Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διεθνες Δίκαιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διεθνες Δίκαιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Φεβρουαρίου 21, 2012

Μια ανάλυση της ACTA

Το πρώτο τμήμα του κεφαλαίου Ι της συμφωνίας τιτλοφορείται "Αρχικές Διατάξεις". Στο άρθρο 1 της ACTA αναφέρεται ότι καμία διάταξή της δεν παρεκκλίνει από άλλες υποχρεώσεις που έχουν συμβαλλόμενα μέρη (δηλαδή κράτη ή ενώσεις κρατών, όπως η ΕΕ) δυνάμει των ισχυουσών συμφωνιών, συμπεριλαμβανομένης της συμφωνίας TRIPS. Αυτό το άρθρο ξεκαθαρίζει ότι όλες οι διατάξεις της ACTA, παρόλο που θα αποτελούν διεθνές δίκαιο, δεν θα κατισχύουν άλλων διατάξεων διεθνούς δικαίου που ήδη ισχύουν μεταξύ των συμβαλλόμενων κρατών. Πρόκειται για μια πολύ σημαντική ρήτρα, η οποία κανονικά θα πρέπει να ακυρώνει οποιαδήποτε άλλη διάταξη περιέχει η ACTA, εφόσον θεωρηθεί ότι είναι αντίθετη, για παράδειγμα, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων. Από την άλλη πλευρά, αποτελεί μια εξαιρετικά ανησυχητική ρήτρα, διότι συνήθως οι διεθνείς συμφωνίες που κατ' εξοχήν παραβιάζουν άλλα διεθνή δικαιώματα, φροντίζουν να διακηρύσσουν την νομιμότητά τους, περιλαμβάνοντας μια τέτοια διαβεβαίωση, η οποία πολλές φορές καταντά θεωρητική, αφού τελικά παραπέμπει στην νομική ερμηνεία κι όχι στην νομική σαφήνεια και την ασφάλεια δικαίου. Πάντως, η ρήτρα του άρθρου 1 σημαίνει ότι σε περίπτωση αμφιβολίας, υποχωρεί η διάταξη της ACTA έναντι άλλης κατισχύουσας διάταξης του διεθνούς δικαίου. H συμφωνία TRIPS είναι μια άλλη σχετική πολυμερής συνθήκη που θεσπίστηκε στο πλαίσιο του Οργανισμού Παγκόσμιου Εμπορίου και κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν.2290/1995.

Στο άρθρο 2, η ACTA αναφέρει ότι οι ρυθμίσεις είναι ένα minimum που οφείλουν να ακολουθήσουν τα κράτη, τα οποία εάν το επιθυμούν μπορούν να το υπερβούν και να προβλέψουν εκτενέστερη επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Ωστόσο, η ίδια η ACTA αναγνωρίζει ότι κάθε κράτος είναι ελεύθερο να καθορίσει τη μέθοδο που κρίνει κατάλληλη για την εφαρμογή των διατάξεών της, στο πλαίσιο του νομικού του συστήματος και της πρακτικής. Αυτό σημαίνει ότι η ACTA δεν είναι μια σύμβαση άμεσης εφαρμογής, αλλά πρέπει να θεσπιστούν και νομοθετικά μέτρα σε εθνικό επίπεδο - εάν δεν υπάρχουν ήδη- για την επίτευξη των στόχων της συμφωνίας. Στο ίδιο άρθρο διευκρινίζεται ότι καμία διάταξη της ACTA δεν δημιουργεί υποχρέωση κατανομής των πόρων μεταξύ της επιβολής δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας κι επιβολης του νόμου γενικά, δηλαδή καμία διάταξη της ACTA δεν επεμβαίνει στα δημοσιονομικά της αντεγκληματικής πολιτικής και την σχετική διαχείριση υλικοτεχνικής υποδομής και ανθρώπινων πόρων. Πρόκειται για μια ρήτρα θεωρητικής εκμηδένισης του προϋπολογισμού του κόστους της ACTA, η οποία όμως μπορεί επίσης να αποδειχθεί προσχηματική, όπως και η ρήτρα του άρθρου 1. Σε κάθε περίπτωση όμως, εάν κάποια διάταξη όντως επεμβαίνει σε αυτά τα θέματα πρέπει να θεωρείται ως μη ισχύουσα.

Στο άρθρο 3 ("Σχέση με τα πρότυπα για τη διαθεσιμότητα και την έκταση των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας"), η ACTA περιέχει δύο πολύ ενδιαφέρουσες διατάξεις. Η διάταξη της πρώτης παραγράφου αναφέρει ότι η ACTA δεν τροποποιεί τις διαταξεις που ισχύουν στο δίκαιο του κράτους και διέπουν την διαθεσιμότητα, την απόκτηση, την έκταση και την διατήρηση δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Στην δεύτερη παράγραφο, ακόμα πιο κατηγορηματικά, αναφέρει ότι η ACTA δεν παράγει καμία υποχρέωση εφαρμογής μέτρων από τα κράτη, όταν ένα δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας δεν προστατεύεται από τη νομοθεσία και τις κανονιστικές ρυθμίσεις του. Αυτό σημαίνει ότι η ACTA δεν επεμβαίνει στο ουσιαστικό μέρος του δικαίου διανοητικής ιδιοκτησίας και ότι δεν εισάγει υποχρεώσεις για τέτοια δικαιώματα που τυχόν δεν προβλέπονται στο εκάστοτε εθνικό δίκαιο. Για παράδειγμα, στην Ελλάδα το ισχύον δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας είναι ο Ν.2121/1993. Mέχρι και το 8ο κεφάλαιο ο νόμος αυτός προβλέπει ουσιαστικές διατάξεις: ποια είναι τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας κατά το Ελληνικό δίκαιο (μετά αρχίζουν οι διατάξεις "επιβολής" των δικαιωμάτων). Στο κλασικό ηπειρωτικό δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας, τα δικαιώματα αποκτώνται με την διατύπωση ενός έργου (όχι με την "κατάθεση" σε κάποιο Γραφείο ή Οργανισμό, όπως συμβαίνει λ.χ. στις ΗΠΑ). Με την ACTA αυτό δεν αλλάζει. Επίσης, κατά το κλασικό ηπειρωτικό δίκαιο, δεν κατοχυρώνεται η "ιδέα", αλλά μόνο η διατύπωση ενός έργου. Για παράδειγμα, δεν μπορείς να κατοχυρώσεις έναν "ήρωα" (πέρα από την εμφάνισή του ή τον συγκεκριμένο κείμενο που εμφανίζεται να εκφέρει αυτός σε ένα σενάριο), ενώ στις Η.Π.Α. μπορείς. Ούτε κι αυτό αλλάζει με την ΑCTA. H ΑCTA έρχεται να φέρει νέες αρχές όσον αφορά την επιβολή των δικαιωμάτων και όχι την εναρμόνιση του ουσιαστικού μέρους της νομοθεσίας περί διανοητικής ιδιοκτησίας. Αν κάποια διάταξή της επιχειρήσει το αντίθετο, η ορθή ερμηνεία της πρέπει να την προσεγγίζει συσταλτικά, ενόψει του άρθρου 3.

Το άρθρο 4 έχει τίτλο "Ιδιωτικότητα και δημοσιοποίηση πληροφοριών". Στην πρώτη παράγραφο, διευκρινίζει ότι η ACTA δεν επιτρέπει στα συμβαλλόμενα μέρη (προσοχή: στα κράτη, όχι στους παρόχους σύνδεσης) να δημοσιοποιούν πληροφορίες εφόσον αυτό: α) απαγορεύεται από την νομοθεσία τους ή το διεθνές δίκαιο, β) παρεμποδίζει το δημόσιο συμφέρον ή την επιβολή του νόμου, γ) ζημιώνει τα θεμιτά εμπορικά συμφέροντα συγκκεριμένων επιχειρήσεων, δημόσιων ή ιδιωτικών. Σύμφωνα με την παράγραφο 2, όταν ένα συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει πληροφορίες από άλλο συμβαλλόμενο μέρος οφείλει να μην της χρησιμοποιήσει για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους παρασχέθηκαν, εκτός εάν υπάρχει η συγκατάθεση του μέρους που παρέδωσε τις πληροφορίες. Επομένως, η ACTA σαφώς επιτρέπει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών, με τις παραπάνω 4 απαγορεύσεις, οι οποίες όμως είναι εξαιρετικά ευρείες κι ανοικτές σε ερμηνεία.

Το δεύτερο τμήμα του πρώτου κεφαλαίου έχει τίτλο "Γενικοί ορισμοί", όπως και το μοναδικό άρθρο που περιέχει, το άρθρο 5, το οποίο επίσης έχει τίτλο "γενικοί ορισμοί". Περιλαμβάνονται ορισμένοι όροι με δεσμευτικό νοηματικό περιεχόμενο. Ως "επιτροπή ACTA" oρίζεται μια επιτροή που δημιουργείται δυνάμει του κεφαλαίου V της ACTA. Ως "προϊόντα με εμπορικό σήμα το οποίο αποτελεί αντικείμενο παραποίησης ή απομίμησης" είναι κάθε προϊόν, συμπεριλαμβανομένης της συσκευασίας του, το οποίο φέρει χωρίς άδεια εμπορικό σήμα πανομοιότυπο με εμπορικό σήμα που έχει καταχωριστεί έγκρυα σε σχέση με το εν λόγω προϊόν κλπ. Δηλαδή, ένα προϊόν "μαϊμού". Ως "προϊόν παράνομης εκμεταλλευσης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας" ορίζεται κάθε προϊόν το οποίο αποτελεί αντίγραφο άλλου προϊόντος, χωρίς τη συγκατάθεση του κατόχου του σχετικού δικαιώματος ή του προσώπου που έχει εξουσιοδοτηθεί δεόντως από τον κάτοχο του δικαιώματος στη χώρα παραγωγής και το οποίο παράγεται με την αντιγραφή, άμεση ή έμμεση (τι σημαίνει άραγε "έμμεση αντιγραφή"; Αντιγραφή εξ αντιγράφου; Όπως η φωτοτυπία μιας φωτοτυπίας;) κάποιου άλλου αντικειμένου, τη στιγμή που η παραγωγή του εν λόγω αντιγράφου θα μπορούσε να θεωρηθεί παράβαση δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας ή άλλου σχετικού δικαιώματος βάσει της ιδιοκτησίας της ώρας στην οποία γίνεται η επίκληση των διαδικασιών που προβλέπονται στο κεφάλαιο ΙΙ (Νομικό πλαίσιο για την επιβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας). Ήδη αυτός ο ορισμός είναι εξόχως προβληματικός από απόψεως σαφήνειας. Κανένα προϊόν δεν είναι νομικά παράνομο εάν "θα μπορούσε να θεωρηθεί" ότι έχει δημιουργηθεί κατά παράβαση νόμου. Πρόκειται για μια ασάφεια, η οποία προσβάλλει θεμελιώδεις αρχές, όπως η αρχή της ασφάλειας δικαίου, ο σεβασμός του τεκμηρίου της αθωότητας, το in dubio pro reo, ενδεχομένως το nullum crimen nulla poena sine lege certa.

To κεφάλαιο ΙΙ της ACTA έχει τίτλο: "Νομικό πλαίσιο για την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδικτησίας". Κάθε νομοθέτημα "για την επιβολή δικαιωμάτων" προϋποθέτει ότι υπάρχουν τα σχετικά δικαιώματα και απλώς οριοθετεί τον τρόπο πρακτικής διασφάλισής τους από παραβιάσεις. Συνεπώς, το κεφάλαιο αυτό, σύμφωνα και με τα αρχικά άρθρα, δεν πρέπει να προσθέσει τίποτε επί του ουσιαστικού δικαίου των κρατών.

Το τμήμα 1 του κεφαλαίου ΙΙ έχει τίτλο "Γενικές υποχρεώσεις." Στο άρθρο 6 που περιέχει, αναφέρεται γενικόλογα στην υποχρέωση των κρατών να έχουν αποτελεσματικό και γρήγορο σύστημα για την αντιμετώπιση παραβιάσεων δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, χωρίς όμως να δημιουργούνται εμπόδια για το νόμιμο εμπόριο και με μηχανισμούς για την εξασφάλιση της μη καταχρηστικής προσφυγής σε αυτές. Δηλαδή δεν πρέπει τα κράτη να δημιουργήσουν τελικά υπερ-ασπίδες προστασίας που θα δυσχεραίνουν τις νόμιμες συναλλαγές και τελικά την ελευθερία (νόμιμο εμπόριο είναι και η απλή παροχή πρόσβασης στο Διαδίκτυο), ούτε να διευκολύνουν διάφορες εταιρίες προστασίας δικαιωμάτων να προσφεύγουν για ψύλλου πήδημα στα νομικά συστήματα που θα ιδρύσουν τα κράτη.

Στο τμήμα 2, με τίτλο "Αστικές κυρώσεις", η ACTA γίνεται πιο συγκεκριμένη. Στο άρθρο 7 ("Πρόβλεψη διατάξεων πολιτικής δικονομίας") αναφέρεται ότι τα κράτη πρέπει να διαθέτουν συστήματα πολιτικής δικονομίας (δηλαδή δικαστηρίων που δικάζουν διαφορές μεταξύ ιδιωτών) για την επιβολή οποιουδήποτε δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας. Εφόσον, εννοείται, αυτό το δικαίωμα προβλέπεται ήδη από το εσωτερικό δίκαιο. Η διάταξη αυτή ήδη ακολουθείται από το ελληνικό δίκαιο: οι ιδιωτικές διαφορές πνευματικής ιδιοκτησίας υπάγονται στα αστικά δικαστήρια. Στο άρθρο 8 ("ασφαλιστικά μέτρα", αλλά όχι με την έννοια που χρησιμοποιείται ο όρος στην πολιτική δικονομία, εννοούν μάλλον συντηρητικά μέτρα), η ACTA επιβάλλει στα κράτη να εισάγουν διατάξεις βάσει των οποίων τα δικαστήρια μπορούν να εκδώσουν εντολές κατά άλλων συμβαλλόμενων μερών (δηλ. κρατών ή ενώσεων κρατών) για να σταματήσουν παράβαση ή να αποτρέψουν την είσοδο προϊόντων που σχετίζονται με παράβαση, στα δίκτυα εμπορίας. Πρόκειται για σαφή παραίτηση από το δικαίωμα της ετεροδικίας, η οποία όμως εφόσον αφορά ένα εμπορικό θέμα είναι θεμιτή. Ωστόσο, η γενικότητα της δυνατότητας παρεμπόδισης εισόδου προϊόντος "στα δίκτυα εμπορίας" δημιουργεί ανησυχία όσον αφορά την πιθανή εφαρμογή αυτής της δυνατότητας στο Διαδίκτυο. Παράλληλα, τα κράτη έχουν την δυνατότητα να περιορίζουν, κατά την δεύτερη παράγραφο, τα διαθέσιμα ένδικα μέσα μόνο στην καταβολή αποζημιώσεως, χωρίς δηλαδή άλλες απαγορεύσεις, εφόσον όμως τα συμβαλλόμενα μέρη ακολουθούν τις διατάξεις του μέρους ΙΙ της σύμβασης TRIPS.

To άρθρο 9 ("Αποζημίωση") προβλέπει το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια πρέπει να επιδικάζουν αποζημιώσεις για τις παραβάσεις πνευματικής ιδιοκτησίας, στην οποία περιλαμβάνονται διαφυγόντα κέρδη, αξία των παράνομων προϊόντων ή υπηρεσιών με βάση την αγοραία τιμή ή την προτεινόμενη τιμή λιανικής πώλησης. Αυτο ισχύει έτσι κι αλλιώς στο ελληνικό δίκαιο με βάσει τις γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Η ACTA προσθέτει κάποιες κατευθυντήριες γραμμές για τον τρόπο υπολογισμού των αποζημιώσεων που ακολουθούνται ήδη από τα δικαστήρια.

Το άρθρο 10 ("Άλλα έννομα μέσα") προβλέπει ότι τα δικαστήρια θα μπορούν να διατάξουν την καταστροφή των πλαστών προϊόντων χωρίς αποζημίωση του παραβάτη. Στη δεύτερη παράγραφο, όμως, αναφέρεται επίσης ότι τα δικαστήρια πρέπει να μπορούν να διατάζουν καταστροφή ή απόσυρση από τα δίκτυα εμπορίας "υλικών και των εργαλείων που χρησιμοποιούνται κατά κύριο λόγο για την παραγωγή ή την δημιουργία των εν λόγω παράνομων προϊόντων, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και χωρίς την καταβολή κανενός είδους αποζημίωσης, κατά τρόπον ώστε να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος περαιτέρω παραβάσεων". Εδώ αρχίζουν οι παραλογισμοί της ACTA, και η γελοιοποίηση μιας διεθνούς συμφωνίας, το κείμενό της οποίας, θα μπορούσε να αποτελέσει βάση ώστε τα δικαστήρια να απαγορεύσουν τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τα memory sticks, τα dvds, τα φωτοτυπικά, προγράμματα η/υ, τις εφαρμογές διαδικτύου, ή ακόμα και το ίδιο το χαρτί και το μελάνι. Είναι πραγματικά απίστευτο πώς δέχθηκαν τόσα κράτη να υπογράψουν μια τέτοια ανοησία, ίσως την μεγαλύτερη κουταμάρα που καταγράφηκε ποτέ σε νομικό κείμενο από την εποχή του κώδικα του Χαμουραμπί.

Στο άρθρο 11 ("Πληροφορίες σχετικά με την παράβαση") η νομική ανοησία συνεχίζεται: τα δικαστήρια μπορούν να υποχρεώσουν τους παραβάτες ή "φερόμενους" ως παραβάτες να αποκαλύψουν όλες τις πληροφορίες που έχουν για οποιοδήποτε πρόσωπο εμπλέκεται σε οποιαδήποτε πτυχή της παράβασης "ή της εικαζόμενης παράβασης" (!) και τα οποία αφορούν τα μέσα παραγωγής ή τα δίκτυα διανομής των παράνομων ή "εικαζόμενων παράνομων αγαθών ή υπηρεσιών" κλπ. Δηλαδή ένα δικαστήριο θα βγάλει μια απόφαση που θα καταδικάζει έναν παραβάτη να κατονομάσει τους συνεργούς του. Και αυτός, αμέσως μόλις καταδικαστεί, θα σπεύσει να αποκαλύψει ασμένως όλες αυτές τις πληροφορίες στις αρχές, θεωρούν οι πάνσοφοι συντάκτες και κυρίως οι υπογράψαντες την ACTA. H διάταξη, προσχηματικά, ξεκινάει με μια αναφορά στο ότι όλα αυτά ισχύουν υπό την επιφύλαξη της νομοθεσίας για την εμπιστευτικότητα και τον σεβασμό των προσωπικών δεδομένων. Με την θεωρητική αξία που έχει και το άρθρο 1 της ACTA.

