Παρασκευή, Μαΐου 14, 2021

Παρέμβαση στην Επιτροπή ΛΟΑΤΚΙ+ Ισότητας για την μεταρρύθμιση της Ταυτότητας Φύλου

 Το γραφείο μας, έχοντας ήδη χειριστεί 40 υποθέσεις διεμφυλικών (trans και non-binary) ατόμων από το 2016 και έχοντας συμβάλει στην έκδοση 32 αμετάκλητων αποφάσεων Νομικής Αναγνώρισης Ταυτότητας Φύλου, εκπόνησε ειδική μελέτη, για να συνεπικουρήσει το έργο της Επιτροπής που συγκρότησε ο Πρωθυπουργός για την σύνταξη Εθνικού Σχεδίου Δράσης για την ισότητα ΛΟΑΤΚΙ+ Ανθρώπων.

Με υπόμνημα που αποστείλαμε στον Πρόεδρο της Επιτροπής, τον Καθηγητή κ. Αλέξανδρο - Λίνο Σισιλιάνο, π. Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς και στα μέλη της, θέσαμε υπόψη αναλυτικά στοιχεία, σχετικά με τα προβλήματα που καταγράφονται συστηματικά από την εφαρμογή του θεσμικού πλαισίου για την νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου, παρουσιάζοντας 16 δικαστικές αποφάσεις επί υποθέσεων που εκκίνησαν πριν την θέση σε ισχύ του Ν.4491/2017 και άλλες 16 δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν υπό το πλαίσιο του ισχύοντος νόμου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του γραφείου μας, η δικαστική διαδικασία για την αναγνώριση της ταυτότητας φύλου πριν τον νόμο αυτόν διαρκούσε κατά μέσο όρο 6,8 μήνες μέχρι την έκδοση δικαστικής απόφασης, ενώ μετά την θέση σε ισχύ του Ν.4491/2017 η μέση διάρκεια είναι 10 μήνες. Αυτό σημαίνει ότι το νέο νομοθέτημα με τις λεπτομερέστερες διατάξεις και τις πρόσθετες απαγορεύσεις (όπως είναι η προϋπόθεση αγαμίας) επιβάρυνε την δικαστική διαδικασία κατά 3 μήνες περισσότερης αναμονής για τα διεμφυλικά άτομα.
Ήδη με το καθεστώς αυτό, δύο διεμφυλικά άτομα έχουν προσφύγει κατά του Ελληνικού Δημοσίου διεδικώντας δίκαιη ικανοποίηση για υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης (Ν.4369/2014) και ένα εξ αυτών, για το οποίο η διαδικασία έκδοσης οριστικής απόφασης είχε διάρκεια 21 μήνες, προσέφυγε και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Τα προβλήματα από τον διπλασιασμό της διαδικασίας, λόγω του ότι με τον Ν.4491/2017 δεν μεταβάλλεται το επώνυμο για λόγους διεμφυλικότητας (αλλά απλώς "προσαρμόζεται" το υπάρχον), έχουν ήδη οδηγήσει σε τρεις απορρίψεις αιτήσεων ατόμων που χρησιμοποιούν άλλο επώνυμο από αυτό που τους αποδόθηκε κατά την γέννηση, ένα εκ των οποίων υποχρεώθηκε μετά την Νομική Αναγνώριση Ταυτότητας Φύλου να προσφύγει και στο Συμβούλιο της Επικρατείας λόγω άρνησης δημάρχου να αναγνωρίσει ως σπουδαίο λόγο μεταβολής επωνύμου την διεμφυλικότητα, αλλά και το γεγονός ότι το άτομο είχε ήδη μεταβάλει το επώνυμό του κατά το βρετανικό δίκαιο.
Επίσης, παρά την κατάργηση ιατρικών γνωματεύσεων, εξετάσεων και ιατρικών πράξεων, δυστυχώς τα Ειρηνοδικεία επιμένουν να περιλαμβάνουν περιττά στοιχεία στις αιτιολογίες τους (π.χ. αναφέρουν μαστεκτομή), καθώς Ειρηνοδίκες ερωτούν χωρίς λόγο τους ενδιαφερόμενους για την διενέργεια ιατρικών διαδικασιών επαναπροσδιορισμού φύλου, ενώ σε σειρά αποφάσεων έχει καταγραφεί, χωρίς να το έχει ισχυριστεί το πρόσωπο, ότι δήθεν πάσχει από "διεμφυλική διαταραχή", όρος που είναι πλέον αντιεπιστημονικός, αδόκιμος και τελικά κακοποιητικός για τα τρανς άτομα.
Από το σύνολο των στοιχείων που προσκομίζουμε στην Επιτροπή προκύπτει ότι η διαδικασία θα γίνει πράγματι σύντομη, διαφανής και προσβάσιμη και το σύνολο των προβλημάτων αυτών θα εξαλειφθούν, εφόσον η Επιτροπή πραγματοποιήσει το σημαντικό βήμα - και ο νομοθέτης ακολουθήσει - να εισηγηθεί την πλήρη απλοποίηση με την ολική κατάργηση του δικαστικού σκέλους. Οι πολίτες, όπως και σε άλλες χώρες της Ε.Ε. και του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι πολύ πιο ασφαλές να ασκούν το δικαίωμα στην Νομική Αναγνώριση της Ταυτότητας Φύλου τους με μια απλή δήλωση στο ληξιαρχείο ή στο δημοτολόγιο, όπως πράττουν σε περίπτωση μεταβολής θρησκεύματος, χωρίς να χρειάζεται να μεσολαβήσουν οι 10 μήνες της δικαστικής κρίσης, οι άλλοι 3 μήνες της μεταδικαστικής διαδικασίας και χωρίς φυσικά τα έξοδα και την επιβάρυνση της Δικαιοσύνης που αυτό συνεπάγεται.
"Τρία πράγματα αναμένει η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα από αυτή την Επιτροπή", δήλωσε ο δικηγόρος κ. Βασίλης Σωτηρόπουλος που υπογράφει το υπόμνημα. "Να εισηγηθεί, πρώτον, τον γάμο για ομόφυλα ζευγάρια, δεύτερον, την τεκνοθεσία ακόμη και για όσες και όσους έχουν σύμφωνο συμβίωσης και, τρίτον, να εισηγηθεί μια πλήρως εξωδικαστική και απλή διαδικασία για την νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου, με μια αίτηση στο Μητρώο Πολιτών. Μόνο τότε θα δικαιωθεί ο ρόλος της Επιτροπής στην κοινή γνώμη. Οτιδήποτε λιγότερο, θα φέρει αυτομάτως αποδοκιμασία όχι μόνο από την ΛΟΑΤΚΙ, αλλά και από την επιστημονική κοινότητα".
[Σχετικό: "Υπόμνημα σχετικά με τις απολύτως αναγκαίες μεταρρυθμίσεις στο θεσμικό πλαίσιο της νομικής αναγνώρισης ταυτότητας φύλου", Αθήνα 2021]

Πέμπτη, Μαΐου 13, 2021

O εμβολιασμός και ο αυτοδιαγνωστικός έλεγχος δημιουργούν νέες συνθήκες στο εργασιακό περιβάλλον

 

Μπορεί ο νομοθέτης να μην έχει επιβάλλει την υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού και του αυτοδιαγνωστικού ελέγχου σε οριζόντιο και καθολικό επίπεδο, ωστόσο ο ιδιωτικός τομέας έχει αρχίσει να εξετάζει τους όρους επιβολής των συνθηκών για ένα ασφαλές περιβάλλον.
 
Ως δικηγόρος που ασχολούμαι με την προστασία προσωπικών δεδομένων έχω ήδη δεχτεί αιτήματα από επιχειρήσεις για την διαμόρφωση πολιτικής διασφάλισης της διενέργειας των ελέγχων, αλλά και την επιβεβαίωση της διενέργειας του εμβολιασμού από στελέχη και εργαζομένους. Είναι μια σαφώς σύνθετη περίπτωση που τα συμφέροντα των δύο πλευρών εν μέρει συμβαδίζουν και εν μέρει μπορεί να αντιτίθενται. Άλλωστε, το νόημα ύπαρξης του εργατικού δικαίου δεν είναι η επιβεβαίωση του ομαλού κλίματος, αλλά η κρατική παρέμβαση για την προστασία του αδύναμου μέρους. Αυτό σημαίνει ότι το πεδίο της παροχής ελεύθερης συγκατάθεσης είναι εξ αρχής περιορισμένο σημαντικά, με αποτέλεσμα να συρρικνώνεται και η δυνατότητα επίκλησής της ως νομική βάση.
 
