Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απόρρητο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απόρρητο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Αυγούστου 03, 2011

Η άρση της ανωνυμίας των blogger

Από τον Αυγουστο του 2005 που είμαι στο blogging ακούω συνέχεια για σχέδια άρσης της ανωνυμίας, για νομοθεσία που θα καταργεί το απόρρητο και για κυβερνητικές επιθέσεις εναντίον της ελευθερίας της έκφρασης. Οι ελάχιστες γνωστές περιπτώσεις, ωστόσο που οδήγησαν σε άρση του απορρήτου βασίστηκαν στην σχετική νομοθεσία του 1994, αφήνοντας βέβαια και ερωτηματικά για την ουσιαστική τήρησή της.

Καμία κυβέρνηση δεν προχώρησε όντως σε θεσμοθέτηση άρσης της ανωνυμίας, ιδίως ύστερα από τις γνωμοδοτήσεις των Εισαγγελέων του Αρείου Πάγου, οι οποίοι μπορεί μεν να θεώρησαν ότι στην ουσία δεν χρειάζεται άρση του απορρήτου για να αναζητήσεις τα ηλεκτρονικά ίχνη που θα οδηγήσουν σε ταυτοποίηση προσώπων, αλλά τελικά οι συγκεκριμένες γνωμοδοτήσεις δεν έχουν καμία εφαρμογή όσον αφορά τα ιστολόγια. Η πλειοψηφία των ελληνόφωνων blogs βασίζεται σε πλατφόρμες εταιριών που διέπονται από το δίκαιο των Η.Π.Α., οπότε όταν ο μηνυτής πηγαίνει με την γνωμοδότηση του Εισαγγελέα στη Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος θεωρώντας ότι θα βρει τον ψευδώνυμο μπλόγκερ ακόμα και για περιπτώσεις συκοφαντικής δυσφήμησης, οι αστυνομικοί τον ενημερώνουν ότι οι γνωμοδοτήσεις του Αρείου Πάγου δεν έχουν καμία απολύτως αποτελεσματικότητα, αφού η Google λ.χ. αποκλείεται για φερόμενη δυσφήμηση να δώσει στοιχεία όπως το I.P. του συνδρομητής της - blogger, ώστε στην συνέχεια να ταυτοποιηθεί ο συνδρομητής της ελληνικής εταιρίας - παρόχου.

Ακόμη λοιπόν κι αν η κυβέρνηση περάσει μια νομοθεσία πάνω στην λογική των γνωμοδοτήσεων των εισαγγελέων του Αρείου Πάγου, αυτή θα έχει την ίδια αξία με όλα τα παραπάνω. Ακόμη κι αν περιλάβει την συκοφαντική δυσφήμηση στα αδικήματα για τα οποία προβλέπεται η άρση του απορρήτου, η πρακτική αποτελεσματικότητά της θα είναι ισχνή και θα εφαρμόζεται σε περιορισμένες ελληνικές περιπτώσεις. Εξάλλου, εάν θέλουμε να βρούμε απλώς ποιος είναι ο κάτοχος ενός domain name σε ".gr" και με το ισχύον καθεστώς (βλ. κανονισμο της ΕΕΤΤ), αρκεί μια απλή εισαγγελική παραγγελία προς την ανεξάρτητη αρχή, η οποία θα ενημερώσει τον αιτούντα για τον δηλωμένο κάτοχο του domain name.

Οι "αστυνομικές" λύσεις δεν μπορούν λοιπόν να είναι εφικτές. Βεβαίως το κράτος δεν μπορεί να παραμένει με τα χέρια σταυρωμένα όταν παραβιάζονται δικαιώματα μέσα από οχετούς λάσπης και προφανώς η συκοφαντική δυσφήμηση αποτελεί ένα ποινικό αδίκημα που πρέπει να διώκεται και οι δράστες να καταδικάζονται. Αλλά ειδικά στο Διαδίκτυο, πρέπει να ληφθεί υπόψη η πολλαπλή διάχυση της ευθύνης ανάμεσα σε περισσότερους φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Κατά τη γνώμη μου, η μόνη πρακτική λύση για αυτές τις περιπτώσεις στις οποίες ο νομοθέτης μπορεί όντως να παρέμβει είναι οι Όροι Χρήσης των φορέων παροχής υπηρεσιών κοινωνίας της πληροφορίας. Υπάρχει βέβαια σχετική νομοθεσία που ρυθμίζει και την δική τους ευθύνη (λ.χ. το π.δ. 131/2003), αλλά πρέπει να υπάρξει μεγαλύτερη σαφήνεια και πιο συγκεκριμένα δικαιώματα για τους θιγόμενους. Όταν καταγγέλλει κάποιος δυσφημηστικό περιεχόμενο πρέπει να ενεργοποιείται άμεσα ένας εσωτερικός εταιρικός μηχανισμός νομικού ελέγχου, ο οποίος θα αποφασίζει εάν η εταιρία θα συμμορφωθεί με το αίτημα του θιγόμενου ή εάν θα αναλάβει το κόστος να διατηρήσει την όποια προσβολή καθώς και την μετακυλιόμενη ευθύνη. Αυτά μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσεκτικής αλλά και αποτελεσματικής νομοθέτησης, ορίζοντας συγκεκριμένα ελάχιστα περιεχόμενα που θα πρέπει να έχουν οι Όροι Χρήσης. Μπορεί αρχικά η πρακτική τους αξία σε εθνικό επίπεδο να είναι μικρή, αλλά να μια ωραία ιδέα για να προτείνει και το χειμαζόμενο κράτος - μέλος κάποια νομοθετική πρωτοβουλία σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σε ένα ζήτημα που απασχολεί το σύνολο του πολιτισμένου κόσμου όσον αφορά την καλύτερη διάρθρωση αντιτιθέμενων ανθρώπινων δικαιωμάτων στο Διαδίκτυο.


Δευτέρα, Ιουνίου 27, 2011

Υπέρ του τραπεζικού απορρήτου

Σε αντίθεση με το απόρρητο των επικοινωνιών που κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα, το τραπεζικό απόρρητο προβλέπεται από τον κοινό νομοθέτη. Οπότε, εκ πρώτης όψεως, η κατάργησή του δεν θα δημιουργούσε κανένα πρόβλημα από πλευράς συνταγματικού δικαίου.

Είναι όμως ακριβώς έτσι; Στον πυρήνα της καθιέρωσης του τραπεζικού απορρήτου βρίσκεται ο μηχανισμός με τον οποίο διασφαλίζεται η τήρηση ή η άρση του. Σύμφωνα με το σχετικό θεσμικό πλαίσιο, η άρση του τραπεζικού απορρήτου διενεργείται με πράξη λειτουργών της Δικαιοσύνης κι όχι με μια απλή διοικητική πράξη. Ο λόγος είναι προφανής: οι εισαγγελικοί λειτουργοί που επιτρέπεται να παραγγέλλουν την άρση του τραπεζικού απορρήτου είναι εξοπλισμένοι όχι μόνο με νομικές γνώσεις, αλλά και με θεσμική ανεξαρτησία έναντι της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά και με αποστολή την διασφάλιση των ατομικών δικαιωμάτων. Η τοποθέτηση εκπροσώπου της δικαστικής λειτουργίας ως εγγυητή του απορρήτου αποτελεί μια θεσμική διασφάλιση ότι η άρση του απορρήτου θα γίνεται από ανεξάρτητο όργανο που διαθέτει τα σχετικά εχέγγυα για μια τέτοια επέμβαση στα ατομικά δικαιώματα.

Αυτό σημαίνει ότι η κατάργηση του τραπεζικού απορρήτου στην ουσία συνιστά κατάργηση της αρμοδιότητας του λειτουργού της δικαιοσύνης να αποφασίζει εάν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι όροι για την αποκάλυψη των εν λόγω στοιχείων. Οι πληροφορίες που αφορούν τις τραπεζικές καταθέσεις και τα άλλα χρηματοπιστωτικά προϊόντα, εφόσον αναφέρονται σε φυσικά πρόσωπα αποτελούν προσωπικά δεδομένα, η επεξεργασία των οποίων δεν τελεί γενικά υπό τον όρο κάποιας άδειας (άρθρο 9Α του Συντάγματος). Το ίδιο το αντικείμενο των τραπεζικών εργασιών ανάγεται στο ατομικό δικαίωμα για ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και συμμετοχή στην οικονομική ζωή της χώρας (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος), το οποίο περιορίζεται βέβαια από το Σύνταγμα ενόψει των δικαιωμάτων των άλλων, των χρηστών ηθών καθώς και των περιορισμών που το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει. Εφόσον οι καταθέσεις δεν δημοσιοποιούνται από τον συναλασσόμενο, αυτές καλύπτονται από το πλαίσιο σεβασμού της ιδιωτικής του ζωής (άρθρο 9 παρ. 1 του Συντάγματος). Γενικώς, δεν θα έβλεπα κάποια αδιαμφισβήτητη συνταγματική απαγόρευση για την κατάργηση του τραπεζικού απορρήτου από αυτά τα άρθρα.

Αλλά στο μέτρο που η κατάργηση του απορρήτου συνοδεύεται και από την κατάργηση της θεσμικής εγγύησης του δικαστικού λειτουργού που αποφασίζει την προστασία ή την άρση, τότε υπάρχει μια σαφής επέμβαση στο δικαίωμα καθενός σε δικαστική προστασία, στο επίπεδο που αυτή διασφαλίζεται με την υπάρχουσα νομοθεσία. Η νομοθετική αποστολή που το θεσμικό πλαίσιο για το τραπεζικό απόρρητο αναγνωρίζει στον εισαγγελέα εξειδικεύει σε επίπεδο κοινού δικαίου μια σοβαρή πτυχή του συνταγματικού δικαιώματος για δικαστική προστασία (άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος). Καταργώντας τη συγκεκριμένη θεσμική εγγύηση και μη αναπληρώνοντας το επίπεδο προστασίας του συναλλασσόμενου με ένα αντίστοιχης ανεξαρτησίας προληπτικό μέτρο, θα θιγεί κατά ανεπίτρεπτο τρόπο ένα κεκτημένο που αντιστοιχεί στο συνταγματικό δικαίωμα καθενός για δικαστική προστασία πριν την επέμβαση στο αντικείμενο του τραπεζικού απορρήτου.



Τρίτη, Μαΐου 31, 2011

Εσφαλμένη και η τρίτη γνωμοδότηση Εισαγγελίας Αρείου Πάγου για την ανωνυμία

Εκδόθηκε και τρίτη γνωμοδότηση της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου σχετικά με το θέμα της ανωνυμίας στο Διαδίκτυο. Η πρώτη γνωμοδότηση είχε εκδοθεί το καλοκαίρι του 2009 και είχε υποστηρίξει την άποψη ότι τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας (δηλαδή τα "ίχνη" όπως η IP του υπολογιστή) δεν καλύπτονται από το απόρρητο, οπότε δεν χρειάζεται καν να ακολουθηθεί η "βαριά" διαδικασία της άρσης του απορρήτου (που προβλέπεται μόνο για ορισμένα κακουργήματα). Δηλαδή για κάθε αδίκημα (ακόμα και για εξύβριση), υποστήριζε εκείνη η γνωμοδότηση, οφείλει ο πάροχος της πρόσβασης στο διαδίκτυο να παρέχει στις ανακριτικές αρχές το όνομα του συνδρομητή που αντιστοιχεί στον εκάστοτε χρήστη. Μάλιστα, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου είχε φτάσει στο σημείο να κρίνει ότι η Οδηγία 2006/24/ΕΚ που όριζε ότι η εκάστοτε εθνική νομοθεσία για το απόρρητο ισχύει για τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας, δεν έχει δήθεν επιρροή στο εν λόγω νομικό θέμα, επειδή το κοινοτικό δίκαιο δεν μπορεί να μεταβάλει το Σύνταγμα! (Βλ. εκτενή σχολιασμό εδώ και αντιδράσεις από νομικούς εδώ).

H τρίτη γνωμοδότηση είναι αυτή (βλ. εδώ).


