Πέμπτη, Ιουλίου 02, 2020

Σωρηδόν ακύρωση Δημοτικών Συμβουλίων από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αττικής

Τις τελευταίες εβδομάδες η Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αττικής έχει εντατικοποιήσει τον αυτεπάγγελτο έλεγχο νομιμότητας ακυρώνοντας σωρηδόν αποφάσεις Δημοτικών Συμβουλίων που προσπάθησαν να εφαρμόσουν ευνοϊκές για τους πολίτες διατάξεις των μέτρων.

Έφτασε να ακυρώσει απόφαση Δημοτικού Συμβουλίου Σπάτων - Αρτέμιδος με την οποία ο Δήμος αυτός ενέκρινε την απαλλαγή γονέων από τα τροφεία Παιδικών και Βρεφονηπιακών σταθμών, ακριβώς όπως έλεγε η ΠΝΠ για τα μέτρα, επειδή "το έλεγε η ΠΝΠ και δεν χρειαζόταν να το πει το Δημοτικό Συμβούλιο"!

Μιλάμε δηλαδη τώρα για μια ακραία περίπτωση τυπολατρείας, χωρίς κανένα απολύτως πρακτικό αποτέλεσμα: αφού το ειπε η ΠΝΠ, τί κακό προκάλεσε το Δημοτικό Συμβούλιο που το επιβεβαίωσε με την πράξη του;
Η απάντηση ειναι πολύ απλή: μα δεν σας απάλλαξε αγαπητοί γονείς ο Δήμος, αλλά η φιλεύσπλαχνη Κυβέρνηση.

Είναι γνωστό ότι με την Αποκεντρωμένη Διοίκηση ασκείται ο κατά το Σύνταγμα έλεγχος νομιμότητας του Κράτους στους ΟΤΑ.

Αν κάνετε το λάθος και υποβάλετε μια προσφυγή στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση όμως, όπως έχετε το δικαίωμα ως θιγόμενοι, το αίτημά σας θα μεταφερθεί στις καλένδες. Προέχουν οι προτεραιότητες του Κράτους, όχι οι δικές σας.

Τρίτη, Ιουνίου 30, 2020

To νομοσχέδιο για την απαγόρευση των διαδηλώσεων

Το Σύνταγμα προβλέπει στο άρθρο 11 το "δικαίωμα του συνέρχεσθαι", ορίζοντας ότι οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνέρχονται ήσυχα και χωρίς όπλα. Το ίδιο συνταγματικό άρθρο ορίζει ότι η αστυνομία μπορεί να παρίσταται μόνον στις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις, οι οποίες μπορούν να απαγορευθούν με αιτιολογημένη απόφαση της αστυνομικής αρχής, γενικά, αν επίκειται σοβαρός κίνδυνος για την δημόσια ασφάλεια και, τοπικά, αν απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής.

Αυτό το άρθρο αναθέτει στον νόμο να εξειδικεύσει τους όρους του "σοβαρού κινδύνου για την δημόσια ασφάλεια" και της "σοβαρής διατάραξης της κοινωνικοοικονομικής ζωής".

Θέλουμε δηλαδή την διαμεσολάβηση του κοινού νομοθέτη για να νοηματοδοτήσει τους όρους και να θέσει βέβαια και τις εγγυήσεις ελέγχου ότι το δικαίωμα δεν θα καταστρατηγηθεί από τις αστυνομικές αρχές.

Τι κάνει λοιπόν το προτεινόμενο νομοσχέδιο;

Αντί να εξειδικεύσει τους όρους και τις προϋποθέσεις της ενάσκησης του δικαιώματος και του μόνου περιορισμού του που είναι η αιτιολογημένη απόφαση αστυνομικής αρχής, έρχεται να ανατρέψει τελείως την συνταγματική λογική. Δηλαδή, ενώ το Σύνταγμα προβλέπει ένα δικαίωμα, εξουσία που ασκεί ο πολίτης χωρίς άδεια (αυτή είναι η έννοια του δικαιώματος), ξαφνικά έρχεται ο νομοθέτης να διαχωρίσει ανάμεσα σε α) "προγραμματισμένες" και β) "αυθόρμητες" δημόσιες συναθροίσεις. Για τις μεν προγραμματισμένες ο διοργανωτής οφείλει να γνωστοποιήσει (κατανοητό και ανεκτό), για τις μεν αυθόρμητες η αστυνομική αρχή "δύναται να επιτρέψει": δηλαδή ο νόμος κατ' αρχήν τις απαγορεύει!!!

Αρχικά, ποιος θα διαγνώσει αν μια συνάθροιση είναι όντως προγραμματισμένη ή αυθόρμητη; Μα... ο δικαστής! Αφού δηλαδή έχει ήδη επιβληθεί η απαγόρευση ανάλογα με την κατηγορία της νομοθετικής παρέμβασης, η δικαιοσύνη θα έρθει εκ των υστέρων, δηλαδή πάρα πολύ αργά, να διαγνώσει περί τίνος πρόκειται και να κρίνει αν η αστυνομία ορθώς απαγόρευσε ή ορθώς αδειοδότησε.

Πρόκειται δηλαδή για παρέμβαση του κοινού νομοθέτη στο κανονιστικό εύρος του συνταγματικού δικαιώματος, πέραν του αντικειμένου της ρύθμισης που αφορά τις δύο αόριστες νομικές έννοιες του επικείμενου κινδύνου και της δημόσιας ασφάλειας.

