Τετάρτη, Μαΐου 19, 2021

Συνεπιμέλεια και νομοθέτηση της ηθικολογίας

 

Το νομοσχέδιο για την "συνεπιμέλεια" είναι η ωμή πολιτική εκμετάλλευση ενός διαχρονικού παραπόνου των μπαμπάδων ότι αδικούνται από την Δικαιοσύνη που συνήθως τάσσεται με το μέρος της μαμάς και αναθέτει σ' αυτή την πλευρά την επιμέλεια, περιορίζοντας τους μπαμπάδες στην επικοινωνία του Σαββατοκύριακου.
Σταδιακά η Δικαιοσύνη στελεχώνεται ολοένα και περισσότερο από γυναίκες δικαστές, δικάστριες όπως τις λένε οι πιο τολμηροί. Στην Ευελπίδων, το μεγαλύτερο Πρωτοδικείο της χώρας, οι δικάστριες είναι ήδη η πλειοψηφία. Αυτό από μόνο του δημιουργεί αίσθημα ανησυχίας σε μπαμπάδες όταν προσφεύγουν για ζητήματα επιμέλειας, κατά τη γνώμη μου όχι πάντοτε δικαιολογημένα. Η προκατάληψη μπορεί να βρίσκεται στον διάδικο, όχι μόνο στην έδρα.
Εκεί, λοιπόν, κάπου μυρίστηκαν κάποιοι πολιτικοί μια μεγάλη δεξαμενή ψήφων. Η συνεπιμέλεια δεν είναι βέβαια κάποια ελληνική σύλληψη, αντιθέτως έχει δοκιμαστεί και λειτουργήσει σε πολλές χώρες και αποτελεί και μια σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης για μια πιο δίκαιη αντιμετώπιση των γονέων.
Όμως, στο επίκεντρο των σταθμίσεων δεν θα έπρεπε να βρίσκονται οι γονείς (που ψηφίζουν). Θα έπρεπε να βρίσκεται το παιδί και τα δικά του δικαιώματα. Η κρατική παρέμβαση έχει νόημα μόνο όταν έρχεται για να προστατεύσει το πιο αδύναμο μέρος. Ο γενικός κανόνας του δικαίου όταν μπαίνουν στην εικόνα τα παιδιά είναι ότι οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται με γνώμονα τα δικά τους συμφέροντα. Η απόφαση πρέπει να είναι η βέλτιστη για το συμφέρον του παιδιού. Όχι του πατέρα, ούτε της μητέρας. Αυτά λέει η Διεθνής Σύμβαση για τα Δικαιώματα του παιδιού που είναι πάνω από οποιονδήποτε εθνικό νόμο.
Ο κ. Τσιάρας έχει φέρει ένα νόμο που λέει ότι το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου "εξυπηρετείται από την ουσιαστική συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή και την φροντίδα του τέκνου". Αυτό δεν είνα μια ουδέτερη διατύπωση: νομοθετει μια συγκεκριμένη ηθική τοποθέτηση. Ενώ, δηλαδή, η ορθή νομοθέτηση θα έπρεπε να κατευθύνεται ολοένα και περισσότερο στην αντικειμενική ρύθμιση, έρχεται ξαφνικά ο κ. Τσιάρας να προσθέσει στον Αστικό Κώδικα ότι τα παιδιά θέλουν μαμά και μπαμπά (γιατί αυτούς μόνο αντιλαμβάνεται ως "δύο" γονείς ο σημερινός νομοθέτης και το ισχύον ελληνικό δίκαιο). Αδιαφορώντας πλήρως για το τί σημαίνει μια τέτοια διάταξη για όλες τις υπαρκτές μορφές οικογένειας.
Ό,τι και να λέει όμως ο νομοθέτης, οι δικαστές και οι δικάστριες θα έρθουν και θα τα ερμηνεύσουν όλα με βάση το βέλτιστο για το συμφέρον του παιδιού. Δεν πάει να λέει ο κ. Τσιάρας ότι υπερασπίζεται τον ορθό διαμοιρασμό, κλείνοντας το μάτι στους πατεράδες - αδικημένους ψηφοφόρους; Όλα θα κριθούν με γνώμονα το διεθνές δίκαιο που δεν μπορεί να το κουνήσει ρούπι. Οι ίδιοι δικαστές που δικάζουν και σήμερα, θα δικάσουν και αύριο, με τον νέο νόμο και θα δούμε που θα πάνε οι ηθικολογίες του νέου νόμου.
Αυτό όμως δεν εκμηδενίζει τον ρόλο του νομοθέτη. Κάθε άλλο μάλιστα. Ο νομοθέτης είναι συλλογικός και περιλαμβάνει το σύνολο των βουλευτών. Από την πλειοψηφία και από την μειοψηφία. Περιλαμβάνει και την τεχνική διάσταση, τα προβλήματα της νομοθέτησης που έχει εντοπίσει η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής στην εμπεριστατωμένη έκθεσή της: https://www.hellenicparliament.gr/.../7b2465.../11644867.pdf
Είναι οδυνηρό να παρακολουθεί κανείς την κακοποίηση του οικογενειακού δικαίου -που έχει προκαλέσει και την αντίδραση μελών της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας- από ανθρώπους που δεν έχουν κατανοήσει ακόμη την διάκριση της γονικής μέριμνας από την επιμέλεια.
Αυτή η ηγεσία της Δικαιοσύνης δεν μας αξίζει. Νομίζω πια ότι και ο πρωθυπουργός το έχει καταλάβει αυτό. Είναι βέβαιο ότι έχει εισηγήσεις από ολους, ακόμη και από αυτούς που τον έπεισαν ότι ασκούν την υψηλή εποπτεία και μπορούν να καθοδηγήσουν εξ αποστάσεως το νομοθετικό έργο προλαμβάνοντας τα γνωσιολογικά κενά. Αυτό θα πρέπει να είναι το τελευταίο νομοσχέδιο που εισηγείται ο κ. Τσιάρας ως υπουργός Δικαιοσύνης. Αρκετά.