Στο άρθρο 12 ("Προσωρινά μέτρα", αυτό που λέμε στη πολιτική δικονομία "ασφαλιστικά μέτρα") αναγνωρίζεται η δυνατότητα των δικαστηρίων να επιβάλλουν και μέτρα χωρίς να ακούσουν και τις δύο πλευρές. Πρόκειται βεβαίως για απόκλιση από θεμελιώδες δικαίωμα και επιχειρείται να βασιστεί ως εξαιρετική περίσταση στον "κίνδυνο" καταστροφής των αποδεικτικών στοιχείων. Αυτά βέβαια προβλέπονται ήδη από τον Ελληνικό νόμο, αλλά η εφαρμογή τέτοιων εξαιρέσεων γίνεται με τεράστια φειδώ. Το άρθρο πάντως επαναλαμβάνει ως ασφαλιστικό μέτρο την δυνατότητα των δικαστηρίων να κατάσχουν υλικά κλπ αντιγραφής.

Το Τμήμα 3 ("Συνοριακά μέτρα") περιλαμβάνει κάποιους κανόνες για τους ελέγχους σε τελωνεία, αλλά υπάρχει η υποσημείωση ότι δεν εφαρμόζεται μεταξύ κρατών που έχουν τελωνειακή ένωση (όπως η ΕΕ). Εδώ περιλαμβάνονται και δυνατότητες απαγόρευσης "ύποπτων προϊόντων".

Το Τμήμα 4 ("Επιβολή ποινικών κυρώσεων") προβλέπει συμπεριφορές που πρέπει να ποινικοποιήσουν τα κράτη μέλη. Τα κράτη δεσμεύονται να ποινικοποιήσουν τις παραβάσεις που γίνονται σε "εμπορική κλίμακα". Στο σημείο αυτό η ACTA αντιγράφει τον όρο "εμπορική κλίμακα" από την ευρωπαϊκή Οδηγία 2004/48, η οποία αποτελεί σε αρκετά σημεία και ένα πρότυπο που γενικότερα ενέπνευσε την ACTA. Ωστόσο, η Οδηγία 2004/48 έχει υποβληθεί σε ερμηνεία και σε συνάρτηση άλλα νομοθετήματα του Ευρωπαϊκού δικαίου, και πολύ πρόσφατα υπήρξε η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που οριοθέτησε την εμβέλειά της στις διαδικτυακές υπηρεσίες (βλ. εδώ). Η "εμπορική κλιμακα" στο ελληνικό δίκαιο ήδη μετατρέπει σε κακούργημα την παραβίαση πνευματικής ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 66 του Ν.2121/1993. Σύμφωνα με την παράγραφο 3, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να θεσπίζουν ποινικές κυρώσεις για μη εξουσιοδοτημένη αντιγραφή κινηματογραφικών ταινιών "κατά την προβολή τους σε χώρο προβολής γενικά ανοικτό στο κοινό". Ένα ιδιώνυμο, δηλαδή, που προφανώς ήδη καλύπτεται από τις γενικές διατάξεις. Είναι τέτοια η οσφυοκαμψία του νομοθέτη στην βιομηχανία του κινηματογράφου που δεν τηρούνται ούτε τα προσχήματα.

Το Τμήμα 5 της ACTA αφορά την "Επιβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στο Ψηφιακό Περιβάλλον". Στο άρθρο 27 αναφέρεται ότι οι αστικές και οι ποινικές κυρώσεις πρέπει να ισχύουν και στο ψηφιακό περιβάλλον. Ως παράβαση θεωρείται και η "παράνομη χρήση μέσων ευρείας διάδοσης για παράνομους σκοπούς". Πάντως η διάταξη επαναλαμβάνει και τη γνωστη γενική ρήτρα, βάσει της οποίας οι διαδικασίες αυτές πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπον ώστε να αποφεύγονται εμπόδια στις νόμιμες δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένου του ηλεκτρονικού εμπορίου και να τηρούνται θεμελιώδεις ρχές όπως η ελευθερία έκφρασης η δίκαιη δίκη και η ιδιωτικότητα. Στο σημείο αυτό υπάρχει μια παραπομπή και υποσημείωση, στην οποία αναφέρεται ως παράδειγμα τέτοιας θεμελιώδους αρχής οι τυχόν περιορισμοί ευθύνης των παρόχων υπηρεσιών διαδικτύου. Η ACTA εδώ παραπέμπει εμμέσως στην πολύ σημαντική Οδηγία 2000/31/ΕΚ, κατά την οποία οι πάροχοι υπηρεσιών κοινωνίας της πληροφορίας απαλάσσονται από την ευθύνη για το περιεχόμενο που αναρτούν οι χρήστες κι ευθύνονται μόνον εάν λάβουν γνώση ότι διακινείται κάτι παράνομο. Έτσι, η Οδηγία 2000/31/ΕΚ καθίσταται το πιο πολύτιμο νομοθέτημα του Ευρωπαϊκού δικαίου για την διατήρηση της ουδετερότητας του δικτύου (net neutrality) και την αποτροπή των σχέσεων ευθύνης - προληπτικού ελέγχου περιεχομένου. Βάσει αυτής της Οδηγίας εκδόθηκαν σημαντικότατες αποφάσεις του Δικαστηρίου της ΕΕ, οι οποίες προασπίστηκαν την ελεύθερη λειτουργία της Google, της e-Bay, αλλά και των ISP και των social networking services. Μόνο ορισμένα χαμηλόβαθμα ελληνικά δικαστήρια, τελευταία, εμμένουν να περιφρονούν την Οδηγία 2000/31/ΕΚ και το ελληνικό αντίστοιχό της, το π.δ. 131/2003, επαναφέροντας τις παλαιολιθικές διατάξεις περί Τύπου στο Διαδίκτυο. Αλλά αυτό είναι ακόμη ένα θέμα σε εξέλιξη και σύντομα εκτιμώ ότι θα έχουμε νεότερες αποκαταστάσεις επί του θέματος.

Στο άρθρο 27 παράγραφος 4 η ACTA αναφέρει ότι τα κράτη μπορούν να επιβάλλουν στους ISP να αποκαλύπτουν άμεσα τα στοιχεία για τον εντοπισμό ενός συνδρομητή που φέρεται ότι χρησιμοποίησε τη σύνδεση για την παράβαση πνευματικής ιδιοκτησίας. Αυτό, όμως, πρέπει να γίνεται μέσα από την εθνική νομοθεσία. Αυτή τη στιγμή, στην Ελλάδα ο Ν.2225/1994 δεν επιτρέπει την άρση του απορρήτου για παραβάσεις πνευματικής ιδιοκτησίας. Υπάρχει βέβαια η γνωμοδότηση Σανιδά, η οποία όμως μπορεί να έχει κάποια εφαρμογή μόνο για τις εγχώριες υποδομές και ηλεκτρονικές διευθύνσεις/εταιρίες, όχι όμως σε περίπτωση που εμπλέκονται και υπηρεσίες κοινωνίας της πληροφορίας που υπάγονται σε άλλες δικαιοδοσίες. Πάντως, η ACTA ανοίγει το δρόμο της άρσης του απορρήτου των χρηστών και για παραβάσεις πνευματικής ιδιοκτησίας. Και πάλι βέβαια, η ίδια διάταξη αναφέρει ότι δεν πρέπει να θίγονται νόμιμες δραστηριότητες καθώς και η ιδιωτικότητα. Αυτό όμως σημαίνει, τουλάχιστον, ότι η απόφαση για την άρση του απορρήτου θα πρέπει να προέρχεται από ανεξάρτητο δικαστήριο και θα πρέπει να αφορά μόνο κακουργηματικές παραβάσεις (οι οποίες δεν οριοθετούνται επαρκώς στην νομοτεχνική διατύπωση της "εμπορικής κλίμακας"). Διαφορετικά θα έχουμε παραβίαση του άρθρου 19 του Συντάγματος.

Στο άρθρο 27 παρ. 5 προβλέπεται η υποχρέωση των κρατών για νομική προστασία σχετική με την εξουδετέρωση τεχνολογικών μέτρων, κάτι που ήδη προβλέπεται από την ελληνική νομοθεσία (άρθρο 66Α Ν.2121/1993). Η ελληνική νομοθεσία σε αυτό το θέμα μπορεί να θεωρηθεί ακόμη και πιο αυστηρή από την ACTA.

To κεφάλαιο ΙΙΙ της ACTA έχει τίτλο "Πρακτικές επιβολής". Το άρθρο 28 αναφέρει γενικότητες, όπως ότι όλα τα κράτη οφείλουν να μοιράζονται τις κοινές πρακτικές, να συλλέγουν στατιστικά κια να προωθούν την ανάπτυξη εξειδικευμένης εμπειρογνωμοσύνης κλπ για την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Το άρθρο 29 (με τίτλο "Διαχείριση του κινδύνου στα σύνορα" - λες και πρόκειται για πολεμικό ανακοινωθέν!) επιβάλλει και τη διασυνοριακή συνεργασία των αρχών των κρατών, κυρίως σε επίπεδο ανταλλαγής πληροφοριών όταν εντοπιστεί ή και κατασχεθεί παράνομο υλικό.

Το κεφάλαιο IV έχει τίτλο "Διεθνής συνεργασία". Με το άρθρο 33 αναγνωρίζεται ότι η διεθνής συνεργασία είναι ζωτικής σημασίας για την προστασία των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας , η οποία συνεργασία εστιάζει κυρίως στην ανταλλαγή πληροφορίών.

Το κεφάλαιο V έχει τίτλο "Θεσμικές ρυθμίσεις". Με το άρθρο 36 συγκροτείται η "επιτροπή ACTA", με αρμοδιότητα την επισκόπηση εφαρμογής της ΑCTA και την εξέταση κάθε προτεινόμενης τροποποίησης της. Η επιτροή μπορεί να αποφασίζει την σύσταση κι άλλων επιτροπών ή ομάδων εργασίας για την υποστήριξη του έργου τους, την αναζήτηση γνώμης από μκο ή μη κυβερνητικά πρόσωπα, την υποβολή συστάσεων για την εφαρμογή της ACTA και την έκδοση κατευθυντήριων γραμμών βέλτιστης πρακτικής. Η επιτροπή ACTA αποφασίζει με βάση την αρχή της ομοφωνίας. Κατά το άρθρο 37 κάθε κράτος θα ορίσει ένα "σημείο επαφής" για την διευκόλυνση της επικοινωνίας μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών επί παντός θέματος που καλύπτει η ACTA.

Το κεφάλαιο VI περιέχει τις τελικές διατάξεις. Η ACTA διατίθεται προς υπογραφή από την 1η Μάη του 2011 έως την 1η Μάη του 2013. Σε υποσημειωση του άρθρου 39 αναφέρονται οι χώρες που πήραν μέρος στην διαπραγμάτευση, με υποσημείωση, στην οποία περιλαμβάνεται και η Ελληνική Δημοκρατία. Κατά το άρθρο 40 η ACTA τίθεται σε εφαρμογή μόλις παρέλθουν τριάντα μέρες από την ημερομηνία κατάθεσης του έκτου εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης και ισχύει για τα υπογράφοντα μέρη. Κατά το άρθρο 41, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να αποχωρήσουν από την ACTA με γραπτή κοινοποίηση στον θεματοφύλακα (κυβέρνηση της Ιαπωνίας, κατά το άρθρο 45). Η αποχώρηση αρχίζει να ισχύει 180 ημέρες από την παραλαβή της κοινοποίησης από τον θεματοφύλακα. Κατά το άρθρο 42 τα μέρη μπροούν να προτείνουν τροποποιήσεις, αλλά η επιτροπή ACTA αποφασίσει εάν θα υποβάλλει την προτεινόμενη τροποποίηση προς υπογραφή.



Σάββατο, Φεβρουαρίου 04, 2012

Αφιέρωμα στην υπόθεση των γερμανικών αποζημιώσεων στο Διεθνές Δικαστήριο

Μια ανάλυση της υπόθεσης Γερμανία κατά Ιταλίας (παρέμβαση: Ελλάδα) στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, σχετικά με την ετεροδικία κράτους στην εκδίκαση αποζημιώσεων από παραβάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Από την retrospectiva στο radiobubble.


Παρασκευή, Φεβρουαρίου 03, 2012

Η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου Χάγης (Γερμανία κατά Ιταλίας, παρέμβαση Ελλάδας)

Εκδόθηκε σήμερα από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης η απόφαση επί της προσφυγής που άσκησε η Γερμανία κατά της Ιταλίας για παραβίαση του διεθνούς δικαίου λόγω της εκδίκασης από τα ιταλικά δικαστήρια υποθέσεων που αφορούν αποζημιώσεις για αδικοπραξίες του Τρίτου Ράιχ. Η Ελλάδα είχε ασκήσει το ένδικο βοήθημα της παρέμβασης ενώπιον του Δικαστηρίου. (βλ. Δελτίο τύπου και πλήρες κείμενο απόφασης).

Το Δικαστήριο με την Απόφασή του - η οποία είναι τελική- έκρινε

1) με 12 ψήφους έναντι τριών ότι η Ιταλική Δημοκρατία παραβίασε την υποχρέωσή της για σεβασμό της ετεροδικίας που απολαμβάνει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, κατά το διεθνές δίκαιο, διότι δέχθηκε αστικές αξιώσεις που βασίζονται σε παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου τις οποίες διέπραξε το Γερμανικό Ράιχ μεταξύ των ετών 1943 και 1945,

2) με 14 ψήφους έναντι μιας ότι η Ιταλική Δημοκρατία έχει παραβίαση την υποχρέωση σεβασμού της ετεροδικίας που απολαμβάνει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά το διεθνές δίκαιο, επειδή έλαβε εκτελεστικά μέτρα στο ακίνητο της Villa Vigoni,

3) με 14 ψήφους έναντι μιας ότι η Ιταλική Δημοκρατία παραβίασε την υποχρέωση σεβασμού της ετεροδικίας που απολαμβάνει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, κηρύσσοντας εκτελεστές στην Ιταλία τις αποφάσεις των Ελληνικών δικαστηρίων που βασίζονται σε παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου που διαπράχθηκαν στην Ελλάδα από το Γερμανικό Ράιχ,

4) με 14 ψήφους έναντι μιας ότι η Ιταλική Δημοκρατία πρέπει να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις των δικαστηρίων της και άλλων δικαστικών αρχών που παραβίασαν την ετεροδικία που απολαμβάνει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παύουν να ισχύουν, θεσπίζοντας κατάλληλα νομοθετικά ή άλλα μέτρα της δικής της επιλογής (της Ιταλίας).

(5) απορρίπτει, ομόφωνα, όλες τις άλλες προτάσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας

1. Αντικείμενο της διαφοράς και δικαιοδοσια του Δικαστηρίου.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι στις 23 Δεκεμβρίου 2008 η Γερμανία κίνησε διαδικασίες με προσφυγή εναντίον της Ιταλίας. Στην προσφυγή της, η Γερμανία ζητά από το Δικαστήριο να κρίνει ότι η Ιταλία παραβίασε την υποχρέωση σεβασμού της δικαιοδοτικής ασυλίας την οποία απολαμβάνει κατά το διεθνές δίκαιο, λόγω του ότι η Ιταλία δέχθηκε αστικές αξιώσεις ενώπιον των Ιταλικών δικαστηρίων με αίτημα την αποκατάσταση ζημιών που προκλήθηκαν από παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου που διαπράχθηκαν από το Γερμανικό Ράιχ κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου πολέμου. Η Ιταλία επίσης παραβίασε την ετεροδικία της Γερμανίας λαμβάνοντας μέτρα εκτέλεσης εναντίον της Villa Vigoni, ακίνητο γερμανικής ιδιοκτησίας στην Ιταλική επικράτεια. Και ότι έχει περαιτέρω παραβιάσει την Γερμανική ετεροδικία κηρύσσοντας εκτελεστές στην Ιταλία αποφάσεις των Ελληνικών αστικών δικαστηρίων που καταδίκασαν την Γερμανία επί τη βάση όμοιων πράξεων με αυτές που καταγγέλθηκαν στα Ιταλικά δικαστήρια.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η Προσφυγή της Γερμανίας βασίζεται στο Άρθρο 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Ειρηνική Επίλυση των Διαφορών και ότι η Ιταλία δεν έχει ασκήσει ένσταση για την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ή το παραδεκτό της προσφυγής. Το Δικαστήριο κρίνει ότι ο όρος του Άρθρου 27 της εν λόγω Σύμβασης που θέτει έναν χρονικό περιορισμό, δηλαδή ότι η Σύμβαση δεν εφαρμόζεται σε διαφορές που σχετίζονται με γεγονότα ή καταστάσεις πριν την θέση σε ισχύ της Σύμβασης μεταξύ των διαδίκων" δεν εφαρμόζεται όσον αφορά τις απαιτήσεις της Γερμανίας. Κατ' αποτέλεσμα τα "γεγονότα ή καταστάσεις" που αφορούν την παρούσα διαφορά βασίζονται στις Ιταλικές δικαστικές αποφάσεις που αρνήθηκαν την ετεροδικία της Γερμανίας και με μέτρα εκτέλεσης που εφαρμόστηκαν σε ιδιοκτησία της Γερμανίας. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι αυτές οι αποφάσεις και τα μέτρα ελήφθησαν μεταξύ του 2004 και του 2011, δηλαδή μετά τη θέση σε ισχύ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Το Δικαστήριο συνακόλουθα έχει δικαιοδοσία να δικάσει την διαφορά.

Το Δικαστήριο κρίνει ότι ενώ δεν καλείται να δικάσει το εάν η Γερμανία έχει καθήκον αποκατάστασης έναντι των θυμάτων της Ιταλίας για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από το Γερμανικό Ράιχ, πρέπει πάντως να αποφασίσει εάν η παραβίαση υποχρέωσης κράτους να εκπληρώσει πλήρως την υποχρέωση αποκατάστασης έχει έννομες συνέπειες ως προς την ύπαρξη και το πεδίο της ετεροδικίας του κράτους σε αλλοδαπά δικαστήρια.