Το Σύνταγμα δεν προβλέπει τέτοια επιφύλαξη υπέρ του κοινού νομοθέτη. Το άρθρο 11 περιέχει ένα πρωτογενές κανονιστικό περιεχόμενο, το οποίο ο νομοθέτης μόνο να εξειδικεύσει δύναται. Αυτό που κάνει το νομοσχέδιο αυτό δεν είναι εξειδίκευση, αλλά παρέμβαση στο πρωτογενές κανονιστικό περιεχόμενο του συνταγματικού δικαιώματος και εξ ορισμού εκτόπιση μιας δυσδιάγνωστης κατηγορίας υπαίθριων συναθροίσεων στην σφαίρα του απαγορευμένου.

Δεν νοούνται όμως εξ ορισμού απαγορεύσεις κοινού νόμου στο εύρος δικαιωμάτων που προβλέπονται συνταγματικά, διότι οι "αυτόματες" απαγορεύσεις προσκρούουν σε έναν άλλο συνταγματικό κανόνα: την αρχή της αναλογικότητας η οποία επιβάλλει την κατά περίπτωση κρίση του επιτρεπτού των περιορισμών. Όταν ο νομοθέτης παρεμβαίνει και εκτοπίζει γενικά συνταγματικά προβλεπόμενη ελευθερία στην σφαίρα του απαγορευμένου, μας δείχνει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο την μέθοδο της κοινοβουλευτικής παραβίασης του Συντάγματος.

Το νομοσχέδιο αυτό είναι στην ίδια την σύλληψή του αντισυνταγματικό. Είναι σαν να λέει ότι ορισμένες κατηγορίες εφημερίδων θα εκδίδονται ύστερα από άδεια. Ε, αυτό το έχουμε λύσει από το Σύνταγμα του 1822: ΔΕΝ τελούν τα συνταγματικά δικαιώματα υπό άδεια.

Πέμπτη, Ιουνίου 11, 2020

Προσφυγή για αποπομπή Αντιπροέδρου Ελευσίνας 2021 Πολιτιστικής Πρωτεύουσας Ευρώπης

Με σειρά παραβάσεων του διοικητικού δικαίου και της αρχής της διαφάνειας, ο Δήμος Ελευσίνας απέπεμψε τον Αντιπρόεδρο της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης “ELEUSIS 2021” κ. Ι. Εριφυλλίδη, ο οποίος προσέφυγε σήμερα στον αρμόδιο Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, με ειδική διοικητική προσφυγή. 


Το Δημοτικό Συμβούλιο της Ελευσίνας αποφάσισε την αντικατάσταση του κ. Εριφυλλίδη, χωρίς να τον έχει καλέσει σε προηγούμενη ακρόαση, με πλήρη έλλειψη αιτιολογίας, αλλά και κατά παράβαση της αρχής της αξιοκρατίας. Επιπλέον, η Α.Ε. “ ELEUSIS 2021”, ενώ δεν ανάρτησε την σχετική πράξη αντικατάστασης στο Πρόγραμμα “Διαύγεια”, προχώρησε σε πρόσκληση του Διοικητικού Συμβουλίου για συνεδρίαση υπό την “νέα” του σύνθεση, παραλείποντας τον προσφεύγοντα και αναφέροντας το νέο μέλος του Δ.Σ. που τον αντικατέστησε. 


Οι παραβάσεις αυτές που καταγγέλθηκαν με την προσφυγή του κ. Εριφυλλίδη, αναδεικνύουν σημαντικά κενά διαφάνειας ως προς την λειτουργία της Α.Ε., καθιστώντας έτσι αμφισβητούμενη την νομιμότητα της σύνθεσης του Δ.Σ., αλλά και των αποφάσεων που καλείται να λάβει αυτό ενόψει της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης του 2021. 


Σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο, ο Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης έχει την αρμοδιότητα εντός δύο (2) μηνών να ακυρώσει την αποπομπή του κ. Εριφυλλίδη, αφού προηγουμένως ασκήσει έλεγχο νομιμότητας επί των αποφάσεων του Δήμου και της Α.Ε. Λόγω των σοβαρότατων συνεπειών που ενδέχεται να έχει η υπόθεση για την διοργάνωση της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης, ο νομικός παραστάτης του προσφεύγοντος κ. Β. Σωτηρόπουλος καλεί την Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αττικής να προτεραιοποιήσει την εξέταση της προσφυγής. 


