Τετάρτη, Αυγούστου 31, 2022

Απαγόρευση διαδηλώσεων λόγω COVID: άλλα λέει το ΕΔΔΑ κι άλλα το ΣτΕ

 

Η σημερινή απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας με την οποία επικυρώθηκε η 4ήμερη απαγόρευση των διαδηλώσεων για την επέτειο του Πολυτεχνείου λόγω COVID, χωρίς να εξεταστεί καθόλου στην πραγματικότητα η εναλλακτική της μάσκας κυρίως, έχει τέραστιο νομικό πρόβλημα. Ίδίως ενώ παράλληλα έκρινε ανεκτή την λειτουργία εκείνων των ημερών των υπαίθριων λαϊκών αγορών που είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα επιδημιολογικά, με την στάθμιση ότι είναι άλλο να βγαίνεις να ψωνίσεις για τροφή (λες και δεν υπάρχουν supermarket) και άλλο να για να διαδηλώσεις. Το ΣτΕ δηλαδή προχώρησε σε μια ανεπίτρεπτη αξιολόγηση ανάμεσα σε δύο ισόκυρα συνταγματικά δικαιώματα.
 
Η απόφαση θα καταπέσει, εφόσον βέβαια προσβληθεί, στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο στις 15.3.2022 καταδίκασε την Ελβετία ακριβώς για αυτή την παραβίαση: την απόλυτη απαγόρευση διαδηλώσεων κατά παράβαση του δικαιώματος στη συνάθροιση που προβλέπει το άρθρο 11 της ΕΣΔΑ. 
 
Συγκεκριμένα, στην απόφαση Communaute genevoise d’action syndicale (CGAS) v. Switzerland, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η απόλυτη απαγόρευση των διαδηλώσεων, χωρίς δηλαδή εξαιρέσεις με μέτρα, η διάρκεια της απαγόρευσης και η βαρύτητα των κυρώσεων δεν συμβαδίζουν με τους επιτρεπόμενους περιορισμούς στο δικαίωμα της συνάθροισης, διότι δεν λαμβάνουν καθόλου υπόψη τους την αρχή της αναλογικότητας. Το ΕΔΔΑ παρατήρησε ότι το Ελβετικό δικαστήριο δεν είχε ασκήσει επαρκή έλεγχο αναλογικότητας στα επιβαλλόμενα μέτρα, υπό το φως της ΕΣΔΑ και για τον λόγο αυτόν, η Ελβετία παραβίασε το σχετικό ανθρώπινο δικαίωμα.
Σύμφωνα με την νομολογία του ΕΔΔΑ, ένα λευκό μέτρο τέτοιου είδους απαιτεί ισχυρή δικαιολόγηση και επιβάλλει ιδιαίτερα εκτεταμένο έλεγχο από τα δικαστήρια κατά την στάθμιση των ανταγωνιστικών συμφερόντων. Ακόμη κι αν θεωρηθεί ότι μια τέτοια δικαιολόγηση υπήρχε, δηλαδή η ανάγκη αποτελεσματικής καταπολέμησης της πανδημίας, από τον έλεγχο του ΕΔΔΑ προέκυψε ότι δεν έγινε τέτοιος εις βάρος έλεγχος από τα εθνικά δικαστήρια, συμπεριλαμβανομένου του Ανώτατου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου. Το ΕΔΔΑ κατέληξε ότι δεν έγινε επαρκής στάθμιση των αντιτιθέμενων συμφερόντων κατά την αξιολόγηση της αναλογικότητας ενός τόσο δραστικού μέτρου. Αυτό κρίθηκε ιδιαίτερα ανησυχητικό υπό το φως της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, λαμβανομένης υπόψη της χρονικής έκτασης της απαγόρευσης (17-30 Μαϊου 2020) και λαμβάνοντας υπόψη των αυστηρών κυρώσεων, ποινικών και διοικητικού προστίμου. 
 
Το ΕΔΔΑ επέβαλε κατά πλειοψηφία στην Ελβετία να πληρώσει 3.000 ευρώ αποζημίωση για ηθική βλάβη στην οργάνωση που προσέφυγε. Η απόφαση είναι του Τρίτου Τμήματος του ΕΔΔΑ και η Ελβετία έχει προσφύγει για εκ νέου κρίση στο Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως.

Πέμπτη, Αυγούστου 25, 2022

Χωρίς "θρησκευτική συνείδηση" η απαλλαγή από τα θρησκευτικά

 Με ιδιαίτερη ικανοποίηση ενημερώνω ότι η Αρχή Προστασίας Δεδομένων εμμένει με την Γνωμοδότηση 2/2022 που δημοσίευσε σήμερα ότι το Υπουργείο Παιδείας δεν πρέπει να συλλέγει δεδομένα "θρησκευτικής συνείδησης" για την απαλλαγή των μαθητών από το μάθημα των θρησκευτικών.

