Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εμπόριο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εμπόριο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Φεβρουαρίου 21, 2012

Μια ανάλυση της ACTA

Το πρώτο τμήμα του κεφαλαίου Ι της συμφωνίας τιτλοφορείται "Αρχικές Διατάξεις". Στο άρθρο 1 της ACTA αναφέρεται ότι καμία διάταξή της δεν παρεκκλίνει από άλλες υποχρεώσεις που έχουν συμβαλλόμενα μέρη (δηλαδή κράτη ή ενώσεις κρατών, όπως η ΕΕ) δυνάμει των ισχυουσών συμφωνιών, συμπεριλαμβανομένης της συμφωνίας TRIPS. Αυτό το άρθρο ξεκαθαρίζει ότι όλες οι διατάξεις της ACTA, παρόλο που θα αποτελούν διεθνές δίκαιο, δεν θα κατισχύουν άλλων διατάξεων διεθνούς δικαίου που ήδη ισχύουν μεταξύ των συμβαλλόμενων κρατών. Πρόκειται για μια πολύ σημαντική ρήτρα, η οποία κανονικά θα πρέπει να ακυρώνει οποιαδήποτε άλλη διάταξη περιέχει η ACTA, εφόσον θεωρηθεί ότι είναι αντίθετη, για παράδειγμα, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων. Από την άλλη πλευρά, αποτελεί μια εξαιρετικά ανησυχητική ρήτρα, διότι συνήθως οι διεθνείς συμφωνίες που κατ' εξοχήν παραβιάζουν άλλα διεθνή δικαιώματα, φροντίζουν να διακηρύσσουν την νομιμότητά τους, περιλαμβάνοντας μια τέτοια διαβεβαίωση, η οποία πολλές φορές καταντά θεωρητική, αφού τελικά παραπέμπει στην νομική ερμηνεία κι όχι στην νομική σαφήνεια και την ασφάλεια δικαίου. Πάντως, η ρήτρα του άρθρου 1 σημαίνει ότι σε περίπτωση αμφιβολίας, υποχωρεί η διάταξη της ACTA έναντι άλλης κατισχύουσας διάταξης του διεθνούς δικαίου. H συμφωνία TRIPS είναι μια άλλη σχετική πολυμερής συνθήκη που θεσπίστηκε στο πλαίσιο του Οργανισμού Παγκόσμιου Εμπορίου και κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν.2290/1995.

Στο άρθρο 2, η ACTA αναφέρει ότι οι ρυθμίσεις είναι ένα minimum που οφείλουν να ακολουθήσουν τα κράτη, τα οποία εάν το επιθυμούν μπορούν να το υπερβούν και να προβλέψουν εκτενέστερη επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Ωστόσο, η ίδια η ACTA αναγνωρίζει ότι κάθε κράτος είναι ελεύθερο να καθορίσει τη μέθοδο που κρίνει κατάλληλη για την εφαρμογή των διατάξεών της, στο πλαίσιο του νομικού του συστήματος και της πρακτικής. Αυτό σημαίνει ότι η ACTA δεν είναι μια σύμβαση άμεσης εφαρμογής, αλλά πρέπει να θεσπιστούν και νομοθετικά μέτρα σε εθνικό επίπεδο - εάν δεν υπάρχουν ήδη- για την επίτευξη των στόχων της συμφωνίας. Στο ίδιο άρθρο διευκρινίζεται ότι καμία διάταξη της ACTA δεν δημιουργεί υποχρέωση κατανομής των πόρων μεταξύ της επιβολής δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας κι επιβολης του νόμου γενικά, δηλαδή καμία διάταξη της ACTA δεν επεμβαίνει στα δημοσιονομικά της αντεγκληματικής πολιτικής και την σχετική διαχείριση υλικοτεχνικής υποδομής και ανθρώπινων πόρων. Πρόκειται για μια ρήτρα θεωρητικής εκμηδένισης του προϋπολογισμού του κόστους της ACTA, η οποία όμως μπορεί επίσης να αποδειχθεί προσχηματική, όπως και η ρήτρα του άρθρου 1. Σε κάθε περίπτωση όμως, εάν κάποια διάταξη όντως επεμβαίνει σε αυτά τα θέματα πρέπει να θεωρείται ως μη ισχύουσα.

Στο άρθρο 3 ("Σχέση με τα πρότυπα για τη διαθεσιμότητα και την έκταση των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας"), η ACTA περιέχει δύο πολύ ενδιαφέρουσες διατάξεις. Η διάταξη της πρώτης παραγράφου αναφέρει ότι η ACTA δεν τροποποιεί τις διαταξεις που ισχύουν στο δίκαιο του κράτους και διέπουν την διαθεσιμότητα, την απόκτηση, την έκταση και την διατήρηση δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Στην δεύτερη παράγραφο, ακόμα πιο κατηγορηματικά, αναφέρει ότι η ACTA δεν παράγει καμία υποχρέωση εφαρμογής μέτρων από τα κράτη, όταν ένα δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας δεν προστατεύεται από τη νομοθεσία και τις κανονιστικές ρυθμίσεις του. Αυτό σημαίνει ότι η ACTA δεν επεμβαίνει στο ουσιαστικό μέρος του δικαίου διανοητικής ιδιοκτησίας και ότι δεν εισάγει υποχρεώσεις για τέτοια δικαιώματα που τυχόν δεν προβλέπονται στο εκάστοτε εθνικό δίκαιο. Για παράδειγμα, στην Ελλάδα το ισχύον δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας είναι ο Ν.2121/1993. Mέχρι και το 8ο κεφάλαιο ο νόμος αυτός προβλέπει ουσιαστικές διατάξεις: ποια είναι τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας κατά το Ελληνικό δίκαιο (μετά αρχίζουν οι διατάξεις "επιβολής" των δικαιωμάτων). Στο κλασικό ηπειρωτικό δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας, τα δικαιώματα αποκτώνται με την διατύπωση ενός έργου (όχι με την "κατάθεση" σε κάποιο Γραφείο ή Οργανισμό, όπως συμβαίνει λ.χ. στις ΗΠΑ). Με την ACTA αυτό δεν αλλάζει. Επίσης, κατά το κλασικό ηπειρωτικό δίκαιο, δεν κατοχυρώνεται η "ιδέα", αλλά μόνο η διατύπωση ενός έργου. Για παράδειγμα, δεν μπορείς να κατοχυρώσεις έναν "ήρωα" (πέρα από την εμφάνισή του ή τον συγκεκριμένο κείμενο που εμφανίζεται να εκφέρει αυτός σε ένα σενάριο), ενώ στις Η.Π.Α. μπορείς. Ούτε κι αυτό αλλάζει με την ΑCTA. H ΑCTA έρχεται να φέρει νέες αρχές όσον αφορά την επιβολή των δικαιωμάτων και όχι την εναρμόνιση του ουσιαστικού μέρους της νομοθεσίας περί διανοητικής ιδιοκτησίας. Αν κάποια διάταξή της επιχειρήσει το αντίθετο, η ορθή ερμηνεία της πρέπει να την προσεγγίζει συσταλτικά, ενόψει του άρθρου 3.