Η αλήθεια βέβαια είναι ότι το Σύνταγμα δεν κάνει διαχωρισμό ανάμεσα σε "εξωτερικά" και "εσωτερικά" στοιχεία επικοινωνίας, προστατεύοντας συνολικά κάθε μορφή επικοινωνίας και ανταπόκρισης και θέτοντας τις αυστηρές εγγυήσεις της άρσης του απορρήτου προκειμένου να εντοπιστούν οι φερόμενοι ως δράστες συγκεκριμένων κακουργημάτων. Συγκεκριμένα το Σύνταγμα αναφέρει στο άρθρο 19 (βλ. εδώ) ότι το απόρρητο δεν δεσμεύει τις δικαστικές αρχές σε δύο μόνο περιπτώσεις (α) διερεύνηση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων και (β) λόγους εθνικής ασφάλειας.

Φέτος όμως ψηφίστηκε τελικά από τη Βουλή ο νόμος 3917/2011 (βλ. εδώ) που ενσωματώνει την Οδηγία 2006/24/ΕΚ (υποχρεωτική διατήρηση δεδομένων κίνησς και θέσης) και τώρα πια το εν λόγω θέμα αποτελεί εσωτερικό δίκαιο. Οπότε, η Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος επανήλθε με νέο ερώτημα στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου για το κατά πόσον μετά από αυτή τη νομοθετική μεταβολή εξακολουθεί να ισχύει η γνωμοδότηση του 2009. Κρίσιμη είναι η διάταξη του άρθρου 4, κατά την οποία, τα "δεδομένα κίνησης και θέσης", δηλαδή τα στοιχεία για την ταυτοποίηση του συνδρομητή μιας σύνδεσης, παρέχονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.2225/1994, δηλαδή σύμφωνα με τις διατάξεις της άρσης του απορρήτου. Ο νόμος είναι ξεκάθαρος σε αυτό το σημείο! Μόνο με την διαδικασία της άρσης του απορρήτου (δηλ. μόνο για ορισμένα κακουργήματα) μπορεί να δοθούν αυτά τα στοιχεία στις αρμόδιες αρχές.

Η εισαγγελία του Αρείου Πάγου εξέδωσε όμως πάλι μια γνωμοδότηση που ανατρέπει την συγκεκριμένη διάταξη, κρίνοντας ότι τα εν λόγω δεδομένα κίνησης και θέσης δεν εμπίπτουν δήθεν στο απόρρητο (όπως αναφερόταν και στην γνωμοδότηση Σανιδά) και ότι οι πάροχοι δεν δεσμεύονται δηλαδή τελικά από τον Ν.2225/1994, αλλά μπορούν να δίνουν τα στοιχεία και με απλή αίτηση των εισαγγελικών αρχών, ακόμη κι αν δεν πρόκειται για κακουργήματα!

Ωστόσο, οι πάροχοι, αν συμμορφωθούν προς αυτήν την γνωμοδότηση και όντως παραδόσουν τα στοιχεία στις αρχές, θα έχουν παραβιάσει τον Ν.3917/2011 και θα τους περιμένουν οι ποινικές κυρώσεις του ίδιου νόμου (άρθρο 11), αλλά και οι ιδιαίτερα βαριές διοικητικές κυρώσεις που φτάνουν μέχρι και πρόστιμα 5.000.000 ευρώ, από τις αρμόδιες ανεξάρτητες αρχές (άρθρο 12). Έτσι η εισαγγελία του Αρείου Πάγου με την νέα γνωμοδότηση που επιχείρησε να καταργήσει την νέα νομοθεσία, δημιούργησε έναν νομικό φαύλο κύκλο για τους παρόχους, τον οποίο μόνο η Δικαιοσύνη πλέον θα μπορούσε να επιλύσει οριστικά.


Θα πρέπει πάντως να υπενθυμίσουμε για άλλη μια φορά την απόφαση Copland, του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (βλ. εδώ) . Η απόφαση αυτή αναφέρει ότι ο έλεγχος των πληροφοριακών συστημάτων δεν μπορεί να γίνεται με αδιαφανείς και άγνωστων συνεπειών διαδικασίες. Η επέμβαση στην διαδικτυακή ιδιωτικότητα επιτρέπεται να γίνεται μόνον εφόσον την επιτρέπει ένας "νόμος" και μόνον εφόσον ο νόμος αυτός είναι "προσβάσιμος" και "προβλέψιμων συνεπειών", λέει πάγια το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ερμηνεύοντας το άρθρο 8 της Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Οι τρεις γνωμοδοτήσεις του Αρείου Πάγου: α) δεν είναι "νόμος", β) δεν έχει δημοσιευθει στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ώστε να θεωρείται "προσβάσιμη" κατά την έννοια της νομολογίας του ΕΔΔΑ και γ) δεν είναι "προβλέψιμων συνεπειών", αφού ουδείς συνδρομητής γνωρίζει τι εξέλιξη μπορεί να έχει η εφαρμογή της από τον πάροχο, αλλά και ουδείς πάροχος μπορεί να γνωρίζει τι συνέπειες θα έχει η μη εφαρμογή της. Οπότε, η γνωμοδότηση της Εισαγγελίας και πάλι δεν επαρκεί από πλευράς ΕΣΔΑ για να στοιχειοθετηθεί σε αυτήν ένα αίτημα προς παρόχους για άρση του απορρήτου.

Μένει να δούμε πως θα αντιμετωπίσει βέβαια και η Δικαιοσύνη το θέμα αυτό, γιατί η αλήθεια είναι ότι οι θιγόμενοι από προσβολές της τιμής στο Διαδίκτυο δεν διαθέτουν πολλά αμυντικά μέσα όταν πρόκειται για ανώνυμους. Μπορούν βέβαια να απευθυνθούν στις ίδιες τις υπηρεσίες που φιλοξενούν τους bloggers ζητώντας με "report" την απομάκρυνση των προσβλητικών στοιχείων, αλλά και πάλι η διαδικασία αυτή δεν παρέχει τις εγγυήσεις της δικαστικής προστασίας. Το βέβαιο είναι ότι το θέμα δεν μπορεί να το λύσει η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, αλλά μόνο ο αναθεωρητικός νομοθέτης, αφού το Σύνταγμα είναι σαφές σε ποιες περιπτώσεις επιτρέπει την άρση του απορρήτου.




Τρίτη, Οκτωβρίου 19, 2010

Αντισυνταγματική η ανάρτηση φορολογικών στοιχείων στο διαδίκτυο


Η σχεδιαζόμενη κυβερνητική πρωτοβουλία για την ανάρτηση φορολογικών στοιχείων των πολιτών στο διαδίκτυο, με καθολική πρόσβαση, είναι αντίθετη στο Σύνταγμα και συγκεκριμένα στο άρθρο 9Α.

Σύμφωνα με το άρθρο 9Α του Συντάγματος, "καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει." Ο οργανωτικός νόμος που υλοποιεί το συγκεκριμένο συνταγματικό δικαίωμα και κεκτμένο είναι ο Ν.2472/1997.

Κατά το άρθρο 2 (α) του Ν.2472/1997, "δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα" (δηλ. προσωπικά δεδομένα) είναι κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. "Υποκείμενο των δεδομένων" είναι το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και η ταυτότητά του είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί. Επομένως τα φορολογικά στοιχεία που αναφέρονται σε ένα φυσικό πρόσωπο με γνωστή ταυτότητα αποτελούν "δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα" και η επεξεργασία τους διέπεται από τον Ν.2472/1997.

Το άρθρο 4 παρ. 1 περ. (α) του Ν.2472/1997 ορίζει ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας "πρέπει να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών." Αυτό σημαίνει ότι δεν επιτρέπεται για άλλο σκοπό να συλλέγονται τα δεδομένα και για άλλον σκοπό να χρησιμοποιούνται. Η αρχή του δεσμευτικά καθορισμένου σκοπού επιβάλλει τα δεδομενα να χρησιμοποιούνται μόνο για τον σκοπό για τον οποίο συνελέγησαν. Σημειωτέον ότι ο κανόνας εμπεριέχεται και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία προσωπικών δεδομένων που έχει κυρώσει η Ελλάδα με το Ν.2068/1992 (βλ. εδώ, άρθρο 5 b). Συνεπώς, η παράβαση της αρχής αυτής σημαίνει και παραβίαση των διεθνών υποχρεώσεων της χώρας.

Σύμφωνα με το άρθρο 85 παρ. 2 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, "οι φορολογικές δηλώσεις, τα φορολογικά στοιχεία, οι εκθέσεις, οι πράξεις προσδιορισμού αποτελεσμάτων (...) και κάθε στοιχείο του φακέλου που έχει σχέση με τη φορολογία ή άπτεται αυτής είναι απόρρητα και δεν επιτρέπεται η γνωστοποίησή τους σε οποιονδήποτε άλλον εκτός από τον φορολογούμενο στον οποίο αφορούν αυτά. " Αυτό σημαίνει ότι ο σκοπός συλλογής των φορολογικών στοιχείων από το Κράτος είναι μόνον η διεκπεραίωση της διαδικασίας φορολόγησής τους και κανένας άλλος, ενώ οι λόγοι για τους οποίους επιτρέπεται η άρση του φορολογικού απορρήτου προβλέπονται αποκλειστικά και περιοριστικά στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου. Οι διατάξεις για το φορολογικό απόρρητο μπορούν βεβαίως να τροποποιηθούν νομοθετικά, αλλά μόνο στο μέτρο που δεν μειώνεται το επίπεδο προστασίας των δικαιωμάτων των πολιτών. Δηλαδή μία διάταξη με την οποία καταργείται συνολικά το φορολογικό απόρρητο απλώς θα παραβιάζει το θεσμικό κεκτημένο προστασίας των συγκεκριμένων δεδομένων, κατά τρόπο που θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος.

Eπομένως η θέσπιση μιας νέας διάταξης με την οποία τα φορολογικά στοιχεία εισοδήματος θα αναρτώνται σε κοινή θέα στο διαδίκτυο θα παραβιάζει την "αρχή του δεσμευτικά καθορισμένου σκοπού" του Ν.2472/1997, δηλαδή έναν θεμελιώδη κανόνα της συνταγματικά κατοχυρωμένης προστασίας προσωπικών δεδομένων.

H απόφαση για τη δημοσιοποίηση των φορολογικών στοιχείων θυμίζει έντονα την απόφαση της προηγούμενης κυβέρνησης, της Νέας Δημοκρατίας, για δημοσιοποίηση των ονομάτων όλων όσων απαλλάχθηκαν από την υποχρέωση στράτευσης. H απόφαση αυτή προσέκρουσε σε απόφαση της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, η οποία επικυρώθηκε με την υπ΄αρ. 2629/2006 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. εδώ την απόφαση με σχόλιο "Διαφάνεια και δημόσια διαπόμπευση: οριοθετήσεις με γνώμονα την προστασία προσωπικών δεδομένων").

Για άλλη μια φορά έχουμε μια κυβερνητική πρωτοβουλία χωρίς έλεγχο της συμβατότητάς της με την προστασία προσωπικών δεδομένων και τα συνταγματικά δικαιώματα.


Παρασκευή, Μαΐου 28, 2010

Οι μαζικές άρσεις απορρήτου για λόγους "εθνικής ασφάλειας"

Όπως έγινε γνωστό πριν από μερικές εβδομάδες, με σχετική πολιτειακή πράξη διατάχθηκε η άρση του απορρήτου σε περιοχές της Αθήνας για τον εντοπισμό προσώπων που θα μπορούσαν να τους αποδοθούν τρομοκρατικές πράξεις ( βλ δημοσίευμα της "Ε").

Σχολιάστηκε τόσο το εκτεταμένο των παρακολουθήσεων, όσο και το γεγονός ότι η άρση θεμελιώθηκε στην επίκληση της "εθνικής ασφάλειας" και όχι στις διατάξεις για την διερεύνηση ιδιαίτερα σοβαρών. Ας θυμίσουμε ότι αυτοί οι δύο είναι οι συνταγματικά επιτρεπτοί λόγοι που επιτρέπουν την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών .

Τις συνταγματικές αυτές επιταγές εξειδικεύει ο Ν. 2225/1994.

