Παρασκευή, Μαΐου 14, 2021

Παρέμβαση στην Επιτροπή ΛΟΑΤΚΙ+ Ισότητας για την μεταρρύθμιση της Ταυτότητας Φύλου

 Το γραφείο μας, έχοντας ήδη χειριστεί 40 υποθέσεις διεμφυλικών (trans και non-binary) ατόμων από το 2016 και έχοντας συμβάλει στην έκδοση 32 αμετάκλητων αποφάσεων Νομικής Αναγνώρισης Ταυτότητας Φύλου, εκπόνησε ειδική μελέτη, για να συνεπικουρήσει το έργο της Επιτροπής που συγκρότησε ο Πρωθυπουργός για την σύνταξη Εθνικού Σχεδίου Δράσης για την ισότητα ΛΟΑΤΚΙ+ Ανθρώπων.

Με υπόμνημα που αποστείλαμε στον Πρόεδρο της Επιτροπής, τον Καθηγητή κ. Αλέξανδρο - Λίνο Σισιλιάνο, π. Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς και στα μέλη της, θέσαμε υπόψη αναλυτικά στοιχεία, σχετικά με τα προβλήματα που καταγράφονται συστηματικά από την εφαρμογή του θεσμικού πλαισίου για την νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου, παρουσιάζοντας 16 δικαστικές αποφάσεις επί υποθέσεων που εκκίνησαν πριν την θέση σε ισχύ του Ν.4491/2017 και άλλες 16 δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν υπό το πλαίσιο του ισχύοντος νόμου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του γραφείου μας, η δικαστική διαδικασία για την αναγνώριση της ταυτότητας φύλου πριν τον νόμο αυτόν διαρκούσε κατά μέσο όρο 6,8 μήνες μέχρι την έκδοση δικαστικής απόφασης, ενώ μετά την θέση σε ισχύ του Ν.4491/2017 η μέση διάρκεια είναι 10 μήνες. Αυτό σημαίνει ότι το νέο νομοθέτημα με τις λεπτομερέστερες διατάξεις και τις πρόσθετες απαγορεύσεις (όπως είναι η προϋπόθεση αγαμίας) επιβάρυνε την δικαστική διαδικασία κατά 3 μήνες περισσότερης αναμονής για τα διεμφυλικά άτομα.
Ήδη με το καθεστώς αυτό, δύο διεμφυλικά άτομα έχουν προσφύγει κατά του Ελληνικού Δημοσίου διεδικώντας δίκαιη ικανοποίηση για υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης (Ν.4369/2014) και ένα εξ αυτών, για το οποίο η διαδικασία έκδοσης οριστικής απόφασης είχε διάρκεια 21 μήνες, προσέφυγε και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Τα προβλήματα από τον διπλασιασμό της διαδικασίας, λόγω του ότι με τον Ν.4491/2017 δεν μεταβάλλεται το επώνυμο για λόγους διεμφυλικότητας (αλλά απλώς "προσαρμόζεται" το υπάρχον), έχουν ήδη οδηγήσει σε τρεις απορρίψεις αιτήσεων ατόμων που χρησιμοποιούν άλλο επώνυμο από αυτό που τους αποδόθηκε κατά την γέννηση, ένα εκ των οποίων υποχρεώθηκε μετά την Νομική Αναγνώριση Ταυτότητας Φύλου να προσφύγει και στο Συμβούλιο της Επικρατείας λόγω άρνησης δημάρχου να αναγνωρίσει ως σπουδαίο λόγο μεταβολής επωνύμου την διεμφυλικότητα, αλλά και το γεγονός ότι το άτομο είχε ήδη μεταβάλει το επώνυμό του κατά το βρετανικό δίκαιο.
Επίσης, παρά την κατάργηση ιατρικών γνωματεύσεων, εξετάσεων και ιατρικών πράξεων, δυστυχώς τα Ειρηνοδικεία επιμένουν να περιλαμβάνουν περιττά στοιχεία στις αιτιολογίες τους (π.χ. αναφέρουν μαστεκτομή), καθώς Ειρηνοδίκες ερωτούν χωρίς λόγο τους ενδιαφερόμενους για την διενέργεια ιατρικών διαδικασιών επαναπροσδιορισμού φύλου, ενώ σε σειρά αποφάσεων έχει καταγραφεί, χωρίς να το έχει ισχυριστεί το πρόσωπο, ότι δήθεν πάσχει από "διεμφυλική διαταραχή", όρος που είναι πλέον αντιεπιστημονικός, αδόκιμος και τελικά κακοποιητικός για τα τρανς άτομα.
Από το σύνολο των στοιχείων που προσκομίζουμε στην Επιτροπή προκύπτει ότι η διαδικασία θα γίνει πράγματι σύντομη, διαφανής και προσβάσιμη και το σύνολο των προβλημάτων αυτών θα εξαλειφθούν, εφόσον η Επιτροπή πραγματοποιήσει το σημαντικό βήμα - και ο νομοθέτης ακολουθήσει - να εισηγηθεί την πλήρη απλοποίηση με την ολική κατάργηση του δικαστικού σκέλους. Οι πολίτες, όπως και σε άλλες χώρες της Ε.Ε. και του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι πολύ πιο ασφαλές να ασκούν το δικαίωμα στην Νομική Αναγνώριση της Ταυτότητας Φύλου τους με μια απλή δήλωση στο ληξιαρχείο ή στο δημοτολόγιο, όπως πράττουν σε περίπτωση μεταβολής θρησκεύματος, χωρίς να χρειάζεται να μεσολαβήσουν οι 10 μήνες της δικαστικής κρίσης, οι άλλοι 3 μήνες της μεταδικαστικής διαδικασίας και χωρίς φυσικά τα έξοδα και την επιβάρυνση της Δικαιοσύνης που αυτό συνεπάγεται.
"Τρία πράγματα αναμένει η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα από αυτή την Επιτροπή", δήλωσε ο δικηγόρος κ. Βασίλης Σωτηρόπουλος που υπογράφει το υπόμνημα. "Να εισηγηθεί, πρώτον, τον γάμο για ομόφυλα ζευγάρια, δεύτερον, την τεκνοθεσία ακόμη και για όσες και όσους έχουν σύμφωνο συμβίωσης και, τρίτον, να εισηγηθεί μια πλήρως εξωδικαστική και απλή διαδικασία για την νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου, με μια αίτηση στο Μητρώο Πολιτών. Μόνο τότε θα δικαιωθεί ο ρόλος της Επιτροπής στην κοινή γνώμη. Οτιδήποτε λιγότερο, θα φέρει αυτομάτως αποδοκιμασία όχι μόνο από την ΛΟΑΤΚΙ, αλλά και από την επιστημονική κοινότητα".
[Σχετικό: "Υπόμνημα σχετικά με τις απολύτως αναγκαίες μεταρρυθμίσεις στο θεσμικό πλαίσιο της νομικής αναγνώρισης ταυτότητας φύλου", Αθήνα 2021]

Πέμπτη, Μαΐου 13, 2021

O εμβολιασμός και ο αυτοδιαγνωστικός έλεγχος δημιουργούν νέες συνθήκες στο εργασιακό περιβάλλον

 

Μπορεί ο νομοθέτης να μην έχει επιβάλλει την υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού και του αυτοδιαγνωστικού ελέγχου σε οριζόντιο και καθολικό επίπεδο, ωστόσο ο ιδιωτικός τομέας έχει αρχίσει να εξετάζει τους όρους επιβολής των συνθηκών για ένα ασφαλές περιβάλλον.
 
Ως δικηγόρος που ασχολούμαι με την προστασία προσωπικών δεδομένων έχω ήδη δεχτεί αιτήματα από επιχειρήσεις για την διαμόρφωση πολιτικής διασφάλισης της διενέργειας των ελέγχων, αλλά και την επιβεβαίωση της διενέργειας του εμβολιασμού από στελέχη και εργαζομένους. Είναι μια σαφώς σύνθετη περίπτωση που τα συμφέροντα των δύο πλευρών εν μέρει συμβαδίζουν και εν μέρει μπορεί να αντιτίθενται. Άλλωστε, το νόημα ύπαρξης του εργατικού δικαίου δεν είναι η επιβεβαίωση του ομαλού κλίματος, αλλά η κρατική παρέμβαση για την προστασία του αδύναμου μέρους. Αυτό σημαίνει ότι το πεδίο της παροχής ελεύθερης συγκατάθεσης είναι εξ αρχής περιορισμένο σημαντικά, με αποτέλεσμα να συρρικνώνεται και η δυνατότητα επίκλησής της ως νομική βάση.
 
Από την άλλη πλευρά, οι ιατροί εργασίας δραστηριοποιούνται σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο που διέπεται τόσο από την ιατρική δεοντολογία και την συναφή νομοθεσία, όσο και από τις διατάξεις για την προστασία προσωπικών δεδομένων. Θυμίζω ότι και ως προς αυτό το θέμα υπάρχουν ακόμη ανοικτά ζητήματα όπως εάν οι ιατροί εργασίας είναι υπεύθυνοι εξεργασίας, εκτελούντες ή τρίτοι.
 
Οι απαντήσεις διαμορφώνονται σταδιακά και από το θεσμικό πεδίο των Αρχών Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων που δεν έχουν ακόμη ασχοληθεί με τα ειδικότερα ζητήματα της επιβολής της καταγραφής στον ιδιωτικό τομέα, τις επιπτώσεις από την παράλειψη του εργαζομένου να συμμορφωθεί με την εκάστοτε επιχειρησιακή πολιτική και τις νομικές βάσεις της παρακολούθησης και επικαιροποίησης των αυτοδιαγνωστικών ελέγχων. Ορισμένες δημόσιες τοποθετήσεις από την Συμβουλευτική Επιτροπή του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Αυτοματοποιημένη Επεξεργασία Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, αλλά και από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων κινούνται ακόμη σε σφαίρες γενικολογίας και επανάληψης γενικών αρχών και κανόνων, χωρίς πρακτικές λύσεις και σαφείς απαντήσεις.
 
Εμείς θα βγάλουμε και πάλι, λοιπόν, το φίδι από την τρύπα. Η ιδιωτική πρωτοβουλία και οι νομικοί σύμβουλοι στον ιδιωτικό τομέα, είμαστε υποχρεωμένοι να προηγηθούμε του κράτους με δημιουργική σκέψη για την διασφάλιση τόσο των δικαιωμάτων των εργαζομένων όσο και των εννόμων συμφερόντων της επιχείρησης, του ασφαλούς και υγιούς εργασιακού περιβάλλοντος και της εξισορρόπησης των αντιτιθέμενων νομικών διατάξεων. Να δούμε ποια θα είναι τα τελικά αποτελέσματα, από τα οποία κρινόμαστε όλοι.

Δευτέρα, Μαΐου 10, 2021

Διόρθωση γυναικείου ονόματος από υποκοριστικό στην συνήθη μορφή του

Το γραφείο μας εκπροσώπησε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης πολίτη στην οποία αποδόθηκε κατά την ονοματοδοσία της ένα υποκοριστικό κύριο όνομα (π.χ. "Θανάσω") αντί της συνήθους μορφή της (π.χ. "Αθανασία"), γεγονός που προκαλούσε σύγχυση στις συναλλαγές της, ακόμη και για το φύλο της, λόγω της κατάληξης του υποκοριστικού. 
 
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το όνομά της αποδιδόταν με τέσσερις διαφορετικές παραλλαγές στα διάφορα δημόσια έγγραφα που την ανέφεραν, με αποτέλεσμα να προκαλείται σύγχυση στις συναλλαγές. Δεν έλειψαν περιπτώσεις που λόγω της κατάληξης του υποκοριστικού, κάποιες δημόσιες αρχές της απευθύνονταν εγγράφως στο αρσενικό θεωρώντας ότι επρόκειτο περί ανδρός.
 
Το αίτημα της διαδίκου ήταν να της αποδοθεί το κανονικό όνομα, με διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης γέννησής της ως προς το κύριο όνομά της, ώστε να μην προκαλείται η σχετική σύγχυση στις συναλλαγές.
 