Τετάρτη, Ιουνίου 10, 2020

Δικαστικός έλεγχος GDPR στο σύστημα μετεγγραφών φοιτητών

Σήμερα εκπροσώπησα ως πληρεξούσιος δικηγόρος στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών έναν φοιτητή περιφερειακού πανεπιστημίου που ζήτησε να μετεγγραφεί σε πανεπιστήμιο της περιφέρειας στο οποίο σπουδάζει η αδελφή του, αλλά το πληροφοριακό σύστημα του υπουργείου Παιδείας του απέρριψε με αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων το αίτημα.
Ένας από τους λόγους ακύρωσης που προέβαλα είναι το δικαίωμα αντίταξης στις αυτοματοποιημένες αποφάσεις που, κατά το άρθρο 22 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων, δίνει στον πολίτη το δικαίωμα να μην εφαρμοστεί μια τέτοια απόφαση που τον αφορά ή τον επηρεάζει σημαντικά. 
Το Υπουργείο Παιδείας έχει καταστρώσει ένα πληροφοριακό σύστημα που αντλεί προσωπικά δεδομένα από πανεπιστήμια και με διάφορους συσχετισμούς απορρίπτει αιτήματα μετεγγραφών, χωρίς να δίνει στο άτομο το δικαίωμα "ανθρώπινης παρέμβασης" που κατά τον ΓΚΠΔ πρέπει να εξασφαλίζεται όταν οι αποφάσεις είναι απορριπτικές. 
Αυτό το δομικό πρόβλημα καταστρατήγησης του #GDPR από το Υπουργείο Παιδείας και την διασύνδεσή του με τα Πανεπιστήμια έχω αναδείξει σήμερα - και με προφορική ανάπτυξη, αν και αρχικά δεν ήθελα, αλλα υποχρεώθηκα από το γεγονός ότι μία συνάδελφος αντιδίκου ήταν παρούσα και ήθελε να αναπτύξει προφορικά - στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, το οποίο καλείται τώρα να ελέγξει αυτό το σύστημα.
Το Υπουργείο Παιδείας αντέκρουσε με το πρωτοφανές ευφυολόγημα ότι η απορριπτική απάντηση που εκδίδεται ηλεκτρονικά από το σύστημα "δεν αποτελεί διοικητική πράξη, επειδή δεν φέρει τα στοιχεία της διοικητικής πράξης, όπως ημερομηνία". Δηλαδή αφενός έχουν φτιάξει ένα πληροφοριακό σύστημα που ΔΕΝ έχει τα στοιχειώδη χαρακτηριστικά της ατομικής πράξης, αφετέρου έρχονται και επικαλούνται υπέρ τους και κατά του πολίτη, ότι το πληροφοριακό σύστημα που έχουν φτιάξει είναι κυριολεκτικά της πλάκας. 
Εννοείται ότι αντιπαρήλθα το επιχείρημα αναδεικνύοντας ότι το πληροφοριακό αποτελέσμα ισοδυναμεί με ένδειξη περί της σιωπηρής απόρριψης (ή παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας) εκ μέρους του αντιδίκου, το οποίο καλό είναι να μην κρύβεται πίσω από τις ατέλειες του δικού του συστήματος για να αποφύγει τον δικαστικό έλεγχο. Απ' όσο γνωρίζω μέχρι στιγμής είναι ίσως η πρώτη φορά που το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών θα κρίνει επί του θέματος του άρθρου 22 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων. 
Θα περίμενα πάντως, το Υπουργείο Παιδείας που έχει στην διάθεσή του όλα τα παραπάνω στοιχεία και επιχειρήματα από τον Οκτώβριο του 2019 οπότε κατέθεσα την σχετική αίτηση ακύρωσης, να είχε φροντίσει να φτιάξει το πληροφοριακό του σύστημα κι όχι να έρχεται μετά από τόσους μήνες και να το υπερασπίζεται στο Δικαστήριο. 
Είναι άλλη μια ιστορία αποτυχημένης ηλεκτρονικής διακυβέρνησης στην Ελληνική Δημοκρατία, η οποία επαίρεται για τα υποτιθέμενα άλματα προς το ψηφιακό κράτος, χωρίς όμως συμμόρφωση με τα στοιχειώδη ατομικά δικαιώματα των πολιτών.

Σάββατο, Μαΐου 30, 2020

Οι δικηγόροι προσφεύγουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κοινωνικών Δικαιωμάτων

Στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κοινωνικών Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης προσέφυγαν χθες 28 Μαϊου 2020, πενήντα τρεις (53) Δικηγορικοί Σύλλογοι της χώρας για βαρύτατες παραβάσεις των δικαιωμάτων που προβλέπονται από τον Αναθεωρημένο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη, τον οποίο η Ελλάδα κύρωσε με τον Ν. 4359/2016 (έχοντας κυρώσει και τον αρχικό Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη με τον Ν. 1426/1984). Είναι μια ιστορική προσφυγή για τις διεκδικήσεις του σώματος των δικηγόρων.
Ως μια σοβαρά πληττόμενη κοινωνική και επαγγελματική ομάδα, οι δικηγόροι στην Ελλάδα βίωσαν την βαθύτατη περιφρόνηση της νομοθετικής και εκτελεστικής λειτουργίας, στο πλαίσιο της λήψης μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορονοϊού. Η ορθή απόφαση για το κλείσιμο των Δικαστηρίων της χώρας για την προστασία της δημόσιας υγείας στις αρχές του Μαρτίου του 2020 δεν συνοδεύθηκε από αντισταθμιστικά μέτρα για την προστασία της αξιοπρέπειας και των στοιχειωδών κοινωνικών δικαιωμάτων των δικηγόρων και των οικογενειών τους.
Παρά τις αρχικές κυβερνητικές δεσμεύσεις για στήριξη του κλάδου των συλλειτουργών της Δικαιοσύνης, πολύ σύντομα αποδείχθηκε ότι το Κράτος περιέπαιξε το δικηγορικό σώμα, με το μεγάλο φιάσκο της “τηλεκπαίδευσης” και την τελική άρνηση ένταξης στις πληττόμενες κατηγορίες που ενισχύθηκαν οικονομικά, παρά τις επανειλημμένες αντίθετες διαβεβαιώσεις. 
Στην συλλογική προσφυγή που υποβλήθηκε στην Εκτελεστική Γραμματεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο Στρασβούργο, οι προσφεύγοντες επικαλούνται παραβιάσεις από την Ελλάδα μιας σειράς δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη. Συγκεκριμένα, οι δικηγορικοί σύλλογοι επικαλούνται αρχικά την απαγόρευση διάκρισης που προβλέπεται στο στοιχείο “Ε” του Χάρτη, καταδεικνύοντας την δυσμενή μεταχείριση που επιφύλαξε η Ελλάδα στους δικηγόρους σε σχέση με άλλες εργασιακές ομάδες. Τονίζεται ο ρόλος των δικηγόρων ως Υπερασπιστών Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, κατά τα σχετικά διεθνή πρότυπα και τις εγγυήσεις που ισχύουν στο Συμβούλιο της Ευρώπης και η σοβαρή υποβάθμιση του ρόλου τους με τον αποκλεισμό τους από τα μέτρα ενίσχυσης που ελήφθησαν για άλλες επαγγελματικές κατηγορίες. Η προσφυγή επικαλείται την υποχρέωση του Κράτους, βάσει του άρθρου 30 του Χάρτη για λήψη θετικών μέτρων ώστε να αποτρέπεται η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός. Αναδεικνύει την παράλειψη της Ελλάδας να φροντίσει ώστε οι δικηγόροι να επωφεληθούν χωρίς διακρίσεις από τα μέτρα για την προστασία της υγείας που λαμβάνονται, κατά το άρθρο 11 του Χάρτη. Υπογραμμίζει την παραβίαση του άρθρου 13 του Χάρτη που κατοχυρώνει την υποχρέωση παροχής κοινωνικών βοηθημάτων σε περίπτωση προσωρινής αδυναμίας απόκτησης εισοδήματος. Στηλιτεύει την περιφρόνηση της υποχρέωσης κοινωνικής, νομικής και οικονομικής προστασίας των οικογενειών των δικηγόρων, κατά παράβαση του άρθρου 16 του Χάρτη και των παιδιών των δικηγόρων κατά το άρθρο 17 του Χάρτη. Αποκαλύπτει ότι η εξαίρεση των δικηγόρων από το δικαίωμα έκπτωσης μισθωμάτων κατοικίας, δικαίωμα το οποίο έχουν οι αυτοαπασχολούμενοι που έλαβαν το ειδικό βοήθημα, παραβιάζει το άρθρο 32 παρ. 2 του Χάρτη που προστατεύει την κατοικία.
Αίτημα της προσφυγής, εκτός από την διαπίστωση των παραβάσεων είναι να ζητήσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κοινωνικών Δικαιωμάτων από την Ελλάδα να λάβει επειγόντως άμεσα μέτρα για την τήρηση των υποχρεώσεών της σύμφωνα με τον Αναθεωρημένο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη.
Την προσφυγή συνυπογράφουμε με τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και Πρόεδρο της Ολομελείας των Δικηγορικών Συλλόγων Δημήτρη Βερβεσό. Την έχει συντάξει και καταθέσει η συνάδελφος Ηλέκτρα - Λήδα Κούτρα και την συνεπικουρώ στο έργο της εκπροσώπησης.

Παρασκευή, Μαΐου 29, 2020

Η αναγραφή της διαγωγής των μαθητών στα απολυτήρια

Πέρσι τέτοιες μέρες ήμουν στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, εκπροσωπώντας γονείς και μαθητές που υποστήριζαν την διαγραφή ενός ευαίσθητου προσωπικού δεδομένου από τα απολυτήρια του σχολείου. Ο τότε Υπουργός Παιδείας κ. Γαβρόγλου είχε αποφασίσει την αναγραφή του δεδομένου, χωρίς να έχει λάβει στην υπουργική απόφασή του υπόψη το γεγονός ότι αυτά άλλαξαν το 2018 με την θέση σε εφαρμογή του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων #GDPR που επιτρέπει την αναγραφή του θρησκεύματος μόνο σε πέντε περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις, στις οποίες φυσικά δεν ήταν τα απολυτήρια του σχολείου. Μετά την προσφυγή μας, ο Υπουργός άλλαξε την υπουργική απόφαση, όχι όμως ως προς το σκέλος του θρησκεύματος, αλλά ως προς την προσθήκη του ονόματος μητρός των μαθητών! Στην διαδικασία προέδρευε η κ. Σακελλαροπούλου, η οποία ρώτησε την πληρεξούσια του Υπουργείου για ποιο λόγο θέλει το Υπουργείο να υπάρχει και το θρήσκευμα στο απολυτήριο και δεν πήρε ποτέ μια πειστική απάντηση. Η απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ είχε αποτέλεσμα την ακυρωση των υπουργικών αποφάσεων Γαβρόγλου και το Κράτος κατέβαλε τα δικαστικά έξοδα 1840 ευρώ. Η κ. Κεραμέως σε συμμόρφωση προς αυτές τις δικαστικές αποφάσεις εξέδωσε νέα υπουργική απόφαση με την οποία απάλειψε την αναγραφή του θρησκεύματος από τα απολυτήρια.