Το άρθρο 4 έχει τίτλο "Ιδιωτικότητα και δημοσιοποίηση πληροφοριών". Στην πρώτη παράγραφο, διευκρινίζει ότι η ACTA δεν επιτρέπει στα συμβαλλόμενα μέρη (προσοχή: στα κράτη, όχι στους παρόχους σύνδεσης) να δημοσιοποιούν πληροφορίες εφόσον αυτό: α) απαγορεύεται από την νομοθεσία τους ή το διεθνές δίκαιο, β) παρεμποδίζει το δημόσιο συμφέρον ή την επιβολή του νόμου, γ) ζημιώνει τα θεμιτά εμπορικά συμφέροντα συγκκεριμένων επιχειρήσεων, δημόσιων ή ιδιωτικών. Σύμφωνα με την παράγραφο 2, όταν ένα συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει πληροφορίες από άλλο συμβαλλόμενο μέρος οφείλει να μην της χρησιμοποιήσει για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους παρασχέθηκαν, εκτός εάν υπάρχει η συγκατάθεση του μέρους που παρέδωσε τις πληροφορίες. Επομένως, η ACTA σαφώς επιτρέπει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών, με τις παραπάνω 4 απαγορεύσεις, οι οποίες όμως είναι εξαιρετικά ευρείες κι ανοικτές σε ερμηνεία.

Το δεύτερο τμήμα του πρώτου κεφαλαίου έχει τίτλο "Γενικοί ορισμοί", όπως και το μοναδικό άρθρο που περιέχει, το άρθρο 5, το οποίο επίσης έχει τίτλο "γενικοί ορισμοί". Περιλαμβάνονται ορισμένοι όροι με δεσμευτικό νοηματικό περιεχόμενο. Ως "επιτροπή ACTA" oρίζεται μια επιτροή που δημιουργείται δυνάμει του κεφαλαίου V της ACTA. Ως "προϊόντα με εμπορικό σήμα το οποίο αποτελεί αντικείμενο παραποίησης ή απομίμησης" είναι κάθε προϊόν, συμπεριλαμβανομένης της συσκευασίας του, το οποίο φέρει χωρίς άδεια εμπορικό σήμα πανομοιότυπο με εμπορικό σήμα που έχει καταχωριστεί έγκρυα σε σχέση με το εν λόγω προϊόν κλπ. Δηλαδή, ένα προϊόν "μαϊμού". Ως "προϊόν παράνομης εκμεταλλευσης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας" ορίζεται κάθε προϊόν το οποίο αποτελεί αντίγραφο άλλου προϊόντος, χωρίς τη συγκατάθεση του κατόχου του σχετικού δικαιώματος ή του προσώπου που έχει εξουσιοδοτηθεί δεόντως από τον κάτοχο του δικαιώματος στη χώρα παραγωγής και το οποίο παράγεται με την αντιγραφή, άμεση ή έμμεση (τι σημαίνει άραγε "έμμεση αντιγραφή"; Αντιγραφή εξ αντιγράφου; Όπως η φωτοτυπία μιας φωτοτυπίας;) κάποιου άλλου αντικειμένου, τη στιγμή που η παραγωγή του εν λόγω αντιγράφου θα μπορούσε να θεωρηθεί παράβαση δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας ή άλλου σχετικού δικαιώματος βάσει της ιδιοκτησίας της ώρας στην οποία γίνεται η επίκληση των διαδικασιών που προβλέπονται στο κεφάλαιο ΙΙ (Νομικό πλαίσιο για την επιβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας). Ήδη αυτός ο ορισμός είναι εξόχως προβληματικός από απόψεως σαφήνειας. Κανένα προϊόν δεν είναι νομικά παράνομο εάν "θα μπορούσε να θεωρηθεί" ότι έχει δημιουργηθεί κατά παράβαση νόμου. Πρόκειται για μια ασάφεια, η οποία προσβάλλει θεμελιώδεις αρχές, όπως η αρχή της ασφάλειας δικαίου, ο σεβασμός του τεκμηρίου της αθωότητας, το in dubio pro reo, ενδεχομένως το nullum crimen nulla poena sine lege certa.

To κεφάλαιο ΙΙ της ACTA έχει τίτλο: "Νομικό πλαίσιο για την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδικτησίας". Κάθε νομοθέτημα "για την επιβολή δικαιωμάτων" προϋποθέτει ότι υπάρχουν τα σχετικά δικαιώματα και απλώς οριοθετεί τον τρόπο πρακτικής διασφάλισής τους από παραβιάσεις. Συνεπώς, το κεφάλαιο αυτό, σύμφωνα και με τα αρχικά άρθρα, δεν πρέπει να προσθέσει τίποτε επί του ουσιαστικού δικαίου των κρατών.

Το τμήμα 1 του κεφαλαίου ΙΙ έχει τίτλο "Γενικές υποχρεώσεις." Στο άρθρο 6 που περιέχει, αναφέρεται γενικόλογα στην υποχρέωση των κρατών να έχουν αποτελεσματικό και γρήγορο σύστημα για την αντιμετώπιση παραβιάσεων δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, χωρίς όμως να δημιουργούνται εμπόδια για το νόμιμο εμπόριο και με μηχανισμούς για την εξασφάλιση της μη καταχρηστικής προσφυγής σε αυτές. Δηλαδή δεν πρέπει τα κράτη να δημιουργήσουν τελικά υπερ-ασπίδες προστασίας που θα δυσχεραίνουν τις νόμιμες συναλλαγές και τελικά την ελευθερία (νόμιμο εμπόριο είναι και η απλή παροχή πρόσβασης στο Διαδίκτυο), ούτε να διευκολύνουν διάφορες εταιρίες προστασίας δικαιωμάτων να προσφεύγουν για ψύλλου πήδημα στα νομικά συστήματα που θα ιδρύσουν τα κράτη.