Το Δικαστήριο έκρινε δεκτή την αίτησή της, κρίνοντας ότι τα προβλήματα που δημιουργούνταν στην πολίτη στοιχειοθετούσαν πράγματι σπουδαίο λόγο μεταβολής του ονόματος από το υποκοριστικό στο κανονικό. Συνεπώς, θα ακολουθηθεί η περαιτέρω διαδικασία για την ληξιαρχική διόρθωση και την αποκατάσταση του κανονικού ονόματος σε όλες τις επίσημες καταχωρήσεις του.

Παρασκευή, Μαΐου 07, 2021

H αθεϊα ως λόγος παροχής ασύλου σε πρόσφυγα από το Πακιστάν

 

Το γραφείο μας εκπροσώπησε επιτυχώς πρόσφυγα ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο εξέδωσε αμετάκλητη απόφαση, με την οποία αναγνωρίστηκε η αθεΐα ως λόγος ευαλωτότητας που επιβάλλει την παροχή ασύλου σε πρόφυγα, λόγω της άκρως επικίνδυνης κατάστασης στη χώρα του για τους αθέους πολίτες.
 
Στην Ισλαμική Δημοκρατία του Πακιστάν η αθεΐα τιμωρείται (ως βλασφημία) με την θανατική ποινή. Οι ελάχιστοι πολίτες που τολμούν να δηλώσουν δημόσια ότι δεν ανήκουν στην επίσημη κρατική θρησκεία διώκονται από τις τοπικές αρχές, φυλακίζονται ή και δολοφονούνται. 
 
Ο πρόσφυγας που εκπροσωπήσαμε στο Δικαστήριο είχε εξεταστεί από τις Ελληνικές επιτροπές ασύλου και το αίτημά του είχε κριθεί αβάσιμο. Συγκεκριμένα, τόσο η πρωτοβάθμια όσο και η δευτεροβάθμια επιτροπή είχαν κρίνει αναξιόπιστη την κατάθεσή του, κρίνοντας ότι η αθεΐα του δεν ήταν αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του, καθώς και σε εντελώς δευτερεύοντα σημεία της όπως με ποιόν τρόπο εντοπίστηκε από τις διωκτικές αρχές της χώρας του. Με τις δύο αυτές απορρίψεις, ο πρόσφυγας κινδύνευε να απελαθεί και να αντιμετωπίσει κατηγορία που τιμωρείται με την θανατική ποινή για τις συνειδησιακές επιλογές και πεποιθήσεις του. 
 
Το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την οριστική απόφασή του, η οποία κατέστη αμετάκλητη και δυνάμει της οποίας ο πρόσφυγας έλαβε τελικά άσυλο από την Ελληνική Δημοκρατία, ήτοι διεθνή προστασία λόγω ευαλωτότητας. 
 
Το Δικαστήριο εφάρμοσε την Σύμβαση της Γενεύης του 1951, όπως τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο της Ν.Υόρκης του 1968 και κατά την οποία η έννοια του πρόσφυγα αφορά κάθε πρόσωπο 
 
“όπερ συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την υπηκοότητα και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης ή εάν μη έχον υπηκοότητά τινα και ευρισκόμενον εκτός της χώρας της προηγουμένης συνήθους αυτού διαμονής δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να επιστρέψη εις ταύτην”. Το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι από την Σύμβαση της Γενεύης “ συνάγεται ότι ο αλλοδαπός, ο οποίος επιθυμεί την υπαγωγή του στο ειδικό προστατευτικό καθεστώς της εν λόγω Σύμβασης, οφείλει να εκθέσει στην Διοίκηση, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που του προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικώς δικαιολογημένο, φόβο δίωξης, λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, κοινωνικής τάξης ή πολιτικών πεποιθήσεων (βλ. ΣτΕ 633/2013, 4750/2012, 4565-6/2012, 4544/2012, 2904/2012, 2763/2012, 1303/2012 κ.ά.). Εξάλλου, στο άρθρο 4 παρ.5 του π.δ.141/2013 προβλέπεται ότι τα στοιχεία των δηλώσεων του αιτούντος διεθνή προστασία, ακόμη και όταν δεν τεκμηριώνονται με έγγραφα ή άλλες αποδείξεις, δεν χρειάζονται επιβεβαίωση, εφόσον αυτός έχει καταβάλει πραγματική προσπάθεια να τεκμηριώσει την αίτηση του, έχει υποβάλει όλα τα συναφή στοιχεία, τα οποία διαθέτει, και έχει δώσει ικανοποιητική εξήγηση για την τυχόν έλλειψη άλλων λυσιτελών στοιχείων, οι δηλώσεις του παρίστανται συνεπείς και ευλογοφανείς και δεν έρχονται σε αντίθεση με διαθέσιμα ειδικά και γενικά στοιχεία που αφορούν την περίπτωση του, αιτήθηκε την παροχή διεθνούς προστασίας το ταχύτερο δυνατό (εκτός εάν προέβαλε βάσιμο λόγο που τον εμπόδισε να το πράξει) και η γενική αξιοπιστία του είναι θεμελιωμένη, ενώ σε κάθε περίπτωση ισχύει το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Πάντως, η ως άνω διάταξη δεν αίρει την υποχρέωση του ενδιαφερομένου να επικαλεσθεί ορισμένα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ικανά να στοιχειοθετήσουν τη συνδρομή των προϋποθέσεων υπαγωγής του στο προαναφερθέν προστατευτικό καθεστώς (πρβλ. ΣτΕ 1303/2012, 1078/2012, 3463-5/2011, 3459/2011, 2911-3/2011, 2640/2011, 2591-2/2011 κ.ά.). Ενόψει δε της φύσης και της σημασίας των διακυβευομένων αγαθών, σε περίπτωση αναγκαστικής επιστροφής του αιτήσαντος διεθνή προστασία αλλοδαπού στη χώρα καταγωγής του, επιβάλλεται, στο πλαίσιο της αξιολόγησης της αίτησής του σε εξατομικευμένη βάση, η ενδελεχής εξέταση των προβαλλομένων, υπό την κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενη έννοια, ουσιωδών ισχυρισμών του και η ειδική και πλήρης αιτιολογία της τυχόν απορριπτικής του αιτήματός του απόφασης (πρβλ. ΣτΕ 1303/2012, 1078/2012, 2512/2011, 1379/2011, 4154/2009, 3726/2009, 2534/2009, 817/2009, 1628/2007).”
 
Ο πρόσφυγας στην συγκεκριμένη περίπτωση είχε αποδείξει την αθεϊα του, επικαλούμενος βεβαίωση συμμετοχής του στην Ένωση Αθέων και Αγνωστικιστών του Πακιστάν, δημοσιεύματα σχετικά με αποκλεισμό των λογαριασμών του στο FACEBOOK λόγω “βλάσφημου περιεχομένου” και επικαλέστηκε απόφαση πακιστανικού δικαστηρίου που είχε διατάξει την σύλληψή του. Ο πρόσφυγας επικαλέστηκε την επέμβαση πακιστανικών αρχών σε οικίες φίλων του αθέων που τον ειδοποίησαν συνωμοτικά να διαφύγει, ενώ ήδη είχε ξεκινήσει επιχείρηση για την σύλληψή του. Ύστερα από συλλήψεις φίλων του, αποφάσισε να εγκαταλείψει την χώρα για να διαφύγει την δίωξη.
 
Με την αρχική απόφαση του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Θεσσαλονίκης, το αίτημα απορρίφθηκε ως αβάσιμο, με το σκεπτικό ότι αφενός οι καταδικασμένοι σε θάνατο άθεοι δεν εκτελούνται από τις αρχές κι αφετέρου ότι η αθεΐα του συγκεκριμένου πρόσφυγα «δεν είναι ουσιαστική και δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της προσωπικότητας και της ταυτότητάς του», ενώ “το προφίλ του, ως ατόμου που ασχολείται ερασιτεχνικά με το διαδίκτυο, δεν τον κατατάσσει σε προφίλ υψηλού κινδύνου για να ελκύσει το ενδιαφέρον των πακιστανικών αρχών, καθώς και ότι ο ισχυρισμός του περί δίωξης του από τις αρχές της χώρας του, λόγω της αποστασίας του από το Ισλάμ και των πεποιθήσεων του περί αθεϊσμού, στηριζόταν αποκλειστικά σε εικασίες του ίδιου και, άρα, ότι ο αιτών δεν διέτρεχε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης λόγω των θρησκευτικών πεποιθήσεων και δεν μπορούσε να υπαχθεί στο καθεστώς του πρόσφυγα.” Ο αιτών άσκησε προσφυγή στην Αρχή Προσφυγών του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη κατά της αρχικής απόρριψης.
 