Στο άρθρο 4του νόμου προβλέπεται η αναλυτικότατη λίστα για τα ιδιαίτερα σοβαρά εγκλήματα (κακουργήματα) που επιτρέπουν την άρση του απορρήτου. Στο άρθρο 3 όμως υπάρχει η εντελώς αόριστη αναφορά ότι η άρση επιτρέπεται και για θέμα "εθνικής ασφάλειας", ενώ την άρση έχει δικαίωμα να ζητήσει από τον Εισαγγελέα Εφετών η αρμόδια για το θέμα δημόσια αρχή.

Ο νόμος δηλαδή δεν προβλέπει ειδικούς λόγους που συνδέονται με την εθνική ασφάλεια για την οποία θα επιβαλλόταν η άρση του απορρήτου. Έτσι η άρση για λόγους εθνικής ασφάλειας αποτελεί ένα ευρύτατο πεδίο διακριτικής ευχέρειας του Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος καλείται - χωρίς ουσιαστικές προϋποθέσεις- να διατάξει την άρση άπορρήτου κατ΄ απόλυτη διακριτική ευχέρεια. Αυτό όμως σημαίνει ότι για το "θύμα" της άρσης του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας δεν υπάρχει η προβλεψιμότητα και προσβασιμότητα σε νομοθετικό κανόνα που επιτρέπει - με βάση την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα - μια τέτοια σοβαρή επέμβαση στην ιδιωτικότητά του. Ενώ δηλαδή για τα ποινικά αδικήματα, ξέρει ότι εάν είναι ύποπτος για το Χ άρθρο του Ποινικού Κώδικα μπορεί να αρθεί το απόρρητό του, για την αόριστη έννοια "εθνική ασφάλεια" δεν μπορεί να ξέρει ποτέ πως θα την ερμηνευσει ο Χ εισαγγελέας.

Θα μπορούσε και θα έπρεπε η ευρύτατη έννοια της "εθνικής ασφάλειας" να συνδέεται με άρση του απορρήτου μόνο στο μέτρο που ο παρακολουθούμενος είναι ύποπτος τέλεσης κάποιου από τα ποινικά αδικήματα που τιμωρούνται από τον Ποινικό Κώδικα ως εγκλήματα κατά της ακεραιότητας της χώρας κλπ. Δηλαδή το άρθρο του Ν.2225 δεν αρκεί να αναφέρεται γενικά και αόριστα σε "εθνική ασφάλεια", αλλά θα έπρεπε να εξειδικεύει και να οριοθετεί το πεδίο εφαρμογής της άρσης του απορρήτου στις περιπτώσεις πιθανής τέλεσης των αδικημάτων που ο ποινικός νόμος συνδέει με την εθνική ασφάλεια, διότι έτσι θα υπήρχε προσβασιμότητα και προβλεψιμότητα του νόμου ενόψει της παραβίασης της ιδιωτικότητας. (Είναι μεγάλη η συζήτηση βέβαια περί του κατά πόσον και οι αντικειμενικές υποστάσεις των αδικημάτων κατά της ασφάλειας της χώρας κλπ του Ποινικού Κώδικα είναι αρκούντως σαφείς ενόψει των αρχών του ποινικού δικαίου περί lex certa). Επί του παρόντος όμως, η διατύπωση και η εφαρμογή του νόμου για την άρση του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας αποτελεί τυπική περίπτωση παραβίασης του άρθρου της ΕΣΔΑ από την Ελλάδα και είναι πολύ πιθανό να οδηγηθούμε σε σχετική καταδίκη από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.


Και το μεγάλο ερώτημα είναι : ποια είναι η αποδεικτική αξία του υλικού που συλλέχθηκε με βάση μια άρση απορρήτου για λόγους "εθνικής ασφάλειας", ενώ εξ αρχής ο σκοπός ήταν να χρησιμοποιηθεί για την διερεύνηση ιδιαίτερα σοβαρών . Αυτό βέβαια αφορά την συγκεκριμένη υπόθεση βάσει της οποίας αποκαλύφθηκε η εκτεταμένη άρση . Ωστόσο, αυτό που θα έπρεπε να ελεγχθεί είναι, πέρα από το περιορισμένο πλαίσιο αυτής της υπόθεσης, τι έγιναν όλα τα δεδομένα όλων των υπόλοιπων άσχετων πολιτών που συλλέχθηκαν στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας και κατά πόσον η συλλογή, ως προς όλους αυτούς, ήταν νόμιμη.

Μια τέτοια έρευνα, θα προϋπέθετε όμως την άμεση και αυτεπάγγελτη δραστηριοποίηση των ελεγκτικών ανεξάρτητων αρχών που έχουν ταχθεί από την Πολιτεία για την προστασία των δικαιωμάτων του πολίτη: Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών, Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και Συνήγορος του Πολίτη। Στις ιστοσελίδες τους δεν υπάρχει κάποια ανακοίνωση σχετικά με το ζήτημα που απασχόλησε ιδιαίτερα την κοινή γνώμη.

Ο ρόλος των Αρχών αυτών είναι όμως η άμεση επέμβαση, η διερεύνηση των πραγματικών περιστατικών, η εξέταση του ζητήματος από όλες τις πλευρές που εμπλέκονται με την εν λόγω παρακολούθηση και η έκδοση σχετικών πορισμάτων। Στο μέτρο που οι ανεξάρτητες αρχές δεν επιτελούν την αποστολή τους, υπάρχει και η ασφαλιστική δικλείδα της κλήσης τους από το Κοινοβούλιο (Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας) το οποίο ασκεί και τον δημοκρατικό έλεγχό του.

Καθώς όμως τίποτε από αυτά δεν πρόκειται να οδηγήσει σε ένα απτό αποτέλεσμα, νομίζω ότι έχουμε άλλη μια ωραία περίπτωση στην οποία μπορεί να ενεργοποιηθεί η περίφημη Κοινωνία των Πολιτών: οι πολίτες των οποίων αδίκως ήρθη το απόρρητο με αυτή την έωλη και αντίθετη στο ευρωπαϊκό δίκαιο νομική βάση, θα μπορούσαν να διεκδικήσουν την αποκατάστασή τους με σχετική προσφυγή στην Δικαιοσύνη, εθνική και ευρωπαϊκή.

Τρίτη, Νοεμβρίου 17, 2009

H άρση του απορρήτου είναι έσχατο μέτρο, όχι πρώτο

Όσοι ασχολούμαστε με τα νομικά πέφτουμε συχνά σε μια παγίδα: λόγω της ισότητας όλων ενώπιον του νόμου και της διαμόρφωσης φορμαλιστικών και παγιωμένων διαδικασιών, συχνά θεωρούμε ότι αρκεί να ακολουθήσουμε μια ρουτίνα για να λύσουμε μια υπόθεση. Ο νόμος είναι γενικός, οι διαδικασίες είναι ίδιες, άρα αρκεί να τις εφαρμόσουμε για να επιτελέσουμε το καθήκον μας. Η παγίδα είναι ότι ο νόμος μπορεί να είναι γενικός, αλλά η κάθε υπόθεση είναι διαφορετική από τις άλλες και έχει τα δικά της χαρακτηριστικά. Τα οποία, ορισμένες φορές, μπορεί να απαιτούν άλλες διαδικασίες ή και δημιουργικό πνεύμα για την τήρηση της ουσιαστικής -κι όχι τυπικής- ισότητας. 

Πολύ συχνά όμως, η υπερφόρτωση με υποθέσεις και η πιεστική ανάγκη για γρήγορη διεκπεραίωση, μπορεί να οδηγήσει σε μηχανική αναπαραγωγή των τυπικών διαδικασιών, χωρίς εξέταση των επιμέρους στοιχείων που μπορεί να διαφοροποιούν την μια υπόθεση από την άλλη. Η κατάσταση αρχίζει να γίνεται επικίνδυνη όταν το διακύβευμα σχετίζεται  με τα ανθρώπινα δικαιώματα, η διαχείριση των οποίων επιβάλλει μια case-by-case αντιμετώπιση. Όταν μιλάμε για ανθρώπους, δεν επιτρέπεται οι διαδικασίες που θίγουν δικαιώματα να είναι βιομηχανοποιημένες.

Ο νόμος για την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών αναφέρει ότι η άρση του απορρήτου επιτρέπεται μόνο εάν η τήρηση του απορρήτου παρεμποδίζει ουσιωδώς την έρευνα μιας υπόθεσης. Είναι βέβαια θέμα ερμηνείας το τι συνιστά "ουσιώδη παρεμπόδιση" μιας έρευνας. Θυμάμαι σε ένα συνέδριο για αυτό το θέμα που είχε ανακοινωθεί ότι ένας βοσκός είχε ζητήσει άρση του απορρήτου όλων των κινητών τηλεφώνων μιας βουνοπλαγιάς, για να βρεθεί ποιος του έκλεψε ένα πρόβατο.  Για να αποκαλυφθεί ποιοι πέρασαν με τα κινητά τους από εκεί στο διάστημα 7.00-18.00 που βοσκούσε τα πρόβατα. Αντί δηλαδή να τσεκάρουν τις στάνες της πλαγιάς για να βρουν το πρόβατο, κατευθείαν άρση του απορρήτου όλων των κινητών της περιοχης! 

Πρέπει να έχουν εξαντληθεί όλες οι νόμιμες διαδικασίες έρευνας, πριν ληφθούν τεχνικά μέτρα για την διαπίστωση της ταυτότητας ενός υπόπτου. Εάν υπάρχει ηπιότερο μέσο για να διαπιστωθεί η ταυτότητα, η άρση του απορρήτου είναι περιττή κι απαγορευμένη.  Στην πράξη φαίνεται όμως ότι επικρατεί μια ανεξήγητη βεβαιότητα ότι με την άρση του απορρήτου θα οδηγηθούμε με 100% ασφάλεια -ή τέλος πάντων με μεγάλη σιγουριά- στο πρόσωπο του δράστη. Αυτή ακριβώς η πεποίθηση σχεδόν απόλυτης βεβαιότητας είναι που καθιστά μέτρα όπως η άρση του απορρήτου -αλλά και οι κάμερες και το dna- επικίνδυνα: διότι τείνουν να θεωρούνται "αμάχητα" τεκμήρια. Ενώ δεν είναι καθόλου αμάχητα: ότι περνάει μέσα από τεχνικές διαδικασίες είναι αλλοιώσιμο ή και παρερμηνεύσιμο. Ή μπορεί και να μην οδηγεί πουθενά. Η υποχρεωτική λήψη dna από κάθε ύποπτο πλημμελήματος είναι εντελώς ακατανόητη όταν αφορά λ.χ. κάποιον που έχει τελέσει το αδίκημα της εξύβρισης. Κι όμως, την προβλέπει ο Ν.3783/2009! O oποίος προβλέπει επίσης ένα άλλο αναποτελεσματικό (άρα αντισυνταγματικό) μέτρο: την υποχρεωτική επωνυμοποίηση των καρτοκινητών τηλεφώνων. Μιλάμε για νομοθεσίες που πρέπει να καταργηθούν το συντομότερο δυνατό, πριν μας οδηγήσουν σε καταδίκες από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. 

Αν ανατρέψουμε αυτή την ισορροπία (ηπιότερων μέτρων - έσχατου μέτρου), αν δηλαδή η άρση του απορρήτου γίνει το πρώτο μέτρο που επιβάλλεται στη διερεύνηση μιας υπόθεσης, τότε προφανώς έχουμε πέσει στην παγίδα που περιέγραψα στην αρχή: θα αντιμετωπίζουμε ανόμοιες καταστάσεις με ενιαίο τροπο. Αυτή η φαινομενική ίση μεταχείριση είναι προφανές ότι μπορεί να οδηγήσει σε αδικίες: γιατί να παραβιαστεί μια σφαίρα ιδιωτικότητας, όταν η έρευνα μπορεί να ολοκληρωθεί και με ηπιότερα μέσα; Το θέμα δεν είναι μόνο θεωρητικό όπως ίσως φαίνεται. Είναι και ουσιαστικό, για λόγους που υπονόησα παραπάνω: δεν αρκεί η άρση του απορρήτου, η οποία περιβάλλεται με "εγγυήσεις" τεχνικής βεβαιότητας για το αποτέλεσμα κι άρα μας απαλλάσσει δήθεν από υποχρεώσεις διασταύρωσης.  

