Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διαφάνεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διαφάνεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, Ιανουαρίου 07, 2012

Μια συζήτηση με τον κ. Διομήδη Σπινέλλη


Η πρώτη εκπομπή του 2012, με καλεσμένο τον καθηγητή κ. Διομήδη Σπινέλλη.

Αρχικά μιλήσαμε για το φαινόμενο της αξιοποίησης των πανεπιστημαικών σε θέσεις ευθύνης στη δημόσια διοίκηση και για την σχέση "θεωρίας" και "πράξης". Ο καθηγητής μετέφερε εντυπώσεις κι εμπειρίες από την διετή θητεία του στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων.

Στη συνέχεια, συζητήσαμε για τη σχέση της πληροφορικής με τη νομική και για το κατά πόσον υπάρχει καχυποψία των πληροφορικών απέναντι στους νομικούς. Σε αυτόν τον κύκλο προβληματικής μιλήσαμε για τις σημαντικές διοικητικές καινοτομίες των τελευταίων ετών, όπως η Διαύγεια, το opengov και ο νόμος για την Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση. Ο καθηγητής τοποθετεπιται για το ζήτημα της διαφάνειας, καθώς και της ασφάλειας των πληροφοριακών συστημάτων και της προστασίας της ιδιωτικότητας του πολίτη.

Στο τρίτο μέρος της εκπομπής, ο καθηγητής μας μίλησε για το ανοικτό λογισμικό, τις καινοτόμες υπηρεσίες που μπορούν να αναπτυχθούν βάσει αυτού, καθώς και για το ρόλο της κοινωνίας των πολιτών στην αξιοποίηση των ανοικτών δικτύων. Τέθηκε το ζήτημα των κινδύνων και προβλημάτων που μπορούν να προκύψουν από την αξιοποίηση των εφαρμογών, καθώς και ο νέος ρόλος του πολίτη, μέσα στις ψηφιακές κοινότητες δημιουργίας περιεχομένου, αλλά και διαμόρφωσης μιας κουλτούρας λογοδοσίας και διαφάνειας.

Ανάμεσα στις ενότητες ακούσαμε τα έργα "Διαμορφώσεις" (1957) και "Μεταστάσεις" (1953) του Ιάννη Ξενάκη.


Παρασκευή, Ιουνίου 10, 2011

Ο νέος νόμος για την ηλεκτρονική διακυβέρνηση

Το σημαντικότερο νομοθέτημα των τελευταίων ετών, όσον αφορά τη διαφάνεια της κρατικής δράσης, είναι αυτό που αφορά το πρόγραμμα "Διαύγεια". Το αμέσως επόμενο είναι ο νέος νόμος για την ηλεκτρονική διακυβέρνηση (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στο ΦΕΚ, προσβάσιμος εδώ).

Πρόκειται για έναν νόμο - πλαίσιο που κατοχυρώνει ορισμένα βασικά δικαιώματα που διασφαλίζουν ότι η επικοινωνία του πολίτη με τις δημόσιες υπηρεσίες θα μπορεί να γίνεται και μέσω διαδικτύου. Έτσι θεσπίζεται υποχρεώση όλων των δημόσιων υπηρεσιών να διαθέτουν διαδικτυακούς τόπους με βασικές πληροφορίες, αλλά και με τη δυνατότητα για διοικητικές εργασίες, όπως λ.χ. η υποβολή αναφορών από τους πολίτες. Μέχρι σήμερα αυτό ήταν εφικτό μόνο για ελάχιστες υπηρεσίες, όπως η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων (βλ. εδώ).

Ανάμεσα στα νέα δικαιώματα είναι και η δυνατότητα του ατόμου να παρακολουθεί την πορεία της υπόθεσής του με τη χρήση του σχετικού κωδικού, ώστε να ενημερώνεται για το στάδιο στο οποίο έχει φτάσει (άρθρο 16).

Στις οργανωτικές καινοτομίες του νόμου ανήκει και η δημιουργία σε κάθε φορέα του δημοσίου Ομάδων Διοίκησης Έργου που αποτελείται από ανθρώπους των δημοσίων υπηρεσιών που θα μεριμνούν για την εφαρμογή της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης (άρθρο 36). Ένα από τα μέλη της ομάδας ορίζεται ως εσωτερικός Υπεύθυνος Προστασίας Δεδομένων, ένα πρόσωπο που έχει την υποχρέωση να λειτουργεί ως μια μικρή αρχή προστασίας προσωπικών δεδομένων στο πλαίσιο του εκάστοτε δημόσιου φορέα. Υλοποιείται έτσι μια θεσμική δυνατότητα που προβλέπεται από την Οδηγία 95/46 και η οποία εδώ και χρόνια εφαρμόζεται σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη.

Βεβαίως όπως σε κάθε νόμο - πλαίσιο, δεν τελειώσαμε την ψήφισή του. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, για την εφαρμογή των διατάξεών του απαιτείται η έκδοση 34 διοικητικών πράξεων (υπουργικών αποφάσεων, προεδρικών διαταγμάτων, αποφάσεων της αρχής προστασίας δεδομένων κλπ).

Επίσης, το νομοθέτημα είναι τελικά "φουτιέρα", αφού περιλαμβάνει κι ένα σωρό άσχετες τροπολογίες, παρά τις δεσμεύσεις της Κυβέρνησης ότι δεν θα μπαίνουν άσχετα θέματα σε νομοθετήματα. Για παράδειγμα, στο άρθρο 57 υπάρχει η παντελώς άσχετη διάταξη περί παραμονής των μελών του Ε.Σ.Ρ. ως "υπηρεσιακών" για όσο χρόνο δεν διορίζονται νέα μέλη. Και μάλιστα η διάταξη εμφανίζεται ως "ερμηνευτική" του ισχύοντος Ν.3051/2002 που αφορά γενικά τις ανεξάρτητες αρχές κι όχι ειδικώς το Ε.Σ.Ρ. Αλλά βλέπετε τώρα είναι που το ΣτΕ αποφάσισε ότι ο μη έγκαιρος διορισμός νέων μελών του Ε.Σ.Ρ. καθιστά άκυρες της αποφάσεις του, οπότε ο νομοθέτης σπεύδει να παρέμβει στο έργο της δικαιοσύνης προλαβαίνοντας τυχόν αιτήσεις ακύρωσης που θα ζητήσουν την αντίστοιχη εφαρμογή αυτής της νομολογίας. Αλλά βέβαια το Σύνταγμα έχει κάποιες προβλέψεις για την αναδρομικότητα των "ερμηνευτικών" νόμων.

Ένας πολύ καλός νόμος, ο οποίος όμως θα πρέπει να ασκηθεί πολύ πίεση για να εφαρμοστεί, όπως εξάλλου και για κάθε νόμος που ρυθμίζει τη σχέση των πολιτών με το κράτος.




Δευτέρα, Φεβρουαρίου 14, 2011

Διαφάνεια στην επιλογή του Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης

Στο γραφείο Δημάρχου Αθηναίων κατατέθηκε σήμερα η παρακάτω επιστολή, με την ένδειξη "εξαιρετικά επείγον" (αρ. πρωτ. 027671/14.2.2011):

Θέμα: Διαφάνεια στην επιλογή του Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης

Αξιότιμε κύριε Δήμαρχε,

Αποτελούμε μια ομάδα εργασίας, η οποία έχει επεξεργαστεί μιαν ολοκληρωμένη πρόταση για την οργάνωση και λειτουργία του θεσμού του Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης στον Δήμο Αθηναίων (βλ. συνημμένο σχετικό). Η πρότασή μας αναρτήθηκε στο Διαδίκτυο, στην αρχική της μορφή, στις 25 Νοεμβρίου 2010 και είναι διαθέσιμη στον διαδικτυακό τόπο symparastatis.wordpress.com.

Eνημερωθήκαμε για την προκήρυξη της σχετικής θέσης στις 10.2.2011, σύμφωα με την οποία καλούνται οι ενδιαφερόμενοι να υποβάλλουν τις προβλεπόμενες από το άρθρο 77 του Καλλικράτη αιτήσεις, προκειμένου το Δημοτικό Συμβούλιο να επιλέξει το κατάλληλο πρόσωπο με απόφασή του στις 28.2.2011.

Σύμφωνα με την δική μας μελέτη - πρόταση, η οποία έχει γνωρίσει αποδοχή και έχει υιοθετηθεί από άλλους Δήμους, μια από τις γενικές αρχές κατά τις οποίες πρέπει να λειτουργεί ο Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης είναι η αρχή της διαφάνειας και της αμεροληψίας. Προκειμένου να διασφαλιστεί η τήρηση αυτής της αρχής, θα πρέπει η επιλογή του προσώπου να διενεργηθεί ακολουθώντας αυτά τα προτάγματα.

Η επιλογή του προσώπου μόνο βάσει της υποβολής της αίτησής του κι ενός βιογραφικού σημειώματος, χωρίς καμία προηγούμενη επίσημη παρουσίασή του ενώπιον του Δημοτικού Συμβουλίου μάλλον ευνοεί παρασκηνιακές διεργασίες, οι οποίες τυπικώς μεν δεν είναι παράνομες, υπονομεύουν όμως την (ίδια την ελπίδα για) διαφανή και με ίσους όρους συμμετοχή των ενδιαφερομένων στην διαδικασία. Διακινδυνεύει δε και εν προκειμένω την καχυποψία των πολιτών απέναντι στο νέο θεσμό - πρόσωπο. Μια τέτοια εκκίνηση της λειτουργίας του, σημειολογικά ιδωμένη, δεν θα αποτελούσε ευοίωνο μήνυμα για την μετέπειτα πορεία του. Η ήδη κλονισμένη εμπιστοσύνη των δημοτών, τους οποίους εκπροσωπείτε, θα ανακτούνταν ίσως, αν διαπιστωνόταν η διάθεση ουσιαστικής αξιολόγησης της καταλληλότητας των υποψηφίων προσώπων, αρχής γενομένης από την ίδια την υπεύθυνη επιλογή του, όπως θα εκφραστεί και μέσα από την αυτοπρόσωπη παρουσία των υποψηφίων που το επιθυμούν στο Δημοτικό Συμβούλιο και την έκθεση των (προ)θέσεών τους, του σχεδίου δράσης τους, των συναφών με τη θέση γνώσεων και των προτάσεών τους πάνω σε νευραλγικά/προβληματικά σημεία του Δήμου μας.

Η σύγχρονη παρουσία των υποψηφίων ενώπιον του Δημοτικού Συμβουλίου ή των ορισθησομένων εκπροσώπων του και η διαδοχική τοποθέτησή τους επί θεμάτων που θα τεθούν - με την παράλληλη τήρηση πρακτικών, διαθέσιμων σε κάθε Αθηναία και Αθηναίο- θα είναι, εκτιμούμε, διαφωτιστική για το εκλεκτορικό σώμα και θα συντελέσει στη διαμόρφωση ουσιαστικής εικόνας περί καταλληλότητας των υποψηφίων. Παράλληλα, θα μπορούν και οι ενδιαφερόμενοι να ενημερωθούν μέσω των πρακτικών που τηρήθηκαν για την παρουσία των υποψηφίων και να κατανοήσουν την κρίση περί καταλληλότητας για την ανάδειξη ενός εκ των υποψηφίων σε μια θέση που αφορά άμεσα τους δημότες, σε μια θέση που υπάρχει για να τους προστατεύσει από την κακοδιοίκηση και την αυθαιρεσία.