Από την άλλη πλευρά, οι ιατροί εργασίας δραστηριοποιούνται σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο που διέπεται τόσο από την ιατρική δεοντολογία και την συναφή νομοθεσία, όσο και από τις διατάξεις για την προστασία προσωπικών δεδομένων. Θυμίζω ότι και ως προς αυτό το θέμα υπάρχουν ακόμη ανοικτά ζητήματα όπως εάν οι ιατροί εργασίας είναι υπεύθυνοι εξεργασίας, εκτελούντες ή τρίτοι.
 
Οι απαντήσεις διαμορφώνονται σταδιακά και από το θεσμικό πεδίο των Αρχών Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων που δεν έχουν ακόμη ασχοληθεί με τα ειδικότερα ζητήματα της επιβολής της καταγραφής στον ιδιωτικό τομέα, τις επιπτώσεις από την παράλειψη του εργαζομένου να συμμορφωθεί με την εκάστοτε επιχειρησιακή πολιτική και τις νομικές βάσεις της παρακολούθησης και επικαιροποίησης των αυτοδιαγνωστικών ελέγχων. Ορισμένες δημόσιες τοποθετήσεις από την Συμβουλευτική Επιτροπή του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Αυτοματοποιημένη Επεξεργασία Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, αλλά και από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων κινούνται ακόμη σε σφαίρες γενικολογίας και επανάληψης γενικών αρχών και κανόνων, χωρίς πρακτικές λύσεις και σαφείς απαντήσεις.
 
Εμείς θα βγάλουμε και πάλι, λοιπόν, το φίδι από την τρύπα. Η ιδιωτική πρωτοβουλία και οι νομικοί σύμβουλοι στον ιδιωτικό τομέα, είμαστε υποχρεωμένοι να προηγηθούμε του κράτους με δημιουργική σκέψη για την διασφάλιση τόσο των δικαιωμάτων των εργαζομένων όσο και των εννόμων συμφερόντων της επιχείρησης, του ασφαλούς και υγιούς εργασιακού περιβάλλοντος και της εξισορρόπησης των αντιτιθέμενων νομικών διατάξεων. Να δούμε ποια θα είναι τα τελικά αποτελέσματα, από τα οποία κρινόμαστε όλοι.

Δευτέρα, Μαΐου 10, 2021

Διόρθωση γυναικείου ονόματος από υποκοριστικό στην συνήθη μορφή του

Το γραφείο μας εκπροσώπησε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης πολίτη στην οποία αποδόθηκε κατά την ονοματοδοσία της ένα υποκοριστικό κύριο όνομα (π.χ. "Θανάσω") αντί της συνήθους μορφή της (π.χ. "Αθανασία"), γεγονός που προκαλούσε σύγχυση στις συναλλαγές της, ακόμη και για το φύλο της, λόγω της κατάληξης του υποκοριστικού. 
 
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το όνομά της αποδιδόταν με τέσσερις διαφορετικές παραλλαγές στα διάφορα δημόσια έγγραφα που την ανέφεραν, με αποτέλεσμα να προκαλείται σύγχυση στις συναλλαγές. Δεν έλειψαν περιπτώσεις που λόγω της κατάληξης του υποκοριστικού, κάποιες δημόσιες αρχές της απευθύνονταν εγγράφως στο αρσενικό θεωρώντας ότι επρόκειτο περί ανδρός.
 
Το αίτημα της διαδίκου ήταν να της αποδοθεί το κανονικό όνομα, με διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης γέννησής της ως προς το κύριο όνομά της, ώστε να μην προκαλείται η σχετική σύγχυση στις συναλλαγές.
 
Το Δικαστήριο έκρινε δεκτή την αίτησή της, κρίνοντας ότι τα προβλήματα που δημιουργούνταν στην πολίτη στοιχειοθετούσαν πράγματι σπουδαίο λόγο μεταβολής του ονόματος από το υποκοριστικό στο κανονικό. Συνεπώς, θα ακολουθηθεί η περαιτέρω διαδικασία για την ληξιαρχική διόρθωση και την αποκατάσταση του κανονικού ονόματος σε όλες τις επίσημες καταχωρήσεις του.

Παρασκευή, Μαΐου 07, 2021

H αθεϊα ως λόγος παροχής ασύλου σε πρόσφυγα από το Πακιστάν

 

Το γραφείο μας εκπροσώπησε επιτυχώς πρόσφυγα ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο εξέδωσε αμετάκλητη απόφαση, με την οποία αναγνωρίστηκε η αθεΐα ως λόγος ευαλωτότητας που επιβάλλει την παροχή ασύλου σε πρόφυγα, λόγω της άκρως επικίνδυνης κατάστασης στη χώρα του για τους αθέους πολίτες.
 
Στην Ισλαμική Δημοκρατία του Πακιστάν η αθεΐα τιμωρείται (ως βλασφημία) με την θανατική ποινή. Οι ελάχιστοι πολίτες που τολμούν να δηλώσουν δημόσια ότι δεν ανήκουν στην επίσημη κρατική θρησκεία διώκονται από τις τοπικές αρχές, φυλακίζονται ή και δολοφονούνται. 
 
Ο πρόσφυγας που εκπροσωπήσαμε στο Δικαστήριο είχε εξεταστεί από τις Ελληνικές επιτροπές ασύλου και το αίτημά του είχε κριθεί αβάσιμο. Συγκεκριμένα, τόσο η πρωτοβάθμια όσο και η δευτεροβάθμια επιτροπή είχαν κρίνει αναξιόπιστη την κατάθεσή του, κρίνοντας ότι η αθεΐα του δεν ήταν αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του, καθώς και σε εντελώς δευτερεύοντα σημεία της όπως με ποιόν τρόπο εντοπίστηκε από τις διωκτικές αρχές της χώρας του. Με τις δύο αυτές απορρίψεις, ο πρόσφυγας κινδύνευε να απελαθεί και να αντιμετωπίσει κατηγορία που τιμωρείται με την θανατική ποινή για τις συνειδησιακές επιλογές και πεποιθήσεις του. 
 
Το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την οριστική απόφασή του, η οποία κατέστη αμετάκλητη και δυνάμει της οποίας ο πρόσφυγας έλαβε τελικά άσυλο από την Ελληνική Δημοκρατία, ήτοι διεθνή προστασία λόγω ευαλωτότητας. 
 
Το Δικαστήριο εφάρμοσε την Σύμβαση της Γενεύης του 1951, όπως τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο της Ν.Υόρκης του 1968 και κατά την οποία η έννοια του πρόσφυγα αφορά κάθε πρόσωπο 
 