Υπάρχουν περιπτώσεις που ακόμα και ανώνυμοι δράστες εντοπίστηκαν χωρίς άρση του απορρήτου, με συνδυασμό περισσότερων στοιχείων: δημοσιοποιημένων στοιχείων, εγγράφων, χρονικών συσχετισμών, μαρτύρων, κινήτρων, πολλά γενικότερα πλαίσια αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον που οδηγούν την έρευνα σε φυσικά πρόσωπα, χωρίς να χρειαστεί άρση του απορρήτου - η οποία δεν επιτρέπεται κι όλας για κάθε αδίκημα. Επομένως, η έρευνα του υλικού που υπάρχει πρέπει να προηγείται και μόνο εάν αποβεί άκαρπη και "παρεμποδίζεται ουσιωδώς" από το απόρρητο, θα πρέπει να διατάσσεται η άρση του απορρήτου. Εδώ θα πρέπει βέβαια να λάβουμε υπόψη, ότι όλη αυτή η έρευνα πολλές φορές είναι στην ουσία "πολυτέλεια" για υπηρεσίες που κατακλίζονται από σχετικά αιτήματα, τα οποία πρέπει να διεκπεραιώσουν άμεσα. Οπότε εδώ ανοίγει και η συζήτηση για την σχέση ποιότητας - ποσότητας, η οποία όμως έχει να κάνει με την πολιτική διαχείριση του θέματος κι όχι με το νομικό σκέλος. 

Ειδικά για το απόρρητο στο Διαδίκτυο, από το καλοκαίρι υπάρχουν δύο γνωμοδοτήσεις της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, οι οποίες φωτίζουν μια διαφορετική ερμηνεία του νόμου και του Συντάγματος από αυτή που είχε επικρατήσει μέχρι σήμερα. Καθένας μπορεί να συμφωνεί ή να διαφωνεί προσωπικά με αυτή την ερμηνεία, αλλά το βέβαιο είναι ότι η γνώμη μας δεν μετράει και τόσο πλέον, από τη στιγμή που η άποψη αυτή έχει περιβληθεί το κύρος του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στο οποίο κυριαρχικά μπορεί να αντιπαρατεθεί μόνον ένα Δικαστήριο ή και ο Νομοθέτης. 

Οι γνωμοδοτήσεις αυτές υποστηρίζουν λίγο-πολύ ότι για το Διαδίκτυο δεν χρειάζεται να ακολουθείται η διαδικασία της άρσης του απορρήτου, δηλ. η άρση δεν περιορίζεται στη διερεύνηση των κακουργημάτων του ν.2225/94, αλλά οι πάροχοι είναι υποχρεωμένοι να γνωστοποιούν στις αρχές κάθε στοιχείο που τους ζητείται. Η αιτιολογία είναι ότι δεν μπορεί το απόρρητο να καλύπτει εγκληματικές πράξεις, ακόμη κι αν αυτές δεν προβλέπονται στον κατάλογο αδικημάτων που αναφέρει ο νόμος για την άρση του. Επίσης στη δεύτερη γνωμοδότηση, το επιχείρημα είναι ότι στην έννοια της "επικοινωνίας" δεν μπορεί να περιλαμβάνονται ύβρεις κι άλλες κακές πράξεις, γιατί τότε δεν είναι "επικοινωνία" που αξίζει να προστατεύεται από το απόρρητο. Καλώς ή κακώς, αυτές είναι οι τοποθετήσεις δύο Εισαγγελέων του Αρείου Πάγου και η επίκλησή τους από οποιονδήποτε (δημόσιες αρχές ή ιδιώτες)  νομιμοποιούν την εφαρμογή τους, με την έννοια ότι όποιος τις ακολουθεί δεν παρανομεί. 

Το ερώτημα είναι αν παρανομει όποιος δεν τις ακολουθεί. Σε αυτό το ερώτημα όμως, θα πρέπει να απαντήσει ο Νομοθέτης και μάλιστα ΠΡΙΝ τον Δικαστή. Υπάρχει ένα σημαντικό ζήτημα ασφάλειας δικαίου: η αμφισβήτηση της ερμηνείας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου από σημαντική μερίδα των νομικών, σε συνδυασμό με την εντατικοποίηση της εφαρμογής των γνωμοδοτήσεων δημιουργεί τρομακτική ανασφάλεια για το τι θα πρέπει να κάνουμε όλοι όταν αντιμετωπίζουμε τέτοιες υποθέσεις. Να ζητάμε τα στοιχεία; Να τα δίνουμε όταν μας τα ζητούν; Αν τα δώσουμε θα διωχθούμε για παραβίαση απορρήτου; Αν δεν τα δώσουμε θα διωχθούμε για απείθια και υπόθαλψη εγκληματία;

Είναι πολύ σοβαρά αυτά τα ερωτηματικά, σε ένα Κράτος Δικαίου. Γι' αυτό χρειάζεται να επέμβει η νομοθετική λειτουργία, με σαφείς διατάξεις οι οποίες θα περάσουν από δημόσια διαβούλευση, αλλά και θα υποβληθούν στον δημοκρατικό έλεγχο της κοινοβουλευτικής συζήτησης στην Ολομέλεια της Βουλής (όπως επιβάλλεται για κάθε νομοθέτημα που αφορά τα ατομικά δικαιώματα), ώστε να θεσπιστεί ένας νόμος για την ελευθερία της έκφρασης και την προστασία του απορρήτου στο Διαδίκτυο. 

Χρειάζεται να θεσπιστεί  ένα μικρό "ψηφιακό Σύνταγμα" - πράγμα που αποτελεί αρμοδιότητα του Έλληνα νομοθέτη, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει εξουσία σε θέματα ποινικού δικαίου των κρατών μελών, κεφάλαιο στο οποίο εντάσσεται ειδικώς και το θέμα της άρσης του απορρήτου.  



Τετάρτη, Ιουλίου 08, 2009

TO BHMA: περί γνωμοδότησης Σανιδά για Διαδίκτυο

Ακολουθεί το άρθρο "Το ηλεκτρονικό έγκλημα και η ανωνυμία" της κ. Π.Μπίτσικα από ΤΟ ΒΗΜΑ (Κυριακή 5 Ιουλίου 2009). Προστέθηκαν links σε νομοθετικά άρθρα και άλλο υλικό, ώστε ο αναγνώστης να οδηγείται στο περιεχόμενο των νομοθετικών ρυθμίσεων και των συναφών πληροφοριών.


Ποικίλες αντιδράσεις προκάλεσε η πρόσφατη γνωμοδότηση του τέως Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Γ. Σανιδά σχετικά με το απόρρητο των επικοινωνιών μέσω του Διαδικτύου. 

Στη γνωμοδότηση την οποία ο κ. Σανιδάς εξέδωσε την περασμένη Δευτέρα και η οποία ήταν και η τελευταία γνωμοδότησή του πριν από τη συνταξιοδότησή του αναφέρεται ότι το απόρρητο των επικοινωνιών δεν καλύπτει: α) την επικοινωνία μέσω του Διαδικτύου και β) τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας (ονοματεπώνυμα και λοιπά στοιχεία συνδρομητών, αριθμοί τηλεφώνων, χρόνος και τόπος κλήσεως, διάρκεια συνδιάλεξης κτλ.). Επίσης σημειώνεται ότι «οι εισαγγελικές, ανακριτικές και προανακριτικές αρχές, πολύ δε περισσότερο τα δικαστικά συμβούλια και τα δικαστήρια, δικαιούνται να ζητούν από τους παρόχους των υπηρεσιών επικοινωνίας μέσω του Διαδικτύου (Ιnternet) τα ηλεκτρονικά ίχνη μιας εγκληματικής πράξεως (...) χωρίς να είναι αναγκαίο να προηγηθεί άδεια κάποιας αρχής και ιδία της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών». Παρεπόμενη συνέπεια αυτής της προσέγγισης είναι να επιτρέπεται και στις αστυνομικές αρχές, χωρίς να χρειάζεται έκδοση βουλεύματος από τις δικαστικές αρχές, να προχωρούν σε ελέγχους των επικοινωνιών έχοντας απλώς υποψίες ή καταγγελίες για κάποιο αδίκημα, ακόμη και αν αυτό είναι πλημμέλημα, όπως π.χ. σε περιπτώσεις συκοφαντικής δυσφήμησης. 

Η τοποθέτηση του κ. Σανιδά αμφισβητήθηκε από τον πρόεδρο της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα κ. Χ. Γεραρή. Κατά την παρουσίαση της έκθεσης πεπραγμένων της Αρχής για το 2008 ο κ. Γεραρής εξέφρασε την άποψη ότι μόνο με αλλαγή της νομοθεσίας μπορεί να γίνει η άρση του απορρήτου στο Διαδίκτυο για την αποκάλυψη δραστών του ηλεκτρονικού εγκλήματος. 

Επίσης σημείωσε ότι πρέπει να γίνει ρύθμιση για την τροποποίηση της ισχύουσας νομοθεσίας, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Συντάγματος, που αφορά το απόρρητο των επιστολών κτλ. 

Ο κ. Γεραρής τόνισε ότι θα δημιουργηθούν προβλήματα από τη γνωμοδότηση καθώς ο κ. Σανιδάς δεν έλαβε υπόψη την κοινοτική οδηγία 58/2002 για την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, η οποία ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία με τον Ν. 3471/2006. Με την οδηγία αυτή κατοχυρώνεται το απόρρητο των εξωτερικών στοιχείων της ηλεκτρονικής επικοινωνίας. 

Οπως επισημαίνει στο «Βήμα» ο δικηγόρος κ. Β. Σωτηρόπουλος, ο οποίος είναι και διαχειριστής του blog e-lawyer(elawyer. blogspot. com), ο κ. Σανιδάς αποφεύγει στη γνωμοδότησή του να συνδέσει το άρθρο 5Α του Συντάγματος, που ρητά αναφέρει ότι καθένας έχει δικαίωμα πρόσβασης στην Κοινωνία της Πληροφορίας, με τις δεσμεύσεις του άρθρου 19 του Συντάγματος για το απόρρητο. 

«Το απόρρητο της επικοινωνίας καλύπτει και την πρόσβαση στο Διαδίκτυο, δηλαδή εξωτερικά στοιχεία επικοινωνίας (π.χ., ΙΡ address), και όχι μόνο το περιεχόμενο, σε αντίθεση με όσα εκτιμά ο κ. Σανιδάς στη γνωμοδότησή του» τονίζει ο κ. Σωτηρόπουλος. 

Πάντως, σύμφωνα με τον κ. Σωτηρόπουλο, «η γνωμοδότηση περιέχει “ερμηνεία” που δεν δεσμεύει, αφού ούτε τροποποιεί το δίκαιο, ούτε αποτελεί δικαστική απόφαση.Οι διωκτικές αρχές μάλλον δεν θα σπεύσουν να την αξιοποιήσουνκαθώς γνωρίζουν ότι, αν συλλέξουν παράνομα στοιχεία, αυτά δεν θα αποτελούν “νόμιμα αποδεικτικά μέσα” και δεν θα“σταθούν” σε κανένα δικαστήριο». Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι η κυρία Λίλιαν Μήτρου, επίκουρη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου και πρώην μέλος της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, μιλώντας στο «Βήμα» τόνισε ότι πριν από έναν χρόνο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο Στρασβούργο «απεφάνθη- στην απόφαση Copland εναντίον Ηνωμένου Βασιλείου- ότι και τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας καλύπτονται από το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, που προβλέπει την προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας και της ιδιωτικής ζωής». 

Επιπλέον σημειώνει ότι «ένα ακόμη νομικό σφάλμα στην εκτίμηση του κ. Σανιδάείναι ότι παραβλέπει πως τα ατομικά δικαιώματα, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το δικαίωμα προστασίας προσωπικών δεδομένων (άρθρο 9Α του Συντάγματος), προστατεύουν τον άνθρωπο κατ΄ αρχάς από την αυθαιρεσία της κρατικής εξουσίας. Βεβαίως ο έλεγχος για παράνομες ενέργειες είναι θεμιτός, αλλά θα πρέπει να τηρούνται οι διαδικασίες της νομοθεσίας και να προβλέπονται και οι εγγυήσεις για τα δικαιώματα των ανθρώπων».