2. Οι φερόμενες παραβιάσεις της Γερμανικής δικαιοδοτικής ασυλιας στις διαδικασίες που κίνησαν Ιταλοί αιτούντες

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι διαδικασίες στα Ιταλικά δικαστήρια αφορούν πράξεις που τέλεσαν οι γερμανικές ένοπλες δυνάμεις και τα όργανα του Γερμανικού Ράιχ. Το Δικαστήριο κρίνει ότι το ζήτημα που καλείται να εκδικάσει δεν είναι το εάν αυτές οι πράξεις ήταν παράνομες - ένα θέμα που δεν αμφισβητείται- αλλά εάν, τα Δικαστήρια είχαν υποχρέωση να σεβαστούν την γερμανική ετεροδικία στις αγωγές αποζημίωσης που ασκήθηκαν ενώπιόν τους.

Το Δικαστήριο σημειώνει ότι, μεταξύ των Διαδίκων, τυχόν δικαίωμα ετεροδικίας απορρέει μόνον από το διεθνές εθιμικό δίκαιο. Το Δικαστήριο κρίνει ότο πρέπει να εξετάσει και να εφαρμόσει το δίκαιο περί της κρατικής ετεροδικίας που ίσχυε κατά το χρόνο που τα Ιταλικά δικαστήρια απέρριψαν την ετεροδικία και άσκησαν την δικαιοδοσία τους και όχι το δίκαιο που ίσχυε μεταξύ των ετών 1943-1945.

Α. Το πρώτο επιχείρημα της Ιταλίας: η αρχή της εδαφικής αρμοδιότητας επί αδικοπραξιών

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η καρδιά του πρώτου ιταλικού επιχειρήματος είναι ότι το διεθνές εθιμικό δίκαιο έχει αναπτυχθεί έως του σημείουκατά το οποίο ένα Κράτος δεν έχει δικαίωμα ετεροδικίας όσον αφορά πράξεις που προκάλεσαν θάνατο, προσωπικές βλάβες ή ζημιές στην περιουσία επί του εδάφους του κράτους της δωσιδικίας, ακόμη κι αν οι εν λόγω πράξεις τελέστηκαν βάσει του εξουσιαστικού δικαίου (jure imperii). Πρόκειται για την "εξαίρεση της αδικοπραξίας" στην κρατική ετεροδικία. Μετά από μια εις βάθος ανάλυση της σχετικής εθνικής και διεθνούς πρακτικής, το Δικαστήριο κρίνει ότι το διεθνές εθιμικό δίκαιο συνεχίζει να επιβάλλει το σεβασμό της κρατικής ετεροδικίας σε διαδικασίες που αφορούν αδικοπραξίες που φέρονται ότι τελέστηκαν στο έδαφος άλλου κράτους από τις ένοπλες δυνάμεις και άλλα όργανά του στο πλαίσιο της διεξαγωγής μιας ένοπλης σύγκρουσης. Το Δικαστήριο συνακόλουθα συμπεραίνει ότι η απόφαση των ιταλικών δικαστηρίων να αρνηθούν την ετεροδικία της Γερμανίας δεν δικαιολογείται επί τη βάση της αρχής της εδαφικής αδικοπραξίας.

Β. Το δεύτερο επιχείρημα της Ιταλίας: το θέμα και οι περιστάσεις των αξιώσεων ενώπιον των Ιταλικών δικαστηρίων

Το Δικαστήριο σημειώνει ότι το δεύτερο επιχείρημα της Ιταλίας ήταν ότι η άρνηση ετεροδικίας ήταν δικαιολογημένη λόγω της ιδιαίτερης φύσης των πράξεων που αποτελούσαν το θέμα των αξιώσεων ενώπιον των Ιταλικών δικαστηρίων και οι περιστάσεις υπό τις οποίες εγέρθησαν αυτές οι αξιώσεις.

Το Δικαστήριο σημειώνει ότι το πρώτο σκέλος αυτού του επιχειρήματος βασίζεται στην πρόταση ότι το διεθνές δίκαιο δεν αναγνωρίζει ετεροδικία σε ένα κράτος ή τουλάχιστον περιορίζει το δικαίωμα αυτό όταν ένα κράτος έχει τελέσει σοβαρές παραβάσεις του δικαίου των ένοπλων συρράξεων. Καθώς οι πράξεις των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων και άλλων οργάνων του Γερμανικού Ράιχ που αποτέλεσαν τη βάση για τις αξιώσεις ενώπιον των Ιταλικών δικαστηρίων ήταν σοβαρές παραβάσεις του δικαίου των ενόπλων συρράξεων, η Γερμανία έπρεπε να στερηθεί του δικαιώματος ετεροδικίας. Μετά την εξέταση της σχετικής κρατικής και διεθνούς πρακτικής, το Δικαστήριο έκρινε οτι, σύμφωνα με το διεθνές εθιμικό δίκαιο, όπως έχει διαμορφωθεί ως σήμερα, το Κράτος δεν στερείται της ετεροδικίας του λόγω του ότι κατηγορείται για σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου ή του διεθνούς δικαίου των ενόπλων συρράξεων.

Έπειτα, το Δικαστήριο ασχολείται με το δεύτερο σκέλος του Ιταλικού επιχειρήματος, δηλαδή ότι οι κανόνες που παραβίσε η Γερμανία κατά την περίοδο 1943 - 1945 είναι κανόνες αναγκαστικού δικαίου (jus cogens). Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι αυτό το σκέλος του επιχειρήματος βασίζεται στην παραδοχή ότι υπάρχει σύγκρουση μεταξύ του αναγκαστικού δικαίου περί ενόπλων συρράξεων και του δικαιώματος ετεροδικίας της Γερμανίας. Σημειώνει ότι το επιχείρημα της Ιταλίας ότι το αναγκαστικό δίκαιο υπερέχει έναντι κάθε αντίθετου κανόνα διεθνούς δικαίου και ότι, κατ΄αποτέλεσμα, καθώς ο κανόνας που αναγνωρίζει στο Κράτος την ετεροδικία ενώπιον δικαστηρίου άλλου Κράτους δεν είναι αναγκαστικού δικαίου, εκτοπίζεται ο κανόνας περί ετεροδικίας. Το Δικαστήριο κρίνει ότι ακόμη κι αν γίνει αποδεκτό ότι οι κανόνες του δικαίου των ένοπλων συρράξεων που απαγορεύουν το φόνο, την εκτόπιση και την καταναγκαστική εργασία είναι αναγκαστικού δικαίου, δεν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ αυτών και των κανόνων της κρατικής ετεροδικίας. Κρίνει ότι τα δύο κανονιστικά σύνολα ρυθμίζουν διαφορετικό θέμα: οι κανόνες της κρατικής ετεροδικίας αφορούν το εάν τα δικαστήρια ενός Κράτους μπορούν ή όχι να ασκήσουν δικαιοδοσία όσον αφορά υπόθεση άλλου κράτους. Δεν απαντούν στο ερώτημα εάν μια συμπεριφορά είναι νόμιμη ή παράνομη. Το Δικαστήριο περαιτέρω σημειώνει ότι το επιχείρημα που βασίζεται στην υπεροχή του jus cogens επί του δικαίου της κρατικής ετεροδικίας έχει απορριφθεί από εθνικά δικαστήρια και ότι δεν υπάρχει εθνική νομοθεσία που περιορίζει την ετεροδικία σε υποθέσεις που αφορούν παραβιάσεις του jus cogens. Το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι ακομη κι αν οι διαδικασίες στα Ιταλικά δικαστήρια αφορούσαν παραβιάσεις του jus cogens, η εφαρμογή του εθιμικού διεθνούς δικαίου δεν επηρεάζεται.

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το τρίτο και τελευταίο σκέλος του ιταλικού επιχειρήματος είναι ότι τα Ιταλικά δικαστήρια δικαίως αρνήθηκαν την ετεροδικία της Γερμανίας, καθώς όλες οι άλλες προσπάθειες για εξασφάλιση αποζημίωσης από διάφορες ομάδες θυμάτων είχαν αποτύχει.

Το Δικαστήριο δεν βρίσκει κάποια βάση στη σχετική εθνική και διεθνή πρακτική ότι το διεθνες δίκαιο που αναγνωρίζει την κρατική ετεροδικία εξαρτάται από την ύπαρξη αποτελεσματικής εναλλακτικής για την διασφάλιση των αποκαταστάσεων. Το Δικαστήριο απορρίπτει γι' αυτό τα επιχειρήματα της Ιταλίας.

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι στο πλαίσιο των προφορικών διαδικασιών, ο δικηγόρος της Ιταλίας επέμεινε ότι τα τρία σκέλη του δεύτερου ιταλικού επιχειρήματος πρέπει να εξεταστούν μαζί. Με άλλες λέξεις, η σοβαρότητα των παραβιάσεων, το θέμα των κανόνων που παραβιάστηκαν και η έλλειψη εναλλακτικών μέσων αποκατάστασης ήταν οι λόγοι για τους οποίους τα Ιταλικά δικαστήρια δικαίως απέρριψαν την ετεροδικία της Γερμανίας. Το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί ότι τα τρία σκέλη του επιχειρήματος έπρεπε να εξεταστούν μαζί.

Γ. Συμπεράσματα

Το Δικαστήριο κρίνει ότι η άρνηση των Ιταλικών δικαστηρίων να αναγνωρίσουν την ετεροδικία της Γερμανίας, η οποία βασίζεται στο διεθνές εθιμικό δίκαιο συνιστά παράβαση των υποχρεώσεων του Ιταλικού κράτους έναντι της Γερμανίας.

3. Τα εκτελεστικά μέτρα εναντίον της ιδιοκτησίας που ανήκει στη Γερμανία επί Ιταλικού εδάφους

Το Δικαστήριο ασχολήθηκε με το ζήτημα του εάν τα νομικά μέτρα που εληφθησαν όσον αφορά την Villa Vigoni, κατόπιν ιταλικών δικαστικών αποφάσεων εκτέλεσης στην Ιταλία των Ελληνικών δικαστικών αποφάσεων που επιβάλλουν στην Γερμανία την καταβολή αποζημιώσεων αποτελούν παραβίαση της ετεροδικίας της Γερμανίας. Το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να συντρέχει τουλάχιστον ένας όρος προκειμένου να ασκηθεί μέτρο εκτέλεσης εναντίον περιουσίας που ανήκει σε αλλοδαπό κράτος: η εν λόγω περιουσία πρέπει να είναι προορισμένη για δραστηριότητα που δεν αφορά κυβερνητικούς, μη εμπορικούς, σκοπούς ή ότι το Κράτος - ιδιοκτήτης να έχει εκφράσει ρητώς την συγκατάθεσή του για την λήψη των μέτρων ή το Κράτος έχει υποδείξει την εν λόγω ιδιοκτησία για ικανοποίηση δικαστικής αξίωσης. Όμως, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Villa Vigoni χρησιμοποιείται για κυβερνητικούς σκοπούς, εξ ολοκλήρου μη εμπορικούς. Επίσης η Γερμανία δεν έχει εκφράσει ρητώς την συγκατάθεσή της για τη λήψη σχετικών μέτρων, ούτε υπέδειξε το ακίνητο για τις αξιώσεις εναντίον της. Υπ' αυτές τις περιστάσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εγγραφή νομικού βάρος συνιστά παραβίαση της Γερμανικής ετεροδικίας.

4. Οι αποφάσεις των Ιταλικών δικαστηρίων που κηρύσσουν εκτελεστές στην Ιταλία τις αποφάσεις των Ελληνικών δικαστηρίων που επιδικάζουν αποζημιώσεις κατά της Γερμανίας

Το Δικαστήριο σημείωνει ότι, στην τρίτη πρότασή της, η Γερμανία διαμαρτύρεται για παραβίαση της δικαιοδοτικής ασυλίας της, λόγω των αποφάσεων των Ιταλικών δικαστηρίων οπου κήρυξαν εκτελεστές στην Ιταλία τις αστιές αποφάσεις που εκδόθηκαν από Ελληνικά δικαστήρια εναντίον της Γερμανίας σε διαδικασίες που αφορούσαν τη σφαγή στο Δίστομο που τελέστηκε από ένοπλες δυνάμεις του Γερμανικού Ράιχ το 1944.

Το Δικαστήριο κρίνει ότι το σχετικό ζήτημα είναι εάν τα Ιταλικά δικαστήρια σεβάστηκαν την γερμανική ετεροδικία επιτρέποντας την εκτέλεση και όχι εάν τα Ελληνικά δικαστήρια είχαν σεβαστεί την ετεροδικία. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ένα δικαστήριο που εξετάζει αίτηση εκτέλεσης αλλοδαπής δικαστικής απόφασης εναντίον τρίτου κράτους πρέπει να αναζητήσει εάν, στην περίπτωση που το ίδιο έκρινε την ουσία μιας όμοιας διαφοράς, θα ήταν υποχρεωμένο ή όχι να σεβαστεί την ετεροδικία του τρίτου κράτους. Καταλήγει ότι οι αποφάσεις των Ιταλικών δικαστηρίων που κήρυξαν εκτελεστές στην Ιταλία τις αστικές αποφάσεις που εξέδωσαν τα Ελληνικά δικαστήρια εναντίον της Γερμανίας για τη σφαγή στο Δίστομο συνιστούσαν παραβίαση της υποχρέωσης της Ιταλίας για σεβασμό της δικαιοδοτικής ασυλίας της Γερμανίας.

Σύνθεση του Δικαστηρίου

Το Δικαστήριο είχε την εξής σύνθεση: Πρόεδρος Owada, Αντιπρόεδρος Tomka, Δικαστές Koroma, Simma, Abraham, Keith, Sepúlveda-Amor, Bennouna, Skotnikov,
Cançado Trindade, Yusuf, Greenwood, Xue, Donoghue. Δικαστής ad hocv Gaja. Γραμματέας Couvreur.

Οι δικαστές Koroma, Keith και Bennouna συνάπτουν την χωριστή άποψή τους επί της Αποφάσεως του Δικαστηρίου.

Οι δικαστές Cançado Trindade και Yusuf συνάπτουν την μειοψηφούσα άποψή τους επί της Αποφάσεως του Δικαστηρίου.

Ο ad hoc δικαστής Gaja συνάπτει την μειοψηφούσα άποψή του επί της Αποφάσεως του Δικαστηρίου.


Πέμπτη, Φεβρουαρίου 02, 2012

Το χρονικό της δίκης στη Χάγη για τις γερμανικές αποζημιώσεις

Σήμερα στις 11.00 ώρα Ελλάδος, ο πρόεδρος του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης κ. Hisashi Owada θα αναγνώσει την απόφαση στην υπόθεση Γερμανίας κατά Ιταλίας (δικαιοδοτική ασυλία των κρατών) με παρέμβαση της Ελλάδας υπέρ της Ιταλίας. Η συνεδρίαση θα μεταδοθεί ζωντανά στο διαδικτυακό τόπο του Διεθνούς Δικαστηρίου, όπως αναφέρει το σχετικό δελτίο τύπου. Ας δούμε βήμα προς βήμα το χρονικό αυτής της δίκης.

Η προσφυγή

Η υπόθεση ξεκίνησε στις 23.12.2008, με την προσφυγή που άσκησε η Γερμανία εναντίον της Ιταλίας (βλ. εδώ το πλήρες κείμενο, σε Αγγλικά/Γαλλικά), την οποία κατέθεσε ο πρέσβης της Γερμανίας, κατ΄εντολή της κυβέρνησής του, όπως αναφέρει στην επιστολή του. Κατά την προσφυγή, η Ιταλία τα τελευταία χρόνια είχε παραβιάσει την δικαιοδοτική ασυλία της Γερμανίας, διότι ιταλικά δικαστήρια εκδίκασαν υποθέσεις εναντίον του γερμανικού δημοσίου, όσον αφορά αιτήσεις αποζημιώσεων από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ήδη από το αρχικό δελτίο τύπου του Διεθνούς Δικαστηρίου, η υπόθεση αναφέρεται ότι αφορά την διερεύνηση παραβίασης της δικαιοδοτικής ασυλίας της Γερμανίας, ως κυρίαρχου κράτους. Αφορά λοιπόν ένα ζήτημα που συνέχεται με την εθνική κυριαρχία.

Ο Ιταλικός Άρειος Πάγος εξέδωσε μια απόφαση το 2004, στην υπόθεση Ferrini, κατά την οποία τα Ιταλικά δικαστήρια μπορούν να εκδικάσουν την αγωγή αποζημίωσης ατόμου το οποίο εκτοπίστηκε στην Γερμανία κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και καταδικάστηκε σε καταναγκαστική εργασία. Αυτή η πρώτη δικαστική απόφαση είχε αποτέλεσμα να ασκηθούν κι άλλες τέτοιες προσφυγές εναντίον της Γερμανίας σε ιταλικό έδαφος, ενώ ο Ιταλικός Άρειος Πάγος επιβεβαίωσε το νομικό σκεπτικό του 2004, περί ύπαρξης διεθνούς δικαιοδοσίας των Ιταλικών δικαστηρίων, με άλλες δύο αποφάσεις το 2008. Έτσι η Γερμανία θεώρησε ότι θα στηθεί μια βιομηχανία αγωγών εναντίον της στα Ιταλικά δικαστήρια κι γι' αυτό άσκησε αυτή την προσφυγή, επισημαίνοντας ότι οι πράξεις αυτές προσβάλλουν την δικαιοδοτική ασυλία που απολαμβάνει αλλοδαπό Δημόσιο σε μια τρίτη χώρα.

Τρεις είναι οι ομάδες εναγόντων που στρέφονται εναντίον της Γερμανίας στα Ιταλικά δικαστήρια: α) Ιταλοί που είχαν συλληφθεί και εκτοπιστεί για καταναγκαστικά έργα στην Γερμανία, β) μέλη του Ιταλικού στρατού οι οποίοι αιχμαλωτίσθηκαν από τους Ναζί προκειμένου -μετά την εγκατάλειψη του Άξονα από την Ιταλία - να χρησιμοποιηθούν σε καταναγκαστικά έργα και γ) θύματα των φρικαλεοτήτων των Ναζί. Ως τέταρτη, χωριστή περίπτωση, αναφέρει η προσφυγή την υπόθεση της σφαγής του Διστόμου: αφορούσε την αναγκαστική εκτέλεση μιας απόφασης που είχε ήδη εκδοθεί από τα Ελληνικά δικαστήρια, αλλά η εκτέλεσή της ζητήθηκε επί ιταλικού εδάφους, αξιοποιώντας την παραπάνω νομολογία Ferrini.

Η προσφυγή της Γερμανίας βασίζεται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Ειρηνική Επίλυση των Διαφορών, του 1957, κείμενο που η Ιταλία κύρωσε το 1960 ενώ η Γερμανία το 1961.