Ο Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης δεν πρέπει να καταντήσει ένας θεσμός που θα μείνει "στα χαρτιά". Ένα βιογραφικό και μια δήλωση βούλησης εκτιμούμε πως δεν είναι αρκετά για να οδηγήσουν το Δημοτικό Συμβούλιο στην κρίση περί "καταλληλότητας" και τη συνακόλουθη ανάδειξη του Συμπαραστάτη, ο οποίος παραμένει "πρόσωπο" - ένα πρόσωπο που πρέπει να διαθέτει επαρκεί τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, κοινωνική αποδοχή, με όρεξη, δυνατότητα και χρόνο για παραγωγή έργου, ώστε να διεκδικήσει με τη δράση του την εμπιστοσύνη των Αθηναίων στο θεσμό της διαμεσολάβησης.

Γι' αυτούς τους λόγους, η ομάδα μας σας προτείνει, στο πλαίσιο των κατ' άρθρο 67 παρ. 7 του Καλλικράτη αρμοδιοτήτων σας για εισήγηση θεμάτων στην ημερήσια διάταξη της συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου, να ζητήσετε να διενεργηθεί ακρόαση των υποψηφίων, ώστε να παρουσιάσουν ενώπιον του εκλεκτορικού σώματος τις απόψεις τους για το θεσμό.

Η ομάδα μας επιθυμεί να υποστηρίξει εμπράκτως την πρότασή της για την οργάνωση και λειτουργία του Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης, με την υποβολή υποψηφιότητας εκ μέρους ενός μέλους της. Καθοριστικό κριτήριο, όμως, για τη νοηματοδόητηση της συμμετοχής μας στη σχετική διαδικασία θα είναι η διενέργεια μιας όσο το δυνατόν πιο ανοικτής συζήτησης, ώστε να μπορέσουμε εύλογα να θεωρήσουμε ότι η απόφαση θα ληφθεί πράγματι στο Δημοτικό Συμβούλιο, και όχι πριν ή έξω από αυτό, ως αποτέλεσμα της διαφανούς, αμερόληπτης, ουσιαστικής, υπεύθυνης, εκπροσωπούσας τους εκλογείς κρίσης του.

Με εκτίμηση,

Για την Ομάδα εργασίας,

Βασίλης Σωτηρόπουλος

Τετάρτη, Νοεμβρίου 17, 2010

Δικαστήριο ΕΕ: όχι στην γενική ανάρτηση δεδομένων πολιτών για δημοσιονομική διαφάνεια

Με την απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2010, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκλήθη να αποφανθεί κατά πόσον οι διατάξεις που επιβάλλουν την ανάρτηση στο Διαδίκτυο των δεδομένων όσων δικαιούνται κοινοτικά κονδύλια για την γεωργία είναι συμβατές με το θεμελιώδες ευρωπαϊκό δικαίωμα της προστασίας προσωπικών δεδομένων.

Πρόκειται για την απόφαση στις υποθέσεις C-92/09, C-93/09 (βλ. εδώ πλήρες κείμενο και δελτίο τύπου εδώ).

Οι δύο προσφεύγοντες Γερμανοί δικαιούχοι κονδυλίων προσέφυγαν στα γερμανικά δικαστήρια, προσβάλλοντας τις σχετικές κανονιστικές πράξεις που επέβαλαν την ανάρτηση των προσωπικών τους δεδομένων στο Διαδίκτυο, για λόγους δημοσιονομικής διαφάνειας. Τα γερμανικά δικαστήρια απέστειλαν προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο τελικά έκρινε ότι κακώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης προέβλεπαν την άνευ κριτηρίων δημοσιοποίηση των δεδομένων των δικαιούχων, διότι αυτό προσέβαλλε την αρχή της αναλογικότητας. Έτσι το Δικαστήριο κήρυξε ανίσχυρες τις σχετικές κανονιστικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προβαίνοντας, για πρώτη φορά στην ιστορία του, σε εξέταση του παράγωγου κοινοτικού δικαίου προς το θεμελιώδες δικαίωμα στην προστασία προσωπικών δεδομένων που κατοχυρώνεται από το άρθρο 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος κατέστη νομικά δεσμευτικό και αναπόσπαστο μέρος του πρωτογενούς Ενωσιακού δικαίου, σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας.

Σημειωτέον ότι στην δίκη πήρε μέρος και η Ελλάδα, καταθέτοντας υπέρ του μέτρου της δημοσιοποίησης των στοιχείων στο Διαδίκτυο.

Κατά την ερμηνεία της συμβατότητας προς το θεμελιώδες δικαίωμα, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έλαβε εκτενώς υπόψη και τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ως προς της ερμηνεία του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα σεβασμού ιδιωτικής ζωής).

Η απόφαση αυτή αποτελεί συνδυασμό δύο αποφάσεων της προηγούμενης δεκαετίας του ΔΕΚ: της Bodil Lindqvist, κατά την οποία η ανάρτηση προσωπικών δεδομένων στο Διαδίκτυο εμπίπτει στο κοινοτικό δίκαιο (δηλ. την Οδηγία 95/46) και της απόφασης Oesterreichischer Rundfunk, κατά την οποία η δημοσίευση ονομάτων υψηλόμισθων υπαλλήλων του δημοσίου επιτρέπεται μόνο ύστερα από εξαντλητικό έλεγχο της εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας. Με την απόφαση της 9ης Νοεμβρίου (Volker und Markus Schecke Gbr) το ΔΕΕ πηγαίνει ακόμη παραπέρα, αποκλείοντας ουσιαστικά την δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων πολιτών για λόγους δημοσιονομικής πολιτικής. Ή έστω θέτοντας πολύ υψηλά τον όρο της αρχής της αναλογικότητας, ώστε πρακτικά να μην αφήνει περιθώριο εφαρμογής ενός τέτοιου μέτρου.

Ορισμένες επιλογές από το ίδιο το κείμενο της απόφασης, με πρόσθετες επισημάνσεις :

56 Το άρθρο 44α του κανονισμού 1290/2005 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να δημοσιοποιούν κάθε χρόνο εκ των υστέρων τα ονόματα των δικαιούχων ενισχύσεων του ΕΓΤΕ και του ΕΓΤΑΑ και τα αντίστοιχα ποσά που έλαβε κάθε δικαιούχος από καθένα από τα Ταμεία αυτά. Από την αιτιολογική σκέψη 14 του κανονισμού 1437/2007, ο οποίος τροποποιεί τον κανονισμό 1290/2005, προκύπτει ότι οι εν λόγω πληροφορίες πρέπει να αποτελούν αντικείμενο «γενικής δημοσιεύσεως».

57 Ο κανονισμός 259/2008 προσδιορίζει στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, το περιεχόμενο της δημοσιοποιήσεως και ορίζει ότι δημοσιοποιούνται, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη και λοιπές πληροφορίες σχετικά με τις ληφθείσες ενισχύσεις, όπως ο «δήμο[ς] στον οποίο κατοικεί ή είναι εγγεγραμμένος ο δικαιούχος και, εφόσον υπάρχει, [ο] ταχυδρομικό[ς] κώδικα[ς] ή το μέρος του ταχυδρομικού κώδικα που προσδιορίζει το δήμο». Το άρθρο 2 του ίδιου κανονισμού ορίζει ότι τα στοιχεία διατίθενται σε ενιαίο δικτυακό τόπο ανά κράτος μέλος και ότι οι χρήστες μπορούν να λάβουν γνώση αυτών μέσω εργαλείου αναζητήσεως.

58 Δεν αμφισβητείται ότι τα ποσά τα οποία έλαβαν οι ενδιαφερόμενοι δικαιούχοι από το ΕΓΤΕ και το ΕΓΤΑΑ αποτελούν, συχνά σημαντικό, μέρος των εσόδων τους. Η δημοσιοποίηση σε δικτυακό τόπο ονομαστικών πληροφοριών σχετικά με τους εν λόγω δικαιούχους και τα συγκεκριμένα ληφθέντα από αυτούς ποσά συνιστά κατ’ αυτόν τον τρόπο, λόγω του ότι οι πληροφορίες αυτές καθίστανται προσβάσιμες στους τρίτους, παρέμβαση στην ιδιωτική τους ζωή κατά την έννοια του άρθρου 7 του Χάρτη (βλ., συναφώς, απόφαση Österreichischer Rundfunk κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψεις 73 και 74).

59 Δεν ασκεί, συναφώς, επιρροή το γεγονός ότι οι δημοσιοποιούμενες πληροφορίες αφορούν επαγγελματικές δραστηριότητες (βλ. απόφαση Österreichischer Rundfunk κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψεις 73 και 74). Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκρινε συναφώς, ως προς την ερμηνεία του άρθρου 8 ΕΣΔΑ, ότι ο όρος «ιδιωτική ζωή» δεν πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά και ότι «δεν υφίσταται κανένας λόγος αρχής για τον αποκλεισμό των επαγγελματικών δραστηριοτήτων [...] από την έννοια της “ιδιωτικής ζωής”» (βλ., ιδίως, ΕΔΔΑ, προπαρατεθείσες αποφάσεις Amann κατά Ελβετίας, § 65, και Rotaru κατά Ρουμανίας, § 43).

[...]

63 Η επίμαχη κανονιστική ρύθμιση της Ένωσης, η οποία απλώς προβλέπει ότι οι δικαιούχοι ενισχύσεων ενημερώνονται εκ των προτέρων σχετικά με τη δημοσιοποίηση των δεδομένων τους προσωπικού χαρακτήρα, δεν αποσκοπεί επομένως να βασίσει την επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων που καθιερώνει στη συγκατάθεση των ενδιαφερόμενων δικαιούχων. Εξάλλου, διαπιστώνεται ότι στις διαφορές της κύριας δίκης οι προσφεύγοντες με τα έντυπα αιτήσεως χρηματοδοτήσεως απλώς δήλωσαν ότι «[γνωρίζουν] ότι το άρθρο 44α του κανονισμού 1290/205 απαιτεί τη δημοσιοποίηση των στοιχείων σχετικά με τους δικαιούχους [κονδυλίων του] ΕΓΤΕΕ και του ΕΓΤΑΑ».

64 Καθόσον, αφενός, η δημοσιοποίηση των ονομαστικών δεδομένων σχετικά με τους ενδιαφερόμενους δικαιούχους και των συγκεκριμένων ποσών που έλαβαν από το ΕΓΤΕ και το ΕΓΤΑΑ συνιστά προσβολή, έναντι των δικαιούχων αυτών, των δικαιωμάτων που αναγνωρίζουν τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη και, αφετέρου, αυτού του είδους η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν στηρίζεται στη συγκατάθεση των εν λόγω δικαιούχων, πρέπει να ερευνηθεί αν η προσβολή αυτή είναι δικαιολογημένη βάσει του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη.

ii) Ως προς τον δικαιολογημένο χαρακτήρα της προσβολής των δικαιωμάτων που αναγνωρίζουν τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη

65 Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη επιτρέπει περιορισμούς στην άσκηση δικαιωμάτων όπως των άρθρων 7 και 8 αυτού, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί προβλέπονται από τον νόμο, σέβονται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών και ότι, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε σκοπούς γενικού συμφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών τρίτων.

66 Πρώτον, δεν αμφισβητείται ότι η προσβολή από τη δημοσιοποίηση σε δικτυακό τόπο ονομαστικών δεδομένων σχετικά με τους ενδιαφερόμενους δικαιούχους πρέπει να νοηθεί ότι «προβλέπεται από τον νόμο» κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη. Συγκεκριμένα, τα άρθρα 1, παράγραφος 1, και 2 του κανονισμού 259/2008 προβλέπουν ρητώς αυτή τη δημοσιοποίηση.