Η Αρχή Προσφυγών έκρινε μη αξιόπιστους τους ισχυρισμούς του αιτούντος σχετικά με τον λόγο για τον οποίο είχε εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμούσε να επιστρέψει σε αυτή και συγκεκριμένα τους ισχυρισμοί του ότι είχε εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, διότι εκεί είχε στοχοποιηθεί και καταζητείτο από τις αρχές εξαιτίας των αθεϊστικών του πεποιθήσεων, λόγω «ασαφειών, αοριστιών και αντιφάσεων», οι οποίες έπλητταν την εσωτερική συνοχή τους. Αντιφατικές θεωρήθηκαν οι απαντήσεις του όσον αφορά τον λογαριασμό του στο FACEBOOK και μη ικανοποιητική η απάντηση του στην ερώτηση πώς τον εντόπισαν οι τοπικές αρχές και μη ευλογοφανής η κατάθεσή του για τον τρόπο ειδοποίησης και διαφυγής του από την δίωξη.
Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ακύρωσε την παραπάνω απόφαση, κρίνοντας δεκτή την αίτηση ακύρωσης του προσφεύγοντος πρόσφυγα, κυρίως γιατί αμφισβητήθηκε η αθεϊα του χωρίς νόμιμη αιτιολογία από τις Ελληνικές αρχές. Το Δικαστήριο έκρινε ότι “ο ως άνω λόγος περί μη νόμιμης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος με το οποίο δεν έγιναν δεκτοί οι ισχυρισμοί του αιτούντος περί των αθεϊστικών του πεποιθήσεων, τυγχάνει βάσιμος, διότι με την προσβαλλόμενη απόφαση με μη νόμιμη αιτιολογία απορρίφθηκαν, ως γενικόλογοι, αόριστοι και μη ερειδόμενοι σε προσωπικά βιώματα, οι εν λόγω ισχυρισμοί. Συγκεκριμένα: α) η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο αιτών παρέθεσε μόνον έναν γενικό ορισμό για την έννοια της αθεΐας, χωρίς να παραθέσει βιωματικά στοιχεία της καθημερινότητάς του αναφορικά με την αποδοχή από τον ίδιο της προσωπικής θέσης του να μην πιστεύει σε καμία θρησκεία, δεν είναι νόμιμη, διότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της ότι ο αιτών, κατά την προσωπική του συνέντευξη, ανέφερε αφενός συγκεκριμένες καταστάσεις και συγκεκριμένα βιώματα που τον οδήγησαν στη σχετική επιλογή, αφετέρου συγκεκριμένες προσωπικές συνθήκες της καθημερινότητάς του, σχετιζόμενες με τις αθεϊστικές του πεποιθήσεις. Ειδικότερα, ο αιτών ανέφερε ότι ένας από τους βασικούς λόγους της επιλογής του να γίνει αθεϊστής ήταν τα φαινόμενα θρησκευτικής βίας στη χώρα καταγωγής του (συγκεκριμένα ανέφερε ότι στο Πακιστάν υπάρχουν «πολλοί τρομοκράτες, που καταστρέφουν την ανθρωπότητα μέσω της θρησκείας»), ενώ επικαλέστηκε συγκεκριμένο περιστατικό που έλαβε χώρα το έτος 2014 στην πόλη Pesawhar, κατά το οποίο εξτρεμιστές μουσουλμάνοι (ταλιμπάν) είχαν εισβάλει σε σχολείο και είχαν δολοφονήσει περίπου 135 παιδιά (περιστατικό το οποίο ελέγχθηκε ως αληθές κατά τη διενεργηθείσα εκ μέρους της Υπηρεσίας Ασύλου έρευνα), εκθέτοντας ταυτόχρονα ότι το εν λόγω περιστατικό τον έκανε να αναρωτηθεί «πως μια θρησκεία μπορεί να επιτρέψει να σκοτώνονται αθώες ψυχές, χωρίς να έχουν φταίξει σε κάτι». Περαιτέρω, ο αιτών αναφέρθηκε σε συγκεκριμένες προσωπικές συνθήκες της καθημερινότητάς του, σχετιζόμενες με τις αθεϊστικές του πεποιθήσεις, όπως η μη συμμετοχή του στη μουσουλμανική λατρεία και ειδικότερα στην προσευχή της Παρασκευής, οι συναντήσεις και συζητήσεις με ομοϊδεάτες του σε πάρκα και ξενοδοχεία της πόλης Καράτσι και οι αναρτήσεις του σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατά της μουσουλμανικής θρησκείας (συγκεκριμένα δήλωσε ότι είχε προβεί σε αναρτήσεις κατά του τζιχαντισμού, τον οποίο, κατά την άποψή του, επιτρέπει ο μουσουλμανισμός, και σε αναρτήσεις σχετικά με το ότι δεν είναι ανεκτό, κατά τη γνώμη του, να ακολουθεί κάποιος «τα βήματα ενός Προφήτη, ο οποίος έχει κάνει 11 γάμους και το χειρότερο έναν γάμο με μια εξάχρονη»), και β) η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο αιτών υποστήριξε μεν ότι έγινε αθεϊστής, αφού μελέτησε το Κοράνι και άλλες θρησκείες, χωρίς όμως να παραθέσει οποιοδήποτε παράδειγμα ή έστω αναφορά στη συγκριτική μελέτη λοιπών θρησκειών που τον οδήγησε στην αποδοχή του αθεϊσμού, και ότι στις αναρτήσεις του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είχε περιοριστεί σε κριτική κατά του μουσουλμανισμού, δεν είναι νόμιμη, διότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της ότι ο αιτών, κατά την προσωπική του συνέντευξη, επεξήγησε τον λόγο που τον οδήγησε στην απόρριψη όλων των θρησκειών και συγκεκριμένα δήλωσε πως, κατά τη γνώμη του, όλες οι θρησκείες είναι δημιουργήματα του ανθρώπου (ειδικότερα δήλωσε ότι «όλα αυτά τα βιβλία είναι γραμμένα από ανθρώπους»), ενώ μόνον το γεγονός ότι δεν ανέφερε κάποια άλλη, πέραν του μουσουλμανισμού, θρησκεία που μελέτησε και απέρριψε δεν αρκεί ώστε να καταστήσει νομίμως αιτιολογημένη την κρίση της Επιτροπής περί αοριστίας του σχετικού ισχυρισμού του, δεδομένου μάλιστα ότι δεν του είχε τεθεί σχετικώς κάποια διευκρινιστική ερώτηση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η δήλωση του αιτούντος πως στις αναρτήσεις του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είχε προβεί σε κριτική του μουσουλμανισμού δεν δύναται να καταστήσει νομίμως αιτιολογημένη την κρίση της Επιτροπής περί αοριστίας του ισχυρισμού του περί των αθεϊστικών του πεποιθήσεων, δεδομένου ότι παρίσταται εύλογο αυτός να προβαίνει, κατά κύριο λόγο, σε κριτική της επικρατούσας στη χώρα του θρησκείας και όχι άλλων θρησκειών. Τέλος, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, κατά την αξιολόγηση για το βάσιμο του φόβου του αιτούντος διεθνή προστασία ότι θα υποστεί δίωξη, δεν ασκεί επιρροή εάν αυτός χαρακτηρίζεται πράγματι ή χαρακτηρίζεται σε συγκεκριμένο βαθμό έντασης από το θρησκευτικό στοιχείο, το οποίο προκαλεί ή ενδέχεται να προκαλέσει τη δίωξη (εν προκειμένω από την αθεΐα), υπό την προϋπόθεση ότι το χαρακτηριστικό αυτό του αποδίδεται από τον φορέα της δίωξης, κατά τα ρητώς οριζόμενα στο άρθρο 10 παρ.2 του π.δ.141/2013.”
 
Περαιτέρω, το Δικαστήριο ακύρωσε και τους ισχυρισμούς των Ελληνικών αρχών ότι δήθεν δεν ήταν ευλογοφανείς και σαφείς οι ισχυρισμοί του, με πλήρη επανέλεγχο των στοιχείων που προσκόμισε ο αιτών. Το Δικαστήριο διέταξε την επιστροφή του παραβόλου (150 ευρώ) και των δικαστικών εξόδων (405 ευρώ) στον αιτούντα. Σε προγενέστερο χρόνο, το ίδιο Δικαστήριο είχε χορηγήσει προσωρινή διαταγή και είχε αναστείλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, για να μην απελαθεί ο πρόσφυγας μέχρι να εκδοθεί η τελική δικαστική κρίση.

Σάββατο, Μαΐου 01, 2021

H θρησκευτική ουδετερότητα και η πρόεδρος του Αρείου Πάγου

Κατά το ελληνικό δικαστικό σύστημα, η θέση του προέδρου ενός ανώτατου δικαστηρίου διαρκεί ελάχιστο χρόνο. Οι πρόεδροι είναι εντελώς προσωρινοί και βρίσκονται στις θέσεις τους για το χρόνο μέχρι την συμπλήρωση του, πολύ κοντινού τους, 67ου έτους της ηλικίας τους. Η θητεία τους όμως ως προέδρων ενός ανώτατου δικαστηρίου επισφραγίζει το σύνολο της σταδιοδρομίας τους στο δικαστικό σώμα, καθώς όλες και όλοι θα κρατήσουμε ως ανάμνηση τα επιτεύγματά τους σε αυτό το τελικό στάδιο. Επομένως, πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί και προσεκτικές για την υστεροφημία τους.

Η πρόεδρος του Αρείου Πάγου επέλεξε φέτος να στείλει μια επιστολή προς του δικαστικούς λειτουργούς, αλλά και τους δικαστικούς υπαλλήλους, με την οποία εκτός των άλλων εύχεται "το φως και ο συμβολισμός της Ανάστασης να αποτελέσουν λυτρωτικό μήνυμα ανανέωσης και ανάτασης για τον καθένα από εμάς, να χαρίσουν σε όλους αισιοδοξία και δύναμη και, μέσα από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε, να προσφέρουν μια ευκαιρία επιστροφής στην ελπίδα."

 Δηλαδή δεν αρκεί μια απλή ευχή δημοσίων σχέσεων (όπως είχε κάνει τα Χριστούγεννα), έπρεπε να κάνει και μια μικρή κατήχηση για το φως και τον συμβολισμό, για το λυτρωτικό μήνυμα ανανέωσης και ανάτασης και εν πολλοίς να θεωρήσει ότι όλοι οι δικαστικοί λειτουργοί και οι υπάλληλοι είναι χριστιανοί ορθόδοξοι και πρέπει να υποδεχθούν με ευχαρίστηση αυτή την θρησκευτική απεύθυνση.

 Το Σύνταγμά μας δεν επιτρέπει στους δικαστικούς λειτουργούς να εκφράζουν τις πολιτικές τους πεποιθήσεις. Είμαστε βέβαια μια χριστιανική χώρα της Ευρώπης, με ένα προοίμιο του Συντάγματος που για πολιτικούς λόγους έχει την επίκληση εξωλογικής οντότητας (της Αγίας Τριάδας) και αναφορά σε επικρατούσα (όχι όμως σε "επίσημη") θρησκεία, ενώ εννοεί σε συγκεκριμένο εκκλησιαστικό καθεστώς με καθαρά διαπιστωτικούς όμως κι όχι κανονιστικούς όρους. Κατ' αντιστοιχία λοιπόν με την πολιτική ουδετερότητα, οι δικαστές οφείλουν να επιδεικνύουν ουδετερότητα και προς τα θρησκεύματα, τα οποία αποτελούν λόγους αθέμιτων διακρίσεων, σύμφωνα με την ισχύουσα ελληνική (άρθρο 5 παρ. 2 Σ., Ν.4443/2016, Ν.927/1979), αλλά και την ευρωπαϊκή (άρθρο 14 ΕΣΔΑ) νομοθεσία.

 Περιμένουμε από τους δικαστές και δη τους ανώτατους να είναι σε θέση να επαληθεύουν όχι μόνο την εσωτερική αμεροληψία τους και αντικειμενικότητά τους (η οποία αφορά την δικαστική τους συνείδηση), αλλά και την εξωτερική επίφαση της εν λόγω αμεροληψίας.  Δεν είπαμε να μην θρησκεύονται, όπως δεν λέμε να μην ψηφίζουν. Περιμένουμε όμως από αυτούς να έχουν την στοιχειώδη ευαισθησία να βάλουν τους εαυτούς τους στην θέση αυτού του συναδέλφου τους ή - ακόμη περισσότερο - του απλού δικαστικού υπαλλήλου που δεν είναι πιστός της επικρατούσας θρησκείας, που είναι άθεος, αγνωστικιστής, εβραίος, μουσουλμάνος, μάρτυρας του ιεχωβά ή τέλος πάντων οτιδήποτε άλλο από αυτό που θεωρούν οι ίδιοι δεδομένο. Πως θα ένιωθε η κ. Αλειφεροπούλου ως χριστιανή ορθόδοξη εάν λάμβανε ευχές από τον προϊστάμενό της μαζί με κατήχηση για το Ραμαζάνι ή για το Χαννουκά; Δεν θα βίωνε εντονότερα την αντιμετώπισή της ως κάτι που δεν είναι;

Η ηγεσία της Δικαιοσύνης δεν είναι το ίδιο με την πολιτική ηγεσία για να γίνεται αρεστή σε πλειοψηφίες που την εκλέγουν. Η ηγεσία της Δικαιοσύνης οφείλει να επιβεβαιώνει κάθε στιγμή και με κάθε της έκφραση ότι βρίσκεται εκεί για κάθε πολίτη χωριστά. Οφείλει να το αποδεικνύει αυτό σε διαρκή βάση με τον δημόσιο λόγο της, ίσως καλύτερα και να απέχει από τον δημόσιο λόγο για εξωνομικά θέματα ή για θέματα εκτός αρμοδιότητας. Διαφορετικά, δεν προσφέρει καλή υπηρεσία ούτε στην Δικαιοσύνη, την οποία τελικά οι πολίτες θεωρούν ένα κλειστό σύστημα που ευνοεί ημετέρους πνευματικά - πολιτισμικά - εθνοτικά και θρησκευτικά, αλλά ούτε βέβαια και στον τόπο αυτόν.

Την κ. Αλειφεροπούλου δεν θα την κρίνουμε βέβαια ούτε από τα πιστεύω της, ούτε αποκλειστικά από τέτοιες κραυγαλέες αστοχίες και παραβιάσεις της εξωτερικής επίφασης της θρησκευτικής της ουδετερότητας. Θα την κρίνουμε από τις αποφάσεις που θα λάβει η ολομέλεια του δικαστηρίου στο οποίο προϊσταται, αλλά και από τις δράσεις που θα φέρει η ίδια εις πέρας με σκοπό την επιτάχυνση της απονομής της Δικαιοσύνης, καθώς και την άσκηση αποτελεσματικού πειθαρχικού ελέγχου σε δικαστές που παραβιάζουν κανόνες και την εύλογη διάρκεια στην απονομή της δίκης. Θα την κρίνουμε από τα αποτελέσματα στην αποστολή που της έχει αναθέσει η Πολιτεία. 

 Ωστόσο, ένα μέρος αυτής της κρίσης, αφού η ίδια επιδιώκει τον δημόσιο λόγο, θα αφορά αναπόφευκτα και την ίση μεταχείριση των συναδέλφων της και των δικαστικών υπαλλήλων χωρίς διακρίσεις άμεσες ή έμμεσες λόγω των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων.

Πέμπτη, Απριλίου 29, 2021

H απόφαση του ΣτΕ για τα αρχαία της Βενιζέλου και η παθογένεια της διαρροής

 

Για μία ακόμη φορά είμαστε στην δυσάρεστη θέση να ενημερωνόμαστε για μία απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, μέσα από διαρροές. 
 