Όμως, το ίδιο πρόβλημα αναμένεται να έχει η υπουργική αποφαση της κ.Κεραμέως που θα ορίζει τα δεδομένα που αναγράφονται στο απολυτήριο του σχολείου εάν ψηφιστεί η διάταξη του άρθρου 5 του νομοσχεδίου που κατατέθηκε χτες στην Βουλή και με την οποία επαναφέρεται η αναγραφή της διαγωγής των μαθητών. Από το 2017 είχε αποφασιστεί ότι η διαγωγή δεν θα αναγράφεται επί του απολυτηρίου, αν και συνεχίζει φυσικά να υπάρχει στα αρχεία που τηρεί το σχολείο για τους μαθητές. Τώρα, το νομοσχέδιο προβλέπει ως παιδαγωγικό μέτρο την αναγραφή! Ωστόσο, δεν έχει προηγηθεί κανένας έλεγχος για την τήρηση του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων με αυτή την διάταξη. Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα έχει στείλει επιστολή για αυτό το θέμα ειδικά στο Υπουργείο Παιδείας, ζητώντας εξηγήσεις για το νέο προσωπικό δεδομένο. Η υπουργός έχει υποστηρίξει ότι αυτή η αναγραφή υπηρετεί την συνταγματική επιταγή του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος, κατά το οποίο αποστολή της εκπαίδευσης είναι η ανάπτυξη των Ελλήνων σε υπεύθυνους πολίτες. Ωστόσο, η επιταγή αυτή μπορεί να ικανοποιηθεί και με άλλες διατάξεις λιγότερο στιγματιστικές για το άτομο. Το ίδιο ακριβώς συνταγματικό άρθρο επιβάλλει ως αποστολή της παιδείας την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης, χωρίς όμως να θεωρείται πλέον ανεκτή η αναγραφή του θρησκεύματος στα απολυτήρια. Άρα, το 16.2 δεν μπορεί να αποτελέσει επαρκή λόγο για την αναγραφή και της διαγωγής.

Δεν είναι, φυσικά, ένα απλό θέμα προσωπικών δεδομένων. Η "διαγωγή" των μαθητών είναι ένας αυθαίρετος χαρακτηρισμός, κατά τις προσωπικές αντιλήψεις του κάθε καθηγητή - αξιολογητή. Ιστορικά και παραδοσιακά, η "διαγωγή" χρησιμοποιήθηκε για τον στιγματισμό της διαφορετικότητας κι όχι βέβαια για την διαμόρφωση υπεύθυνων πολιτών. Παιδιά πολιτικών αντιφρονούντων είχαν άριστα σε όλα τα μαθήματα, αλλά διαγωγή "κοσμία", καθώς το κράτος τότε επιχειρούσε να στιγματίσει τα μιάσματα. Στην σημερινή εποχή επίσης ο αυθαίρετος στιγματισμός της διαγωγής μπορεί να οδηγήσει σε κάθε πιθανό και απίθανο αποκλεισμό σχετιζόμενο επίσης με εγγενείς ή μόνιμες ιδιότητες που δεν είναι αρεστές: η φυλετική ή εθνική καταγωγή, το θρήσκευμα, η κοινωνική κατάσταση, ο σεξουαλικός προσανατολισμός και η ταυτότητα φύλου θα είναι ξεκάθαρα οι λόγοι της κακής "διαγωγής" από καθηγητές που θα συγκαλύπτουν τα ρατσιστικά, μισαλλόδοξα και ομο-τρανσφονικά κίνητρά τους. Αυτοί οι κίνδυνοι είναι πολύ σοβαροί για να επιτραπεί η προσθήκη άλλου ενός προσωπικού δεδομένου. Το επιχείρημα των άτακτων μαθητών που ασχημονούν κατά την εκπαιδευτική διαδικασία καταλύεται με την πρόβλεψη σαφών πειθαρχικών διαδικασιών για την συμμόρφωση με τους κανόνες της σχολικής ζωής: καμία τιμωρία δεν μπορεί να επιβάλλεται χωρίς νόμο που απαγορεύει μια πράξη. Η έμμεση τιμωρία της κακής "διαγωγής" καταστρατηγεί τις διαδικασίες και ρευστοποιεί τους κανόνες της λογοδοσίας. Η διαμόρφωση των μαθητών σε υπεύθυνους πολίτες πραγματώνεται όταν υποχρεώνονται να λογοδοτήσουν για τις πράξεις τους που παραβιάζουν κανόνες. Όχι όταν επιδιώκουν να είναι αρεστοί, άρα να υποκρίνονται κάτι που δεν είναι, για να συμμορφωθούν με τις πλειοψηφικές προτιμήσεις μιας κοινότητας. Ο κοινοτισμός του σχολείου έχει σαφή όρια: τα ατομικά δικαιώματα των μαθητών. Η αναγραφή της διαγωγής καταργεί την λογοδοσία πίσω από τον φερεντζέ της ανέλεγκτης τεχνικής κρίσης της διοίκησης.

Μια επιλογή που δεν μπορεί να είναι ανεκτή σε ένα κράτος δικαίου.

Τετάρτη, Μαΐου 27, 2020

Η αντισυνταγματικότητα της μεταφοράς της σωφρονιστικής διοίκησης στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη.

