Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, Ιανουαρίου 28, 2012

Μια συζήτηση με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο

Στην σημερινή retrospectiva στο radiobubble μεταδόθηκε για πρώτη φορά ένα ηχητικό ντοκουμέντο: μια συνέντευξη που μου έδωσε ο Θόδωρος Αγγελόπουλος το 1999, λίγους μήνες μετά την βράβευσή του με τον Χρυσό Φοίνικα στο φεστιβάλ των Καννών.

Ο δημιουργός περιγράφει τις επεμβάσεις που έκανε εκ των υστέρων στις ταινίες του, είτε για λόγους συμβατικών υποχρεώσεων (Μελισσοκόμος) είτε για λόγους πραγματικών συνθηκών εμπορικής εκμετάλλευσης, καθώς και τη σχέση των εκτεταμένων σεναρίων με το τελικό φιλμικό αποτέλεσμα.

Μίλησε επίσης για το off space, μια βασική αισθητική επιλογή σε όλο το έργο του, το οποίο ενεργοποιεί τον θεατή, δίνοντάς του ένα ρόλο συνδημιουργού. Αναφέρεται στους δραματουργικούς λόγους που οδήγησαν την δράση εκτός πλάνου σε μια συγκεκριμένη σκηνή εκτέλεσης στο Βλέμμα του Οδυσσέα και περιγράφει τα ιστορικά γεγονότα που αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για την μεγάλη σκηνή του αγάλματος του Λένιν στο Δούναβη.

Τέλος, σχολιάζει τη διεθνή πορεία των ταινιών, αναφερόμενος στην αντίσταση που αντιμετώπισε από το επίσημο κράτος το 1975, όταν ο Θίασος δεν προτάθηκε επίσημα στις Κάννες, ερμηνεύει το νόημα των βραβείων και τοποθετείται για την γενικότερη υπαρξιακή του σύνδεση με την διαδικασία παραγωγής των κινηματογραφικών ονείρων.

Παρασκευή, Μαΐου 20, 2011

Η ευθύνη του καλλιτέχνη στον δημόσιο λόγο

Οι καλλιτέχνες απολαμβάνουν μιας ευρύτατης ελευθερίας της έκφρασης, καθώς γίνεται αποδεκτό ότι μέσα από την τέχνη μπορεί να μιλήσει κανείς για ανομολόγητα, βλάσφημα, αποκλίνοντα, αντιδημοφιλή θέματα. Η αφήγηση στην καλλιτεχνική έκφραση ακολουθεί μόνον τους κανόνες της αισθητικής - ή τουλάχιστον με αυτούς τους κανόνες θα πρέπει να προσεγγίζεται από το κοινό, που καλείται να απολαύσει ένα έργο. Η μυθοπλασία, η μεταφορά, η δημιουργία "χαρακτήρων", αλλά και η ειρωνία, η σάτιρα, το αποδομητικό σχόλιο αποτελούν θεμελιώδη φίλτρα που χρησιμοποιούν οι καλλιτέχνες για να μεταπλάσουν την πραγματικότητα, τις ιδέες και τα οράματά τους σε πνευματικό δημιούργημα.

Αναγνωρίζεται έτσι ότι όσα λέγονται σε ένα καλλιτεχνικό έργο δεν μπορούν να εκλαμβάνονται ως κυριολεκτικά. Ένα "βλάσφημο" έργο λ.χ. δεν μπορεί να εμπίπτει στις διατάξεις περί βλασφημίας, γιατι ο καλλιτέχνης εξ ορισμού χρησιμοποιεί μια μετα-γλώσσα ανοιχτή σε πάμπολλες ερμηνείες. Ένα "σεξιστικό" έργο μπορεί να χρησιμοποιεί μια απαράδεκτη γλώσσα ακριβώς για να καταδικάσει τις στερεοτυπικές συμπεριφορές σε μια κοινωνία. Ένα "αντεθνικό" έργο μπορεί να επιδιώκει τον αναστοχασμό στο θέμα των πάσης φύσεως πατριωτικών μύθων. Οι καλλιτέχνες μπορούν να χρησιμοποιούν μια γλώσσα που προσβάλλει, που σοκάρει, που δεν είναι ανεκτή σε έναν καθημερινό δημόσιο λόγο.

Όταν όμως, έξω από το πλαίσιο της τέχνης τους, οι καλλιτέχνες εμφανίζονται ως διανοητές και τοποθετούνται δημόσια για γενικότερα θέματα, θα κριθούν όπως κάθε πολίτης που έχει την - ευρύτερη ή στενότερη - επιρροή στο δημόσιο λόγο. Ο δημόσιος λόγος εκτός από ατομικό δικαίωμα είναι και μια μορφή ενάσκησης εξουσίας (βλ. εδώ). Οποιοσδήποτε μιλάει δημόσια, έχει το καθήκον να ασκεί αυτή την εξουσία μέσα στο πλαίσιο της ευθύνης που καθένας έχει απέναντι στην κοινωνία στην οποία απευθύνεται και της οποίας είνα μέλος. Είναι αυτονόητο επίσης ότι οποιοσδήποτε εκτίθεται, καθίσταται αντικείμενο δημόσιας κριτικής. Όπως αυτονόητο είναι ότι πάντοτε θα γίνουν και λάθη απέναντι στα οποία πρέπει να είμαστε όλοι επιεικείς, αλλά θέλουμε να ακούσουμε κάποτε κι ένα mea culpa. Δεν κάνει κακό, ίσα - ίσα, είναι η πιο έντιμη πράξη που μπορεί να ακολουθήσει ένα σφάλμα.

Δεν βρίσκω το λόγο για τον οποίο θα πρέπει να αναγνωρίσουμε άλλης μιας μορφής "ασυλία" στους καλλιτέχνες, όταν αυτοί, χωρίς πια τα εργαλεία που τους παρέχει η τέχνη τους, κάνουν άστοχες, προσβλητικές ή και επικίνδυνες δηλώσεις. Η λογική του "τρελού του χωριού" που μπορεί να λέει ότι θέλει και οι υπόλοιποι απλώς να τον αγνοούν ή να του χτυπούν την πλάτη με κατανόηση στο πρόβλημά του δεν νομίζω ότι τιμά τους πνευματικούς ανθρώπους που βγαίνοντας από το καλλιτεχνικό τους εργαστήριο αποφασίζουν να μιλήσουν με τους κανόνες της διαλεκτικής του δημόσιου λόγου. Οι "ασυλίες" περισσεύουν πια, κάποτε πρέπει να μιλήσουμε και για δημόσια λογοδοσία, για ανάληψη ευθύνης και για δηλώσεις συγγνώμης. Το να συντηρήσουμε τη μεταμοντέρνα λογική ότι κάποιος "κάνει τέχνη" σε οποιαδήποτε πράξη του στον δημόσιο βίο οδηγεί σε μια ατελέσφορη αναγνώριση άλλης μιας ελίτ, ενός ακόμη ιερατείου με τους δικούς του θεολόγους, τις δικές του γραφές, αλλά που διεκδικεί ως ποίμνιο το σύνολο της κοινής γνώμης που απλόχερα θα του προσφέρουν τα ορεξάτα μέσα ενημέρωσης.

Ούτε θεωρώ ότι πρέπει να μένουμε απαθείς όταν ένας τέτοιος άστοχος λόγος συντηρεί μια λογική "εύκολης" τοποθέτησης για σύνθετα ζητήματα, τα οποία αποτελούν αντικείμενο και ύλη επιστημονικών κλάδων, καθώς μια τέτοια ανεύθυνη ρητορική ενισχύει την αντίληψη ότι τα μεγάλα προβλήματα μπορούν να λυθούν με μαγικές λύσεις και την επιφοίτηση από εξωλογικές οντότητες, χωρίς να χρειαζόμαστε την ειδική επεξεργασία, την σοβαρή μελέτη, την επικοινωνιακή ψυχραιμία και την υπεύθυνη εξέτασή τους με τα εκλεπτυσμένα εργαλεία που απαιτεί ένα ευρύτερο ζήτημα κοινωνικής παθογένειας. Ο ανεύθυνος κι ασυνάρτητος καλλιτέχνης που χαϊδεύει την ελαφρότητα, το ναίφ και τον λαϊκισμό πρέπει να στιγματίζεται και ο λόγος του να απομονώνεται και να επισημαίνεται ως ανεπαρκής, αντιλειτουργικός και επιζήμιος.

Είναι κλασικός ο φόβος των "οπαδών" διαφόρων εν ζωή καλλιτεχνών, ότι αν τους γνωρίσουν από κοντά ή αν τους παρακολουθήσουν πέρα από το πλαίσιο της τέχνης τους, θα απογοητευθούν. Η καθημερινότητα του καλλιτέχνη είναι μια αποκαθήλωση για το κοινό του. Μια αποκαθήλωση για την οποία τελευταία φροντίζουν ορισμένοι καλλιτέχνες από μόνοι τους, συμπαρασύροντας τελικά όμως μάλλον και το ίδιο το έργο τους. Είναι μια περίπτωση πνευματικής αυτοκτονίας.





Παρασκευή, Μαΐου 06, 2011

Το έργο τέχνης και η προσωπικότητα του δημιουργού σε δημόσια εκδήλωση in memoriam

Το έργο τέχνης, όταν δημοσιεύεται και παραδίδεται στο κοινό, δεν αποτελεί πια έκφανση της προσωπικότητας του δημιουργού. Mετά από την δημόσια παρουσίαση, ο δημιουργός δεν διατηρεί με το έργο δεσμό άλλον από τα δικαιώματα της πνευματικής ιδιοκτησίας. Έχει δηλαδή το δικαίωμα να αναγνωρίζεται η πατρότητά του, να επιλέγει ο ίδιος ορισμένα στοιχεία για την παρουσίασή του και να αμείβεται γι' αυτήν, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να δεσμεύσει την πρόσληψη του έργου από το κοινό, να περιχαρακώσει τις ερμηνείες του ή να φράξει τις προεκτάσεις του.

Όταν ένα έργο τέχνης εντάσσεται σε μια δημόσια κρατική εκδήλωση με έντονο συμβολικό in memoriam χαρακτήρα, η επιλογή του από τα πολιτειακά όργανα δεν μπορεί παρά να λαμβάνει υπόψη το συνολικό πλαίσιο (το context) μέσα στο οποίο δημιουργήθηκε το έργο, αλλά και, έως ένα βαθμό, την προσωπικότητα του δημιουργού και τον ρόλο του στο δημόσιο γίγνεσθαι.

Όπως έγινε γνωστό, σε μια εκδήλωση για την Ημέρα Μνήμης των θυμάτων του ναζισμού στην Αυστρία είχε αρχικώς προγραμματισθεί η παρουσίαση του έργου Μαουτχάουζεν του Μίκη Θεοδωράκη. Στη συνέχεια όμως, η πρόεδρος της Βουλής αποφάσισε να αφαιρεθεί η εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου από το πρόγραμμα της Ημέρας Μνήμης, λόγω των αντισημιτικών δηλώσεων του συνθέτη(βλ. εδώ). Ο κ. Θεοδωράκης εδώ και χρόνια, όποτε του δίνεται ευκαιρία, εκτοξεύει και μια αντιεβραϊκή "κορώνα", στο πλαίσιο της γνωστής λαϊκής συνωμοσιολογίας που θέλει τους Εβραίους να βρίσκονται πίσω από σχέδια παγκόσμιας κυριαρχίας κλπ. Πιο πρόσφατα τα επανέλαβε σε ένα video (βλ. εδώ), λέγοντας ότι είναι αντισημίτης και αντισιωνιστής και ότι αγαπάει τον Εβραϊκό λαό, αλλά οι Αμερικανοεβραίοι είναι πίσω απ' όλα κλπ.

Το ίδιο το "Μαουτχάουζεν" βέβαια δεν άλλαξε από τότε που το έγραψε ο Θεοδωράκης. Το πρόβλημα είναι το όνομα και το πρόσωπο "Θεοδωράκης" που εξελίχθηκε σε φορέα του ρατσιστικού λόγου, και όχι το ίδιο το έργο. Δεν μπορείς όμως να συμπεριλάβεις ένα έργο σε ένα επίσημο πρόγραμμα, χωρίς να μνημονεύσεις και το όνομα του δημιουργού του, τόσο λόγω του ηθικού δικαιώματος που κατοχυρώνει ο νόμος (υποχρεωτική μνεία της πατρότητας), όσο και από το ότι είναι ένα πασίγνωστο έργο ενός διάσημου συνθέτη. Θα ήταν αντιφατικό όμως να παρουσιάζεται σε μια Ημέρα Μνήμης θυμάτων του ναζισμού το έργο ενός ανθρώπου που, κατά δήλωσή του είναι αντισημίτης και αντισιωνιστής, όσο κι αν "αγαπάει τον Εβραϊκό λαό". Η αντιφατικότητα του Θεοδωράκη δεν είναι δυνατόν να του συγχωρείται εσαεί: σε μία Ημέρα Μνήμης δεν είναι νοητό να τιμηθεί κάποιος που κάνει τέτοιες ρατσιστικές δηλώσεις με ένα σκεπτικό το οποιο εξέθρευσε τον ναζισμό στην Ευρώπη.