Στο τμήμα 2, με τίτλο "Αστικές κυρώσεις", η ACTA γίνεται πιο συγκεκριμένη. Στο άρθρο 7 ("Πρόβλεψη διατάξεων πολιτικής δικονομίας") αναφέρεται ότι τα κράτη πρέπει να διαθέτουν συστήματα πολιτικής δικονομίας (δηλαδή δικαστηρίων που δικάζουν διαφορές μεταξύ ιδιωτών) για την επιβολή οποιουδήποτε δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας. Εφόσον, εννοείται, αυτό το δικαίωμα προβλέπεται ήδη από το εσωτερικό δίκαιο. Η διάταξη αυτή ήδη ακολουθείται από το ελληνικό δίκαιο: οι ιδιωτικές διαφορές πνευματικής ιδιοκτησίας υπάγονται στα αστικά δικαστήρια. Στο άρθρο 8 ("ασφαλιστικά μέτρα", αλλά όχι με την έννοια που χρησιμοποιείται ο όρος στην πολιτική δικονομία, εννοούν μάλλον συντηρητικά μέτρα), η ACTA επιβάλλει στα κράτη να εισάγουν διατάξεις βάσει των οποίων τα δικαστήρια μπορούν να εκδώσουν εντολές κατά άλλων συμβαλλόμενων μερών (δηλ. κρατών ή ενώσεων κρατών) για να σταματήσουν παράβαση ή να αποτρέψουν την είσοδο προϊόντων που σχετίζονται με παράβαση, στα δίκτυα εμπορίας. Πρόκειται για σαφή παραίτηση από το δικαίωμα της ετεροδικίας, η οποία όμως εφόσον αφορά ένα εμπορικό θέμα είναι θεμιτή. Ωστόσο, η γενικότητα της δυνατότητας παρεμπόδισης εισόδου προϊόντος "στα δίκτυα εμπορίας" δημιουργεί ανησυχία όσον αφορά την πιθανή εφαρμογή αυτής της δυνατότητας στο Διαδίκτυο. Παράλληλα, τα κράτη έχουν την δυνατότητα να περιορίζουν, κατά την δεύτερη παράγραφο, τα διαθέσιμα ένδικα μέσα μόνο στην καταβολή αποζημιώσεως, χωρίς δηλαδή άλλες απαγορεύσεις, εφόσον όμως τα συμβαλλόμενα μέρη ακολουθούν τις διατάξεις του μέρους ΙΙ της σύμβασης TRIPS.

To άρθρο 9 ("Αποζημίωση") προβλέπει το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια πρέπει να επιδικάζουν αποζημιώσεις για τις παραβάσεις πνευματικής ιδιοκτησίας, στην οποία περιλαμβάνονται διαφυγόντα κέρδη, αξία των παράνομων προϊόντων ή υπηρεσιών με βάση την αγοραία τιμή ή την προτεινόμενη τιμή λιανικής πώλησης. Αυτο ισχύει έτσι κι αλλιώς στο ελληνικό δίκαιο με βάσει τις γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Η ACTA προσθέτει κάποιες κατευθυντήριες γραμμές για τον τρόπο υπολογισμού των αποζημιώσεων που ακολουθούνται ήδη από τα δικαστήρια.

Το άρθρο 10 ("Άλλα έννομα μέσα") προβλέπει ότι τα δικαστήρια θα μπορούν να διατάξουν την καταστροφή των πλαστών προϊόντων χωρίς αποζημίωση του παραβάτη. Στη δεύτερη παράγραφο, όμως, αναφέρεται επίσης ότι τα δικαστήρια πρέπει να μπορούν να διατάζουν καταστροφή ή απόσυρση από τα δίκτυα εμπορίας "υλικών και των εργαλείων που χρησιμοποιούνται κατά κύριο λόγο για την παραγωγή ή την δημιουργία των εν λόγω παράνομων προϊόντων, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και χωρίς την καταβολή κανενός είδους αποζημίωσης, κατά τρόπον ώστε να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος περαιτέρω παραβάσεων". Εδώ αρχίζουν οι παραλογισμοί της ACTA, και η γελοιοποίηση μιας διεθνούς συμφωνίας, το κείμενό της οποίας, θα μπορούσε να αποτελέσει βάση ώστε τα δικαστήρια να απαγορεύσουν τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τα memory sticks, τα dvds, τα φωτοτυπικά, προγράμματα η/υ, τις εφαρμογές διαδικτύου, ή ακόμα και το ίδιο το χαρτί και το μελάνι. Είναι πραγματικά απίστευτο πώς δέχθηκαν τόσα κράτη να υπογράψουν μια τέτοια ανοησία, ίσως την μεγαλύτερη κουταμάρα που καταγράφηκε ποτέ σε νομικό κείμενο από την εποχή του κώδικα του Χαμουραμπί.

Στο άρθρο 11 ("Πληροφορίες σχετικά με την παράβαση") η νομική ανοησία συνεχίζεται: τα δικαστήρια μπορούν να υποχρεώσουν τους παραβάτες ή "φερόμενους" ως παραβάτες να αποκαλύψουν όλες τις πληροφορίες που έχουν για οποιοδήποτε πρόσωπο εμπλέκεται σε οποιαδήποτε πτυχή της παράβασης "ή της εικαζόμενης παράβασης" (!) και τα οποία αφορούν τα μέσα παραγωγής ή τα δίκτυα διανομής των παράνομων ή "εικαζόμενων παράνομων αγαθών ή υπηρεσιών" κλπ. Δηλαδή ένα δικαστήριο θα βγάλει μια απόφαση που θα καταδικάζει έναν παραβάτη να κατονομάσει τους συνεργούς του. Και αυτός, αμέσως μόλις καταδικαστεί, θα σπεύσει να αποκαλύψει ασμένως όλες αυτές τις πληροφορίες στις αρχές, θεωρούν οι πάνσοφοι συντάκτες και κυρίως οι υπογράψαντες την ACTA. H διάταξη, προσχηματικά, ξεκινάει με μια αναφορά στο ότι όλα αυτά ισχύουν υπό την επιφύλαξη της νομοθεσίας για την εμπιστευτικότητα και τον σεβασμό των προσωπικών δεδομένων. Με την θεωρητική αξία που έχει και το άρθρο 1 της ACTA.

Στο άρθρο 12 ("Προσωρινά μέτρα", αυτό που λέμε στη πολιτική δικονομία "ασφαλιστικά μέτρα") αναγνωρίζεται η δυνατότητα των δικαστηρίων να επιβάλλουν και μέτρα χωρίς να ακούσουν και τις δύο πλευρές. Πρόκειται βεβαίως για απόκλιση από θεμελιώδες δικαίωμα και επιχειρείται να βασιστεί ως εξαιρετική περίσταση στον "κίνδυνο" καταστροφής των αποδεικτικών στοιχείων. Αυτά βέβαια προβλέπονται ήδη από τον Ελληνικό νόμο, αλλά η εφαρμογή τέτοιων εξαιρέσεων γίνεται με τεράστια φειδώ. Το άρθρο πάντως επαναλαμβάνει ως ασφαλιστικό μέτρο την δυνατότητα των δικαστηρίων να κατάσχουν υλικά κλπ αντιγραφής.

