογραφικό μου, μαζί με εκατοντάδες, όπως έμαθα, άλλους συναδέλφους για την προκήρυξη της θέσης του νομικού συμβούλου του κέντρου καταγγελιών. Γνώριζα όμως την σημαντική δουλειά που γίνεται παγκοσμίως από το 2003 με την δημιουργία των Advocacy and Legal Advice Centers (ΑLAC) που λειτουργούν σε 60 εθνικά τμήματα της οργάνωσης σε πολλές χώρες σε Ευρώπη, Αφρική, Ασία, Αμερική και Ειρηνικό. Η πρόκληση για την νομική σύμπραξη στην δημιουργία του Ελληνικού ALAC ήταν μεγάλη. Μετά από δύο συνεντεύξεις, μου ανακοινώθηκε ότι είχα επιλεγεί κι αυτό ήταν μια επιβεβαίωση ότι η οργάνωση λειτουργεί πέρα από "παρεούλες" και προώθηση γνωστών και φίλων.

Ο σχεδιασμός του Ελληνικού ALAC έπρεπε εξ αρχής να σεβαστεί αυστηρές ρυθμίσεις της Ελληνικής νομοθεσίας: δεν θα αναλάμβανε υποθέσεις πολιτών, εκπροσωπώντας τους σε δικαστήρια (όπως γίνεται σε άλλες χώρες), γιατί δεν επιτρέπεται και δεν θα μπορούσε να λειτουργεί ως δικηγορικό γραφείο. Δεν θα παρείχε εξατομικευμένες νομικές συμβουλές, γιατί και πάλι θα ήταν υποκατάσταση δικηγόρου και δεν είναι αυτός ο στόχος. Δεν θα έκανε έρευνες για την διαπίστωση τέλεσης αδικημάτων, γιατί αυτός είναι ο ρόλος των δημόσιων αρχών, τον οποίο γνωρίζουμε πολύ καλά και δεν αντιποιούμαστε. Θα συνέλεγε ελάχιστα δεδομένα, μόνο των καταγγελλόντων, όχι των καταγγελλομένων.  Όλοι αυτοί οι περιορισμοί έγιναν σαφείς στον Κανονισμό Λειτουργίας της νέας υπηρεσίας της οργάνωσης (βλ. εδώ), η οποία έλαβε την ονομασία "Διαφάνεια Τώρα!".

 Παραμένει, λοιπόν, ο ρόλος της ενημέρωσης των πολιτών για τις γενικές πληροφορίες που πρέπει να ξέρουν, ώστε οι ίδιοι να κινήσουν τις διαδικασίες για να αντιμετωπίσουν φαινόμενα διαφθοράς. Δημιουργήσαμε ένα σύντομο "κουίζ" για να βρίσκει καθένας αν το πρόβλημα που αντιμετωπίζει είναι διαφθορά και που μπορεί να το καταγγείλει (βλ. εδώ).

Παραμένει επίσης ο ρόλος της οργάνωσης να ενημερωθεί η ίδια για την αντιμετώπιση των φαινομένων διαφθοράς, όταν οι πολίτες έχουν ήδη καταγγείλει τα περιστατικά στις δημόσιες αρχές και δεν γίνεται τίποτα. Σε τέτοιες υποθέσεις, η Διεθνής Διαφάνεια Ελλάς παρεμβαίνει με επιστολές της στους αρμόδιους, ως σωματείο με καταστατικό σκοπό την ανάλυση των φαινομένων διαφθοράς στην Ελλάδα, ώστε να αντλήσει πληροφορίες για τον χειρισμό των υποθέσεων και να καταγράψει στις εκθέσεις της που αποδίδονται οι καθυστερήσεις ή και οι στρεβλώσεις.

Επομένως οι πολίτες μπορούν να επικοινωνούν στην τηλεφωνική γραμμή 10190, όπου θα τους ενημερώνουν συνεργαζόμενοι εθελοντές, κάθε Δευτέρα (15.00-19.00), Τετάρτη (10.00-14.00) και Παρασκευή (15.00-19.00). Ερωτήματα μπορούν να υποβάλλονται και με e-mail στο diafaneiatora@transparency.gr. Τις υπόλοιπες ώρες και μέρες υπάρχει τηλεφωνητής, τα μηνύματα του οποίου αποδελτιώνονται και στη συνέχεια οι συνεργάτες επικοινωνούν με τους καταγγέλλοντες για να τους παρέχουν την ενημέρωση.

O μακροπρόθεσμος στόχος είναι να εντοπιστούν δομικά προβλήματα στην καταπολέμηση της διαφθοράς από τις δημόσιες αρχές, να τα επεξεργαστεί η Διεθνής Διαφάνεια - Ελλάς και να προτείνει λύσεις που θα βοηθήσουν στην συστημική αλλαγή που χρειάζεται.