Η διαρροή του "αποτελέσματος της διάσκεψης" είναι μια πολυ σοβαρή παθογένεια του εν λόγω δικαστηρίου, η οποία έχει καταγγελθεί πολλές φορές. Αναρωτιέται κανείς πώς γίνεται να μην διαρρέει ποτέ το αποτέλεσμα της διάσκεψης σε μεγαλύτερα δικαστήρια, όπως το ΕΔΔΑ και το ΔΕΕ, ενώ το ΣτΕ αδυνατεί να περιφρουρήσει την μυστικότητα των διαδικασιών του πριν αποτυπωθούν σε δικαστικό έγγραφο.
 
Η ιστοσελίδα ypodomes.gr μεταδίδει την πληροφορία ότι το ανώτατο δικαστήριο απέρριψε, με την οριακή πλειοψηφία μίας (1) ψήφου (13 υπέρ έναντι 12 κατά!) τις τρεις αιτήσεις ακύρωσης σημαντικών φορέων κατά της υπουργικής απόφασης για την αφαίρεση των αρχαιοτήτων από την οδό Βενιζέλου για την κατασκευή του περιώνυμου σταθμού του Μετρό. 
 
Θα πρέπει να δούμε το σκεπτικό της απόφασης, καθώς η ισχύουσα νομοθεσία για την προστασία των αρχαιοτήτων δεν επιτρέπει τέτοιου είδους παρεμβάσεις, εξ ου και ο διχασμός των ανώτατων δικαστών.
 
Όπως με ενημέρωσε ο συνεργάτης μου κ. Μπενέας, με το άρθρο 25 του ν. 4786/2021 (ΦΕΚ Α΄ 43) προστέθηκε στο άρθρο 34 του π.δ. 18/1989 (Α΄8) η παράγραφος 8 κατά την οποία: "Σε υποθέσεις αρμοδιότητας της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, ο δικαστικός αυτός σχηματισμός έχει τη δυνατότητα, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να δίνει στη δημοσιότητα, δια του Προέδρου του, μετά το πέρας της διάσκεψης, σύντομη ανακοίνωση για το περιεχόμενο της απόφασης που ελήφθη και την κατά προσέγγιση εκτιμώμενη ημερομηνία δημοσίευσης του κειμένου της". 
 
Θα ήταν προτιμότερο να το πληροφορηθούμε από την Πρόεδρο του ΣτΕ λοιπόν. 

Τετάρτη, Απριλίου 28, 2021

To Διοικητικό Εφετείο ακύρωσε άρνηση απαλλαγής μαθητή από τα θρησκευτικά

 Στην Δικαιοσύνη εκπροσωπήσαμε γονείς και μαθητή που είχαν υποβάλει υπεύθυνη δήλωση για την απαλλαγή του από το μάθημα των θρησκευτικών, χωρίς όμως να δηλωθεί ότι ο μαθητής "δεν είναι Χ.Ο.", όπως επέβαλε η τότε ισχύουσα ακόμη εγκύκλιος που είχε όμως οδηγήσει σε καταδίκη της χώρας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για παραβίαση του δικαιώματος στην εκπαίδευση σε συνδυασμό με την θρησκευτική ελευθερία.

Το Δικαστήριο αρχικά είχε εκδώσει απόφαση αναστολής, με αποτέλεσμα ο μαθητής να απαλλαγεί προσωρινά από το μάθημα των θρησκευτικών. Εκκρεμούσε, ωστόσο, η οριστική δικαστική απόφαση με την οποία ζητήσαμε να ακυρωθεί η άρνηση του σχολείου ώστε να διαγραφούν τα σχετικά προσωπικά δεδομένα του μαθητή από το σχολικό αρχείο.
Η δικαστική απόφαση που εκδόθηκε τώρα είναι οριστική και παρόλο που δημοσιεύθηκε μετά την λήξη του σχολικού έτους για το οποίο αφορούσε η αντιδικία, έκρινε ότι οι αιτούντες είχαν έννομο συμφέρον για την συνέχιση της δίκης.
Το Διοικητικό Εφετείο επί της ουσίας έκρινε ότι, παρά την τότε ισχύουσα εγκύκλιο, η προαναφερθείσα ειδικότερη και έχουσα την ιδιότητα ευαίσθητου δεδομένου προσωπικού χαρακτήρα, πληροφορία ότι ο/η αιτών/-ούσα την απαλλαγή «δεν είναι Χριστιανός Ορθόδοξος» δεν αποτελεί αναγκαίο περιεχόμενο της δήλωσης για απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών στην οποία, αρκεί να αναφέρεται ότι: «Λόγοι θρησκευτικής συνείδησης δεν επιτρέπουν τη συμμετοχή του παιδιού μου στο μάθημα των Θρησκευτικών», οι προσβαλλόμενες πράξεις του Συλλόγου των Διδασκόντων του 1ου Γενικού Λυκείου Γέρακα παρίστανται ως εκδοθείσες κατά παράβαση νόμου και είναι για το λόγο αυτό ακυρωτέες.
Με τις σκέψεις αυτές, το Δικαστήριο ακύρωσε με την τελική αυτή απόφαση - η οποία είναι σύμφωνη και με σχετικές κρίσεις του ΣτΕ, αλλά και του ΕΔΔΑ- τις αρνήσεις απαλλαγής του μαθητή και επέβαλε στο Υπουργείο Παιδείας την καταβολή των δικαστικών εξόδων και στο Δημόσιο την επιστροφή του παραβόλου για την άσκηση της αίτησης.
Η απόφαση δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα.
Σημειωτέον ότι η υπόθεση αναβλήθηκε από το ίδιο το Δικαστήριο τρεις (3) φορές.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της απόφασης.

Αριθμός απόφασης:266/2021

ΤΟ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Τμήμα Η΄

ΑΚΥΡΩΤΙΚΟΣ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ

 Σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του, του στις 21 Οκτωβρίου 2020, με την εξής σύνθεση: Μαρία Πατσαρίνου, Πρόεδρος Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων, Άννα Μαυρομουστάκη και Χριστιάνα Τερκουράφη, Εφέτες Διοικητικών Δικαστηρίων και Γραμματέα την Ελένη Μιχελαράκη, δικαστική υπάλληλο.

 Για να δικάσει την αίτηση ακύρωσης με ημερομηνία κατάθεσης 8 Νοεμβρίου 2019 (ΑΚ1808/8-11-2019), 

 των: 1) ***  και 2) *** (κατοίκων ***, οδός ***, αριθ.***), ατομικώς και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα και επιμέλεια του ανήλικου τέκνου τους *** και 3) του***, κατοίκου ως ανωτέρω, οι οποίοι παρέστησαν με την από 14-10-2020 δήλωση κατ’ άρθρο 33 παρ. 6 του π.δ/τος 18/1989 (Α’8), που υπογράφεται από το δικηγόρο Βασίλειο Σωτηρόπουλο, διορισθέντα με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο,

 κ α τ ά της Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων (Αν. Παπανδρέου, 37-Μαρούσι), η οποία παρέστη δια της Παρέδρου του Ν.Σ.Κ. ***.

 Η υπόθεση συζητήθηκε κατά προτεραιότητα, μετά την προεκφώνηση, χωρίς ανάγνωση από την εισηγήτρια Χριστιάνα Τερκουράφη της σχετικής έκθεσής της. 

 Μετά τη συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη και

α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

 1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αίτησης ακύρωσης καταβλήθηκε παράβολο (βλ. το 30692107995001070069/7-11-2019 ηλεκτρονικό παράβολο). συνολικού ποσού 154 ευρώ, ήτοι τέσσερα (4) ευρώ πλέον του νομίμου (άρθρο 36 παρ. 1 εδ. β΄ του π.δ/τος 18/1989, Α΄8, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 36 παρ.2 του ν. 4446/2016, Α΄ 240).

 2. Επειδή, κατ’ ορθή εκτίμηση του δικογράφου, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση: α) της υπ’ αριθ. 18/27-9-2019 πράξεως του Συλλόγου των Διδασκόντων του 1ου Γενικού Λυκείου *** (της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Αττικής της Περιφερειακής Δ/νσης Α/θμιας και Β/θμιας Εκπαίδευσης Αττικής), κατά το μέρος που αφορά την απόρριψη της από 16-9-2019 αιτήσεως των δύο πρώτων εκ των αιτούντων για την απαλλαγή του ανήλικου τέκνου τους (***) από το μάθημα των Θρησκευτικών, κατά το σχολικό έτος 2019-2020 και β) της υπ’ αριθ. 22/16-10-2019 πράξεως του Συλλόγου των Διδασκόντων του ίδιου Γενικού Λυκείου, με την οποία το αίτημα περί απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών του ανήλικου τέκνου των αιτούντων απορρίφθηκε ως εκπροθέσμως υποβληθέν. 

 3. Επειδή, η προσβαλλόμενη με την αίτηση ακυρώσεως παράλειψη των αρμοδίων οργάνων του σχολείου να απαλλάξουν το ανήλικο τέκνο του πρώτου και της δεύτερης εκ των αιτούντων από την παρακολούθηση και εξέτασή του στο μάθημα των Θρησκευτικών για το σχολικό έτος 2019-2020 δεν στοιχειοθετεί παραδεκτώς προσβαλλόμενη με αίτηση ακυρώσεως παράλειψη της Διοίκησης, κατά την έννοια του άρθρου 45 παρ. 4 του π. δ/τος 18/1989. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση κατά το μέρος που με αυτήν ζητείται η ακύρωση της προαναφερθείσας «παράλειψης», πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

 4. Επειδή, στα άρθρα 127 (ενηλικίωση) και 1510 (γονική μέριμνα) του Αστικού Κώδικα (Α.Κ., π.δ. 465/1984, Α’) στα οποία ορίζεται, αντιστοίχως, ότι : « `Οποιος έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας  του (ενήλικος) είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και ότι: «Η  μέριμνα για το ανήλικο τέκνο είναι καθήκον και δικαίωμα των  γονέων (γονική μέριμνα), οι οποίοι την ασκούν από  κοινού.   Η  γονική  μέριμνα  περιλαμβάνει  την  επιμέλεια  του  προσώπου,  τη διοίκηση της  περιουσίας  και  την  εκπροσώπηση  του  τέκνου  σε  κάθε υπόθεση ή  δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του.». Περαιτέρω, στα άρθρα 63 παρ. 1 και 64 παρ. 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Κ.Πολ.Δ., π.δ. 503/1985, Α΄ 182), τα οποία εφαρμόζονται αναλόγως και κατά την ακυρωτική διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και των διοικητικών εφετείων (σχετ. άρθρο 40 του π. δ/τος 18/1989 και 4 του ν.702/1977, Α’ 268 και Σ.τ.Ε. 4287/2009, 745/2004, 1320/1989, 3857/1982, 1194/1982) ορίζεται, αντιστοίχως, ότι «Όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. …» και ότι «Όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους». Από το συνδυασμό των διατάξεων που προαναφέρθηκαν συνάγεται, ότι οι ανήλικοι ως ανίκανοι για δικαιοπραξία δεν μπορούν να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα, εκπροσωπούμενοι για το σκοπό αυτό από τους γονείς τους, οι οποίοι ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως ασκείται παραδεκτώς μόνο από τους πρώτο και δεύτερη εκ των αιτούντων, ενώ κατά το μέρος που ασκείται από το ανήλικο τέκνο τους (και αναγραφόμενο ως τρίτο αιτούντα) ατομικώς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (πρβλ. Σ.τ.Ε.558/2011).

 5. Επειδή, οι αιτούντες, γονείς του μαθητή της Α’ Λυκείου, Δημήτριου Χρήστου, με έννομο συμφέρον ασκούν την κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως, τόσο ατομικά, όσο και για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου τους (βλ. Σ.τ.Ε.1749, 1750/2019 Ολομ., 926/2018 Ολομ.).