_______________________


Πρόσθετα
Διαβάστε: 

Κυριακή, Ιουλίου 05, 2009

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: η πλοήγηση στο Διαδίκτυο εμπίπτει στην ιδιωτικότητα

Στην υπόθεση Copland κατά Ηνωμένου Βασιλείου, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι η ίδια η πλοήγηση στο Διαδίκτυο, αλλά και μια λίστα με τα e-mail που έστειλε κάποιος, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των ιστοσελίδων ή των μηνυμάτων, εμπίπτει στην προστασία της ιδιωτικής ζωής. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο από το 2007 έχει κρίνει λοιπόν ότι τα "εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας" δηλαδή οι μη δημοσιευμένες πληροφορίες που αφορούν την χρήση του Διαδικτύου προστατεύονται ως μέρος της ιδιωτικής ζωής του ατόμου. Άρα ισχύει και για αυτές η εθνική νομοθεσία που παρέχει εγγυήσεις για την ιδιωτική επικοινωνία, όπως σε εμάς η νομοθεσία για το απόρρητο των επικοινωνιών.

Ακολουθεί πλήρης μετάφραση e-lawyer της απόφασης Copland.



ΤΕΤΑΡΤΟ ΤΜΗΜΑ


ΥΠΟΘΕΣΗ COPLAND κατά ΗΝΩΜΕΝΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ



(Προσφυγή  αρ. 62617/00)



ΑΠΟΦΑΣΗ




ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ



3 Απριλίου




ΤΕΛΙΚΟ



03/07/2007



Η Απόφαση θα καταστεί οριστική στο πλαίσιο του Άρθρου 44 παρ. 2 της Σύμβασης. Μπορεί να υποβληθεί σε επιμέλεια κειμένου.
















Στην υπόθεση Copland κατά του Ηνωμένου Βασιλείου,

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Τέταρτο Τμήμα) με την ακόλουθη σύνθεση:

Κ. J. Casadevall, Πρόεδρος,
Σερ Nicolas Bratza,
Κ. G. Bonello,
Κ. R. Maruste,
Κ. S. Pavlovschi,
Κ. L. Garlicki,
Κ. J. Borrego Borrego, δικαστές,
και  Κ T.L. Early, Γραμματέας του Τμήματος,

Κατόπιν μυστικής διάσκεψης στις 7 Μαρτίου 2006 και στις 14 Μαρτίου 2007

Εκδίδει την ακόλουθη απόφαση η οποία δημοσιεύθηκε την παραπάνω ημερομηνία:

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

1.  Η υπόθεση άρχισε με μια προσφυγή (αρ. 62617/00) κατά του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, η οποία υποβλήθηκε στο Δικαστήριο κατά το Άρθρο 34 της Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών («Η Σύμβαση») από την κα Lynette Copland.

2. Η προσφεύγουσα εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον κ.   James Welch της Liberty, μια μη κυβερνητική οργάνωση για τα πολιτικά δικαιώματα με έδρα στο Λονδίνο. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου («η Κυβέρνηση») εκπροσωπήθηκε από τον εντεταλμένο της, κ. J. Grainger του υπουργείου Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας.

3. Η προσφεύγουσα διαμαρτύρεται για την παρακολούθηση των τηλεφωνημάτων της, του e-mail της και της πλοήγησής της στο Διαδίκτυο κατά τα  Άρθρα  8 και 13.

4.  Με απόφασή του στις 7 Μαρτίου 2006, το Δικαστήριο κήρυξε την προσφυγή εν μέρει παραδεκτή. 

5.  Η προσφεύγουσα υπέβαλε περαιτέρω γραπτές παρατηρήσεις, ενώ η Κυβέρνηση δεν υπέβαλε περαιτέρω παρατηρήσεις (Κανόνας 59 § 1).



ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

I.  ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ

6.  Η προσφεύγουσα γεννήθηκε το 1950 και μένει στο Llanelli της Ουαλίας.

7.  Το 1991 η προσφεύγουσα εργαζόταν στο Carmarthenshire College (“το Κολλέγιο”). Το Κολλέγιο είναι νομικό πρόσωπο που διοικείται από το Κράτος και κατά τα κεφάλαια 18 και 19 του Νόμου της Μέσης και Ανώτερης Εκπαίδευσης του 1992 που περιέχει διατάξεις για την μέση και ανώτερη εκπαίδευση.

8.  Το 1995 η προσφεύγουσα έγινε προσωπική βοηθός  του Διευθυντή του Κολλεγίου (“ΔΚ”) και από το 1995 της ζητήθηκε να συνεργαστεί με τον νέο Αναπληρωτή Διευθντή ( “ΑΔ”).

9. Περί τον Ιούλιο του 1998, κατά τη διάρκεια της ετήσιας άδειας, η προσφεύγουσα επισκέφθηκε ένα άλλο campus του Κολλεγίου,  μαζί με έναν διευθυντή. Στη συνέχεια έμαθε ότι ο ΑΔ επικοινώνησε με το campus για να μάθει σχετικά με τη διεύθυνσή της και αντελήφθη ότι υπονόησε πως υπήρξε κάποια ανάρμοστη σχέση ανάμεσα σε αυτήν και τον διευθυντή. 

10.  Κατά τη διάρκεια της παροχής της εργασίας της, το τηλέφωνο, το e-mail και η πλοήγησή της στο Διαδίκτυο παρακολουθούντο με υποκίνηση του ΑΔ. Σύμφωνα με την Κυβέρνηση, η παρακολούθηση διενεργήθηκε για να διαπιστωθεί εάν η προσφεύγουσα έκανε υπερβολική χρήση των υποδομών του Κολλεγίου για προσωπικούς σκοπούς. Η Κυβέρνηση αναφέρει ότι η παρακολούθηση των τηλεφωνικών κλήσεων αφορούσε την ανάλυση των λογαριασμών τηλεφώνου του κολλεγίου, ως προς τους κληθέντες τηλεφωνικούς αριθμούς, τις ημερομηνίες και ώρες κλήσεων, τη διάρκειά τους και το κόστος τους. Η προσφεύγουσα επίσης πίστευε ότι υπήρχαν αναλυτικές και εκτενείς περιγραφές της διάρκειας των κλήσεων, των αριθμών των κλήσεων που έλαβε και έκανε και των αριθμών τηλεφώνων των ατόμων που την είχαν καλέσει. Εκθέτει ότι τουλάχιστον σε μία περίπτωση ο ΑΔ ήταν εν γνώσει του ατόμου με το οποίο είχε ανταλλάξει εισερχόμενες και εξερχόμενες τηλεφωνικές κλήσεις. Η Κυβέρνηση αναφέρει ότι η παρακολούθηση των τηλεφώνων έγινε για μερικούς μήνες μέχρι περίπου τις 22 Νοεμβρίου 1999. Η προσφεύγουσα αντέκρουσε ότι οι τηλεφωνικές κλήσεις της παρακολουθούντο για μια περίοδο περί τους 18 μήνες μέχρι το Νοέμβρη του 1999. 

11. Η πλοήγηση της προσφεύγουσας στο Διαδίκτυο παρακολουθείτο επίσης από τον ΑΔ. Η Κυβέρνηση δέχθηκε ότι αυτή η παρακολούθηση έγινε με την ανάλυση των ιστοσελίδων που επισκέφθηκε η προσφεύγουσα, της ώρας, των ημερομηνιών και της διάρκειας των επισκέψεων στις ιστοσελίδες καθώς και ότι αυτή η παρακολούθηση έγινε από τον Οκτώβρη έως το Νοέμβρη του 1999. Η προσφεύγουσα δεν σχολίασε τον τρόπο με τον οποίο παρακολουθήθηκε η πλοήγησή της στο Διαδίκτυο, αλλά ισχυρίστηκε ότι αυτό συνέβη για περίοδο μεγαλύτερη από αυτή που παραδέχθηκε η Κυβέρνηση.

12.  Το Νοέμβρη του 1999 η προσφεύγουσα έμαθε ότι έγιναν έρευνες στο e-mail της στη δουλειά της, όταν το Κολλέγιο επικοινώνησε με τη θετή κόρη της και της ζητήθηκαν πληροφορίες για τα e-mail που είχε στείλει στο Κολλέγιο. Η προσφεύγουσα έγραψε στον ΔΚ εάν διεξήγετο μια γενική έρευνα ή εάν ερευνούσαν μόνο τα δικά της e-mail. Ο ΔΚ απάντησε στην προσφεύγουσα με e-mail στις 24 Νοέμβρη 1999 ότι,  μολονότι όλη η κίνηση των e-mail αρχειοθετείται, το τμήμα πληροφορικής του Κολλεγίου έκανε έρευνα μόνο στα δικά της e-mail, κατόπιν αιτήματος του ΑΔ.

13.  Η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η καταγραφή των e-mails έλαβε τη μορφή της ανάλυσης των διευθύνσεων των e-mail και των ημερομηνιών και ώρας αποστολής και ότι η παρακολούθηση έγινε για λίγους μήνες έως τις 22 Νοεμβρίου 1999. Σύμφωνα με την προσφεύγουσα, η παρακολούθηση των e-mail διενεργήθηκε το λιγότερο για έξι μήνες, από το Μάη 1999 έως το Νοέμβρη 1999. Η προσφεύγουσα προσκομίζει ως έγγραφες αποδείξεις τις εκτυπώσεις που περιέχουν αναλυτικά τα e-mail της από τις 14 Μάη 1999 έως τις 22 Νοέμβρη 1999 και δείχνουν τις ημέρες και ώρες των e-mail που απεστάλησαν από τον λογαριασμό της μαζί με τις διευθύνσεις των αποδεκτών.

14.   Με Υπόμνημα που έχει ημερομηνία 29 Νοεμβρίου 1999, ο ΔΚ σε επιβεβαίωση  περιεχομένου συνομιλίας που είχε με τον ΑΔ, αναφέρει:


   “Προκειμένου να αποφευχθούν παρεξηγήσεις θεώρησα πρέπον να επιβεβαιώσω τις απόψεις που σας εξέφρασα την προηγούμενη εβδομάδα, όσον αφορά την διερεύνηση της κίνησης των e-mail της προσφεύγουσας.

Αφότου [η προσφεύγουσα] έλαβε γνώση ότι κάποιος από [το Κολλέγιο] παρακολουθεί τα e-mail της, μίλησα στον [ST] ο οποίος επιβεβαίωσε ότι αυτό ήταν αλήθεια και ότι ζητήθηκε από εσάς. Δεδομένου ότι η επικείμενη νομοθεσία θα καθιστά παράνομο να παρακολουθούν οι οργανισμοί το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο κάποιου, χωρίς άδεια, φυσικά ανησυχώ για τα τελευταία γεγονότα και διέταξα τον [ST] να μην διεξάγει περαιτέρω έρευνες. Περαιτέρω, σας ζητώ να πράξετε το ίδιο και ζητώ να μου προωθήσετε κατά προτεραιότητα κάθε  σημαντική πληροφορία που έχετε και αφορά την [προσφεύγουσα]. Είπατε ότι θα απαντούσατε θετικά και στα δύο αιτήματα, επιβεβαιώνοντας τις ανησυχίες σας σχετικά με την [προσφεύγουσα].»

15. Κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν υπήρχε κάποια «πολιτική» στο Κολλέγιο για την παρακολούθηση των τηλεφώνων, των e-mail ή της πλοήγησης στο Διαδίκτυο από τους εργαζόμενους. 

16. Περί τον Μάρτιο ή Απρίλιο 2000 η προσφεύγουσα ενημερώθηκε από άλλα μέλη του προσωπικού του Κολλεγίου ότι μεταξύ του 1996 και του τέλους του 1999 διάφορες από τις δραστηριότητές της είχαν παρακολουθηθεί από τον ΑΔ ή από πληρεξούσια του πρόσωπα. 