Αυτό συμβαίνει σε μια κοινωνία που δεν ενθαρρύνει ιδιαίτερα την επώνυμη ανάληψη ευθύνης και την καταγγελία στους αρμόδιους φορείς των φαινομένων διαφθοράς, εκτός αν υπάρχουν κάποια ιδιοτελή κίνητρα στους καταγγέλλοντες. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη δυσλειτουργία των θεσμών: αν οι πολίτες ήξεραν ότι η καταγγελία τους θα πιάσει τόπο, θα χρησιμοποιούσαν πιο συχνά τα αρμόδια όργανα που έχουν ταχθεί στην καταπολέμηση της διαφθοράς. Σκοπός της πρωτοβουλίας είναι αφενός να ενημερωθούν οι πολίτες ότι υπάρχουν αρμόδια όργανα, αλλά και από την άλλη πλευρά να συνειδητοποιήσουν τα αρμόδια όργανα ότι η αποτελεσματικότητά τους παρακολουθείται, καταγράφεται και θα εκτεθεί σε εθνικό και σε διεθνές επίπεδο. 

Είναι μια φιλόδοξη προσπάθεια που θα πετύχει, με την στήριξη όλων μας.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 03, 2013

Όχι στην κατάργηση της Δι@ύγειας

Πριν ακριβώς από μία εβδομάδα βρέθηκα ως νομικός σύμβουλος της Διεθνούς Διαφάνειας Ελλάδας σε σύσκεψη στο Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, κατόπιν πρόσκλησης της υφυπουργού κ. Χριστοφιλοπούλου. Αντικείμενο ήταν η συζήτηση για την ανοικτή διακυβέρνηση και ποιές μεταρρυθμίσεις πρέπει να γίνουν. Παρόντες ήταν κι άλλοι φορείς από τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, όπως από τον Συνήγορο του Πολίτη και την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Όλες τις εισηγήσεις μπορείτε να τις δείτε στο opengov (κλικ εδώ).

Χθες στο opengov αναρτήθηκε προς διαβούλευση που ολοκληρώνεται ΣΗΜΕΡΑ (3.10.2013) ένα νομοσχέδιο του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (βλ. εδώ). Το νομοσχέδιο αυτό ακυρώνει το συνολικό πνεύμα της συνάντησης της προηγούμενης εβδομάδας στο εν λόγω Υπουργείο. Συγκεκριμένα:

Διαύγεια 

Στο άρθρο 20 του νομοσχεδίου (βλ. εδώ), εκτός από ορισμένες επεμβάσεις για το εύρος εφαρμογής της υποχρέωσης ανάρτησης και την "ισχύ ακριβούς αντιγράφου" που αποκτά η ανάρτηση (facepalm), στην παράγραφο 4 αναγράφεται: 

"οι πράξεις του άρθρου 2 ισχύουν από την ανάρτησή τους στο Διαδίκτυο κατά τα οριζόμενα στον παρόντα νόμο, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε ειδικές διατάξεις ή στις ίδιες τις πράξεις".

Αυτό σημαίνει ότι κάθε φορέας που οφείλει να αναρτήσει διοικητική πράξη στο Διαδίκτυο, αν ψηφιστεί αυτή η διάταξη, θα έχει την διακριτική ευχέρεια να αποφασίζει αν θα την αναρτήσει ή όχι. Πρόκειται, επί της ουσίας, για  κανονιστική εκμηδένιση  του Ν.3861/2010 που καθιέρωσε την ανάρτηση ως προϋπόθεση εκτελεστότητας των διοικητικών πράξεων. 

Σύμφωνα με "ΤΟ ΒΗΜΑ", η έμπνευση για την κανονιστική εκμηδένιση του νόμου προέρχεται από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και την Γενική Γραμματεία Εμπορίου, ενώ το ίδιο δημοσίευμα αναφέρει ότι επιδιώκεται να ενταχθεί η εξαίρεση στις προαπαιτούμενες δράσεις για την εκταμίευση της δόσης (βλ. εδώ).

Η προτεινόμενη διάταξη πρέπει να αποσυρθεί. 

Επίσης στην παρ. 4 του άρθρου 4 του Ν.3862/2010 προτέινεται, όταν υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στο κείμενο της πράξης και στο κείμενο που αναρτήθηκε στο Διαδίκτυο να ισχύει το μη αναρτημένο! Δηλαδή άλλο θα έχει αναρτηθεί κι άλλο θα ισχύει. Πρόκειται για ξεκάθαρη απόκλιση από την αρχή της διαφάνειας και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του πολίτη ως προς το περιεχόμενο των διοικητικών πράξεων και σαφέστατα πρέπει κι αυτό να αποσυρθεί. 


Κατάργηση Ειδικών Επιτροπών Ελέγχου Εφαρμογής της Νομοθεσίας

Στο άρθρο 21 του νομοσχεδίου (βλ. εδώ), καταργούνται οι 8 Ειδικές Επιτροπές που έχουν συγκροτηθεί για να επιδικάζουν ειδικές αποζημιώσεις στους πολίτες όταν οι δημόσιες υπηρεσίες υπερβαίνουν τις προθεσμίες για διεκπεραίωση των υποθέσεων των πολιτών! Οι Ειδικές Επιτροπές δέχονται σχετικές αιτήσεις πολιτών, όταν οι δημόσιες υπηρεσίες ξεπερνούσαν τις προβλεπόμενες προθεσμίες (η γενική προθεσμία είναι 50 ημερών) και επιδικάζουν αποζημιώσεις στους πολίτες. 

Η πρόβλεψη για την επιδίκαση ειδικής χρηματικής ικανοποίησης προβλέπεται στο ίδιο το Σύνταγμα (άρθρο 10 παρ. 3) και συνεπώς, οποιαδήποτε μείωση του επιπέδου εξασφάλισης του δικαιώματος αυτό από την κοινή νομοθεσία, τραυματίζει το συνταγματικό κεκτημένο των πολιτών για ειδική αποζημίωση. 