Παρ' όλο που το "Μαουτχάουζεν" ως έργο είναι αυτονομημένο από τον δημιουργό του, όταν μια Πολιτεία ετοιμάζει το πρόγραμμα μιας ημέρας μνήμης έχει κάθε ευχέρεια να λάβει υπόψη και την προσωπικότητα των δημιουργών των έργων που επιλέγει να εντάξει στο καλλιτεχνικό πρόγραμμα. Δεν πρόκειται λοιπόν για περίπτωση "λογοκρισίας", αλλά για περίπτωση συνέπειας προς τον σκοπό της συγκεκριμένης δημόσιας εκδήλωσης, η οποία ως μνημόσυνο δεν καλείται βέβαια να φιλοξενήσει όλες τις απόψεις, αλλά να επιλέξει εκείνες που θα εκφράσουν καλύτερα την μνήμη των θυμάτων.








Τετάρτη, Απριλίου 27, 2011

Κινηματογράφος: Μαύρη Αφροδίτη


Η ταινία βασίζεται σε μια πραγματική ιστορία, των αρχών του 19ου αιώνα. Μια γυναίκα, η Σάρκι Μπάαρτμαν, από μια φυλή της Αφρικής, με ιδιαίτερα σωματικά χαρακτηριστικά (ευμεγέθεις γλουτοί και εξωτερικά μέρη των γεννητικών της οργάνων) παρουσιάζεται ως bizarre θέαμα "αγριανθρώπου" στο φιλοθεάμον κοινό του Λονδίνου του 1810. [Προσοχή: ακολουθεί spoiler] Ύστερα από επέμβαση μιας ΜΚΟ της εποχής (Ινστιτούτο Αφρικανικών Μελετών), ο υπεύθυνος του θεάματος θα δικαστεί, αλλά θα αθωωθεί επειδή η γυναίκα θα καταθέσει ότι το θέαμα είναι σκηνοθετημένο κι ότι η ίδια υποδύεται την "άγρια" ως ηθοποιός, εργασία για την οποία πληρώνεται. Ο εισαγγελέας, ο οποίος μέχρι τότε είναι λάβρος, θα προτείνει την απαλλαγή του υπεύθυνου, αφού θα αναγνωρίσει ότι η συναίνεση αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης. Έτσι το δικαστήριο θα κλείσει την υπόθεση, παρά τις κραυγές ενός ζωντανού ακροατηρίου που εντελώς υποκριτικά θέλει την καταδίκη του υπεύθυνου, ενώ το ίδιο σπεύδει το βράδυ να παρακολουθήσει το θέαμα.

Στη συνέχεια παρακολουθούμε τις περιπέτειες αυτής της γυναίκας στο Λονδίνο και στο Παρίσι, όπου παρουσιάζεται ως αξιοπερίεργο και το ενδιαφέρον των ανθρωπολόγων της εποχής για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Προσπάθούν να αποδείξουν ότι το σώμα της είναι ένας χαμένος "κρίκος" στην εξέλιξη από τον ουρακοτάγκο μέχρι τον άνθρωπο. [Προσοχή: ακολουθεί spoiler] Ενώ οι εκμεταλλευτές της την έχουν "νοικιάσει" στους ανθρωπολόγους για να την μελετήσουν, εκείνη δέχεται υπάκουα την εξέτασή της, εκτός από το σημείο στο οποίο της ζητούν να αποκαλύψει τα γεννητικά της όργανα. Θα αντισταθεί σθεναρά σε αυτό, μολονότι θα της απέφερε αρκετά χρήματα, τελικά όμως ο εκμεταλλευτής της είναι υποχρεωμένος να επιστρέψει και την προκαταβολή λόγω της άρνησής της. Μετά από αρκετή εξαθλίωση, θα αναγκαστεί τελικά να παραδώσει το σώμα της, όχι όμως στους επιστήμονες, αλλά οδηγούμενη στην πορνεία. Πέθανε από σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα και το σώμα της πουλήθηκε (για μια ακόμη φορά) στους ανθρωπολόγους που ήθελαν διακαώς να την εξετάσουν. Η τελική σκηνή, κατά την οποία το σώμα της κόβεται σε κομμάτια από τους επιστήμονες, ενώ παράλληλα δημιουργείται ένα τέλειο γύψινο εκμαγείο της, προκειμένου να γίνει η σχετική επιστημονική ανακοίνωση, είναι ένα αριστούργημα του μοντάζ. Τα γεννητικά όργανα της Μπάαρτμαν ήταν έκθεμα σε βάζο μέχρι το 1976 σε μουσείο, οπότε ζητήθηκε η απομάκρυνσή τους ύστερα από αίτημα του Ν.Μαντέλα και η τελική ταφή της έγινε το 2002, ως ένα σύμβολο πια, της καταπίεσης. Μετά το τέλος της μυθοπλασίας, στα credits, προβάλλονται video από την κηδεία της Μπάαρτμαν στη σύγχρονη εποχή.

Ανεξάρτητα από την αισθητική αξία της ταινίας, τα μείζονα φιλοσοφικά και νομικά ερωτήματα που τίθενται με το έργο αυτό, αφορούν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων. Ένας πρώτος κύκλος είναι η έκταση της συναίνεσης στο πλαίσιο δημόσιου θεάματος: στους θεατές δημιουργείται η εντύπωση ότι όντως υπάρχει ένα στοιχείο συναίνεσης στην συμμετοχή της γυναίκας στο freak show, αλλά πρόκειται για μια εξωτερικής μορφής συναίνεση που δεν φαίνεται να αποτελεί ελεύθερη βούληση, αλλά αποτέλεσμα καταπίεσης κι έλλειψης άλλης επιλογής. Ένα δεύτερο θέμα είναι πόσο περιορισμένη ήταν (ή είναι) η προστασία που μπορεί να παρέχει η Δικαιοσύνη σε τέτοιες υποθέσεις: όταν το ίδιο το θύμα έχει δηλώσει ότι παρέσχε την συγκατάθεσή του, ο νόμος έχει φτάσει στο φορμαλιστικό όριό του και δεν μπορεί να υπερβεί αυτό το στοιχείο, εάν δεν υπάρχουν άλλες αποδείξεις που τεκμηριώνουν ότι η συγκατάθεση δεν είναι ελεύθερη. Έτσι, η ΜΚΟ που παρενέβη δικαίως οδήγησε την υπόθεση στο Δικαστήριο, αλλά και ο εισαγγελέας ορθώς πρότεινε την απαλλαγή του κατηγορούμενου, αφού υπήρχε συμβόλαιο. Ορισμένα πράγματα που μπορεί να θεωρούμε δεδομένα στην καθημερινή ζωή (ίσως και λόγω αντίστροφης προκατάληψης) δεν είναι αυτονόητα για το δίκαιο - ακόμη και με τις σύγχρονες αντιστροφές του βάρους απόδειξης σε υποθέσεις φυλετικών διακρίσεων- και πρέπει να υποστηρίζονται με επαρκές αποδεικτικό υλικό. Το δίκαιο των συμβάσεων πάντως δεν είναι ένα επαρκές εργαλείο για να κριθούν με δίκαιο τρόπο υποθέσεις που αφορούν κάθε είδους άνιση μεταχείριση. Είναι προφανές ότι η υπόθεση αυτή στο σύγχρονο κόσμο θα έπρεπε να κριθεί με βάση το δίκαιο των ανθρώπινων δικαιωμάτων που συνεισφέρει πρόσθετα νομικά εργαλεία στην στάθμιση των αντικρουόμενων έννομων αγαθών.

Άλλος ένα κύκλος περίσκεψης στον οποίο μας βάζει η ταινία, είναι ο ρόλος της επιστήμης. Η ταινία ξεκινά και καταλήγει με τους ανθρωπολόγους που αντιμετωπίζουν την γυναίκα εξ ολοκλήρου ως αντικείμενο μελέτης, τόσο εν ζωή όσο και μετά το θάνατό της. Το μοναδικό όχι που λέει η γυναίκα σε όλη την ταινία είναι στους επιστήμονες που θέλουν να εξετάσουν τα γεννητικά της όργανα. Πρόκειται για τα γεννητικά όργανα που μετά το θάνατό της θα αφαιρεθούν και θα τοποθετηθούν στο βαζάκι που θα εκτίθενται σε μουσείο μέχρι το 1976. Η επιστήμη έχει τους δικούς της στόχους που είναι η μελέτη και η καταγραφή, αυτοσκοποί που προστατεύονται και από συνταγματικές διατάξεις. Ωστόσο, ακόμη κι αυτοί οι αυτοσκοποί δεν μπορούν να επιδιώκονται σε βάρος της ανθρώπινης αξίας. Η έκθεση των γεννητικών οργάνων αυτής της γυναίκας ως ανθρωπολογικού "αξιοπερίεργου" δεν μπορεί παρά να προσέβαλε την ανθρώπινη αξία της, μολονότι η ίδια δεν ήταν στη ζωή. Μπορεί να είναι πολύ αργά για την τύχη της ίδιας, αλλά μια τόσο αποτρόπαια πράξη δεν μπορεί να είναι κάτι που τιμά την επιστήμη ή που εξυπηρετεί κάτι πέρα από ένα νοσηρό ενδιαφέρον που συντηρεί την απόσταση από το διαφορετικό κι όχι βέβαια την προσέγγιση και την γεφύρωση. Ακόμη κι αν η ίδια δεν βρίσκεται στη ζωή, η αξιοπρέπειά της θίγεται βάναυσα με αυτόν τον τρόπο.

Η ιστορία της Μαύρης Αφροδίτης είναι στην ουσία μια παραδοχή αποτυχίας του δυτικού πολιτισμού και μάλιστα στις πιο προηγμένες και προβεβλημένες κατακτήσεις του: θέαμα, δικαιοσύνη, επιστήμη. Μια ιστορία στην οποία αποδεικνύεται ότι η ελευθερία βούλησης αφορά μόνο τους "κανονικούς" κι όχι τους "διαφορετικούς", οι οποίοι αναγκαστικά πρέπει να γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης σε βαθμό εκμηδένισης της αξιοπρέπειας αλλά και φυσικής εξόντωσης.




Σάββατο, Απριλίου 16, 2011

Μια συζήτηση με τον Σπύρο Ευαγγελάτο

Καλεσμένος στην retrospectiva ο κ. Σπύρος Ευαγγελάτος (μπορείτε να την ακούσετε εδώ)

Μια συζήτηση για την διαδρομή και την αναστολή λειτουργίας του "ΑΜΦΙ-θεάτρου".

Ο κ. Ευαγγελάτος αναφέρει μεταξύ άλλων ότι ο Υπουργός Πολιτισμού ακόμη δεν έχει δεχθεί να τον συναντήσει και να συζητήσει την πρόταση του διακεκριμένου δάσκαλου του θεάτρου για διάθεση ενός χώρου ώστε να συνεχιστεί η πολύτιμη θεατρική προσφορά του. Επίσης, ενημερώνει ότι δεν έχει δοθεί ακόμη απάντηση από τον Δήμο Αθηναίων στην αντίστοιχη πρότασή του για τη δημιουργία ενός δημοτικού θεάτρου για την Αθήνα.

Συζητήσαμε επίσης για την απόρριψη από το Φεστιβάλ Αθηνών της παρουσίασης την παράστασης του "Φιλοκτήτη" του Σοφοκλή, σε μετάφραση Γεωργουσόπουλου, μουσική Θεοδωράκη, σκηνογραφία Πάτσα και σκηνοθεσία Ευαγγελάτου. Ο σκηνοθέτης δηλώνει ότι ακομη και σήμερα αν το Φεστιβάλ αποφάσιζε να δεχθεί τον "Φιλοκτήτη", θα υπήρχε ο χρόνος για την προετοινασία της παράστασης.

Μια απολαυστική συζήτηση, στην οποία προεξαγγέλλεται και η επικείμενη ανακοίνωση του κ. Ευαγγελάτου στην Ακαδημία Αθηνών, για μια σημαντική φιλολογική ανακάλυψη που έκανε στην Βενετία.

Μπορείτε επίσης να ακούσετε (εδώ) το αφιέρωμα στο "ΑΜΦΙ-θέατρο" που έγινε στην retrospectiva του προηγούμενου επεισοδίου.