Προθεσμίες για υπομνήματα

Με Διάταξή του το Διεθνές Δικαστήριο στις 29.4.2009 όρισε προθεσμία για την Γερμανία, να καταθέσει το Υπόμνημά της ως τις 23.6.2009 και για την Ιταλία να καταθέσει το Αντίθετο Υπόμνημά της ως τις 23.12.2009.

Το Υπόμνημα της Γερμανίας

Στις 12.6.2009 η Γερμανία κατέθεσε το Υπόμνημά της. Σε αυτό, η Γερμανία παραθέτει τις συμφωνίες που συνήψε σχετικά με τις αποζημιώσεις για όσα είχε προκαλέσει το Τρίτο Ράιχ. Στη Συνθήκη Ειρήνης που υπέγραψε η Ιταλία το 1947 με τους νικητές συμμάχους, υπήρχε μια ρήτρα παραίτησης όλων των αξιώσεών της έναντι της Γερμανίας που υπήρχαν ως τις 8.5.1945. Μετά την ίδρυση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ανέκυψαν διαφωνίες ως προς το πεδίο εφαρμογής αυτής της εξαίρεσης. Το 1961 οι δύο χώρες συνήψαν μια συμφωνία, για την επίλυση των διαφωνιών και η Γερμανία πλήρωσε αποζημίωση στην Ιταλία (40 εκ. μάρκα). Με μια δεύτερη σύμβαση, η Γερμανία πλήρωσε άλλα 40 εκ. μάρκα σε Ιταλούς πολίτες που ήταν θύματα του ναζιστικού καθεστώτος. Η Ιταλία παραιτήθηκε από άλλες αξιώσεις.

Στο Υπόμνημα η Γερμανία αναφέρεται στις πρόσφατες δικαστικές υποθέσεις σε Ιταλικά δικαστήρια μετά την απόφαση Ferrini. Στη σελίδα 23, υπάρχει αναφορά στην υπόθεση του Διστόμου. Τους τελευταίους μήνες της Κατοχής, στο Δίστομο οργανώθηκε μια επιχείρηση αντεκδίκησης από τους Γερμανούς, καθώς 18 στρατιώτες τους είχαν εκτελεστεί από αντιστεκόμενους Έλληνες. Στη σφαγή του Δίστομου χάθηκαν 200 Έλληνες, κυρίως γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι, ενώ όλο το χωριό κάηκε και ισοπεδώθηκε. Το 1997, το Πρωτοδικείο Λειβαδιάς έκρινε ότι είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει αγωγή αποζημίωσης 250 διαδόχων των θυμάτων του Διστόμου και καταδίκασε το Γερμανικό Δημόσιο σε αποζημίωση συνολικά 27.000.000 ευρώ. Η Γερμανία προσέφυγε στον Άρειο Πάγο, επικαλούμενη έλλειψη δικαιοδοσίας, λόγω της ασυλίας της ως αλλοδαπού δημοσίου. Το 2000 εκδόθηκε η απόφαση του Αρείου Πάγου, ο οποίος απέρριψε την αίτηση αναίρεσης της Γερμανίας. Όμως, κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, για να εκτελεστεί απόφαση εις βάρος αλλοδαπού δημοσίου απαιτείται η συναίνεση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ο οποίος δεν υπέγραψε. Οι δικαιούχοι προχώρησαν παρ' όλ' αυτά σε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης (στο κτίριο του Ινστιτούτου Γκαίτε, στην οδό Ομήρου), αλλά το Γερμανικό Δημόσιο άσκησε ανακοπή και την κέρδισε, ακριβώς λόγω της έλλειψης υπογραφής του Υπουργού Δικαιοσύνης. Οι δικαιούχοι έφτασαν μέχρι τον Άρειο Πάγο, ο οποίος επιβεβαίωσε ότι δεν μπορούσαν να προχωρήσουν σε αναγκαστική εκτέλεση χωρίς την έγκριση του Υπουργού. Eπίσης προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο απέρριψε την προσφυγή τους, στη βάση της δικαιοδοτικής ασυλίας του αλλοδαπού δημοσίου. Τότε, οι δικαιούχοι, γνωρίζοντας την απόφαση Ferrini, προσέφυγαν στα Ιταλικά δικαστήρια. Το Εφετείο της Φλωρεντίας με απόφαση του 2005 αναγνώρισε ότι διαθέτει αρμοδιότητα για την εκδίκαση της υπόθεσης και απέρριψε το 2007 την ένσταση της Γερμανίας σχετικά με αυτό, όπως και ο Ιταλικός Άρειος Πάγος. Ωστόσο, οι αποφάσεις αυτές αφορούν μόνο το ποσό των δικαστικών εξόδων (δηλ. 2.934,70 ευρώ), το οποίο έχει κηρυχθεί εκτελεστό εναντίον της Γερμανίας στην Ιταλία. Οι δικαιούχοι αναζήτησαν ακίνητη περιουσία της Γερμανίας στην Ιταλία και εντόπισαν την Villa Vigoni, η οποια βάσει ιταλογερμανικών συμφωνιών θα αξιοποιείτο ως πολιτισμικό κέντρο για τις ιταλογερμανικές σχέσεις. Πέτυχαν την εγγραφη υποθήκης εις βάρος του ακινήτου, για 25.000 ευρώ, αλλά στη συνέχεια η Γερμανία υπέβαλε έφεση και μέχρι την υποβολή του Υπομνήματος η υπόθεση εκκρεμούσε. Οι δικαιούχοι επιδίωξαν επίσης να δεσμεύσουν δικαστικά τις μετοχές σε σιδηροδρομική εταιρία της Γερμανίας, οι οποίες εκτιμώνται στα 50 εκ. ευρώ, αλλά η υπόθεση δεν είχε εκδικαστεί ακόμη κατά την υποβολή του Υπομνήματος.

Στο Υπόμνημά της η Γερμανία αναφέρει ότι η απόφαση του Ελληνικού Άρειου Πάγου του έτους 2000 στην υπόθεση του Δίστομου ήταν εκείνη που πρώτη παραβίασε τον κανόνα της δικαιοδοτικής ασυλίας του αλλοδαπού δημοσίου. Η Γερμανία αναφέρει όμως ότι η κάπως συνοπτική αιτιολογία της απόφασης του Αρείου Πάγου ήταν ελάχιστα πειστική κι ότι υπήρξε μεταγενέστερη απόφαση του ιεραρχικά ανώτερου Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, η οποία ανέτρεψε πλήρως το σκεπτικό του Διστόμου.

Το Αντίθετο Υπόμνημα της Ιταλίας

Στο 136 σελίδων Αντίθετο Υπόμνημα της, η Ιταλία αφιερώνει σημαντική έκταση στην εξιστόρηση των περιστατικών που αφορούσαν οι αποζημιώσεις και στους μηχανισμούς που ακολουθήθηκαν για την καταβολή τους. Η Ιταλία επιχειρεί την ένταξη του κανόνα της δικαιοδοτικής ασυλίας ξένου κράτους στο γενικότερο νομικό πλαίσιο των εγκλημάτων πολέμου και της υποχρέωσης αποκατάστασής τους. Επιχειρεί δηλαδή τη σχετικοποίηση του κανόνα και την στάθμισή του με το αντίρροπο έννομο αγαθό που είναι η υποχρέωση αποκατάστασης. Έτσι, ισχυρίζεται ότι δεν παραβίασε το διεθνές δίκαιο, με την αναγνώριση δικαιοδοσίας για την εκδίκαση των υποθέσεων των γερμανικών αποζημιώσεων.

Η Ιταλία υποστηρίζει σθεναρά ότι η "ετεροδικία" δεν σημαίνει "ατιμωρησία". Σκοπός της ετεροδικίας είναι να βρεθούν οι εναλλακτικοί μηχανισμοί επανόρθωσης. Στην περίπτωση της Γερμανίας όμως, τα θύματα προσέφυγαν και σε γερμανικά δικαστήρια και αντιμετώπισαν την απόρριψη. Έτσι η ετεροδικία για την Γερμανία λειτούργησε όντως ως μια περίπτωση ατιμωρησίας.

Στο υπόμνημά της η Ιταλία έκανε χρήση της δυνατότητας να ασκήσει αντίθετη αίτηση. Υπέβαλε έτσι το αίτημα στο Διεθνές Δικαστήριο να καταδικαστεί η Γερμανία για παραβίαση των διεθνούς δικαίου υποχρεώσεών της έναντι των θυμάτων που δεν αποζημίωσε. Η νομική βάση αυτού του αιτήματος ήταν το άρθρο 80 του καταστατικού, αλλά και η ίδια η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Ειρηνική Επίλυση Διαφορών.

Στις 6.7.2010, το Διεθνές Δικαστήριο με Διάταξή του αποφάσισε να απορρίψει αυτή την αντίθετη αίτηση της Ιταλίας, λόγω του ότι αναφερόταν σε περιστατικά τα οποία δεν καλύπτονταν από το χρονικό πεδίο εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Μειοψήφισε ένας δικαστής, με μια εξαιρετικά τεκμηριωμένη μειοψηφική γνώμη 50 σελίδων, ενώ ο ad hoc δικαστής που είχε προτείνει η Ιταλία απλώς δήλωσε ότι θα έπρεπε τα επιχειρήματα των διαδίκων σε αυτό το θέμα να είχαν αποτελέσει αντικείμενο ακροαματικής διαδικασίας. Υπήρξε επίσης μια κοινή δήλωση των δικαστών Keith και Greenwood.

Η Απάντηση της Γερμανίας

Στις 5.10.2010, η Γερμανία αντέκρουσε σε αυτά τα επιχειρήματα με το δικόγραφο Απάντησης. Θεωρεί "αναχρονιστικές" τις απόψεις της Ιταλίας και ανέφερε ότι οι παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου δεν εγείρουν ατομικές αξιώσεις. Ισχυρίστηκε ότι δεν υπάρχει ατιμωρησία, αφού τα θύματα είχαν τη δυνατότητα να προσφύγουν στη Γερμανική δικαιοσύνη, αλλά βέβαια οι αγωγές τους προφανώς θα απορρίπτονταν αφού δεν αναγνωρίζεται από το γερμανικό δίκαιο ατομική προσφυγή για παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Το επιχείρημα της Γερμανίας είναι ότι εάν αναγνωρίζονταν ατομικές προσφυγές, οι πόλεμοι δεν θα τελείωναν ποτέ.

Η ανταπάντηση της Ιταλίας


Στις 10.1.2011 η Ιταλία κατέθεσε το δικόγραφο της Ανταπάντησής της. Eξηγώντας ότι οι δίκες στην Ιταλία ήταν η τελευταία λύση για να αποκατασταθούν τα θύματα.

Η παρέμβαση της Ελλάδας

Στις 13.1.2011 η Ελλάδα υπέβαλε αίτηση στο Διεθνές Δικαστήριο, ζητώντας να της επιτραπεί η άσκηση παρέμβασης στην εκδίκαση της υπόθεσης. Το έγγραφο υπογράφει ο πρέσβης της Ελλάδας στις Κάτω Χώρες, κ. Οικονομίδης.

Στις 23.3.2011 η Γερμανία υπέβαλε γραπτές παρατηρήσεις σχετικά με το αίτημα της Ελλάδας.
Στις 28.3.2011 υπέβαλε τις παρατηρήσεις της και η Ιταλία όσον αφορά το αίτημα.
Στις 6.5.2011 η Ελλάδα απάντησε στις παρατηρήσεις της Ιταλίας και της Γερμανίας.
Στις 26.5.2011 η Γερμανία υπέβαλε πρόσθετες παρατηρήσεις επί του θέματος.
Στις 27.5.2011 η Ιταλία υπέβαλε κι αυτή πρόσθετες παρατηρήσεις.

Στις 4.7.2011 το Διεθνές Δικαστήριο με Διάταξή του έδωσε την άδεια στην Ελλάδα να ασκήσει παρέμβαση στην υπόθεση. Μια εξαιρετικά τεκμηριωμένη χωριστή άποψη υπήρξε και πάλι από τον δικαστή Τrindade. Την διαφωνία του εξέφρασε σε μια δήλωση και ο ad hoc δικαστής που είχε προτείνει η Ιταλία.

Στις 3.8.2011 κατατέθηκε στο Δικαστήριο η Δήλωση της Ελληνικής Δημοκρατίας σχετικά με την υπόθεση. Σε αυτήν παρουσιάστηκαν και αναλύθηκαν οι υποθέσεις στο Δίστομο και το Λιδωρίκι.

Στις 26.8.2011 ήρθε η απάντηση της Γερμανία στην Δήλωση της Ελληνικής Δημοκρατίας. Η Ιταλία σε μια επιστολή της δήλωσε ότι δεν θα σχολιάσει την Ελληνική Δήλωση.

Η προφορική διαδικασία

Από τις 12 έως τις 16 Σεπτεμβρίου, στο Διεθνές Δικαστήριο διεξήχθη η προφορική διαδικασία, με ανάπτυξη των επιχειρημάτων κάθε πλευράς.




Κυριακή, Ιανουαρίου 22, 2012

Ούτε "Αγγλικό", ούτε "Ελληνικό" δίκαιο: lex mercatoria

Η συζήτηση για την εφαρμογή του εθνικού ή του βρετανικού δικαίου στο πρόγραμμα ανταλλαγής ομολόγων (P.S.I.) αποκαλύπτει ότι, παρ' όλο που η Ελλάδα παράγει περισσότερους νομικούς απ' όσους μπορεί να "καταναλώσει", στην πραγματικότητα λείπει από τον δημόσιο διάλογο η νομική ανάλυση - που θα ενστάλαζε λίγη λογική σε μια πανταχού κυρίαρχη συνωμοσιολογία. Έτσι η συζήτηση εξαντλείται, με φωτεινές εξαιρέσεις, όπως το άρθρο του κ. Ροζάκη στο ΒΗΜΑ, σε εθνικοπατριωτικά επιγράμματα τύπου "μολών λαβέ", παρακάμπτοντας ότι συζητάμε απλώς για την εφαρμογή ενός νομικού εργαλείου που ακολουθείται διεθνώς τα τελευταία 400 χρόνια: την lex mercatoria.

O όρος είναι βέβαια λατινικός και κατα λέξη αποδίδεται ως "εμπορικός νόμος". Πρόκειται όμως για κάτι πέρα από έναν "εμπορικό νόμο": η lex mercatoria χρησιμοποιείται ως τεχνικός όρος για να αναφερθούμε σε ένα σύνολο κανόνων δικαίου, το οποίο επιλέγεται κατά τις διεθνείς συναλλαγές, ως το πιο πρόσφορο και για τα δύο μέρη, προκειμένου να αποφύγουν τις αμφισβητήσεις που θα δημιουργούσε η εφαρμογή του εκάστοτε τοπικού θετικού δικαίου, το οποίο δεν περιείχε διατάξεις για κάθε εμπορική διαφορά που θα μπορούσε να προκύψει. Ιστορικά, η lex mercatoria αναπτύχθηκε κατά τον μεσαίωνα από τους ευρωπαίους εμπόρους και αποτελούσε ένα κοινά αποδεκτό πλαίσιο εθιμικών κανόνων και βέλτιστων πρακτικών που είχαν καταξιωθεί στις συναλλαγές. Μπορεί να μην είχε δηλαδή μια θεσμική βάση σε συγκεκριμένο εθνικό δίκαιο, αλλά το ζητούμενο ήταν η αποτελεσματικότητα της εφαρμογής του, και κάτι ακόμα, το οποίο καμία θεσμική διαδικασία δεν μπορεί να υποκαταστήσει ως προς το βαθμό κανονιστικότητας: ήταν γνωστό σε όλους τους εμπλεκόμενους. Η ευρύτατη γνώση του κανόνα (η "γενική κοινοποίηση", κατά Καντ) είναι στην πραγματικότητα μια μήτρα κανονιστικότητας πολύ πιο ισχυρή από την νομιμοποίηση μέσω της θεσμικής διαδικασίας. Άλλωστε και οι νομοπαραγωγικοί θεσμοί, με όλο το τελετουργικό που ακολουθούν, αυτό επιδιώκουν: η θέσπιση των νόμων να γίνεται όσο το δυνατόν πιο δημόσια, ώστε ουδείς να μπορεί να επικαλεστεί άγνοια δικαίου. Η δημοσιότητα είναι το imperium του νομοθέτη.

Αρχικά η lex mercatoria ήταν ένα σύνολο κανόνων και αρχών που ακολουθούσαν οι ίδιοι οι έμποροι, για να ρυθμίσουν τις συμφωνίες τους. Σε αυτό τους οδηγησε η ανάγκη για γρήγορη επίλυση των διαφωνιών: οι νομικές επιπλοκές και καθυστερήσεις δεν είναι ακριβώς ένας παράγοντας ανάπτυξης και προαγωγής του εμπορίου. Έτσι οι έμποροι επέλεγαν οι ίδιοι δικαστές για να εφαρμόσουν την lex mercatoria κατά την επίλυση των διαφορών τους, αποφεύγοντας τα κρατικά δικαστήρια που θα εφάρμοζαν το εθνικό δίκαιο.

Οι Άγγλοι δικαστές, οι οποίοι πάντοτε λειτουργούσαν δικαιοπαραγωγικά, αναζητώντας περισσότερο την ανάγκη εξυπηρέτησης των συναλλαγών, και λιγότερο την θεσμική έδραση των κανόνων - όπως οι ηπειρώτες συναδελφοί τους- από το 1608 κήρυξαν την lex mercatoria ως μέρος του εφαρμοστέου δικαίου. Έτσι το αγγλικό κοινοδίκαιο έγινε το πρώτο κανονιστικό σύνολο που περιείχε αυτούσιες τις βέλτιστες εμπορικές πρακτικές και τα έθιμα που είχαν αναπτύξει οι έμποροι. Προσθέστε σε αυτό τα 400 χρόνια δικαστικών αποφάσεων που ακολούθησαν αυτή τη διακήρυξη, σε ένα σύστημα δικαιοσύνης που σέβεται ευλαβικά τα δικαστικά προηγούμενα, κι έχετε τον πιο λειτουργικό κώδικα παγκοσμίως για την επίλυση των εμπορικών διαφορών.

Φυσικά η lex mercatoria ουδέποτε ήταν παγωμένη στο χρόνο. Το δίκαιο των Η.Π.Α., ακολουθώντας την αγγλοσαξωνική παράδοση κι ενσωματώνοντας την εμπορική εμπειρία και πρακτική αιώνων, σε συνδυασμό βέβαια με την διεθνή ισχύ ενός νομίσματος όπως το δολλάριο, αποτελεί τη σύγχρονη lex mercatoria. Kαι, μέ τον ίδιο τρόπο, έχει καταστεί στην ουσία και η lex internetica, που ρυθμίζει de facto όχι μόνο τις συναλλαγές, αλλά ακόμα και την ελευθερία έκφρασης, όσο κι αν στην Ευρώπη δεν έχουμε "1st Amendment".