“όπερ συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την υπηκοότητα και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης ή εάν μη έχον υπηκοότητά τινα και ευρισκόμενον εκτός της χώρας της προηγουμένης συνήθους αυτού διαμονής δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να επιστρέψη εις ταύτην”. Το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι από την Σύμβαση της Γενεύης “ συνάγεται ότι ο αλλοδαπός, ο οποίος επιθυμεί την υπαγωγή του στο ειδικό προστατευτικό καθεστώς της εν λόγω Σύμβασης, οφείλει να εκθέσει στην Διοίκηση, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που του προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικώς δικαιολογημένο, φόβο δίωξης, λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, κοινωνικής τάξης ή πολιτικών πεποιθήσεων (βλ. ΣτΕ 633/2013, 4750/2012, 4565-6/2012, 4544/2012, 2904/2012, 2763/2012, 1303/2012 κ.ά.). Εξάλλου, στο άρθρο 4 παρ.5 του π.δ.141/2013 προβλέπεται ότι τα στοιχεία των δηλώσεων του αιτούντος διεθνή προστασία, ακόμη και όταν δεν τεκμηριώνονται με έγγραφα ή άλλες αποδείξεις, δεν χρειάζονται επιβεβαίωση, εφόσον αυτός έχει καταβάλει πραγματική προσπάθεια να τεκμηριώσει την αίτηση του, έχει υποβάλει όλα τα συναφή στοιχεία, τα οποία διαθέτει, και έχει δώσει ικανοποιητική εξήγηση για την τυχόν έλλειψη άλλων λυσιτελών στοιχείων, οι δηλώσεις του παρίστανται συνεπείς και ευλογοφανείς και δεν έρχονται σε αντίθεση με διαθέσιμα ειδικά και γενικά στοιχεία που αφορούν την περίπτωση του, αιτήθηκε την παροχή διεθνούς προστασίας το ταχύτερο δυνατό (εκτός εάν προέβαλε βάσιμο λόγο που τον εμπόδισε να το πράξει) και η γενική αξιοπιστία του είναι θεμελιωμένη, ενώ σε κάθε περίπτωση ισχύει το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Πάντως, η ως άνω διάταξη δεν αίρει την υποχρέωση του ενδιαφερομένου να επικαλεσθεί ορισμένα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ικανά να στοιχειοθετήσουν τη συνδρομή των προϋποθέσεων υπαγωγής του στο προαναφερθέν προστατευτικό καθεστώς (πρβλ. ΣτΕ 1303/2012, 1078/2012, 3463-5/2011, 3459/2011, 2911-3/2011, 2640/2011, 2591-2/2011 κ.ά.). Ενόψει δε της φύσης και της σημασίας των διακυβευομένων αγαθών, σε περίπτωση αναγκαστικής επιστροφής του αιτήσαντος διεθνή προστασία αλλοδαπού στη χώρα καταγωγής του, επιβάλλεται, στο πλαίσιο της αξιολόγησης της αίτησής του σε εξατομικευμένη βάση, η ενδελεχής εξέταση των προβαλλομένων, υπό την κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενη έννοια, ουσιωδών ισχυρισμών του και η ειδική και πλήρης αιτιολογία της τυχόν απορριπτικής του αιτήματός του απόφασης (πρβλ. ΣτΕ 1303/2012, 1078/2012, 2512/2011, 1379/2011, 4154/2009, 3726/2009, 2534/2009, 817/2009, 1628/2007).”
 
Ο πρόσφυγας στην συγκεκριμένη περίπτωση είχε αποδείξει την αθεϊα του, επικαλούμενος βεβαίωση συμμετοχής του στην Ένωση Αθέων και Αγνωστικιστών του Πακιστάν, δημοσιεύματα σχετικά με αποκλεισμό των λογαριασμών του στο FACEBOOK λόγω “βλάσφημου περιεχομένου” και επικαλέστηκε απόφαση πακιστανικού δικαστηρίου που είχε διατάξει την σύλληψή του. Ο πρόσφυγας επικαλέστηκε την επέμβαση πακιστανικών αρχών σε οικίες φίλων του αθέων που τον ειδοποίησαν συνωμοτικά να διαφύγει, ενώ ήδη είχε ξεκινήσει επιχείρηση για την σύλληψή του. Ύστερα από συλλήψεις φίλων του, αποφάσισε να εγκαταλείψει την χώρα για να διαφύγει την δίωξη.
 
Με την αρχική απόφαση του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Θεσσαλονίκης, το αίτημα απορρίφθηκε ως αβάσιμο, με το σκεπτικό ότι αφενός οι καταδικασμένοι σε θάνατο άθεοι δεν εκτελούνται από τις αρχές κι αφετέρου ότι η αθεΐα του συγκεκριμένου πρόσφυγα «δεν είναι ουσιαστική και δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της προσωπικότητας και της ταυτότητάς του», ενώ “το προφίλ του, ως ατόμου που ασχολείται ερασιτεχνικά με το διαδίκτυο, δεν τον κατατάσσει σε προφίλ υψηλού κινδύνου για να ελκύσει το ενδιαφέρον των πακιστανικών αρχών, καθώς και ότι ο ισχυρισμός του περί δίωξης του από τις αρχές της χώρας του, λόγω της αποστασίας του από το Ισλάμ και των πεποιθήσεων του περί αθεϊσμού, στηριζόταν αποκλειστικά σε εικασίες του ίδιου και, άρα, ότι ο αιτών δεν διέτρεχε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης λόγω των θρησκευτικών πεποιθήσεων και δεν μπορούσε να υπαχθεί στο καθεστώς του πρόσφυγα.” Ο αιτών άσκησε προσφυγή στην Αρχή Προσφυγών του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη κατά της αρχικής απόρριψης.
 
Η Αρχή Προσφυγών έκρινε μη αξιόπιστους τους ισχυρισμούς του αιτούντος σχετικά με τον λόγο για τον οποίο είχε εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμούσε να επιστρέψει σε αυτή και συγκεκριμένα τους ισχυρισμοί του ότι είχε εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, διότι εκεί είχε στοχοποιηθεί και καταζητείτο από τις αρχές εξαιτίας των αθεϊστικών του πεποιθήσεων, λόγω «ασαφειών, αοριστιών και αντιφάσεων», οι οποίες έπλητταν την εσωτερική συνοχή τους. Αντιφατικές θεωρήθηκαν οι απαντήσεις του όσον αφορά τον λογαριασμό του στο FACEBOOK και μη ικανοποιητική η απάντηση του στην ερώτηση πώς τον εντόπισαν οι τοπικές αρχές και μη ευλογοφανής η κατάθεσή του για τον τρόπο ειδοποίησης και διαφυγής του από την δίωξη.
Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ακύρωσε την παραπάνω απόφαση, κρίνοντας δεκτή την αίτηση ακύρωσης του προσφεύγοντος πρόσφυγα, κυρίως γιατί αμφισβητήθηκε η αθεϊα του χωρίς νόμιμη αιτιολογία από τις Ελληνικές αρχές. Το Δικαστήριο έκρινε ότι “ο ως άνω λόγος περί μη νόμιμης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος με το οποίο δεν έγιναν δεκτοί οι ισχυρισμοί του αιτούντος περί των αθεϊστικών του πεποιθήσεων, τυγχάνει βάσιμος, διότι με την προσβαλλόμενη απόφαση με μη νόμιμη αιτιολογία απορρίφθηκαν, ως γενικόλογοι, αόριστοι και μη ερειδόμενοι σε προσωπικά βιώματα, οι εν λόγω ισχυρισμοί. Συγκεκριμένα: α) η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο αιτών παρέθεσε μόνον έναν γενικό ορισμό για την έννοια της αθεΐας, χωρίς να παραθέσει βιωματικά στοιχεία της καθημερινότητάς του αναφορικά με την αποδοχή από τον ίδιο της προσωπικής θέσης του να μην πιστεύει σε καμία θρησκεία, δεν είναι νόμιμη, διότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της ότι ο αιτών, κατά την προσωπική του συνέντευξη, ανέφερε αφενός συγκεκριμένες καταστάσεις και συγκεκριμένα βιώματα που τον οδήγησαν στη σχετική επιλογή, αφετέρου συγκεκριμένες προσωπικές συνθήκες της καθημερινότητάς του, σχετιζόμενες με τις αθεϊστικές του πεποιθήσεις. Ειδικότερα, ο αιτών ανέφερε ότι ένας από τους βασικούς λόγους της επιλογής του να γίνει αθεϊστής ήταν τα φαινόμενα θρησκευτικής βίας στη χώρα καταγωγής του (συγκεκριμένα ανέφερε ότι στο Πακιστάν υπάρχουν «πολλοί τρομοκράτες, που καταστρέφουν την ανθρωπότητα μέσω της θρησκείας»), ενώ επικαλέστηκε συγκεκριμένο περιστατικό που έλαβε χώρα το έτος 2014 στην πόλη Pesawhar, κατά το οποίο εξτρεμιστές μουσουλμάνοι (ταλιμπάν) είχαν εισβάλει σε σχολείο και είχαν δολοφονήσει περίπου 135 παιδιά (περιστατικό το οποίο ελέγχθηκε ως αληθές κατά τη διενεργηθείσα εκ μέρους της Υπηρεσίας Ασύλου έρευνα), εκθέτοντας ταυτόχρονα ότι το εν λόγω περιστατικό τον έκανε να αναρωτηθεί «πως μια θρησκεία μπορεί να επιτρέψει να σκοτώνονται αθώες ψυχές, χωρίς να έχουν φταίξει σε κάτι». Περαιτέρω, ο αιτών αναφέρθηκε σε συγκεκριμένες προσωπικές συνθήκες της καθημερινότητάς του, σχετιζόμενες με τις αθεϊστικές του πεποιθήσεις, όπως η μη συμμετοχή του στη μουσουλμανική λατρεία και ειδικότερα στην προσευχή της Παρασκευής, οι συναντήσεις και συζητήσεις με ομοϊδεάτες του σε πάρκα και ξενοδοχεία της πόλης Καράτσι και οι αναρτήσεις του σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατά της μουσουλμανικής θρησκείας (συγκεκριμένα δήλωσε ότι είχε προβεί σε αναρτήσεις κατά του τζιχαντισμού, τον οποίο, κατά την άποψή του, επιτρέπει ο μουσουλμανισμός, και σε αναρτήσεις σχετικά με το ότι δεν είναι ανεκτό, κατά τη γνώμη του, να ακολουθεί κάποιος «τα βήματα ενός Προφήτη, ο οποίος έχει κάνει 11 γάμους και το χειρότερο έναν γάμο με μια εξάχρονη»), και β) η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο αιτών υποστήριξε μεν ότι έγινε αθεϊστής, αφού μελέτησε το Κοράνι και άλλες θρησκείες, χωρίς όμως να παραθέσει οποιοδήποτε παράδειγμα ή έστω αναφορά στη συγκριτική μελέτη λοιπών θρησκειών που τον οδήγησε στην αποδοχή του αθεϊσμού, και ότι στις αναρτήσεις του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είχε περιοριστεί σε κριτική κατά του μουσουλμανισμού, δεν είναι νόμιμη, διότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της ότι ο αιτών, κατά την προσωπική του συνέντευξη, επεξήγησε τον λόγο που τον οδήγησε στην απόρριψη όλων των θρησκειών και συγκεκριμένα δήλωσε πως, κατά τη γνώμη του, όλες οι θρησκείες είναι δημιουργήματα του ανθρώπου (ειδικότερα δήλωσε ότι «όλα αυτά τα βιβλία είναι γραμμένα από ανθρώπους»), ενώ μόνον το γεγονός ότι δεν ανέφερε κάποια άλλη, πέραν του μουσουλμανισμού, θρησκεία που μελέτησε και απέρριψε δεν αρκεί ώστε να καταστήσει νομίμως αιτιολογημένη την κρίση της Επιτροπής περί αοριστίας του σχετικού ισχυρισμού του, δεδομένου μάλιστα ότι δεν του είχε τεθεί σχετικώς κάποια διευκρινιστική ερώτηση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η δήλωση του αιτούντος πως στις αναρτήσεις του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είχε προβεί σε κριτική του μουσουλμανισμού δεν δύναται να καταστήσει νομίμως αιτιολογημένη την κρίση της Επιτροπής περί αοριστίας του ισχυρισμού του περί των αθεϊστικών του πεποιθήσεων, δεδομένου ότι παρίσταται εύλογο αυτός να προβαίνει, κατά κύριο λόγο, σε κριτική της επικρατούσας στη χώρα του θρησκείας και όχι άλλων θρησκειών. Τέλος, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, κατά την αξιολόγηση για το βάσιμο του φόβου του αιτούντος διεθνή προστασία ότι θα υποστεί δίωξη, δεν ασκεί επιρροή εάν αυτός χαρακτηρίζεται πράγματι ή χαρακτηρίζεται σε συγκεκριμένο βαθμό έντασης από το θρησκευτικό στοιχείο, το οποίο προκαλεί ή ενδέχεται να προκαλέσει τη δίωξη (εν προκειμένω από την αθεΐα), υπό την προϋπόθεση ότι το χαρακτηριστικό αυτό του αποδίδεται από τον φορέα της δίωξης, κατά τα ρητώς οριζόμενα στο άρθρο 10 παρ.2 του π.δ.141/2013.”
 