Παρασκευή, Μαΐου 14, 2021

Παρέμβαση στην Επιτροπή ΛΟΑΤΚΙ+ Ισότητας για την μεταρρύθμιση της Ταυτότητας Φύλου

 Το γραφείο μας, έχοντας ήδη χειριστεί 40 υποθέσεις διεμφυλικών (trans και non-binary) ατόμων από το 2016 και έχοντας συμβάλει στην έκδοση 32 αμετάκλητων αποφάσεων Νομικής Αναγνώρισης Ταυτότητας Φύλου, εκπόνησε ειδική μελέτη, για να συνεπικουρήσει το έργο της Επιτροπής που συγκρότησε ο Πρωθυπουργός για την σύνταξη Εθνικού Σχεδίου Δράσης για την ισότητα ΛΟΑΤΚΙ+ Ανθρώπων.

Με υπόμνημα που αποστείλαμε στον Πρόεδρο της Επιτροπής, τον Καθηγητή κ. Αλέξανδρο - Λίνο Σισιλιάνο, π. Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς και στα μέλη της, θέσαμε υπόψη αναλυτικά στοιχεία, σχετικά με τα προβλήματα που καταγράφονται συστηματικά από την εφαρμογή του θεσμικού πλαισίου για την νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου, παρουσιάζοντας 16 δικαστικές αποφάσεις επί υποθέσεων που εκκίνησαν πριν την θέση σε ισχύ του Ν.4491/2017 και άλλες 16 δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν υπό το πλαίσιο του ισχύοντος νόμου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του γραφείου μας, η δικαστική διαδικασία για την αναγνώριση της ταυτότητας φύλου πριν τον νόμο αυτόν διαρκούσε κατά μέσο όρο 6,8 μήνες μέχρι την έκδοση δικαστικής απόφασης, ενώ μετά την θέση σε ισχύ του Ν.4491/2017 η μέση διάρκεια είναι 10 μήνες. Αυτό σημαίνει ότι το νέο νομοθέτημα με τις λεπτομερέστερες διατάξεις και τις πρόσθετες απαγορεύσεις (όπως είναι η προϋπόθεση αγαμίας) επιβάρυνε την δικαστική διαδικασία κατά 3 μήνες περισσότερης αναμονής για τα διεμφυλικά άτομα.
Ήδη με το καθεστώς αυτό, δύο διεμφυλικά άτομα έχουν προσφύγει κατά του Ελληνικού Δημοσίου διεδικώντας δίκαιη ικανοποίηση για υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης (Ν.4369/2014) και ένα εξ αυτών, για το οποίο η διαδικασία έκδοσης οριστικής απόφασης είχε διάρκεια 21 μήνες, προσέφυγε και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Τα προβλήματα από τον διπλασιασμό της διαδικασίας, λόγω του ότι με τον Ν.4491/2017 δεν μεταβάλλεται το επώνυμο για λόγους διεμφυλικότητας (αλλά απλώς "προσαρμόζεται" το υπάρχον), έχουν ήδη οδηγήσει σε τρεις απορρίψεις αιτήσεων ατόμων που χρησιμοποιούν άλλο επώνυμο από αυτό που τους αποδόθηκε κατά την γέννηση, ένα εκ των οποίων υποχρεώθηκε μετά την Νομική Αναγνώριση Ταυτότητας Φύλου να προσφύγει και στο Συμβούλιο της Επικρατείας λόγω άρνησης δημάρχου να αναγνωρίσει ως σπουδαίο λόγο μεταβολής επωνύμου την διεμφυλικότητα, αλλά και το γεγονός ότι το άτομο είχε ήδη μεταβάλει το επώνυμό του κατά το βρετανικό δίκαιο.
Επίσης, παρά την κατάργηση ιατρικών γνωματεύσεων, εξετάσεων και ιατρικών πράξεων, δυστυχώς τα Ειρηνοδικεία επιμένουν να περιλαμβάνουν περιττά στοιχεία στις αιτιολογίες τους (π.χ. αναφέρουν μαστεκτομή), καθώς Ειρηνοδίκες ερωτούν χωρίς λόγο τους ενδιαφερόμενους για την διενέργεια ιατρικών διαδικασιών επαναπροσδιορισμού φύλου, ενώ σε σειρά αποφάσεων έχει καταγραφεί, χωρίς να το έχει ισχυριστεί το πρόσωπο, ότι δήθεν πάσχει από "διεμφυλική διαταραχή", όρος που είναι πλέον αντιεπιστημονικός, αδόκιμος και τελικά κακοποιητικός για τα τρανς άτομα.
Από το σύνολο των στοιχείων που προσκομίζουμε στην Επιτροπή προκύπτει ότι η διαδικασία θα γίνει πράγματι σύντομη, διαφανής και προσβάσιμη και το σύνολο των προβλημάτων αυτών θα εξαλειφθούν, εφόσον η Επιτροπή πραγματοποιήσει το σημαντικό βήμα - και ο νομοθέτης ακολουθήσει - να εισηγηθεί την πλήρη απλοποίηση με την ολική κατάργηση του δικαστικού σκέλους. Οι πολίτες, όπως και σε άλλες χώρες της Ε.Ε. και του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι πολύ πιο ασφαλές να ασκούν το δικαίωμα στην Νομική Αναγνώριση της Ταυτότητας Φύλου τους με μια απλή δήλωση στο ληξιαρχείο ή στο δημοτολόγιο, όπως πράττουν σε περίπτωση μεταβολής θρησκεύματος, χωρίς να χρειάζεται να μεσολαβήσουν οι 10 μήνες της δικαστικής κρίσης, οι άλλοι 3 μήνες της μεταδικαστικής διαδικασίας και χωρίς φυσικά τα έξοδα και την επιβάρυνση της Δικαιοσύνης που αυτό συνεπάγεται.
"Τρία πράγματα αναμένει η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα από αυτή την Επιτροπή", δήλωσε ο δικηγόρος κ. Βασίλης Σωτηρόπουλος που υπογράφει το υπόμνημα. "Να εισηγηθεί, πρώτον, τον γάμο για ομόφυλα ζευγάρια, δεύτερον, την τεκνοθεσία ακόμη και για όσες και όσους έχουν σύμφωνο συμβίωσης και, τρίτον, να εισηγηθεί μια πλήρως εξωδικαστική και απλή διαδικασία για την νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου, με μια αίτηση στο Μητρώο Πολιτών. Μόνο τότε θα δικαιωθεί ο ρόλος της Επιτροπής στην κοινή γνώμη. Οτιδήποτε λιγότερο, θα φέρει αυτομάτως αποδοκιμασία όχι μόνο από την ΛΟΑΤΚΙ, αλλά και από την επιστημονική κοινότητα".
[Σχετικό: "Υπόμνημα σχετικά με τις απολύτως αναγκαίες μεταρρυθμίσεις στο θεσμικό πλαίσιο της νομικής αναγνώρισης ταυτότητας φύλου", Αθήνα 2021]