Έτσι, τελικά, η υπαγωγή του P.S.I. στο αγγλικό - κι όχι στο ελληνικό- δίκαιο δεν είναι τίποτε άλλο από μια πάγια συναλλακτική πρακτική: αναγνώριση της εφαρμογής της lex mercatoria, κι όχι βέβαια την εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Aλλά αυτά είμαστε καταδικασμένοι να τα συζητάμε μεταξύ μας, αφού φαίνεται ότι δεν πρόκειται να απασχολήσουν την κοινή γνώμη ή τα καθιερωμένα μέσα ενημέρωσης.






Δευτέρα, Δεκεμβρίου 05, 2011

Το δελτίο τύπου του Διεθνούς Δικαστηρίου για την καταδίκη της Ελλαδας

Στον διαδικτυακό τόπο του Διεθνούς Δικαστηρίου αναρτήθηκε το δελτίο τύπου σχετικά με την καταδικαστική απόφαση.

Μετάφραση στα Ελληνικά:

Δελτίο τύπου Νο. 2011/37
5 Δεκεμβρίου 2011

Το Δικαστήριο κρίνει ότι η Ελλάδα, προβάλλοντας ένσταση για την εισδοχή της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ, παραβίασε την υποχρέωσή της, κατά το Άρθρο 11 παρ. 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας της 13ης Σεπτέμβρη 1995.

ΧΑΓΗ, 5 Δεκέμβρη 2011.

Το Διεθνές Δικαστήριο (ΔΔ), το κεντρικό δικαιοδοτικό όργανο των Ηνωμένων Εθνών, δημοσίευσε σήμερα την Απόφασή του για την υπόθεση που αφορά την εφαρμογή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας της 13ης Σεπτεμβρίου 1995 (πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας κατά της Ελλάδας).

Σε αυτή την Απόφαση, η οποία είναι τελική, χωρίς δικαίωμα έφεσης και δεσμευτική για τους Διαδίκους, το Δικαστήριο:

1) κρίνει με δεκατέσσερις ψήφους έναντι δύο, ότι έχει δικαιοδοσία να κρίνει την Προσφυγή που κατέθεσε η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας την 17η Νοέμβρη 2008 και ότι αυτή η Προσφυγή είναι παραδεκτή.

2) κρίνει με δεκαπέντε ψήφους έναντι μιας, ότι η Ελληνική Δημοκρατία, προβάλλοντας ένσταση για την εισδοχή της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ παραβίασε την υποχρέωσή της κατά το Άρθρο 11 παρ. 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας της 13ης Σεπτεμβρίου 1995.

3) απορρίπτει, με δεκαπέντε ψήφους έναντι μιας, όλες τις άλλες αιτήσεις της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας

I. Υπόβαθρο πραγματικών περιστατικών στην υπόθεση

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι την 17η Νοεμρβίου 2008, η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (εφεξής: η "Προσφεύγουσα") υπέβαλε στην Γραμματεία του Δικαστηρίου μια Προσφυγή για την έναρξη διαδικασιών εναντίον της Ελληνικής Δημοκρατίας (εφεξής: "η καθ ης η προσφυγή") αναφορικά με την διαφορά που αφορούσε την ερμηνεία και εφαρμογή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας της 13ης Σεπτέμβρη 1995 (εφεξής: η "Ενδιάμεση Συμφωνία"). Περαιτέρω, υπενθυμίζει ότι η προσφεύγουσα επικαλέστηκε ως βάση για την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου του Άρθρο 21 παράγραφος 2 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, η οποία αναφέρει ότι τα Μέρη μπορούν να υποβάλουν στο Δικαστήριο κάθε διαφορά που προκύπτει μεταξύ τους, όσον αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή της Συμφωνίας, εκτός από την διαφορά που αναφέρεται στο Άρθρο 5 παράγραφος 1 του κειμένου.

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η υποψηφιότητα της Προσφεύγουσας για το ΝΑΤΟ εξετάστηκε στην Σύνοδο του Βουκουρεστίου στις 2 και 3 Απριλίου 2008, αλλά η Προσφεύγουσα δεν εκλήθη για να ξεκινήσει συζητήσεις για προσχώρηση στον οργανισμό. Σημειώνει ότι η Προσφεύγουσα επιδιώκει, ιδίως, να αποδείξει ότι η Καθ' ης υπέβαλε ένσταση στην εισδοχή της στο ΝΑΤΟ και γι' αυτό παραβίασε το Άρθρο 11 παράγραφος 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Το δικαστήριο αναφέρει ότι είναι σαφές από το κείμενο της πρώτης ρήτρας της διάταξης ότι η Καθ ης συμφώνησε να μην υποβάλλει ένσταση στην εισδοχή της Προσφεύγουσας σε διεθνεις ή περιφερειακούς οργανισμούς στους οποίους η Καθ' ης είναι μέλος. Περαιτέρω, παρατηρεί ότι, σύμφωνα με την δεύτερη ρήτρα της διάταξης, η Καθ ης παρ' όλ' αυτά διατηρεί το δικαίωμα να προβάλλει ένσταση σε μια τέτοια εισδοχή εάν και στην έκταση που η Προσφεύγουσα αναφέρεται σε αυτούς τους οργανισμούς διαφορετικά απ' ό,τι στην παράγραφο 2 του ψηφίσματος 817 (1993) του Συμβουλίου Ασφαλείας. Αυτή η παράγραφος συστήνει στην Προσφεύγουσα να αναφέρεται ως μέλος των Ηνωμένων Εθνών "προσωρινά για όλους τους λόγους στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών ως "η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας" όσο διαρκεί ο διακανονισμός της διαφοράς που έχει εγερθεί σχετικά με το όνομα του κράτους."

ΙΙ. Δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και παραδεκτό της Προσφυγής

Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η Καθ ης ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να ασχοληθεί με την διαφορά και ότι η Προσφυγή είναι απαράδεκτοι για διάφορους λόγους. Πρώτον, η Καθ ης ισχυρίζεται ότι η υπόθεση αφορά την διαφορά για το όνομα της Προσφεύγουσας. Δεύτερον, ισχυρίζεται ότι η υπόθεση αφορά μια συμπεριφορά η οποία αφορά το ΝΑΤΟ και τα κράτη μέλη του, κάτι το οποίο δεν εμπίπτει στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Τρίτον, ισχυρίζεται ότι η Απόφαση του Δικαστηρίου σε αυτή την υπόθεση θα είναι αδύνατο να έχει αποτελεσματική εφαρμογή γιατί δεν μπορεί να επιφέρει την εισδοχή της Προσφεύγουσας στο ΝΑΤΟ. Τέταρτον, ισχυρίζεται ότι η ενάσκηση δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο θα συνιστούσε παρέμβαση στις διπλωματικές διαπραγματεύσες που είναι σε εξέλιξη, όσον αφορά την διαφορά που σχετίζεται με το όνομα. Το Δικαστήριο αποφασίζει να απορρίψει τις ενστάσεις της Καθ' ης. Κρίνει ότι έχει δικαιοδοσία επί της διαφοράς και ότι η Προσφυγή είναι παραδεκτή.


ΙΙΙ. Περί του εάν η Καθ' ης αθέτησε την υποχρέωσή της κατά το Άρθρο 11 παράγραφος της Ενδιάμεσης Συμφωνίας.

Κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν σε αυτό αποδεικνύουν ότι στη Σύνοδο του Βουκουρεστίου η Καθ' ης, κατά παράβαση του Άρθρου 11 παρ. 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, διακήρυξε την ένστασή της για την εισοδοχή της Προσφεύγουσας στο ΝΑΤΟ, επισημαίνοντας το γεγονός ότι ηβ διαφορά για το όνομα της Προσφεύγουσας παρέμενε άλυτη. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η ένσταση της Καθ' ης δεν εμπίπτει στο πλαίσιο της εξαίρεσης που περιλαμβάνεται στην δεύτερη ρήτρα του Άρθρου 11 παράγραφος 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, επειδή αυτή η ρήτρα δεν επιτρέπει στην Καθ' ης να ενίσταται στην εισδοχή της Προσφεύγουσας σε έναν οργανισμό ενόψει της προοπτικής ότι η Προσφεύγουσα θα αυτοαποκαλείται σε αυτόν τον οργανισμό με το συνταγματικό της όνομα.


IV. Πρόσθετες δικαιολογήσεις επικαλούμενες από την Καθ' ης


Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η Καθ' ης επικαλείται, επικουρικά προς το βασικό της επιχείρημα, ότι κάθε ένσταση στην εισδοχή της Προσφεύγουσας στο ΝΑΤΟ είναι δικαιολογημένη (1) σύμφωνα με το δόγμα exceptio non adimpleti contractus, (2) ως απάντηση σε παραβίαση της σύμβασης ή (3) ως αντίθετα μέτρα σύμφωνα με το δίκαιο της ευθύνης του Κράτους. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η Καθ' ης προωθεί ένα συγκεκριμένο ελάχιστο όρο κοινό με τα επιχειρήματά της σχετικά με αυτές τις τρεις δικαιολογητικές βάσεις, δηλαδή ότι η Προσφεύγουσα παραβίασε τις διατάξεις της Ενδιάμεσης Συμφωνίας και ότι η ένσταση της Καθ' ης στην εισδοχή της Προσφεύγουσας στο ΝΑΤΟ έγινε σε απάντηση προς αυτές τις παραβιάσεις. Υπό το φως των αποδείξεων που προσκομίστηκαν ενώπιόν του, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Καθ' ης απέδειξε μόνο μία τέτοια παραβίαση, δηλαδή την χρήση κατά το 2004 από την προσφεύγουσα του συμβόλου που απαγορεύεται από το Άρθρο 7 παρ. 2, πράξη που έληξε κατά το ίδιο έτος. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η Καθ' ης απέτυχε να αποδείξει ότι υπέβαλε ένσταση για την πρόσβαση της Προσφεύγουσας στο ΝΑΤΟ ως απάντηση στην παραβίαση αυτής της διάταξης. Ως εκ τούτου, απορρίπτονται οι δικαιολογήσεις της Καθ' ης.

V. Μέτρα

Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κηρύσσει ότι η κρίση του περί παραβίασης της υπχρέωσης της Καθ' ης έναντι της Προσφεύγουσας υπό το Άρθρο 11 παράγραφος 1 της Ενδιάμεσης συμφωνίας συνιστά επαρκή ικανοποίθηση.

Σύνθεση του Δικαστηρίου

Το Δικαστήριο αποτελείται από τους: Πρόεδρο Owada, Αντιπρόεδρο Tomka, Δικαστές Koroma, Simma, Abraham, Keith, Sepúlveda-Amor, Bennouna, Skotnikov, Cançado Trindade, Yusuf, Greenwood, Xue, Donoghue. Ad hoc δικαστές Ρούκουνα και Vukas. Kαι τον Γραμματέα Couvreur.

Ο δικαστής Simma συνάπτει χωριστή γνώμη στην Απόφαση του Δικαστηρίου.
Ο δικαστής Bennouna συνάπτει μια δήλωση για την Απόφαση του Δικαστηρίου.
Η δικαστής Xue συνάπτει αποκλίνουσα γνώμη στην Απόφαση του Δικαστηρίου
Ο ad hoc δικαστής Ρούκουνας συνάπτει μια αποκλίνουσα γνώμη στην Απόφαση του Δικαστηρίου.
Ο ad hoc δικαστής Vukas επισυνάπτει μια δήλωση στην Απόφαση του Δικαστηρίου.


Τετάρτη, Ιανουαρίου 12, 2011

Η Ελλάδα στο Διεθνές Δικαστήριο για τις αποζημιώσεις του Διστόμου

Η υπόθεση στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ξεκίνησε μετά από προσφυγή της Γερμανίας κατά της Ιταλίας. Η διαφορά σχετίζεται με την απόφαση της Ιταλίας για αναγκαστική εκτέλεση ακινήτων του γερμανικού δημοσίου προκειμένου να ικανοποιηθούν αιτήματα δικαιούχων γερμανικών αποζημιώσεων από τη σφαγή του Διστόμου (βλ. παλαιότερο elawyer post εδώ).

Με σημερινή απόφαση του Πρωθυπουργού, η Ελλάδα αποφασίστηκε ότι θα ασκήσει παρέμβαση υπέρ της καταγγελλόμενης Ιταλίας.

Στις 27.12.2008 υποβλήθηκε στο Διεθνές Δικαστήριο η προσφυγή της Γερμανίας κατά της Ιταλίας στα τέλη του 2008 (βλ. το πλήρες κείμενο της προσφυγής εδώ). Η Γερμανία διαμαρτύρεται επειδή τα ιταλικά δικαστήρια εκδίδουν αποφάσεις που σχετίζονται με αποζημιώσεις που πρέπει να καταβάλει η Γερμανία στα θύματα ναζιστικών εγκλημάτων του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Η Γερμανία ισχυρίζεται ότι η Ιταλία δεν έχει δικαιοδοσία να δικάζει και - κυρίως - να επιτρέπει την εκτέλεση των αποφάσεων εναντίον του Γερμανικού Δημοσίου, διότι έτσι παραβιάζονται τα κυριαρχικά δικαιώματα της Γερμανίας. Στη σελίδα 16 της προσφυγής, η Γερμανία μνημονεύει ειδικά ως ομάδα αιτούντων αποζημίωσης τους συγγενείς των θυμάτων του Διστόμου. Όταν τα θύματα κέρδισαν στα Ελληνικά Δικαστήρια αποζημίωση, εμφανίστηκε η αδυναμία της αναγκαστικής εκτέλεσης της εις βάρος του Γερμανικού Δημοσίου, επειδή σύμφωνα με τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, για να γίνει κατάσχεση σε ακίνητο αλλοδαπού δημοσίου έπρεπε να συμφωνήσει και να υπογράψει και ο Υπουργός Δικαιοσύνης. Επειδή ο Υπουργός δεν υπέγραφε για κάτι τέτοιο κι επειδή στην Ιταλία δεν υπήρχε τέτοια προϋπόθεση, οι δικαιούχοι κίνησαν διαδικασίες εκτέλεσης στην Ιταλία. Με αποτέλεσμα η Γερμανία να στραφεί γι' αυτήν αλλά και για τις άλλες υποθέσεις εναντίον της Ιταλίας.

Στις 29 Απριλίου 2009, το Διεθνές Δικαστήριο εξέδωσε μια Διάταξη (πλήρες κείμενο εδώ), με την οποία καθορίστηκε η προθεσμία για υποβολή υπομνημάτων από τις δύο χώρες. Η Γερμανία μπορούσε να καταθέσει το υπόμνημά της μέχρι τις 23 Ιουνίου 2009, ενώ η Ιταλία μπορούσε να καταθέσει το υπόμνημα αντίκρουσης μέχρι τις 23 Δεκεμβρίου 2009.

Στις 22 Δεκεμβρίου 2009, η Ιταλία καταθέτει το υπόμνημα αντίκρουσης (πλήρες κείμενο εδώ). Σε αυτό η Ιταλία ζητάει από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης να διαγνώσει ότι η Γερμανία έχει παραβιάσεις τις υποχρεώσεις της για αποζημίωση των θυμάτων της Ιταλίας για τα εγκλήματα που τελέστηκαν από τη Ναζιστική Γερμανία κατά τον Β' ΠΠ και ότι, συνακόλουθα η Γερμανία πρέπει ν' αποζημιώσει τα θύματα. Η Ιταλία επικαλείται την Σύμβαση με τη Γερμανία για την αποκατάσταση των διαφορών και επιχειρεί με αυτό τον τρόπο να επιτεθεί νομικά εναντίον της με το υπόμνημα αντίκρουσης, ισχυριζόμενη ότι το θέμα της ασυλίας συνδέεται με το θέμα των αποζημιώσεων που πηγάζει από αυτή τη Σύμβαση. Η Γερμανία είχε ισχυριστεί ότι το θέμα είχε κλείσει με την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης του 1947 και τις Συμφωνίες του 1961. Παρ' όλ' αυτά, κατά τους ισχυρισμούς της Ιταλίας, η Γερμανία δεν έχει δημιουργήσει ένα νομικό βοήθημα για όσους δεν έχουν αποζημιωθεί με αποτέλεσμα αυτοί να προσφεύγουν στα ιταλικά δικαστήρια.

Η Γερμανία κατέθεσε στις 10 Μαρτίου του 2010 τις γραπτές παρατηρήσεις της επί του υπομνήματος αντίκρουσης της Ιταλίας (βλ. πλήρες κείμενο εδώ). Σε αυτές επισημαίνει ότι η Ιταλία με το υπόμνημα δεν ζητά απλώς την απόρριψη της προσφυγής αλλά και να καταδικαστεί η Γερμανία για την παραβίαση των υποχρεώσεών της περί αποζημίωσης. Η Γερμανία επισημαίνει ότι το Διεθνές Δικαστήριο δεν έχει τέτοια αρμοδιότητα κι ότι το αντικείμενο της συγκεκριμένης δίκης είναι εάν έχουν ή όχι τα ιταλικά δικαστήρια αρμοδιότητα να επιδικάζουν αποζημιώσεις εις βάρος του Γερμανικού Δημοσίου. Και ζητά από το Δικαστήριο να απορρίψει το υπόμνημα αντίκρουσης της Ιταλίας.

Στις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε η Ιταλία στις 25 Μαϊου 2010 αρνείται την κατηγορία ότι δήθεν προσπαθεί να θεμελιώσει μια "διαρκή" ευθύνη της Γερμανίας που ανατρέχει στον Β'ΠΠ αλλά εμμένει στις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη Συμφωνία του 1961 (βλ. πλήρες κείμενο παρατηρήσεων Ιταλίας εδώ).

Όμως το Δικαστήριο δεν ενέκρινε το αίτημα της Ιταλίας που προσπάθησε να προσθέσει κι άλλες πτυχές στην υπόθεση. Με την Διάταξη της 6ης Ιουλίου 2010, το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης απέρριψε το αίτημα της Ιταλίας, διαπιστώνοντας ότι βρίσκεται πέραν της δικαιοδοσίας του, κηρύσσοντας απαράδεκτο το υπόμνημα αντίκρουσης (βλ. το πλήρες κείμενο της διάταξης εδώ). Με το κείμενο αυτό, το Διεθνές Δικαστήριο έδωσε στα διάδικα μέρη τη δυνατότητα άλλης μιας ευκαιρίας κατάθεσης υπομνημάτων για το θέμα της υπόθεσης (το οποίο αφορά την ετεροδικία του Γερμανικού κράτους, δηλαδή την έλλειψη αρμοδιότητας των δικαστηρίων της Ιταλίας όσον αφορά το Γερμανικό δημόσιο). Η Ιταλία μπορεί να φέρει το νέο δικόγραφο μέχρι τις 14 Ιανουαρίου 2011.