Περαιτέρω, το Δικαστήριο ακύρωσε και τους ισχυρισμούς των Ελληνικών αρχών ότι δήθεν δεν ήταν ευλογοφανείς και σαφείς οι ισχυρισμοί του, με πλήρη επανέλεγχο των στοιχείων που προσκόμισε ο αιτών. Το Δικαστήριο διέταξε την επιστροφή του παραβόλου (150 ευρώ) και των δικαστικών εξόδων (405 ευρώ) στον αιτούντα. Σε προγενέστερο χρόνο, το ίδιο Δικαστήριο είχε χορηγήσει προσωρινή διαταγή και είχε αναστείλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, για να μην απελαθεί ο πρόσφυγας μέχρι να εκδοθεί η τελική δικαστική κρίση.

Σάββατο, Μαΐου 01, 2021

H θρησκευτική ουδετερότητα και η πρόεδρος του Αρείου Πάγου

Κατά το ελληνικό δικαστικό σύστημα, η θέση του προέδρου ενός ανώτατου δικαστηρίου διαρκεί ελάχιστο χρόνο. Οι πρόεδροι είναι εντελώς προσωρινοί και βρίσκονται στις θέσεις τους για το χρόνο μέχρι την συμπλήρωση του, πολύ κοντινού τους, 67ου έτους της ηλικίας τους. Η θητεία τους όμως ως προέδρων ενός ανώτατου δικαστηρίου επισφραγίζει το σύνολο της σταδιοδρομίας τους στο δικαστικό σώμα, καθώς όλες και όλοι θα κρατήσουμε ως ανάμνηση τα επιτεύγματά τους σε αυτό το τελικό στάδιο. Επομένως, πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί και προσεκτικές για την υστεροφημία τους.

Η πρόεδρος του Αρείου Πάγου επέλεξε φέτος να στείλει μια επιστολή προς του δικαστικούς λειτουργούς, αλλά και τους δικαστικούς υπαλλήλους, με την οποία εκτός των άλλων εύχεται "το φως και ο συμβολισμός της Ανάστασης να αποτελέσουν λυτρωτικό μήνυμα ανανέωσης και ανάτασης για τον καθένα από εμάς, να χαρίσουν σε όλους αισιοδοξία και δύναμη και, μέσα από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε, να προσφέρουν μια ευκαιρία επιστροφής στην ελπίδα."

 Δηλαδή δεν αρκεί μια απλή ευχή δημοσίων σχέσεων (όπως είχε κάνει τα Χριστούγεννα), έπρεπε να κάνει και μια μικρή κατήχηση για το φως και τον συμβολισμό, για το λυτρωτικό μήνυμα ανανέωσης και ανάτασης και εν πολλοίς να θεωρήσει ότι όλοι οι δικαστικοί λειτουργοί και οι υπάλληλοι είναι χριστιανοί ορθόδοξοι και πρέπει να υποδεχθούν με ευχαρίστηση αυτή την θρησκευτική απεύθυνση.

 Το Σύνταγμά μας δεν επιτρέπει στους δικαστικούς λειτουργούς να εκφράζουν τις πολιτικές τους πεποιθήσεις. Είμαστε βέβαια μια χριστιανική χώρα της Ευρώπης, με ένα προοίμιο του Συντάγματος που για πολιτικούς λόγους έχει την επίκληση εξωλογικής οντότητας (της Αγίας Τριάδας) και αναφορά σε επικρατούσα (όχι όμως σε "επίσημη") θρησκεία, ενώ εννοεί σε συγκεκριμένο εκκλησιαστικό καθεστώς με καθαρά διαπιστωτικούς όμως κι όχι κανονιστικούς όρους. Κατ' αντιστοιχία λοιπόν με την πολιτική ουδετερότητα, οι δικαστές οφείλουν να επιδεικνύουν ουδετερότητα και προς τα θρησκεύματα, τα οποία αποτελούν λόγους αθέμιτων διακρίσεων, σύμφωνα με την ισχύουσα ελληνική (άρθρο 5 παρ. 2 Σ., Ν.4443/2016, Ν.927/1979), αλλά και την ευρωπαϊκή (άρθρο 14 ΕΣΔΑ) νομοθεσία.