Πέμπτη, Μαΐου 13, 2021

O εμβολιασμός και ο αυτοδιαγνωστικός έλεγχος δημιουργούν νέες συνθήκες στο εργασιακό περιβάλλον

 

Μπορεί ο νομοθέτης να μην έχει επιβάλλει την υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού και του αυτοδιαγνωστικού ελέγχου σε οριζόντιο και καθολικό επίπεδο, ωστόσο ο ιδιωτικός τομέας έχει αρχίσει να εξετάζει τους όρους επιβολής των συνθηκών για ένα ασφαλές περιβάλλον.
 
Ως δικηγόρος που ασχολούμαι με την προστασία προσωπικών δεδομένων έχω ήδη δεχτεί αιτήματα από επιχειρήσεις για την διαμόρφωση πολιτικής διασφάλισης της διενέργειας των ελέγχων, αλλά και την επιβεβαίωση της διενέργειας του εμβολιασμού από στελέχη και εργαζομένους. Είναι μια σαφώς σύνθετη περίπτωση που τα συμφέροντα των δύο πλευρών εν μέρει συμβαδίζουν και εν μέρει μπορεί να αντιτίθενται. Άλλωστε, το νόημα ύπαρξης του εργατικού δικαίου δεν είναι η επιβεβαίωση του ομαλού κλίματος, αλλά η κρατική παρέμβαση για την προστασία του αδύναμου μέρους. Αυτό σημαίνει ότι το πεδίο της παροχής ελεύθερης συγκατάθεσης είναι εξ αρχής περιορισμένο σημαντικά, με αποτέλεσμα να συρρικνώνεται και η δυνατότητα επίκλησής της ως νομική βάση.
 
Από την άλλη πλευρά, οι ιατροί εργασίας δραστηριοποιούνται σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο που διέπεται τόσο από την ιατρική δεοντολογία και την συναφή νομοθεσία, όσο και από τις διατάξεις για την προστασία προσωπικών δεδομένων. Θυμίζω ότι και ως προς αυτό το θέμα υπάρχουν ακόμη ανοικτά ζητήματα όπως εάν οι ιατροί εργασίας είναι υπεύθυνοι εξεργασίας, εκτελούντες ή τρίτοι.
 
Οι απαντήσεις διαμορφώνονται σταδιακά και από το θεσμικό πεδίο των Αρχών Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων που δεν έχουν ακόμη ασχοληθεί με τα ειδικότερα ζητήματα της επιβολής της καταγραφής στον ιδιωτικό τομέα, τις επιπτώσεις από την παράλειψη του εργαζομένου να συμμορφωθεί με την εκάστοτε επιχειρησιακή πολιτική και τις νομικές βάσεις της παρακολούθησης και επικαιροποίησης των αυτοδιαγνωστικών ελέγχων. Ορισμένες δημόσιες τοποθετήσεις από την Συμβουλευτική Επιτροπή του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Αυτοματοποιημένη Επεξεργασία Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, αλλά και από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων κινούνται ακόμη σε σφαίρες γενικολογίας και επανάληψης γενικών αρχών και κανόνων, χωρίς πρακτικές λύσεις και σαφείς απαντήσεις.
 