Σύμφωνα με την Αιτιολογική Έκθεση του νομοσχεδίο (βλ. εδώ), ήδη δημιουργήθηκαν και άλλες ανεξάρτητες αρχές και ελεγκτικά σώματα που επιλαμβάνονται καταγγελιών πολιτών και εξάλλου η μη τήρηση προθεσμιών είναι, λέει, πειθαρχικό παράπτωμα. Καμία ανεξάρτητη αρχή και κανένα ελεγκτικό σώμα επιδικάζει ειδική χρηματική ικανοποίηση.  Επίσης, η Αιτιολογική Έκθεση αναφέρει ότι "τα δικαιώματα των πολιτών είναι κατοχυρωμένα και δεν υφίσταται λόγος ύπαρξης αλληλοεπικαλυπτόμενων δράσεων." Η Αιτιολογική Έκθεση όμως δεν δικαιολογεί την κατάργηση του δικαιώματος επιδίκασης "ειδικής χρηματικής ικανοποίησης", όπως προβλέπεται από το Σύνταγμα. Η κατάργηση των Ειδικών Επιτροπών σημαίνει, στην ουσία, κατάργηση του συνταγματικού δικαιώματος.  Άρα η προτεινόμενη διάταξη είναι αντίθετη στο άρθρο 10 παρ. 3 του Συντάγματος και πρέπει να αποσυρθεί. 

Γιατί φυσικά, δεν υπάρχει "ειδική χρηματική ικανοποίηση" αν ο πολίτης προσφύγει στα Δικαστήρια. Αυτή είναι η γενική χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Για την αποτελεσματικότητα της δικαστικής επιδίωξης του μέσου, θα αναφέρω μόνο ότι επειδή για τις ανεξάρτητες αρχές δεν επιτρέπεται τέτοια μορφή ειδικής χρηματικής ικανοποίησης, το 2009 πέντε ενδιαφερόμενοι προσέφυγαν στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, λόγω του ότι η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων είχε υπερβεί τις 50 ημέρες που λέει ο νόμος για την διεκπεραίωση των υποθέσεών τους (βλ. εδώ). Σημειώνω ότι μέχρι σήμερα δεν έχει καν προσδιοριστεί η ημέρα της δικασίμου, κατά την οποία το Διοικητικό Πρωτοδικείο θα εκδικάσει τις 5 υποθέσεις, παρόλο που υποβλήθηκε και ειδικό αίτημα τότε στον Γενικό Επίτροπο να προτάξει την εκδίκαση των υποθέσεων, με βάση τις νεότερες διατάξεις για την "πιλοτική δίκη". Το αίτημα απορρίφθηκε από τον Επίτροπο, καθώς δεν θεωρήθηκε ότι οι 5 αγωγές ήταν ικανός όγκος για να προκαλέσει "πιλοτική δίκη". 

Αυτά είναι σοβαρές εκπτώσεις στην διαφανή λειτουργία του Κράτους. Όπως και η διενέργεια "διαβούλευσης" με διάρκεια 24 ωρών.

Update: Η ανακοίνωση του Υπουργείου. 

Με ανακοίνωση που δημοσιοποιήθηκε πριν από λίγο (βλ. εδώ) το Υπουργείο διαψεύδει τα περί κατάργησης της διάταξης και αναφέρει ότι θα προχωρήσει σε αναδιατύπωση του χωρίου που αφορά την δυνητική ανάρτηση των πράξεων.

Ωστόσο, δεν απαντά σε ποια κατεύθυνση θα είναι η αναδιατύπωση: θα επιτρέπεται ή όχι η δυνητική ανάρτηση των πράξεων; Επίσης, γιατί να κατισχύει το υπογεγραμμένο κείμενο σε περίπτωση που υπάρχουν αποκλίσεις με το δημοσιευμένο;

Το Υπουργείο επίσης δεν απαντά στο πρόβλημα συνταγματικότητας που δημιουργείται με την κατάργηση των Ειδικών Επιτροπών Ελέγχου Εφαρμογής της Νομοθεσίας.

Είναι θετικό όμως ότι η διαβούλευση παρατείνεται μέχρι τις 9 Οκτωβρίου.








Τρίτη, Οκτωβρίου 01, 2013

Η διαρροή ως φαινόμενο αδιαφάνειας

Παρακολουθούμε τις τελευταίες ημέρες διαρκείς διαρροές απομαγνητοφωνημένων συνομιλιών που φέρονται ότι καταγράφουν τις παρακολουθήσεις στελεχών της Χρυσής Αυγής από την Ε.Υ.Π. Οι διαρροές αυτές αναπαράγονται εντελώς άκριτα, κυρίως από διαδικτυακά μέσα ενημέρωσης. 