 6. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 1 του Συντάγματος «Η ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του καθενός». Με την διάταξη αυτή κατοχυρώνεται και προστατεύεται η ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως που είναι ιδιαίτερη έκφανση του δικαιώματος της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος). Η ελευθερία αυτή συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα του καθενός να πρεσβεύει το θρήσκευμα ή το δόγμα της εκλογής του ή να μην ακολουθεί κανένα θρήσκευμα ή να είναι άθεος. (πρβλ. Σ.τ.Ε.194/1987). Περαιτέρω, όπως κρίθηκε με τις 1749, 1750/2019 αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας σε μείζονα σύνθεση, η περιεχόμενη στο άρθρο 3 παρ. 1 του Συντάγματος αναφορά ως «επικρατούσης» στην Ελλάδα της θρησκείας της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού -όπως, άλλωστε, και η επίκληση στην κεφαλίδα του Συντάγματος της «Αγίας, Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος»- συναρτάται με τον καίριο ρόλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην ιστορική πορεία του Ελληνισμού, ιδίως κατά την προηγηθείσα της εθνικής ανεξαρτησίας χρονική περίοδο της τουρκοκρατίας, αποτελεί δε και την, κατά την αντίληψη του συντακτικού νομοθέτη, διαπίστωση του πραγματικού γεγονότος ότι την θρησκεία αυτήν πρεσβεύει η πλειοψηφία του ελληνικού λαού, ενώ δεν στερείται η αναφορά αυτή και κανονιστικών συνεπειών (όπως, ενδεικτικώς, η καθιέρωση χριστιανικών εορτών ως υποχρεωτικών αργιών σε εθνικό και τοπικό επίπεδο, στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα). Στην ανάπτυξη, άλλωστε, της θρησκευτικής συνείδησης των ελληνοπαίδων σύμφωνα με τις αρχές της ορθόδοξης χριστιανικής διδασκαλίας αποβλέπουν και οι γονείς τους, αντλώντας από την διάταξη του άρθρου 13 του Συντάγματος, το δικαίωμα, που κατοχυρώνεται ευθέως και από το άρθρο 2 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου (Π.Π.Π.) της Συμβάσεως της Ε.Σ.Δ.Α., να «εξασφαλίζουν» την μόρφωση και εκπαίδευση των τέκνων τους σύμφωνα με τις δικές τους θρησκευτικές πεποιθήσεις (βλ. ΣτΕ 660, 926/2018 Ολομ., 2176/1998 7μ., 3356/1995). Περαιτέρω, δοθέντος ότι η θρησκευτική συνείδηση γεννάται και διαμορφώνεται σταδιακά, πριν ακόμη από την έναρξη του σχολικού βίου, στο πλαίσιο της οικογένειας (η οποία, ως «θεμέλιο της συντηρήσεως και προαγωγής του Έθνους» τελεί -όπως και η παιδική ηλικία- υπό την προστασία του Κράτους, κατά το άρθρο 21 του Συντάγματος), από τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος σε συνδυασμό με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 13 αυτού και του άρθρου 2 του Π.Π.Π. της Ε.Σ.Δ.Α. συνάγεται, ότι ως «ανάπτυξη» της ορθόδοξης χριστιανικής θρησκευτικής συνείδησης κατά τα ανωτέρω νοείται η εμπέδωση και ενίσχυση της συγκεκριμένης αυτής θρησκευτικής συνείδησης των μαθητών με τη διδασκαλία των δογμάτων, ηθικών αξιών και παραδόσεων της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, ως εκ τούτου δε αφορά αποκλειστικά τους μαθητές, οι οποίοι, ανήκοντες στην κατά τα άνω πλειοψηφία του ελληνικού λαού, ασπάζονται το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα (βλ. ΣτΕ 660, 926/2018 Ολομ.). Το κυριότερο μέσο, με το οποίο -εκτός άλλων (προσευχή, εκκλησιασμός)- υπηρετείται ο ανωτέρω συνταγματικός σκοπός είναι η διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών. Υπό τα δεδομένα αυτά, η διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών απευθύνεται αποκλειστικά, ως εκ του (ανωτέρω) περιεχομένου του, στους μαθητές που ασπάζονται το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα και όχι στους ετερόδοξους, αλλόθρησκους ή άθεους μαθητές. Τούτο δε ενόψει και του ότι οι τελευταίοι, απολαύοντες της θρησκευτικής ελευθερίας, η οποία κατοχυρώνεται ως απαραβίαστη με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 13 του Συντάγματος, έχουν ευθέως βάσει της συνταγματικής αυτής διατάξεως δικαίωμα πλήρους απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών, χωρίς καμία δυσμενή συνέπεια, εφόσον οι γονείς τους, ή οι ίδιοι αν είναι ενήλικοι, υποβάλουν δήλωση ότι δεν επιθυμούν, για λόγους θρησκευτικής συνείδησης, να παρακολουθήσουν τα τέκνα τους τη διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών που έχει το προεκτεθέν περιεχόμενο. Η δήλωση, εξάλλου, που θα μπορούσε να έχει το εξής περιεχόμενο: «Λόγοι θρησκευτικής συνείδησης δεν επιτρέπουν τη συμμετοχή (μου ή του παιδιού μου) στο μάθημα των Θρησκευτικών», δεν παραβιάζει τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 13 του Συντάγματος, εφόσον γίνεται χάριν απαλλαγής των μαθητών αυτών από την, επιβαλλόμενη κατ’ αρχήν από το Σύνταγμα και το νόμο, υποχρέωση παρακολουθήσεως του μαθήματος αυτού [πρβ. σε σχέση με την Ε.Σ.Δ.Α. την απόφαση του Ε.Δ.Δ.Α. της 26.9.2007 Folgero και λοιποί κατά Νορβηγίας (αρ. προσφυγής 15472/02), σκ. 96-102 καθώς και την απόφαση του Ε.Δ.Δ.Α. της 31.10.2019 Παπαγεωργίου και λοιποί κατά Ελλάδος (αρ. προσφυγών 4762 και 6140/18), σκ. 81-89].

 7. Επειδή, σύμφωνα με την με αριθμό 12773/Δ2/23-1-2015 εγκύκλιο του Υπ.Π.Ε.Θ. «Ρύθμιση μαθητικών θεμάτων», στην οποία παραπέμπει το άρθρο 25 «Απαλλαγή μαθητών/τριών από την ενεργό συμμετοχή σε μαθήματα» (παρ. 3) της 79942/Γ44/21-5-2019 (Β΄2005) απόφασης του Υπουργού Παιδείας Έρευνας και Θρησκευμάτων, η απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών χορηγείται ύστερα από υπεύθυνη δήλωση του ν.1599/1986, του ίδιου του μαθητή (αν είναι ενήλικος) ή και των δύο γονέων του (αν είναι ανήλικος), στην οποία θα αναφέρεται ότι ο μαθητής δεν είναι Χριστιανός Ορθόδοξος και, εξ΄ αυτού, επικαλείται λόγους θρησκευτικής συνείδησης, χωρίς να είναι υποχρεωτική η αναφορά του θρησκεύματος στο οποίο ανήκει, εκτός αν το επιθυμεί. Εφόσον χορηγηθεί απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών για τους ανωτέρω λόγους, στο πεδίο «ΘΡΗΣΚΕΥΜΑ» του Ατομικού Δελτίου μαθητή και του Απολυτηρίου Τίτλου, δε θα συμπληρώνεται ένδειξη που να είναι αντίθετη με το περιεχόμενο της Υπεύθυνης Δήλωσης που υποβλήθηκε για τη χορήγηση της απαλλαγής, για το οποίο θα ενημερώνεται και ενυπόγραφα ο/οι υποβάλλων/οντες την Υπεύθυνη Δήλωση. Στην ίδια εγκύκλιο προβλέπεται, επίσης, ότι η Υπεύθυνη Δήλωση του ν.1599/1986, με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής και των δύο γονέων του μαθητή, παραλαμβάνεται από το Διευθυντή του σχολείου εντός αποκλειστικής χρονικής προθεσμίας που διαρκεί από την 1η Σεπτεμβρίου έως και την 20η Σεπτεμβρίου κάθε έτους, καθώς και, ότι η ισχύς της χορήγησης απαλλαγής είναι ετήσια και ανανεώνεται για κάθε σχολικό έτος με την ίδια διαδικασία. 

 8. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Με την υπ’ αριθ. 1074/16-9-2019 αίτηση προς το Διευθυντή του 1ου Γενικού Λυκείου ***, συνοδευόμενη από ατομικές υπεύθυνες δηλώσεις, οι αιτούντες ζήτησαν την απαλλαγή του ανήλικου τέκνου τους μαθητή κατά το σχολικό έτος 2019-2020 της Α΄ Λυκείου, από τη διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών, από την απαγγελία προσευχής, από τη συμμετοχή σε εκκλησιασμούς και γενικά, από τη συμμετοχή του σε κάθε είδους θρησκευτικές δραστηριότητες και εκδηλώσεις, επικαλούμενοι «λόγους θρησκευτικής συνείδησης», καθώς και τις 77Α/2002 και 4/2015 αποφάσεις της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, επισημαίνοντας, ότι ο γιος τους είχε λάβει αντίστοιχη απαλλαγή και στις τρεις τάξεις του Γυμνασίου. Η αίτησή τους απορρίφθηκε με την πρώτη προσβαλλόμενη πράξη του Συλλόγου των Διδασκόντων του ως άνω Λυκείου, η οποία γνωστοποιήθηκε στους αιτούντες με το 1074/2-10-2019 έγγραφο του σχολείου, με την αιτιολογία ότι το αίτημά τους δεν ήταν σύμφωνο με την κειμένη νομοθεσία (άρθρο 25 παρ.3 της Υ.Α. 79942/ΓΔ4/21-5-2019 και τη 12773/42/23-1-2015 Εγκύκλιο του Υπ.Π.Ε.Θ.). Σε συνέχεια αυτού, με την υπ’ αριθ. 1115/9-10-2019 αίτηση, συνοδευόμενη από ατομικές υπεύθυνες δηλώσεις στις οποίες οι αιτούντες δήλωναν ότι ο γιος τους «δεν είναι Χριστιανός Ορθόδοξος και εξ’ αυτού επικαλούνται λόγους θρησκευτικής συνείδησης» επανέλαβαν το ως άνω αίτημά τους. Με τη δεύτερη προσβαλλόμενη πράξη, η οποία γνωστοποιήθηκε στους αιτούντες με το 1138/4-11-2019 έγγραφο του σχολείου, το αίτημά τους απορρίφθηκε ως εκπροθέσμως υποβληθέν, κατά παράβαση των αναφερόμενων στην ανωτέρω εγκύκλιο διαδικαστικών διατάξεων. ΄Υστερα από αυτά, ο γιός των αιτούντων παρακολούθησε από την αρχή του σχολικού έτους 2019-2020 το μάθημα των Θρησκευτικών χωρίς καμία απουσία μέχρι και τις 4-2-2020, οπότε σε συμμόρφωση με την Ν32/2020 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού επί σχετικής αιτήσεως αναστολής, εκδόθηκε η 39/19-2-2020 πράξη του Συλλόγου Διδασκόντων του οικείου Λυκείου με την οποία ανεστάλη η εκτέλεση των 18/27-9-2019 και 22/16-10-2019 (προσβαλλόμενων) προηγούμενων πράξεών του (σχετ. το υπ’ αριθ. πρωτ. 8842/28-4-2020 έγγραφο της Περιφερειακής Δ/νσης Β/βάθμιας Εκπαίδευσης Αττικής Δ/νση Β/βάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Αττικής) . 

 9. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση και το νομοτύπως κατατεθέν από 25-5-2020 υπόμνημα, οι αιτούντες επικαλούνται ιδιαίτερο ηθικό έννομο συμφέρον που δικαιολογεί τη συνέχιση της δίκης (άρθρο 32 παρ. 2 εδ.α’ του π.δ/τος 18/1989) και μετά τη λήξη του σχολικού έτους 2019-2020. Συγκεκριμένα δε, ότι ο γιός τους παρακολούθησε κανονικά, εξετάστηκε και βαθμολογήθηκε στο μάθημα των Θρησκευτικών, καθώς και ότι μόνο σε περίπτωση ακύρωσης των απορριπτικών των αιτήσεών τους περί της απαλλαγής πράξεων του σχολείου δύναται να διαγραφεί από τα τηρούμενα σχολικά αρχεία, το ευαίσθητο δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα που αφορά το γιό τους, ότι δηλαδή «δεν είναι Χριστιανός Ορθόδοξος». Εν προκειμένω, το Δικαστήριο, ενόψει της συνταγματικής διάταξης του άρθρου 13 παρ. 1 με την οποία η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, η οποία αποτελεί ιδιαίτερη έκφανση του δικαιώματος της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, κατοχυρώνεται ως απαραβίαστη, με την έννοια που αναφέρθηκε στη σκέψη 6. της παρούσας απόφασης, κρίνει, ότι συντρέχει στο πρόσωπο των αιτούντων ιδιαίτερο ηθικό έννομο συμφέρον για τη συνέχιση αυτής της δίκης, παρά τη λήξη του σχολικού έτους 2019-2020. 