Ωστόσο, μειοψήφισε ένας δικαστής, ο οποίος δημοσίευσε μια 50σέλιδη έκθεση με την μειοψηφούσα γνώμη του, η οποία αποτελεί ένα πολύ ουσιαστικό και σοβαρό κείμενο, το οποίο μιλάει για πραγμάτωση της Δικαιοσύνης και καταλήγει στο ότι τα κράτη μπορούν να συμφωνούν ό,τι θέλουν για τα δικά τους δικαιώματα, αλλά τα δικά τους δικαιώματα είναι διαφορετικό αντικείμενο από τα δικαιώματα των ατόμων (βλ. πλήρες κείμενο εδώ του Δικαστή Cançado Trindade).

Με την χθεσινή ανακοίνωση του Πρωθυπουργού, η Ελλάδα θα ασκήσει παρέμβαση στο Διεθνές Δικαστήριο, προφανώς υπέρ της νομολογίας των ιταλικών δικαστηρίων ότι υπάρχει διεθνής δικαιοδοσία και ότι μπορούν να ασκηθούν αποζημιώσεις εκεί.

Νομίζω όμως ότι ο Πρωθυπουργός και τα εμπλεκόμενα υπουργεία θα μπορούσαν να κάνουν κάτι πιο απλό: να καταργήσουν την διάταξη του Κώδικα Πόλιτικής Δικονομίας που επιβάλλει την υπογραφή του Υπουργού για την εκτέλεση εις βάρος αλλοδαπού δημοσίου, ώστε οι δικαιούχοι να προβούν σε αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος των ακινήτων της Γερμανίας στην Ελλάδα. Φυσικά αυτό θα έφερνε την Ελλάδα ως υπόδικη ενώπιον της Χάγης, αλλά έχω την εντύπωση ότι είναι άλλο να δικάζουν τα Ελληνικά δικαστήρια μια υπόθεση που αφορά εγκλήματα πολέμου που έγιναν σε ελληνικό έδαφος κι άλλο να δικάζουν την ίδια υπόθεση ιταλικά δικαστήρια.








Τετάρτη, Νοεμβρίου 19, 2008

Σχόλια στην προσφυγή της Fyrom κατά της Ελλάδας

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

H προσφεύγουσα έχασε την υπόθεση από την πρώτη γραμμή της προσφυγής της. 

Παραβιάζει την ίδια τη νομική βάση την οποία επικαλείται: μια διμερή συμφωνία με την Ελλάδα, στην οποία αναφέρεται ότι η τελευταία έχει δικαίωμα βέτο εφόσον η προσφεύγουσα χρησιμοποιεί οποιοδήποτε άλλο όνομα πλην του FYROM. Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης αποτελεί θεσμικό όργανο  των Ηνωμένων Εθνών, ενώ, κατά το άρθρο 11 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, η Ελλάδα επιφυλάσσεται του  δικαιώματος βέτο  για τις περιπτώσεις που η προσφεύγουσα εμφανίζεται σε διεθνείς οργανισμούς με άλλο όνομα πλην FYROM. Άρα, η ίδια η Ενδιάμεση Συμφωνία δίνει το δικαίωμα στην Ελλάδα να υποβάλει ένσταση για την ιδιότητα της προσφεύγουσας ως  μέλους των Ηνωμένων Εθνών, μόνο και μόνο εξ αυτού του λόγου, χάνοντας έτσι και το δικαίωμά της να ακουστεί ως προσφεύγουσα απο το Διεθνές Δικαστήριο. Δεν υποστηρίζω ότι η Ελλάδα πρέπει να το κάνει, αλλά θα μπορούσε να το αναφέρει ως επιχείρημα. 


ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ






ΠΡΟΣΦΥΓΗ


ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ 



ΔΙΑΦΟΡΑ ΣΧΕΤΙΚΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 11, ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 1 ΤΗΣ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΤΗΣ 13ΗΣ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ 1995


13 ΝΟΕΜΒΡΗ 2008




ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ


1. Εισαγωγή

2. Δικαιοδοσία του Δικαστηρίου

3. Τα γεγονότα

4. Ισχυρισμός της προσφεύγουσας και αίτημα αποκατάστασης

5. Αd Ηoc Δικαστής

6. Επιφύλαξη δικαιωμάτων

7. Διορισμός εκπροσώπου





1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ


1. Η Δημοκρατία της Μακεδονίας (η οποία για κάθε περίπτωση αναφέρεται προσωρινά στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών ως “η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας”, συμφωνα με την Ανακοίνωση του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών 817 του 1993) [1] (“η Προσφεύγουσα”) υποβάλλει αυτή την Προσφυγή κατά της Ελλάδας (“η Καθ' ης”) βάσει τη Ενδιάμεσης Συμφωνίας της 13 Σεπτεμβρίου 1995 των Ηνωμένων Εθνών (“η Ενδιάμεση Συμφωνία”) [2] , η οποία δεσμεύει σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο την Προσφεύγουσα και την Καθ' ης (“τα δύο Μέρη”). Η Προσφεύγουσα σκοπεύει να θεμελιώσει την παραβίαση εκ μέρους της Καθ' ης των νομικών υποχρεώσεών της σύμφωνα με το Άρθρο 11, παράγραφος 1 της Eνδιάμεσης Συμφωνίας και να διασφαλίσει την τήρηση των υποχρεώσεων της Καθ' ης, σύμφωνα με το Άρθρο 11 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας σε σχέση με τις προσκλήσεις ή αιτήσεις που μπορεί να γίνουν προς ή από την Προσφεύγουσα, προκειμένου να γίνει μέλος του ΝΑΤΟ ή κάθε άλλου διεθνούς, πολυμερούς, περιφερειακού οργανισμού ή θεσμού στους οποίους η Καθ' ης είναι μέλος. Η Προσφεύγουσα εισάγει αυτή την υπόθεση προκειμένου να προστατεύσει τα δικαιώματά της σύμφωνα με την Ενδιάμεση Συμφωνία και να διασφαλίσει ότι της επιτρέπεται να ασκεί τα δικαιώματά της ως ένα ανεξάρτητο Κράτος που ενεργεί σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματός του να αιτείται να γίνει μέλος σχετικών διεθνών οργανισμών.


2. Το Άρθρο 21, παράγραφος 2 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας αναγνωρίζει την δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου, προς επίλυση των διαφορών ανάμεσα στα Μέρη.


3. Σύμφωνα με το Άρθρο 11 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, η Προσφεύγουσα έχει αναλάβει τη δεσμευτική υποχρέωση διεθνούς δικαίου:


“να μην προβάλλει ένσταση σε αίτηση ή ως προς την ιδιότητα του μέλους του Δεύτερου Μέρους [της Προσφεύγουσας] σε διεθνείς, πολυμερείς και περιφερειακούς οργανισμούς και θεσμούς στους οποίους το Πρώτο Μέρος [η Καθ' ής] είναι μέλος: ωστόσο, το Πρώτο Μέρος [η Καθ' ης] επιφυλάσσεται του δικαιώματός του να υποβάλλει ένσταση σε κάθε περίπτωση ιδιότητας μέλους που αναφέρεται παραπάνω, εάν και κατά το μέτρο που το Δεύτερο Μέρος [η Προσφεύγουσα] αναφέρεται σε κάθε τέτοιο οργανισμό ή θεσμό διαφορετικά απ' ό,τι αναφέρεται στην παράγραφο 2 της Ανακοίνωσης 817 (1993) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.” 


Άρα, στην προκειμένη περίπτωση η Ελλάδα θα μπορούσε να υποβάλει ένσταση για την ιδιότητα της προσφεύγουσας ως μέλους των Ηνωμένων Εθνών και έτσι  να απορριφθεί η προσφυγή της στο Διεθνές Δικαστήριο ως απαραδέκτως υποβληθείσα.


4. Η Προσφεύγουσα έχει σεβαστεί το Άρθρο 11 (1) της Ενδιάμεσης Συμφωνίας αποδεχόμενη να συμμετέχει στη διαδικασία προσχώρησης στο ΝΑΤΟ και σε άλλους διεθνείς οργανισμούς υπό την ονομασία “η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας”.


Πιο κάτω βέβαια, η προσφεύγουσα ομολογεί ότι έχει παραβιάσει την υποχρέωσή της, υποβάλλοντας αιτήσεις σε διεθνείς οργανισμούς με το συνταγματικό της όνομα "Δημοκρατία της Μακεδονίας"! Κατά τούτου, η αντίφαση προς αυτό το σημείο είναι περισσότερο από προφανής.


5. Ωστόσο, στη Διάσκεψη του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι, η οποία έλαβε χώρα από τις 2 έως τις 4 Απριλίου 2008, η Προσφεύγουσα, ενεργώντας δια των οργάνων και εκπροσώπων της, υπέβαλε ένσταση στην αίτηση της Προσφεύγουσας για προσχώρησή της στο ΝΑΤΟ, παρά το γεγονός ότι η Προσφεύγουσα κατέστησε σαφές ότι θα ανεφέρετο ως μέλος του ΝΑΤΟ κατά τον τρόπο που προβλέπεται από την παράγραφο 2 της Ανακοίνωσης 817 (1993) του Συμβουλίου Ασφαλειας των Ηνωμένων Εθνών. Ως λόγος για τον οποίο η Καθ' ης υπέβαλε ένσταση δηλώθηκε  η επιθμία της να επιλύσει τη διαφορά ανάμεσα στα δύο Μέρη όσον αφορά το συνταγματικό όνομα της Προσφεύγουσας, ως ουσιώδη προϋπόθεση για την απόκτηση εκ μέρους  της Προσφεύγουσας της ιδιότητας μέλους του ΝΑΤΟ. Η ένσταση της Καθ' ης, που ισοδυναμεί με βέτο, είχε ως αποτέλεσμα να μην μπορεί η Προσφεύγουσα να εισέλθει στο ΝΑΤΟ.


Η πιο σοβαρή δυσκολία σε αυτή την υπόθεση είναι να αποδείξει η προσφεύγουσα ότι πράγματι η Ελλάδα άσκησε βέτο στην διάσκεψη του Βουκουρεστίου. Από τα έγγραφα που προσκομίζει ως Παραρτήματα της προσφυγής, δεν προκύπτει επίσημα και αδιαμφισβήτητα ότι η Ελλάδα άσκησε βέτο στο ΝΑΤΟ, ούτε ότι δεν προσεκλήθη στο ΝΑΤΟ μόνο λόγω ενός υποτιθέμενου ελληνικού βέτο (αν κι αυτό το δεύτερο δεν έχει νομική επίπτωση ως προς την παραβίαση ή μη της Ενδιάμεσης Συμφωνίας). Η ανακοίνωση του ΝΑΤΟ που επισυνάπτει η προσφεύγουσα, δεν αναφέρει ως λόγο μη αποστολής πρόσκλησης ένα "ελληνικό βέτο", αλλά το πρόβλημα του ονόματος και η απουσία λύσης.


We recognise the hard work and the commitment demonstrated by the former Yugoslav Republic of Macedonia to NATO values and Alliance operations.  We commend them for their efforts to build a multi-ethnic society.  Within the framework of the UN, many actors have worked hard to resolve the name issue, but the Alliance has noted with regret that these talks have not produced a successful outcome.  Therefore we agreed that an invitation to the former Yugoslav Republic of Macedonia will be extended as soon as a mutually acceptable solution to the name issue has been reached.  We encourage the negotiations to be resumed without delay and expect them to be concluded as soon as possible.


Υπάρχουν βέβαια οι συνεντεύξεις και τα άρθρα της Ελληνίδας υπουργού Εξωτερικών, αλλά από αυτά δεν προκύπτει με επίσημο και αδιαμφισβήτητο τρόπο ότι η Ελλάδα άσκησε objection στη διαδικασία του ΝΑΤΟ. Αν η αιτία  της μη αποστολής πρόσκλησης δεν ήταν η άσκηση objection ή "veto", αλλά οι τυχόν διπλωματικές συζητήσεις man to man και  η προσπάθεια διαμόρφωσης της κοινής πεποίθησης ότι, αν ένα κράτος έχει εκκρεμείς διαφορές εξωτερικής πολιτικής με συμμαχικό κράτος είναι περίεργο ταυτόχρονα να καλείται ως μέλος στο ΝΑΤΟ, τότε όλα αυτά τα δημοσιεύματα δεν είναι veto, αλλά απλή έκφραση (επίσημης) άποψης, χωρίς όμως τις έννομες συνέπειες της αρνησικυρίας. 


Με τα στοιχεία που παρουσιάζει σήμερα δηλαδή η προσφεύγουσα, δεν βλέπω αδιαμφισβήτητη παραβίαση της Ενδιάμεσης Συμφωνίας από την Ελλάδα.



6. Η Προσφεύγουσα έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις της κατά την Ενδιάμεση Συμφωνία, υποβάλλοντας αίτηση αναγνώρισης ως μέλους του ΝΑΤΟ ως “η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας” και όχι με άλλο όνομα. 


Ωστοσο, η εν λόγω αίτηση δεν έχει προσκομιστεί στα Παραρτήματα που συνοδεύουν την προσφυγή.


Υπ' αυτές τις περιστάσεις, η ένσταση της Καθ'ής στην αίτηση της Προσφεύγουσας για να γίνει μέλος του ΝΑΤΟ αποτελεί κατάφωρη παραβίαση των υποχρεώσεών της σύμφωνα με το Άρθρο 11 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας.


Αν έχει υποβληθεί τέτοιου είδους ένσταση, πράγματι υφίσταται ζήτημα παραβίασης υποχρεώσεων.

ΙΙ. Η ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ


7. Το Άρθρο 36 του Οργανισμού του Δικαστηρίου αναφέρει ότι:


“Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου περιλαμβάνει όλες τις υποθέσεις που αναφέρουν ενώπιόν του τα μέρη και όλα τα θέματα που αναφέρονται ειδικώς από τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών ή από εν ισχύ Συνθήκες και Συμβάσεις.” [3]


8. Ως Κράτη Μέλη των Ηνωμένων Εθνών, η Προσφεύγουσα και η Καθ' ής είναι ipso facto διάδικα μέρη κατά την έννοια του Οργανισμού του Δικαστηρίου και έχουν δικαιώμα να εισάγουν υποθέσεις ενώπιόν του.


Ωστόσο η προσφεύγουσα είναι μέλος των Η.Ε. ως FYROM και όχι ως "Δημοκρατία της Μακεδονίας", ονομασία με την οποία έχει υποβάλει την προσφυγή. Υποβάλλοντας την προσφυγή με αυτή την ονομασία, η προσφεύγουσα παραβιάζει χωρίς καμία επιφύλαξη την Ενδιάμεση Συμφωνία ενώπιον του Δικαστηρίου που καλείται να κρίνει την παραβίαση εκ μέρους της Ελλάδας!


 Η Προσφεύγουσα και η Καθ' ής είναι επίσης συμβαλλόμενα μέρη της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Η Συμφωνία αναφέρει στο Άρθρο 21, παράγραφος 2:


“Κάθε διαφορά ή διαφωνία που προκύπτει ανάμεσα στα Μέρη όσον αφορά την ερμηνεία ή την εφαρμογή της παρούσας Ενδιάμεσης Συμφωνίας, μπορεί να υποβληθεί από καθένα εξ αυτών ενώιον του Διεθνούς Δικαστηρίου, με την εξαίρεση των διαφορών που αναφέρονται στο Άρθρο 5 παράγραφος 1.”


Η εξαίρεση αφορά την διαφορά του ονόματος: αυτό δεν μπορεί να παραπεμφθεί στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (εκτός αν τα μέρη τροποποιήσουν την Ενδιάμεση Συμφωνία).


9. Η Ενδιάμεση Συμφωνία ετέθη σε ισχύ στις 13 Οκτωβρίου 1995, σύμφωνα με το Άρθρο 23, παράγραφος 1. Κατατέθηκε απο την Καθ' ης στα Ηνωμένα Έθνη (υπό τον αριθμό 32193) κατά την ίδια μέρα και είναι δεσμευτική για τα Κράτη από εκείνη την ημερομηνία. Παραμένει σε ισχύ, σύμφωνα με το Άρθρο 23, παράγραφος 2, καθώς δεν έχει αντικατασταθεί από μια οριστική συμφωνία ούτε έχει καταργηθεί με γραπτή ανακοίνωση υποβληθείσα εντός δώδεκα μηνών από κάποιο Μέρος.


10. Κατά την υποβολή της παρούσας Προσφυγής, όλα τα αμφισβητούμενα ζητήματα ανάμεσα στα Μέρη, οσον αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή του Άρθρου 11 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας του 1995 υπόκεινται εν γένει στην υποχρεωτική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Το αντικείμενο της διαφοράς δεν αφορά -άμεσα ή έμμεσα- την διαφορά που αναφέρεται στο Άρθρο 5, παράγραφος 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας και, ακολούθως, δεν εφαρμόζεται η  εξαίρεση της δικαιοδοσίας που προβλέπεται από το Άρθρο 21, παράγραφος 2 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. 


III. ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ


11. Η Προσφεύγουσα απέκτησε ειρηνικά την ανεξαρτησία της από την πρώην Γιουγκοσλαβική Ομοσπονδία στις 8 Σεπτεμβρίου 1991, όταν οι πολίτες της ψήφισαν συντριπτικά υπέρ της ίδρυσης ανεξάρτητου κράτους. Βάσει του αποτελέματος του Δημοψηφίσματος της 17 Σεπεμβρίου 1991, η Συνέλευση της Προσφεύγουσας θέσπισε μια Διακήρυξη μιας ανεξάρτητης και κυρίαρχης Δημοκρατίας της Μακεδονίας που έθεσε τις βασικές αρχές της εξωτερικής πολιτικής της Προσφεύγουσας. Αυτό οδήγησε στην θέσπιση νέου Συντάγματος στις 17 Νοεμβρίου 1991.


12. Στις 19 Δεκεμβρίου 1991, η Συνέλευση της Δημοκρατίας της Μακεδονίας ψήφισε μια νέα Διακήρυξη για την επιδίωξη ευρύτερης διεθνούς αναγνώρισης της Προσφεύγουσας ως κυρίαρχου και ανεξάρτητου κράτους. Όμως, τέτοια διεθνής αναγνώριση ακολούθησε με καθυστέρηση, κατά κύριο λόγο επειδή η Καθ'ής αρνήθηκε να αναγνωρίσει την Προσφεύγουσα με το όνομα που αναφέρεται στο Σύνταγμά της, με την αιτιολογία ότι το συνταγματικό όνομα υπέβαλλε εδαφικές βλέψεις επί τμήματος της Προσφεύγουσας.