Είμαι υπέρ της όσο το δυνατόν μεγαλύτερης δημοσιότητας της συγκεκριμένης υπόθεσης, ακριβώς λόγω της ιδιότητας ορισμένων από τους κατηγορούμενους, οι οποίοι έχουν ψηφιστεί από χιλιάδες ψηφοφόρους και φέρουν την ιδιότητα του μέλους του Ελληνικού Κοινοβουλίου. Ωστόσο, η δημοσιότητα αυτή, θα πρέπει να αποφασίζεται από τα αρμόδια όργανα, δηλαδή από τον εισαγγελέα που κατέχει το γενικό πρόσταγμα όσον αφορά τις πληροφορίες της δικογραφίας, σύμφωνα με τους προδιατυπωμένους κανόνες της νομοθεσίας για την δημοσιοποίηση πληροφοριών κατηγορουμένων. Και από το δικαστήριο, αν οι κατηγορούμενοι παραπεμφθούν σε δίκη. Θεωρώ ότι ήταν λάθος η απόφαση του δικαστηρίου για αποκλεισμό της τηλεοπτικής μετάδοσης της δίκης της 17Ν. Ένα λάθος που δεν θα πρέπει να επαναληφθεί. 

Οι κανόνες αυτοί, όσον αφορά τα προσωπικά δεδομένα κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 του Ν.2472/1997, όπως έχει τροποποιηθεί πρόσφατα, μετά την παγκόσμια κατακραυγή για την δημοσιοποίηση των στοιχείων των οροθετικών γυναικών που συνελήφθησαν το 2012. Όσον αφορά στοιχεία που καλύπτονται από το απόρρητο των τηλεπικοινωνιών, οι κανόνες αυτοί περιλαμβάνονται στον Ν.2225/1994, ο οποίος εξειδικεύει σε επίπεδο κοινής νομοθεσίας το άρθρο 19 του Συντάγματος που κατοχυρώνει το απόρρητο των τηλεπικοινωνιών. Αυτό το τελευταίο κανονιστικό σύνολο περί απορρήτου παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον: αναφέρει ότι η άρση του απορρήτου αφορά τις δικαστικές αρχές. Όχι τα μέσα ενημέρωσης. Όλη η δομή του Ν.2225/1994 φαίνεται ότι αφορά τις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες οι δικαστές πρέπει να ενημερωθούν για τις απόρρητες συνομιλίες ατόμων που σχετίζονται με σοβαρά κακουργήματα. Όχι της κοινής γνώμης. 

Το θεσμικό πλαίσιο πρέπει λοιπόν να αλλάξει, γιατί περιορίζει υπέρμετρα το δημόσιο ενδιαφέρον του κοινού για μια ποινική υπόθεση που συγκλονίζει την πολιτική ζωή της Χώρας. Το εύλογο ενδιαφέρον του κοινού αποτελεί συνταγματικό του δικαίωμα για πρόσβαση στην πληροφόρηση (άρθρο 5Α του Συντάγματος, άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, άρθρο 19 του ΔΣΑΠΔ) που δεν φαίνεται να κατοχυρώνεται από την απαρχαιωμένη Ελληνική νομοθεσία. 

Η λύση για αυτά δεν είναι οι διαρροές. Οι διαρροές έχουν τεκμήριο ανακρίβειας: ουδείς αναλαμβάνει την ευθύνη για την εγκυρότητα του περιεχομένου των εν λόγω συνδιαλέξεων. Ουδείς πιστοποιεί ότι αυτές είναι όλο το υλικό - δηλαδή όχι πετσοκομμένο και μονταρισμένο.  Το δημοσιογραφικό απόρρητο - δεοντολογικός κανόνας που κάποτε γνωρίζει όμως και τις εξαιρέσεις του, σύμφωνα με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (βλ. εδώ) - δεν μπορεί να λειτουργεί ως τρόπος να ξεπλυθούν οι τυχόν παρανομίες όσων, για άγνωστους λόγους, παραβιάζουν το καθήκον τους για τήρηση της υπηρεσιακής εχεμύθειας και του απορρήτου των επικοινωνιών. Το συνταγματικό δικαίωμα των κατηγορούμενων περιορίστηκε μια φορά, για να εντοπιστούν και να συλληφθούν. Το να καταστρατηγείται τόσο βάναυσα με την δημοσίευσή απόρρητων συνομιλιών στον Τύπο, χωρίς την τήρηση καμίας εγγύησης δεν αποτελεί διαφάνεια. Αποτελεί συντήρηση υπόγειων σχέσεων άγνωστων διαδρομών και φυσικά παραβατικών συμπεριφορών. 

Δεν είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζεται το φαινόμενο να γίνεται σουρωτήρι μια δικογραφία. Με κίνδυνο φυσικά και για την ίδια την ακεραιότητα της ποινικής προδικασίας, καθώς και σοβαρή διακινδύνευση της ποιότητας της όποιας δίκης μπορεί να ακολουθήσει, ιδίως σχετικά με το κριτήριό της ως "δίκαιης". Η πραγματική διαφάνεια και ανοικτότητα της κρατικής δράσης προβλέπει εξίσου διαφανείς κανόνες, διαδικασίες και θεσμούς που θα κληθούν να εφαρμόσουν αυτούς τους κανόνες.