1. Η εκτέλεση των ποινών που επιβάλλει η Πολιτεία αποτελεί ύλη που εμπίπτει στο ευρύτερο πεδίο της τρίτης κρατικής λειτουργίας, της Δικαιοσύνης. Ο κανόνας αυτός απορρέει από τις εξής επαγωγές: ενώ σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 3 του Συντάγματος η δ ι κ α σ τ ι κ ή λ ε ι τ ο υ ρ γ ί α ασκείται από τα δικαστήρια, η ευρύτερη έννοια της Δικαιοσύνης περιλαμβάνει τόσο την δικαστική λειτουργία (τακτική Δικαιοσύνη), όσο και την πολιτική διαχείριση των διοικητικών ζητημάτων της Δικαιοσύνης που ασκείται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και το αρμόδιο υπουργείο του οποίου προϊσταται. Το Σύνταγμα προβλέπει συγκεκριμένες αρμοδιότητες για τον Υπουργό Δικαιοσύνης, τον οποίο αναφέρει με την ιδιότητα του αυτή ως άμεσο όργανο του Κράτους (δεν νοείται -συνταγματικά- κατάργηση του Υπουργού Δικαιοσύνης με νόμο, ενώ νοείται κατάργηση π.χ. του Υπουργού Εσωτερικών). Σε τρία άρθρα του, το Σύνταγμα αναφέρει ρητά τον Υπουργό Δικαιοσύνης, τον ένα από τους δύο "επώνυμους" Υπουργούς που αναφέρει το Σύνταγμα (ο άλλος ειναι ο Οικονομικών). Ο Υπουργός Δικαιοσύνης ασκεί την πειθαρχική αγωγή κατά των δικαστών (παράλληλα προς την αρμοδιότητα των συμβουλίων δικαστών), κατά το άρθρο 91. παρ. 3 του Συντάγματος. Αν ο Υπουργός Δικαιοσύνης διαφωνεί με την κρίση ανώτατου δικαστικού συμβουλίου, μπορεί να παραμπέμπει το ζήτημα στην ολομέλεια του οικείου ανώτατου δικαστηρίου οπως ο νόμος ορίζει, κατά το άρθρο 90 παρ. 3. Το πιο σχετικό, πάντως, με το ζήτημα της εκτέλεσης των ποινών είναι το άρθρο 47 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο η/ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει το δικαίωμα, ύστερα από π ρ ό τ α σ η του Υπουργού Δικαιοσύνης και γνώμη συμβουλίου που συγκροτείται κατά πλειοψηφία από δικαστές να χ α ρ ί ζ ε ι, μ ε τ α τ ρ έ π ε ι ή μ ε τ ρ ι α ζ ε ι τις π ο ι ν έ ς που επιβάλλουν τα δικαστήρια, καθώς και να α ί ρ ε ι τις κάθε είδους νόμιμες συνέπειες π ο ι ν ώ ν που έχουν επιβληθεί και εκτιθεί. Η συγκεκριμένη συνταγματική επιλογή προκρίνει τον Υπουργό Δικαιοσύνης και κανέναν άλλο Υπουργό, ως αρμόδιο για την πρόταση προς την/τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας σε ένα ζήτημα που συνδέεται αμιγώς με τις ο ι ο ν ε ί δ ι κ α ι ο δ ο τ ι κ έ ς αρμοδιότητες του ρυθμιστή του πολιτεύματος και αφορά ακριβώς την χάρη, την μετατροπή και τον μετριασμό των ποινών που επιβάλλουν τα δικαστήρια. Το Σύνταγμα αναθέτει στον Υπουργό Δικαιοσύνης την αρμοδιότητα για πρόταση και την πολιτική ευθύνη για την κορυφαία πολιτειακή πράξη που αφορά τον σωφρονισμό: την χάρη, την μετατροπή / τον μετριασμό των ποινών και την άρση των συνέπειών τους. Νόμος που θα μετέφερε αυτή την αρμοδιότητα του Υπουργού Δικαιοσύνης σε άλλον Υπουργό θα ήταν ευθέως αντίθετος στο γράμμα και το πνεύμα του άρθρου 47 παρ. 1 του Συντάγματος. Ο σκοπός της διάταξης είναι ακριβώς να π ρ ο σ δ ε θ ο ύ ν οι αρμοδιότητες που συνδέονται με την εκτέλεση των ποινών που επιβάλλουν τα δικαστήρια με τον θεσμικό ρόλο του Υπουργού Δικαιοσύνης και του Υπουργείου, του οποίου αυτός προϊσταται. Διότι, δεν νοείται άλλος Υπουργός να έχει την πολιτική ευθύνη για τις φυλακές και άλλος Υπουργός να είναι αρμόδιος για την πρόταση για την αποφυλάκιση κρατουμένων με Προεδρικό Διάταγμα. Η λειτουργική ενότητα της σωφρονιστικής διοίκησης που ασκείται στην μείζονα έκφρασή της (απονομή χάριτος, μετριασμός/μετατροπή ποινών, άρση συνεπειών) με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης επιβάλλει συνολικά οι υπηρεσίες που αφορούν την σωφρονιστική λειτουργία να υπάγονται στο Υπουργείο του οποίου Προϊσταται ο Υπουργός Δικαιοσύνης. Αυτό σημαίνει ότι η σύμφωνη με το Σύνταγμα λειτουργία των σωφρονιστικών υπηρεσιών επιβάλλεται και με την λογική του από το μείζον στο έλασσον (a majore ad minus) να υπάγονται στο Υπουργείο του οποίου προϊσταται ο Υπουργός Δικαιοσύνης, δηλαδή στο υπουργείο Δικαιοσύνης. Διαφορετικά, σε περίπτωση δηλαδή που οι σωφρονιστικές υπηρεσίες υπάγονται σε άλλο υπουργείο, δεν ικανοποιείται η λογική συνέχεια του πνεύματος του Συντάγματος, κατά το οποίο η εκτέλεση της ποινής υπάγεται στην ευρύτερη έννοια της Δικαιοσύνης, ως συμπληρωματική πολιτειακή αποστολή που ολοκληρώνει την λειτουργική εμβέλεια της δικαστικής λειτουργίας.