Τετάρτη, Απριλίου 06, 2011

Θύματα της κρίσης τα πολιτισμικά δικαιώματα: έκλεισε το "Αμφι-θέατρο"

Το άρθρο 16 του Συντάγματος προβλέπει ότι η ανάπτυξη και η προαγωγή της τέχνης αποτελεί υποχρέωση του Κράτους. Η πρακτική εφαρμογή αλλά και η θεωρητική επεξεργασία αυτής της συνταγματικής υποχρέωσης παράγει την νομική υποχρέωση της Πολιτείας να εξασφαλίζει τουλάχιστον την διατήρηση μιας αγοράς στην οποία θα φιλοξενούνται όσο το δυνατόν πιο οριζόντια οι διάφορες καλλιτεχνικές τάσεις και εφαρμογές. Υπάρχει ένα δικαίωμα του κοινού απέναντι στο κράτος, να μπορεί να απολαμβάνει ένα όσο το δυνατόν ευρύτερο πεδίο επιλογών, που εγγυάται ότι ζούμε σε μια πλουραλιστική κοινωνία.

Το "Αμφι-θέατρο" του Σπύρου Ευαγγελάτου δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις, κάθε στοιχειωδώς ενήμερος θεατής γνωρίζει ότι πρόκειται για ένα θέατρο ρεπερτορίου που τόλμησε για πάνω από 30 χρόνια να παρουσιάσει 95 παραστάσεις έργων που δεν θα ανέβαιναν ποτέ στο εμπορικό θέατρο ή ακόμη και στο Εθνικό Θέατρο. Πρόκειται για art house, ερευνητική σκηνή, με λόγιες αναζητήσεις, στην οποία ανέβηκαν έργα κλασσικών ακόμη και σε πρώτη παγκόσμια παράσταση στον σύγχρονο κόσμο.

Ο κ. Ευαγγελάτος έχει κάνει έναν τεράστιο αγώνα για τη διάσωση του "Αμφι-θεάτρου" σε δύσκολες οικονομικά μέρες και έχει αποταθεί σε πολλούς αρμόδιους φορείς. Ο αρμοδιότερος όλων, ο Υπουργός Πολιτισμού, όπως καταγράφεται, έχει αποφύγει να τον συναντήσει παρά τις εναγώνιες κρούσεις του κορυφαίου σκηνοθέτη και πανεπιστημιακού δασκάλου. Ο κ. Ευαγγελάτος πέρασε από το δημοτικό συμβούλιο (καταθέτοντας μια ενδιαφέρουσα πρόταση για την εγκατάσταση του "Αμφι-θεάτρου" σε χώρο του Δ.Αθηναίων και τη δημιουργία με ελάχιστα μέσα ενός δημοτικού θεάτρου) κι έφτασε μέχρι τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Υπάρχουν δελτία τύπου, petition στο internet του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών, κείμενα συμπαράστασης, αλλά όχι η θεσμική πολιτειακή παρέμβαση που θα διασφαλίσει την συνέχιση της ύπαρξης του "Αμφι-θεάτρου", μέσα από το οποίο διαπιστωμένα και επί δεκαετίες καλύπτεται ένα σημαντικό μέρος ενάσκησης του δικαιώματος του άρθρου 16 του Συντάγματος από το θεατρικό κοινό της χώρας.

Η πρόταση μάλιστα του κ. Ευαγγελάτου για παρουσίαση του "Φιλοκτήτη" στην Επίδαυρο (με πρωταγωνιστή τον Γ.Κιμούλη, σε μετάφραση Κ.Γεωργουσόπουλου και μουσική Μ.Θεοδωράκη) απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι το "Αμφι-θέατρο" παρουσίασε και πέρσι παράσταση. Το "Αμφι-θέατρο" ανεβάζει έργα στην Επίδαυρο από τότε που υπάρχει, με μια συνέπεια και συνέχεια που θα έπρεπε να επιβραβεύεται από το κράτος και, σε κάθε περίπτωση, τουλάχιστον να διασφαλίζεται και σίγουρα όχι να εμποδίζεται με αυτόν τον απαξιωτικό τρόπο, τόσο προς τον καταξιωμένο σκηνοθέτη, όσο και προς το μεγάλο θεατρικό κοινό που έχει ακολουθήσει την πορεία του "Αμφι-θεάτρου" όλα αυτά τα χρόνια και πλέον αποστερείται του δικαιώματός του.





Κυριακή, Φεβρουαρίου 06, 2011

Το θέατρο στο στόχαστρο εγκληματιών

Μετά την γνωστή ιστορία της πυρπόλησης του Θεάτρου Τέχνης στην οδό Φρυνίχου, μια ανακοίνωση θεατρικής ομάδας που θα δραστηριοποιείται στο Ίδρυμα Κακογιάννη προκαλεί ανησυχία για την ελευθερία της έκφρασης (βλ. εδώ).

Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση, η ομάδα αποφασίζει την αναβολή των παραστάσεων, λόγω απειλών εναντίον συντελεστών που έφτασαν είτε μέσω τηλεφωνημάτων, είτε μέσω e-mail και blogs. Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι ότι η ανακοίνωση επισημαίνει ότι "οι πληροφορίες και τα σχόλια που διατυπώθηκαν σε ορισμένες ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές και sites του διαδικτύου αναφορικά με το περιεχόμενο της παράστασης και τα κείμενα, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και αποτελούν προϊόν διαστρέβλωσης".

Αξίζει να σημειωθεί ότι στο αρχικό δελτίο τύπου είχε επισημανθεί ότι η παράσταση είναι ακατάλληλη για ανήλικους.

Από μια αναζήτηση στο διαδίκτυο προκύπτει ότι σε τηλεοπτικό σταθμό μεταδόθηκε ότι στη παράσταση παρουσιάζονται ιερά πρόσωπα να ερωτοτροπούν, πληροφορία που αναπαράγεται από "πατριωτικά" blogs, συνοδευόμενη από προτροπές για μηνύσεις και αντίδραση.

Είναι δεδομένο ότι εάν είχαν όντως κινηθεί νομικά εναντίον της παράστασης για λ.χ. προσβολή θρησκεύματος, τα δικαστήρια θα είχαν αναγνωρίσει ότι σε συνθήκες ελευθερίας της τέχνης τα συγκεκριμένα κεφάλαια του ποινικού κώδικα υποχωρούν, επειδή αφορούν αγαθό που δεν ανάγεται σε συνταγματική αξία.

Είναι γνωστή η σχετική νομολογία, ιδίως σε αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων (βιβλίο Ανδρουλάκη, υπόθεση Κώδικα Ντα Βίντσι, υπόθεση ταινίας Μέγας Αλέξανδρος, βλ. 1959-2009: Oι ελληνικές παραβιάσεις της ελευθερίας της τέχνης). Το ίδιο και με το κόμικ άλμπουμ ενός Αυστριακού που, ενώ αρχικά καταδικάστηκε για προσβολή θρησκεύματος, στο εφετείο αθωώθηκε πανηγυρικά.

Στην προκειμένη περίπτωση όμως, η παράσταση αναβλήθηκε με απόφαση των συντελεστών, που δεν είναι σε θέση να παίξουν, επειδή αισθάνονται απροστάτευτοι/-ες από τις απειλές που έχουν λάβει για την ζωή τους. Δηλαδή ζούμε σε ένα κράτος, το οποίο δεν είναι σε θέση να διασφαλίσει την ελευθερία της έκφρασης, εντοπίζοντας τους απειλούντες (η απειλή είναι ποινικό αδίκημα κατά το άρθρο 333 του Ποινικού Κώδικα) και προστατεύοντας έτσι την σωματική ακεραιότητα των συντελεστών ενός καλλιτεχνικού έργου.

Από την άλλη πλευρά όμως, υπάρχει και η καταγγελία ότι τα μέσα ενημέρωσης έχουν μεταφέρει ανακριβείς πληροφορίες για το περιεχόμενο της παράστασης. Εάν αυτό ευσταθεί, πρόκειται για παραβίαση δεοντολογικής υποχρέωσης, δηλ. του άρθρου 5 παρ. 1 του π.δ. 77/2003 (Κώδικας Δεοντολογίας για τις ενημερωτικές ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές), βάσει του οποίου "η μετάδοση των γεγονότων πρέπει να είναι αληθής, ακριβής και όσο είναι δυνατό πλήρης". Επίσης, εάν από τις εκπομπές δεν μεταδόθηκαν οι απόψεις των συντελεστών, υπάρχει και η παραβίαση της υποχρέωσης μετάδοσης της αντίθετης άποψης. Σχετικά με αυτό αναφέρει το άρθρο 3 του Κώδικα:

"Η ραδιοφωνία και η τηλεόραση πρέπει να αναγνωρίζουν και να σέβονται εμπράκτως τη διατύπωση διαφορετικών απόψεων και να υπερασπίζονται την ελευθερία μεταδόσεώς τους. Οι διαφορετικές απόψεις πρέπει να παρουσιάζονται έγκαιρα και με ίσους όρους".

Αν είχε τηρηθεί αυτός ο θεμελιώδης δεοντολογικός αγώνας, θα ειχε δοθεί στους συντελεστές της παράστασης η ευκαιρία να αποκαταστήσουν την αλήθεια για το περιεχόμενο, συμβάλλοντας στην αποφυγή της διαστρέβλωσης και ενδεχομένως στην αποτροπή των απειλών.

Έπειτα, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Κώδικα, "δεν επιτρέπεται να μεταδίδονται πληροφορίες χωρίς να έχουν ελεγχθεί". Ανεξάρτητα από την μετάδοση της αντίθετης άποψης, πρέπει να έχει προηγηθεί και η τεκμηρίωση και η διασταύρωση της είδησης. Δηλαδή σε μια περίπτωση θεατρικής παράστασης που φέρεται ότι προκάλεσε ορισμένες αντιδράσεις, δεν αρκεί μόνο η καταγραφή των αντιδράσεων, αλλά και ο έλεγχος ότι όντως προκλήθηκε από τις φερόμενες σκηνές.

Συνεπώς, θα έπρεπε να ενεργοποιηθούν οι σχετικοί αρμόδιοι φορείς τόσο για την εποπτεία της ραδιοτηλεόρασης, όσο και για την διερεύνηση των απειλών, ώστε να διασφαλιστεί ότι η εν λόγω θεατρική ομάδα ζει σε μια δημοκρατική κοινωνία που μπορεί να της παράσχει την ασφάλεια για την παρουσίαση ενός έργου τέχνης, που μπορεί να σοκάρει, αλλά οι αντιδράσεις δεν φτάνουν μέχρι την τέλεση ποινικών αδικημάτων εις βάρος των συντελεστών.



Κυριακή, Οκτωβρίου 31, 2010

Κινηματογράφος: The Social Network

Όπως καθένας θα μπορούσε να προβλέψει, η ιστορία του facebook περιλαμβάνει παραβιάσεις προσωπικών δεδομένων, αμφισβητήσεις πνευματικής πατρότητας και πάρα πολλά χρήματα. Η ταινία που γυρίστηκε με βάση τη δημιουργία αυτής της Υπηρεσίας Κοινωνικής Δικτύωσης, το επιβεβαιώνει σε ένα βαθμό. Πιο πολύ κοντά στην περίπτωση του δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ - λόγω και της χρησιμοποίησης πραγματικών ονομάτων και λογοτύπων - παρά στην ταινία μυθοπλασίας που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, το Social Network είναι προ πάντων μια ταινία για δικηγόρους, για να μην πω για e-lawyers.

O σεναριακός ιστός πλέκεται γύρω από δύο συνεδριάσεις για την απόπειρα εξωδικαστικής επίλυσης διαφοράς, στο πλαίσιο των δύο αγωγών που έχουν ασκηθεί στον δημιουργό του facebook. Η μία αγωγή αφορά το ζήτημα της πνευματικής πατρότητας του facebook και η δεύτερη αγωγή αφορά πιθανή εξαπάτηση και διαφυγοντα κέρδη ενός δυσαρεστημένου πρώην οικονομικού διευθυντή της εταιρίας. Γύρω από αυτές τις δύο προδικαστικές συνεδριάσεις, τις οποίες παρακολουθούμε σε παράλληλο μοντάζ, αναπτύσσεται σταδιακά, μέσω των ερωταπαντήσεων δικηγόρων - μαρτύρων - εναγομένου, η ιστορία της δημιουργίας του facebook. Αυτό είναι φυσικά μόνο ο αφηγηματικός σκελετός (δεν είναι δικαστικό δράμα), ενώ το βασικό μέρος της ταινίας αποτελείται από flash back, σαν τελικά να πρόκειται για ένα μεταμοντέρνο αστυνομικό, τύπου whodunnit, όπου ο δολοφόνος είναι η πηγή της έμπνευσης.