 Περιμένουμε από τους δικαστές και δη τους ανώτατους να είναι σε θέση να επαληθεύουν όχι μόνο την εσωτερική αμεροληψία τους και αντικειμενικότητά τους (η οποία αφορά την δικαστική τους συνείδηση), αλλά και την εξωτερική επίφαση της εν λόγω αμεροληψίας.  Δεν είπαμε να μην θρησκεύονται, όπως δεν λέμε να μην ψηφίζουν. Περιμένουμε όμως από αυτούς να έχουν την στοιχειώδη ευαισθησία να βάλουν τους εαυτούς τους στην θέση αυτού του συναδέλφου τους ή - ακόμη περισσότερο - του απλού δικαστικού υπαλλήλου που δεν είναι πιστός της επικρατούσας θρησκείας, που είναι άθεος, αγνωστικιστής, εβραίος, μουσουλμάνος, μάρτυρας του ιεχωβά ή τέλος πάντων οτιδήποτε άλλο από αυτό που θεωρούν οι ίδιοι δεδομένο. Πως θα ένιωθε η κ. Αλειφεροπούλου ως χριστιανή ορθόδοξη εάν λάμβανε ευχές από τον προϊστάμενό της μαζί με κατήχηση για το Ραμαζάνι ή για το Χαννουκά; Δεν θα βίωνε εντονότερα την αντιμετώπισή της ως κάτι που δεν είναι;

Η ηγεσία της Δικαιοσύνης δεν είναι το ίδιο με την πολιτική ηγεσία για να γίνεται αρεστή σε πλειοψηφίες που την εκλέγουν. Η ηγεσία της Δικαιοσύνης οφείλει να επιβεβαιώνει κάθε στιγμή και με κάθε της έκφραση ότι βρίσκεται εκεί για κάθε πολίτη χωριστά. Οφείλει να το αποδεικνύει αυτό σε διαρκή βάση με τον δημόσιο λόγο της, ίσως καλύτερα και να απέχει από τον δημόσιο λόγο για εξωνομικά θέματα ή για θέματα εκτός αρμοδιότητας. Διαφορετικά, δεν προσφέρει καλή υπηρεσία ούτε στην Δικαιοσύνη, την οποία τελικά οι πολίτες θεωρούν ένα κλειστό σύστημα που ευνοεί ημετέρους πνευματικά - πολιτισμικά - εθνοτικά και θρησκευτικά, αλλά ούτε βέβαια και στον τόπο αυτόν.

Την κ. Αλειφεροπούλου δεν θα την κρίνουμε βέβαια ούτε από τα πιστεύω της, ούτε αποκλειστικά από τέτοιες κραυγαλέες αστοχίες και παραβιάσεις της εξωτερικής επίφασης της θρησκευτικής της ουδετερότητας. Θα την κρίνουμε από τις αποφάσεις που θα λάβει η ολομέλεια του δικαστηρίου στο οποίο προϊσταται, αλλά και από τις δράσεις που θα φέρει η ίδια εις πέρας με σκοπό την επιτάχυνση της απονομής της Δικαιοσύνης, καθώς και την άσκηση αποτελεσματικού πειθαρχικού ελέγχου σε δικαστές που παραβιάζουν κανόνες και την εύλογη διάρκεια στην απονομή της δίκης. Θα την κρίνουμε από τα αποτελέσματα στην αποστολή που της έχει αναθέσει η Πολιτεία. 

 Ωστόσο, ένα μέρος αυτής της κρίσης, αφού η ίδια επιδιώκει τον δημόσιο λόγο, θα αφορά αναπόφευκτα και την ίση μεταχείριση των συναδέλφων της και των δικαστικών υπαλλήλων χωρίς διακρίσεις άμεσες ή έμμεσες λόγω των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων.

Πέμπτη, Απριλίου 29, 2021

H απόφαση του ΣτΕ για τα αρχαία της Βενιζέλου και η παθογένεια της διαρροής

 

Για μία ακόμη φορά είμαστε στην δυσάρεστη θέση να ενημερωνόμαστε για μία απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, μέσα από διαρροές. 
 
Η διαρροή του "αποτελέσματος της διάσκεψης" είναι μια πολυ σοβαρή παθογένεια του εν λόγω δικαστηρίου, η οποία έχει καταγγελθεί πολλές φορές. Αναρωτιέται κανείς πώς γίνεται να μην διαρρέει ποτέ το αποτέλεσμα της διάσκεψης σε μεγαλύτερα δικαστήρια, όπως το ΕΔΔΑ και το ΔΕΕ, ενώ το ΣτΕ αδυνατεί να περιφρουρήσει την μυστικότητα των διαδικασιών του πριν αποτυπωθούν σε δικαστικό έγγραφο.
 
Η ιστοσελίδα ypodomes.gr μεταδίδει την πληροφορία ότι το ανώτατο δικαστήριο απέρριψε, με την οριακή πλειοψηφία μίας (1) ψήφου (13 υπέρ έναντι 12 κατά!) τις τρεις αιτήσεις ακύρωσης σημαντικών φορέων κατά της υπουργικής απόφασης για την αφαίρεση των αρχαιοτήτων από την οδό Βενιζέλου για την κατασκευή του περιώνυμου σταθμού του Μετρό. 
 
Θα πρέπει να δούμε το σκεπτικό της απόφασης, καθώς η ισχύουσα νομοθεσία για την προστασία των αρχαιοτήτων δεν επιτρέπει τέτοιου είδους παρεμβάσεις, εξ ου και ο διχασμός των ανώτατων δικαστών.
 
Όπως με ενημέρωσε ο συνεργάτης μου κ. Μπενέας, με το άρθρο 25 του ν. 4786/2021 (ΦΕΚ Α΄ 43) προστέθηκε στο άρθρο 34 του π.δ. 18/1989 (Α΄8) η παράγραφος 8 κατά την οποία: "Σε υποθέσεις αρμοδιότητας της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, ο δικαστικός αυτός σχηματισμός έχει τη δυνατότητα, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να δίνει στη δημοσιότητα, δια του Προέδρου του, μετά το πέρας της διάσκεψης, σύντομη ανακοίνωση για το περιεχόμενο της απόφασης που ελήφθη και την κατά προσέγγιση εκτιμώμενη ημερομηνία δημοσίευσης του κειμένου της". 
 
Θα ήταν προτιμότερο να το πληροφορηθούμε από την Πρόεδρο του ΣτΕ λοιπόν. 

Τετάρτη, Απριλίου 28, 2021

To Διοικητικό Εφετείο ακύρωσε άρνηση απαλλαγής μαθητή από τα θρησκευτικά

 Στην Δικαιοσύνη εκπροσωπήσαμε γονείς και μαθητή που είχαν υποβάλει υπεύθυνη δήλωση για την απαλλαγή του από το μάθημα των θρησκευτικών, χωρίς όμως να δηλωθεί ότι ο μαθητής "δεν είναι Χ.Ο.", όπως επέβαλε η τότε ισχύουσα ακόμη εγκύκλιος που είχε όμως οδηγήσει σε καταδίκη της χώρας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για παραβίαση του δικαιώματος στην εκπαίδευση σε συνδυασμό με την θρησκευτική ελευθερία.

Το Δικαστήριο αρχικά είχε εκδώσει απόφαση αναστολής, με αποτέλεσμα ο μαθητής να απαλλαγεί προσωρινά από το μάθημα των θρησκευτικών. Εκκρεμούσε, ωστόσο, η οριστική δικαστική απόφαση με την οποία ζητήσαμε να ακυρωθεί η άρνηση του σχολείου ώστε να διαγραφούν τα σχετικά προσωπικά δεδομένα του μαθητή από το σχολικό αρχείο.
Η δικαστική απόφαση που εκδόθηκε τώρα είναι οριστική και παρόλο που δημοσιεύθηκε μετά την λήξη του σχολικού έτους για το οποίο αφορούσε η αντιδικία, έκρινε ότι οι αιτούντες είχαν έννομο συμφέρον για την συνέχιση της δίκης.
Το Διοικητικό Εφετείο επί της ουσίας έκρινε ότι, παρά την τότε ισχύουσα εγκύκλιο, η προαναφερθείσα ειδικότερη και έχουσα την ιδιότητα ευαίσθητου δεδομένου προσωπικού χαρακτήρα, πληροφορία ότι ο/η αιτών/-ούσα την απαλλαγή «δεν είναι Χριστιανός Ορθόδοξος» δεν αποτελεί αναγκαίο περιεχόμενο της δήλωσης για απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών στην οποία, αρκεί να αναφέρεται ότι: «Λόγοι θρησκευτικής συνείδησης δεν επιτρέπουν τη συμμετοχή του παιδιού μου στο μάθημα των Θρησκευτικών», οι προσβαλλόμενες πράξεις του Συλλόγου των Διδασκόντων του 1ου Γενικού Λυκείου Γέρακα παρίστανται ως εκδοθείσες κατά παράβαση νόμου και είναι για το λόγο αυτό ακυρωτέες.
Με τις σκέψεις αυτές, το Δικαστήριο ακύρωσε με την τελική αυτή απόφαση - η οποία είναι σύμφωνη και με σχετικές κρίσεις του ΣτΕ, αλλά και του ΕΔΔΑ- τις αρνήσεις απαλλαγής του μαθητή και επέβαλε στο Υπουργείο Παιδείας την καταβολή των δικαστικών εξόδων και στο Δημόσιο την επιστροφή του παραβόλου για την άσκηση της αίτησης.
Η απόφαση δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα.
Σημειωτέον ότι η υπόθεση αναβλήθηκε από το ίδιο το Δικαστήριο τρεις (3) φορές.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της απόφασης.