Ένα πάγιο αίτημα για την ακέραιη ρύθμιση της διαφανούς κυκλοφορίας των πληροφοριών είναι η ίδρυση ενός Information Commissioner στην Ελλάδα, μιας ανεξάρτητης αρχής που θα απορροφήσει την Αρχή Προστασίας Δεδομένων και θα ασκεί την αρμοδιότητα της έκδοσης εκτελεστών αποφάσεων για την υποχρεωτική διάθεση δεδομένων του δημόσιου τομέα σε κάθε ενδιαφερόμενο. Την πρόταση είχα παρουσιάσει και παλαιότερα (βλ. εδώ), στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας των "4Δ" (Δημόσια Δεδομένα, Δικά μας Δεδομένα). Την πρόταση αυτή έχει υποβάλλει επίσης η Διεθνής Διαφάνεια (βλ. εδώ), στο πλαίσιο της σχετικής διαβούλευσης που οργάνωσε το Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης. Είναι ευκαιρία με βάση αυτή τη σοβαρότατη υπόθεση διαρροών, να τεθεί το θέμα σε επίσημη βάση, να καταστρωθεί ένας Κώδικας Πρόσβασης στην Δημόσια Πληροφορία που θα ορίζει με σαφείς κανόνες το παιχνίδι της σχέσης των κρατικών αρχών με τα μ.μ.ε. και κάθε τρίτον και θα ορίζει τον Information Commissioner ως κεντρική ανεξάρτητη αρχή, αρμόδια για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών. 




Τρίτη, Σεπτεμβρίου 24, 2013

Ασκήσεις επί καταστατικού χάρτου

Καθώς ανοίγει εκ νέου μια μεγάλη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος - κάποιοι κάνουν λόγο και για εξ αρχής θέσπιση νέου Συντάγματος - από διάφορες πλευρές διατυπώνονται προτάσεις για ένα πιθανό περιεχόμενο των νέων διατάξεων. Αξίζει να τις παρακολουθεί κανείς όλες και να συμμετέχει σε μια τέτοια δημόσια συζήτηση.

Μια πρόσφατη πρόταση είναι αυτή που δημοσιοποίησε ο καθηγητής συνταγματικού δικαίου κ. Τσακυράκης, μαζί με τον κ. Τσιάλα, στο ιστολόγιο του πρώτου, με τίτλο "άσκηση αναθεώρησης του Συντάγματος" (βλ. εδώ). Ένα εισαγωγικό κείμενο παρουσιάζει το πλαίσιο και την στόχευση της άσκησης (το προοίμιο και τα πρώτα 25 άρθρα)  και ένας πίνακας διατάξεων παρουσιάζει τις ισχύουσες διατάξεις, τις προτεινόμενες τροποποιήσεις και μια συνοπτική αιτιολόγηση.

Στο εισαγωγικό κείμενο που αποτελείται από πέντε συνοπτικές παραγράφους, εξαγγέλλονται οι κύριες επιλογές της άσκησης: (i) απάλειψη της επιφύλαξης υπέρ του νόμου, ως λόγου περιορισμού των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, (ii) απάλειψη της μνείας στην αρχή της αναλογικότητας, ως "πεπλανημένης μεθοδολογικής αντίληψης", (iii) απάλειψη της αναφοράς στα χρηστά ήθη και στην καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, (iv) απάλειψη της πρόβλεψης περί τριτενέργειας, (v) απάλειψη ερμηνευτικών δηλώσεων. 

Ένα Σύνταγμα που απεμπολεί τα παραπάνω (i-iv) στοιχεία του, δυσχερώς θα συναρμοζόταν με τις διεθνείς κι ευρωπαϊκές κατοχυρώσεις της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, όπως αυτές έχουν εξελιχθεί και ισχύουν τα τελευταία 60 χρόνια στο γενικότερο νομικό περιβάλλον που επηρεάζει και το Ελληνικό δίκαιο. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), του Διεθνούς Σύμφωνο των Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων (ΔΣΑΠΔ) καθώς και του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (που έχει ίση τυπική ισχύ προς την Συνθήκη της ΕΕ). 

 Συγκεκριμένα:

(i) για  την απάλειψη της επιφύλαξης υπέρ του νόμου, ως συνταγματικά ανεκτού περιορισμού ατομικού δικαιώματος. ΕΣΔΑ, ΔΣΑΠΔ και ΧΘΕΕ ακολουθούν την θεμελιώδη αρχή, κατά την οποία τα δικαιώματα μπορούν να περιοριστούν μόνο με "νόμο", ο οποίος επιδιώκει θεμιτούς σκοπούς (συχνά αναφέρονται κατηγορίες αυτών των σκοπών) και εισάγει μέτρο "αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία". Σύμφωνα με την νομολογία των δικαιοδοτικών ή άλλων οργάνων που είναι επιφορτισμένα με την εφαρμογή των συνθηκών σε τελικό "βαθμό", ως νόμος δεν νοείται κάθε κανονιστική ρύθμιση, αλλά εκείνη που παρουσιάζει δύο σημαντικά στοιχεία διαφάνειας: την προσβασιμότητα του ατόμου στο κείμενό της ρύθμισης (accessibility) και την προβλεψιμότητα των συνεπειών του από τον τυχόν παραβάτη (forseeability). Το "αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία" επιβάλλει στον εφαρμοστή να αναζητήσει, κατά την νομολογία, εάν το μέτρο ανταποκρίνεται σε μια "πιεστική κοινωνική ανάγκη" (pressing social need), ή όχι. Οποιαδήποτε απάλειψη λοιπόν αυτού του σαφούς, αντικειμενικού, διαφανούς και δημοκρατικά νομιμοποιημένου περιορισμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων, απλώς επαναφέρει την εφαρμογή του δικαίου στην "προηγούμενη κατάσταση", σε ένα ancien régime, στο οποίο καθένας ερμηνεύει κατά το δοκούν την προέλευση του περιορισμού ενός θεμελιώδους δικαιώματος. Η δικαολογία ότι "ο νόμος δεν αποτελεί περιορισμό του δικαιώματος, αλλά προσδιορισμό του περιεχομένου του" αφενός παρορά την συχνά εργαλειακή χρήση της νομοθεσίας από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία κι αφετέρου απορρίπτει την αυτοτελή κανονιστική πληρότητα των συνταγματικών διατάξεων που χρειάζονται, δήθεν, έναν νόμο να προσδώσει περιεχόμενο στο νόημά τους! Με λίγα λόγια, η πρόταση αυτή καταργεί την θεμελιακή αρχή της φιλελεύθερης δημοκρατίας, κατά την οποία "ό,τι δεν απαγορεύεται, επιτρέπεται" και ανατρέπει πλήρως τον συσχετισμό κανόνα - εξαίρεσης,  ανάγοντας τον κοινό νομοθέτη σε νοηματοδότη του Συντάγματος. [Διατάξεις με τις οποίες έρχεται σε αντίθεση η πρόταση: ΕΣΔΑ 8 παρ. 2, 9 παρ. 2, 10 παρ. 2, 11 παρ. 2,  ΔΣΑΠΔ 19 παρ. 3, 21, 22, ΧΘΔΕΕ 52]

(ii) για την απάλειψη της αρχής της αναλογικότητας, υποστηρίζεται ότι αποτελεί πεπλανημένη μέθοδο επειδή "αντιλαμβaνεται τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ποσοτικά μεγέθη που μπορούν να μετρηθούν με τα σταθμά μιας ζυγαριάς". Σε αντικατάσταση της αρχής της αναλογικότητας, οι ασκούμενοι μας προτείνουν τον "προσεκτικό και στέρεο εννοιολογικό προσδιορισμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου βάσει πειστικών επιχειρημάτων". Δηλαδή αντί μιας μεθόδου που αφορά την νομική αξιολόγηση του περιορισμού του δικαιώματος, οι ασκούμενοι μας προτείνουν να είμαστε  "προσεκτικοί" (με ποια έννοια;) και να προσδιορίζουμε "στέρεα" τα δικαιώματα (αορίστως), με βάση τις ρητορικές μας ικανότητες ("πειστικά επιχειρήματα"). Τα περί "ποσοτικών μεγεθών" είναι επίσης αβάσιμα, αφού οι τρεις έλεγχοι που αφορά η αρχή της αναλογικότητας δεν έχουν σχέση με "ποσότητες", αλλά με την ποιότητα του περιορισμού και την αναζήτηση τυχόν ηπιότερου μέτρου για την πρακτική εναρμόνιση των αντικρουόμενων έννομων συμφερόντων. Η προτίμηση ηπιότερου έναντι του επαχθέστερου μέτρου δεν αποτελεί μια διαδικασία "μέτρησης"  ώστε να μιλάμε για "ποσοτικά μεγέθη", αλλά μια διαδικασία ποιοτικής ανάλυσης. Η αρχή της αναλογικότητας ενυπάρχει στις διατάξεις της ΕΣΔΑ και του ΔΣΑΠΔ που αναφέρονται στην αναγκαιότητα του νόμου σε μια δημοκρατική κοινωνία, ενώ περιέχεται σε ρητή διάταξη του ΧΘΔΕΕ (άρθρο 52 παρ. 1: "Τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων"), ως θεμελιώδης αρχή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εξάλλου, η διάπλαση της αρχής της αναλογικότητας μέσα από την θεωρία και την νομολογία και η συνταγματική κατοχύρωσή της δεν "καταργούνται" με την απάλειψή τους από τον καταστατικό χάρτη. Επρόκειτο για κανόνα συνταγματικής περιωπής και προ της ρητής ένταξής του στο άρθρο 25 του Συντάγματος (με την Αναθεώρηση του 2001) και η εκ των υστέρων απάλειψή του απλώς θα ακύρωνε την κωδικοποιητική λειτουργία του θεμελιώδους νόμου.

(iii) για την απάλειψη της κατάχρηστικής άσκησης δικαιώματος, η αιτιολόγηση είναι ότι αποτελεί αόριστη νομική έννοια, μη επαρκώς αποσαφηνισμένη. Πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολόγηση που αρνείται την συνταγματική τελολογία: αμφισβητεί ότι τα δικαιώματα έχουν θεσπιστεί για την εξυπηρέτηση συνταγματικών σκοπών και ότι υπάρχει το ενδεχόμενο της εκμετάλλευσης των δικαιωμάτων για την επίτευξη στόχων που είναι αντίθετοι από τους συνταγματικούς. Η απαγόρευση της κατάχρησης δικαιώματος προβλέπεται στο άρθρο 17 της ΕΣΔΑ ("Τίποτε σε αυτή τη Σύμβαση δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο ώστε να επιτρέπει σε ένα Κράτος, ομάδα ή πρόσωπο το δικαίωμα της ενάσκησης δραστηριότητας ή τέλεσης μιας πράξης που αποσκοπεί στην κατάλυση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνονται εδώ ή στον περιορισμό τους σε έκταση μεγαλύτερη από αυτήν που προβλέπεται από τη Σύμβαση.") και στο άρθρο 54 του ΧΘΔΕΕ ("Καμία από τις διατάξεις του παρόντος Χάρτη δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως συνεπαγόμενη δικαίωμα επίδοσης σε δραστηριότητα ή εκτέλεσης πράξης που αποσκοπεί στην κατάλυση των δικαιωμάτων ή ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον παρόντα Χάρτη ή σε περιορισμούς των δικαιωμάτων και ελευθεριών ευρύτερους από τους προβλεπόμενους σε αυτόν.")