Είναι η ταινία που υποχρεωτικά θα βάζω σε όποιον μου διαμαρτύρεται ότι "του έκλεψαν την ιδέα", άλλοι, οι οποίοι τελικά εφάρμοσαν την πιθανή έμπνευση που μπορεί να είχε για μια εφεύρεση. Όπως πολύ σωστά λέει ο Mark στους αντιδίκους του, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι τους έκλεψε την ιδέα, "αν είχατε φτιάξει το facebook, θα το είχατε φτιάξει". Η ιδέα δεν προστατεύεται από το δίκαιο περί πνευματικής ιδιοκτησίας, η έμπνευση δεν ποινικοποιείται. Από την ταινία είναι απολύτως ξεκάθαρο ότι η ιδέα για την εν λόγω υπηρεσία κοινωνικής δικτύωσης αποτέλεσε καρπό σύνθετων διεργασιών στο μυαλό του Mark, με πολλά ερεθίσματα από τον χώρο του πανεπιστημίου, των συμφοιτητών και των φίλων του. Όλοι, λίγο - πολύ, ήθελαν να φτιάξουν "κάτι", το οποίο όμως έφτιαξε τελικά αυτός. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύει την διατύπωση, τον δημιουργό. Όχι όποιον δίνει μια συμβουλή εδώ, μια εντολή πιο κει και μια ιδέα πιο κάτω.

Έπειτα υπάρχει ένα μεγάλο μέρος σε αυτήν την ιστορία που δίνει τις ερμηνείες της για την σχέση του facebook με την ιδιωτικότητα. Παρ΄ όλο που ο Mark παρουσιάζεται αμέτοχος της κεντρικής κοινωνικής ζωής του Harvard, η ταινία υπογραμμίζει ιδιαίτερα το ρόλο των κλειστών φοιτητικών clubs, με αναφορές και σε συγκεκριμένη λέσχη, στην οποία είναι μέλος ο κολλητός του και μετέπειτα οικονομικός διευθυντής - ενάγων. "Αποκλειστικότητα" ως στόχος, έναντι κοινών θνητών - φοιτητών. Ο Mark από την αρχή της ταινίας είναι ο εισβολέας που αντλεί την πληροφορία και την διασκορπά σε τρίτους, τους οποίους όμως προλαβαίνει να καταστήσει συμμέτοχους - συνένοχους. Γι' αυτό και το σωκρατικού τύπου επιχείρημα στην Ε.Δ.Ε. που διεξάγει το πανεπιστήμιο, μετά από αυτή την αρχική υποκλοπή, μπορεί να ακούγεται άκρως αλλαζονικο, αλλά είναι κυριολεκτικό: θα έπρεπε αντί για πειθαρχικό να του απονείμουν εύφημο μνεία γιατί ανέδειξε τις τρύπες του συστήματος. O Μark αυτοπροτείνεται λοιπόν, ως ο ανατροπέας της σχέσης ανάμεσα σε ιδιωτικό και δημόσιο. Και επιχειρει να το επιβάλλει σε παγκόσμια κλίμακα.

Τα WhoIsWho directories υπήρχαν φυσικά πολλά χρόνια πριν από το facebook.com. Όπως τα blogs είναι η ανατροπή της σχέσης ανάμεσα σε ιδιωτικό και δημόσιο όσον αφορά τα προσωπικά ημερολόγια, έτσι το facebook επιχειρεί να ανατρέψει τη σχέση ιδιωτικού - δημόσιου όσον αφορά τις επαφές μας με τους άλλους. Είναι δηλαδή μια εφαρμογή που ξεκινάει από τον περιορισμένο off - line κόσμο και η ουσία της μεταβάλλεται ολοσχερώς μόνο και μόνο με την χρήση ενός καταλύτη: του Διαδικτύου. Αυτό γίνεται ανάγλυφο στην ταινία, τον σκηνοθετικό χειρισμό έχει ο David Fincher που μας έχει συνηθίσει σε ταινίες για άκρως μεμονωμένες προσωπικότητες (Fight Club, Seven, Benjamin Button, Alien 3).

Η ταινία αυτή θα μπορούσε να είναι μια περιγραφική εμπορική μελούρα αποθέωσης - αγιοποίησης ή καθαρματοποίησης, που εκμεταλλεύεται ότι όλοι ξέρουμε λίγο πολύ το θέμα (όπως οι ταινίες λ.χ. για την Diana κι άλλους επώνυμους), αλλά νομίζω ότι αποφεύγει αυτές τις παγίδες. Μολονότι δεν προσφέρει κάτι νέο στην κινηματογραφική γραφή και λειτουργεί επιβεβαιωτικά για όσα υποψιαζόμασταν, είναι σίγουρο ότι προκαλεί την περισυλλογή για το ίδιο το φαινόμενο των υπηρεσιών κοινωνικής δικτύωσης, ανατρέχοντας στις συνθήκες δημιουργίας τους, αλλά, κυρίως, παρουσιάζοντας τις στοχεύσεις των δημιουργών τους. Έχοντας παρακολουθήσει το δημόσιο λόγο του Mark, δεν έχω πειστεί ότι ο σκοπός του ήταν μόνο τα πολλά λεφτά ή η επιβολή σε ένα παγκόσμιο κοινό. Η ταινία επιβεβαιώνει ότι πέρα από τις φροϋδικές καταβολές, υπάρχουν πολλές ακόμη παράμετροι που πρέπει να ληφθούν υπόψη για να ερμηνευτούν οι περιστάσεις, πέρα από τις προθέσεις, της δημιουργίας των υπηρεσιών κοινωνικής δικτύωσης.

Πάντως για τις δύο νομικές υποθέσεις που παρακολουθούμε, θεωρώ ότι τελικά η απόπειρα εξωδικαστικής επίλυσης διαφοράς λειτούργησε υπέρ του ότι ο Mark δεν είχε υποπέσει στις αποδιδόμενες παραβάσεις, αλλά αντιθέτως ενεπλάκη σε μια ιστορία συμβιβασμού που κατά εντελώς τραγικά ειρωνικό τρόπο αναγκάστηκε να πληρώσει πολύ ακριβά για να διασφαλίσει την εχεμύθεια των πρώην συνεργατών και γνωστών. Μια εχεμύθεια που φαίνεται ότι το περιεχόμενό της αποτελεί την ιστορία που μόλις παρακολουθήσαμε στην οθόνη. Δηλαδή τελικά και αυτή η σχέση μας με τον Mark, ως θεατών στην ταινία που αφηγείται την ιστορία του, αναλύεται μέσα από πολλαπλά κάτοπτρα και διαδοχικές ζυγαριές, όπου σταθμίζονται χρήματα έναντι δεδομένων.




Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 01, 2010

Η εξύμνηση ποινικών αδικημάτων στην κρατική τηλεόραση

Ο Κώστας Τσόκλης είναι ένας από τους αγαπημένους μου εικαστικούς. Κυρίως επειδή στο έργο του υπάρχει το στοιχείο της πρόκλησης, είτε ζωγραφίζει ένα ταπεινό σπίρτο, είτε προσπαθεί να εγκαταστήσει το βυθό μιας θάλασσας σε ένα δωμάτιο, όσο κι αν αυτό θυμίζει επαρχιακή βιτρίνα μερικές φορές. Ο Κώστας Τσόκλης δήλωσε στην δημόσια τηλεόραση προ δεκαετίας ότι τον γοητεύει αισθητικά η επίθεση που ενέχει το αδίκημα του βιασμού και αναρωτήθηκε μήπως τελικά το θύμα προκαλεί αυτή την επίθεση. Προ ετών είχε δηλώσει ότι βρίσκει κάτι το γοητευτικό στις πυρκαγιές. Ακόμη πιο παλιά είχε οργανώσει ένα δρώμενο με σφαγή καρπουζιών για να σχολιάσει την απώλεια ανθρώπων σε κάποιο θερμό επεισόδιο. Οι αποτιμήσεις του είναι αισθητικές, πλήρως απελευθερωμένες από οποιαδήποτε κοινωνική χρηστικότητα (βλ. "ηθική"), υπέρμαχος πάντοτε του ότι η Τέχνη δεν είναι εκεί για να αναπληρώνει άλλες λειτουργίες, αλλά επειδή Είναι.

Οι απόψεις του Τσόκλη για τον βιασμό φαίνεται ότι δεν ενσωματώθηκαν όμως σε ένα έργο Τέχνης, ώστε να τύχουν εφαρμογής άλλες διατάξεις (άρθρο 16 Συντάγματος), αλλά μεταδόθηκαν από την δημόσια τηλεόραση. Οι θέσεις του μου ακούγονται ειδεχθείς - αισθητικά- και διαφωνώ κάθετα με αυτές ως νομικός, αλλά θα ήθελα να παρακολουθήσω και την υπόλοιπη εκπομπή για να έχω πλήρη εικόνα του πλαισίου (context) στο οποίο τις διατύπωσε. Διότι μπορεί, ας πούμε, να εξηγούσε το σκεπτικό ενός ήρωα κάποιου έργου (πλάγιος λόγος) οπότε δεν επιτρέπεται να το απομονώσουμε, γιατί έτσι δεν θα έχουμε πλήρη εικόνα των διανοημάτων του Τσόκλη ως προς το θέμα. Αρχικά διάβασα λοιπόν τις διαμαρτυρίες για τις ειδεχθείς απόψεις του Τσόκλη. Στη συνέχεια διάβασα τις διαμαρτυρίες που λένε ότι αν δεν αφήσουμε τον Τσόκλη να εκφραστεί, υποστηρίζουμε στην ουσία μια κακώς νοούμενη "πολιτική ορθότητα" που θα αναπαράγονται μόνο τα γνωστά και τα δεδομένα ( όπως ότι "ο βιασμός είναι αδίκημα"). Θα προσπαθήσω να προσεγγίσω το θέμα με τους κανόνες της νομικής διαλεκτικής.

Ο κ. Τσόκλης φυσικά και έχει το δικαίωμα να εκφραστεί επί παντός επιστητού. Εάν όμως, οι πράξεις με τις οποίες εκφράζεται εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής κάποιας ποινικής διάταξης, αυτό είναι αντικείμενο προς εξέταση από τα αρμόδια όργανα. Επειδή σέβομαι το τεκμήριο της αθωότητας του κ. Τσόκλη, καθώς και ότι η πράξη έχει ήδη παραγραφεί αφού παρήλθε 10ετία, δεν θα τοποθετηθώ για το κατά πόσον υπέπεσε στο αδίκημα του άρθρου 184 Π.Κ. περί παρακίνησης σε τέλεση κακουργήματος. Δεν λέμε λοιπόν να καταδικαστεί ο κ. Τσόκλης, αλλά να εξεταστεί, όπως θα εξεταζόταν και κάθε άλλος πολίτης στη θέση του αν εξυμνούσε ένα ποινικό αδίκημα στη δημόσια τηλεόραση. Ουδείς σε μια δημοκρατία έχει το δικαίωμα να προβάλλει μια ανύπαρκτη ασυλία λόγω της ιδιότητάς του ώστε να αποφεύγει τη δημόσια λογοδοσία. Έτσι η ίδια η εξέταση του κ. Τσόκλη είναι πιο σημαντική από την τυχόν αθώωση ή καταδίκη του και δεν θεωρώ ότι θα πρέπει να την επικρίνουμε εξ ορισμού. Θα είναι μια κίνηση ίσης μεταχείρισης: ο καλλιτέχνης δεν έχει μεγαλύτερη ελευθερία έκφρασης επειδή υπογράφει ως "καλλιτέχνης", αλλά για να παράγει απερίσπαστος το έργο του.

Υπάρχει όμως και το σκέλος της ευθύνης της δημόσιας τηλεόρασης για το περιεχόμενο των εκπομπών που μεταδίδει. Η ευθύνη του μέσου διαφοροποιείται ουσιωδώς από την όποια ευθύνη του φιλοξενουμενου μιας εκπομπής. Διότι όσον αφορά τις ενημερωτικές εκπομπές, ισχύουν δεσμευτικοί δεοντολογικοί κανόνες οι οποίοι ενσωματώνονται στο π.δ. 77/2003. Στο άρθρο 4 αναφέρεται ότι στις ενημερωτικές εκπομπές δεν επιτρέπεται να προβάλλονται σεξιστικά μηνύματα και δεν πρέπει να θίγονται ευάλωτες ή ανίσχυρες πληθυσμιακές ομάδες. Ανεξάρτητα δηλαδή απο το αν οι δηλώσεις Τσόκλη συνιστούν ή όχι "παρακίνηση", το βέβαιο είναι ότι αυτές μεταδόθηκαν από τους υπεύθυνους της εκπομπής και ότι αυτές όπως φαίνεται έχουν σεξιστικό περιεχόμενο που προσβάλλει τα θύματα βιασμού γενικά. Η εφαρμογή του π.δ. 77/2003 αποτελεί αρμοδιότητα του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης. Ωστόσο κι εδώ θα πρέπει να εξεταστεί το πραγματολογικό μέρος, δηλαδή το context και το κατά πόσον πρόκειται για απόψεις ή για ερμηνευτικές σκέψεις σχετικά με κάποιο έργο τέχνης. Αυτή όμως είναι η αποστολή των αρμόδιων δικαιοδοτικών οργάνων και δεν βρίσκω για ποιο λόγο θα πρέπει να μας τρομάζει εξ ορισμού η ενάσκηση αυτής της αρμοδιότητας, την στιγμή που υπάρχουν πολλές δικλείδες και εγγυήσεις για την αποφυγή ή την ακύρωση μιας πιθανής άδικης καταδίκης.