Εμείς θα βγάλουμε και πάλι, λοιπόν, το φίδι από την τρύπα. Η ιδιωτική πρωτοβουλία και οι νομικοί σύμβουλοι στον ιδιωτικό τομέα, είμαστε υποχρεωμένοι να προηγηθούμε του κράτους με δημιουργική σκέψη για την διασφάλιση τόσο των δικαιωμάτων των εργαζομένων όσο και των εννόμων συμφερόντων της επιχείρησης, του ασφαλούς και υγιούς εργασιακού περιβάλλοντος και της εξισορρόπησης των αντιτιθέμενων νομικών διατάξεων. Να δούμε ποια θα είναι τα τελικά αποτελέσματα, από τα οποία κρινόμαστε όλοι.

Δευτέρα, Μαΐου 10, 2021

Διόρθωση γυναικείου ονόματος από υποκοριστικό στην συνήθη μορφή του

Το γραφείο μας εκπροσώπησε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης πολίτη στην οποία αποδόθηκε κατά την ονοματοδοσία της ένα υποκοριστικό κύριο όνομα (π.χ. "Θανάσω") αντί της συνήθους μορφή της (π.χ. "Αθανασία"), γεγονός που προκαλούσε σύγχυση στις συναλλαγές της, ακόμη και για το φύλο της, λόγω της κατάληξης του υποκοριστικού. 
 
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το όνομά της αποδιδόταν με τέσσερις διαφορετικές παραλλαγές στα διάφορα δημόσια έγγραφα που την ανέφεραν, με αποτέλεσμα να προκαλείται σύγχυση στις συναλλαγές. Δεν έλειψαν περιπτώσεις που λόγω της κατάληξης του υποκοριστικού, κάποιες δημόσιες αρχές της απευθύνονταν εγγράφως στο αρσενικό θεωρώντας ότι επρόκειτο περί ανδρός.
 
Το αίτημα της διαδίκου ήταν να της αποδοθεί το κανονικό όνομα, με διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης γέννησής της ως προς το κύριο όνομά της, ώστε να μην προκαλείται η σχετική σύγχυση στις συναλλαγές.
 
Το Δικαστήριο έκρινε δεκτή την αίτησή της, κρίνοντας ότι τα προβλήματα που δημιουργούνταν στην πολίτη στοιχειοθετούσαν πράγματι σπουδαίο λόγο μεταβολής του ονόματος από το υποκοριστικό στο κανονικό. Συνεπώς, θα ακολουθηθεί η περαιτέρω διαδικασία για την ληξιαρχική διόρθωση και την αποκατάσταση του κανονικού ονόματος σε όλες τις επίσημες καταχωρήσεις του.

Παρασκευή, Μαΐου 07, 2021

H αθεϊα ως λόγος παροχής ασύλου σε πρόσφυγα από το Πακιστάν

 

Το γραφείο μας εκπροσώπησε επιτυχώς πρόσφυγα ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο εξέδωσε αμετάκλητη απόφαση, με την οποία αναγνωρίστηκε η αθεΐα ως λόγος ευαλωτότητας που επιβάλλει την παροχή ασύλου σε πρόφυγα, λόγω της άκρως επικίνδυνης κατάστασης στη χώρα του για τους αθέους πολίτες.
 
Στην Ισλαμική Δημοκρατία του Πακιστάν η αθεΐα τιμωρείται (ως βλασφημία) με την θανατική ποινή. Οι ελάχιστοι πολίτες που τολμούν να δηλώσουν δημόσια ότι δεν ανήκουν στην επίσημη κρατική θρησκεία διώκονται από τις τοπικές αρχές, φυλακίζονται ή και δολοφονούνται. 
 
Ο πρόσφυγας που εκπροσωπήσαμε στο Δικαστήριο είχε εξεταστεί από τις Ελληνικές επιτροπές ασύλου και το αίτημά του είχε κριθεί αβάσιμο. Συγκεκριμένα, τόσο η πρωτοβάθμια όσο και η δευτεροβάθμια επιτροπή είχαν κρίνει αναξιόπιστη την κατάθεσή του, κρίνοντας ότι η αθεΐα του δεν ήταν αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του, καθώς και σε εντελώς δευτερεύοντα σημεία της όπως με ποιόν τρόπο εντοπίστηκε από τις διωκτικές αρχές της χώρας του. Με τις δύο αυτές απορρίψεις, ο πρόσφυγας κινδύνευε να απελαθεί και να αντιμετωπίσει κατηγορία που τιμωρείται με την θανατική ποινή για τις συνειδησιακές επιλογές και πεποιθήσεις του. 
 
Το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την οριστική απόφασή του, η οποία κατέστη αμετάκλητη και δυνάμει της οποίας ο πρόσφυγας έλαβε τελικά άσυλο από την Ελληνική Δημοκρατία, ήτοι διεθνή προστασία λόγω ευαλωτότητας. 
 