Αριθμός απόφασης:266/2021

ΤΟ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Τμήμα Η΄

ΑΚΥΡΩΤΙΚΟΣ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ

 Σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του, του στις 21 Οκτωβρίου 2020, με την εξής σύνθεση: Μαρία Πατσαρίνου, Πρόεδρος Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων, Άννα Μαυρομουστάκη και Χριστιάνα Τερκουράφη, Εφέτες Διοικητικών Δικαστηρίων και Γραμματέα την Ελένη Μιχελαράκη, δικαστική υπάλληλο.

 Για να δικάσει την αίτηση ακύρωσης με ημερομηνία κατάθεσης 8 Νοεμβρίου 2019 (ΑΚ1808/8-11-2019), 

 των: 1) ***  και 2) *** (κατοίκων ***, οδός ***, αριθ.***), ατομικώς και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα και επιμέλεια του ανήλικου τέκνου τους *** και 3) του***, κατοίκου ως ανωτέρω, οι οποίοι παρέστησαν με την από 14-10-2020 δήλωση κατ’ άρθρο 33 παρ. 6 του π.δ/τος 18/1989 (Α’8), που υπογράφεται από το δικηγόρο Βασίλειο Σωτηρόπουλο, διορισθέντα με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο,

 κ α τ ά της Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων (Αν. Παπανδρέου, 37-Μαρούσι), η οποία παρέστη δια της Παρέδρου του Ν.Σ.Κ. ***.

 Η υπόθεση συζητήθηκε κατά προτεραιότητα, μετά την προεκφώνηση, χωρίς ανάγνωση από την εισηγήτρια Χριστιάνα Τερκουράφη της σχετικής έκθεσής της. 

 Μετά τη συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη και

α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

 1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αίτησης ακύρωσης καταβλήθηκε παράβολο (βλ. το 30692107995001070069/7-11-2019 ηλεκτρονικό παράβολο). συνολικού ποσού 154 ευρώ, ήτοι τέσσερα (4) ευρώ πλέον του νομίμου (άρθρο 36 παρ. 1 εδ. β΄ του π.δ/τος 18/1989, Α΄8, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 36 παρ.2 του ν. 4446/2016, Α΄ 240).

 2. Επειδή, κατ’ ορθή εκτίμηση του δικογράφου, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση: α) της υπ’ αριθ. 18/27-9-2019 πράξεως του Συλλόγου των Διδασκόντων του 1ου Γενικού Λυκείου *** (της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Αττικής της Περιφερειακής Δ/νσης Α/θμιας και Β/θμιας Εκπαίδευσης Αττικής), κατά το μέρος που αφορά την απόρριψη της από 16-9-2019 αιτήσεως των δύο πρώτων εκ των αιτούντων για την απαλλαγή του ανήλικου τέκνου τους (***) από το μάθημα των Θρησκευτικών, κατά το σχολικό έτος 2019-2020 και β) της υπ’ αριθ. 22/16-10-2019 πράξεως του Συλλόγου των Διδασκόντων του ίδιου Γενικού Λυκείου, με την οποία το αίτημα περί απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών του ανήλικου τέκνου των αιτούντων απορρίφθηκε ως εκπροθέσμως υποβληθέν. 

 3. Επειδή, η προσβαλλόμενη με την αίτηση ακυρώσεως παράλειψη των αρμοδίων οργάνων του σχολείου να απαλλάξουν το ανήλικο τέκνο του πρώτου και της δεύτερης εκ των αιτούντων από την παρακολούθηση και εξέτασή του στο μάθημα των Θρησκευτικών για το σχολικό έτος 2019-2020 δεν στοιχειοθετεί παραδεκτώς προσβαλλόμενη με αίτηση ακυρώσεως παράλειψη της Διοίκησης, κατά την έννοια του άρθρου 45 παρ. 4 του π. δ/τος 18/1989. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση κατά το μέρος που με αυτήν ζητείται η ακύρωση της προαναφερθείσας «παράλειψης», πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

 4. Επειδή, στα άρθρα 127 (ενηλικίωση) και 1510 (γονική μέριμνα) του Αστικού Κώδικα (Α.Κ., π.δ. 465/1984, Α’) στα οποία ορίζεται, αντιστοίχως, ότι : « `Οποιος έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας  του (ενήλικος) είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και ότι: «Η  μέριμνα για το ανήλικο τέκνο είναι καθήκον και δικαίωμα των  γονέων (γονική μέριμνα), οι οποίοι την ασκούν από  κοινού.   Η  γονική  μέριμνα  περιλαμβάνει  την  επιμέλεια  του  προσώπου,  τη διοίκηση της  περιουσίας  και  την  εκπροσώπηση  του  τέκνου  σε  κάθε υπόθεση ή  δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του.». Περαιτέρω, στα άρθρα 63 παρ. 1 και 64 παρ. 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Κ.Πολ.Δ., π.δ. 503/1985, Α΄ 182), τα οποία εφαρμόζονται αναλόγως και κατά την ακυρωτική διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και των διοικητικών εφετείων (σχετ. άρθρο 40 του π. δ/τος 18/1989 και 4 του ν.702/1977, Α’ 268 και Σ.τ.Ε. 4287/2009, 745/2004, 1320/1989, 3857/1982, 1194/1982) ορίζεται, αντιστοίχως, ότι «Όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. …» και ότι «Όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους». Από το συνδυασμό των διατάξεων που προαναφέρθηκαν συνάγεται, ότι οι ανήλικοι ως ανίκανοι για δικαιοπραξία δεν μπορούν να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα, εκπροσωπούμενοι για το σκοπό αυτό από τους γονείς τους, οι οποίοι ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως ασκείται παραδεκτώς μόνο από τους πρώτο και δεύτερη εκ των αιτούντων, ενώ κατά το μέρος που ασκείται από το ανήλικο τέκνο τους (και αναγραφόμενο ως τρίτο αιτούντα) ατομικώς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (πρβλ. Σ.τ.Ε.558/2011).

 5. Επειδή, οι αιτούντες, γονείς του μαθητή της Α’ Λυκείου, Δημήτριου Χρήστου, με έννομο συμφέρον ασκούν την κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως, τόσο ατομικά, όσο και για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου τους (βλ. Σ.τ.Ε.1749, 1750/2019 Ολομ., 926/2018 Ολομ.).