Πέμπτη, Νοεμβρίου 05, 2009

Βιβλίο: Για την ελευθερία της τέχνης

Για την ελευθερία της τέχνης
Δοκίμιο πολιτικής και συνταγματικής θεωρίας

Ανδρέας Χ. Τάκης
Εκδόσεις Σαββάλα
2008

Σελ. 206

Πρέπει να ξεκαθαρίσω εξ αρχής ότι θεωρώ τον Ανδρέα Τάκη έναν από τους πιο γοητευτικούς νομικούς συγγραφείς στον τομέα της θεωρίας και φιλοσοφίας του δικαίου. Ο θαυμασμός μου οφείλεται στο ότι επιχειρεί πάντα να καταδείξει πτυχές των θεμάτων που βρίσκονται σε μεγάλο βάθος και που μπορεί τελικά να έχουν και αρνητικές όψεις, όσο κι αν όλοι ομονοούν περί του αντιθέτου. Πέρα όμως από αυτό, ο Τάκης είναι ένας τολμηρός σκηνοθέτης της γλώσσας που δεν διστάζει να φτάσει σε άκρα, επιδιώκοντας την αισθητική αρτιότητα που δεν περιορίζεται σε στείρα καλλιέπεια. Μιλώντας για άκρα, εννοώ την πρόσκληση σε εννοιολογικά σχήματα που πολλές φορές μπορεί να είναι δαιδαλώδη, αλλά αξίζει τον κόπο για τον αναγνώστη να βασανιστεί, επειδή εκτός από τις πρωτότυπες διαδρομές σκέψης, θα ανταμειφθεί και με την απόλαυση ενός λογοτεχνικού κειμένου. Έπειτα, μιλώντας και πάλι για άκρα, εννοώ την παιγνιώδη διάθεση που υπάρχει στα κείμενά του -πράγμα που ομολογεί κι ευθαρσώς μερικές φορές- και ιδίως στις ρομαντικές παρομοιώσεις του, εκπληκτικής ακρίβειας. Θυμάμαι ένα άρθρο του (στο περιοδικό Cogito) που έλεγε ότι η ιδιωτικότητα θα πρέπει κάποτε να γίνει αντιληπτή ως κάτι πέρα από το “καμαρίνι” της δημόσιας ζωής. Άλλες φορες, το παιχνίδι του με τα άκρα μου προκαλεί αμηχανία. Ιδίως όταν φωτίζει επικίνδυνες ερμηνείες για συνταγματικά δικαιώματα (θυμάμαι μια σχετική ανάλυσή του για τους περιορισμούς του νεοπαγούς δικαιώματος στην πληροφόρηση, του άρθρου 5Α Σ.), οι οποίες αν ακολουθηθούν μπορεί να έχουν ολέθρια αποτελέσματα, πράγμα που και ο ίδιος φροντίζει να επισημαίνει – αλλά τότε γιατί ρισκάρει να τις δημοσιοποιήσει; Υποθέτω ότι θα πρέπει να περιμένω κάποια απάντηση περί της αυτοποιητικής λειτουργίας της φιλοσοφίας του δικαίου και του ρόλου της ως της “αριστεράς” της νομικής, η οποία κριτικάρει μόνο για την αξία της κριτικής. Αλλά νομίζω ότι κάπως έτσι θα ήταν και τα επιχειρήματα του εφευρέτη της ατομικής βόμβας.


Όλες αυτές οι παρατηρήσεις, υπερθετικές αλλά και αρνητικές, αφορούν και το νέο του βιβλίο, για την ελευθερία της τέχνης. Ένα έργο, το οποίο προσκαλεί σε μια ενδιαφέρουσα διανοητική διαδρομή για το νόημα της κατοχύρωσης της ελευθερίας της τέχνης στο Σύνταγμα και επικαιροποιεί όλη τη σχετική συζήτηση για τα όρια -τελικά- που θέτει η νομική σε ένα “σύμπαν”, στο οποίο, για πολλούς, οι νομικοί δεν έχουν καμία δουλειά, ενώ, κατ' άλλους, όλοι έχουν δικαίωμα να εκφέρουν την γνώμη τους, όπως και για την πολιτική, ως καταναλωτές και πολίτες. (Βέβαια, το “πρόβλημα” με τη γνώμη των νομικών είναι ότι μπορεί κάποτε να αποκτήσει “εκτελεστότητα”, κι αυτό είναι που ενοχλεί όλους τους υπόλοιπους. Δεν τρέχει τίποτα guys, ποτέ δεν είναι αργά για νομικές σπουδές :-Ρ ).


Ο Τάκης ξεκινάει (και κλείνει) την μελέτη του με την ανάγνωση του άρθρου 16 παρ. 1 του Συντάγματος που αναφέρει ότι “η τέχνη [και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία] είναι ελεύθερες” - δηλαδή: “η τέχνη είναι ελεύθερη”. Το κόλλημα των κλασικών συνταγματολόγων είναι “γιατί δεν αναφέρει το Σύνταγμα “όπως ο νόμος ορίζει”, ώστε να έχουμε ένα κλασικό δικαίωμα όπως όλα τα υπόλοιπα συνταγματικά δικαιώματα;” Ε, και μετά από αυτό το δραματικό ερώτημα αρχίζει όλη η ατέλειωτη φιλολογία περί “ανεπιφύλακτου δικαιώματος” και περί έρευνας για τα όρια της τέχνης στις γενικές επιφυλάξεις των ατομικων δικαιωμάτων – μια συζήτηση που νομίζω ότι κλείνει με μια απλή ανάγνωση του άρθρου 25 παρ. 1 που αναφέρει ότι όλα τα συνταγματικά δικαιώματα επιδέχονται περιορισμούς, εφόσον αυτοί επιβάλλονται από το Σύνταγμα ή από νόμο και είναι σύμφωνοι με την αρχή της αναλογικότητας. Ο Τάκης ταυτίζει το “δέος” των νομικών απέναντι στο “ανεπιφύλακτο” δικαίωμα, με το δέος που διακατέχει ιστορικά όλους τους πολιτισμούς για το απαραβίαστο πρόσωπο του καλλιτέχνη. Αυτό το δέος ο συγγραφέας κωδικοποιεί ως “θεολογία του ωραίου”.


Στο βιβλίο αφιερώνονται αρκετές σελίδες περιγραφής που διατρέχουν ουσιαστικά την ιστορία της τέχνης όχι οριζόντια, αλλά κάθετα, μέσα από το πρίσμα αυτής της "θεολογίας του ωραίου" , δηλαδή μιας μεταφυσικής επίδρασης που ασκεί το αισθητικό φαινόμενο στους ανθρώπους (μέσα από την ίδια την θρησκεία, τα ταμπού και άλλα φροϋδικά ) με αποτέλεσμα να αναγνωρίζουν στους καλλιτέχνες μία μυστηριώδη αλλά αυτονόητη “ασυλία” που θα μπορούσε να τους δικαιολογήσει τα πάντα, από την διαστροφή έως το έγκλημα. Μια φράση που συνοψίζει άρτια αυτή την περιγραφή και κορυφώνει την ειρωνία για την θεολογία του ωραίου: “Η ασυλία του καλλιτέχνη έναντι του κοινωνικού ελέγχου από το απαραβίαστο του προσώπου του φαντάζουν συνεπώς ως ένα είδος εγγύησης ότι η ιερή μανία της τέχνης θα αναβλύσει ανεμπόδιστα για άλλη μια φορά από τα ψυχικά τενάγη όπου ο Θεός, η ιστορία ή η τύχη εναπόθεσαν την μυστηριακή ουσία του κάλλους” - είναι μεγάλος στυλίστας, θα συμφωνήσετε, υποθέτω. Ο Τάκης χτίζοντας αριστοτεχνικά αυτή την κατασκευή της “θεολογίας του ωραίου” που οδήγησε και τον συνταγματικό νομοθέτη να προβλέψει ένα ανεπιφύλακτο δικαίωμα, αποφασίζει να απο-ιεροποιήσει αυτό το δέος, εκλογικεύοντας την διατύπωση “η τέχνη είναι ελεύθερη”, κάνοντας όμως ένα ορθογραφικό λάθος και γράφοντας την τέχνη με “Τ” κεφαλαίο. Κατά τον Τάκη, το Σύνταγμα κυριολεκτεί: η Τέχνη είναι ελεύθερη, όχι ο καλλιτέχνης! Με δικά του λόγια:


...θα προτείνω παρακάτω να εγκαταλείψουμε πλήρως την ιδέα του ειδικού ατομικού δικαιωματος να κάνεις τέχνη, απαλλάσσοντας ταυτόχρονα εαυτούς από την κρυφή θεολογία του ωραίου, που φωλιάζει μέσα στην ιδέα αυτή και καταλήγει να καθηλώνει την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων που πραγματικά μας απονέμει το δημοκρατικό μας πολίτευμα σε αδιέξοδα όσο και ψευδή διλήμματα.” (σελ. 29).


Με λίγα λόγια, ο Τάκης λέει ότι το Σύνταγμα δεν αντιμετωπίζει τους καλλιτέχνες ως ιερά όντα, απονέμοντάς τους ένα “ειδικό” συνταγματικό δικαίωμα να κάνουν ό,τι θέλουν στο πλαίσιο της τέχνης τους. Απορρίπτει αυτή την (κρατούσα) προσέγγιση ως άκρως αριστοκρατική και ως αντιδημοκρατική τελικά υπερενίσχυση της ελευθερίας της έκφρασης, φορείς της οποίας είμαστε όλοι (κι όχι μόνο οι καλλιτέχνες) , αλλά που υπάγεται και σε συγκεκριμένους περιορισμούς (“...όπως ο νόμος ορίζει”) και δεν είναι ανεπιφύλακτη όπως η Τέχνη. Διότι οι καλλιτέχνες δεν έχουν τίποτε παραπάνω από όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους για να αξίζουν μιας τέτοιας “ειδικής” συνταγματικής μεταχείρισης. Αντλεί μάλιστα ένα ισχυρό επιχείρημα από το ίδιο το Σύνταγμα: στο άρθρο 14, εκτός από το ατομικό δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, διατυπώνεται και η αυτονομημένη ελευθερία του Τύπου (“ο Τύπος είναι ελεύθερος”, λέει το Σύνταγμα). Δηλαδή κάτω από το ατομικό δικαίωμα (υποκειμενικό δίκαιο) ακολουθεί η ρητή κατοχύρωση του θεσμού (αντικειμενικό δίκαιο), πράγμα που δεν αντιστοιχεί βέβαια σε ένα “δικαίωμα του να τυπώνεις”, αλλά στην αυξημένη προστασία όλων των συστατικών εγγυήσεων, δικαιωμάτων, συνθηκών, θετικών και αρνητικών όρων που εξυπηρετούν την κατάσταση της ελευθεροτυπίας. Έτσι ο Τάκης υποστηρίζει ότι και για την τέχνη δεν προβλέπεται ένα “δικαίωμα να κάνεις τέχνη”, αλλά η ελευθερία της “ίδιας” της Τέχνης. (Λες και η τέχνη είναι κάτι αχειροποίητο ή καλύτερα “η τέχνη προσλαμβάνει εκεί τις διαστάσεις χαρακτήρα μιας ανθρωπόμορφης οντότητας ικανής να επιδέχεται κατηγορήματα που αρμόζουν μόνο σε προσωπα”.) Οι ενστικτώδεις αντιδράσεις που δημιουργούνται σε έναν φλογερό υπερασπιστή των ανθρώπινων δικαιωμάτων κάμπτονται όμως, όταν υπεισέρχεται στην ειδικότερη θεμελίωση αυτής της άκρως αιρετικής άποψης.