Το Δικαστήριο εφάρμοσε την Σύμβαση της Γενεύης του 1951, όπως τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο της Ν.Υόρκης του 1968 και κατά την οποία η έννοια του πρόσφυγα αφορά κάθε πρόσωπο 
 
“όπερ συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την υπηκοότητα και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης ή εάν μη έχον υπηκοότητά τινα και ευρισκόμενον εκτός της χώρας της προηγουμένης συνήθους αυτού διαμονής δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να επιστρέψη εις ταύτην”. Το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι από την Σύμβαση της Γενεύης “ συνάγεται ότι ο αλλοδαπός, ο οποίος επιθυμεί την υπαγωγή του στο ειδικό προστατευτικό καθεστώς της εν λόγω Σύμβασης, οφείλει να εκθέσει στην Διοίκηση, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που του προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικώς δικαιολογημένο, φόβο δίωξης, λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, κοινωνικής τάξης ή πολιτικών πεποιθήσεων (βλ. ΣτΕ 633/2013, 4750/2012, 4565-6/2012, 4544/2012, 2904/2012, 2763/2012, 1303/2012 κ.ά.). Εξάλλου, στο άρθρο 4 παρ.5 του π.δ.141/2013 προβλέπεται ότι τα στοιχεία των δηλώσεων του αιτούντος διεθνή προστασία, ακόμη και όταν δεν τεκμηριώνονται με έγγραφα ή άλλες αποδείξεις, δεν χρειάζονται επιβεβαίωση, εφόσον αυτός έχει καταβάλει πραγματική προσπάθεια να τεκμηριώσει την αίτηση του, έχει υποβάλει όλα τα συναφή στοιχεία, τα οποία διαθέτει, και έχει δώσει ικανοποιητική εξήγηση για την τυχόν έλλειψη άλλων λυσιτελών στοιχείων, οι δηλώσεις του παρίστανται συνεπείς και ευλογοφανείς και δεν έρχονται σε αντίθεση με διαθέσιμα ειδικά και γενικά στοιχεία που αφορούν την περίπτωση του, αιτήθηκε την παροχή διεθνούς προστασίας το ταχύτερο δυνατό (εκτός εάν προέβαλε βάσιμο λόγο που τον εμπόδισε να το πράξει) και η γενική αξιοπιστία του είναι θεμελιωμένη, ενώ σε κάθε περίπτωση ισχύει το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Πάντως, η ως άνω διάταξη δεν αίρει την υποχρέωση του ενδιαφερομένου να επικαλεσθεί ορισμένα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ικανά να στοιχειοθετήσουν τη συνδρομή των προϋποθέσεων υπαγωγής του στο προαναφερθέν προστατευτικό καθεστώς (πρβλ. ΣτΕ 1303/2012, 1078/2012, 3463-5/2011, 3459/2011, 2911-3/2011, 2640/2011, 2591-2/2011 κ.ά.). Ενόψει δε της φύσης και της σημασίας των διακυβευομένων αγαθών, σε περίπτωση αναγκαστικής επιστροφής του αιτήσαντος διεθνή προστασία αλλοδαπού στη χώρα καταγωγής του, επιβάλλεται, στο πλαίσιο της αξιολόγησης της αίτησής του σε εξατομικευμένη βάση, η ενδελεχής εξέταση των προβαλλομένων, υπό την κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενη έννοια, ουσιωδών ισχυρισμών του και η ειδική και πλήρης αιτιολογία της τυχόν απορριπτικής του αιτήματός του απόφασης (πρβλ. ΣτΕ 1303/2012, 1078/2012, 2512/2011, 1379/2011, 4154/2009, 3726/2009, 2534/2009, 817/2009, 1628/2007).”
 
Ο πρόσφυγας στην συγκεκριμένη περίπτωση είχε αποδείξει την αθεϊα του, επικαλούμενος βεβαίωση συμμετοχής του στην Ένωση Αθέων και Αγνωστικιστών του Πακιστάν, δημοσιεύματα σχετικά με αποκλεισμό των λογαριασμών του στο FACEBOOK λόγω “βλάσφημου περιεχομένου” και επικαλέστηκε απόφαση πακιστανικού δικαστηρίου που είχε διατάξει την σύλληψή του. Ο πρόσφυγας επικαλέστηκε την επέμβαση πακιστανικών αρχών σε οικίες φίλων του αθέων που τον ειδοποίησαν συνωμοτικά να διαφύγει, ενώ ήδη είχε ξεκινήσει επιχείρηση για την σύλληψή του. Ύστερα από συλλήψεις φίλων του, αποφάσισε να εγκαταλείψει την χώρα για να διαφύγει την δίωξη.
 
Με την αρχική απόφαση του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Θεσσαλονίκης, το αίτημα απορρίφθηκε ως αβάσιμο, με το σκεπτικό ότι αφενός οι καταδικασμένοι σε θάνατο άθεοι δεν εκτελούνται από τις αρχές κι αφετέρου ότι η αθεΐα του συγκεκριμένου πρόσφυγα «δεν είναι ουσιαστική και δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της προσωπικότητας και της ταυτότητάς του», ενώ “το προφίλ του, ως ατόμου που ασχολείται ερασιτεχνικά με το διαδίκτυο, δεν τον κατατάσσει σε προφίλ υψηλού κινδύνου για να ελκύσει το ενδιαφέρον των πακιστανικών αρχών, καθώς και ότι ο ισχυρισμός του περί δίωξης του από τις αρχές της χώρας του, λόγω της αποστασίας του από το Ισλάμ και των πεποιθήσεων του περί αθεϊσμού, στηριζόταν αποκλειστικά σε εικασίες του ίδιου και, άρα, ότι ο αιτών δεν διέτρεχε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης λόγω των θρησκευτικών πεποιθήσεων και δεν μπορούσε να υπαχθεί στο καθεστώς του πρόσφυγα.” Ο αιτών άσκησε προσφυγή στην Αρχή Προσφυγών του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη κατά της αρχικής απόρριψης.
 