Το Τμήμα 3 ("Συνοριακά μέτρα") περιλαμβάνει κάποιους κανόνες για τους ελέγχους σε τελωνεία, αλλά υπάρχει η υποσημείωση ότι δεν εφαρμόζεται μεταξύ κρατών που έχουν τελωνειακή ένωση (όπως η ΕΕ). Εδώ περιλαμβάνονται και δυνατότητες απαγόρευσης "ύποπτων προϊόντων".

Το Τμήμα 4 ("Επιβολή ποινικών κυρώσεων") προβλέπει συμπεριφορές που πρέπει να ποινικοποιήσουν τα κράτη μέλη. Τα κράτη δεσμεύονται να ποινικοποιήσουν τις παραβάσεις που γίνονται σε "εμπορική κλίμακα". Στο σημείο αυτό η ACTA αντιγράφει τον όρο "εμπορική κλίμακα" από την ευρωπαϊκή Οδηγία 2004/48, η οποία αποτελεί σε αρκετά σημεία και ένα πρότυπο που γενικότερα ενέπνευσε την ACTA. Ωστόσο, η Οδηγία 2004/48 έχει υποβληθεί σε ερμηνεία και σε συνάρτηση άλλα νομοθετήματα του Ευρωπαϊκού δικαίου, και πολύ πρόσφατα υπήρξε η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που οριοθέτησε την εμβέλειά της στις διαδικτυακές υπηρεσίες (βλ. εδώ). Η "εμπορική κλιμακα" στο ελληνικό δίκαιο ήδη μετατρέπει σε κακούργημα την παραβίαση πνευματικής ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 66 του Ν.2121/1993. Σύμφωνα με την παράγραφο 3, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να θεσπίζουν ποινικές κυρώσεις για μη εξουσιοδοτημένη αντιγραφή κινηματογραφικών ταινιών "κατά την προβολή τους σε χώρο προβολής γενικά ανοικτό στο κοινό". Ένα ιδιώνυμο, δηλαδή, που προφανώς ήδη καλύπτεται από τις γενικές διατάξεις. Είναι τέτοια η οσφυοκαμψία του νομοθέτη στην βιομηχανία του κινηματογράφου που δεν τηρούνται ούτε τα προσχήματα.

Το Τμήμα 5 της ACTA αφορά την "Επιβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στο Ψηφιακό Περιβάλλον". Στο άρθρο 27 αναφέρεται ότι οι αστικές και οι ποινικές κυρώσεις πρέπει να ισχύουν και στο ψηφιακό περιβάλλον. Ως παράβαση θεωρείται και η "παράνομη χρήση μέσων ευρείας διάδοσης για παράνομους σκοπούς". Πάντως η διάταξη επαναλαμβάνει και τη γνωστη γενική ρήτρα, βάσει της οποίας οι διαδικασίες αυτές πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπον ώστε να αποφεύγονται εμπόδια στις νόμιμες δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένου του ηλεκτρονικού εμπορίου και να τηρούνται θεμελιώδεις ρχές όπως η ελευθερία έκφρασης η δίκαιη δίκη και η ιδιωτικότητα. Στο σημείο αυτό υπάρχει μια παραπομπή και υποσημείωση, στην οποία αναφέρεται ως παράδειγμα τέτοιας θεμελιώδους αρχής οι τυχόν περιορισμοί ευθύνης των παρόχων υπηρεσιών διαδικτύου. Η ACTA εδώ παραπέμπει εμμέσως στην πολύ σημαντική Οδηγία 2000/31/ΕΚ, κατά την οποία οι πάροχοι υπηρεσιών κοινωνίας της πληροφορίας απαλάσσονται από την ευθύνη για το περιεχόμενο που αναρτούν οι χρήστες κι ευθύνονται μόνον εάν λάβουν γνώση ότι διακινείται κάτι παράνομο. Έτσι, η Οδηγία 2000/31/ΕΚ καθίσταται το πιο πολύτιμο νομοθέτημα του Ευρωπαϊκού δικαίου για την διατήρηση της ουδετερότητας του δικτύου (net neutrality) και την αποτροπή των σχέσεων ευθύνης - προληπτικού ελέγχου περιεχομένου. Βάσει αυτής της Οδηγίας εκδόθηκαν σημαντικότατες αποφάσεις του Δικαστηρίου της ΕΕ, οι οποίες προασπίστηκαν την ελεύθερη λειτουργία της Google, της e-Bay, αλλά και των ISP και των social networking services. Μόνο ορισμένα χαμηλόβαθμα ελληνικά δικαστήρια, τελευταία, εμμένουν να περιφρονούν την Οδηγία 2000/31/ΕΚ και το ελληνικό αντίστοιχό της, το π.δ. 131/2003, επαναφέροντας τις παλαιολιθικές διατάξεις περί Τύπου στο Διαδίκτυο. Αλλά αυτό είναι ακόμη ένα θέμα σε εξέλιξη και σύντομα εκτιμώ ότι θα έχουμε νεότερες αποκαταστάσεις επί του θέματος.

Στο άρθρο 27 παράγραφος 4 η ACTA αναφέρει ότι τα κράτη μπορούν να επιβάλλουν στους ISP να αποκαλύπτουν άμεσα τα στοιχεία για τον εντοπισμό ενός συνδρομητή που φέρεται ότι χρησιμοποίησε τη σύνδεση για την παράβαση πνευματικής ιδιοκτησίας. Αυτό, όμως, πρέπει να γίνεται μέσα από την εθνική νομοθεσία. Αυτή τη στιγμή, στην Ελλάδα ο Ν.2225/1994 δεν επιτρέπει την άρση του απορρήτου για παραβάσεις πνευματικής ιδιοκτησίας. Υπάρχει βέβαια η γνωμοδότηση Σανιδά, η οποία όμως μπορεί να έχει κάποια εφαρμογή μόνο για τις εγχώριες υποδομές και ηλεκτρονικές διευθύνσεις/εταιρίες, όχι όμως σε περίπτωση που εμπλέκονται και υπηρεσίες κοινωνίας της πληροφορίας που υπάγονται σε άλλες δικαιοδοσίες. Πάντως, η ACTA ανοίγει το δρόμο της άρσης του απορρήτου των χρηστών και για παραβάσεις πνευματικής ιδιοκτησίας. Και πάλι βέβαια, η ίδια διάταξη αναφέρει ότι δεν πρέπει να θίγονται νόμιμες δραστηριότητες καθώς και η ιδιωτικότητα. Αυτό όμως σημαίνει, τουλάχιστον, ότι η απόφαση για την άρση του απορρήτου θα πρέπει να προέρχεται από ανεξάρτητο δικαστήριο και θα πρέπει να αφορά μόνο κακουργηματικές παραβάσεις (οι οποίες δεν οριοθετούνται επαρκώς στην νομοτεχνική διατύπωση της "εμπορικής κλίμακας"). Διαφορετικά θα έχουμε παραβίαση του άρθρου 19 του Συντάγματος.