 6. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 1 του Συντάγματος «Η ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του καθενός». Με την διάταξη αυτή κατοχυρώνεται και προστατεύεται η ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως που είναι ιδιαίτερη έκφανση του δικαιώματος της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος). Η ελευθερία αυτή συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα του καθενός να πρεσβεύει το θρήσκευμα ή το δόγμα της εκλογής του ή να μην ακολουθεί κανένα θρήσκευμα ή να είναι άθεος. (πρβλ. Σ.τ.Ε.194/1987). Περαιτέρω, όπως κρίθηκε με τις 1749, 1750/2019 αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας σε μείζονα σύνθεση, η περιεχόμενη στο άρθρο 3 παρ. 1 του Συντάγματος αναφορά ως «επικρατούσης» στην Ελλάδα της θρησκείας της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού -όπως, άλλωστε, και η επίκληση στην κεφαλίδα του Συντάγματος της «Αγίας, Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος»- συναρτάται με τον καίριο ρόλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην ιστορική πορεία του Ελληνισμού, ιδίως κατά την προηγηθείσα της εθνικής ανεξαρτησίας χρονική περίοδο της τουρκοκρατίας, αποτελεί δε και την, κατά την αντίληψη του συντακτικού νομοθέτη, διαπίστωση του πραγματικού γεγονότος ότι την θρησκεία αυτήν πρεσβεύει η πλειοψηφία του ελληνικού λαού, ενώ δεν στερείται η αναφορά αυτή και κανονιστικών συνεπειών (όπως, ενδεικτικώς, η καθιέρωση χριστιανικών εορτών ως υποχρεωτικών αργιών σε εθνικό και τοπικό επίπεδο, στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα). Στην ανάπτυξη, άλλωστε, της θρησκευτικής συνείδησης των ελληνοπαίδων σύμφωνα με τις αρχές της ορθόδοξης χριστιανικής διδασκαλίας αποβλέπουν και οι γονείς τους, αντλώντας από την διάταξη του άρθρου 13 του Συντάγματος, το δικαίωμα, που κατοχυρώνεται ευθέως και από το άρθρο 2 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου (Π.Π.Π.) της Συμβάσεως της Ε.Σ.Δ.Α., να «εξασφαλίζουν» την μόρφωση και εκπαίδευση των τέκνων τους σύμφωνα με τις δικές τους θρησκευτικές πεποιθήσεις (βλ. ΣτΕ 660, 926/2018 Ολομ., 2176/1998 7μ., 3356/1995). Περαιτέρω, δοθέντος ότι η θρησκευτική συνείδηση γεννάται και διαμορφώνεται σταδιακά, πριν ακόμη από την έναρξη του σχολικού βίου, στο πλαίσιο της οικογένειας (η οποία, ως «θεμέλιο της συντηρήσεως και προαγωγής του Έθνους» τελεί -όπως και η παιδική ηλικία- υπό την προστασία του Κράτους, κατά το άρθρο 21 του Συντάγματος), από τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος σε συνδυασμό με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 13 αυτού και του άρθρου 2 του Π.Π.Π. της Ε.Σ.Δ.Α. συνάγεται, ότι ως «ανάπτυξη» της ορθόδοξης χριστιανικής θρησκευτικής συνείδησης κατά τα ανωτέρω νοείται η εμπέδωση και ενίσχυση της συγκεκριμένης αυτής θρησκευτικής συνείδησης των μαθητών με τη διδασκαλία των δογμάτων, ηθικών αξιών και παραδόσεων της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, ως εκ τούτου δε αφορά αποκλειστικά τους μαθητές, οι οποίοι, ανήκοντες στην κατά τα άνω πλειοψηφία του ελληνικού λαού, ασπάζονται το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα (βλ. ΣτΕ 660, 926/2018 Ολομ.). Το κυριότερο μέσο, με το οποίο -εκτός άλλων (προσευχή, εκκλησιασμός)- υπηρετείται ο ανωτέρω συνταγματικός σκοπός είναι η διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών. Υπό τα δεδομένα αυτά, η διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών απευθύνεται αποκλειστικά, ως εκ του (ανωτέρω) περιεχομένου του, στους μαθητές που ασπάζονται το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα και όχι στους ετερόδοξους, αλλόθρησκους ή άθεους μαθητές. Τούτο δε ενόψει και του ότι οι τελευταίοι, απολαύοντες της θρησκευτικής ελευθερίας, η οποία κατοχυρώνεται ως απαραβίαστη με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 13 του Συντάγματος, έχουν ευθέως βάσει της συνταγματικής αυτής διατάξεως δικαίωμα πλήρους απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών, χωρίς καμία δυσμενή συνέπεια, εφόσον οι γονείς τους, ή οι ίδιοι αν είναι ενήλικοι, υποβάλουν δήλωση ότι δεν επιθυμούν, για λόγους θρησκευτικής συνείδησης, να παρακολουθήσουν τα τέκνα τους τη διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών που έχει το προεκτεθέν περιεχόμενο. Η δήλωση, εξάλλου, που θα μπορούσε να έχει το εξής περιεχόμενο: «Λόγοι θρησκευτικής συνείδησης δεν επιτρέπουν τη συμμετοχή (μου ή του παιδιού μου) στο μάθημα των Θρησκευτικών», δεν παραβιάζει τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 13 του Συντάγματος, εφόσον γίνεται χάριν απαλλαγής των μαθητών αυτών από την, επιβαλλόμενη κατ’ αρχήν από το Σύνταγμα και το νόμο, υποχρέωση παρακολουθήσεως του μαθήματος αυτού [πρβ. σε σχέση με την Ε.Σ.Δ.Α. την απόφαση του Ε.Δ.Δ.Α. της 26.9.2007 Folgero και λοιποί κατά Νορβηγίας (αρ. προσφυγής 15472/02), σκ. 96-102 καθώς και την απόφαση του Ε.Δ.Δ.Α. της 31.10.2019 Παπαγεωργίου και λοιποί κατά Ελλάδος (αρ. προσφυγών 4762 και 6140/18), σκ. 81-89].

 7. Επειδή, σύμφωνα με την με αριθμό 12773/Δ2/23-1-2015 εγκύκλιο του Υπ.Π.Ε.Θ. «Ρύθμιση μαθητικών θεμάτων», στην οποία παραπέμπει το άρθρο 25 «Απαλλαγή μαθητών/τριών από την ενεργό συμμετοχή σε μαθήματα» (παρ. 3) της 79942/Γ44/21-5-2019 (Β΄2005) απόφασης του Υπουργού Παιδείας Έρευνας και Θρησκευμάτων, η απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών χορηγείται ύστερα από υπεύθυνη δήλωση του ν.1599/1986, του ίδιου του μαθητή (αν είναι ενήλικος) ή και των δύο γονέων του (αν είναι ανήλικος), στην οποία θα αναφέρεται ότι ο μαθητής δεν είναι Χριστιανός Ορθόδοξος και, εξ΄ αυτού, επικαλείται λόγους θρησκευτικής συνείδησης, χωρίς να είναι υποχρεωτική η αναφορά του θρησκεύματος στο οποίο ανήκει, εκτός αν το επιθυμεί. Εφόσον χορηγηθεί απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών για τους ανωτέρω λόγους, στο πεδίο «ΘΡΗΣΚΕΥΜΑ» του Ατομικού Δελτίου μαθητή και του Απολυτηρίου Τίτλου, δε θα συμπληρώνεται ένδειξη που να είναι αντίθετη με το περιεχόμενο της Υπεύθυνης Δήλωσης που υποβλήθηκε για τη χορήγηση της απαλλαγής, για το οποίο θα ενημερώνεται και ενυπόγραφα ο/οι υποβάλλων/οντες την Υπεύθυνη Δήλωση. Στην ίδια εγκύκλιο προβλέπεται, επίσης, ότι η Υπεύθυνη Δήλωση του ν.1599/1986, με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής και των δύο γονέων του μαθητή, παραλαμβάνεται από το Διευθυντή του σχολείου εντός αποκλειστικής χρονικής προθεσμίας που διαρκεί από την 1η Σεπτεμβρίου έως και την 20η Σεπτεμβρίου κάθε έτους, καθώς και, ότι η ισχύς της χορήγησης απαλλαγής είναι ετήσια και ανανεώνεται για κάθε σχολικό έτος με την ίδια διαδικασία. 