Η Αρχή Προσφυγών έκρινε μη αξιόπιστους τους ισχυρισμούς του αιτούντος σχετικά με τον λόγο για τον οποίο είχε εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμούσε να επιστρέψει σε αυτή και συγκεκριμένα τους ισχυρισμοί του ότι είχε εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, διότι εκεί είχε στοχοποιηθεί και καταζητείτο από τις αρχές εξαιτίας των αθεϊστικών του πεποιθήσεων, λόγω «ασαφειών, αοριστιών και αντιφάσεων», οι οποίες έπλητταν την εσωτερική συνοχή τους. Αντιφατικές θεωρήθηκαν οι απαντήσεις του όσον αφορά τον λογαριασμό του στο FACEBOOK και μη ικανοποιητική η απάντηση του στην ερώτηση πώς τον εντόπισαν οι τοπικές αρχές και μη ευλογοφανής η κατάθεσή του για τον τρόπο ειδοποίησης και διαφυγής του από την δίωξη.
Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ακύρωσε την παραπάνω απόφαση, κρίνοντας δεκτή την αίτηση ακύρωσης του προσφεύγοντος πρόσφυγα, κυρίως γιατί αμφισβητήθηκε η αθεϊα του χωρίς νόμιμη αιτιολογία από τις Ελληνικές αρχές. Το Δικαστήριο έκρινε ότι “ο ως άνω λόγος περί μη νόμιμης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος με το οποίο δεν έγιναν δεκτοί οι ισχυρισμοί του αιτούντος περί των αθεϊστικών του πεποιθήσεων, τυγχάνει βάσιμος, διότι με την προσβαλλόμενη απόφαση με μη νόμιμη αιτιολογία απορρίφθηκαν, ως γενικόλογοι, αόριστοι και μη ερειδόμενοι σε προσωπικά βιώματα, οι εν λόγω ισχυρισμοί. Συγκεκριμένα: α) η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο αιτών παρέθεσε μόνον έναν γενικό ορισμό για την έννοια της αθεΐας, χωρίς να παραθέσει βιωματικά στοιχεία της καθημερινότητάς του αναφορικά με την αποδοχή από τον ίδιο της προσωπικής θέσης του να μην πιστεύει σε καμία θρησκεία, δεν είναι νόμιμη, διότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της ότι ο αιτών, κατά την προσωπική του συνέντευξη, ανέφερε αφενός συγκεκριμένες καταστάσεις και συγκεκριμένα βιώματα που τον οδήγησαν στη σχετική επιλογή, αφετέρου συγκεκριμένες προσωπικές συνθήκες της καθημερινότητάς του, σχετιζόμενες με τις αθεϊστικές του πεποιθήσεις. Ειδικότερα, ο αιτών ανέφερε ότι ένας από τους βασικούς λόγους της επιλογής του να γίνει αθεϊστής ήταν τα φαινόμενα θρησκευτικής βίας στη χώρα καταγωγής του (συγκεκριμένα ανέφερε ότι στο Πακιστάν υπάρχουν «πολλοί τρομοκράτες, που καταστρέφουν την ανθρωπότητα μέσω της θρησκείας»), ενώ επικαλέστηκε συγκεκριμένο περιστατικό που έλαβε χώρα το έτος 2014 στην πόλη Pesawhar, κατά το οποίο εξτρεμιστές μουσουλμάνοι (ταλιμπάν) είχαν εισβάλει σε σχολείο και είχαν δολοφονήσει περίπου 135 παιδιά (περιστατικό το οποίο ελέγχθηκε ως αληθές κατά τη διενεργηθείσα εκ μέρους της Υπηρεσίας Ασύλου έρευνα), εκθέτοντας ταυτόχρονα ότι το εν λόγω περιστατικό τον έκανε να αναρωτηθεί «πως μια θρησκεία μπορεί να επιτρέψει να σκοτώνονται αθώες ψυχές, χωρίς να έχουν φταίξει σε κάτι». Περαιτέρω, ο αιτών αναφέρθηκε σε συγκεκριμένες προσωπικές συνθήκες της καθημερινότητάς του, σχετιζόμενες με τις αθεϊστικές του πεποιθήσεις, όπως η μη συμμετοχή του στη μουσουλμανική λατρεία και ειδικότερα στην προσευχή της Παρασκευής, οι συναντήσεις και συζητήσεις με ομοϊδεάτες του σε πάρκα και ξενοδοχεία της πόλης Καράτσι και οι αναρτήσεις του σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατά της μουσουλμανικής θρησκείας (συγκεκριμένα δήλωσε ότι είχε προβεί σε αναρτήσεις κατά του τζιχαντισμού, τον οποίο, κατά την άποψή του, επιτρέπει ο μουσουλμανισμός, και σε αναρτήσεις σχετικά με το ότι δεν είναι ανεκτό, κατά τη γνώμη του, να ακολουθεί κάποιος «τα βήματα ενός Προφήτη, ο οποίος έχει κάνει 11 γάμους και το χειρότερο έναν γάμο με μια εξάχρονη»), και β) η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο αιτών υποστήριξε μεν ότι έγινε αθεϊστής, αφού μελέτησε το Κοράνι και άλλες θρησκείες, χωρίς όμως να παραθέσει οποιοδήποτε παράδειγμα ή έστω αναφορά στη συγκριτική μελέτη λοιπών θρησκειών που τον οδήγησε στην αποδοχή του αθεϊσμού, και ότι στις αναρτήσεις του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είχε περιοριστεί σε κριτική κατά του μουσουλμανισμού, δεν είναι νόμιμη, διότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της ότι ο αιτών, κατά την προσωπική του συνέντευξη, επεξήγησε τον λόγο που τον οδήγησε στην απόρριψη όλων των θρησκειών και συγκεκριμένα δήλωσε πως, κατά τη γνώμη του, όλες οι θρησκείες είναι δημιουργήματα του ανθρώπου (ειδικότερα δήλωσε ότι «όλα αυτά τα βιβλία είναι γραμμένα από ανθρώπους»), ενώ μόνον το γεγονός ότι δεν ανέφερε κάποια άλλη, πέραν του μουσουλμανισμού, θρησκεία που μελέτησε και απέρριψε δεν αρκεί ώστε να καταστήσει νομίμως αιτιολογημένη την κρίση της Επιτροπής περί αοριστίας του σχετικού ισχυρισμού του, δεδομένου μάλιστα ότι δεν του είχε τεθεί σχετικώς κάποια διευκρινιστική ερώτηση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η δήλωση του αιτούντος πως στις αναρτήσεις του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είχε προβεί σε κριτική του μουσουλμανισμού δεν δύναται να καταστήσει νομίμως αιτιολογημένη την κρίση της Επιτροπής περί αοριστίας του ισχυρισμού του περί των αθεϊστικών του πεποιθήσεων, δεδομένου ότι παρίσταται εύλογο αυτός να προβαίνει, κατά κύριο λόγο, σε κριτική της επικρατούσας στη χώρα του θρησκείας και όχι άλλων θρησκειών. Τέλος, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, κατά την αξιολόγηση για το βάσιμο του φόβου του αιτούντος διεθνή προστασία ότι θα υποστεί δίωξη, δεν ασκεί επιρροή εάν αυτός χαρακτηρίζεται πράγματι ή χαρακτηρίζεται σε συγκεκριμένο βαθμό έντασης από το θρησκευτικό στοιχείο, το οποίο προκαλεί ή ενδέχεται να προκαλέσει τη δίωξη (εν προκειμένω από την αθεΐα), υπό την προϋπόθεση ότι το χαρακτηριστικό αυτό του αποδίδεται από τον φορέα της δίωξης, κατά τα ρητώς οριζόμενα στο άρθρο 10 παρ.2 του π.δ.141/2013.”
 