2. Όμως, με το π.δ. 81/2019, ειδικότερα με το άρθρο 2 παρ. 5.1., στο νέο "Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη" μεταφέρθηκαν ως σύνολο αρμοδιοτήτων, θέσεων, οργάνων και προσωπικού, διάφορες υπηρεσίες, ανάμεσα στις οποίες και η Γενική Γραμματεία Αντεγκληματικής Πολιτικής του άρθρου 17 π.δ.96/2017, συμπεριλαμβανομένου του συνόλου των υπαγομένων σε αυτή οργανικών μονάδων, όπως είναι: το Σώμα Επιθεώρησης και Ελέγχου Καταστημάτων Κράτησης, η Ιατροδικαστική Υπηρεσία, τα Καταστήματα Κράτησης, Σωφρονιστικά και Θεραπευτικά καταστήματα και η Κεντρική Αποθήκη Υλικού Φυλακών και γενικά όλες οι υπηρεσίες του κλάδου του “Σωφρονισμού” που ως την έκδοση του εν λόγω π.δ. ανήκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Οι διατάξεις αυτές του π.δ. 81/2019 και του Ν.4625/2019 βρίσκονται σε σχέση έντασης με την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, με το άρθρο 47 παρ. 1 του Συντάγματος και με την δικαιοκρατική αρχή της πρόσδεσης της εκτέλεσης των ποινών στην συνταγματική λειτουργία της Δικαιοσύνης. 
3. Με την παραπάνω θεώρηση συντάσσεται σημαντική μερίδα του νομικού κόσμου της χώρας. Σύμφωνα με την με ημερομηνια 16.7.2019 Ανακοίνωση της Συντονιστικής Επιτροπής των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, εκφράστηκαν επιφυλάξεις για την μεταφορά υπηρεσιών του Υπουργείου Δικαιοσύνης στο Υπουργείο Προστσίας του Πολίτη και ιδίως των Καταστημάτων Κράτησης, των Σωφρονιστικών και Θεραπευτικών Καταστημάτων, της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας, των Υπηρεσιών Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής. Η αιτιολογία της ανακοίνωσης είναι η εξής: “Η επιβολή και η έκτιση της ποινής, όπως και οι συνθήκες κράτησης και τα δικαιώματα των κρατουμένων και ιδίως των ανηλίκων, συνδέονται άμεσα και άρρηκτα με το σύστημα απονομής της Δικαιοσύνης και τις προβλεπόμενες δικαστικές εγγυήσεις και δεν είναι νοητή η αποκοπή τους από αυτό. Η διεθνής εμπειρία, άλλωστε, το επιβεβαιώνει. Η ποινή έχει ως σκοπό τον σωφρονισμό του δράστη και όχι την τιμωρία/εκδίκηση, με απώτερο στόχο την ομαλή επανένταξή του στο κοινωνικό γίγνεσθαι.”
4. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η σχετική ανακοίνωση της Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για το πρόβλημα της μεταφοράς των υπηρεσιών του σωφρονισμού από το Υπουργείο Δικαιοσύνης στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη. Συγκεκριμενα, το εν λόγω συμβουλευτικό όργανο της Πολιτείας, με την με ημερομηνία 17.7.2019 δημόσια ανακοίνωσή του με τίτλο “Δήλωση της ΕΕΔΑ για την ανάγκη διατήρησης της ανεξαρτησίας μεταξύ των βασικών πυλώνων του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης” τοποθετήθηκε ως εξής:
“Η ΕΕΔΑ εκφράζει την ανησυχία της για τη μεταφορά αρμοδιοτήτων, θέσεων, οργάνων και προσωπικού από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (μετονομασθέν πλέον σε Υπουργείο Δικαιοσύνης) στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται, σύμφωνα με το άρθρο 2, παρ. 5.1, του ΠΔ 81/2019, η Γενική Γραμματεία Αντεγκληματικής Πολιτικής, συμπεριλαμβανομένου του συνόλου των υπαγομένων σε αυτή οργανικών μονάδων, το Σώμα Επιθεώρησης και Ελέγχου Καταστημάτων Κράτησης, η Ιατροδικαστική Υπηρεσία, τα Καταστήματα Κράτησης, Σωφρονιστικά και Θεραπευτικά Καταστήματα, τα Ειδικά Θεραπευτικά Καταστήματα και η Κεντρική Αποθήκη Υλικού Φυλακών (ΚΑΥΦ), το Ίδρυμα Αγωγής Ανηλίκων Αρρένων Βόλου και οι Υπηρεσίες Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής.
Αποτελεί κοινή παραδοχή ότι οι βασικοί πυλώνες του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης, μεταξύ των οποίων η Αστυνομία και οι Φυλακές, είναι και οφείλουν να παραμείνουν ανεξάρτητοι μεταξύ τους, στο βαθμό που καθένας τους αντιμετωπίζει με διαφορετικό τρόπο και διαφορετικό βαθμό ευθύνης και διακριτικής ευχέρειας το έγκλημα και προστατεύει την κοινωνία από τη διαφθορά, την αστυνομική βία και την κατάχρηση εξουσίας.
Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Κώδικα Ηθικής της Αστυνομίας, ο οποίος υιοθετήθηκε με τη Σύσταση (2001)10 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, η διάκριση μεταξύ του ρόλου της Αστυνομίας και της Εισαγγελίας, του δικαστικού σώματος και του σωφρονιστικού συστήματος πρέπει να είναι σαφής . Ταυτόχρονα, στην αιτιολογική έκθεση του Κώδικα, επισημαίνεται ότι, παρότι το μοντέλο αυτό ποινικής δικαιοσύνης προϋποθέτει και θεωρεί ως αυτονόητη την ανεξαρτησία κάθε συντελεστή της, είναι πολύ σημαντικό να προβλέπεται η ενσωμάτωση του αναγκαίου αριθμού «ελέγχων και ισορροπιών» (checks and balances), προκειμένου να διασφαλίζεται ότι η ποινική δικαιοσύνη λειτουργεί κατά τρόπο αποτελεσματικό που συνάδει με το νόμο. Σημειώνεται ότι η σύσταση αυτή του Συμβουλίου της Ευρώπης ετίθετο ήδη από τη δεκαετία του 1980 ως προϋπόθεση ένταξης για τα νέα Κράτη μέλη του Συμβουλίου. Με βάση μάλιστα τα διαθέσιμα συγκριτικά στοιχεία, στη συντριπτική πλειονότητα των ευρωπαϊκών εννόμων τάξεων, οι αρμοδιότητες της Διοίκησης των σωφρονιστικών καταστημάτων υπάγονται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, η ΕΕΔΑ συστήνει στις αρμόδιες κρατικές Αρχές να διασφαλίσουν με κάθε τρόπο την ανεξαρτησία μεταξύ των Αστυνομικών Αρχών, οι οποίες έχουν ως αποστολή τους την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος και των Σωφρονιστικών Αρχών, οι οποίες είναι αρμόδιες για την έκτιση των ποινών με ασφάλεια, αξιοπιστία, διαφάνεια και με σεβασμό στον άνθρωπο, καθώς και της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας και των Υπηρεσιών Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής.”
5. Παρεμφερής ήταν και η ανακοίνωση της 17.7.2019 της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕλΕΔΑ), η οποία δεν αποτελεί μεν δημόσιο όργανο όπως η ΕΕΔΑ, αλλά οργάνωση της κοινωνίας των πολιτών. ΕλΕΔΑ που συμφωνεί με την προπαρατεθείσα αιτιολογία, με επιχείρημα την συνταγματική αρχή του κράτους δικαίου: “Σε ένα κράτος δικαίου η εκτέλεση όλων των ποινών, είτε των στερητικών της ελευθερίας είτε των λεγόμενων εναλλακτικών, όπως της κοινωφελούς εργασίας, πρέπει να αντιμετωπίζεται με άξονες τον σεβασμό των δικαστικών αποφάσεων, των δικαιωμάτων των κρατουμένων, τη βελτίωση των συνθηκών κράτησης και την κοινωνική επανένταξη των καταδικασθέντων, και όχι μόνο με όρους καταστολής. Έτσι, εξάλλου, καθίσταται αποτελεσματικότερη και η προστασία της δημόσιας τάξης και η πρόληψη της υποτροπής. Η επίλυση των ζητημάτων που αντιμετωπίζει το σωφρονιστικό σύστημα, δεν δύναται να επιτευχθεί αποκλειστικά και μόνο μέσω του αστυνομικού ελέγχου. Σε κάθε περίπτωση, η εκτέλεση των ποινικών αποφάσεων δεν αποτελεί αρμοδιότητα των διωκτικών αρχών αλλά της δικαιοσύνης."
6. Στην Ελλάδα, ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων δεν είναι κεντρικός και άμεσος (όπως θα ήταν εάν ασκείτο από ένα Συνταγματικό Δικαστήριο), αλλά είναι διάχυτος και παρεμπίπτων, καθόσον κάθε δικαστήριο οφείλει, στο πλαίσιο της υπόθεσης που κάθε φορά δικάζει, να απέχει από την εφαρμογή νόμου που "το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα" (άρθρο 93 παρ. 4 Σ). Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε πράξη που εκδόθηκε από τις υπηρεσίες που μεταφέρθηκαν από το Δικαιοσύνης στο Προστασίας του Πολίτη προσβληθεί δικαστικά (σε ένα διοικητικό δικαστήριο ή ακόμη και, στο πλαίσιο κάποιας άλλης διαφοράς που προϋποθέτει παρεμπίπτοντα έλεγχο νομιμότητας μιας τέτοιας πράξης από τα πολιτικά ή τα ποινικά δικαστήρια ή και από το Ελεγκτικό Συνέδριο) είναι εκτεθειμένη στην παραπάνω κρίση συμβατότητας προς το Σύνταγμα, στο πλαίσιο του ελέγχου της έκδοσης από αρμόδιο ή μη κρατικό όργανο. Δηλαδή, κάθε δικαστήριο, στο οποίο τεθεί υπόψιν μια διοικητική πράξη των υπηρεσιών αυτών που μεταφέρθηκαν στο Προστασίας του Πολίτη, διαθέτει την συνταγματική νομιμοποίηση, παρεμπιπτόντως, να εξετάσει την συνταγματική νομιμότητα της έκδοσης της πράξης από το αρμόδιο όργανο και διαπιστώνοντας την υπαγωγή της υπηρεσίας στην ιεραρχία άλλου Υπουργείου κι όχι στην ιεραρχία του Υπουργείου Δικαιοσύνης να διαγνώσει την επίμαχη αντισυνταγματικότητα.

Σωρηδόν ακύρωση Δημοτικών Συμβουλίων από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αττικής

Τις τελευταίες εβδομάδες η Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αττικής έχει εντατικοποιήσει τον αυτεπάγγελτο έλεγχο νομιμότητας ακυρώνοντας σωρηδόν αποφά...