67 Δεύτερον, ως προς το αν η εν λόγω προσβολή ανταποκρίνεται σε σκοπό γενικού συμφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση κατά το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, από την αιτιολογική σκέψη 14 του κανονισμού 1437/2007, με τον οποίο τροποποιήθηκε ο κανονισμός 1290/205, και από την αιτιολογική σκέψη 6 του κανονισμού 259/2008 προκύπτει ότι η δημοσιοποίηση των ονομάτων των δικαιούχων ενισχύσεων του ΕΓΤΕ και του ΕΓΤΑΑ και των ληφθέντων ποσών από τα Ταμεία αυτά αποσκοπεί να «[βελτιώσει] τη διαφάνεια όσον αφορά τη χρήση των κοινοτικών κονδυλίων στο πλαίσιο της [ΚΓΠ] και [να συμβάλει] στη χρηστή δημοσιονομική τους διαχείριση, μεταξύ άλλων ενισχύοντας το δημόσιο έλεγχο της χρήσης των κονδυλίων».

68 Υπενθυμίζεται ότι η αρχή της διαφάνειας προβλέπεται στα άρθρα 1 ΣΕΕ και 10 ΣΕΕ, όπως επίσης και στο άρθρο 15 ΣΛΕΕ. Η διαφάνεια εξασφαλίζει μεγαλύτερη συμμετοχή των πολιτών στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων και, παράλληλα, εγγυάται μεγαλύτερη νομιμότητα, αποτελεσματικότητα και υπευθυνότητα της διοικήσεως έναντι του πολίτη σε ένα δημοκρατικό σύστημα (βλ. αποφάσεις της 6ης Μαρτίου 2003, C‑41/00 P, Interporc κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I‑2125, σκέψη 39, και της 29ης Ιουνίου 2010, C‑28/08 P, Επιτροπή κατά Bavarian Lager, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 54).

69 Επομένως, καθόσον ενισχύει τον δημόσιο έλεγχο της χρήσεως των κονδυλίων που καταβάλλονται από το ΕΓΤΕ και το ΕΓΤΑΑ, η δημοσιοποίηση την οποία επιβάλλουν οι διατάξεις το κύρος των οποίων αμφισβητείται συμβάλλει στη χρηστή διαχείριση των δημόσιων πόρων από τη διοίκηση (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση Österreichischer Rundfunk κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψη 81).

70 Εξάλλου, η εν λόγω δημοσιοποίηση σχετικά με τη διαχείριση των ποσών που καταβάλλονται από τα οικεία γεωργικά Ταμεία εξασφαλίζει στους πολίτες μεγαλύτερη συμμετοχή στον δημόσιο διάλογο σχετικά με τον προσανατολισμό της ΚΓΠ.

71 Ως εκ τούτου, αποβλέποντας στην ενίσχυση της διαφάνειας όσον αφορά τη διαχείριση των κονδυλίων στο πλαίσιο της ΚΓΠ, το άρθρο 44α του κανονισμού 1290/205 και ο κανονισμός 259/2008 εξυπηρετούν σκοπό γενικού συμφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση.

72 Τρίτον, επιβάλλεται, επίσης, να εξετασθεί αν ο περιορισμός στα κατά τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη δικαιώματα είναι ανάλογος προς τον επιδιωκόμενο νόμιμο σκοπό (βλ., μεταξύ άλλων, ΕΔΔΑ, απόφαση Gillow κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 24ης Νοεμβρίου 1986, σειρά A αριθ. 109, § 55, καθώς και απόφαση Österreichischer Rundfunk κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψη 83).

73 Οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη αναφέρουν συναφώς ότι τα δεδομένα των οποίων η δημοσιοποίηση προβλέπεται στο άρθρο 44α του κανονισμού 1290/2005 και στον κανονισμό 259/2008 επιτρέπει στους τρίτους να αντλούν συμπεράσματα ως προς τα εισοδήματά τους. Διευκρινίζουν ότι οι ενισχύσεις αυτές αντιπροσωπεύουν ποσοστό μεταξύ 30 % και 70 % των συνολικών εσόδων των ενδιαφερόμενων δικαιούχων. Το νόμιμο δημόσιο συμφέρον θα μπορούσε να εξυπηρετηθεί και από τη δημοσιοποίηση ανώνυμων στατιστικών στοιχείων.

74 Κατά πάγια νομολογία, η αρχή της αναλογικότητας, η οποία αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, απαιτεί να είναι τα προβλεπόμενα από διάταξη του δικαίου της Ένωσης μέσα πρόσφορα για την υλοποίηση του επιδιωκομένου από την οικεία διάταξη σκοπού και να μην υπερβαίνουν το αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού μέτρο (απόφαση της 8ης Ιουνίου 2010, C‑58/08, Vodafone κ.λπ., που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 51 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

75 Δεν αμφισβητείται ότι η δημοσιοποίηση σε δικτυακό τόπο ονομαστικών πληροφοριών των ενδιαφερόμενων δικαιούχων, όπως επίσης και των ποσών που έλαβαν από το ΕΓΤΕ και το ΕΓΤΑΑ, είναι πρόσφορη για την ενίσχυση της διαφάνειας όσον αφορά τη διαχείριση των σχετικών γεωργικών ενισχύσεων. Τέτοιου είδους πληροφορίες τιθέμενες στη διάθεση των πολιτών ενισχύουν τον δημόσιο έλεγχο της χρήσεως των σχετικών κονδυλίων και συμβάλλουν στη χρηστή διαχείριση των δημόσιων πόρων.

76 Ως προς την αναγκαιότητα του μέτρου, υπενθυμίζεται ότι ο σκοπός της επίμαχης δημοσιοποιήσεως δεν μπορεί να επιδιώκεται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ότι πρέπει να πραγματοποιείται συμβιβασμός μεταξύ αυτού και των θεμελιωδών δικαιωμάτων των άρθρων 7 και 8 του Χάρτη (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C‑73/07, Satakunnan Markkinapörssi και Satamedia, Συλλογή 2008, σ. I‑9831, σκέψη 53).

77 Πρέπει, επομένως, να εξετασθεί αν το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Επιτροπή πραγματοποίησαν ισόρροπη στάθμιση μεταξύ, αφενός, του συμφέροντος της Ένωσης για εγγύηση διαφάνειας των ενεργειών της και για χρηστή διαχείριση των δημοσίων πόρων και, αφετέρου, της προσβολής του δικαιώματος των ενδιαφερόμενων δικαιούχων στον σεβασμό της ιδιωτικής τους ζωής, εν γένει, και στην προστασία των δεδομένων τους προσωπικού χαρακτήρα, ειδικότερα. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι οι αποκλίσεις και οι περιορισμοί της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα όρια του απολύτως αναγκαίου (απόφαση Satakunnan Markkinapörssi και Satamedia, προπαρατεθείσα, σκέψη 56).

78 Τα κράτη μέλη που κατέθεσαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου, το Συμβούλιο και η Επιτροπή διατείνονται ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός με την κατά το άρθρο 44α του κανονισμού 1290/2005 και τον κανονισμό 259/2008 δημοσίευση δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί με μέτρα που θίγουν σε μικρότερο βαθμό το δικαίωμα των ενδιαφερόμενων δικαιούχων στην προσωπική τους ζωή, εν γένει, και στην προστασία των δεδομένων τους προσωπικού χαρακτήρα, ειδικότερα. Πληροφορίες οι οποίες αφορούν μόνο τους δικαιούχους εκείνους των οποίων οι ενισχύσεις υπερβαίνουν ορισμένο όριο δεν αποδίδουν την πραγματική εικόνα της ΚΓΠ στους φορολογούμενους. Συγκεκριμένα, θα τους δημιουργείτο η εντύπωση ότι υπάρχουν μόνο δικαιούχοι «μεγάλων» ενισχύσεων από τα οικεία γεωργικά Ταμεία, καίτοι οι δικαιούχοι «μικρών» ενισχύσεων είναι πολυάριθμοι. Η αφορώσα μόνον τα νομικά πρόσωπα δημοσιοποίηση δεν θα ήταν, επίσης, επαρκής. Η Επιτροπή υποστηρίζει συναφώς ότι μεταξύ των δικαιούχων των μεγαλύτερων γεωργικών ενισχύσεων συγκαταλέγονται φυσικά πρόσωπα.

79 Παρότι, βεβαίως, σε μία δημοκρατική κοινωνία, οι φορολογούμενοι δικαιούνται να ενημερώνονται σχετικά με τη διαχείριση των δημοσίων πόρων (απόφαση Österreichischer Rundfunk κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψη 85), γεγονός είναι ότι μία ισόρροπη στάθμιση των διαφόρων επίμαχων συμφερόντων απαιτεί, πριν από την έκδοση διατάξεων των οποίων το κύρος αμφισβητείται, τα οικεία όργανα να εξακριβώνουν αν η δημοσιοποίηση, σε ελευθέρως προσβάσιμο ενιαίο δικτυακό τόπο ανά κράτος μέλος, ονομαστικών πληροφοριών για όλους τους ενδιαφερόμενους δικαιούχους και των συγκεκριμένων ποσών που έλαβε καθένας τους από το ΕΓΤΕ και το ΕΓΤΑΑ –ανεξαρτήτως της διάρκειας, της συχνότητας ή του είδους και της σημασίας της ληφθείσας ενισχύσεως– υπερβαίνει το αναγκαίο για την επίτευξη των νομίμων επιδιωκόμενων σκοπών, ενόψει ειδικότερα της προκαλούμενης προσβολής με τη δημοσιοποίηση αυτή των δικαιωμάτων που αναγνωρίζουν τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη.

80 Ως προς τα φυσικά πρόσωπα που είναι δικαιούχοι ενισχύσεων του ΕΓΤΕ και του ΕΓΤΑΑ, δεν προκύπτει, όμως, ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή επιχείρησαν να πραγματοποιήσουν τέτοια ισόρροπη στάθμιση μεταξύ του συμφέροντος της Ένωσης για διασφάλιση διαφάνειας των ενεργειών της όπως και για χρηστή διαχείριση των δημοσίων πόρων, αφενός, και των θεμελιωδών δικαιωμάτων κατά τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, αφετέρου.

81 Συγκεκριμένα, δεν προκύπτει ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή εξέτασαν, κατά τη θέσπιση του άρθρου 44α του κανονισμού 1290/2005 και του κανονισμού 259/2008, λεπτομερείς κανόνες για τη δημοσιοποίηση πληροφοριών σχετικά με τους ενδιαφερόμενους δικαιούχους οι οποίοι θα ήταν συμβατοί με τον σκοπό τέτοιας δημοσιοποιήσεως, θίγοντες ταυτοχρόνως σε μικρότερο βαθμό το δικαίωμα των δικαιούχων αυτών στην ιδιωτική τους ζωή, εν γένει, και στην προστασία των δεδομένων τους προσωπικού χαρακτήρα, όπως, ειδικότερα, τον περιορισμό της δημοσιοποιήσεως ονοματικών δεδομένων σχετικά με τους εν λόγω δικαιούχους ανάλογα με τις περιόδους κατά τις οποίες έλαβαν ενισχύσεις, τη συχνότητα ή το είδος και τη σημασία αυτών.

82 Μία κατ’ αυτόν τον τρόπο περιορισμένη ονομαστική δημοσιοποίηση θα μπορούσε, ενδεχομένως, να συνοδεύεται από σχετικές επεξηγήσεις ως προς τα φυσικά πρόσωπα που είναι δικαιούχοι ενισχύσεων από τα εν λόγω Ταμεία και ως προς τα αντιστοίχως ληφθέντα ποσά.