Περαιτέρω, το Δικαστήριο ακύρωσε και τους ισχυρισμούς των Ελληνικών αρχών ότι δήθεν δεν ήταν ευλογοφανείς και σαφείς οι ισχυρισμοί του, με πλήρη επανέλεγχο των στοιχείων που προσκόμισε ο αιτών. Το Δικαστήριο διέταξε την επιστροφή του παραβόλου (150 ευρώ) και των δικαστικών εξόδων (405 ευρώ) στον αιτούντα. Σε προγενέστερο χρόνο, το ίδιο Δικαστήριο είχε χορηγήσει προσωρινή διαταγή και είχε αναστείλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, για να μην απελαθεί ο πρόσφυγας μέχρι να εκδοθεί η τελική δικαστική κρίση.

Σάββατο, Μαΐου 01, 2021

H θρησκευτική ουδετερότητα και η πρόεδρος του Αρείου Πάγου

Κατά το ελληνικό δικαστικό σύστημα, η θέση του προέδρου ενός ανώτατου δικαστηρίου διαρκεί ελάχιστο χρόνο. Οι πρόεδροι είναι εντελώς προσωρινοί και βρίσκονται στις θέσεις τους για το χρόνο μέχρι την συμπλήρωση του, πολύ κοντινού τους, 67ου έτους της ηλικίας τους. Η θητεία τους όμως ως προέδρων ενός ανώτατου δικαστηρίου επισφραγίζει το σύνολο της σταδιοδρομίας τους στο δικαστικό σώμα, καθώς όλες και όλοι θα κρατήσουμε ως ανάμνηση τα επιτεύγματά τους σε αυτό το τελικό στάδιο. Επομένως, πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί και προσεκτικές για την υστεροφημία τους.

Η πρόεδρος του Αρείου Πάγου επέλεξε φέτος να στείλει μια επιστολή προς του δικαστικούς λειτουργούς, αλλά και τους δικαστικούς υπαλλήλους, με την οποία εκτός των άλλων εύχεται "το φως και ο συμβολισμός της Ανάστασης να αποτελέσουν λυτρωτικό μήνυμα ανανέωσης και ανάτασης για τον καθένα από εμάς, να χαρίσουν σε όλους αισιοδοξία και δύναμη και, μέσα από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε, να προσφέρουν μια ευκαιρία επιστροφής στην ελπίδα."

 Δηλαδή δεν αρκεί μια απλή ευχή δημοσίων σχέσεων (όπως είχε κάνει τα Χριστούγεννα), έπρεπε να κάνει και μια μικρή κατήχηση για το φως και τον συμβολισμό, για το λυτρωτικό μήνυμα ανανέωσης και ανάτασης και εν πολλοίς να θεωρήσει ότι όλοι οι δικαστικοί λειτουργοί και οι υπάλληλοι είναι χριστιανοί ορθόδοξοι και πρέπει να υποδεχθούν με ευχαρίστηση αυτή την θρησκευτική απεύθυνση.