(iv) για  την απάλειψη της τριτενέργειας, με την αιτιολογία ότι ούτως ή άλλως το Κράτος οφείλει να διασφαλίζει την εφαρμογή των δικαιωμάτων και στις σχέσεις μεταξύ των ιδιωτών. Η σκέψη αυτή είναι ορθή, αλλά απορρέει από μια ερμηνεία του Συντάγματος. Η ισχύουσα συνταγματική διάταξη αναφέρει: "τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν". Αν απαλειφθεί από το Σύνταγμα η συγκεκριμένη διάταξη, η κοινή νομοθεσία που κατοχυρώνει εγγυήσεις τήρησης ατομικών δικαιωμάτων στις  σχέσεις ιδιωτών, χάνει την ρητή συνταγματική της έδραση κι επομένως επιδέχεται κατάργησης από τον κοινό νομοθέτη. Ενώ αντιθέτως, η ρητή πρόβλεψη της τριτενέργειας στο συνταγματικό κείμενο ισχυροποιεί τα εγγυητικά κρατικά μέτρα, στο βαθμό εκείνον που η νομοθετική κατάργησή τους να μην είναι συνταγματικώς ανεκτή, αν δεν αντικατασταθούν ταυτόχρονα από άλλα μέτρα που διασφαλίζουν ίσο επίπεδο προστασίας. 

Σχετικά με τις ειδικότερες τροποποιήσεις των διατάξεων που προβλέπονται στον πίνακα με το ισχύον και το προτεινόμενο δίκαιο: 

- Άρθρο 5 παρ. 2: προτείνεται η αντικατάσταση του όρου "τιμή" από τον όρο "ανθρώπινη αξία", για να αποδώσει "εναργέστερα" το περιεχόμενο του προστατευόμενου αγαθού. Αν το προστατευόμενο αγαθό ήταν η "ανθρώπινη αξία", θα αρκούσε η σχετική πρόβλεψη του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία πρωταρχικός σκοπός της πολιτείας είναι ο σεβασμός και η προστασία της ανθρώπινης αξίας. Στο άρθρο 5 παρ. 2 ο συνταγματικός νομοθέτης προφανώς δεν ήθελε να "ταυτολογήσει", αλλά να αναφερθεί σε τρία ειδικότερα της "ανθρώπινης αξίας" έννομα αγαθά: την τιμή, την ζωή και την ελευθερία που κατοχυρώνονται και σε επίπεδο κοινής νομοθεσίας με  διατάξεις ποινικού και αστικού δικαίου. Η συνταγματική διάταξη έχει το νόημα της υποχρεωτικής εφαρμογής της κοινής νομοθεσίας όχι μόνο σε Έλληνες πολίτες, αλλά σε οποιονδήποτε βρίσκεται στην Ελληνική Επικράτεια. Επομένως, η αντικατάσταση του "τιμή" με το "ανθρώπινη αξία" αναιρεί την στοχευμένη επιβολή  εφαρμογής των ειδικότερων διατάξεων για την προστασία της τιμής σε οποιονδήποτε βρίσκεται στην Ελληνική Επικράτεια.

- Άρθρο 5Α: προτείνεται η κατάργηση του δικαιώματος στην πληροφόρηση και του δικαιώματος συμμετοχής στην Κοινωνία της Πληροφορίας, επειδή "προστέθηκε άνευ λόγου στην αναθεώρηση του 2001" και λόγω του ότι προβλέπεται από άλλες "μείζονες" (;;;) διατάξεις "και ιδίως σε εκείνες που αναφέρονται στην ελευθερία του τύπου και της έκφρασης". Γνήσια αντιμεταρρυθμιστική πρόταση, εισηγείται την κατάργηση ενός αυτοτελούς δικαιώματος στην πληροφόρηση, ενώ την ίδια στιγμή δεν εισηγείται τον εμπλουτισμό του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης στο άρθρο 14 του Συντάγματος. Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, αλλά και κατά το άρθρο 19 του ΔΣΑΠΔ και το άρθρο 11 παρ. 1 του ΧΘΔΕΕ προβλέπεται ρητώς και το δικαίωμα λήψης και μετάδοσης πληροφοριών, ως μέρος του γενικότερου δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης. Στην ελληνική εκδοχή της ελευθερίας έκφρασης, το άρθρο 14 κατοχυρώνει ρητώς μόνο το δικαίωμα έκφρασης και διάδοσης στοχασμών, όχι όμως και το δικαίωμα πρόσβασης στην πληροφόρηση. Ερμηνευτικά βέβαια τα δικαστήρια και η επιστήμη κατέληγαν και σε αυτό το συμπέρασμα, αλλά δεν μπορεί μια συνταγματική αναθεώρηση αντί να κωδικοποιεί τις κατακτήσεις της νομολογία και της επιστήμης, υποδεχόμενη και το νέο φαινόμενο της Κοινωνίας της Πληροφορίας, να αρνείται την πρόσθετη αξία της συνταγματικής κατάστρωσης. 