Η προσφεύγουσα πιστεύει επίσης ότι τα άτομα στα οποία είχε κάνει κλήσεις, είχαν δεχθεί στη συνέχεια τηλεφωνήματα από τον ΑΔ ή από πληρεξούσιούς του, προκειμένου να ταυτοποιηθούν οι κληθέντες και ο σκοπός της κλήσης. Περαιτέρω πιστεύει ότι ο ΑΔ έλαβε γνώση ενός απόρρητου fax που έστειλε η ίδια στους δικηγόρους της και ότι οι προσωπικές της ενέργειες, τόσο στην εργασία της όσο και όταν βρισκόταν σε άδεια ή έλειπε λόγω ασθένειας, κατέστησαν αντικείμενο παρακολούθησης. 

17. Η προσφεύγουσα υπέβαλε στο Δικαστήριο δηλώσεις από άλλα μέλη του προσωπικού που ισχυρίζονται ότι οι κινήσεις της παρακολουθούνταν με ανάρμοστο και παρεμβατικό τρόπο. Η προσφεύγουσα που εργάζεται ακόμη στο Κολλέγιο πιστεύει ότι ο ΑΔ έχει τεθεί σε διαθεσιμότητα.

II.  ΣΧΕΤΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

A.  Νόμος της ιδιωτικότητας

18.  Κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν υπήρχε ένα γενικό δικαίωμα ιδιωτικότητας στο Αγγλικό δίκαιο. 

19. Από την θέση σε ισχύ του Νόμου Ανθρώπινων Δικαιωμάτων του 1998 στις 2 Οκτωβρίου 2000, τα δικαστήρια αναμένεται ότι θα μελετήσουν και θα καταστήσουν αποτελεσματική την πρωτογενή νομοθεσία κατά τρόπο σύμφωνο με τα δικαιώματα της Σύμβασης στο μέτρο του δυνατού. Ο Νόμος καθιστά παράνομη κάθε αντίθετη στη Σύμβαση πράξη δημόσιας αρχής, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων, εκτός εάν αυτό επιβάλλεται από την πρωτογενή νομοθεσία, επιτρέποντας έτσι την ανάπτυξη του κοινοδικαίου σε συμφωνία με τα δικαιώματα της Σύμβασης. Στην υπόθεση Douglas κατά Hello! Ltd ([2001] 1 WLR 992), ο Δικαστής απέδειξε ότι ήταν προετοιμασμένος για να αναγνωρίσει δικαστικά ότι το Αγγλικό δίκαιο προβλέπει ένα δικαίωμα στην ιδιωτικότητα, αλλά αυτό ανατράπηκε από το Εφετείο. 

20. Ο Κανονισμός για τις αρμοδιότητες έρευνας του 2000 ( “ο Νόμος 2000”) προβλέπει διατάξεις, μεταξύ άλλων, για την παρακολούθηση της επικοινωνιών. Ο Κανονισμός Τηλεπικοινωνιών (Νόμιμη Επιχειρηματική Πρακτική) του 2000 προβλεπόταν από το Νόμο 2000 και τέθηκε σε ισχύ στις 24 Οκτωβρίου 2000. Ο Κανονισμός προβλέπει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι εργοδότες επιτρέπεται να καταγράφουν ή να παρακολουθούν τις επικοινωνίες των εργαζομένων (όπως το e-mail ή το τηλέφωνο) χωρίς τη συγκατάθεση είτε του εργαζομένου είτε του άλλου μέρους που συμμετέχει στην επικοινωνία. Οι εργοδότες απαιτείται να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για την ενημέρωση των εργαζομένων ότι οι επικοινωνίες τους ενδέχεται να παρακολουθούνται. 

B.  Συμβατική ευθύνη παραβίασης της πίστης και εμπιστοσύνης από τον εργοδότη

21.  Η Βουλή των Λόρδων στην υπόθεση Malik κατά  Bank of Credit and Commerce International SA [1997] IRLR 462 επιβεβαίωσε ότι, εκ του νόμο, σε κάθε σύμβαση εργασίας περιέχεται ένας γενικός όρος, ότι ο εργοδότης δεν θα «συμπεριφερθεί κατά τρόπο που ενέχει κίνδυνο να καταστρέψει ή να προκαλέσει σοβαρή βλάβη στη σχέση εμπιστοσύνης και πίστης ανάμεσα σε εργοδότη κι εργαζόμενο». Στην υπόθεση  Malik, η Βουλή των Λόρδων ασχολήθηκε με την επιδίκαση της λεγόμενης «αποζημίωσης στιγματισμού», όταν ένας πρώην εργαζόμενος δεν μπορούσε να βρει εργασία λόγω της σχέσης του με έναν ανέντιμο προηγούμενο εργοδότη. Κατά τον υπολογισμό των ζημιών που θα μπορούσαν να επιδικαστούν για παραβίαση εμπιστοσύνης και πίστης, η Βουλή ασχολήθηκε μόνο με την καταβολή αποζημίωσης από την οικονομική ζημία λόγω της μειονεκτικής θέσης στην αγορά εργασίας. Ο Λόρδος Nicholls σημειώνει ρητά ότι «στην παρούσα υπόθεση δεν θα ασχοληθώ με την ηθική βλάβη, καθώς αφορά μόνον την οικονομική ζημία.»

22.  Για τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του όρου πίστης και εμπιστοσύνης στην υπόθεση Malik, ο Λόρδος Steyn παραθέτει τα εξής:

“η επιβαλλόμενη αμοιβαία υποχρέωση πίστης και εμπιστοσύνης ισχύει μόνο όταν υπάρχει «μη εύλογη και κατάλληλη αιτία» για την συμπεριφορά του εργοδότη και τότε μόνο όταν η συμπεριφορά του έχει μελετηθεί ώστε να καταστρέψει ή να βλάψει ανεπανόρθωτα την σχέση πίστης και εμπιστοσύνης. Αυτό περιγράφει το πιθανό αποτέλεσμα και το πεδίο εφαρμογής της επιβαλλόμενης υποχρέωσης.”

Γ.  Το παράπτωμα της παράβασης δημόσιου καθήκοντος 

23.  Το παράπτωμα της παράβασης δημόσιου καθήκοντος υπάρχει όταν ο δημόσιος υπάλληλος είτε (α) ασκεί τις αρμοδιότητές του με σκοπό να βλάψει τον ενάγοντα ή (β) ενέργησε με γνώση ή με βαριά αμέλεια ότι η πράξη του είναι παράνομη και με γνώση ή με βαριά αμέλεια περί της πιθανότητας να προκληθεί βλάβη στον ενάγοντα ή σε μια ομάδα ανθρώπων στην οποία ανήκει ο ενάγων (Three Rivers D.C. κατά  Bank of England (No.3) (HL) [2000] WLR 1220).

Δ.  Νόμος Προστασίας Δεδομένων  1984

24.  Κατά το χρόνο υποβολής της προσφυγής από την προσφεύγουσα, ο Νόμος Προστασίας Δεδομένων 1984 ( “ο Νόμος 1984”) όριζε τον τρόπο κατά τον οποίο επεξεργάζονται ή χρησιμοποιούν δεδομένα οι  άνθρωποι και οργανισμοί που τηρούσαν δεδομένων, οι «κατέχοντες τα δεδομένα». Προβλέπονταν συγκεκριμένα αγώγιμα μέσα σε άτομα, για την περίπτωση παραβίασης των προσωπικών δεδομένων τους. Ο Νόμος του 1984 έχει ήδη αντικατασταθεί από το Νόμο Προστασίας Δεδομένων 1998.

25.  Το κεφάλαιο 1 του Νόμου 1984 περιέχει τους ακόλουθους ορισμούς:

   “(2) 'Δεδομένα' είναι οι πληροφορίες που έχουν καταχωρηθεί σε μορφότυπο ο οποίος μπορεί να υποβληθεί σε επεξεργασία με συσκευή η οποία λειτουργεί αυτοματοποιημένα, ακολουθώντας εντολές που δόθηκαν για αυτό το σκοπό.

 (3) 'Προσωπικά δεδομένα'  είναι τα δεδομένα που αποτελούνται από πληροφορίες οι οποίες σχετίζονται με ένα εν ζωή άτομο, το οποίο μπορεί να ταυτοποιηθεί από αυτές τις πληροφορίες (ή από αυτές και από άλλες πληροφορίες που βρίσκονται στην κατοχή του χρήστη των δεδομένων).

 (4) 'Υποκείμενο των δεδομένων' είναι ένα φυσικό πρόσωπο το οποίο είναι το υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων.

(5) 'Χρήστης των δεδομένων' είναι ένα πρόσωπο το οποίο κατέχει δεδομένα. Ένα πρόσωπο «κατέχει» δεδομένα εάν - 

 (α) τα δεδομένα αποτελούν μέρος συλλογής δεδομένων που υποβάλλονται ή πρόκειται να υποβληθούν σε επεξεργασία  από το ίδιο πρόσωπο ή από άλλο πρόσωπο που λειτουργεί για λογαριασμό του κατά την παραπάνω υποπαράγραφο  (2) και 

(β) αυτό το πρόσωπο … ελέγχει το περιεχόμενο και τη χρήση των δεδομένων που αποτελούν την συλλογή και 

 (γ) τα δεδομένα είναι στη μορφή που υποβλήθηκαν ή πρόκειται να υποβληθούν σε επεξεργασία κατά την παράγραφο (α) …

 (7) 'Επεξεργασία'  όσον αφορά τα δεδομένα, είναι τροποποίηση, αποθήκευση, διαγραφή η επαναπροσδιορισμός των δεδομένων ή των εξαγόμενων πληροφοριών που αποτελούν τα δεδομένα και, στην περίπτωση των προσωπικών δεδομένων, είναι η διενέργεια αυτών των εργασιών με αναφορά στο υποκείμενο των δεδομένων.

 (9) 'Ανακοίνωση' όσον αφορά δεδομένα, περιλαμβάνει την ανακοίνωση των πληροφοριών που έχουν εξαχθεί από δεδομένα ...”

      26.  Οι  “αρχές προστασίας δεδομένων” που πρέπει να σέβονται οι κάτοχοι δεδομένων περιλαμβάνονταν στο πρώτο μέρος του σχήματος 1 του Νόμου ως εξής:

t

“1. Οι πληροφορίες που περιέχονται σε προσωπικά δεδομένα συλλέγονται, και τα δεδομένα θα υποβάλλονται σε επεξεργασία, θεμιτώς και νομίμως. 

2. Τα προσωπικά δεδομένα τηρούνται μόνο για έναν ή περισσότερους νόμιμους σκοπούς. 

4. Τα προσωπικά δεδομένα που τηρούνται για κάθε σκοπό πρέπει να είναι κατάλληλα, σχετικά και όχι υπερβολικά σε σχέση με τον σκοπό αυτόν ή τους σκοπούς αυτούς.”

      27.  Το κεφάλαιο 23 του Νόμου 1984 προβλέπει δικαιώματα για αποζημίωση του υποκειμένου των δεδομένων για την περίπτωση της μη εξουσιοδοτημένης ανακοίνωσης προσωπικών δεδομένων:

“ (1) Ένα φυσικό πρόσωπο που είναι υποκείμενο δεδομένων τα οποία τηρούνται από έναν χρήστη δεδομένων … και το οποίο υφίσταται βλάβη λόγω:

 (γ) ... της ανακοίνωσης των δεδομένων ή της πρόσβασης σε αυτά τα δεδομένα χωρίς εξουσιοδότηση, 

Έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον χρήστη των δεδομένων … για την ζημιά και για την ηθική βλάβη που υπέστη το φυσικό πρόσωπο από την […] ανακοίνωση ή πρόσβαση..”


28.  Ο Νόμος 1984 επίσης θέσπισε τη θέση του Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων, ο οποίος είχε καθήκον να προωθεί την τήρηση των αρχών προστασίας δεδομένων από τους χρήστες των δεδομένων. Στο κεφάλαιο 10 πρόβλεπε και την εξής ποινική παράβαση: 


   “(1)  Εάν ο Επίτροπος κρίνει ότι ένα υπεύθυνο πρόσωπο παραβίασε ή παραβιάζει κάποια από τις αρχές προστασίας δεδομένων του αποστέλλει εντολή («εντολή επιβολής») απαιτώντας να λάβει […] μέτρα για να συμμορφωθεί με την εκάστοτε αρχή ή αρχές.