 8. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Με την υπ’ αριθ. 1074/16-9-2019 αίτηση προς το Διευθυντή του 1ου Γενικού Λυκείου ***, συνοδευόμενη από ατομικές υπεύθυνες δηλώσεις, οι αιτούντες ζήτησαν την απαλλαγή του ανήλικου τέκνου τους μαθητή κατά το σχολικό έτος 2019-2020 της Α΄ Λυκείου, από τη διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών, από την απαγγελία προσευχής, από τη συμμετοχή σε εκκλησιασμούς και γενικά, από τη συμμετοχή του σε κάθε είδους θρησκευτικές δραστηριότητες και εκδηλώσεις, επικαλούμενοι «λόγους θρησκευτικής συνείδησης», καθώς και τις 77Α/2002 και 4/2015 αποφάσεις της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, επισημαίνοντας, ότι ο γιος τους είχε λάβει αντίστοιχη απαλλαγή και στις τρεις τάξεις του Γυμνασίου. Η αίτησή τους απορρίφθηκε με την πρώτη προσβαλλόμενη πράξη του Συλλόγου των Διδασκόντων του ως άνω Λυκείου, η οποία γνωστοποιήθηκε στους αιτούντες με το 1074/2-10-2019 έγγραφο του σχολείου, με την αιτιολογία ότι το αίτημά τους δεν ήταν σύμφωνο με την κειμένη νομοθεσία (άρθρο 25 παρ.3 της Υ.Α. 79942/ΓΔ4/21-5-2019 και τη 12773/42/23-1-2015 Εγκύκλιο του Υπ.Π.Ε.Θ.). Σε συνέχεια αυτού, με την υπ’ αριθ. 1115/9-10-2019 αίτηση, συνοδευόμενη από ατομικές υπεύθυνες δηλώσεις στις οποίες οι αιτούντες δήλωναν ότι ο γιος τους «δεν είναι Χριστιανός Ορθόδοξος και εξ’ αυτού επικαλούνται λόγους θρησκευτικής συνείδησης» επανέλαβαν το ως άνω αίτημά τους. Με τη δεύτερη προσβαλλόμενη πράξη, η οποία γνωστοποιήθηκε στους αιτούντες με το 1138/4-11-2019 έγγραφο του σχολείου, το αίτημά τους απορρίφθηκε ως εκπροθέσμως υποβληθέν, κατά παράβαση των αναφερόμενων στην ανωτέρω εγκύκλιο διαδικαστικών διατάξεων. ΄Υστερα από αυτά, ο γιός των αιτούντων παρακολούθησε από την αρχή του σχολικού έτους 2019-2020 το μάθημα των Θρησκευτικών χωρίς καμία απουσία μέχρι και τις 4-2-2020, οπότε σε συμμόρφωση με την Ν32/2020 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού επί σχετικής αιτήσεως αναστολής, εκδόθηκε η 39/19-2-2020 πράξη του Συλλόγου Διδασκόντων του οικείου Λυκείου με την οποία ανεστάλη η εκτέλεση των 18/27-9-2019 και 22/16-10-2019 (προσβαλλόμενων) προηγούμενων πράξεών του (σχετ. το υπ’ αριθ. πρωτ. 8842/28-4-2020 έγγραφο της Περιφερειακής Δ/νσης Β/βάθμιας Εκπαίδευσης Αττικής Δ/νση Β/βάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Αττικής) . 

 9. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση και το νομοτύπως κατατεθέν από 25-5-2020 υπόμνημα, οι αιτούντες επικαλούνται ιδιαίτερο ηθικό έννομο συμφέρον που δικαιολογεί τη συνέχιση της δίκης (άρθρο 32 παρ. 2 εδ.α’ του π.δ/τος 18/1989) και μετά τη λήξη του σχολικού έτους 2019-2020. Συγκεκριμένα δε, ότι ο γιός τους παρακολούθησε κανονικά, εξετάστηκε και βαθμολογήθηκε στο μάθημα των Θρησκευτικών, καθώς και ότι μόνο σε περίπτωση ακύρωσης των απορριπτικών των αιτήσεών τους περί της απαλλαγής πράξεων του σχολείου δύναται να διαγραφεί από τα τηρούμενα σχολικά αρχεία, το ευαίσθητο δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα που αφορά το γιό τους, ότι δηλαδή «δεν είναι Χριστιανός Ορθόδοξος». Εν προκειμένω, το Δικαστήριο, ενόψει της συνταγματικής διάταξης του άρθρου 13 παρ. 1 με την οποία η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, η οποία αποτελεί ιδιαίτερη έκφανση του δικαιώματος της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, κατοχυρώνεται ως απαραβίαστη, με την έννοια που αναφέρθηκε στη σκέψη 6. της παρούσας απόφασης, κρίνει, ότι συντρέχει στο πρόσωπο των αιτούντων ιδιαίτερο ηθικό έννομο συμφέρον για τη συνέχιση αυτής της δίκης, παρά τη λήξη του σχολικού έτους 2019-2020. 

 10. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις που εκδόθηκαν κατά τις προαναφερθείσες στην έβδομη σκέψη της παρούσας απόφασης διατάξεις, εκδόθηκαν κατά παράβαση του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων (Γ.Κ.Π.Δ.), του άρθρου 13 του Συντάγματος (Θρησκευτική ελευθερία-Ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης) και του αντίστοιχου άρθρου 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) -Ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας-, καθώς και του άρθρου 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (Δικαίωμα στην εκπαίδευση).

 11. Επειδή, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, το αίτημα των ήδη αιτούντων για την απαλλαγή του ανήλικου τέκνου τους από το μάθημα των Θρησκευτικών και τις θρησκευτικού περιεχομένου σχολικές εκδηλώσεις «για λόγους θρησκευτικής συνείδησης» διατυπώθηκε με πληρότητα και υποβλήθηκε εμπροθέσμως με την υπ’ αριθ. 1074/16-9-2019 αίτηση προς το Διευθυντή, η οποία απορρίφθηκε λόγω της μη αναγραφής σε αυτήν της ειδικότερης πληροφορίας, ότι ο μαθητής «δεν είναι Χριστιανός Ορθόδοξος», ενώ η συμπερίληψη της πληροφορίας αυτής στην επακολουθήσασα υπ’ αριθ. 1115/9-10-2019 αίτηση δεν προσδίδει στην τελευταία αυτή το χαρακτήρα νέας αίτησης, αλλά εντάσσεται στην εξέλιξη της ίδιας διαδικασίας και περαιτέρω, κατά τα γενόμενα δεκτά στη σκέψη 6. της παρούσας απόφασης, η προαναφερθείσα ειδικότερη και έχουσα την ιδιότητα ευαίσθητου δεδομένου προσωπικού χαρακτήρα, πληροφορία ότι ο/η αιτών/-ούσα την απαλλαγή «δεν είναι Χριστιανός Ορθόδοξος» δεν αποτελεί αναγκαίο περιεχόμενο της δήλωσης για απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών στην οποία, αρκεί να αναφέρεται ότι: «Λόγοι θρησκευτικής συνείδησης δεν επιτρέπουν τη συμμετοχή του παιδιού μου στο μάθημα των Θρησκευτικών», οι προσβαλλόμενες πράξεις του Συλλόγου των Διδασκόντων του 1ου Γενικού Λυκείου *** παρίστανται ως εκδοθείσες κατά παράβαση νόμου και είναι για το λόγο αυτό ακυρωτέες.

 12. Επειδή, κατόπιν τούτων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις. Ακόμη, πρέπει να επιστραφεί το καταβληθέν παράβολο και να καταλογιστούν σε βάρος του καθ’ ου τα δικαστικά έξοδα των αιτούντων. ύψους 320 ευρώ.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

 Απορρίπτει την αίτηση ακυρώσεως ως απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατά της αναφερόμενης στο δικόγραφο «παράλειψης», καθώς και κατά μέρος που ασκείται από το ανήλικο τέκνο των αιτούντων.

 Δέχεται την αίτηση κατά τα λοιπά. 

 Ακυρώνει την υπ’ αριθ. 18/27-9-2019 πράξη του Συλλόγου των Διδασκόντων του 1ου Γενικού Λυκείου *** (της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Αττικής της Περιφερειακής Δ/νσης Α/θμιας και Β/θμιας Εκπαίδευσης Αττικής), κατά το μέρος που αφορά την απόρριψη της από 16-9-2019 αιτήσεως των αιτούντων, καθώς και την υπ’ αριθ. 22/16-10-2019 πράξη του ίδιου ως άνω οργάνου. 

 Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στους αιτούντες.

 Επιβάλλει σε βάρος του καθ’ ού τη δικαστική δαπάνη των αιτούντων, ποσού τριακοσίων είκοσι (320) ευρώ.

 Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 20/1/2021 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 24/2/2021.

 Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Παρέμβαση στην Επιτροπή ΛΟΑΤΚΙ+ Ισότητας για την μεταρρύθμιση της Ταυτότητας Φύλου

  Το γραφείο μας, έχοντας ήδη χειριστεί 40 υποθέσεις διεμφυλικών (trans και non-binary) ατόμων από το 2016 και έχοντας συμβάλει στην έκδοση ...