 10. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις που εκδόθηκαν κατά τις προαναφερθείσες στην έβδομη σκέψη της παρούσας απόφασης διατάξεις, εκδόθηκαν κατά παράβαση του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων (Γ.Κ.Π.Δ.), του άρθρου 13 του Συντάγματος (Θρησκευτική ελευθερία-Ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης) και του αντίστοιχου άρθρου 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) -Ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας-, καθώς και του άρθρου 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (Δικαίωμα στην εκπαίδευση).

 11. Επειδή, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, το αίτημα των ήδη αιτούντων για την απαλλαγή του ανήλικου τέκνου τους από το μάθημα των Θρησκευτικών και τις θρησκευτικού περιεχομένου σχολικές εκδηλώσεις «για λόγους θρησκευτικής συνείδησης» διατυπώθηκε με πληρότητα και υποβλήθηκε εμπροθέσμως με την υπ’ αριθ. 1074/16-9-2019 αίτηση προς το Διευθυντή, η οποία απορρίφθηκε λόγω της μη αναγραφής σε αυτήν της ειδικότερης πληροφορίας, ότι ο μαθητής «δεν είναι Χριστιανός Ορθόδοξος», ενώ η συμπερίληψη της πληροφορίας αυτής στην επακολουθήσασα υπ’ αριθ. 1115/9-10-2019 αίτηση δεν προσδίδει στην τελευταία αυτή το χαρακτήρα νέας αίτησης, αλλά εντάσσεται στην εξέλιξη της ίδιας διαδικασίας και περαιτέρω, κατά τα γενόμενα δεκτά στη σκέψη 6. της παρούσας απόφασης, η προαναφερθείσα ειδικότερη και έχουσα την ιδιότητα ευαίσθητου δεδομένου προσωπικού χαρακτήρα, πληροφορία ότι ο/η αιτών/-ούσα την απαλλαγή «δεν είναι Χριστιανός Ορθόδοξος» δεν αποτελεί αναγκαίο περιεχόμενο της δήλωσης για απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών στην οποία, αρκεί να αναφέρεται ότι: «Λόγοι θρησκευτικής συνείδησης δεν επιτρέπουν τη συμμετοχή του παιδιού μου στο μάθημα των Θρησκευτικών», οι προσβαλλόμενες πράξεις του Συλλόγου των Διδασκόντων του 1ου Γενικού Λυκείου *** παρίστανται ως εκδοθείσες κατά παράβαση νόμου και είναι για το λόγο αυτό ακυρωτέες.

 12. Επειδή, κατόπιν τούτων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις. Ακόμη, πρέπει να επιστραφεί το καταβληθέν παράβολο και να καταλογιστούν σε βάρος του καθ’ ου τα δικαστικά έξοδα των αιτούντων. ύψους 320 ευρώ.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

 Απορρίπτει την αίτηση ακυρώσεως ως απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατά της αναφερόμενης στο δικόγραφο «παράλειψης», καθώς και κατά μέρος που ασκείται από το ανήλικο τέκνο των αιτούντων.

 Δέχεται την αίτηση κατά τα λοιπά. 

 Ακυρώνει την υπ’ αριθ. 18/27-9-2019 πράξη του Συλλόγου των Διδασκόντων του 1ου Γενικού Λυκείου *** (της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Αττικής της Περιφερειακής Δ/νσης Α/θμιας και Β/θμιας Εκπαίδευσης Αττικής), κατά το μέρος που αφορά την απόρριψη της από 16-9-2019 αιτήσεως των αιτούντων, καθώς και την υπ’ αριθ. 22/16-10-2019 πράξη του ίδιου ως άνω οργάνου. 

 Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στους αιτούντες.

 Επιβάλλει σε βάρος του καθ’ ού τη δικαστική δαπάνη των αιτούντων, ποσού τριακοσίων είκοσι (320) ευρώ.

 Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 20/1/2021 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 24/2/2021.

 Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Πέμπτη, Απριλίου 08, 2021

Ο υποχρεωτικός εμβολιασμός των μαθητών δεν παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα

 Με σημερινή απόφασή του, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση Vavřička και άλλοι κατά Τσεχίας απέρριψε πέντε προσφυγές (ετών 2013-2015) γονέων που υποστήριξαν ότι ο υποχρεωτικός εμβολιασμός των παιδιών τους για 9 γνωστές ασθένειες παραβίαζε το ανθρώπινο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής τους ζωής (άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) και το δικαίωμα της ελευθερίας συνείδησης, θρησκεύματος και πεποιθήσεων (άρθρο 9). Η απόφαση είναι τελική καθώς εκδόθηκε από την Μείζονα Σύνθεση του Ε.Δ.Δ.Α. (αποτελούμενη από 17 ευρωπαίους δικαστές). 

Στην Τσεχία η νομοθεσία επιβάλλει τον υποχρεωτικό εμβολιασμό των παιδιών κατά 9 γνωστών ασεθενειών. Οι γονείς που δεν συμμορφώνονται, εάν δεν επικαλούνται εύλογη αιτία, μπορεί να τιμωρηθούν με πρόστιμο, ενώ τα παιδιά που δεν έχουν εμβολιαστεί δεν γίνονται δεκτά στα νηπιαγωγεία (με εξαίρεση εκείνα που δεν επιτρέπεται να εμβολιαστούν για λόγους υγείας). 

Στην πρώτη προσφυγή επιβλήθηκε πρόστιμο σε γονέα επειδή δεν είχε εκπληρώσει το καθήκον εμβολιασμού των δύο παιδιών του ενώ οι λοιποί προσφεύγοντες είχαν στερηθεί την πρόσβαση των παιδιών τους στο νηγπιαγωγείο για τον ίδιο λόγο.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι η νομοθεσία που επιβάλλει τον υποχρεωτικό εμβολιασμό των παιδιών συνιστά κρατική παρέμβαση στο ανθρώπινο δικαίωμα του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής. Ωστόσο, η παρέμβαση αυτή δεν συνιστούσε και παραβίαση, καθόσον ήταν επιτρεπτή κατά το άρθρο 8 της Ε.Σ.Δ.Α. Συγκεκριμένα, η παρ. 2 του άρθρου 8 επιτρέπει την κρατική παρέμβαση για λόγους υγείας, αλλά και για λόγους "προστασίας των δικαιωμάτων των άλλων", καθώς το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι ο εμβολιασμός γίνεται τόσο για την προστασία του εμβολιαζόμενου, όσο και για την προστασία των άλλων που δεν μπορούν να εμβολιαστούν και οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να βασιστούν στην ανοσία της αγέλης.

Περαιτέρω, το Ε.Δ.Δ.Α. έκρινε ότι η επιλογή του να επιβάλλει η Τσεχία νομοθετικά τον εμβολιασμό εμπίπτει στο πεδίο ελεύθερης εκτίμησης του κράτους, δηλαδή στην διακριτική ευχέρεια που έχει (ενόψει της επικουρικότητας του διεθνούς δικαίου) και η οποία δεν ελέγχεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Αυτό σημαίνει ότι η απόφαση έκρινε ότι δεν υποχρεούται το κράτος να επιβάλλει τον εμβολιασμό, αλλά ότι έχει διακριτική ευχέρεια να επιλέξει το συγκεκριμένο μέσο προστασίας της δημόσιας υγείας, χωρίς να παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Υπογραμμίζεται επίσης ιδιαίτερα η διάσταση των δικαιωμάτων του παιδιού: επειδή ο υποχρεωτικός εμβολιασμός αφορά τα παιδιά, για τα οποία ισχύει ο κανόνας της βέλτισης απόφασης για το συμφέρον το δικό τους (κι όχι των γονέων ή άλλων), η τσεχική πολιτική κρίνεται δόκιμη για την προστασία των παιδιών.

Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι το Ε.Δ.Δ.Α. έκρινε την αναλογικότητα του μέτρου του υποχρεωτικού εμβολιασμού. Ο έλεγχος της αναλογικότητας επιβάλλει να εξεταστει κατά πόσον υπήρχαν τυχόν ηπιότερα μέσα για την επίτευξη του ίδιου σκοπού, δηλαδή της δημόσιας υγείας. Κατά τον έλεγχο της αναλογικότητας, ελήφθη ιδιαιτέρως υπόψη ότι υπήρχαν διαδικαστικές εγγυήσεις, δηλαδή εξαιρέσεις από τον εμβολιασμό, για λόγους προστασίας του ίδιου του ατόμου, όπως για λόγους υγείας. Κριτήριο ελέγχου ήταν και το ύψος του προστίμου, το οποίο επιβλήθηκε για την παραβίαση της υποχρέωσης εμβολιασμού, χρηματικό ποσό το οποίο δεν κρίθηκε υπερβολικό. Μολονότι ο αποκλεισμός από την πρόσβαση στο νηπιαγωγείο ήταν μια σοβαρή συνέπεια, το Ε.Δ.Δ.Α. έκρινε ότι το μέτρο αυτό δεν ήταν τιμωρητικό, αλλά προστατευτικό για τα άλλα παιδιά, άρα ήταν αναλογικό ενόψει της επιδίωξης της δημόσιας υγείας. Επιπλέον, αφορούσε μόνο το νηπιαγωγείο και όχι τις τάξεις της υποχρεωτικής φοίτησης, όπου τα παιδιά μπορούν να πηγαίνουν ανεξάρτητα από το αν έχουν εμβολιαστεί. 

Το Ε.Δ.Δ.Α. πάντως διευκρίνισε ότι δεν συνέκρινε την τσεχική πολιτική με την ηπιότερη πολιτική άλλων ευρωπαϊκών κρατών επί του ίδιου θέματος, αλλά περιορίστηκε να ελέγξει κατά πόσον το μέτρο αυτό βρισκόταν εντός του πεδίου ελεύθερης εκτίμησης του κράτους ή αν υπερέβαινε το πεδίο ελεύθερης εκτίμησης (οπότε θα ήταν παραβίαση ανθρώπινου δικαιώματος). Τελικά κατέληξε ότι η τσεχική ρύθμιση ήταν εντός του πεδίου της επιτρεπτής κρατικής παρέμβασης, σε μια δημοκρατική κοινωνία.

Ο μηχανισμός που ακολουθεί το Ε.Δ.Δ.Α. για να κρίνει κατά πόσον ένα νομικό μέτρο είναι ανεκτό σε μια δημοκρατική κοινωνία είναι αυτός της εξέτασης περί του εάν το μέτρο ανταποκρίνεται σε μια πιεστική κοινωνική ανάγκη. Η απόφαση καταλήγει ότι η κριτική στάση απέναντι στα εμβόλια δεν αποτελεί "πεποίθηση" ή "πίστη" με την βαρύτητα που αυτά προστατεύονται από το άρθρο 9 της Ε.Σ.Δ.Α. Επομένως, κατέληξε ότι οι αντιρρησίες δεν είναι αντιρρησίες συνείδησης.

Στην υπόθεση παρενέβησαν υπέρ της Τσεχίας: η Γαλλία (υποχρεωτικός εμβολιασμός παιδιών για 11 ασθένειες), η Γερμανία, η Πολωνία, η Σλοβακία. Υπέρ των προσφυγών παρενέβη ο Σύλλογος Γονέων που έχουν υποστεί βλάβη από τα εμβόλια, ο Σύλλογος "ROZALIO" - γονείς που επιθυμούν τον εθελοντικό εμβολιασμό, καθώς και το European Forum for Vaccine Vigilance. 

Όσον αφορά το ανθρώπινο δικαίωμα στην συνειδησιακή ελευθερία, το Ε.Δ.Δ.Α. εξέτασε κατά πόσον υπήρχε αναλογία με τους αντιρρησίες συνείδησης για την στρατιωτική θητεία. 