83 Τα θεσμικά όργανα όφειλαν, επομένως, να εξετάσουν, στο πλαίσιο ισόρροπης σταθμίσεως των διαφόρων επίμαχων συμφερόντων, αν η ονομαστική δημοσιοποίηση, περιορισμένη κατά τον τρόπο που εκτέθηκε στη σκέψη 81 της παρούσας αποφάσεως, θα ήταν επαρκής για την επίτευξη των σκοπών της επίμαχης στην κύρια δίκη ρυθμίσεως της Ένωσης. Ειδικότερα, δεν διαφαίνεται ότι τέτοιος περιορισμός, ο οποίος θα προστάτευε ορισμένους ενδιαφερόμενους δικαιούχους από προσβολή της ιδιωτικής τους ζωής, θα προσέφερε στον πολίτη αρκούντως σαφή εικόνα των καταβαλλόμενων από το ΕΓΤΕ και το ΕΓΤΑΑ ενισχύσεων, η οποία θα επέτρεπε την επίτευξη των σκοπών της εν λόγω ρυθμίσεως.

84 Τα κράτη μέλη που κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως επίσης και το Συμβούλιο και η Επιτροπή, αναφέρουν, περαιτέρω, ότι η ΚΓΠ καλύπτει σημαντικό τμήμα του προϋπολογισμού της Ένωσης, προκειμένου να δικαιολογήσουν την αναγκαιότητα της δημοσιοποιήσεως που επιβάλλουν το άρθρο 44α του κανονισμού 1290/2005 και ο κανονισμός 259/2008.

85 Το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί. Υπενθυμίζεται ότι τα θεσμικά όργανα οφείλουν να σταθμίζουν, προ της δημοσιοποιήσεως πληροφοριών που αφορούν φυσικά πρόσωπα, το συμφέρον της Ένωσης για διασφάλιση διαφάνειας των ενεργειών της και την προσβολή των δικαιωμάτων που αναγνωρίζουν τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη. Δεν αναγνωρίζεται, όμως, αυτομάτως, υπεροχή του σκοπού της διαφάνειας έναντι του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (βλ., συναφώς, απόφαση Επιτροπή κατά Bavarian Lager, προπαρατεθείσα, σκέψεις 75 έως 79), ακόμη και σε περίπτωση διακυβεύσεως σημαντικών οικονομικών συμφερόντων.

86 Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι τα θεσμικά όργανα δεν προέβησαν σε ισόρροπη στάθμιση μεταξύ, αφενός, των σκοπών του άρθρου 44α του κανονισμού 1290/2005, όπως και του κανονισμού 259/2008, και, αφετέρου, των δικαιωμάτων που αναγνωρίζουν τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη στα φυσικά πρόσωπα. Δεδομένου ότι οι αποκλίσεις και οι περιορισμοί της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα όρια του απολύτως αναγκαίου (απόφαση Satakunnan Markkinapörssi και Satamedia, προπαρατεθείσα, σκέψη 56) και ότι είναι δυνατόν να προβλεφθούν μέτρα που θίγουν σε μικρότερο βαθμό, έναντι των φυσικών προσώπων, το εν λόγω θεμελιώδες δικαίωμα, συμβάλλοντας ταυτοχρόνως κατά τρόπο αποτελεσματικό στους σκοπούς της επίμαχης ρυθμίσεως της Ένωσης, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή, επιβάλλοντας τη δημοσιοποίηση των ονομάτων όλων των φυσικών προσώπων που είναι δικαιούχοι ενισχύσεων από το ΕΓΤΕ και το ΕΓΤΑΑ, όπως επίσης και των αντιστοίχως ληφθέντων ποσών, υπερέβησαν τα όρια που επιβάλλει η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας.


Οι κρίσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι πολύ σημαντικές γιατί υπενθυμίζουν ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν υποκύπτουν ενόψει των γενικών οικονομικών διακυβευμάτων. Η σημαντική αυτή απόφαση υπενθυμίζει ότι ακόμα και σε περιόδους γενικευμένης κρίσης, υπάρχουν ορισμένα θεσμικά όργανα, τα οποία αντιστέκονται και επιβάλλουν το σεβασμό στις θεμελιώδεις αρχές στις οποίες έχει βασιστεί η Ενωμένη Ευρώπη. Αρχές οι οποίες δεν περιορίζονται σε οικονομικές επιδιώξεις, αλλά έχουν στο επίκεντρό τους τον άνθρωπο. Αυτή είναι μια ουσιώδης πτυχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης που παραμένει ζωντανή, έστω και σε δικαστικές αποφάσεις.



Τρίτη, Οκτωβρίου 26, 2010

ΣτΕ: Οι συνεδριάσεις των ανεξάρτητων αρχών πρέπει να είναι δημόσιες

Μια σημαντική ανατροπή υπέρ της αρχής της διαφάνειας της κρατικής δράσης συντελείται με τις πρόσφατες αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο ακύρωσε αποφάσεις της ΑΔΑΕ για το πρόστιμο που επιβλήθηκε σε εταιρία κινητής τηλεφωνίας.

Οι αποφάσεις 3319-3320/2010 της ΟλΣτΕ (βλ. εδώ) επιχειρούν μια εξαντλητική τεκμηρίωση για τις διαδικαστικές αρχές που οφείλει να ακολουθεί η Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών, κατά τη διαδικασία εξέτασης περιπτώσεων για την επιβολή προστίμου. Η τεκμηρίωση του ΣτΕ βασίζεται αποκλειστικά στην νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο τυπικά δεν έχει βέβαια αρμοδιότητα για διοικητικά πρόστιμα (αλλά μόνο για "αστικές και ποινικές υποθέσεις"), όταν όμως μια διοικητική κύρωση πληροί κάποια κριτήρια, εξετάζεται σαν να αποτελούσε ποινική κύρωση. Το ΣτΕ εξετάζοντας τα θεσμικά χαρακτηριστικά της Α.Δ.Α.Ε. ως ανεξάρτητης αρχής, διαπιστώνει ότι η διαδικασία που ακολουθείται από αυτήν παρουσιάζει αντιστοιχίες προς μια δικαστική διαδικασία, κυρίως λόγω της ανεξαρτησίας της αρχής και της αυξημένης υποχρέωσης των μελών της για αμεροληψία. Έτσι, κατέληξε το ΣτΕ, οι συνεδριάσεις της Α.Δ.Α.Ε. που εξετάζουν ενδεχόμενες παραβάσεις θα πρέπει να ακολουθούν και τις προβλεπόμενες από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προδιαγραφές γιαμία "δίκαιη δίκη", ανάμεσα στις οποίες και η υποχρέωση για δημόσια διαδικασία. Το ΣτΕ έκρινε ότι ο Κανονισμός της ΑΔΑΕ περί μυστικής διάσκεψης είναι αντίθετος στην ΕΣΔΑ!

Η νομολογιακή μεταβολή που επέρχεται με αυτές τις αποφάσεις είναι ιδιαιτέρως σημαντική, καθώς το ίδιο καθεστώς με την Α.Δ.Α.Ε., ως προς την διαδικασία εξέτασης παραβάσεων και επιβολής διοικητικών κυρώσεων, παρουσιάζουν άλλες δύο συνταγματικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές: η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης. Συνεπώς, μετά από αυτές τις δύο αποφάσεις του ΣτΕ, εάν οι συνεδριάσεις και των τριών αυτών ανεξάρτητων αρχών, σε υποθέσεις εξέτασης επιβολής διοικητικών κυρώσεων, δεν είναι δημόσιες, καθίστανται ακυρώσιμες για διαδικαστικό λόγο ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Οι επιπτώσεις της νομολογίας αυτής είναι ιδιαίτερα σημαντικές, επειδή τόσο οι συνεδριάσεις της ΑΠΔΠΧ όσο και οι συνεδριάσεις του ΕΣΡ διεξάγονται με μυστικότητα, δυνάμει σχετικής διάταξης του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Αυτό σημαίνει όμως ότι όλες οι αποφάσεις αυτών των ανεξάρτητων αρχών που επέβαλαν πρόστιμα είναι ακυρωτέες ενώπιον του ΣτΕ, για παράβαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, εφόσον διασώζεται φυσικά η σχετική προθεσμία προσβολής τους με αίτηση ακύρωσης. Δικαιώνεται έτσι και το σχετικό αίτημα του ΠΑΣΟΚ που είχε υποστηρίξει τη δημοσιότητα της διαδικασίας σε υπόθεση του που εξετάστηκε ενώπιον της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων πριν από δύο χρόνια (βλ. εδώ).

Συνεπώς, η ΑΔΑΕ, η ΑΠΔΠΧ και το ΕΣΡ θα πρέπει πλέον να διαμορφώσουν τις αίθουσες ακροάσεών τους κατά τρόπον ώστε να εξυπηρετείται η αρχή της δημοσιότητας με την παρουσία κοινού, όπως ακριβώς συμβαίνει και στις δικαστικές αίθουσες.

Ωστόσο θα μπορούσαν να αναπτυχθούν σημαντικές ενστάσεις για τη φύση της Α.Δ.Α.Ε. ως δικαστήριο κατά την έννοια του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Μια βασική διαφοροποίηση σε σχέση με την έννοια του "δικαστηρίου" είναι η ρητή ένταξη της ανεξάρτητης αρχής στην εκτελεστική εξουσία (άρθρο 101Α του Συντάγματος) κι όχι στη δικαστική. Υπάρχει επίσης η νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που εξαιρεί τις ανεξάρτητες αρχές από την έννοια του "δικαστηρίου" ως προς την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος - μια τέτοια υπόθεση μάλιστα αφορούσε την δική μας Επιτροπή Ανταγωνισμού.

Τρίτη, Ιουλίου 27, 2010

Οι ακτιβιστές της διαφάνειας

Τις τελευταίες δύο ημέρες τα διεθνή μέσα ενημέρωσης συγκλονίζονται από τη διαδικτυακή διαρροή στρατιωτικών εγγράφων που αφορούν τον πόλεμο των Η.Π. στο Αφγανιστάν. Πρόκειται για πάνω από 90.000 σελίδες εγγράφων που βλέπουν για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας, λόγω διαβάθμισης, η οποία όμως - υποστηρίζεται - ότι δεν έπρεπε να υπάρχει κι ότι η κυβέρνηση έπρεπε να είχε δώσει σχετικές πληροφορίες στην δημοσιότητα. Οι αναλυτές αναφέρουν ότι δεν πρόκειται για τις πιο ενδιαφέρουσες πληροφορίες του κόσμου, αλλά περισσότερο για μία επίδειξη ισχύος από την πλευρά του Wikileaks, το οποίο με τη σειρά του αρνείται τις κατηγορίες ότι με την δημοσιοποίηση απορρήτων θέτει σε κίνδυνο τη ζωή πολιτών.

Ανεξάρτητα από το αν έπρεπε η κυβέρνηση των Η.Π. να έχει δώσει στη δημοσιότητα αυτές τις πληροφορίες, το βέβαιο είναι ότι έλαβε ένα μεγάλο μάθημα για την πολιτική που θα πρέπει να ακολουθήσει από εδώ και πέρα. Όσο κι αν προστατεύεις τις κρατικές πληροφορίες, είναι βέβαιο ότι πλέον υπάρχουν και τα μέσα, αλλά και οι άνθρωποι που πανεύκολα μπορούν να οδηγήσουν στη δημοσιότητα δεκάδες χιλιάδες σελίδες και μάλιστα με ελάχιστο οικονομικό κόστος.