13. Αυτό το ζήτημα εξετάστηκε εν όλω στην Διαιτητική Επιτροπή της Συνέλευσης της Γιουγκοσλαβίας (“η Επιτροπή Badinter”) στην από Ιανουαρίου 1992 Γνωμοδότηση αρ. 6 [4], η οποία προβλέπει κατά το ουσιώδες μέρος τα εξής:


“5. Η Διαιτητική Επιτροπή συνεπώς είναι της γνώμης:

- ότι η Δημοκρατία της Μακεδονίας ικανοποιηεί τα κριτήρια των Κατευθυντηρίων Γραμμών για την Αναγνώριση Νέων Κρατών στην Ανατολική Ευρώπη και την Σοβιετική Ένωση και τη Διακήρυξη για την Γιουγκοσλαβία που θεσπίστηκε από το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τον Δεκέμβρη του 1991, 

 - ότι η Δημοκρατία της Μακεδονίας, επιπλέον, έχει αποκηρύξει όλες τις εδαφικές διεκδικήσεις κάθε είδους, με αδιαμφισβήτητες, δεσμευτικές δηλώσεις διεθνούς δικαίου. Ότι η χρήση του ονόματος “Μακεδονία” δεν μπορεί συνεπώς να υποβάλει καμία  εδαφική διεκδίκηση εναντίον άλλου κράτους (υπογράμμιση του συντάκτη) [...]”


Αυτή η κρίση περί μη υποβολής καμίας εδαφικής διεκδίκησης δεν παραμένει βεβαίως ισχυρή

έως σήμερα, αφού θα πρέπει να εξεταστεί υπό ένα πλήθος νέων στοιχείων που έχουν καλυφθεί από

την ειδησεογραφία και την έρευνα που έχει μεσολαβήσει από το 1992 έως σήμερα. Διότι αυτό είναι

το πιο σοβαρό πρόβλημα: ακόμη κι αν ιδεολογικά αποδέχεται κάποιος ότι κάθε ανεξάρτητο κυρίαρχο

κράτος έχει αδιαμφισβήτητο δικαίωμα να αυτοπροσδιορίζεται όπως επιθυμεί, επιλέγοντας το ίδιο

την συνταγματική και την διεθνή του ονομασία, η καλλιέργεια του αλυτρωτισμού στο εσωτερικό του δεν μπορεί να θεωρηθεί αποδεκτή κρατική πρακτική στο πλαίσιο

των διεθνών σχέσεων που αποσκοπούν στην ειρήνη, την σταθερότητα και την ευημερία ανάμεσα σε

λαούς.


14. Κατά τη διάρκεια του 1992 και του 1993, η ιδιότητα της Προσφεύγουσας ως ανεξάρτητο κράτος αναγνωρίστηκε από αυξανόμενο αριθμό Κρατών, στα οποία δεν περιλαμβανόταν η Καθ' ης.


Πάντως στην τελευταία Διακήρυξη του Βουκουρεστίου (ΝΑΤΟ), στο γνωστό απόσπασμα υπάρχει μια

παραπομπή στο προσωρινό όνομα που αναφέρει: 1. Turkey recognises the Republic of Macedonia with its constitutional name (η Τουρκία αναγνωρίζει τη Δημοκρατία της Μακεδονίας με το συνταγματικό της όνομα). Ενώ μια καλόπιστη διατύπωση θα περίμενε κανείς να αναφέρει "η Τουρκία αναγνωρίζει την πρώτην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας με το συνταγματικό της όνομα"). Σε κάθε περίπτωση, άλλα  υπόλοιπα κράτη μέλη του ΝΑΤΟ δεν ακολούθησαν την Τουρκία (τουλάχιστον στην εν λόγω παραπομπή).


15. Στις 8 Απριλίου 1993, παρά την διαρκή διαφορά ανάμεσα σε Προσφεύγουσα και την Καθ' ης όσον αφορά το συνταγματικό όνομα της Προσφεύγουσας, η Προσφεύγουσα απέκτησε την ιδιότητα μέλους στα Ηνωμένα Έθνη, υπό τον όρο ότι στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών “θα αναφέρεται για κάθε σκοπό ως “η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας”, ενόσω εκκρεμεί η διευθέτηση της διαφωνίας που έχει προκύψει όσον αφορά το όνομα του Κράτους” (σύμφωνα με την Ανακοίνωση του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών 817 (1993), παράγραφος 2) [5].


Όρο που δεν φαίνεται να τηρεί πάντως, επιγράφοντας ως "Δημοκρατία της Μακεδονίας" την υπό κρίση προσφυγή.


16. Η Ανακοίνωση 817 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνων – και στη συνέχεια η Ανακοίνωση 845 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών (1993) [6]– καλούσε τα Μέρη να συνεργαστούν ώστε να καταλήξουν σε ένα γρήγορο συμβιβασμό της διαφοράς τους, υπό την αιγίδα του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Η Προσφεύγουσα λυπάται που αυτό το πλαίσιο δεν έχει ακόμη οδηγήσει σε μια τελική διεθέτηση της διαφοράς ανάμεσα στα Μέρη.  Παρ' όλ' αυτά,  η αποτυχία της υποκείμενης διαφοράς δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης. Η Προσφεύγουσα επιβεβαιώνει την δέσμευσή της στη συνέχιση των διαπραγματεύσεων υπό την αιγίδα του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, σύμφωνα με το Άρθρο 5 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. 


17. Η θέσπιση της Ανακοίνωσης 817 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνωνν άνοιξε την πόρτα στον εξορθολογισμό των σχέσεων ανάμεσα στα Μέρη και, στις 13 Σεπτεμβρίου 1995, τα Μέρη συμφώνησαν και υπέγραψαν την Ενδιάμεση Συμφωνία, η οποία ιδρύει διπλωματικές σχέσεις μεταξύ τους. Το Άρθρο 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας προβλέπει ότι το Πρώτο Μέρος [η Καθ' ης] αναγνωρίζει το Δεύτερο Μέρος [η Προσφεύγουσα] ως ένα ανεξάρτητο κυρίαρχο κράτος, με την συμβατική ονομασία” η 'πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας'. Κατά το Άρθρο 11, παράγραφος 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, η Καθ' ης ανέλαβε τις ακόλουθες δεσμεύσεις:


“Από την έναρξη της ισχύος αυτής της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, το Πρώτο Μέρος [η Καθ' ης] συμφωνεί να μην ασκήσει ένσταση ως προς την αίτηση ή ως προς την ιδιότητα του μέλους του Δεύτερου Μέρους [Προσφεύγουσα] σε διεθνείς, πολυμερείς και περιφερειακούς οργανισμούς και θεσμούς στους οποίους το Δεύτερο Μέρος [η Καθ' ης] είναι μέλος. Ωστόσο, το Δεύτερο Μέρος [η Καθ' ης] επιφυλάσσεται του δικαιώματος να υποβάλλει ένσταση σε κάθε περίπτωση ιδιότητας μέλους που αναφέρεται παραπάνω, εάν και στο μέτρο που το Δεύτερο Μέρος [η Προσφεύγουσα] αναφερθεί σε έναν τέτοιο οργανισμό ή θεσμώ διαφορετικά απ' ό,τι στην παράγραφο 2 της Ανακοίνωσης 817 (1993) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.” [7]


18.  Μετά την θέσπιση και την έναρξη ισχύος της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, η Προσφεύγουσα εξασφάλισε την ιδιότητα του μέλους σε ένα μεγάλο αριθμό “διεθνών, πολυμερών και περιφερειακών οργανισμών και θεσμών” στους οποίους η ίδια η Καθ' ης ήταν ήδη μέλος. Αυτοί οι οργανισμοί περιλαμβάνουν: τον Οργανισμό Ασφάλειας και Συνεργασίας στην Ευρώπη (Οκτώβρης 1995), το Συμβούλιο της Ευρώπης (Νοέμβριος 1995), τον Οργανισμό για την Απαγόρευση Χημικών Όπλων (Ιούλιος 1997), τον Ευρωπαϊκό Χάρτη Ενέργειας (Μάρτης 1998), το Διαρκές Δικαστήριο Διαιτησίας (Φεβρουάριος 2001) και τον Οργανισμό Παγκόσμιου Εμπορίου (Απρίλιος 2003). [8] Σύμφωνα με το Άρθρο 11, παράγραφος 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, η Καθ' ης δεν έχει υποβάλει ένσταση σε καμία αίτηση της Προσφεύγουσας για την απόκτηση της ιδιότητας μέλους σε κανεναν από αυτούς τους οργανισμούς, ακολουθώντας το άρθρο 11, παράγραφος 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Σε κάθε περίπτωση, η αίτηση για την απόκτηση της ιδιότητας μέλους γινόταν από την Προσφεύγουσα με το συνταγματικό της όνομα, με την πεποίθηση ότι η ιδιότητα μέλους στον εκάστοτε  οργανισμό ή θεσμό θα αναφέρεται με τον τρόπο  που σκοπείται κατά την Ανακοίνωση 817 (1993) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Αυτή η σταθερή πρακτική δεν είχε εγείρει καμία ένσταση από την Καθ' ης και δεν είχε προκαλέσει δυσκολίες στην συμμετοχή στους σχετικούς οργανισμούς.


Σε αυτό το σημείο, η προσφεύγουσα ομολογεί ότι παραβίασε πολλές φορές την Ενδιάμεση Συμφωνία, υποβάλλοντας αιτήσεις σε διεθνή fora ως "Δημοκρατία της Μακεδονίας". Επικαλείται, μάλιστα, την έλλειψη ενάσκησης του δικαιωματός ένστασης εκ μέρους της Ελλάδας, για να μιλήσει για μια "σταθερή πρακτική" που δήθεν δημιούργησε - χωρίς να το λέει - μια πεποίθηση ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να δημιουργήσει πρόβλημα. Το επιχείρημα είναι νόμω αβάσιμο: καμία "σταθερή πρακτική" μη ενάσκησης δικαιώματος δημοσίου διεθνούς δικαίου δεν τροποποιεί διεθνή σύμβαση. Οι κανόνες τροποποίησης γραπτού διεθνούς δικαίου είναι απολύτως συγκεκριμένοι και περιλαμβάνονται στη Σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών. Το άρθρο 42 παρ. 1 της Σύμβασης είναι σαφέστατο: The validity of a treaty or of the consent of a State to be bound by a treaty may be impeached only through the application of the present Convention. Πάντως, η FYROM υπέγραψε την Σύμβαση της Βιέννης το 1999, δηλαδή μεταγενέστερα από την υπογραφή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Στη θεωρία πάντως γίνεται δεκτό ότι η Ενδιάμεση Συμφωνία, σήμερα, διέπεται από τη Σύμβαση της Βιέννης. 

Βεβαίως, οι πολλαπλές παραβιάσεις που ομολογεί η Προσφεύγουσα αποτελούν λόγο ακύρωσης της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Σύμφωνα με  τηΣύμβασης της Βιέννης, για να ακυρωθεί διεθνής συμφωνία λόγω παραβίασης πρέπει να συντρέχουν οι εξής ουσιαστικές και τυπικές προϋποθέσεις:


Article 60 

Termination or suspension of the operation of a treaty as a consequence of its breach 

1.A material breach of a bilateral treaty by one of the parties entitles the other to invoke the 

breach as a ground for terminating the treaty or suspending its operation in whole or in part. 

[...]

3.A material breach of a treaty, for the purposes of this article, consists in: 

(a) a repudiation of the treaty not sanctioned by the present Convention; or 

(b) the violation of a provision essential to the accomplishment of the object or purpose of the treaty. 

4.The foregoing paragraphs are without prejudice to any provision in the treaty applicable in the event of a breach.

5.Paragraphs 1 to 3 do not apply to provisions relating to the protection of the human person 

contained in treaties of a humanitarian character, in particular to provisions prohibiting any form of reprisals against persons protected by such treaties.



 Article 65 

Procedure to be followed with respect to invalidity, termination, withdrawal from or suspension of the operation of a treaty 

1.A party which, under the provisions of the present Convention, invokes either a defect in its consent to be bound by a treaty or a ground for impeaching the validity of a treaty, terminating it, withdrawing from it or suspending its operation, must notify the other parties of its claim. The notification shall indicate the measure proposed to be taken with respect to the treaty and the reasons therefor. 

2.If, after the expiry of a period which, except in cases of special urgency, shall not be less than three months after the receipt of the notification, no party has raised any objection, the party making thenotification may carry out in the manner provided in article 67 the measure which it has proposed.

3.If, however, objection has been raised by any other party, the parties shall seek a solution through the means indicated in Article 33 of the Charter of the United Nations. 4.Nothing in the foregoing paragraphs shall affect the rights or obligations of the parties under any provisions in force binding the parties with regard to the settlement of disputes. 

5.Without prejudice to article 45, the fact that a State has not previously made the notification prescribed in paragraph 1 shall not prevent it from making such notification in answer to another party claiming performance of the treaty or alleging its violation. 


Άρα, εφόσον δεν έχει ακολουθηθεί αυτή η διαδικασία κοινοποίησης, δεν μπορεί να ευσταθήσει τυχόν ισχυρισμός ότι η FYROM έχει κουρελιάσει τόσο πολύ την Ενδιάμεση Συμφωνία με τις παραβιάσεις της, ώστε να μην ισχύει και να μην μπορεί να την επικαλεστεί.Συμφωνα με τη Σύμβαση της Βιέννης, θα έπρεπε να έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία ακύρωσής της εκ μέρους της Ελλάδας.


Ωστόσο, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ένα σημαντικό  επιχείρημα το γεγονός ότι η Ελλάδα, ενώ πληρούνταν οι ουσιαστικοί όροι για την ακύρωση της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, δεν κίνησε τη διαδικασία ακύρωσής της, καθόσον κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε πλήρη αποσταθεροποίηση τις σχέσεις των δύο χωρών και την ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων. Αυτό δεν σημαίνει πάντως ότι -νομικά- δεν παραβιάστηκε ο ουσιωδέστερος ίσως όρος της Ενδιάμεσης Συμφωνίας εκ μέρους της FYROM. Άλλο αν για γενικότερους γεωπολιτικούς λόγους η Ελλάδα απέφυγε να κάνει χρήση του δικαιώματος ακύρωσης.



19. Το 1995, η Προσφεύγουσα έγινε μέλος της Συνεργασίας για την Ειρήνη του ΝΑΤΟ, υπό την προσωρινή  ονομασία “η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας”. [9] Το 2004 η Προσφεύγουσα προσκλήθηκε να μετάσχει στο Σχέδιο Δράσης Ιδιότητας Μέλους του ΝΑΤΟ, υπό την ίδια ονομασία και το αποδέχθηκε. Για πάνω από μία δεκαετία, η Προσφεύγουσα εργάστηκε με επιτυχία μαζί με άλλα μέλη του ΝΑΤΟ, συμπεριλαμβανομένης της Καθ' ης, καθ' ον χρόνο δεν ανέκυψαν ζητήματα όσον αφορά την ονομασία της Προσφεύγουσας. Η Προσφεύγουσα λυπάται που αυτή η κατάσταση τερματίστηκε αίφνης κατά την προσπάθειά της να καταστεί πλήρες μέλος του ΝΑΤΟ. Στις 3 Απριλίου 2008, κατά παράβαση του Άρθρου 11, παράγραφος 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, η Καθ' ης, με την ιδιότητά της ως μέλος του ΝΑΤΟ, έδρασε προς την κατεύθυνση της αποτροπής της λήψης πρόσκλησης προς την Προσφεύγουσα για να προσχωρήσει στο ΝΑΤΟ υπό την προβλεπόμενη ονομασία “η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας”. Ως άμεση συνέπεια των ενεργειών της Καθ' ης, σε περιστάσεις κατά τις οποίες η ιδιότητα μέλους του ΝΑΤΟ προϋποθέτει την συναίνεση όλων των υπαρχόντων μελών [10], αποκλείσθηκε για την Προσφεύγουσα η απόκτηση της ιδιότητας μέλους του ΝΑΤΟ [11].


Από τα στοιχεία που προσκομίζει μέχρι στιγμής η προσφεύγουσα δεν προκύπτει ότι η Ελλάδα υπέβαλε ένσταση στο ΝΑΤΟ.


20. Αυτή η διαφορά αφορά τις ενέργειες της Καθ' ης προς αποτροπή της Προσφεύγουσας από το να λάβει πρόσκληση για να μετέχει στο ΝΑΤΟ, κατά σαφή παραβίαση των υποχρεώσεών της σύμφωνα με την Ενδιάμεση Συμφωνία. Η Καθ' ης κατέστησε σαφές, με τις πράξεις και τις δηλώσεις της που επακολούθησαν, ότι ο μόνος λόγος για την υποβολή αυτής της ένστασης στην απόκτηση της ιδιότητας μέλους του ΝΑΤΟ για την Προσφεύγουσα ήταν η διαφορά ανάμεσα στα Μέρη ως προς το συνταγματικό όνομα της Προσφεύγουσας. Η Καθ' ης επίσης κατέστησε σαφές ότι θα συνεχισει να υποβάλλει ενστάσεις στην απόκτηση της ιδιότητας μέλους του ΝΑΤΟ από την Προσφεύγουσα και θα εμποδίζει τις εξελίξεις μέχρι η διαφορά να επιλυθεί οριστικά κατ' ικανοποίησή της. Η Καθ' ης κατέστησε επίσης σαφές ότι θα υποβάλει ένσταση, για τους ίδιους λόγους, στην αίτηση της Προσφεύγουσας για προσχώρηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. [12] 


Η Ενδιάμεση Συμφωνία δεν απαγορεύει την ανακοίνωση ότι θα υποβληθεί ένσταση, αλλά μόνο την ίδια την υποβολή ένστασης.