 (2) Προκειμένου να αποφασίσει εάν θα αποστείλει την εντολή, ο Επίτροπος λαμβάνει υπόψη εάν η παραβίαση έχει προκαλέσει ή μπορεί να προκαλέσει σε ένα άτομο ζημιά ή ηθική βλαβη.

...

(9) Κάθε πρόσωπο που δεν τηρεί την εντολή επιβολής είναι ένοχο ποινικού αδικήματος... “

ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ 

I.  ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 8 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗ

29.  Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η παρακολούθηση που έγινε συνιστάς παρέμβαση στην ιδιωτική της ζωή και την αλληλογραφία της κατά την έννοια του Άρθρου 8, το οποίο έχει ως εξής:

The applicant alleged that the monitoring activity that took place amounted to an interference with her right to respect for private life and correspondence under Article 8, which reads as follows:

“1.  Καθένας έχει δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. 

2. Δεν επιτρέπεται παρέμβαση κρατικής αρχής στην ενάσκηση αυτού του δικαιώματος, εκτός από την περίπτωση που αυτό προβλέπεται από το νόμο και είναι αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία για τα συμφέροντα της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας ασφάλειας ή της οικονομικής ευημερίας της χώρας, για την προστασία της δημόσιας τάξης και την αποτροπή του εγκλήματος,, για την προστασία της υγείας ή των ηθών ή για την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων.

30.  Η Κυβέρνηση αρνείται αυτό τον ισχυρισμό. 

A.  Οι προτάσεις των μερών 

1. Η Κυβέρνηση 

31.  Η Κυβέρνηση αποδέχεται ότι το Κολλέγιο είναι ένα δημόσιο όργανο για τις πράξεις του οποίου το Κράτος είναι άμεσα υπεύθυνο σύμφωνα με τη Σύμβαση. 

32.  Μολονότι έγιναν κάποιες παρακολουθήσεις των τηλεφωνικών κλήσεων, των  e-mails και της πλοήγησης στο Διαδίκτυο πριν από το Νοέμβριο 1999, αυτό δεν επεκτάθηκε στο περιεχόμενο των τηλεφωνικών κλήσεων ή στην ανάλυση του περιεχομένου των ιστοσελίδων που επισκέφθηκε η προσφεύγουσα. Η παρακολούθηση έτσι δεν αφορούσε τίποτε περισσότερο από την ανάλυση των αυτομάτως παραγόμενων πληροφοριών που αποδεικνύουν εάν οι υποδομές του Κολλεγίου χρησιμοποιήθηκαν για ατομικούς σκοπούς, πράγμα που από μόνο του δεν συνιστά παραβίαση του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής ή της αλληλογραφίας. Η υπόθεση P.G. και  J.H. κατά του Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 44787/98, ΕΔΔΑ 2001, είναι διαφορετική διότι σε εκείνη την περίπτωση υπήρξε παρακολούθηση τηλεφωνικών κλήσεων. Υπάρχουν σημαντικές διαφορές σε σχέση με την υπόθεση Halford κατά του Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση 25 Ιουνίου 1997, Συλλογή αποφάσεων  1997III, στην οποία παρακολουθήθηκαν οι τηλεφωνικές κλήσεις της προσφεύγουσας από ένα τηλέφωνο που είχε δοθεί για ιδιωτική χρήση και μάλιστα ο δικαστικός αγώνας εναντίον του εργοδότη της.  

33. Στη περίπτωση κατά την οποία η ανάλυση των καταγραφών της χρήσης τηλεφώνου, e-mail και Διαδικτύου κριθεί ότι αποτελούσαν παραβίαση της ιδιωτικής ζωής ή της αλληλογραφίας της προσφεύγουσας, η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι αυτή η παρέμβαση ήταν δικαιολογημένη. 

34.  Πρώτον, αποσκοπούσε στο νόμιμο σκοπό της  προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των άλλων, διασφαλίζοντας ότι οι υποδομές που παρέχονται από τον δημόσιας χρηματοδότησης εργοδότη δεν αποτελούν αντικείμενο κατάχρησης. Δεύτερον, η παρέβαση βασίζεται στο εσωτερικό δίκαιο, καθώς το Κολλέγιο ως δημόσιο όργανο, διαθέτει αρμοδιότητες παροχής μέσης και ανώτερης εκπαίδευσης καθώς και να πράττει οτιδήποτε κατάλληλο και αναγκαίο σε σχέση με αυτούς τους σκοπούς είχε την αρμοδιότητα να ασκεί εύλογο έλεγχο στις υποδομές ώστε να διασφαλίσει ότι με αυτές διεκπεραιώνονται οι καταστατικές του λειτουργίες. Ήτν εύλογα προβλέψιμο ότι οι υποδομές που παρέχονται από ένα νομικό πρόσωπο κρατικής χρηματοδότησης δεν μπορούν να χρησιμοποιούναται υπερβολικά για προσωπικούς σκοπούς και ότι το Κολλέγιο θα διεξήγαγε ανάλυση των καταγραφών για να ελέγξει εάν υπήρχε προσωπική χρήση που χρειαζόταν διερεύνηση. Σε σχέση με αυτό, η περίπτωση ήταν ανάλογη με την υπόθεση Peck κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 44647/98, ΕΔΔΑ 2003I.

35.  Τέλος, αυτές οι πράξεις ήταν αναγκαίες σε μια δημοκρατική κοινωνία και ήταν αναλογικές, καθώς η παρέμβαση αφορούσε μόνο ό,τι ήταν απαραίτητο για να κριθεί εάν υπήρξε τέτοια υπερβολική χρήση υποδομών ώστε να χρειαστεί έρευνα.


2.  Η προσφεύγουσα

36.  Η προσφεύγουσα δεν δέχεται ότι δεν διαβάστηκαν τα  e-mails της και ότι δεν παρακολουθήθηκαν οι τηλεφωνικές κλήσεις της, αλλά ισχυρίζεται ότι, ακόμη κι αν τα περιστατικά συνέβησαν όπως τα αναφέρει η Κυβέρνηση, είναι πρόδηλο ότι έγιναν ενέργειες παρακολούθησης που αποτελούν παρέμβαση στο δικαίωμά της για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και της αλληλογραφίας της. 

37.   Αναφέρθηκε σε νομοθεσία που σχετίζεται με την ισχυριζόμενη παραβίαση, δηλαδήτον Κανονισμό περί Ερευνών του 2000, τον Κανονισμό Τηλεπικοινωνιών του 2000 (βλ. παράγραφο 20 ανωτέρω), οι οποίοι ισχυρίζεται ότι αποτελούν ρητή αναγνώριση της  Κυβέρνησης ότι τέτοιες παρακολουθήσεις αποτελούν παρέμβαση κατά την έννοια του Άρθρου 8 και απαιτούν εξουσιοδότηση προκειμένου να είναι νόμιμες. Επειδή αυτοί οι νόμοι τέθηκαν σε ισχύ το 2000, η νομική βάση για αυτή την παρέμβαση ήρθε μετά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Έτσι, η παρέμβαση δεν είχε βάση στο εσωτερικό δίκαιο και ήταν εντελώς διαφορετική από την περίπτωση στην υπόθεση  Peck (βλ. παραπάνω παράγραφο 34) στην οποία οι τοπικές αρχές ήταν ειδικώς εξουσιοδοτημένες από το νόμο να καταγράφουν εικόνες από γεγονότα που συνέβαιναν σε εκείνη την περιοχή. Σε αυτή την υπόθεση δεν υπήρχε τέτοια ρητή εξουσία του Κολλεγίου, για διενέργεια παρακολούθησης στους εργαζόμενούς του και οι νομοθετικές αρμοδιότητες δεν καθιστούσαν αυτή την παρακολούθηση εύλογα προβλέψιμη.  


38.   Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η συμπεριφορά του Κολλεγίου δεν ήταν ούτε αναγκαία ούτε αναλογική. Υπήρχαν λογικές και λιγότερο παρεμβατικές μέθοδοι που θα μπορούσε  να είχε  χρησιμοποιήσει  το Κολλέγιο όπως η σύνταξη και δημοσίευση μιας “πολιτικής” σχετικά με την παρακολούθηση της χρήσης τηλεφώνου, Διαδικτύου και e-mail από τους εργαζόμενους. 

B.  Η αξιολόγηση του Δικαστηρίου

39.  Το Δικαστήριο σημειώνει την παραδοχή της Κυβέρνησης ότι το Κολλέγιο είναι ένα δημόσιο όργανο για τις ενέργειες του οποίου είναι υπεύθυνη, κατά την έννοια της Σύμβασης. Έτσι, θεωρεί ότι στην παρούσα υπόθεση το ερώτημα περί του αν εμπίπτει στο Άρθρο 8 σχετίζεται με τις αρνητικές υποχρεώσεις του Κράτους να μην παρεμβαίνει στην ιδιωτική ζωή και την αλληλογραφία της προσφεύγουσας και ότι δεν ανακύπτει κάποιο χωριστό θέμα σχετικά με την κατοικία της ή την οικογενειακή της ζωή.

40.  Το Δικαστήριο περαιτέρω παρατηρεί ότι τα μέρη διαφωνούν ως προς τη φύσυ της παρακολούθησης και την χρονική περίοδο που έλαβε χώρα. Εντούτοις, το Δικαστήριο δεν κρίνει αναγκαίο να υπεισέλθει σε αυτήν την διαφορά, καθώς υπάρχει ζήτημα, κατά την έννοια του Άρθρου 8, ακόμη και για τα γεγονότα όπως τα παραδέχεται η Κυβέρνηση.


1. Πλαίσιο της ιδιωτικής ζωής


41.   Σύμφων με τη νομολογία του Δικασηρίου, οι τηλεφωνικές κλήσεις από επαγγελματικους χώρους εμπίπτουν, κατ' αρχήν, στις έννοιες της “ιδιωτικής ζωής” και της “αλληλογραφίας”, κατά την έννοια του Άρθρου 8 § 1 (βλ. Halford, ό.π., § 44 και Amann κατά Ελβετίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αρ. 27798/95, § 43, ΕΔΔΑ 2000II). Λογικά συνεπάγεται ότι κι τα  e-mails που αποστέλλονται από την δουλειά θα πρέπει όμοια να προστατεύονται από το Άρθρο 8, καθώς και οι πληροφορίες που προέρχονται από παρακολούθηση της προσωπικής χρήσης Διαδικτύου.

42.   Η προσφεύγουσα στην παρούσα υπόθεση δεν είχε ειδοποιηθεί ότι οι κλήσεις της μπορούσαν να παρακολουθηθούν και γι' αυτό είχε μια εύλογη προσδοκία ιδιωτικότητας για τις κλήσεις που έκανε από το τηλέφωνο της εργασίας της (βλ. Halford, § 45). Η ίδια προσδοκία υπήρχε σε σχέση με το  e-mail και την χρήση του Διαδικτύου.

2. Περί του εάν υφίσταται στα δικαιώματα που εγγυάται το Άρθρο  8.

43.  Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η χρήση πληροφοριών που σχετίζονται με την ημέρα και την έκταση τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και ιδίως οι κληθέντες αριθμοί μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο του Άρθρου 8 καθώς αυτές οι πληροφορίες αποτελούν “αναπόσπαστο στοιχείο των τηλεφωνικών επικοινωνιών” (βλ.  Malone κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 2 Αυγούστου 1984, Συλλογή A αρ. 82, § 84). Το γεγονός ότι αυτά τα δεδομένα έχουν ληφθεί νομίμως από το Κολλέγιο, ως λογαριασμοί τηλεφώνου, δεν αποκλείει την κρίση περί μιας παρέμβασης στα δικαιώματα που προστατεύονται από το Άρθρο 8 (ό.π.). Επιπλέον, η αποθήκευση προσωπικών δεδομένων που σχετίζονται με την ιδιωτική ζωή ενός φυσικού προσώπου εμπίπτει επίσης στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου  8 § 1 (βλ.  Amann, ό.π., § 65). Έτσι, είναι άσχετο το γεγονός ότι τα δεδομένα που κατείχε το κολλέγιο δεν ανακοινώθηκαν ή δεν χρησιμοποιήθηκαν εναντίον της προσφεύγουσας σε πειθαρχικές ή άλλες διαδικασίες.