Τί σημαίνει, όμως, βελτίωση πολιτικής διαφάνειας; Υπάρχουν δύο κατηγορίες: η κυβερνητική διαφάνεια και το δικαίωμα πρόσβασης στη δημόσια πληροφορία. Στην πρώτη περίπτωση, η κυβέρνηση Ομπάμα τα πάει καλά. Βλέπαμε προχθές με μια φίλη, το iphone app του Λευκού Οίκου και λέγαμε ότι αυτό είναι μια εφαρμογή διαφάνειας. Κατά το ήμισυ: ο Λευκός Οίκος επιλέγει τι θα δώσει στη δημοσιότητα και τι δεν θα δώσει (κυβερνητική διαφάνεια). Όσον αφορά τις πληροφορίες που δεν θα δώσει η κυβέρνηση στη δημοσιότητα, θα πρέπει να εξετάζεται η ενεργητική πτυχή του δικαιώματος πληροφόρησης: χορήγηση στους πολίτες που ζητήσουν το σχετικό υλικό (ή αποκλεισμός πρόσβασης, αλλά μόνο ως εξαίρεση στον κανόνα και μόνο ύστερα από αυστηρή και θεμελιωμένη στο νόμο αιτιολογία που κοινοποιείται στον αιτούντα). Η πρώτη κατηγορία πολιτικής διαφάνειας αφορά το "γραφείο τύπου" (όπου η ωραιοποίηση είναι αναπόφευκτη), η δεύτερη κατηγορία αφορά τους ενεργούς πολίτες, οι οποίοι σπεύδουν να υποβάλλουν αιτήσεις προκειμένου να αναζητήσουν πρόσβαση στις πληροφορίες.

Έξω από αυτές τις δύο πτυχές της θεσμικής διαφάνειας, υπάρχει η διαρροή. Είναι δεδομένο ότι η διαρροή όχι μόνο δεν αποτελεί "υποκατάστατο" της ελλείπουσας θεσμικής διαφάνειας, αλλά, βρίσκεται στην εντελώς αντίπερα όχθη. Είτε πρόκειται για διαρροή από το "γραφείο τύπου" (δηλαδή ηθελημένη διάδοση σε επιλεγμένους δημοσιογράφους), είτε παραβίαση του καθήκοντος εχεμύθειας από απλούς υπαλλήλους, έχουμε ένα φαινόμενο παθογένειας, όσον αφορά την "φυσική των πληροφοριών". Όταν μιλάμε για διαρροή, λείπει εξ ορισμού η αναφορά στην προέλευση της πληροφορίας, άρα αγνοείται και ο βαθμός ακρίβειάς της. Έπειτα, η διαρροή πάντοτε εξυπηρετεί κάποια άγνωστη σκοπιμότητα. Όχι κατ΄ανάγκη αρνητική σκοπιμότητα, αλλά η διαρροή δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός. Εάν η διαρροή γίνεται από το γραφείο τύπου σε επιλεγμένους δημοσιογράφους, παραβιάζεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης: οι "ημέτεροι" επωφελούνται με την επικερδή πληροφορία και την αποκλειστικότητα. Στην περίπτωση που η διαρροή αφορά πληροφορίες που αναφέρονται σε φυσικά πρόσωπα - και μάλιστα όχι σε δημόσια πρόσωπα - παραβιάζεται η νομοθεσία για την προστασία προσωπικών δεδομένων, η οποία επιβάλλει την ενημέρωση του υποκειμένου πριν την διάδοση των στοιχείων (αν όχι και τη συγκατάθεσή του). Όσο κι αν οι λόγοι "εθνικής ασφάλειας" όντως χρησιμοποιούνται προσχηματικά από τις δημόσιες υπηρεσίες, ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει ότι σε ορισμένες ευαίσθητες υποθέσεις, η δημοσιοποίηση ονομάτων όντως μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια προσώπων που έλαβαν μέρος σε στρατιωτικές επιχειρήσεις. Έτσι καταλήγουμε και στην παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων - όχι απλώς σε μια διαδικαστική παρατυπία. Όπως δεν είναι διαδικαστική παρατυπία λ.χ. η συλλογή πληροφοριών ύστερα από υποβολή του ατόμου σε βασανιστήρια.

Πρέπει να παραδεχθούμε ότι οι περισσότεροι που ασχολούμαστε με την παρακολούθηση της νομοθετικής παραγωγής έχουμε χρησιμοποιήσει ή και βασιστεί σε προϊόντα διαρροής - δεδομένου ότι οι διαδικασίες αυτές συνήθως ολοκληρώνονται στο αποφασιστικό μέρος τους πίσω από κλειστές πόρτες. Πρόσφατο παράδειγμα η ACTA, για την οποία δεν έχουν δημοσιοποιηθεί επισήμως και πολλά πράγματα, αλλά κυκλοφορούν διάφορες "εκδόσεις" της. Στον νομοθετικό κυκεώνα των Βρυξελλών, ακόμη και θεσμικά όργανα, όπως ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων, προκειμένου να παρεμβαίνουν εγκαίρως, επικαλούνται ακόμη και σε επίσημα κείμενα διάφορες "εκδοχές" που εντοπίζονται σε ιστοσελίδες που φιλοξενούν διαρροές. Υπάρχουν βέβαια και οι έγκυροι φορείς "μη επίσημων" δημοσιεύσεων, όπως το statewatch.org, το οποίο έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη του κοινού μέσα στα χρόνια, χωρίς να έχει θέσει σε κίνδυνο προσωπικά δεδομένα ή άλλες περιπτώσεις σοβαρού απορρήτου.

Η αρχή της διαφάνειας δεν είναι ένα αόριστο σύνθημα ή ένα πολιτικό σλόγκαν: αποτελεί νομικό όρο που έχει συγκεκριμένο πεδίο εφαρμογής και ασκείται με προσδιορισμένα θεσμικά εργαλεία. Τα οποία φυσικά και επιδέχονται βελτίωσης, αναθεώρησης (ή και εξ αρχής θέσπισης, όπως στην Ελλάδα), αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η διαφάνεια μπορεί να επιβάλλεται με οποιοδήποτε τίμημα. Η διαρροή κρατικών απορρήτων δεν αποτελεί τη λύση, αλλά υπενθυμίζει ότι το σύστημα προστασίας των εγγράφων έχει "τρύπες" (όπως και κάθε σύστημα). Η διαρροή δεν προτείνει βελτιώσεις, αλλά είναι μέρος της παθογένειας μιας κρυπτικής και μυστικοπαθούς διοίκησης. Γι' αυτό οι πραγματικοί ακτιβιστές της διαφάνειας δεν είναι αυτοί που επιβοηθούν τη διαρροή, δηλαδή μια παρα-εξουσία, αλλά εκείνοι που εξαντλούν όλα τα θεσμικά εργαλεία για τη διαμόρφωση μιας κουλτούρας διαφάνειας κι όχι απλώς για να βγάλουν το μεμονωμένο "λαβράκι".

Τετάρτη, Ιουλίου 07, 2010

Η αδιαφανής επιλογή των ανώτατων δικαστών

Ο δικαστής στις δημοκρατικές χώρες αποφασίζει με βάση το νόμο και την συνείδησή του. Ενώ ο "νόμος" είναι αντικειμενικά προσβάσιμο κείμενο - άρα προβλέψιμες οι συνέπειες της εφαρμογής του - η "συνείδηση" του δικαστή είναι μια άγνωστη περιοχή - άρα απρόβλεπτη η επιρροή της στην λήψη των αποφάσεων. Αυτό το κενό, ειδικά για τους ανώτατους δικαστικούς σχηματισμούς, καλύπτεται με την εξέταση των υποψήφιων ανώτατων δικαστών από τα εθνικά κοινοβούλια. Αυτές τις ημέρες "ανακρίνεται" εξαντλητικά η κ. H. Kagan, υποψήφια για μια θέση του αμερικάνικου Supreme Court. Οι απαντήσεις της σε καίρια συνταγματικά θέματα των Η.Π.Α. (οπλοφορία, gay rights, σχέσεις κυβέρνησης - ανεξάρτητων αρχών) γνωρίζει ευρύτατη δημοσιότητα και κριτική από τον αμερικάνικο τύπο (βλ. εδώ άρθρο της Washington Post).

Στη Ελλάδα, μας ανακοινώθηκε ότι διορίστηκαν νέοι αντιπρόεδροι των ανώτατων δικαστηρίων (βλ. εδώ άρθρο της Ναυτεμπορικής). Σύμφωνα με το Σύνταγμα, η επιλογή γίνεται από το Υπουργικό Συμβούλιο (άρθρο 90 παρ. 5), ενώ σύμφωνα με το Ν.3841/2010, στην διαδικασία παρεμβάλλεται και διαδικασία ακρόασης και σύνταξης Γνώμης από την Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής. Αυτές οι ρυθμίσεις έχουν γνωρίσει την αντίδραση ανώτατων δικαστικών, οι οποίοι τις έχουν θεωρήσει αντισυνταγματικές, με το σκεπτικό ότι έτσι αλλοιώνεται το άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος που ορίζει μόνο αρμόδιο το Υπουργικό Συμβούλιο (κι οχι τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής) για την επιλογή.

Πάντως, οι νέοι αντιπρόεδροι των ανώτατων δικαστηρίων ορίστηκαν χωρίς να έχει προηγηθεί κάποιου είδους διάλογος ή παρουσίασή τους σε μια ανοικτή και δημόσια διαδικασία. Πέρα από το βιογραφικό τους που δόθηκε στη δημοσιότητα, υπάρχει σαφέστατα το ζήτημα της γενικότερης αξιολόγησης της προσωπικότητάς τους. Για παράδειγμα, στον κατάλογο των υποψηφίων αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου μετείχαν δικαστές οι οποίοι σε υπόθεση βιβλίου για τους Εβραίους είχαν ψηφίσει κατά τρόπον ο οποίος ακυρώνει νομολογιακά την εφαρμογή του Ν.927/1979, ενώ στον κατάλογο των υποψηφίων δεν περιλαμβάνονταν δικαστές που τάχθηκαν με τη μειοψηφία. Χωρίς να αξιολογώ εδώ την ψήφο των δικαστών, σίγουρα το ζήτημα είναι καίριας σημασίας για τα συνταγματικά δικαιώματα της ίσης μεταχείρισης κι αυτό θα έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης των υποψηφίων.

Για την κατάρτιση των υποψηφιοτήτων δεν είχε δημοσιευθεί, απ' όσο γνωρίζω, πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος (όπως έχει γίνει για τη θέση του Έλληνα δικαστή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου). Ούτε εκλήθησαν οι υποψήφιοι ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου, ώστε να παρακολουθήσουμε μέσω της απευθείας μετάδοσης της συνεδρίασης, την ακρόασή τους. Διαβάζουμε ότι η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου είναι ομόφωνη. Που βασίζεται άραγε αυτή η ομοφωνία, σε ποια στοιχεία βασίστηκαν οι Υπουργοί;

Δεν μπορεί να αμφιβάλλει κανείς ότι η επιλογή αρκετών γυναικών για τη θέση των αντιπροέδρων είναι μια θετική επιλογή, στη κατεύθυνση της ισότητας και της ευρύτερης "εκπροσώπησης" του πληθυσμού. Όλοι οι διορισθέντες άλλωστε είναι δικαστικοί με δεκαετίες προϋπηρεσίας και είναι πολύ θετικό ότι κάποιοι ξεκίνησαν την καριέρα τους από Ειρηνοδίκες. Η διαδικασία επιλογής τους όμως, δεν έγινε με το βαθμό διαφάνειας που έχει καθορίσει η Κυβέρνηση ως γενική πολιτική για την κατάληψη των δημόσιων θέσεων. Ποιες είναι οι θέσεις αυτών των δικαστών για τα μεγάλα θεσμικά θέματα που θα κληθούν να δικάσουν, όπως ας πούμε οι σχέσεις του εθνικού δικαίου με το ευρωπαϊκό, ο δικαστικός έλεγχος του Μνημονίου, οι καταδίκες της Ελλάδας για παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων σχετικά με την θρησκευτική ελευθερία, την ελευθερία της έκφρασης, τα δικαιώματα των μειονοτήτων; Αυτά όλα γιατί θα πρέπει να τα μάθουμε εκ των υστέρων, ως δικαστικές αποφάσεις, χωρίς να έχουμε εκ των προτέρων μια γενική και δημόσια τοποθέτησή τους;


Πέμπτη, Δεκεμβρίου 10, 2009

Η λάθος διαφάνεια: "ποινικοποίηση" των offshore !