Το Ε.Δ.Δ.Α. για να γίνει αντιληπτό το εύρος του δεδικασμένου δημοσίευσε και ένα έγγραφο με Ερωτήσεις και Απαντήσεις για την εν λόγω υπόθεση (βλ. εδώ). 



Τετάρτη, Μαρτίου 31, 2021

Καταδίκη της Ελλάδας την 25η Μαρτίου 2021 από το ΕΔΔΑ

 

Την 25η Μαρτίου 2021, η Ελλάδα γιόρταζε τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του '21 και αυθημερόν καταδικάστηκε για παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
 
Στην υπόθεση "Ματάλα κατά Ελλάδας", η οποία βρίσκεται αναρτημένη στην αρχική σελίδα του διαδικτυακού τόπου του ΕΔΔΑ, η Ελληνική Δικαιοσύνη για μία ακόμη φορά δεν διαχώρισε ορθά ανάμεσα το επίδικο κείμενο τους "ισχυρισμούς πραγματικών γεγονότων" από τις "αξιολογικές κρίσεις με πραγματολογική βάση", όπως επιβάλλεται πάγια από την ευρωπαϊκή νομολογία.
 
Συγκεκριμένα, το ΕΔΔΑ έχει καταστήσει σαφές ότι τα εθνικά δικαστήρια όταν δικάζουν μηνύσεις για συκοφαντική δυσφήμηση πρέπει να κάνουν αυτόν τον διαχωρισμό, διότι είναι άλλο ο ισχυρισμός πραγματικών γεγονότων, οποίος μπορεί να αποδειχθεί ως αληθής (άρα αθωώνεται ο κατηγορούμενος) ή ψευδής (άρα δεν μπορεί να επικαλείται ελευθερία έκφρασης) κι άλλο η αξιολογική κρίση που σημαίνει απλά μια γνώμη, η οποία είναι εξ ορισμού ελεύθερη και δεν ελέγχεται ποτέ ως "σωστή" ή "λάθος", αρκεί βέβαια να έχει μια πραγματολογική βάση.
 
Τί συνέβη στην υπόθεση του κ. Ματάλα; Ο προσφεύγων ήταν πρόεδρος μιας κρατικής ΑΕ, ο οποίος απέλυσε τη νομική σύμβουλο και σε μια επιστολή του που θυροκολλήθηκε με δικαστικό επιμελητή στο σπίτι της, την κατηγόρησε για "αντιεπαγγελματική και αντιδεοντολογική συμπεριφορά", με την έννοια ότι δεν είχε ενημερώσει πλήρως για νομική υπόθεση που χειριζόταν, αποδίδοντάς της δόλο για βλάβη της εταιρίας, ως εκδίκηση επειδή απομακρύνθηκε από την θέση της νομικής συμβούλου. Την κατηγόρησε επίσης για ελλειπή και εσφαλμένη ενημέρωση ως προς τις εκκρεμείς υποθέσεις της εταιρείας.
 
Η νομική σύμβουλος υπέβαλε μήνυση για συκοφαντική δυσφήμηση κατά του κ. Ματάλα. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών καταδίκασε σε 10 μήνες φυλάκιση με αναστολή τον προσφεύγοντα για συκοφαντική δυσφήμηση. Το Εφετείο τον καταδίκασε σε 8 μήνες με αναστολή για το ίδιο αδίκημα, κρίνοντας ότι οι ισχυρισμοί του στην επιστολή ήταν αναληθείς. Ο Άρειος Πάγος απέρριψε την αίτηση αναίρεσης.
 
Το ΕΔΔΑ όμως έκρινε ότι όσα ανέφερε ο κ. Ματάλας ήταν συνδυασμός "αξιολογικών κρίσεων" με "πραγματικά περιστατικά" και κακώς τα εθνικά δικαστήρια έκριναν μόνο στην βάση των πραγματικών περιστατικών. Τα περί αντιδεοντολογικής συμπεριφοράς και πνεύματος εκδίκησης ήταν αξιολογικές κρίσεις. Ως προς τα πραγματικά περιστατικά το ΕΔΔΑ έκρινε ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν είχαν απορρίψει αιτιολογημένα τις ενστάσεις του προσφεύγοντος ότι έλεγε αλήθεια περί μη επαρκούς και ακριβούς ενημέρωσής του από την μηνύτρια. Ως προς τις εκφράσεις του προσφεύγοντος, μολονότι ήταν σοβαρές κατηγορίες εναντίον της νομικής συμβούλου, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι δεν ήταν υβριστικές ή άσεμνες. Άρα, παραβιάστηκε η ελευθερία της έκφρασης του προσφεύγοντος (άρθρο 10 ΕΣΔΑ).
 
Αποτέλεσμα: η Ελλάδα οφείλει να καταβάλει στον προσφεύγοντα 9.000 ευρώ για ηθική βλάβη λόγω παραβίασης του δικαιώματός του στην ελευθερία της έκφρασης και 4.200 για δικαστικά έξοδα.
 
Αυτό που χρειάζεται να γίνει κατεπειγόντως, από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, ή και από τις ενώσεις των δικαστών είναι να συγκεντρωθεί όλη η νομολογία του ΕΔΔΑ βάσει της οποίας έχει καταδικαστεί η Ελλάδα (αλλά και άλλες χώρες) για παραβιάσεις του άρθρου 10 και να οργανωθούν σεμινάρια για τους πολιτικούς δικαστές ώστε να επιμορφωθούν σε σχέση με την εφαρμογή του ΠΚ και του ΑΚ σε συμφωνία με την ΕΣΔΑ και κυρίως με τον τρόπο που αυτή ερμηνεύεται και εφαρμόζεται από το ΕΔΔΑ.
 
Πρέπει να λάβουμε στα σοβαρά αυτές τις καταδίκες της Ελλάδας (πάνω από 10) που οφείλονται στην άρνηση της Δικαιοσύνης να ακολουθήσει την νομολογία του ΕΔΔΑ. Θυμίζω ότι στο βιβλίο "Δύο βήματα μπρος, ένα πίσω" του καθηγητή μας Νίκου Αλιβιζάτου, ο καθηγητής αναφέρει ότι στην δίκη Κοτζιά - Βασιλάκη, ενώ επιχειρούσε ως Συνήγορος Υπεράσπισης να διαχωρίσει τα πραγματικά περιστατικά από τις αξιολογικές κρίσεις, η Πρόεδρος του Δικαστηρίου τον ρώτησε με ειρωνεία: "αυτά διδάσκετε στο πανεπιστήμιο;"
 
Ναι, αυτά δίδασκε ο καθηγητής μας. Αυτά που αν η Δικαιοσύνη της χώρας μας εφάρμοζε, δεν θα καταδικαζόταν η Ελλάδα στο ΕΔΔΑ.

Τρίτη, Μαρτίου 23, 2021

Έλεος με την "διεμφυλική διαταραχή" κ.κ. Ειρηνοδίκες!

 

Δυστυχώς οι Ειρηνοδίκες του Ειρηνοδικείου Αθηνών συνεχίζουν να προσβάλλουν κατάφωρα τα διεμφυλικα άτομα που ζητούν την νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου επιμένοντας στις δικαστικές αποφάσεις τους να ξεφουρνίζουν από το πουθενά τον ανυπόστατο ιατρικό όρο «διεμφυλική διαταραχή»! 
 
Δεν υπάρχει καμία "διεμφυλική διαταραχή" και καμία "διαταραχή ταυτότητας φύλου"! Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει διαγράψει εδώ και χρόνια τον όρο από τις "διαταραχές". Ο Ν.4491/2017 ήδη από τότε έχει ορίσει ότι δεν λαμβάνεται υπόψη απολύτως καμία ιατρική διάγνωση και εξέταση για την νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου.
 
Η ταυτότητα φύλου δεν είναι ψυχιατρική κατάσταση και εσείς δεν είστε ψυχίατροι.
 
Ακόμα και όταν πήγαμε ΣΧΕΔΙΟ ΑΠΟΦΑΣΗΣ που ο ειρηνοδίκης έπρεπε απλά να βάλει την υπογραφή του, πήγε και προσέθεσε το ευφυολόγημα περί διεμφυλικης διαταραχής. Σε αυτό αναφέρεται το μέλος της Επιτροπής Εθνικού Σχεδίου Δράσης Ισότητας ΛΟΑΤΚΙ κ. Μαρίνα Γαλανού στην ακόλουθη δήλωση της:
 
"Ως πότε θα διαμαρτυρόμαστε κυρίες και κύριοι Ειρηνοδίκες για τις αποφάσεις σας σε υποθέσεις #νατφ; Υπάρχει σε κάποιο ιατρικό εγχειρίδιο, ή οπουδήποτε κάποια καταχώριση για "διεμφυλική διαταραχή"; Τον νόμο της #νατφ τον έχετε διαβάσει; Ξέρετε με βάση ποιόν νόμο δικάζετε; Γιατί ο νόμος αυτός δεν ζητά καμία ιατρική γνωμάτευση. Και τρίτον: Για να καταλάβω: δικαστές είσαστε ή γιατροί που "διαγιγνώσκετε" κάτι που μάλιστα είναι ανύπαρκτο; Είναι ΕΠΙΤΑΚΤΙΚΗ ανάγκη να γίνουν εκπαιδευτικά σεμινάρια σε Ειρηνοδίκες και σε όλο το δικαστικό σώμα. Αυτή η βαλίτσα πρέπει τελεσίδικα να μπει σε μπαούλο και να πάει στον πάτο της θάλασσας.-"
 
 

Τρίτη, Μαρτίου 16, 2021

Δεν προσθέτει τίποτε ο Βοηθός Συνήγορος για την Αστυνομική Αυθαιρεσία

 Είναι λάθος η εξαγγελία του πρωθυπουργού για την νομοθέτηση ενός Βοηθού Συνηγόρου του Πολίτη για ζητήματα αστυνομικής βίας.

Το λάθος αυτό είχε επισημάνει ήδη από το 2016 ο Επίτροπος του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα στους τότε υπουργούς κ.κ. Παρασκευόπουλο και Τόσκα, οι οποίοι επίσης ήθελαν να αναθέσουν στον Συνήγορο του Πολίτη την αρμοδιότητα του μηχανισμού παρακολούθησης των καταγγελιών για την αστυνομική αυθαιρεσία και το έκαναν με τον Ν.4443/2016.
Συγκεκριμένα ο Επίτροπος στην επιστολή που είχε στείλει από τότε στους Υπουργούς είχε επισημάνει ότι η αρμοδιότητα πρέπει να ανατεθεί σε ανεξάρτητο όργανο που εκδίδει δεσμευτικές αποφάσεις. Ο Συνήγορος του Πολίτη εκ φύσεως εκδίδει συστάσεις και πορίσματα, δηλαδή διαμεσολαβητικά έγγραφα κι όχι δεσμευτικές αποφάσεις.
Τα ίδια ισχύουν πολύ περισσότερο και για την περίπτωση της νομοθέτησης άλλου ενός "Βοηθού Συνηγόρου του Πολίτη". Ήδη στον Συνήγορο του Πολίτη υπηρετούν έξι (6) Βοηθοί Συνήγοροι. Καθένας από αυτούς είναι επικεφαλής σε καθέναν από τους 6 κύκλους (τμήματα) του Συνηγόρου του Πολίτη. Οι κύκλοι είναι: 1) Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2) Σχέσεων Κράτους - Πολίτη, 3) Κοινωνικής Προστασίας, 4) Ποιότητας Ζωής, 5) Δικαιωμάτων του Παιδιού, 6) Ισότητας Φύλων.
Ο πρωθυπουργός εξήγγειλε δηλαδή ότι θα προστεθεί κι ένας έβδομος "κύκλος", με τον δικό του Βοηθό Συνήγορο, "Κατά της Αστυνομικής Αυθαιρεσίας".
Αυτό δεν θα βοηθήσει σε τίποτε τον Συνήγορο του Πολίτη να συνεχίσει να ασκεί τις αρμοδιότητές του ως μηχανισμός για την αστυνομική αυθαιρεσία: απλά θα προσθέσει άλλον έναν τμηματάρχη στο υπάρχον προσωπικό. Δεν είναι λύση, λοιπόν.
Αυτό που πρέπει να κάνει ο νομοθέτης είναι να μελετήσει την Γνωμοδότηση της Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του 2016 επί του νομοσχεδίου του ΣΥΡΙΖΑ για τον εν λόγω "Μηχανισμό". Να εντοπίσει τις συστάσεις της ΕΕΔΑ που δεν εφαρμόστηκαν και να τις εφαρμόσει. Το κείμενο των παρατηρήσεων είναι διαθέσιμο εδώ: http://www.nchr.gr/images/pdf/apofaseis/astunomia/Mixanismos_Anexartitos2016.pdf
Όχι προσθέτοντας άλλον ένα Βοηθό Συνήγορο, αλλά ιδρύοντας έναν μηχανισμό που θα καθιστά τα πειθαρχικά της ΕΛ.ΑΣ. ανεξάρτητη αρχή με αυτεπάγγελτες αρμοδιότητες ελέγχου ώστε να

Δευτέρα, Μαρτίου 15, 2021

Το ΕΔΔΑ ελέγχει την Ελλάδα για παράλειψη δικαστικής εξέτασης μέτρων COVID-19

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εξετάζει την προσφυγή που κατέθεσε ορθόδοξο εκκλησιαστικό σωματείο κατά της Ελλάδας. Το σωματείο είχε προσφύγει στο Συμβούλιο της Επικρατείας με αίτηση ακύρωσης κατά της διοικητικής πράξης που επέβαλε μέτρα για την καταπολέμηση της COVID-19.