44.  Συνακόλουθα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η συλλογή και αποθήκευση των προσωπικών πληροφοριών που αφορούν το τηλέφωνο, το e-mail και την χρήση του Διαδικτύου εκ μέρους της προσφεύγουσας, εν αγνοία της, αποτελούν παρέμβαση στο δικαίωμά της για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και της αλληλογραφίας της κατά την έννοια του Άρθρου 8.


3.Περί του εάν η παρέμβαση ήταν « σύμφωνη με το νόμο ».


45.  Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι αποτελεί πάγια νομολογία ότι ο όρος “σύμφωνα με το νόμο” εννοεί – κι αυτό προκύπτει από το αντικείμενο και τον σκοπό του Άρθρου 8- ότι θα πρέπει να είναι ένα μέτρο νομικής προστασίας το εσωτερικού δικαίου εναντίον της αυθαίρετης παρέμβασης κρατικών αρχών επί των δικαιωμάτων που προστατεύονται από το Άρθρο  8 § 1. Αυτό ισχύει περισσότερο για θέματα όπως η εν θέματι παρακολούθηση , ενόψει της έλλειψης δημόσιας φροντίδας και λόγω του κινδύνου κατάχρησης εξουσίας  (βλ. Halford, cited above, § 49).


46.  Ο όρος αυτός επιβάλλει όχι απλώς συμμόρφωση με το εσωτερικό δίκαιο, αλλά σχετίζεται και με την ποιότητα αυτού του δικαίου, επιβάλλοντας την συμβατότητά του με το Κράτος Δικαίου (βλ., μεταξύ άλλων, Khan κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 12 Μάη  2000, Συλλογή αποφάσεων  2000-V, § 26. P.G. και J.H. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, ό.π, § 44). Προκειμένου να συντρέχει η προϋπόθεση της προβλεψιμότητας, ο νόμος πρέπει να είναι επαρκώς σαφής με την έννοια του να δίνει στα άτομα επαρκή στοιχεία για τις περιστάσεις υπό τις οποίες και τους όρους κατά τους οποίους οι αρχές εξουσιοδοτούνται να λάβουν τέτοια μέτρα (βλ. Halford, ό.π., § 49 και Malone, ό.π., § 67).

47.  Το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί από τους ισχυρισμούς της Κυβέρνησης ότι το Κολλέγιο είχε εξουσία στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του να πράττει οτιδήποτε ήταν κατάλληλο και απαραίτητο για τους σκοπούς της παροχής μέσης και ανώτερης εκπαίδευσης, και κρίνει το επιχείρημα μη πειστικό. Περαιτέρω, η Κυβέρνηση δεν ισχυρίζεται ότι υπήρχαν στον κρίσιμο χρόνο διατάξεις, είτε στο γενικό εσωτερικό δίκαιο είτε στις διοικητικές διατάξεις του Κολλεγίου, στις οποίες να αναφέρονται οι περιστ΄σεις υπό τις οποίες οι εργοδότες θα μπορούσαν να παρακολουθήσουν την χρήση του τηλεφώνου, του e-mail ή του Διαδικτύου  των εργαζομένων. Περαιτέρω, είναι σαφές ότι οι Κανονισμοί Τηλεπικοινωνιών 2000 που περιέχουν τέτοιες διατάξεις, δεν είχαν τεθεί σε εφαρμογή κατά τον κρίσιμο χρόνο. 

48.  Συνακόλουθα, καθώς δεν υπήρχε εσωτερικό δίκαιο  κατά τον κρίσιμο χρόνο, η παρέμβαση σε αυτή την υπόθεση δεν ήταν “σύμφωνη με το  νόμο”, όπως απαιτείται από το Άρθρο 8 § 2 της Σύμβασης. Το Δικαστήριο δεν διαφωνεί ότι η παρακολούθηση της χρήσης τηλεφώνου, e-mail ή Διαδικτύου στο χώρο της εργασίας, από έναν εργοδότη, μπορεί να κριθεί “αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία” σε συγκεκριμένες περιστάσεις, ενόψει ενός νόμιμου στόχου. Πάντως, όσον αφορά το παραπάνω συμπέρασμα, δεν είναι απαραίτητο να εξετατεί αυτο το θέμα στην παρούσα υπόθεση.

49.  Γι' αυτό υπάρχει παραβίαση του Άρθου 8 


II. ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 14 ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 8 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ



50.  Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι δεν είχε στη διάθεσή της αποτελεσματικό ένδικο μέσο εσωτερικού δικαίου για την παραβίαση του Άρθρου 8 και ότι, λόγω αυτού, είχε παραβιαστεί επίσης το άρθρο 13 που προβλέπει τα εξής:


“Καθένας του οποίου τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που κατοχυρώνονται από την Σύμβαση παραβιάζονται θα έχει ένα αποτελεσματικό ένδικο μέσο ενώπιον μιας εθνικής αρχής, ανεξάρτητα από το εάν η παραβίαση έγινε από πρόσωπα που ενεργούσαν υπό την δημόσια ιδιότητά τους.”


51.  Δεδομένης της κρίσης για το Άρθρο 8 (βλ. παράγραφο  48 παραπάνω), το Δικαστήριο δεν θεωρεί αναγκαίο να εξετάσει το παράπονο της προσφεύγουσας όσον αφορά το Άρθρο 13.


III.  ΕΦΑΡΜΟΓΉ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ


52.  Το Άρθρο 41 της Σύμβασης αναφέρει:


“Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι συνέβη παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της και ότι το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού Συμβαλλόμενου Μέρους επιτρέπει μόνο εν μέρει αποκατάστση, το Δικαστήριο, εάν είναι απαραίτητο, θα επιδικάσει δίκαιη αποζημίωση στο θιγόμενο μέρος.”

A.  Ζημία

53.  Η προσφεύγουσα δεν επικαλείται αξίωση για χρηματική ζημια αλλά, χωρίς να προσδιορίζει ποσό, ζητά αποζημίωση για άγχος,  στεναχώρια  κακή διάθεση και  αϋπνία. Προσκομίζει ιατρική γνωμάτευση του Ιουνίου 2006 όπου αναγράφεται ότι έχει υποφέρει από άγχος και έλλειψη ύπνου, λόγω του περιβάλλοντος της εργασίας της. 

54.  Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η γνωμάτευση που προσκόμισε η προσφεύγουσα δεν αποδεικνύει ότι το άγχος οφείλεται στα περιστατικά που αναφέρονται στην προσφυγή της. Περαιτέρω, καθώς το Δικαστήριο έχει δικάσει έναν αριθμό υποθέσεων που αφορούν προσφυγές για παρακολούθηση επικοινωνιών υπόπτων από την αστυνομία, κατά τη γνώμη τους, μια απόφαση περί παραβίασης θα αποτελούσε από μόνη της επαρκή ικανοποίηση (βλ. Taylor-Sabori κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 47114/99, § 28, 22 Οκτωβρίου 2002, Hewitson κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 50015/99, § 25, 27 Μάη 2003 και Chalkley κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 63831/00, § 32, 12 Ιούνη 2003). Επιπλέον, καθώς η ισχυριζόμενη συμπεριφορά συνιστούσε παρακολούθηση και όχι καταγραφή, η φύση αυτής της παρέμβασης ήταν σημαντικά κατώτερης σοβαρότητας σε σχέση με τις παραπάνω υποθέσεις. 

55.  Το Δικαστήριο σημειώνει τις παραπάνω υποθέσεις που παραθέτει η Κυβέρνηση αλλά θυμίζει επίσης και την  Halford (ό.π., § 76) που αφορούσε τν παρακολούθηση των ιδιωτικών τηλεφωνικών κλήσεων ενός εργαζόμενου από τον εργοδότη του και επιδικάστηκαν 10,000 λίρες για την ηθική βλάβη.  Αξιολογώντας σε ίση βάση την παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο επιδικάζει στην προσφεύγουσα 3.000 ευρώ για την ηθική βλάβη. 


B.  Δαπάνες και έξοδα


56.  Η προσφεύγουσα αξιώνει δικαστικές δαπάνες και έξοδα συνολικά 9,363 λιρών συμπεριλαμβανομένου του φ.π.α. Αυτό περιλαμβάνει έξοδα δικηγορου και ασκούμενου δικηγόρου  7,171.62, εκταμιεύσεις λιρών 1,556.88 και τα υπόλοιπα αναμενόμενα μελλοντικά έξοδα. 

57.   Η Κυβέρνηση επισημαίνει ότι η χρονοχρέωση των δικηγόρων κατά το χρόνο της υπόθεσης ήταν υπερβολικά. Επιπλέον, η αρχική προσφυγή περιλάμβανε έναν αριθμό ισχυρισμών που κρίθηκαν απαράδεκτοι από το Δικαστήριο και γι' αυτό δεν θα πρέπει να επιδικαστεί δικαστική δαπάνη. Κατά την κρίση της Κυβέρνσης το σύνολο των 2.000 λιρών θα καλύψει ικανοποιητικά τις δαπάνες και τα έξοδα. 

58.  Το Δικαστήριο, κατά την νομολογία του, επιδικάζει δαπάνες και έξοδα στο μέτρο που συνδέονται με κριθείσες παραβιάσει και στο μέτρο που ήταν πραγματικές και αναγκαίες και εύλογου ποσού (βλ. μεταξύ άλλων , Schouten και Meldrum κατά Ολλανδίας, απόφαση της 9 Δεκέμβρη 1994, Συλλογή A αρ. 304, σελ. 28-29, § 78 και Lorsé και  άλλοι κατά Ολλανδίας, αρ. 52750/99, § 103, 4 Φεβρουαρίου 2003). Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις, επιδικάζει το ποσό των 6.000 ευρώ για δικαστικές δαπάνες και έξδα  πλέον ΦΠΑ. 

C.  Νόμιμο επιτόκιο

59.  


Το Δικαστήριο κρίνει κατάλληλο ότι το νόμιμο επιτόκιο θα πρέπει να βασιστεί στο κυμαινόμενο επιτόλιο της Ευρωπαϊκής Κεντικής Τράπεζας, στο οποίο θα πρέπει να προστεθούν τρεις ποσοστιαίες μονάδες.



ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΟΜΟΦΩΝΑ


1.   Κρίνει   ότι παραβιάστηκε το Άρθρο 8  της Σύμβασης 


2.   Κρίνει  ότι δεν είναι αναγκαίο να εξετασθεί η υπόθεση υπό το φως του Άρθρου 13 της Σύμβασης.


3.   Κρίνει

(a)  ότι το καθού Κράτος πρέπει να καταβάλλει στην προσφεύγουσα, στο πλαίσιο τριών μηνών ααπό τη ημερομηνία κατά την οποία θα καταστεί η απόφαση οριστική σύμφων με το άρθρο 44 § 2 της Σύμβασης, τα παρακάτω ποσά, κατόπιν μετατροπής σε λίρες με την ισοτιμία που θα ισχύει κατά το χρόνο καταβολής:

(i) EUR 3,000 (τρεις χιλιάδες ευρώ) όσον αφορά την ηθική βλάβη.

(ii) EUR 6,000 (έξι χιλιάδες ευρώ) όσον αφορά δαπάνες κι έξοδα


(iii) τους αναλογούντες φόρους στα παραπάνω ποσά.


(b)  tμετά την παρέλεση των προαναφερόμενων τριών μηνών μέχρι την εξόφληση, καταβάλλεται τόκος σύμφωνος με το κυμαινόμενο επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατά το χρόνο της τρέχουσας περιόδου, προσαυξημένο κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες.


4.  Απορρίπτει  το υπόλοιπο αίτημα για δίκαιη ικανοποίηση.

Εγένετο στα Αγγλικά και κοινοποιήθηκε γραπτώς στις 3 Απριλίου 2007, σύμφωνα με τον Κανόνα 77 §§ 2 και 3 του Κανονισμού του Δικαστηρίου.


T.L. Early Josep Casadevall
Γραμματέας Πρόεδρος






Η διαγραφή δεδομένων βάφτισης από καθολική εκκλησία

  Τα θρησκεύματα δεν έχουν κανένα πρόβλημα να καταχωρούν στα κατάστιχά τους νέους πιστούς χωρίς να τους ερωτούν, όπως γίνεται με τον νηπιοβα...