Στο άρθρο 27 παρ. 5 προβλέπεται η υποχρέωση των κρατών για νομική προστασία σχετική με την εξουδετέρωση τεχνολογικών μέτρων, κάτι που ήδη προβλέπεται από την ελληνική νομοθεσία (άρθρο 66Α Ν.2121/1993). Η ελληνική νομοθεσία σε αυτό το θέμα μπορεί να θεωρηθεί ακόμη και πιο αυστηρή από την ACTA.

To κεφάλαιο ΙΙΙ της ACTA έχει τίτλο "Πρακτικές επιβολής". Το άρθρο 28 αναφέρει γενικότητες, όπως ότι όλα τα κράτη οφείλουν να μοιράζονται τις κοινές πρακτικές, να συλλέγουν στατιστικά κια να προωθούν την ανάπτυξη εξειδικευμένης εμπειρογνωμοσύνης κλπ για την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Το άρθρο 29 (με τίτλο "Διαχείριση του κινδύνου στα σύνορα" - λες και πρόκειται για πολεμικό ανακοινωθέν!) επιβάλλει και τη διασυνοριακή συνεργασία των αρχών των κρατών, κυρίως σε επίπεδο ανταλλαγής πληροφοριών όταν εντοπιστεί ή και κατασχεθεί παράνομο υλικό.

Το κεφάλαιο IV έχει τίτλο "Διεθνής συνεργασία". Με το άρθρο 33 αναγνωρίζεται ότι η διεθνής συνεργασία είναι ζωτικής σημασίας για την προστασία των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας , η οποία συνεργασία εστιάζει κυρίως στην ανταλλαγή πληροφορίών.

Το κεφάλαιο V έχει τίτλο "Θεσμικές ρυθμίσεις". Με το άρθρο 36 συγκροτείται η "επιτροπή ACTA", με αρμοδιότητα την επισκόπηση εφαρμογής της ΑCTA και την εξέταση κάθε προτεινόμενης τροποποίησης της. Η επιτροή μπορεί να αποφασίζει την σύσταση κι άλλων επιτροπών ή ομάδων εργασίας για την υποστήριξη του έργου τους, την αναζήτηση γνώμης από μκο ή μη κυβερνητικά πρόσωπα, την υποβολή συστάσεων για την εφαρμογή της ACTA και την έκδοση κατευθυντήριων γραμμών βέλτιστης πρακτικής. Η επιτροπή ACTA αποφασίζει με βάση την αρχή της ομοφωνίας. Κατά το άρθρο 37 κάθε κράτος θα ορίσει ένα "σημείο επαφής" για την διευκόλυνση της επικοινωνίας μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών επί παντός θέματος που καλύπτει η ACTA.

Το κεφάλαιο VI περιέχει τις τελικές διατάξεις. Η ACTA διατίθεται προς υπογραφή από την 1η Μάη του 2011 έως την 1η Μάη του 2013. Σε υποσημειωση του άρθρου 39 αναφέρονται οι χώρες που πήραν μέρος στην διαπραγμάτευση, με υποσημείωση, στην οποία περιλαμβάνεται και η Ελληνική Δημοκρατία. Κατά το άρθρο 40 η ACTA τίθεται σε εφαρμογή μόλις παρέλθουν τριάντα μέρες από την ημερομηνία κατάθεσης του έκτου εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης και ισχύει για τα υπογράφοντα μέρη. Κατά το άρθρο 41, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να αποχωρήσουν από την ACTA με γραπτή κοινοποίηση στον θεματοφύλακα (κυβέρνηση της Ιαπωνίας, κατά το άρθρο 45). Η αποχώρηση αρχίζει να ισχύει 180 ημέρες από την παραλαβή της κοινοποίησης από τον θεματοφύλακα. Κατά το άρθρο 42 τα μέρη μπροούν να προτείνουν τροποποιήσεις, αλλά η επιτροπή ACTA αποφασίσει εάν θα υποβάλλει την προτεινόμενη τροποποίηση προς υπογραφή.



Κυριακή, Ιανουαρίου 22, 2012

Ούτε "Αγγλικό", ούτε "Ελληνικό" δίκαιο: lex mercatoria

Η συζήτηση για την εφαρμογή του εθνικού ή του βρετανικού δικαίου στο πρόγραμμα ανταλλαγής ομολόγων (P.S.I.) αποκαλύπτει ότι, παρ' όλο που η Ελλάδα παράγει περισσότερους νομικούς απ' όσους μπορεί να "καταναλώσει", στην πραγματικότητα λείπει από τον δημόσιο διάλογο η νομική ανάλυση - που θα ενστάλαζε λίγη λογική σε μια πανταχού κυρίαρχη συνωμοσιολογία. Έτσι η συζήτηση εξαντλείται, με φωτεινές εξαιρέσεις, όπως το άρθρο του κ. Ροζάκη στο ΒΗΜΑ, σε εθνικοπατριωτικά επιγράμματα τύπου "μολών λαβέ", παρακάμπτοντας ότι συζητάμε απλώς για την εφαρμογή ενός νομικού εργαλείου που ακολουθείται διεθνώς τα τελευταία 400 χρόνια: την lex mercatoria.