H δίκη αυτή κινείται με κατεπείγουσα ταχύτητα, δεδομένου ότι η προσφυγή υποβλήθηκε στις 17 Νοεμβρίου 2020, ενώ το ΕΔΔΑ την κοινοποίησε στην Κυβέρνηση, θέτοντας ερωτήματα, στις 25 Φεβρουαρίου 2021! Πρόκειται για χρόνο ρεκόρ για τα δεδομένα του ΕΔΔΑ.

 Το σχετικό έγγραφο είναι αναρτημένο από σήμερα 15 Μαρτίου 2021 στην επίσημη ιστοθέση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου: http://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-208870

Σύμφωνα με το έγγραφο του ΕΔΔΑ, το θέμα της υπόθεσης ήταν η απαγόρευση της συλλογικής άσκησης θρησκευτικής λατρείας κατά την περίοδο 16 Μαρτίου έως 16 Μαϊου 2020, συμπεριλαμβανομένης δηλ. της περιόδου του Πάσχα.

Η αίτηση ακύρωσης υποβλήθηκε στο ΣτΕ στις 30 Μαρτίου 2020, μαζί με αίτημα για αναστολή εκτέλεσης και προσωρινή διατάγη για την μη εφαρμογή της απαγόρευσης. 

 Όμως, όπως προκύπτει από την σχετική περιγραφή των γεγονότων, το Συμβούλιο της Επικρατείας εξέδωσε απόφαση στις 23 Ιουνίου 2020 περί "κατάργησης της δίκης". Μια τέτοια δικαστική απόφαση εκδίδεται όταν δεν βρίσκεται πλέον σε ισχύ η προσβαλλόμενη διοικητική πράξη. Δηλαδή το ΣτΕ δεν εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, αλλά "κατάργησε την δίκη" λόγω έλλειψης αντικειμένου.

Αυτό σημαίνει ότι ο προσδιορισμός της δικασίμου έγινε σε χρόνο κατά τον οποίον είχε λήξει η ισχύς της διοικητικής πράξης. 

 Κατόπιν αυτής της εξέλιξης το σωματείο προσέφυγε στο ΕΔΔΑ για παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο (άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ) και του δικαιώματος στην θρησκευτική ελευθερία, ως προς το ότι δεν ήταν επιτρεπτός ο συγκεκριμένος περιορισμός που επιβλήθηκε από την Ελλάδα για λόγους δημόσιας υγείας (άρθρο 9 παρ. 2 της ΕΣΔΑ).

Το ΕΔΔΑ λοιπόν απευθύνει στην Ελλάδα δύο ερωτήματα. Το πρώτο ερώτημα είναι:

 "Έχει τηρηθεί το δικαίωμα του προσφεύγοντος για πρόσβαση σε δικαστήριο, στην προκειμένη υπο κρίση περίπτωση, όπως το δικαίωμα αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ;"

 Το δεύτερο ερώτημα είναι:

"Παραβιάστηκε η θρησκευτική ελευθερία του προσφεύγοντος συλλόγου κατά την έννοια του άρθρου 9 της Σύμβασης; Ειδικότερα, ήταν αναγκαία η παρέμβαση στην άσκηση αυτού του δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 9 παρ. 2;"

Η Ελλάδα τώρα οφείλει να απαντήσει σε αυτά τα δύο ερωτήματα. Ως προς το πρώτο ερώτημα, αναμένεται να αποστείλει την υπόθεση στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο θα πρέπει να εξηγήσει εγγράφως για ποιόν λόγο δεν δικάστηκε η υπόθεση εντός του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο ίσχυε η απόφαση. Δηλαδή έχεις εδώ πέρα μια διοικητική πράξη που ισχύει από τις 16 Μαρτίου 2020 έως και τις 16 Μαϊου 2020, οι προσφεύγοντες ασκούν την αίτηση ακύρωσης στις 30 Μαρτίου δηλαδή σε άμεσο χρόνο και ως ΣτΕ καταλήγεις να δικάζεις την "ουσία" της υπόθεσης προφανώς σε χρόνο που έχει λήξει η ισχύς. 

Για ποιό λόγο συμβαίνει αυτό; Γιατί το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν ακολούθησε την Εργαλειοθήκη του Συμβουλιου της Ευρώπης για την προτεραιοποίηση της εκδίκασης των υποθέσεων που αφορούν περιορισμούς ανθρώπινων δικαιωμάτων; 

Αυτά τα ερωτήματα στην ουσία θέτει το ΕΔΔΑ στην Ελλάδα. Θα δούμε ποια θα είναι η εξέλιξη της υπόθεσης, διότι διαδικαστικά ζητήματα και πάλι μπορεί να προκύψουν.

Ως προς την ουσία του επιβληθέντος μέτρου, το άρθρο 9 παρ. 2 ορίζει ότι:

"H ελευθερία της εκδήλωσης του θρησκεύματος ή των πεποιθήσεων υπόκειται μόνο στους περιορισμούς που προβλέπονται από τον νόμο και είναι αναγκαίοι σε μια δημοκρατική κοινωνία, για την προστασία της δημόσιας ασφάλειας, την προστασία της δημόσιας τάξης, της υγείας ή των ηθών, ή για την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων."

Δηλαδή ως προς την δεύτερη επικαλούμενη παράβαση, η Ελλάδα πρέπει να απαντήσει εάν ο περιορισμός που επιβλήθηκε νομοθετικά ήταν αναγκαίος για την προστασία της υγείας και θα πρέπει να το αποδείξει. Εάν το αποδείξει, τότε η χώρα δεν θα καταδικαστεί για την συγκεκριμένη παράβαση, εκτός εάν οι προσφεύγοντες ανταποδείξουν ότι υπήρχαν άλλοι ηπιότεροι περιορισμοί στην συλλογική λατρεία που μπορούσαν να είχαν επιβληθεί και δεν επελέγησαν. Δηλαδή το ΕΔΔΑ θα κληθεί τελικά να ασκήσει τον έλεγχο αναλογικότητας που δεν άσκησε το Συμβούλιο της Επικρατείας. 

Ανεξάρτητα από την έκβαση αυτής της υπόθεσης, το Συμβούλιο της Επικρατείας αντιμετωπίζει για μία ακόμη φορά τον έμμεσο ψόγο του ΕΔΔΑ ότι δεν δικάζει τις υποθέσεις στον χρόνο που χρειάζεται. Το ίδιο είχε γίνει και με την υπόθεση Παπαγεωργίου κ.α. κατά Ελλάδας (2019), όπου το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η αίτηση ακύρωσης στο ΣτΕ που η εκδίκασή της είχε αναβληθεί 7 φορές με υπαιτιότητα του ΣτΕ δεν αποτέλεσε τελικά ένα αποτελεσματικό ένδικο μέσο για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Δυστυχώς επαναλαμβάνεται η ίδια ιστορία, χωρίς να έχει γίνει απολύτως τίποτε από το ίδιο το Συμβούλιο της Επικρατείας για την εκδίκαση των υποθέσεών του σε εύλογο χρόνο.

Το ίδιο ακριβώς αναμένεται να γίνει για την αίτηση ακύρωσης κατά της απαγόρευσης της πορείας την 17η Νοεμβριου 2020: το Συμβούλιο της Επικρατείας προσδιόρισε την συζήτηση της υπόθεσης αυτής για την 15η Ιανουαρίου 2021, δηλαδή σε χρόνο που προδήλως είχε παρέλθει το χρονικό διάστημα ισχύος της απαγόρευσης. Οπότε, η απόφασή του κατά πάσα πιθανότητα θα είναι κι εκεί ότι "καταργεί την δίκη", που το ίδιο την τοποθέτησε σε χρόνο εκτός του χρόνου ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης.

Ενώ, εάν το Συμβούλιο της Επικρατείας ήθελε πράγματι να περισώσει την δυνατότητα για τον έλεγχο της Ε.Σ.Δ.Α. θα μπορούσε επιτέλους να ερμηνεύσει την ειδική εκείνη διάταξη που διέπει την δικονομία του κατά την οποία εάν ο αιτών επικαλεστεί "ειδικό έννομο συμφέρον", το Συμβούλιο της Επικρατείας υπεισέρχεται στην ουσία ακόμη και όταν η ισχύς της πράξης έχει λήξει! Δεν το πράττει, γιατί θεωρεί ότι έτσι θα υποβαθμιστεί η δικαστική του απόφαση σε "γνωμοδότηση", λες και το ΕΔΔΑ τώρα αν καταδικάσει την χώρα θα "γνωμοδοτήσει" απλώς και δεν θα εκδώσει ένα δεσμευτικό δικαστικό πόρισμα. Το ΣτΕ διαθέτει λοιπόν επιτέλους τα εργαλεία, σύμφωνα και με το άρθρο 25 του Συντάγματος που ορίζει ότι κάθε δικαστικό όργανο οφείλει να διευκολύνει έμπρακτα την αποτελεσματική εφαρμογή των ανθρώπινων δικαιωμάτων και να προχωρεί σε έλεγχο ουσίας όταν οι αιτούντες επικαλούνται ειδικά και συγκεκριμένα παραβιάσεις της ΕΣΔΑ. Εάν δεν το κάνει το ίδιο,  ενώ το ίδιο εκτοπίζει τις υποθέσεις σε δικασίμους εκτός πεδίου ισχύος των πράξεων, τότε απλά δεν έχουμε έλεγχο της ΕΣΔΑ στην Ελλάδα και ας το αποδεχτούμε για να προσφεύγουμε σε όλες τις υποθέσεις αυτές κατευθείαν στο ΕΔΔΑ. 

Υπάρχουν όμως μέτρα που μπορούν να επιβληθούν για την επιτάχυνση των διαδικασιών του. Το απλούστερο όλο είναι ότι δεν χρειάζεται να συνεδριάζει για όλες τις υποθέσεις σε μεγάλες συνθέσεις. Μπορεί με την κατάλληλη τροποποίηση του π.δ. 18/1989 να δημιουργηθούν πολλά περισσότερα υπο-τμήματα π.χ. τριών δικαστών χωρίς να χρειάζεται να συνεδριάζουν οι πενταμελείς συνθέσεις. Μπορούν επίσης να εισαχθούν διαδικασίες αποκλειστικά εξ αποστάσεως με ηλεκτρονική διακυβέρνηση. Υπάρχουν γενικά πολλά που μπορούν να γίνουν για να σταματήσει η συνεχής καταδίκη της χώρας για διαδικαστικά θέματα. Αρκεί να το θέλουμε, βέβαια.

Παρέμβαση στην Επιτροπή ΛΟΑΤΚΙ+ Ισότητας για την μεταρρύθμιση της Ταυτότητας Φύλου

  Το γραφείο μας, έχοντας ήδη χειριστεί 40 υποθέσεις διεμφυλικών (trans και non-binary) ατόμων από το 2016 και έχοντας συμβάλει στην έκδοση ...