 Το Σύνταγμά μας δεν επιτρέπει στους δικαστικούς λειτουργούς να εκφράζουν τις πολιτικές τους πεποιθήσεις. Είμαστε βέβαια μια χριστιανική χώρα της Ευρώπης, με ένα προοίμιο του Συντάγματος που για πολιτικούς λόγους έχει την επίκληση εξωλογικής οντότητας (της Αγίας Τριάδας) και αναφορά σε επικρατούσα (όχι όμως σε "επίσημη") θρησκεία, ενώ εννοεί σε συγκεκριμένο εκκλησιαστικό καθεστώς με καθαρά διαπιστωτικούς όμως κι όχι κανονιστικούς όρους. Κατ' αντιστοιχία λοιπόν με την πολιτική ουδετερότητα, οι δικαστές οφείλουν να επιδεικνύουν ουδετερότητα και προς τα θρησκεύματα, τα οποία αποτελούν λόγους αθέμιτων διακρίσεων, σύμφωνα με την ισχύουσα ελληνική (άρθρο 5 παρ. 2 Σ., Ν.4443/2016, Ν.927/1979), αλλά και την ευρωπαϊκή (άρθρο 14 ΕΣΔΑ) νομοθεσία.

 Περιμένουμε από τους δικαστές και δη τους ανώτατους να είναι σε θέση να επαληθεύουν όχι μόνο την εσωτερική αμεροληψία τους και αντικειμενικότητά τους (η οποία αφορά την δικαστική τους συνείδηση), αλλά και την εξωτερική επίφαση της εν λόγω αμεροληψίας.  Δεν είπαμε να μην θρησκεύονται, όπως δεν λέμε να μην ψηφίζουν. Περιμένουμε όμως από αυτούς να έχουν την στοιχειώδη ευαισθησία να βάλουν τους εαυτούς τους στην θέση αυτού του συναδέλφου τους ή - ακόμη περισσότερο - του απλού δικαστικού υπαλλήλου που δεν είναι πιστός της επικρατούσας θρησκείας, που είναι άθεος, αγνωστικιστής, εβραίος, μουσουλμάνος, μάρτυρας του ιεχωβά ή τέλος πάντων οτιδήποτε άλλο από αυτό που θεωρούν οι ίδιοι δεδομένο. Πως θα ένιωθε η κ. Αλειφεροπούλου ως χριστιανή ορθόδοξη εάν λάμβανε ευχές από τον προϊστάμενό της μαζί με κατήχηση για το Ραμαζάνι ή για το Χαννουκά; Δεν θα βίωνε εντονότερα την αντιμετώπισή της ως κάτι που δεν είναι;

Η ηγεσία της Δικαιοσύνης δεν είναι το ίδιο με την πολιτική ηγεσία για να γίνεται αρεστή σε πλειοψηφίες που την εκλέγουν. Η ηγεσία της Δικαιοσύνης οφείλει να επιβεβαιώνει κάθε στιγμή και με κάθε της έκφραση ότι βρίσκεται εκεί για κάθε πολίτη χωριστά. Οφείλει να το αποδεικνύει αυτό σε διαρκή βάση με τον δημόσιο λόγο της, ίσως καλύτερα και να απέχει από τον δημόσιο λόγο για εξωνομικά θέματα ή για θέματα εκτός αρμοδιότητας. Διαφορετικά, δεν προσφέρει καλή υπηρεσία ούτε στην Δικαιοσύνη, την οποία τελικά οι πολίτες θεωρούν ένα κλειστό σύστημα που ευνοεί ημετέρους πνευματικά - πολιτισμικά - εθνοτικά και θρησκευτικά, αλλά ούτε βέβαια και στον τόπο αυτόν.

Την κ. Αλειφεροπούλου δεν θα την κρίνουμε βέβαια ούτε από τα πιστεύω της, ούτε αποκλειστικά από τέτοιες κραυγαλέες αστοχίες και παραβιάσεις της εξωτερικής επίφασης της θρησκευτικής της ουδετερότητας. Θα την κρίνουμε από τις αποφάσεις που θα λάβει η ολομέλεια του δικαστηρίου στο οποίο προϊσταται, αλλά και από τις δράσεις που θα φέρει η ίδια εις πέρας με σκοπό την επιτάχυνση της απονομής της Δικαιοσύνης, καθώς και την άσκηση αποτελεσματικού πειθαρχικού ελέγχου σε δικαστές που παραβιάζουν κανόνες και την εύλογη διάρκεια στην απονομή της δίκης. Θα την κρίνουμε από τα αποτελέσματα στην αποστολή που της έχει αναθέσει η Πολιτεία. 

 Ωστόσο, ένα μέρος αυτής της κρίσης, αφού η ίδια επιδιώκει τον δημόσιο λόγο, θα αφορά αναπόφευκτα και την ίση μεταχείριση των συναδέλφων της και των δικαστικών υπαλλήλων χωρίς διακρίσεις άμεσες ή έμμεσες λόγω των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων.

Συνεχίζεται ο παραλογισμός από Ειρηνοδίκες σε θέματα ταυτότητας φύλου

  Ενώ έχουμε καταγγείλει πολλαπλά το φαινόμενο οι Ειρηνοδίκες να απορρίπτουν αιτήματα νομικής αναγνώρισης ταυτότητας φύλου ως προς το επώνυμ...