O όρος είναι βέβαια λατινικός και κατα λέξη αποδίδεται ως "εμπορικός νόμος". Πρόκειται όμως για κάτι πέρα από έναν "εμπορικό νόμο": η lex mercatoria χρησιμοποιείται ως τεχνικός όρος για να αναφερθούμε σε ένα σύνολο κανόνων δικαίου, το οποίο επιλέγεται κατά τις διεθνείς συναλλαγές, ως το πιο πρόσφορο και για τα δύο μέρη, προκειμένου να αποφύγουν τις αμφισβητήσεις που θα δημιουργούσε η εφαρμογή του εκάστοτε τοπικού θετικού δικαίου, το οποίο δεν περιείχε διατάξεις για κάθε εμπορική διαφορά που θα μπορούσε να προκύψει. Ιστορικά, η lex mercatoria αναπτύχθηκε κατά τον μεσαίωνα από τους ευρωπαίους εμπόρους και αποτελούσε ένα κοινά αποδεκτό πλαίσιο εθιμικών κανόνων και βέλτιστων πρακτικών που είχαν καταξιωθεί στις συναλλαγές. Μπορεί να μην είχε δηλαδή μια θεσμική βάση σε συγκεκριμένο εθνικό δίκαιο, αλλά το ζητούμενο ήταν η αποτελεσματικότητα της εφαρμογής του, και κάτι ακόμα, το οποίο καμία θεσμική διαδικασία δεν μπορεί να υποκαταστήσει ως προς το βαθμό κανονιστικότητας: ήταν γνωστό σε όλους τους εμπλεκόμενους. Η ευρύτατη γνώση του κανόνα (η "γενική κοινοποίηση", κατά Καντ) είναι στην πραγματικότητα μια μήτρα κανονιστικότητας πολύ πιο ισχυρή από την νομιμοποίηση μέσω της θεσμικής διαδικασίας. Άλλωστε και οι νομοπαραγωγικοί θεσμοί, με όλο το τελετουργικό που ακολουθούν, αυτό επιδιώκουν: η θέσπιση των νόμων να γίνεται όσο το δυνατόν πιο δημόσια, ώστε ουδείς να μπορεί να επικαλεστεί άγνοια δικαίου. Η δημοσιότητα είναι το imperium του νομοθέτη.

Αρχικά η lex mercatoria ήταν ένα σύνολο κανόνων και αρχών που ακολουθούσαν οι ίδιοι οι έμποροι, για να ρυθμίσουν τις συμφωνίες τους. Σε αυτό τους οδηγησε η ανάγκη για γρήγορη επίλυση των διαφωνιών: οι νομικές επιπλοκές και καθυστερήσεις δεν είναι ακριβώς ένας παράγοντας ανάπτυξης και προαγωγής του εμπορίου. Έτσι οι έμποροι επέλεγαν οι ίδιοι δικαστές για να εφαρμόσουν την lex mercatoria κατά την επίλυση των διαφορών τους, αποφεύγοντας τα κρατικά δικαστήρια που θα εφάρμοζαν το εθνικό δίκαιο.

Οι Άγγλοι δικαστές, οι οποίοι πάντοτε λειτουργούσαν δικαιοπαραγωγικά, αναζητώντας περισσότερο την ανάγκη εξυπηρέτησης των συναλλαγών, και λιγότερο την θεσμική έδραση των κανόνων - όπως οι ηπειρώτες συναδελφοί τους- από το 1608 κήρυξαν την lex mercatoria ως μέρος του εφαρμοστέου δικαίου. Έτσι το αγγλικό κοινοδίκαιο έγινε το πρώτο κανονιστικό σύνολο που περιείχε αυτούσιες τις βέλτιστες εμπορικές πρακτικές και τα έθιμα που είχαν αναπτύξει οι έμποροι. Προσθέστε σε αυτό τα 400 χρόνια δικαστικών αποφάσεων που ακολούθησαν αυτή τη διακήρυξη, σε ένα σύστημα δικαιοσύνης που σέβεται ευλαβικά τα δικαστικά προηγούμενα, κι έχετε τον πιο λειτουργικό κώδικα παγκοσμίως για την επίλυση των εμπορικών διαφορών.

Φυσικά η lex mercatoria ουδέποτε ήταν παγωμένη στο χρόνο. Το δίκαιο των Η.Π.Α., ακολουθώντας την αγγλοσαξωνική παράδοση κι ενσωματώνοντας την εμπορική εμπειρία και πρακτική αιώνων, σε συνδυασμό βέβαια με την διεθνή ισχύ ενός νομίσματος όπως το δολλάριο, αποτελεί τη σύγχρονη lex mercatoria. Kαι, μέ τον ίδιο τρόπο, έχει καταστεί στην ουσία και η lex internetica, που ρυθμίζει de facto όχι μόνο τις συναλλαγές, αλλά ακόμα και την ελευθερία έκφρασης, όσο κι αν στην Ευρώπη δεν έχουμε "1st Amendment".

Έτσι, τελικά, η υπαγωγή του P.S.I. στο αγγλικό - κι όχι στο ελληνικό- δίκαιο δεν είναι τίποτε άλλο από μια πάγια συναλλακτική πρακτική: αναγνώριση της εφαρμογής της lex mercatoria, κι όχι βέβαια την εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Aλλά αυτά είμαστε καταδικασμένοι να τα συζητάμε μεταξύ μας, αφού φαίνεται ότι δεν πρόκειται να απασχολήσουν την κοινή γνώμη ή τα καθιερωμένα μέσα ενημέρωσης.






Κυριακή, Σεπτεμβρίου 04, 2011

Προστασία εταιρικής φήμης από διαδικτυακές προσβολές

Με την ανάπτυξη των Υπηρεσιών Κοινωνικής Δικτύωσης που επεκτείνονται σε ολοένα και ειδικότερες (θεματικές) αγορές, υπάρχουν επιχειρήσεις οι οποίες αντιμετωπίζουν αυξανόμενο "κοινωνικό" έλεγχο και δημόσια κριτική. Αυτό είναι και θετικό, αφού η κριτική βελτιώνει τον ανταγωνισμό, αλλά και αρνητικό, αφού οι επικρίσεις μπορεί να περάσουν στη σφαίρα του αθέμιτου ανταγωνισμού και της προσβολής προσωπικότητας.


Από πλευράς διαχείρισης μιας τέτοιας κρίσης, αφενός θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι υπάρχουν ειδικοί επαγγελματίες της επικοινωνίας, στους οποίους οι εταιρίες μπορούν να απευθυνθούν για την οργάνωση της κατάλληλης αντεπίθεσης. Αφετέρου, όταν έχουν ξεπεραστεί τα αδρά πλαίσια που προβλέπει ο νόμος, προφανώς κανείς δεν πρέπει να μένει με σταυρωμένα χέρια, αλλά μπορεί να αναζητήσει νομική προστασία.


Θα πρέπει ωστόσο, οι τυχόν νομικές ενέργειες να είναι εναρμονισμένες με το ειδικό θεσμικό πλαίσιο που ισχύει για το Διαδίκτυο, λαμβάνοντας υπόψη και τη φύση του μέσου.