Η προηγούμενη κυβέρνηση είχε φετιχοποιήσει ορισμένα αντικείμενα (κουκούλες, κινητά, κάμερες) και νόμιζε ότι ασκεί αντεγκληματική πολιτική με την εισαγωγή ιδιώνυμων και χτυπώντας το σαμάρι αντί για τον γάιδαρο.

Η σημερινή κυβέρνηση, με εντελώς διαφορετικές προθέσεις, για άλλη μια φορά σε συντομότατο χρονικό διάστημα, αποκαλύπτει την εσφαλμένη αντίληψή της για την αρχή της διαφάνειας, η οποία οδηγεί και σε παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων, όπως στην περίπτωση του κ. Κουτούπη (Η αβάσταχτη υποκρισία μιας κακώς νοούμενης διαφάνειας). Ταυτόχρονα, για να δούμε και την σχέση της Κυβέρνησης με την πραγματική διαφάνεια, υπήρξαν καταγγελίες από πολίτες τις προηγούμενες μέρες ότι  αστυνομικοί δεν τους επέτρεπαν να λαμβάνουν φωτογραφίες, παρά τα περί του αντιθέτου ισχύοντα. (Λήψη φωτογραφιών σε δημόσιες συναθροίσεις παρουσία της αστυνομίας). Επίσης η Κυβέρνηση αντιλαμβάνεται ως ανεξάρτητη αρχή ένα ν.π.δ.δ. το προεδρείο του οποίου ορίζεται από τον υπουργό Οικονομικών (Η Στατιστική Υπηρεσία του νομοσχεδίου δεν είναι ανεξάρτητη αρχή), ενώ δεν προβλέπει καμία κύρωση για την περίπτωση που ΔΕΝ αναρτώνται "όλες" οι διοικητικές πράξεις κι αποφάσεις στο Διαδίκτυο, καθιστώντας το σχετικό νομοσχέδιο ένα απλό ευχολόγιο  (Το νομοσχέδιο για την υποχρεωτική ανάρτηση νόμων και πράξεων στο Διαδίκτυο). 

Σήμερα όμως η Κυβέρνηση, πέρα από τις παραπάνω αστοχίες, έρχεται πάλι κοντά στην φετιχοποίηση των "κακών" αντικειμένων. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης ανακοίνωσε ως "μέτρο" την ποινή της καθαίρεσης από θέση μέλους κυβέρνησης και των επικεφαλής μελών ΟΤΑ α΄και β΄βαθμού που αποδειχθεί ότι μετέχουν σε ... off shore! 

Δηλαδή "ποινικοποιείται" η απλή συμμετοχή σε off shore, όπως προ ετών είχε απαγορευθεί η ανάληψη δημόσιων έργων σε όσους ήταν "βασικοί μέτοχοι" σε ΜΜΕ. Όπως προ ετών είχε απαγορευθεί κάθε παιχνίδι μέσω ηλεκτρονικών υπολογιστών σε net cafe (για να καταπολεμηθούν τα "φρουτάκια"). Η υπόθεση του βασικού μετόχου, αλλά και των net cafe είχαν πασίγνωστη κατάληξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση: διασυρμό της Ελλάδας για θεσμοθέτηση νομικά απαράδεκτων απαγορεύσεων.

Αλλά δεν φταίει η ΕΕ, εάν εμείς δεν μπορούμε να καταλάβουμε ότι η ίδια η συμμετοχή σε υπεράκτια εταιρία αποτελεί δικαίωμα καθενός, ακόμα και των πολιτικών, εφόσον δεν συνδέεται με παράνομες δραστηριότητες. Επομένως, ουδείς επιτρέπεται  να υποστεί κυρώσεις  μόνο και μόνο επειδή μετέχει σε υπεράκτια εταιρία, γιατί διαφορετικά, όπως προφανώς ξέρει πολύ καλά ο Υπουργός Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, αλλά προς στιγμή του διαφεύγει (πώς να τα θυμάται όλα;), αυτό θα σήμαινε παραβίαση του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. 

H συζήτηση για το "νόμιμο και το ηθικό" έχει πάρα πολλά παρακλάδια που δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο δημόσιας συζήτησης, έχουν τύχει όμως αναλυτικότατης επιστημονικής διερεύνησης απο την φιλοσοφία του δικαίου (βλ. λ.χ. Α.Τάκη, Η ηθική αδιαφορία του νόμου) . Το πιο σημαντικό είναι ότι δεν μπορεί να απαγορευθεί νομικά κάθε συμπεριφορά για την οποία η κοινωνία έχει αρνητικές προκαταληψεις. Οι αντιλήψεις περί "κοινής λογικής" οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων (λ.χ. "είναι κοινή λογική ότι 2 άντρες δεν πρέπει να συνάπτουν  σύμφωνο συμβίωσης").  Η λαϊκίστικη καταδίκη του κ. Βουλγαράκη για την περίφημη φράση του "ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό" παρέβλεπε μια σημαντική λεπτομέρεια: η εν λόγω φράση είναι απόλυτα ακριβής για ένα δικαιοκρατούμενο πολίτευμα και βασίζεται στην θεμελιώδη αρχή "ότι δεν απαγορεύεται, επιτρέπεται". Ψιλά γράμματα, για τα τηλεοπτικά παράθυρα και τις προεκλογικές εκστρατείες. Η "μηδενικη ανοχή στη διαφθορά" είναι πιο sexy ως σύνθημα, απ' όλες αυτές τις λεπτομέρειες. Μόνο που η μηδενική ανοχή (σε οτιδήποτε) είναι εξ ορισμού παράνομη σε μια δημοκρατία. Είναι αισχρό να χρησιμοποιούνται από υπεύθυνους πολιτικούς, έστω και συνθηματολογικά, τέτοιες διατυπώσεις που παραπέμπουν στην κοινωνία της μηδενικής ανοχής. 


Πρέπει να διδαχθούμε από τις υπερμετρες απαγορεύσεις που επιβλήθηκαν στο παρελθόν, μόνο και μόνο επειδή οι νομοθέτες σύρθηκαν πίσω από "δημοσιογραφικές αποκαλύψεις" (λ.χ. φρουτάκια) και όλη την παραφιλολογία για την "διαπλοκή" (βλ. "βασικός μέτοχος"). Η καταπολέμηση της διαφθοράς δεν γίνεται με παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων. Η διαφάνεια προϋποθέτει σεβασμό των στοιχειωδών κατακτήσεων του νομικού μας πολιτισμού.

Η Κυβέρνηση έχει ακόμη πολύ δρόμο για να δείξει ότι η αντίληψή της για την διαφάνεια είναι σε συμφωνία με το Σύνταγμα και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. 

 


Πέμπτη, Δεκεμβρίου 03, 2009

Η αβάσταχτη υποκρισία μιας κακώς νοούμενης διαφάνειας

Η γνωστή υπόθεση του κ. Κουτούπη που ορίστηκε Γενικός Γραμματέας ΔΕΚΟ και στη συνέχεια αποπέμφθηκε συνδέεται με δύο μεγάλα ζητήματα: το πρώτο είναι πόσο πρέπει να σκεφτόμαστε πριν γράψουμε κάτι στο facebook, στο twitter ή αλλού και το δεύτερο είναι πόσο υποκριτές είμαστε απέναντι στον αντισυμβατικό λόγο.  Για το πρώτο, μίλησα χθες στην τηλεόραση του ΣΚΑΪ. Εδώ θα ασχοληθώ με το δεύτερο.


Τι έγραψε λοιπόν ο κύριος Κουτούπης, αργά το βράδυ μετά την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ, στο προφίλ του στο facebook; Σύμφωνα με διάφορες δημοσιεύσεις, φέρεται ότι έγραψε (γιατί πλέον δεν υπάρχει το σχετικό profile) τα εξής:


 «ΠΑΣΟΚΟΙ, ξεκινάει περίοδος μεγάλης κονόμας, τα λαμόγια τρίβουν τα χέρια τους…»


Άρα δεν λέει "ΠΑΣΟΚΟΙ  = λαμόγια". Εξέφρασε με αυθόρμητο τρόπο μια σκέψη για την κυβερνητική αλλαγή και την εκτίμηση ότι αυτή ενδέχεται να εκμεταλλευτούν διάφοροι επιτήδειοι, όχι όμως οι του ΠΑΣΟΚ.


Στη συνέχεια φέρεται ότι έγραψε:


«Θα στείλω βιογραφικό. Με το ΠΑΣΟΚ όλα θα γίνονται με διαφάνεια... Θα κονομήσουμε... Γουστάρω πολύ» 


Έστειλε βιογραφικό, επελέγη ύστερα από 2 συνεντεύξεις με τον Υπουργό Οικονομικών. Το "θα κονομήσουμε" γιατί να μην αντιστοιχεί επίσης στην πραγματικότητα, λόγω του μισθού του γενικού γραμματέα; Γιατί να μην "γουστάρει πολύ" ένας άνθρωπος με πλούσιο βιογραφικό, ο οποίος είχε και τις ικανότητες να επιλεγεί  για μια ανώτερη κρατική θέση, όπως και έγινε τελικά; 


Διαβάζω στην ανακοίνωση της Κυβέρνησης: «αποδείχτηκε εκ των υστέρων από στοιχεία που περιήλθαν σε γνώση της κυβέρνησης, ότι ο κ. Κουτούπης έχει έως και το πρόσφατο παρελθόν εκφραστεί συνεχώς και επωνύμως από το διαδίκτυο με χυδαίους, υβριστικούς και ακραίους χαρακτηρισμούς για την κυβέρνηση, την οποία ζήτησε να υπηρετήσει από θέση ευθύνης». Επίσης «η στάση αυτή αποδεικνύει πως, ανεξάρτητα των τυπικών προσόντων, ο κ. Κουτούπης όχι μόνο στερείται των στοιχείων της εμπιστοσύνης και του ήθους που είναι απαραίτητα για να υπηρετεί Έλληνας πολίτης σε δημόσια θέση, αλλά είναι επίσης, έκθετος και υπόλογος». Αναρωτιέμαι: "υπόλογος" σε ποιον; Ποιος τον κατέστησε "έκθετο", αν όχι αυτοί που έσπευσαν να δώσουν στην Κυβέρνηση τα αποσπάσματα από το facebook; Θα γνώριζε κανείς το θέμα εάν η ίδια η Κυβέρνηση δεν είχε φροντίσει να δώσει τόση δημοσιότητα, αποφασίζοντας δίκην Ανώτατου Ηθικοδικείου περί του συγκεκριμένου προσώπου; Δεν αρκούσε η ανάκληση του διορισμού, αλλά έπρεπε να προσβληθεί τόσο βάναυσα η προσωπικότητά του; 


Από τα αποσπάσματα που φέρεται ότι ανάρτησε ο κ. Κουτούπης, δεν βλέπω κανέναν απολύτως "υβριστικό χαρακτηρισμό" για την Κυβέρνηση και δεν κατανοώ για ποιο λόγο η Κυβέρνηση σε αυτή την ανακοίνωσή της παραβιάζει το τεκμήριο της αθωότητας του κ. Κουτούπη. Για ποιο λόγο δηλαδή τον παρουσιάζει ως ένοχο του αδικήματος της εξύβρισης, ενώ, απ' όσα τουλάχιστον δόθηκαν στη δημοσιότητα δεν έχει πει ούτε μισή λέξη εναντίον της Κυβέρνησης. Είναι απαράδεκτο να διασύρεται ένας άνθρωπος κατ' αυτόν τον τρόπο, μόνο και μόνο επειδή η ίδια η Κυβέρνηση δεν ήταν σε θέση εγκαίρως να διαμορφώσει μια πλήρη εικόνα για το προφίλ του υποψήφιου και μάλιστα ύστερα από δύο (2) συνεντεύξεις με τον ίδιο τον Υπουργό Οικονομικών!