Λέγοντας ότι η συνταγματική περικοπή “η τέχνη είναι ελεύθερη” δεν εισάγει ατομικό δικαίωμα, ο Τάκης προσπαθεί να εξηγήσει ότι το Σύνταγμα κατοχυρώνει μια ευρύτερη κατάσταση ελευθερίας για όλους όσοι μετέχουν του αισθητικού φαινομένου, δηλαδή ότι φορείς της ελευθεριας αυτής είναι: το κοινό, οι κριτικοί, οι ατζέντηδες, τα μουσεία και – σχεδόν χαριστικά- οι καλλιτέχνες (αλλά με την λογική του last but not least, όχι ειδικό δικαίωμα είπαμε!). Είναι αυτό που οι κλασικοί συνταγματολόγοι ονομάζουν, όσον αφορά το κοινό, “παθητική διάσταση της ελευθερίας της τέχνης”: έχουμε δικαίωμα να δούμε μια όπερα χωρίς παρεμβάσεις (όπως η επέμβαση της ορχήστρας στο έργο της σκηνοθέτιδας) και έχουμε δικαίωμα να δούμε ακέραιο ένα βίντεο για τις φθορές του Παρθενώνα (χωρίς περικοπές των σκηνών που μπορεί να θεωρήσει ενοχλητικές το ιερατείο). Η ελευθερία της τέχνης αφορά όλους μας, όχι ειδικά τους καλλιτέχνες, αφορά μια “κοινωνική πρακτική, ένα ιδιότυπο πεδίο κοινωνικής δράσης, που το Σύνταγμα στοχεύει να διατηρήσει ελεύθερο χωρίς καμία επιφύλαξη” [σελ. 121]. Ή όπως πιο ολοκληρωμένα το θέτει ο συγγραφέας:


Στόχος της συνταγματικής ρύθμισης είναι η διασφάλιση όχι τόσο μιας ατομικής νομικής ευχέρειας, όσο του καθεστώτος ελευθερίας που πρέπει να διέπει το σύνολο πλέγμα των πρακτικών επικοινωνιακής διάδρασης μεταξύ του καθενός και του οιουδήποτε ή των οιωνδήποτε άλλων μελών της πολιτικής συμβίωσης”. [Σελ. 90]


Συμφωνώ απολύτως με αυτή την ανάγνωση του άρθρου 16 παρ. 1 του Συντάγματος, συμφωνώ απολύτως με την άρνηση ενός “αριστοκρατικού” δικαιώματος μόνο για καλλιτέχνες, αλλά δυσκολεύομαι να κατανοήσω για ποιον λόγο θα πρέπει να αρνηθούμε την ύπαρξη ενός ατομικού δικαιώματος στην ελευθερία της τέχνης, όχι μόνο για τους καλλιτέχνες, αλλά και για όλους τους άλλους. Ανησυχώ δηλαδή μήπως τελικά αυτή η ανάγνωση οδηγήσει στην υποβάθμιση της ελευθερίας της τέχνης σε ένα συλλογικό “κοινωνικό δικαίωμα”, δηλαδή μια γενική πολιτικής υφής αξίωση έναντι της πολιτείας προς παροχή πρόσβασης στην τέχνη, χωρίς “αγώγιμη” λειτουργία, χωρίς δηλαδή να μπορούμε να ζητήσουμε την άρση της λογοκρισίας από την Λυρική Σκηνή ή χωρίς να δικαιούμαστε – καθένας από εμάς- να δούμε το βίντεο Γαβρά χωρίς περικοπές ή τους χορευτές του Εθνικού Θεάτρου χωρίς βρακάκια επειδή το ίδιο βράδυ θα έρθει και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Η αλήθεια είναι ότι η θητεία του συγγραφέα ως Βοηθού Συνηγόρου του Πολίτη υπεύθυνου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου συνηγορεί (πλεονασμός;) προς το αντίθετο: ο Τάκης υπογράφει με την θεσμική του ιδιότητα το "ηρωϊκό" πόρισμα για την έκθεση του Outlook που αναγνώρισε το δικαίωμα του κοινού να αξιώσει αιτιολόγηση για την αφαίρεση του πίνακα “Asperges me” από το διοικητικό συμβούλιο του Οργανισμού Προώθησης Ελληνικού Πολιτισμού που ήταν η εποπτεύουσα υπηρεσία. Ένα άψογο κείμενο, το οποίο επαναλήφθηκε ως σκεπτικό και στην παρέμβαση του ίδιου Βοηθού Συνηγόρου για τα γεγονότα της Ρούσαλκα στην Λυρική Σκηνή. Δηλαδή: αναγνωρίζει ότι και το κοινό κάνει χρήση της συνταγματικής ελευθερίας της τέχνης (στην “παθητική” της διάσταση) αξιώνοντας την άρση των λογοκριτικών επεμβάσεων. Οπότε, για ποιο λόγο να μην μιλήσουμε καθαρά και ξάστερα για ειδικό συνταγματικό δικαίωμα;


Η απάντηση που δίνει ο Τάκης είναι ότι υπάρχει η γενικότερη ελευθερία της έκφρασης που τα καλύπτει όλα αυτά και η ειδικότερη μνεία της “ανεπιφύλακτης” ελευθερίας της τέχνης στο Σύνταγμα λειτουργεί ουσιαστικά ως ένας “περιορισμός των περιορισμών” της ελευθερίας της έκφρασης. Οι “περιορισμοί των περιορισμών” έρχονται στην τρίτη φάση του ελέγχου της τήρησης ή παραβίασης ενός δικαιώματος ως εξής: ύπαρξη ανθρώπινου δικαιώματος – επιβολή περιορισμού – περιορισμός του περιορισμού. Για να δώσω ένα σχηματικό παράδειγμα:


1) ελευθερία έκφρασης: κυκλοφορία ενός ημερολογίου με γυμνά μοντέλα (συνταγματικό δικαίωμα)

2) εισαγγελική απαγόρευση κυκλοφορίας του ημερολογίου ως "ασέμνου" (περιορισμός του συνταγματικού δικαιώματος)

3) δικαστική άρση της απαγόρευσης επειδή πρόκειται για έργο τέχνης κι όχι για πορνογράφημα (περιορισμος του περιορισμού) – άρα επαναφορά στον κανόνα (1) ότι έχουμε ενάσκηση ελευθερίας έκφρασης που δεν επιδέχεται περιορισμό.


Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση, στην οποία δεν θα διαφωνήσει κανείς, αλλά αφορά κατά κύριο λόγο την ενεργητική περίπτωση της ελευθερίας της τέχνης και ιδίως τον ίδιο τον καλλιτέχνη ή τον διανομέα του έργου, τους οποίους έχουμε φροντίσει εκ των προτέρων να απογυμνώσουμε από “ειδικά” συνταγματικά δικαιώματα. Έπειτα, ο Τάκης μιλώντας για “περιορισμό των περιορισμών” όσον αφορά την ελευθερία της τέχνης δεν ανακαλύπτει την πυρίτιδα. Απλώς προσπαθεί να θεμελιώσει θεωρητικά κάτι που ήδη βρίσκεται κατοχυρωμένο προ πολλού στο άρθρο 367 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα: δεν εμπίπτουν στην έννοια της εξύβρισης ή της δυσφήμησης οι δυσμενείς κρίσεις για καλλιτεχνικές εργασίες και οι εκδηλώσεις που γίνονται για την διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον και σε ανάλογες περιπτώσεις (μην βιάζεστε: εκτός αν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις έχουν τα στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης ή αν προκύπτει σκοπός εξύβρισης - “σχετικός” περιορισμός των περιορισμών). Φυσικά το 367 δεν έχει εφαρμογή σε άλλες κατηγορίες εγκλημάτων (λ.χ. ρατσιστικός λόγος) κι εκεί η συνταγματική θεμελίωση που επιχειρεί ο Τάκης γνωρίζει ιδιαίτερη πρακτική αξία.


Ο συγγραφέας τυποποιεί όμως ακόμα περισσότερο την ιδέα του ανεπιφύλακτου ως “περιορισμού των περιορισμών”, εισάγοντας το “τεκμήριο του αβλαβούς της τέχνης”. Δηλαδή ουσιαστικά ένα “τεκμήριο αθωότητας”: όποιος μετέχει της ελευθερίας της τέχνης, κατ' αρχήν δεν έχει κακή προαίρεση, άρα δεν πρέπει εξ αρχής να θεωρείται ως ύποπτος για κακά πράγματα, επειδή κάνει τέχνη. Επειδή η τέχνη είναι εξαιρετικά ευαίσθητο σπορ (βλ. διαρκής κίνδυνος λογοκρισίας ή παροχικής μονομέρειας εκ μέρους της διοίκησης) , ενώ η ίδια δεν αποτελεί -κατ' αρχήν- και τόσο πρόσφορο μέσο για να θίξει τα δικαιώματα των άλλων, ας θεωρήσουμε ότι η τέχνη ως αυτοσκοπός είναι κατ' αρχήν αθώα. Φυσικά, το κατασκεύασμα αυτό οριοθετείται (“το τεκμήριο του αβλαβούς δεν μπορεί παρά να είναι πάντα μαχητο” [σελ. 166]) για να μην έχουμε τίποτα προσκρούσεις με άλλα δικαιώματα (βλ. δικαστική προστασία 20 παρ. 1 Σ). Μια γροθιά στα πλευρά του “απαραβίαστου” και μια επαναφορά – από την πίσω πόρτα- της “θεολογίας του ωραίου”: αν καθιερώσουμε τέτοια τεκμήρια, σε τι διαφοροποιούμαστε από τις θεωρίες περί απαραβίαστου του προσώπου του καλλιτέχνη και περί “ασύλου”; Δεν καλύπτεται άραγε ο καλλιτέχνης από το γενικό τεκμήριο της αθωότητας που ισχύει για όλους; Όχι, διότι το θέμα μας εδώ δεν είναι ο καλλιτέχνης, αλλά η “Τέχνη”!


Όλη αυτή η ανάπτυξη περί “αβλαβούς” της τέχνης, είναι εξόχως προβληματική. Είναι σαν να λέμε ότι συνολικά η έκφραση είναι εξ αρχής “αβλαβής”, αναπαράγοντας την νεοσυντηρητική προσέγγιση περί του ότι δήθεν ο “λόγος” δεν αποτελεί “πράξη”, άρα δεν μπορούν τα εγκλήματα που τελούνται μυϊκά (κλοπή, φόνος, βιασμός κλπ) να ανήκουν στην ίδια νομική κατηγορία με τα εγκλήματα που τελούνται με λόγο (απάτη, απειλή, προσβολές τιμής, ρατσιστικός λόγος). Πρόκειται φυσικά περί σοβαρής στρέβλωσης της έννοιας της “πράξης” όπως αυτή χρησιμοποιείται στο ποινικό δίκαιο (βλ. επ' αυτού, μερικές σκέψεις για τη λειτουργία του αντιρατσιστικού Ν.927/1979 εδώ).


Τελικά ενώ ο συγγραφέας προσφέρει μία όμορφη στοχαστική διαδρομή, αποδομώντας ορισμένα δεδομένα, καταλήγει πρακτικά στα ίδια συμπεράσματα με όσα υποστηρίζει και η παραδοσιακή θεωρία του συνταγματικού δικαίου, δίνοντας όμως και ορισμένα επιχειρήματα σε όσους μπορεί να έρθουν αύριο και να πουν ότι δεν υπάρχει “δικαίωμα να κάνεις τέχνη”, αλλά μόνο “η ελευθερία της Τέχνης”. Δεν θέλω να γίνομαι Κασσάνδρα, αλλά πρόσφατα διαβάσαμε σε γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ότι το συνταγματικά κατοχυρωμένο απόρρητο της επικοινωνίας δεν μπορεί να περιλαμβάνει την τέλεση εξύβρισης και άλλων αδικημάτων, ενώ το σωστό είναι ότι σαφώς και τα περιλαμβάνει εξουσιοδοτώντας τον κοινό νομοθέτη να ορίσει ποια είναι τα “ιδιαιτέρως σοβαρά εγκλήματα” που επιτρέπουν την άρση του απορρήτου από δικαστική αρχή. Δεν κατανοώ για ποιο λόγο να υποστηρίζει κανείς όλη αυτή τη θεωρητική κατασκευή του ότι “δεν υπάρχει ατομικό δικαίωμα στην Τέχνη”, ενώ στην ουσία καταλήγει ότι ο φορέας αυτού του δικαιώματος δεν είναι μόνο ο καλλιτέχνης αλλά τελικά και το ίδιο το κοινό που μετέχει στην διαδικασία παραγωγής και κοινώνησης της τέχνης. Ούτε θεωρώ ότι, με όρους ασφάλειας δικαίου, αρκεί η γενική κατοχύρωση της ελευθερίας της έκφρασης, γιατί είδαμε ότι και στην ΕΣΔΑ δεν υπάρχει μια ειδική αναφορά στην Τέχνη, ενώ θα ήταν πολύ χρήσιμη για την αποφυγή της εξαιρετικά αρνητικής νομολογιας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που μνημονεύει και ο Τάκης στο βιβλίο του (με αποκορύφωμα βέβαια την “Δίκη του Λεπέν”).