Η πρώτη εξέταση θα πρέπει να αφορά τους "Όρους Χρήσης" και την τυχόν πρόβλεψη διαδικασιών "αναφοράς" (report) ώστε να επιδιωχθεί η σχετική επίλυση με εξωδικαστικό τρόπο. Σε αυτό το στάδιο, θα πρέπει να εξεταστεί και η συμβατότητα των "Όρων χρήσης" με τη νομοθεσία για το ηλεκτρονικό εμπόριο στην κοινωνία της πληροφορίας, το οποίο αναφέρει τις σχετικές υποχρεώσεις για τις ιστοσελίδες. Δεν είναι λίγες οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Δικτύωσης θεματικού περιεχομένου οι οποίες παραβιάζουν τη συγκεκριμένη νομοθεσία, κατά τρόπον ώστε τελικά να μην παρέχουν στους θιγόμενους την προβλεπόμενη προστασία. Σε τέτοια περίπτωση, μη συμμόρφωσης της ΥΚΔ, θα πρέπει να εξεταστεί και το ενδεχόμενο νομικής κίνησης εναντίον της.




Μια δεύτερη εξέταση πρέπει να αφορά το περιεχόμενο. Η κριτική για προϊόντα και υπηρεσίες επιτρέπει ένα ευρύτατο φάσμα ελεύθερης έκφρασης, ώστε ακόμη κι ακραίες εκφράσεις, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να μην θεωρούνται (δικαστικώς) προσβλητικές. Πρόσφατο παράδειγμα, η υπόθεση Uj κατά Ουγγαρίας, στην οποία το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο θεώρησε ότι η φράση "εκατοντάδες Ούγγροι πίνουν με περηφάνεια αυτά τα σκατά" θεωρήθηκε ότι εμπίπτει στο πλαίσιο της ελευθερίας της έκφρασης (βλ. εδώ). Βεβαίως σε αυτή την υπόθεση η οινοπαραγωγός εταιρία ήταν κρατική και θεωρήθηκε ότι το άρθρο ενείχε και ένα χαρακτήρα πολιτικής κριτικής, αλλά πάντως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι οι εταιρίες δεν μπορούν να αξιώνουν σεβασμό σε αντίστοιχο βαθμό με τα φυσικά πρόσωπα. Πριν από κάθε δικαστική ενέργεια λοιπόν, θα πρέπει να εξετάζεται ο βαθμός ελευθερίας που έχουν αναγνωρίσει τα δικαστήρια ακομη και στην ακραία κριτική.


Μια περίπωση ακόμη είναι η δράση των ανταγωνιστών, οι οποίοι ενδεχομένως να δίνουν εντολές σε τρίτους ή και να προβαίνουν και οι ίδιοι σε αρνητικό σχολιασμό, μεταμφιεσμένοι σε απλούς χρήστες. Εφόσον αυτό μπορεί να αποδειχθεί, πρόκειται σαφέστατα για παραβίαση των αρχών της καλής πίστης και υπό συγκεκριμένους όρους θα αφορά αθέμιτο ανταγωνισμό. Συνήθως αυτή η περίπτωση θα προσκρούει στο αποδεικτικό σκέλος, το οποίο πάντως δεν θα πρέπει να θεωρείται πάντοτε ως συνεχόμενο με διαδικασίες άρσης του απορρήτου, αφού υπάρχουν κι άλλα αποδεικτικά μέσα για να τεκμηριωθεί δικαστικά ποιος σχολίασε κάτι στο Διαδίκτυο.


Tέλος, ακόμη κι αν έχετε δίκιο, μην περιμένετε υψηλές αποζημιώσεις. Η αξίωση εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ συνήθως οδηγεί σε καταδίκη του ενάγοντα σε δυσθεώρητα δικαστικά έξοδα που πρέπει να καταβάλει στον εναγόμενο, όταν χάνει την υπόθεση. Ένα λογικό αίτημα αποζημίωσης, που σέβεται την οικονομική κατάσταση του άλλου, αλλά και την πραγματική ζημιά που υπέστη η εταιρία, θα πείσει πιο εύκολα τον δικαστή ότι έχετε δίκιο.











Σάββατο, Οκτωβρίου 23, 2010

Έχετε δηλώσει το e-shop σας στο Υπουργείο Ανάπτυξης;

Όταν από την ιστοσελίδα της επιχείρησής σας μπορούν να πραγματοποιηθούν παραγγελίες προϊόντων, τότε ο καταναλωτής συνάπτει μαζί σας σύμβαση "πώλησης εξ αποστάσεως" (βλ. εδώ). Η συγκεκριμένη μορφή πώλησης παρέχει στον καταναλωτή ειδικά δικαιώματα, όπως το δικαίωμα αναιτιολόγητης υπαναχώρησης εντός 14 ημερών, την υποχρέωση του προμηθευτή να ενημερώσει αναλυτικά τον αγοραστή για μια σειρά πληροφοριών σχετικά με την ταυτότητά του κλπ. Όλα αυτά προβλέπονται από το άρθρο 4 του Ν.2251/1994, περί προστασίας του καταναλωτή (βλ. εδώ).

Μια ειδική υποχρέωση που έχουν όσοι διατηρούν τέτοιες ιστοσελίδες είναι ότι πρέπει να έχουν εγγραφεί στο "Μητρώο Προμηθευτών που συνάπτουν Συμβάσεις από Απόσταση", του Υπουργείου Ανάπτυξης. Η σχετική υπουργική απόφαση υπάρχει από το 1997 (βλ. εδώ), ενώ το ίδιο το Μητρώο είναι δημοσιευμένο στο διαδίκτυο (βλ. εδώ) και αριθμεί μέχρι σήμερα 451 επιχειρήσεις που συνάπτουν συμβάσεις από απόσταση. Προφανώς υπάρχουν πάρα πολλά e-shop που δεν έχουν εγγραφεί στο Μητρώο.

Σύμφωνα με την ιστοσελίδα της Γενικής Γραμματείας Καταναλωτη, εφόσον δεν έχει τηρηθεί αυτή η διαδικασία, επιβάλλονται κυρώσεις (βλ. εδώ, όπου αναφέρεται στο άρθρο 14 του νόμου, αλλά η αρίθμηση έχει αλλάξει και οι κυρώσεις προβλέπονται στο άρθρο 13α).