Ποιο θέμα "ήθους" και "διαφάνειας" τίθεται, όταν κάποιος σχολιάζει αργά το βράδυ των εκλογών με τους φίλους του στο facebook τα εκλογικά αποτελέσματα, το κατεξοχήν αντικείμενο δημόσιου σχολιασμού; Απολύτως κανένα. Απλώς δεν αντέχουμε τις άμεσες διατυπώσεις, δεν αντέχουμε να σκέφτεται κάποιος φωναχτά, ούτε καν στον ιδιωτικό του χώρο, και θέλουμε να επιβραβεύουμε τον ηθικισμό, την υποκρισία, τον καθωσπρεπισμό και τις υπόλοιπες "αρετές" μιας ξεπερασμένης από τα πράγματα πολιτικής ορθότητας. Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης είναι ένας πολιτικός που χρησιμοποιεί κατά καιρούς πολύ πιο ακραία γλώσσα. Κι αυτό, για μένα, είναι ένα από τα πολύ θετικά του στοιχεία. 


Το θέμα όμως είναι πολύ πιο σοβαρό: η κύρωση που επιβλήθηκε στον κ. Κουτούπη για τις απόψεις που είχε εκφράσει σε περιορισμένο φιλικό κύκλο πριν από 50 μέρες, ήταν η αποπομπή του από τη θέση για την οποία είχε επιλεγεί. Η ανάκληση της απόφασης διορισμού οφείλεται λοιπόν αποκλειστικά και μόνο σε γνώμη που διατύπωσε, με ελαφρύ κι αυθόρμητο τρόπο, προφανώς αστειευόμενος και μη κυριολεκτώντας,  πολύ πριν του ανατεθεί οποιαδήποτε δημόσια θέση. Επομένως, η ανάκληση του διορισμού  του αποτέλεσε μια παρέμβαση του Κράτους στο δικαίωμά του στην ελεύθερη έκφραση της γνώμης του, αλλά πιθανόν (αν το profile ήταν κλειστό) και στο δικαίωμα για σεβασμό της ιδιωτικής του ζωής. Πολύ περισσότερο, η διαπόμπευσή του με την απαράδεκτη ανακοίνωση της Κυβέρνησης, μια ανακοίνωση η οποία δεν ήταν αναγκαία για την ανάκληση του διορισμού του, αποτέλεσε μια δεύτερη παρέμβαση στην ελευθερία της έκφρασης: όχι μόνο τον απέπεμψαν για όσα είπε σε άσχετο context, αλλά και τον διέσυραν ακριβώς για τον ίδιο λόγο. 


Το ερώτημα είναι εάν αυτή η κρατική παρέμβαση στην ελευθερία της έκφρασης ήταν αναγκαία για την υπεράσπιση κάποιου αγαθού από όσα προβλέπονται από το άρθρο 10 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Δηλαδή, οι 2 παρεμβάσεις της  Κυβέρνησης (αποπομπή και δημόσιος διασυρμός) ήταν άραγε "προβλεπόμενες από το νόμο" και αν ναι, εξυπηρετούσαν άραγε νόμιμους σκοπούς όπως:


"λόγους της εθνικής ασφάλειας,  εδαφικής ακεραιότητας ή  δημόσιας ασφάλειας, για την προάσπιση της τάξης και την αποτροπή του εγκλήματος, για την προστασία της υγείας ή των ηθών, για την προστασία της υπόληψης ή των δικαιωμάτων των άλλων, για την αποτροπή της κοινοποίησης εμπιστευτικών πληροφοριών ή την διατήρηση του κύρους και της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας.”


Νομίζω πως όχι. Ο κ. Κουτούπης δεν θα μπορούσε να είχε προβλέψει ότι το τίμημα για όσα έγραψε ένα βράδυ στο facebook θα ήταν να χάσει τη θέση στην οποία αξιοκρατικά διορίστηκε. Κι αν οι σκέψεις μου αυτές είναι σωστές, τότε έχουμε μια καραμπινάτη παραβίαση ανθρώπινου δικαιώματος, ακριβώς όπως έγινε και με την αποπομπή της Δικαστή Κουντέσκινα, στη Ρωσία, επειδή είπε καθαρά και ξάστερα την άποψή της (όταν είχε παραιτηθεί προσωρινά για να θέσει υποψηφιότητα) και την απέπεμψαν στη συνέχεια απο το δικαστικό σώμα ακριβώς γι' αυτά που είπε (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Κουντέσκινα κατά Ρωσίας). Αν οι σκέψεις μου είναι σωστές, η περίπτωση θα μπορούσε να οδηγήσει στην  πρώτη καταδίκη της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για παραβίαση ανθρώπινου δικαιώματος από την νέα Κυβέρνηση.


Αυτές είναι οι παρενέργειες μιας κακώς νοούμενης αντίληψης για τη διαφάνεια, η οποία δεν έχει καμία σχέση με το πραγματικό περιεχόμενο αυτής της έννοιας. Διότι η διαφάνεια δεν σχετίζεται με το πολιτικό κόστος που προφανώς παρακίνησε την Κυβέρνηση σε αυτή την απαράδεκτη ανακοίνωση. Διαφάνεια και αξιοκρατία θα ήταν να υπερασπιστεί έναν αξιότατο άνθρωπο που η ίδια επέλεξε, αδιαφορώντας τελείως για τις σαχλαμάρες που μπορεί να είπε ένα βράδυ με τους φίλους του και εξηγώντας στην κοινή γνώμη ότι αυτά δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματική διαφάνεια και τελικά την διοικητική και πολιτική αποτελεσματικότητα ενός γενικού γραμματέα. Γιατί έτσι θα αποδείκνυε ότι έπελεξε όντως έναν άριστο αν και  “μη αρεστό”, όπως έλεγε ο Γιώργος Παπανδρέου προεκλογικά.


Όταν όμως αυτοσχεδιάζουμε με την έννοια της διαφάνειας, είναι βέβαιο ότι θα φτάσουμε στην κοινωνία της “μηδενικής ανοχής”, στην παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας, την προσβολή προσωπικότητας, την δημόσια διαπόμπευση, την συκοφάντηση. Όπως όλοι αυτοί σε μέσα ενημέρωσης και σε blogs που έχουν αυταναγορευθεί άγγελοι της Διαφάνειας, χωρίς να έχουν την παραμικρή γνώση και την παραμικρή ευαισθησία για να ασχοληθούν με ίσους όρους και με δίκαιο τρόπο με τα μεγάλα θέματα,  που τελικά τους καταπλακώνουν. 


Πέμπτη, Νοεμβρίου 05, 2009

Οι καταδικαστικές αποφάσεις είναι ευαίσθητα δεδομένα

Τις τελευταίες ημέρες το δικαστικό ρεπορτάζ απασχολούν ποινικές υποθέσεις και πρωτοβάθμιες καταδίκες σε πολύκροτες υποθέσεις, πράγμα που επαναφέρει το διάλογο για την δημοσιοποίηση ονομάτων των κατηγορουμένων και για το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο παραδόξως εξακολουθεί να αμφισβητείται, αν και αποτελεί ανθρώπινο δικαίωμα κατοχυρωμένο στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση

Πρώτ' απ΄όλα, οι ποινικές καταδίκες αποτελούν ειδική κατηγορία προσωπικών πληροφοριών, υπαγόμενες στα "ευαίσθητα δεδομένα", τόσο βάσει του ελληνικού δικαίου (άρθρο 2 Ν.2472/1997) όσο και βάσει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία Προσωπικών Δεδομένων (άρθρο 6), η οποία έχει κυρωθεί με τη διαδικασία του άρθρου 28 του Συντάγματος και υπερισχύει από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου.

Τα "ευαίσθητα δεδομένα" όμως, δεν ισοδυναμούν με απόλυτα απαραβίαστο απόρρητο. Απλώς ο νομοθέτης τα υπάγει σε αυξημένη νομική προστασία, η οποία επιτρέπει πάντως την υπό όρους δημοσιοποίησή τους. Ειδικά για τις ποινικές διώξεις και καταδίκες, ο νόμος προβλέπει ότι επιτρέπεται η δημοσιοποίησή τους, μόνο όμως με διάταξη του Εισαγγελέα και μόνο εφόσον η δημοσιοποίηση αποσκοπεί στην προστασία γενικότερων αγαθών που σχετίζονται με το δημόσιο συμφέρον. Η σχετική διάταξη (άρθρο 2 β Ν.2472) αναφέρει χαρακτηριστικά:

"Ειδικά για τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες δύναται να επιτραπεί η δημοσιοποίηση μόνον από την εισαγγελική αρχή για τα αδικήματα που αναφέρονται στο εδάφιο β' της παραγράφου 2 του άρθρου 3 με διάταξη του αρμόδιου Εισαγγελέα Πρωτοδικών ή του Εισαγγελέα Εφετών, εάν η υπόθεση εκκρεμεί στο Εφετείο. Η δημοσιοποίηση αυτή αποσκοπεί στην προστασία του κοινωνικού συνόλου, των ανηλίκων, των ευάλωτων ή ανίσχυρων πληθυσμιακών ομάδων και προς ευχερέστερη πραγμάτωση της αξίωσης της Πολιτείας για τον κολασμό των παραπάνω αδικημάτων."

Κάθε αλλη πρωτοβουλία δημοσιοποίησης, χωρίς την εν λόγω εισαγγελική διάταξη, συνιστά παραβίαση των δικαιωμάτων του υποκειμένου των δεδομένων, καθώς καταστρατηγεί την ειδική προστασία που έχει θεσπίσει ο νομοθέτης σε σχέση με την ροή αυτών των πληροφοριών.

Ακόμη όμως κι αυτή η διάταξη αμφισβητείται ως προς την συνταγματικότητά της, διότι επιτρέπει την δημοσιοποίηση ποινικών διώξεων ή καταδικών, ακόμη κι όταν οι καταδίκες δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες. Το τεκμήριο της αθωότητας προστατεύει το άτομο για όσο διατηρεί την ιδιότητα του κατηγορουμένου κι αυτό εκτείνεται μέχρι την τυχόν αμετάκλητη ποινική καταδίκη του. Δηλαδή οι πρωτοβάθμιες καταδίκες δεν κάμπτουν (άνευ ετέρου) το τεκμήριο της αθωότητας, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος που καταδικάστηκε έχει ασκήσει έφεση και αυτή δεν έχει εκδικαστεί. Σημειωτέον ότι παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας σημαίνει και παραβίαση του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και η χώρα μένει έκθετη ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ύστερα από τυχόν προσφυγή του θιγόμενου. 

Γι' αυτό εναντίον αυτής της διάταξης έχει αναπτυχθεί σοβαρός αντίλογος  από έγκριτους νομικούς (βλ. λ.χ. δήλωση του Δ.Παξινού προέδρου ΔΣΑ, άρθρο Ν.Φραγκάκη πρώην μέλους ΑΠΔΠΧ). 

Εξάλλου, κατά την Σύσταση R 15 (87) της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης ανακοίνωση σε ιδιώτες των προσωπικών δεδομένων που βρίσκονται σε αστυνομικά αρχεία, αν δεν υπάρχει συγκατάθεση, επιτρέπεται μόνον για να αποτραπεί σοβαρός και άμεσος κίνδυνος κι όχι μια γενική κι αόριστη "πραγμάτωση της αξίωσης της πολιτείας για τον κολασμό αδικημάτων". Έτσι, η παραπάνω διάταξη που επιτρέπει την δημοσιοποίηση με εισαγγελική πράξη, θα πρέπει να τροποποιηθεί προς αυτή την κατεύθυνση κι επιπλέον θα πρέπει να προηγείται γνωμοδότηση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ώστε να εναρμονιστεί ο Ν.2472 προς τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας ως προς τον σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων. 