Πέρα όμως από αυτές τις διαφωνίες, θεωρώ ότι το μεγάλο κενό του βιβλίου είναι ακριβώς η σχέση του κοινού ως φορέα της ελευθερίας της τέχνης, με την χρήση των έργων πνευματικής ιδιοκτησίας στο Διαδίκτυο και το πως τα δικαιώματα αυτά πρέπει να εφαρμόζονται στις συνθήκες που διαμορφώθηκαν μέσα στην ψηφιακή εποχή. Πριν σπεύσει κάποιος να πει ότι αυτό είναι ένα ειδικό ζήτημα, θα επιμείνω ότι αν σήμερα η συνταγματική κατοχύρωση της ελευθερίας της τέχνης, ιδίως από την πλευρά του κοινού, έχει κάποια πρακτική αξία είναι ακριβώς η συνταγματική ανα-οριοθέτηση των δικαιωμάτων πνεματικής ιδιοκτησίας και της σχέσης του κοινού με τον πνευματικό δημιουργό. Επίσης: η τριτενέργεια των δικαιωμάτων του κοινού σε σχέση με τον παράγωγό. Εκεί έχει νόημα η συζήτηση περί της συνταγματικής ελευθερίας της τέχνης σήμερα και αυτό ο συγγραφέας το αποσιώπησε. Όχι μόνο στο βιβλίο του, αλλά και όταν του δόθηκε η δυνατότητα ως Βοηθός Συνήγορος του Πολίτη να λάβει θέση για την αστεία δημόσια διαβούλευση του Ο.Π.Ι. περί “πειρατείας” στο Διαδίκτυο, όπου του δόθηκαν 5-6 διαφορετικές νομικές δυνατότητες για να παρεμβει, αλλά επέλεξε να οχυρωθεί πίσω από μία μυωπικά στενόκαρδη ερμηνεία των δικονομικών δυνατοτήτων του κοινού για έλεγχο της δημόσιας διαβούλευσης ως διαδικασίας ενάσκησης (μη;) δημόσιας εξουσίας. Η αμετακίνητη στάση του Βοηθού Συνηγόρου στην συγκεκριμένη υπόθεση θεωρώ ότι ήταν εξίσου ανεξήγητη με την εμμονή του περί μη υπάρξεως δικαιώματος στο άρθρο 16 παρ. 1 του Συντάγματος. Είχε τη δυνατότητα να εκφράσει την αντίθεσή του στην τυχόν εισήγηση ενός “νόμου Σαρκοζί” και το απέφυγε, όπως και στο βιβλίο του.


Έτσι είναι όμως οι επίμονοι, εικονοπλάστες και εικονοκλάστες συγγραφείς που αντιμετωπίζουν το θέμα τους ως πίνακα του Ντελακρουά:


“...πλάθω με τη φαντασία μου μια νοερή εικονα της Τέχνης ως ανθρωπόμορφης και, φυσικά, θηλυκού γένους χαρίεσσας οντότητας να δέχεται μαζί με τις άλλες, περισσότερο αυστηρές αυτές, θηλυκές μορφές της Επιστήμης και της Διδασκαλίας την υπόσχεση της Δημοκρατίας ή του Λαού για ανεπιφύλακτη ελευθερία...” [σελ. 185]


Μου θυμίζει τον εαυτό μου, όταν οραματίζομαι την Διαφάνεια να ξεμαλλιάζεται με την Ιδιωτικότητα.


Αθεράπευτα ρομαντικός, αλλά μας χάρισε ένα βιβλίο που -με όλες τις αντιρρήσεις που μπορεί να διατυπώσει κανείς- δεν δικαιούται να το προσπεράσει ο σύγχρονος δημόσιος διάλογος και στοχασμός για την πολιτική και συνταγματική θεωρία περί ελευθερίας της τέχνης.



Τετάρτη, Οκτωβρίου 21, 2009

Εθνικό Θέατρο: ενδεχόμενο κρούσμα λογοκριτικής παρέμβασης

Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ (βλ. εδώ) το Διοικητικό Συμβούλιο του Εθνικού Θεάτρου προτείνει να καλυφθούν τα σώματα δύο ερμηνευτών που μετέχουν στην παράσταση "Πουθενά", με την οποία εγκαινιάζεται η αναπαλαιωμένη κεντρική σκηνή του ιστορικού κτιρίου. Κατά το δημοσίευμα, το επιχείρημα είναι πως "δεν αρμόζει σε έναν κρατικό οργανισμό, όπως είναι το πρώτο θέατρο να προσκαλεί και να προκαλεί ταυτόχρονα. Ενώ η πιθανότητα να παραστεί στην επίσημη πρεμιέρα της ερχόμενης Παρασκευής και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος πρόσθεσε στο επιχείρημα ένα στοιχείο ηθικής δεοντολογίας". Το ίδιο δημοσίευμα αναφέρει ότι την τελική απόφαση θα λάβει ο διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, ο οποίος "σε περίπτωση που συμφωνήσει με το διοικητικό συμβούλιο θα ζητήσει από τον δημιουργό της παράστασης να καλύψει τα γυμνά σώματα των δύο χορευτών".

Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομοθεσία που διέπει τη διοίκηση και λειτουργία του Εθνικού Θεάτρου, ούτε το Διοικητικό Συμβούλιο, αλλά ούτε και ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής έχουν τέτοια αρμοδιότητα επέμβασης στο περιεχόμενο των παραστάσεων που παρουσιάζονται από τις σκηνές του ΕΘ. 

Συγκεκριμένα, οι αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου προβλέπονται από το άρθρο 2 παρ. 7 του Ν.2273/1994:

"Το Δ.Σ. λαμβάνει κάθε απόφαση και ασκεί κάθε εξουσία για όλα γενικώς τα ζητήματα που αφορούν στη διοίκηση και διαχείριση του Θεάτρου με εξαίρεση τα θέματα για τα οποία αποκλειστικά αρμόδια είναι άλλα όργανα που αναφέρονται στον παρόντα νόμο και στον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας του Θεάτρου. Και ενδεικτικά:

α. Χαράσσει μετά από εισήγηση του καλλιτεχνικού διευθυντή τις γενικές κατευθυντήριες γραμμές της πολιτιστικής πολιτικής του Θεάτρου μέσα στα πλαίσια της κείμενης νομοθεσίας, του κανονισμού και των οικονομικών δυνατοτήτων του Θεάτρου.

β. Εισηγείται προς τον Υπουργό Πολιτισμού των εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας του Θεάτρου.

γ. Συνομολογεί, υπογράφει και εκτελεί με τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στον παρόντα νόμο κάθε σύμβαση απαραίτητη για την εκπλήρωση των σκοπών του Θεάτρου, εισπράττει απαιτήσεις και έσοδα από όπου και αν προέρχονται, αποδέχεται δωρεές, εισφορές, χορηγίες, συνάπτει δάνεια και προβαίνει σε κάθε νόμιμη εκμετάλλευση εσόδων στα πλαίσια των σκοπών των Θεάτρων.

δ. Εχει πειθαρχική εξουσία δευτέρου βαθμού για όλο το προσωπικό του Θεάτρου.

ε. Εγκρίνει τον κανονισμό λειτουργίας της δραματικής σχολής του Θεάτρου.

στ. Διορίζει το διευθυντή της Δραματικής Σχολής μετά από εισήγηση του καλλιτεχνικού διευθυντή.

ζ. Καταρτίζει τον ετήσιο προϋπολογισμό και συντάσσει την ετήσια έκθεση και τον ισολογισμό και στο τέλος κάθε διαχειριστικής χρήσης διενεργεί έλεγχο νομιμότητας του έργου όλων των οργάνων διοίκησης των Θεάτρων."


Ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής, επίσης όργανο διοίκησης του Εθνικού Θεάτρου έχει τις προβλεπόμενες από την παρ. 13 του ίδιου άρθρου αρμοδιότητες:


"Ο καλλιτεχνικός διευθυντής έχει τις εξής αρμοδιότητες:

"α. Καταρτίζει το δραματολόγιο κάθε περιόδου.

β. Καταρτίζει τον προϋπολογισμό κάθε έργου και κάθε θεατρικής παραστάσεως ή εκδήλωσης γενικά.

γ. Είναι υπεύθυνος για την όλη και εντός του προϋπολογισμού του Θεάτρου προετοιμασία, οργάνωση και εκτέλεση κάθε καλλιτεχνικής παραγωγής του Θεάτρου, επιβλέπει την προετοιμασία των έργων που ανεβαίνουν, καθορίζει το ωράριο δοκιμών και παρακολουθεί και ελέγχει την εργασία του κάθε κατηγορίας προσωπικού που ασχολείται με το ανέβασμα των έργων και με κάθε γενικά παραγωγή του Θεάτρου.

δ. Επιβάλλεται και δίνει κατευθύνσεις και εντολές για τη σωστή και έγκαιρη σκηνική, σκηνογραφική, μουσική, ενδυματολογική και κάθε άλλη αναγκαία προετοιμασία, δοκιμή και παράσταση κάθε παραγωγής, για καθεμία από τις οποίες εγκρίνει τις επί μέρους δαπάνες για το ανέβασμα στα πλαίσια της ευθύνης του για την τήρηση του προϋπολογισμού τους. 

ε. Στο πλαίσιο του προϋπολογισμού προσλαμβάνει με συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή συνάπτει συμβάσεις έργου με το καλλιτεχνικό και τεχνικό προσωπικό, ειδικούς συνεργάτες, μετακαλεί συγκροτήματα ή καλλιτέχνες, υπογράφει τις συμβάσεις πρόσληψης και μετάκλησης των παραπάνω και ορίζει τους καλλιτεχνικούς και μη όρους της απασχόλησής τους και τις αμοιβές της σύμβασης εργασίας κάθε μέλους του καλλιτεχνικού προσωπικού και έχει πειθαρχική εξουσία σε πρώτο βαθμό για το καλλιτεχνικό και τεχνικό προσωπικό.

στ. Αποφασίζει για τις παραστάσεις, τις εμφανίσεις σε φεστιβάλ ή άλλες εκδηλώσεις και περιοδείες και αποφασίζει τις διανομές μετά από έγγραφη εισήγηση των σκηνοθετών.

ζ. Προτείνει στο Δ.Σ. σχέδια εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας του Θεάτρου.

η. Προΐσταται των διοικητικών υπηρεσιών του Θεάτρου, εποπτεύει και συντονίζει τη λειτουργία τους, επιβλέπει την εκτέλεση των αποφάσεων του Δ.Σ., των νόμων και του εσωτερικού κανονισμού, ασκεί επιπλέον αρμοδιότητες που του παραχωρεί το Δ.Σ., έχει δικαίωμα έγκρισης λειτουργικών δαπανών στα πλαίσια του εγκεκριμένου από το Δ.Σ. ετήσιου προϋπολογισμού, εισηγείται στο Δ.Σ. την πρόσληψη διοικητικού και βοηθητικού προσωπικού και γενικά έχει κάθε αρμοδιότητα που έχει σχέση με τη λειτουργία των διοικητικών υπηρεσιών του Θεάτρου.

θ. Εισηγείται προς το Δ.Σ. οποιοδήποτε θέμα έχει σχέση με το διοικητικό προσωπικό, όπως ενδεικτικά το είδος των συμβάσεων με τις οποίες το προσωπικό αυτό θα απασχολείται και τους όρους τους, τη διάρκειά τους και την καταγγελία τους.

ι. Εποπτεύει τη δραματική σχολή του Θεάτρου, έχει την ευθύνη για τα θέματα λειτουργίας και τα θέματα των επί μέρους καλλιτεχνικών στόχων της, προτείνει το διευθυντή της προς το Δ.Σ. και μετά από εισήγηση του διευθυντή προσλαμβάνει τους καθηγητές και το υπόλοιπο προσωπικό της και καταρτίζει τον κανονισμό λειτουργίας που εγκρίνεται από το Δ.Σ.. Με τον κανονισμό λειτουργίας της σχολής ρυθμίζεται και κάθε θέμα που αφορά τη διεύθυνση και τη διαχείριση της σχολής, τις προϋποθέσεις και τους όρους φοίτησης σε αυτήν και γενικά κάθε θέμα που αφορά τη λειτουργία της στα πλαίσια του σκοπού του Θεάτρου.

ια. Υποβάλλει προς έγριση κατ' έτος απολογισμό του έργου του στο Δ.Σ. του Θεάτρου."