Την αίτηση για την εγγραφή της επιχείρησής σας στο μητρώο μπορείτε να κατεβάσετε από εδώ.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 16, 2005

Αντισυνταγματικό φιλί ζωής στην Ολυμπιακή

«Μέχρι και την 28η Φεβρουαρίου 2006, δεν επιτρέπονται οι διαδικασίες και η λήψη μέτρων ατομικής, ή συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης, συμπεριλαμβανομένων και των ασφαλιστικών μέτρων, καθώς και των προσωρινών διαταγών, εντός ή εκτός της χώρας, σε βάρος των εταιρειών 'Ολυμπιακές Αερογραμμές Α.Ε.', 'Ολυμπιακή Αεροπορία-Υπηρεσίες Α.Ε.' και 'Ολυμπιακή Αεροπλοΐα Α.Ε.' και οποιουδήποτε περιουσιακού τους στοιχείου, ομοίως δε και κατά παντός παραρτήματος τούτου, αναγκαίου ή πρόσφορου προς εξυπηρέτηση αυτού, ή των χρηστών του, οι δε τυχόν ανωτέρω εκκρεμείς διαδικασίες, καθώς και οι συνέπειες των μέτρων τούτων αναστέλλονται κατά το άνω διάστημα. Των ανωτέρων περιορισμών, εξαιρείται το Ελληνικό Δημόσιο», αναφέρει τροπολογία που θα κατατεθεί στην Βουλή, για την προστασία της Ολυμπιακής από τις νομικές εκκρεμότητες της εταιρίας.

(πηγή: http://www.in.gr/news/article.asp?lngEntityID=650224&lngDtrID=251 )

Πρόκειται για μια εν ψυχρώ παραβίαση της αρχής της διάκρισης των λειτουργιών (άρθρο 26 του Συντάγματος). Η νομοθετική εξουσία "καπελώνει" την δικαστική, παραβιάζοντας και την αρχή της ισότητας (άρθρο 4)

Εναντίον οποιασδήποτε άλλης εταιρίας (ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου) όταν υπάρχουν μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης, ασφαλιστικά μέτρα και διαταγές πληρωμής, ισχύουν συγκεκριμένα δικονομικά δικαιώματα. Ο δικαστής είναι εκείνος που θα κρίνει αν για λόγους επείγοντος πρέπει να ανασταλεί η αναγκαστική εκτέλεση ή τα ασφαλιστικά μέτρα. Εδώ, ειδικά για την Ολυμπιακή έρχεται η νομοθετική εξουσία με αυτήν την ειδική (και όχι απρόσωπη και γενική ρύθμιση) να αφαιρέσει την συνταγματική αρμοδιότητα από τα δικαστήρια για να κρίνουν αν λογοι επείγοντος επιβάλλουν να μην προχωρήσουν οι αναγκαστικές εκτελέσεις και τα ασφαλιστικά μέτρα εναντίον της εταιρίας. Παραβιάζοντας ευθέως το άρθρο 26§3 του Συντάγματος.

Βέβαια, σε τελευταία ανάλυση, ο δικαστής είναι αυτός που θα κρίνει τη συνταγματικότητα και αυτής της τροπολογίας, αφού όμως προσφύγουν οι θιγόμενοι που έχουν στραφεί κατά της Ολυμπιακής. Τα δικαστήρια διατηρούν την αρμοδιότητα ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων. Υπάρχει μάλιστα και σχετική νομολογία που αναφέρει ότι οι υπερειδικές και ατομικές διατάξεις νόμων αποτελούν επέμβαση της νομοθετικής εξουσίας στην εκτελεστική ή την δικαστική εξουσία. Πάντως, το κράτος θα έχει καταφέρει να ταλαιπωρήσει τελικά τους δανειστές της Ολυμπιακής, ακόμα και με την αντισυνταγματική τροπολογία: αντιστρέφει το βάρος της απόδειξης σε αυτούς, οι οποίοι θα πρέπει να προτείνουν και να θεμελιώσουν την αντισυνταγματικότητα (ανεξάρτητα από το ότι αυτή ελέγχεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο).

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 15, 2005

Οι ΗΠΑ "αναγνωρίζουν" την ρετσίνα.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι ΗΠΑ κατέληξαν σε πρώτης φάσης συμφωνία για το εμπόριο κρασιών, με την οποία θα προστατευθούν οι ονομασίες οίνων της ΕΕ και θα διασφαλιστεί η μεγαλύτερου όγκου και αξίας αγορά διάθεσης ευρωπαϊκών οίνων. Με βάση τη συμφωνία, θα τροποποιηθεί η αμερικάνικη νομοθεσία για την αλλαγή του καθεστώτος των ονομασιών 16 ευρωπαϊκών οίνων (Βουργουνδίας, Σαμπλί, Καμπανίτης, Κιάντι, Κλάρετ, Άνω Σωτέρν, Χοκ, Μαδέρα, Μαλάγα, Μαρσάλα, Πόρτο, Ρετσίνα, Ρήνου, Σωτέρν, Σέρυ και Τοκάι) , που σήμερα θεωρούνται στις ΗΠΑ ως ημιγενικοί όροι, και για τον περιορισμό της χρήσης τους στις ΗΠΑ.
Οι ΗΠΑ θα απαλλάξουν επίσης την ΕΕ από τις νέες απαιτήσεις τους πιστοποίησης, θα αποδεχθούν τις κυριότερες αρχές των ευρωπαϊκών κανόνων σήμανσης και υπόσχονται ότι θα επιδιώκουν την επίλυση τυχόν διμερών ζητημάτων όσον αφορά το εμπόριο κρασιών μέσω ανεπίσημων διμερών διαβουλεύσεων και όχι μηχανισμών επίλυσης διαφορών. Τα δύο μέρη ανέλαβαν επίσης να προχωρήσουν παραπέρα με βάση τη συμφωνία, αρχίζοντας διαπραγματεύσεις για πλέον φιλόδοξη συμφωνία δεύτερης φάσης, 90 ημέρες μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας.
Το πιο σημαντικό στοιχείο αυτής της είδησης είναι ότι, τελικά, η ΕΕ εξάγει, εκτός από τα προϊόντα της, και το know-how της σχετικής νομοθεσίας (ευρωπαϊκοί κανόνες σήμανσης). Δεν είναι τυχαίο ότι, όσον αφορά τους κανόνες αυτούς, προτιμήθηκαν οι ευρωπαϊκές λύσεις και όχι οι αμερικάνικες.
Αυτό σημαίνει πολλά για τον ευρωπαϊκό νομικό πολιτισμό, ο οποίος βρίσκεται στην πρωτοπορία όχι μόνο στο πεδίο των συνταγματικών δικαιωμάτων (βλ. Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών) αλλά και στο εμπορικό δίκαιο, αξιοποιώντας τις εμπειρίες δεκαετιών κοινής αγοράς.

Η προσωπικότητα δεν κληρονομείται νομικά.

 Οι κληρονόμοι πνευματικών ή συγγενικών δικαιωμάτων έχουν μόνο τις εξουσίες που τους απονέμει ο νόμος για την πνευματική ιδιοκτησία (Ν.2121/...