Η θέση της Καθ' ης είναι ανεπιφύλακτη, όπως προκύπτει από πληθώρα επιστολών, άρθρων εφημερίδων και συνεντεύξεων που παρατίθνεται στο Συνημμένο VII. Στις 14 Οκτωβρίου 2007, για παράδειγμα, σε μια συνέντευξη στην ελληνική εφημερίδα Καθημερινή, η υπουργός Εξωτερικών της Καθ' ης Ντόρα Μπακογιάννη, κατέστησε σαφές ότι οι ενέργειες της Καθ' ής αποφασίστηκαν εν γνώσει της παραβίασης της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, ως μία τακτική που αποσκοπεί στην επιβολή μιας οριστικής λύσης του ζητήματος του ονόματος. [13]


Δεν φαίνεται να προκύπτει από το κείμενο αυτής της συνέντευξης να καθιστά σαφές η υπουργός ότι η Ελλάδα θα παραβιάσει την Ενδιάμεση Συμφωνία. Δεν υπάρχει ούτε άμεση, ούτε έμμεση αναφορά σε αυτή την Συμφωνία και νομίζω ότι η σχετική αναφορά στην Προσφυγή είναι μάλλον ανακριβής.



  Ένα άλλο παράδειγμα είναι μια επιστολή με ημερομηνία 14 Απριλίου 2008, στην οποία ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Καθ' ης στα Ηνωμένα Έθνη, Πρέσβης Τζον Μουρίκης, έγραψε σε άλλους Μόνιμους Αντιπροσώπους στα Ηνωμένα Έθνη, δηλώνοντας ότι


ενόψει της αποτυχίας εξεύρεσης βιώσιμης και οριστικής  λύσης στο ζήτημα του ονόματος ,  η Ελλάδα δεν είναι σε θέση να δώσει τη συγκατάθεσή της για την πρόσκληση προς την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας ώστε να προσχωρήσει στην Βορειοατλαντική Συμμαχία”[14].  (υπογράμμιση συντάκτη)


Ούτε κι αυτή η δήλωση αποτελεί ενάσκηση ένστασης με την έννοια που ο όρος αυτός περιλαμβάνεται στην Ενδιάμεση Συμφωνία. Αντιθέτως, η προσκόμιση αυτής της επιστολής ενισχύει τη θεωρία ότι η Ελλάδα προσπάθησε να διαμορφώσει ένα διπλωματικό κλίμα σχετικά με αυτό το θέμα, αλλά η απόφαση για την άρνηση δεν ελήφθη από αυτήν.


21. Υπό περιστάσεις κατά τις οποίες η Προσφεύγουσα έχει εκφράσει την ετοιμότητά της για να προσκληθεί, κατονομαζόμενη ως “πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας”, οι ενέργειες της Καθ' ης για υποβολή ένστασης στην απόκτηση της ιδιότητας μέλους του ΝΑΤΟ συνιστούν πρόδηλη παραβίαση των υποχρεώσεών της κατά το Άρθρο 11, παράγραφος 1, της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. 


Το θέμα είναι ότι αν όντως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει η προσφεύγουσα είναι αυτά, τότε ο ισχυρισμός περί παραβίασης του Άρθρου 11 δεν υποστηρίζεται από τα πραγματικά περιστατικά.


IV. ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΥΣΑΣ ΚΑΙ ΑΙΤΗΜΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ


22. H  Προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης, ενεργώντας δια των κρατικών οργάνων και εκπροσώπων της, έχει παραβιάσει τις υποχρεώσεις της σύμφωνα με το Άρθρο 11, παράγραφος 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας.


23. Η Προσφεύγουσα ζητά από το Δικαστήριο:


(i) να διαγνώσει και να διακηρύξει ότι η Καθ' ης, δια των κρατικών οργάνων και εκπροσώπων της, έχει παραβιάσει τις υποχρεώσεις της σύμφωνα με το Άρθρο 11, παράγραφος 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας


(ii) να διατάξει την Καθ'ης να λάβει όλα τα παραίτητα μέτρα για την συμμόρφωσή της προς τις υποχρεώσεις της σύμωνα με το Άρθρο 11, παράγραφος 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας και να παύσει και να απέχει από την υποβολή ενστάσεως καθ' οιονδήποτε τρόπο, άμεσα ή έμμεσα, στην απόκτηση της ιδιότητας μέλους της Προσφεύγουσας στον Οργανισμό της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας και/ή σε κάθε άλλους “διεθνείς, πολυμερείς και περιφερειακούς οργανισμούς και θεσμούς” στους οποίους η Καθ' ης είναι μέλος, εφόσον η Προσφεύγουσα αναφέρεται σε αυτούς τους οργανισμούς και θεσμούς με την ονομασία που προβλέπεται από την παράγραφο 2 της Ανακοίνωσης 817 (1993) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.


Σύμφωνα με την παραπάνω ανάλυση, η έκφραση δημόσιων διαφωνιών για την είσοδο της προσφεύγουσας σε διεθνείς οργανισμούς δεν υπάγεται στον νομικό όρο της "ενστάσεως", αλλά απλώς της επίσημης εκφράσεως γνώμης στη διεθνή κοινότητα. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν διαθέτει αρμοδιότητα βάσει της Ενδιάμεσης Συμφωνίας να επιβάλλει λ.χ. στην κυρία Μπακογιάννη να μην αρθρογραφεί ή να μην λέει ό,τι θέλει στις συνεντεύξεις της, για τη σκοπιμότητα εισοδου της FYROM στο ΝΑΤΟ.



VI. AD HOC ΔΙΚΑΣΤΗΣ



24.  Σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 31, παράγραφος 2 του Οργανισμού και το Άρθρο 35, παράγραφος 1, των Κανόνων, η Προσφεύγουσα προτείνει ως Ad Hoc Δικαστή τον Καθηγητή Budislav Vukas.


VII. EΠΙΦΥΛΑΞΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ



25. H Προσφεύγουσα επιφυλάσσεται του δικαιώματός της να τροποποιήσει και να επεκτείνει τους όρους της παρούσας Προσφυγής, καθώς και τους σχετικούς λόγους της.


VII. ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥ


26. H Προσφεύγουσα διορίζει ως Εκπρόσωπό της την Αυτού Εξοχότητα, τον κ. Αntonio Miloshoski, υπουργό Εξωτερικών της Δημοκρατίας της Μακεδονίας.


27. Σύμφωνα με το Άρθρο 40, παράγραφος 1, των Κανόνων του Δικασυηρίου, κάθε ανταπόκριση που αφορά την παρούσα υπόθεση θα πρέπει να υποβάλλεται κατωτέρω:


Η Αυτού Εξοχότητα κ. Antonio Miloshoski

Πρεσβεία της Δημοκρατίας της Μακεδονίας

Laan van Meerdevoort 50 – C

2517 Χάγη

hague @ mfa . gov . mk



Λαμβάνω την τιμή να υποβάλλω τα ιδιαίτατα σέβη μου προς το Δικαστήριο


Χάγη, 13 Νοεμβρίου 2008


[υπογραφή – κρατική σφραγίδα]


Η Αυτού Εξοχότητα κ. Antonio Miloshoski


Υπουργός Εξωτερικών της Δημοκρατίας της Μακεδονίας



ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΣΥΝΗΜΜΕΝΩΝ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΦΥΓΗ


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι    Ανακοίνωση 817 του 1993 του Συμβουλίου Ασφαλείας, η οποία θεσπίστηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας στην 3191η σύσκεψή του στις 7 Απριλίου 1993, S/RES/817 (1993).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ   Ενδιάμεση Συμφωνία (με σχετικές επιστολές και μεταφράσεις της Ενδιάμεσης Συμφωνίας στις γλώσσες των Συμβαλλομένων Μερών), η οποία υπογράφηκε στη Νέα Υόρκη στις 13 Σεπτεμβρίου 1995, UNTS, Vol. 1891, I-32193

Αυθεντικό κείμενο: Αγγλικά. Καταχωρήθηκε στην Ελλάδα στις 13 Οκτωβρίου 1995 


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ  Διαιτητική Επιτροπή της Συνέλευσης της Γιουγκοσλαβίας, “Γνώμη Αρ. 6 για την Αναγνώριση της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τα Κράτη Μέλη της”, Παρίσι, 11 Ιανουαρίου 1992.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙV  Ανακοίνωση 845 του 1993 του Συμβουλίου Ασφαλείας, θεσπίστηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας στη 3243η συνάντησή του στις 18 Ιουνίου 1993, S/RES/845 (1993).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V  Έγγραφα που προσδιορίζουν την ημερομηνία απόκτησης ιδιότητας μέλους ή συμμετοχής της Προσφεύγουσας σε επιλεγμένους διεθνείς οργανισμούς:


Α. Οργανισμός για την Ασφάλεια και την Συνεργασία στην Ευρώπη

(Οκτώβριος 1995)


Β. Το Συμβούλιο της Ευρώπης (Νοέμβριος 1995).

Γ.  Ο Οργανισμός για την Απαγόρευση των Χημικών Όπλων (Ιούλιος 1997).

Δ. Ο Ευρωπαϊκός Χάρτης για την Ενέργεια (Mάρτιος 1998).

Ε. Το Διαρκές Δικαστήριο Διαιτησίας (Φεβρουάριος 2001).

ΣΤ. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (Απρίλιος 2003).

Ζ. Συνεργασία του ΝΑΤΟ για την Ειρήνη (1995).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI    Διακήρυξη της Διάσκεψης του Βουκουρεστίου, εκδοθείσα από τους Επικεφαλής των Κρατών και Κυβερνήσεων που έλαβαν μέρος στο Βορειοατλαντικό Συμβούλιο του Βουκουρεστίου στις 3 Απριλίου 2008, Δελτίο Τύπου 49 (2008):


http://www.nato.int/docu/pr/2008/p08-049e.html.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VII Επιστολές, δημοσιευμένες δηλώσεις, συνεντεύξεις και άρθρα σε εφημερίδες που απηχούν τη θέση της Καθ' ης.


Α. Γράμμα του Πρέσβη Τζον Μουρίκη, Μόνιμου Αντιπροσώπου της Καθ' ης στα Ηνωμένα Έθνη προς τον Πρέσβη Jorge Urbina, Mόνιμο Αντιπρόσωπο της Costa Rica στα Ηνωμένα Έθνη, Νέα Υόρκη, 14 Απριλίου 2008, Ref. F. 4608/450/AS 1161.


B. Συνέντευξη με την Υπουργό Εξωτερικών της Καθ' ης Ντόρα Μπακογάννη, στην έκδοση United Macedonian Diaspora (28 Οκτωβρίου 2006) 


http://umdiaspora.org/content/view/150/9/.


Γ. Άρθρο με τίτλο “Greece to Veto Macedonia's EU, NATO bids if name issue not resolved”, στην Southeast European Times (7 Σεπτεμβρίου 2007):


 http://setimes.com/cocoon/setimes/xhtmI/en_GB/newsbriefs/setimes/newsbriefs/2007/09/07/nb-06. 


Δ. Συνέντευξη  της δημοσιογράφου  κ. Δώρας Αντωνίου με την Υπουργό Εξωτερικών της Καθ' ης κ. Ντόρα Μπακογιάννη στην καθημερινή εφημερίδα Καθημερινή (14 Οκτωβρίου 2007):


http://www.ekathimerini.com/4dcrri/_W_ articles_ell_100007_1511_0120_07_88955. 


Ε. Ρεπορτάζ από ενημέρωση της Υπουργόυ Εξωτερικών της Καθ' ης κ. Ντόρας Μπακογιάννη στο υπουργικό συμβούλιο της Καθ' ης στην καθημερινή εφημερίδα Καθημερινή (17 Οκτωβρίου 2007):


http://www.ekathimerini.com/4dcgi/_w_articles_politics_2_17/10/2007_89036


ΣΤ. Άρθρο με τίτλο “Premier dangles FYROM veto” στην Αθηναϊκή καθημερινή εφημερίδα Καθημερινή (23 Φεβρουαρίου 2008):


http://www.ekathimerini.com/4dcgi/_w_articles_politics_2_23/02/2008_93651



Αυτό ήταν το περίφημο "Μη λύση σημαίνει μη  πρόσκληση" που είπε ο πρωθυπουργός στη Βουλή τον Φεβρουάριο. Ακόμη κι αυτή η κατηγορηματική διατύπωση, δεν αποτελεί πάντως άμεση ή έμμεση υποβολή ένστασης, με την έννοια του άρθρου 11. Αποτελεί μόνο μια δημόσια δήλωση για το τι πρόκειται να κάνει - δήλωση χωρίς έννομες συνέπειες, αφού γίνεται ενώπιον της Βουλής και στο πλαίσιο μιας διαδικασίας παντελώς άσχετης με την αναγνώριση ιδιότητας μέλους στη FYROM.


Ζ. Συνέντευξη με την Υπουργό Εξωτεριών της Καθ' ης κ. Ντόρα Μπακογιάννη με το δημοσιογράφο Michael Martens στην Frankfurter Allgemeine Zeitung (28 Μαρτίου 2008): 


http://www.mfa.gr/www.mfa.gr/Articles/en-US/280308_alp_1640.htm



H. Άρθρο της Υπουργού Εξωτερικών της Καθ' ης Ντόρα Μπακογιάννη με τίτλο “Τhe view from Athens”, στην International Herald Tribune (31 Μαρτίου 2008):


http://www.iht.com/articles/2008/03/31/opinion/edbakoy.php


Θ. Άρθρο της Υπουργού Εξωτερικών της Καθ'ης Ντόρα Μπακογιάννη με τίτλο “All in a name” στην The Wall Street Journal (1η Απριλίου 2008):


http://online.wsj.com/article/SB120701620662579369.html.



I. Άρθρο του Robert Ghement με τίτλο “Greece blocks FYROM but still wants to talk” στην Αθηναϊκή καθημερινή εφημερίδα Καθημερινή (4 Απριλίου 2008)

http://www.ekathimerini.com/4dcgi/_w_articles_politics_2_04/04/2008_95129.


IA. Άρθρο της Υπουργού Εξωτερικών της Καθ' ης Ντόρας Μπακογιάννη με τίτλο “Ιn the name of a common future” στην The Wahsington Times (29 Απριλίου 2008):

http://washingtontimes.com/news/2008/apr/29/in-the-name-of-a-common-future/.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VIII   Επιστολή του Αναπλητωτή Αντιπροσώπου της  Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Προσφεύγουσας στα Ηνωμένα Έθνη, Nέα Υόρκη, 2 Μάη 2008, Α/62/826-S/2008/290.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IX  Επιστολή του Πρέσβη Τζον Μουρίκη,  Μόνιμου Αντιπροσώπου της Καθ' ης στα Ηνωμένα Έθνη προς τον Γενικό Γραμματέα, Νέα Υόρκη 23 Μάη 2008, Α/62/848-S/2008/346.

___________________________________________________________________________



ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


[1] Ανακοίνωση του Συμβουλίου Ασφαλείας SC/RES/817 (1993) της 7 Απριλίου 1993, που εκδόθηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας στην 319η συνεδρίασή του στις 7 Απριλίου 1993. Βλ. Παράρτημα Ι.

[2] Βλ. Παράρτημα ΙΙ

[3]Το  Άρθρο 5 παράγραφος 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας αναφέρει “Τα Μέρη συμφωνούν να συνεχίσουν τις διαπραγματέυσεις υπό την αιγίδα του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, σύμφωνα με την ανκοίνωση 845 (1993) του Συμβουλίου Ασφαλείας, αποσκοπώντας σε μια συμφωνία  διαφορά  που περιλαμβάνεται σε εκείνη την ανακοίνωση καθώς και στην ανακοίνωση του Συμβουλίου Ασφαλείας 817 (1993).” Βλ. Παράρτημα ΙΙ.

[4]Βλ. Παράρτημα ΙΙΙ. Η Επιτροπή ιδρύθηκε απο το Συμβούλιο των Υπουργών της ΕΟΚ προκειμένου να παρέχει νομικές συμβουλές σε θέματα που απέρρεαν από την διάλυση της Ομοσπονδιακής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, συμπεριλαμβανομένων των αιτήσεων για αναγνώριση που έγιναν από πρώην Γιουγκοσλαβικά κράτη.

[5]Βλ. Παράρτημα Ι.

[6] Ανακοίνωση του Συμβουλίου Ασφαλείας SC/RES/845 (1993) της 18 Ιουνίου 1993, που εκδόθηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας κατά την 3243η συνεδρίασή του στις 18 Ιουνίου 1993. Βλ. Παράρτημα IV.

[7] Βλ. Παράρτημα Ι.

[8] Βλ. Παράρτημα V.

[9] Η Προσφεύγουσα είναι μέρος σε μια Συμφωνία ανάμεσα σε Κράτη μέλη της Βορειοατλαντικής Συνθήκης και Άλλα Κράτη μέλη που συμμετέχουν στην Συνεργασία για την Ειρήνη όσον αφορά την θέση των Ενόπλων Δυνάμεών τους, η οποία υπογράφηκε στης Βρυξέλλες το 1995. Βλ. Παράρτημα V (G).

[10]To Άρθρο 10 της Βορειοατλαντικής Συνθήκης (4ης Απριλίου 1949) προβλέπει: “Τα Μέρη μπορούν, με ομόφωνη συμφωνία, να προσκαλούν κάθε άλλο Ευρωπαϊκό Κράτος που είναι σε θέση να προάγει τις αρχές της Συνθήκης και να συμβάλει στην ασφάλεια της περιοχής του Βορείου Ατλαντικού, να προσχωρήσει στη Συνθήκη. Κάθε Κράτος που καλείται μπορεί να καταστεί Μέρος της Συνθήκης καταθέτοντας το έγγραφο της προσχώρησης στην Κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Η Κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής ενημερώνει κάθε Μέρος για την κατάθεση κάθε τέτοιου εγγράφου προσχώρησης.”

[11] Διακήρυξη της Διάσκεψης του Βουκουρεστίου, εκδοθείσα από τους Επικεφαλής των Κρατών και Κυβερνήσεων που έλαβαν μέρος στο Βορειοατλαντικό Συμβούλιο του Βουκουρεστίου στις 3 Απριλίου 2008, Δελτίο Τύπου 49 (2008).

[12] Bλ. για παράδειγμα, Παράρτημα VII (B), (Γ), (ΣΤ) και (Η)

[13] Βλ. Παράρτημα VII (B).

[14] Bλ. Παράρτημα VII (A).

[15] Όπως αναφέρεται σε επιστολή του Αναπληρωτή Μονίμου Αντιπροσώπου στην Μόνιμη Αντιπροσωπεία στα Ηνωμένα Έθνη (2 Μάη 2008) στο Παράρτημα  VIII. Βλ. επίσης επιστολή σε απάντηση από τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Καθ' ης στα Ηνωμένα Έθνη (28 Μάη 2008) στο Παράρτημα ΙΧ.

Η προσωπικότητα δεν κληρονομείται νομικά.

 Οι κληρονόμοι πνευματικών ή συγγενικών δικαιωμάτων έχουν μόνο τις εξουσίες που τους απονέμει ο νόμος για την πνευματική ιδιοκτησία (Ν.2121/...