Οι αρμοδιότητες του Καλλιτεχνικού Διευθυντή για "κατευθύνσεις και εντολές για την σωστή και έγκαιρη (...) ενδυματολογική προετοιμασία" δεν είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν λοιπόν και διορθωτικές επεμβάσεις στη σκηνική σύλληψη μιας παράστασης, η οποία αφορά την αποκλειστική αρμοδιότητα του σκηνοθέτη - δημιουργού. 

Μια επέμβαση λοιπόν για το αν οι δύο ερμηνευτές θα είναι ντυμένοι ή γυμνοί, εφόσον προέρχεται από το Δ.Σ. ή τον Καλλιτεχνικό Διευθυντή θα συνιστά παράνομο περιορισμό στην ελευθερία της έκφρασης του δημιουργού της παράστασης και συνεπώς είναι καταδικαστέα ως αντίθετη στο σχετικό συνταγματικό δικαίωμα, αλλά και στο άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καθώς και στο άρθρο 19 του Διεθνούς Συμφώνου για τις Ατομικές και Πολιτικές Ελευθερίες.

Επιπρόσθετα, μια τέτοια επέμβαση θα παραβιάζει και το δικαίωμα του κοινού για παρακολούθηση της παράστασης στην ακέραιη μορφή που επιθυμεί να την παρουσιάσει ο δημιουργός. Όπως έχει γίνει δεκτό με τέσσερις δικαστικές αποφάσεις του πρωτοδικείου Αθηνών και του πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το κοινό έχει επίσης αξίωση για ακέραιη παρακολούθηση των έργων τέχνης, ως φορέας της παθητικής διάστασης της ελευθερίας της τέχνης. Στην ίδια κατεύθυνση, ο Συνήγορος του Πολίτη έχει κρίνει ότι η παρεμπόδιση του κοινού από την απόλαυση έργου τέχνης χωρίς παρεμβάσεις από κρατικούς οργανισμούς συνιστά παραβίαση του εν λόγω συνταγματικού δικαιώματος (βλ. Σύνοψη διαμεσολάβησης για την απομάκρυνση εικαστικού έργου από την έκθεση Outlook. καθώς και Επιστολή Συνηγόρου  του Πολίτη στη Λυρική Σκηνή για την αφαίρεση φιλιού από την παράσταση Ρούσαλκα)

Συνεπώς, αναμένουμε από τη διοίκηση του Εθνικού Θεάτρου να διασφαλίσει την ανεμπόδιστη ενάσκηση της ελευθερίας της έκφρασης, απέχοντας από οποιαδήποτε απόφαση ή άλλη άμεση ή έμμεση παρέμβαση ως προς το καλλιτεχνικό μέρος της εν λόγω παράστασης. 

Η υπόθεση θυμίζει επίσης την αφαίρεση ορισμένων σκηνών από το βίντεο Γαβρά που παρουσιαζόταν στο Μουσείο Ακρόπολης. Μπορείτε να δείτε εδώ μια συζήτηση για αυτές τις υποθέσεις που είχαμε με τον κ. Αυγουστίνο Ζενάκο.




Διαβάστε επίσης: 

 

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 06, 2009

Κινηματογράφος: "Θέμις" του M.Γκαστίν




Κάθε δίκη είναι και μία αφήγηση, η οποία περιλαμβάνει - εκτός από το "θεαματικό" τμήμα της ακροαματικής διαδικασίας-  και πολλά άλλα στοιχεία που συνθέτουν μία ιστορία κρίσης περί του δικαίου ή του αδίκου. Τους κανόνες αυτής της αφήγησης θέτει βεβαίως ο νόμος και οι τυπικοί δικονομικοί κανόνες που ορίζουν το περίγραμμα εντός του οποίου καλούνται να αυτοσχεδιάσουν όλοι οι παράγοντες. Την πλοκή προσπαθούν να κατευθύνουν οι συνήγοροι με τα εναλλακτικά "σενάρια" που προτείνουν στα δικόγραφα και τους ισχυρισμούς τους, υπηρετώντας την εκδοχή των διαδίκων, ενώ οι μάρτυρες καλούνται να υπερασπιστούν με τις καταθέσεις τους την δική τους πρόσληψη ως προς την αλήθεια. Τα πιο αστάθμητα στοιχεία σε μία δίκη είναι οι δικαστές, οι εισαγγελείς και το κοινό: αυτούς (κανονικά) δεν τους επιλέγει όποιος προσφύγει στην Δικαιοσύνη. 

Πριν φτάσει μια υπόθεση στο ακροατήριο, έχουν περάσει ατέλειωτες ώρες προετοιμασίας, συνομιλιών, έρευνας σε νομικά βιβλία, σύνταξης εγγράφων, αναμονής σε ουρές για την κατάθεσή τους, έξοδα, ξενύχτια, τηλέφωνα, φωτοτυπίες, σκάλες, καφέδες, αγωνία και ψυχολογική αλληλουποστήριξη στα "στρατόπεδα" της κάθε πλευράς. Το αθώος/ένοχος επίσης δεν κλείνει μια (ποινική) δίκη: πρέπει να περιμένει κανείς μερικούς μήνες για να διαβάσει την αιτιολόγηση της δικαστικής απόφασης.

Στο ντοκιμαντέρ του ο M.Γκαστίν, εντάσσοντας τους νομικούς κανόνες "αφήγησης" στους παραδοσιακούς κανόνες της ταινίας τεκμηρίωσης, έχει καταγράψει ορισμένες σκηνές από τα Δικαστήρια της οδού Ευελπίδων (Πρωτοδικείο Αθηνών), αναζητώντας όχι τις βαρύγδουπες δίκες εναντίον ΜΜΕ  ή εκδικάσεις κακουργημάτων, αλλά τις μικρές και καθημερινές διενέξεις ανάμεσα σε απλούς ανθρώπους: μικροκλοπή, διαζύγιο, ναρκωτικά, μήνυση διαζευγμένου πατέρα για κακοποίηση παιδιού, συκοφαντική δυσφήμηση και ψευδής καταμήνυση, εγκατάλειψη οχήματος ύστερα από πρόσκρουση κλπ. Η ταινία τεκμηριώνει πόσες ώρες πάνε χαμένες για ανούσιες μικροϋποθέσεις, μέσα από εξαντλητικές διαδικασίες που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί αν λειτουργούσε ο θεσμός της διαμεσολάβησης, αλλά και το πόσο η ίδια ταλαιπωρία είναι που "απορροφά" την οργή των αντιδικούντων πολιτών και τελικά διασφαλίζει μια επίφαση κοινωνικής ειρήνης, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της δίκης. 

Στην ταινία αποτυπώνεται με μεγάλη πιστότητα το "ψητό" των ακροαματικών διαδικασιών μερικών δικών, όπως θα μπορούσε καθένας να της παρακολουθήσει κάθε μέρα, ως κοινό στα Δικαστήρια Ευελπίδων. Χρησιμοποιώντας τρικάμερο, η ταινία έρχεται κοντά στα πρόσωπα και προκαλεί τον θεατή να μπει στο ρόλο του δικαστή  για να μαντέψει ποιος λέει αλήθεια και ποιος ψεύδεται. Από αυτή την άποψη είναι μια σημαντική καταγραφή όλων των παραγόντων μιας πρωτοβάθμιας ακροαματικής διαδικασίας στην Ελλάδα σήμερα και η αξία της είναι αυτονόητα μεγάλη.

Παρακολουθώντας αυτή την ταινία αναρωτιόμουν όμως, για ποιο λόγο να μην έχουμε καταγεγραμμένες και τις μεγάλες δίκες που συντάραξαν την Ελλάδα τα τελευταία χρόνια και κυρίως την δίκη για την "17Ν", η βιντεοσκόπηση της οποίας απαγορεύθηκε από εκείνο το δικαστήριο, αποστερώντας στον ιστορικό του μέλλοντος αλλά και σε κάθε ενδιαφερόμενο να μπορέσει να παρακολουθήσει αυτήν την καταγραφή, ενώ στην εποχή μας η τεχνολογία το επιτρέπει. Αν ο σκοπός ήταν να μην "ηρωοποιηθούν" πρόσωπα από την τηλεοπτική προβολή - κάτι το οποίο θεωρώ βαθύτατα αντιδημοκρατικό και λογοκριτικό- γιατί δεν ενδιαφέρθηκε κάποιος σκηνοθέτης να κάνει μια ταινία πάνω σε αυτό το θέμα, όπως είχε γίνει λ.χ. με το αντιστοιχο ντοκιμαντέρ για την "Δίκη της Χούντας"; Eπίσης θα πρέπει να γίνει κάποια στιγμή κι ένα ντοκιμαντέρ για την δίκη Κοσκωτά, την οποία ο νομικός κόσμος επί χρόνια αποκαλούσε "μάνα όλων των δικών". 

Στην ταινία του Γκαστίν υπάρχει πάντως κι ένα αναπόφευκτο στοιχείο εξιδανίκευσης - χωρίς να αποδίδω πρόθεση στον σκηνοθέτη- με την έννοια ότι ο ήχος είναι καθαρός (ενώ συνήθως στα ακροατήρια της Αθήνας σπάνια ακούγεται ο μάρτυρας από το κοινό), οι δικηγόροι δεν πολυαρπάζονται, ο φωτισμός μάλλον είναι καλύτερος απ' ό,τι συνήθως και τα "μπουλούκια" περιορίζονται στην αρχή της συνεδρίασης, ζητώντας τις αναβολές. Και φυσικά, όσο ρεαλιστική κι αν είναι η απεικόνιση, ο πραγματικός χρόνος εκδίκασης μιας υπόθεσης ειναι συνήθως υπερτριπλάσιος και εντελώς απρόβλεπτος.  

Ωστόσο, στην ταινία υπάρχει και η πρόεδρος που επιπλήττει μια μάρτυρα για την εμφάνισή της (επειδή προσέρχεται να καταθέσει με "αεράτο" ρούχο και λυτά πλούσια μαλλιά) ρωτώντας την επιτιμητικά "στην εκκλησία έτσι πηγαίνετε;" πράγμα που υπογραμμίζει την προκατάληψη της δικαστή ως προς το "αυτονόητο" του θρησκεύματος και ως προς την μεταφυσικής αντιστοιχίας ιερότητα του πρωτοδικείου. Υπάρχει επίσης ο "θεατρικός" εισαγγελέας που κατά την πρότασή του φουσκώνει σαν διάνος και υποστηρίζει σωματικά την ομιλία του με αδρές χειρονομίες που θυμίζουν περισσότερο πολιτικό. Yπάρχει και η κούφια για τον απλό πολίτη νομική γλώσσα, η οποία πρέπει επειγόντως να απλοποιηθεί για να καταλαβαίνουν οι διάδικοι τι συμβαίνει σε μια δίκη και τι αποφασίζεται πραγματικά γι' αυτούς. 

Νομίζω ότι τεχνικά πρέπει το ντοκιμαντέρ να είχε τις δυσκολίες του, προκειμένου οι κάμερες και τα υπόλοιπα μηχανήματα παραγωγής  να εισέλθουν σε έναν χώρο που ασκείται με - λίγο πολύ "τριτοκοσμικές" συνθήκες- η απονομή της Δικαιοσύνης και οπωσδήποτε αξίζουν συγχαρητήρια όχι μόνο στους δημιουργούς της ταινίας, αλλά και στη διοίκηση του πρωτοδικείου καθώς και όλους τους δικαστές, συνηγόρους, μάρτυρες και διαδίκους που δέχθηκαν να καταγραφεί η δίκη τους για σκοπούς έρευνας, τεκμηρίωσης και τέχνης. 

Το φιλμ αυτό πρέπει να μελετηθεί από καθέναν/καθεμιά που πρόκειται να εμφανιστεί ως παράγοντας για πρώτη φορά στο δικαστήριο (νομίζω θα αποτελέσει αναπόσπαστο στοιχείο της βιβλιοθήκης κάθε δικηγορικού γραφείου, δίπλα στο Boston Legal), αλλά και από το  υπουργείο Δικαιοσύνης, καθώς και από το Συμβούλιο της Ευρώπης που αξιολογεί την Ελλάδα ως προς την τήρηση διεθνών προτύπων για την απονομή της Δικαιοσύνης. Αποτελεί επίσης πρώτης τάξεως υλικό για κάθε κοινωνιολογική έρευνα σχετικά με το θέμα αυτό. 

Μια καταγραφή υψηλής πιστότητας για τη λειτουργία του κεντρικότερου Δικαστηρίου της χώρας και ένα πολύτιμο ντοκιμαντέρ για την μόνη από τις τρείς κρατικές λειτουργίες που έρχεται σε καθημερινή επαφή με τον λαό.



Η προσωπικότητα δεν κληρονομείται νομικά.

 Οι κληρονόμοι πνευματικών ή συγγενικών δικαιωμάτων έχουν μόνο τις εξουσίες που τους απονέμει ο νόμος για την πνευματική ιδιοκτησία (Ν.2121/...