- Άρθρο 9Α: προτείνεται η κατάργηση του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, αναφέροντας ότι "προστέθηκε άνευ λόγου στην αναθεώρηση του 2001". Άλλη μια αντιμεταρρυθμιστική πρόταση, η οποία αγνοεί όχι μόνο όλο το νομικό υπόβαθρο της συνταγματικής αυτονόμησης της προστασίας προσωπικών δεδομένων, αλλά και ότι από το 2000 ο Χάρτης Θεμελιωδών Ελευθεριών της ΕΕ προβλέπει ήδη ιδιαίτερο θεμελιώδες δικαίωμα "προστασίας προσωπικών δεδομένων" στο άρθρο 8, ενώ σχετικές συζητήσεις γίνονται στο Συμβούλιο της Ευρώπης και για αντίστοιχη προσθήκη στην ΕΣΔΑ. Είναι κοινή παραδοχή ότι οι προϋπάρχουσες συνταγματικές διατάξεις δεν επαρκούσαν για να υποστηρίξουν στο σύνολο της εφαρμογής του το θεσμικό πλαίσιο για την προστασία προσωπικών δεδομένων, αφού αυτά εκφεύγουν του στενού πυρήνα της "ιδιωτικής ζωής" και αφορούν κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο, είτε "ιδιωτικής" είτε "δημόσιας" φύσης. Εξάλλου, η προστασία προσωπικών δεδομένων αποτελεί σήμερα ρητό συνταγματικό κανόνα στην πλειοψηφία των συνταγμάτων των Ευρωπαϊκών χωρών. Τέλος, η συνταγματική κατοχύρωση του δικαιώματος προστασίας προσωπικών δεδομένων έχει διασώσει την ίδια την ύπαρξη του Ν.2472/1997, οι αλλεπάλληλες νομοθετικές επεμβάσεις του οποίου μέσα στα χρόνια καταδεικνύουν ότι η εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία ευχαρίστως θα τον καταργούσε, τουλάχιστον κατά το μέρος του που δεν συνιστά εναρμόνιση προς την Οδηγία (ΕΚ) 95/46.

- Άρθρο 14 παρ. 9: προτείνεται η κατάργηση "της ρύθμισης για τον βασικό μέτοχο ως ασυμβίβαστη με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης". Ο λόγος της κατάργησης είναι ανακριβής: η ρύθμιση για τον "βασικό μέτοχο" δεν είναι αντίθετη με το δίκαιο της ΕΕ. Σύμφωνα με την απόφαση της 16.12.2008 στην υπόθεση C-213/07, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίσουν τέτοιες διατάξεις, αρκεί να μην καθιερώνονται ως αμάχητα τεκμήρια, αλλά να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 9 του Σ. συνυπάρχει με την διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 δ' που κατοχυρώνει την αρχή της αναλογικότητας. Επομένως, αντίθετη στο δίκαιο της ΕΕ θα καθιστούσε την διάταξη η τυχόν κατάργηση της αρχής της αναλογικότητας. 

- Άρθρο 15: διατηρείται η πρόβλεψη άσκησης ελέχου στην ραδιοτηλεόραση από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης! Η "ανεξάρτητη αρχή" που έχει βλάψει όσο κανένας άλλος κρατικός φορέας την ελευθερία του λόγου θα έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο κατάργησης, ενώ οι αρμοδιότητες σχετικά με την τήρηση των κανόνων ελεύθερου ανταγωνισμού στην ρ/τ θα έπρεπε να ανατεθούν στην Επιτροπή Ανταγωνισμού (με διάταξη του κοινού νομοθέτη, φυσικά).

Συνολικά, οι προτεινόμενες τροποποιήσεις δεν μπορούν να χαιρετισθούν από πλευράς παρακολούθησης των ευρωπαϊκών και διεθνών προτύπων για την κατάστρωση και εφαρμογή των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στο τέλος του πίνακα εξάλλου αποκαλύπτεται ότι κεντρικός στόχος των ασκούμενων ήταν να περιορίσουν τον αριθμό των λέξεων (!) που περιλαμβάνονται στα πρώτα 25 άρθρα του Συντάγματος. Υποπίπτοντας όμως έτσι, στην αντίφαση του να κατακεραυνώνουν αφενός την αρχή της αναλογικότητας μεν ως  εργαλείο "ποσοτικών" ρυθμίσεων, ενώ αφετέρου ανάγουν την μείωση του όγκου του συνταγματικού κειμένου σε τελικό στόχο της άσκησής τους.



 

31 Aυγούστου 2025: η προθεσμία του Υπουργείου Παιδείας για το εναλλακτικό μάθημα

Την 31 Αυγούστου 2025 λήγει η προθεσμία που έχει τάξει το Συμβούλιο της Επικρατείας στο Υπουργείο Παιδείας για "να ολοκληρώσει τις απαρ...