Ο αντίλογος σε αυτό βρίσκει θεμέλιο κυρίως στο γεγονός ότι οι ποινικές αποφάσεις απαγγέλλονται σε δημόσια συνεδρίαση, όπως προβλέπει το Σύνταγμα. Άλλο όμως η στιγμιαία δημόσια απαγγελία μιας ποινικής καταδίκης κι άλλο η αέναη αναπαραγωγή της στα μέσα ενημέρωσης και στο Διαδίκτυο. Η γενική δημοσιοποίηση μιας ποινικής καταδίκης συνιστά μια δεύτερη, μη προβλεπόμενη από τον νομικό μας πολιτισμό, "κύρωση" η οποία στιγματίζει ανεπανόρθωτα το δράστη. Αν η Πολιτεία κρίνει μέσα από τη δικαστική διαδικασία ότι κάποιος αποτελεί δημόσιο κίνδυνο, οφείλει να λάβει δραστικά και θεσμικά μέσα για την προστασία του γενικού πληθυσμού (όπως είναι η φυλάκιση) κι όχι να "παραδίδει" τον καταδικασθέντα σε δημόσιο λιθοβολισμό από την 4η εξουσία των μμε.

Εξάλλου, σε ορισμένες περιπτώσεις που όντως χρειάζεται αυξημένη προστασία από ορισμένα πρόσωπα (λ.χ. όσοι έχουν διαπράξει εγκλήματα εις βάρος παιδιών) η απλή και γενική ανακοίνωση ενός ονόματος δεν προσφέρει προστασία, σε σχέση λ.χ. με την δημιουργία μιας ειδικής κι απόρρητης βάσης δεδομένων (με φωτογραφίες) στην οποία έχουν πρόσβαση μόνον οι γονείς της περιοχής που βρίσκεται εγκατεστημένος ο sexual offender. 

H διαφάνεια είναι μια αρχή που επιβάλλει την τήρηση συγκεκριμένων προϋποθέσεων ισότητας και σεβασμού της ιδιωτικότητας, όπως εξάλλου και η ελευθερία της έκφρασης.  Πουθενά δεν επιτρέπεται διαφάνεια και ελεύθερη έκφραση έναντι κάθε τιμήματος. 


Πέμπτη, Οκτωβρίου 22, 2009

Ο Άρειος Πάγος αγνοεί το δικαίωμα περαιτέρω χρήσης των αποφάσεών του

Ο Άρειος Πάγος αποφάσισε να δημοσιοποιεί τις αποφάσεις του στην φτωχή του ιστοσελίδα, αρχικώς πιλοτικά (από το 2006 μέχρι σήμερα).

Στο σχετικό disclaimer διαβάζουμε ότι οι αποφάσεις δημοσιοποιούνται ανωνυμοποιημένες, αλλά και ότι: 

"Ο Άρειος Πάγος δεν ευθύνεται για ζημιά οποιασδήποτε φύσεως που ενδέχεται να προκύψει ... λόγω ... παραλείψεων στην ανωνυμοποίηση ...". 

Δηλαδή για τον Άρειο Πάγο δεν ισχύει το άρθρο 9Α του Συντάγματος ; Η γνωμοδότηση 2/2006 της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων υποστηρίζει το ακριβώς αντίθετο.

Το πιο σοβαρο όμως νομικό λάθος του disclaimer είναι αυτο:

"Απαγορεύεται η μερική ή ολική αναδημοσίευση των περιεχομένων της παρούσας σελίδας χωρίς την προηγούμενη άδεια της υπηρεσίας του Αρείου Πάγου."

Πρόκειται για έναν περιορισμό ο οποίος είναι αντίθετος στο άρθρο 2 παρ. 5 του ν.2121/1993 για την πνευματική ιδιοκτησία:

"η προστασία του παρόντος νόμου δεν εκτείνεται σε επίσημα κείμενα με τα οποία εκφράζεται η άσκηση πολιτειακής αρμοδιότητας και ιδίως σε νομοθετικά, διοικητικά ή δικαστικά κείμενα, καθώς και στις εκφράσεις της λαϊκής παράδοσης, στις ειδήσεις και στα απλά γεγονότα ή στοιχεία."

Oι δικαστικές αποφάσεις ανήκουν εξ ορισμού στο public domain, τον τομέα έργων εκτός πνευματικής ιδιοκτησίας.

Οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται από τον καθένα ελεύθερα, ακόμα και για καθαρά εμπορικούς σκοπούς,  χωρίς καμία απολύτως  "προηγούμενη άδεια της υπηρεσίας του Αρείου Πάγου".


Εξάλλου, ο Άρειος Πάγος δεν μας κάνει χάρη που δημοσιευει τις αποφάσεις του στην ιστοσελίδα. Είναι νομική υποχρέωσή του να μεριμνά για την περαιτέρω χρήση των εγγράφων που διαθέτει, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.3448/2006.


Είναι εξαιρετικά δυσάρεστο να διαπιστώνει κανείς ότι το ανώτατο δικαστήριο της χώρας αγνοεί τη νομοθεσία που έχει θεσπιστεί για την προώθηση της αρχής της διαφάνειας και της πρόσβασης του πολίτη στη δημόσια πληροφόρηση. Προ ημερών ακούστηκε η εξαγγελία για την ανάδειξη της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων με συμμετοχή της Βουλής και με διοργάνωση εξέτασης των υποψηφίων. Μια βασική θεματική στις σχετικές εξετάσεις των δικαστών που φιλοδοξούν να ηγηθούν των ανωτάτων δικαστηρίων είναι οι απόψεις τους για τη διαφάνεια και η γνώση τους για το σχετικό νομικό πλαίσιο. 


Δευτέρα, Οκτωβρίου 19, 2009

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: καταδίκη Ελλάδας επειδή δεν δόθηκε σε πατέρα έγγραφο που αφορά το παιδί του


Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καταδίκασε την Ελλάδα επειδή ο Συνήγορος του Πολίτη, η Εταιρία Προστασίας Ανηλίκων και ο αρμόδιος Εισαγγελέας δεν εξασφάλισαν στον πατέρα ενός παιδιού πρόσβαση σε έγγραφο που αφορούσε το παιδί του. 

Πρόκειται για την υπόθεση Τσουρλάκης κατά Ελλάδας, η απόφαση επί της οποίας εκδόθηκε στις 15.10.2009. Σύμφωνα με το δελτίο τύπου του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, το επίμαχο έγγραφο ήταν η έκθεση της Εταιρίας Προστασίας Ανηλίκων που κατατέθηκε στο εφετείο, κατά την δίκη για την γονική μέριμνα του παιδιού. Ο πατέρας ζήτησε πρόσβαση στην έκθεση, αλλά η Εταιρία αρνήθηκε να του χορηγήσει αντίγραφο, ισχυριζόμενη ότι το έγγραφο προοριζόταν για την αποκλειστική χρήση του Δικαστηρίου. Στη συνέχεια ο ενδιαφερόμενος προσέφυγε στον Συνήγορο του Πολίτη, ο οποίος τον πληροφόρησε ότι για να λάβει αντίγραφο χρειαζόταν να υποβάλλει αίτημα στον αρμόδιο εισαγγελέα. Ο εισαγγελέας απέρριψε την αίτηση "αιτιολογώντας την απόρριψή του με δύο γραμμές που έγραψε με το χέρι, στις οποίες ανέφερε ότι η έκθεση αφορούσε πληροφορίες ενός ανηλίκου επί του ο οποίου ο αιτών δεν έχει έννομο συμφέρον".

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι η Ελλάδα δεν εξασφάλισε την πρόσβαση ενός πατέρα σε πληροφορίες που αφορούν το παιδί του κι έτσι παραβίασε το  ανθρώπινο δικαίωμά του για σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής του ζωής (άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου), επιδικάζοντας στον πατέρα αποζημίωση 5.000 ευρώ.

Η απόφαση αυτή καταδεικνύει για άλλη μια φορά το βαθύ, θεσμικό κενό διαφάνειας στην Ελληνική Δημοκρατία. Ούτε ο Συνήγορος του Πολίτη, ούτε ο αρμόδιος εισαγγελέας, ούτε η Εταιρία Προστασίας Ανηλίκων κατάφεραν να διασφαλίσουν το δικαίωμα πρόσβασης ενός πολίτη σε πληροφορίες που αφορούν το ίδιο του το παιδί. Τέτοιες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου δεν πρέπει να μένουν απλώς και μόνο στην πληρωμή μιας αποζημίωσης. Πρέπει να διερευνάται για ποιο λόγο τα θεσμικά όργανα της Ελληνικής Δημοκρατίας παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και στο όνομα ποιας άραγε αρχής "μυστικότητας" αρνούνται να εφαρμόσουν την διαφάνεια που πρέπει να ισχύει σε κάθε πτυχή της δημόσιας ζωής σε αυτή την χώρα. 

Αυτοί που στέκονται εμπόδιο στη διαφάνεια και οδηγούν την χώρα σε τέτοιου είδους καταδίκες πρέπει να λογοδοτούν. Πρέπει να κληθεί ο Συνήγορος του Πολίτη από την αρμόδια Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής και να εξηγήσει για ποιο λόγο δεν εξασφάλισε την πρόσβαση του πολίτη στο συγκεκριμένο έγγραφο. Πρέπει να κληθεί ο αρμόδιος εισαγγελέας από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και να ερωτηθεί για ποιο λόγο απέρριψε την αίτηση πρόσβασης, παραβιάζοντας την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Πρέπει να ελεγχθεί η Εταιρία Προστασίας Ανηλίκων από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και να διευκρινιστεί για πιο λόγο εφάρμοσε  θεσμικό πλαίσιο που παραβίαζε την ΕΣΔΑ.

Πέρα όμως από τη λογοδοσία, αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένα νέο και σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο για την διασφάλιση της πρόσβασης του πολίτη στη δημόσια πληροφορία. Πρέπει η Ελλάδα να υπογράψει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Πρόσβασης στα Επίσημα Έγγραφα. Πρέπει να αποκτήσουμε Νόμο για την Ελευθερία της  Πληροφόρησης (Freedom of Information Act).

Υποθέσεις σαν κι αυτή αποδεικνύουν ότι τα θεσμικά όργανα που διαθέτουμε (Συνήγορος, Εισαγγελέας, Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων) δεν επαρκούν για να διασφαλίσουν πρόσβαση του πολίτη στα έγγραφα. Χρειάζεται να ιδρυθεί κι εδώ μια ανεξάρτητη αρχή, όπως ο Information Commissioner της Μ.Βρετανίας, της Γερμανίας κι άλλων ευρωπαϊκών και τρίτων κρατών, η οποία να διασφαλίζει την πρόσβασή μας στα έγγραφα που τηρούν δημόσιες υπηρεσίες, με ταυτόχρονη προστασία των προσωπικών δεδομένων και της υπόλοιπης νομοθεσίας για προστασία πληροφοριών. 

Η διαφάνεια πρέπει να παύσει να αποτελεί ένα απλό σύνθημα της μόδας. Πρέπει να γίνει πράξη με συγκεκριμένες ενέργειες που να έχουν αποτέλεσμα στην καθημερινότητα όλων μας. 

Αθώωση εικαστικού για κινούμενο σχέδιο με κάψιμο εκκλησίας

Στις 17.5.2024 εκπροσώπησα ως δικηγόρος τον εικαστικό Γιώργο Μικάλεφ στο Η' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, στο οποίο είχε παραπεμφθε...