Μετά την απόφαση 1748/2022 της Ολομέλειας του ΣτΕ που εκπροσωπήσαμε επιτυχώς γονείς και μαθητές και με την οποία ακυρώθηκε η Υπουργική Απόφαση απαλλαγής από το μάθημα, επειδή δεν είχε ζητήσει το Υπουργείο την Γνωμοδότηση της Αρχής, η Αρχή εξέδωσε κατόπιν αιτήματος την εν λόγω γνωμοδότηση.
Συγκεκριμένα, το Υπουργείο Παιδείας υπέβαλε εκ νέου σχέδιο υπουργικής απόφασης στην Αρχή, η οποία και γνωμοδότησε ότι κακώς στο σχέδιο αυτό υπάρχει η υποχρέωση γονέων να υποβάλλουν δήλωση ότι για λόγους "θρησκευτικής συνείδησης" το παιδί τους θα απαλλαγεί από τα θρησκευτικά.
Η Αρχή, εμμένοντας στις επί 20ετία πάγιες αποφάσεις της για το θέμα αυτό, έκρινε ότι αρκεί η επίκληση λόγων συνείδησης, γενικά:
"Όπως έχει δεχθεί η Αρχή (αποφάσεις 77Α/2002, 28/2019, 32/2020), το άρθρο 13 παρ. 1 εδ. α ́ του Συντάγματος αναφέρεται μεν ρητώς στην ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, με τη διάταξη όμως αυτή, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, κατοχυρώνεται η γενικότερη ελευθερία της συνείδησης κατά τρόπο ισοδύναμο προς την παρεχόμενη από την ΕΣΔΑ προστασία (άρθρο 9 παρ. 1 άρθρο 2 παρ. 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου). Η γενική ελευθερία της συνείδησης, δεν έχει ένα τυποποιημένο περιεχόμενο, καθώς εκφράζει την ελευθερία του αυτοκαθορισμού της προσωπικής συνείδησης και καλύπτει όλες τις συνειδησιακές πεποιθήσεις του ατόμου και όχι μόνον εκείνες που αφορούν το θρησκευτικό φαινόμενο (βλ. Χ. Ανθόπουλου, Το συνταγματικό δικαίωμα στην ελευθερία της συνείδησης, 1992, σ.13 επ., Δ. Τσάτσου- Μ. Σταθόπουλου – Δ. Μέλισσα (Γνωμοδότηση), Ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης και ελευθερία συνείδησης, ΕλλΔνη, 2/2003, σ.355επ.).
Από την άποψη αυτή, η αναφορά στην προτεινόμενη ρύθμιση, σε «λόγους θρησκευτικής συνείδησης» και μόνον, ως δικαιολογητική αιτία για την άσκηση του δικαιώματος απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών, δεν καλύπτει πλήρως όλο το εύρος των συνειδησιακών πεποιθήσεων που προστατεύονται από την ΕΣΔΑ και το ελληνικό Σύνταγμα, και στις οποίες περιλαμβάνονται «και [οι] γενικότερες κοσμοθεωρητικές αντιλήψεις, τις οποίες, πέραν των αμιγώς θρησκευτικών, οι γονείς ενδεχομένως ακολουθούν, και, βάσει των οποίων, επιθυμούν να διαπαιδαγωγήσουν τα παιδιά τους» (ΑΠΔΠΧ, 77Α/2002).
Περαιτέρω με βάση την προτεινόμενη ρύθμιση, αποκλείονται ρητά και εξ ορισμού από το δικαίωμα απαλλαγής οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι μαθητές και μαθήτριες ή οι γονείς τους, οι οποίοι προκειμένου να ασκήσουν το δικαίωμα αυτό πρέπει να αποποιηθούν τη θρησκεία τους. Όμως, στις σύγχρονες πλουραλιστικές κοινωνίες, ο τρόπος με τον οποίο βιώνει κανείς τη σχέση του με τη θρησκεία στην οποία ανήκει έχει ολοένα και περισσότερο προσωπικά, χωρίς οι ενδεχόμενες μερικές αποκλίσεις να αναιρούν τη θεμελιώδη θρησκευτική ταυτότητά του, στην προκειμένη περίπτωση ως Χριστιανού Ορθοδόξου (βλ. Ευ. Βενιζέλου, Το μάθημα των Θρησκευτικών και ο δημόσιος χώρος: το συνταγματικό και διεθνές νομικό πλαίσιο της διδασκαλίας των θρησκευτικών και το δικαίωμα εξαίρεσης από αυτή, σε: του ιδίου, Η Δημοκρατία μεταξύ συγκυρίας και ιστορίας, 201/ σ.464 επ.). Δεν μπορεί, λοιπόν, να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο, από τη στιγμή μάλιστα, που σύμφωνα με τη νομολογία του ΣτΕ, η διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών στα σχολεία αφορά αποκλειστικά τους Ορθόδοξους μαθητές και μαθήτριες και οφείλει να έχει ομολογιακό, αλλά και κατηχητικό χαρακτήρα (ήτοι, «δια της διδασκαλίας των δογμάτων, ηθικών αξιών και παραδόσεων της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού» να συμβάλλει στην «εμπέδωση και ενίσχυση της συγκεκριμένης αυτής θρησκευτικής συνειδήσεως των μαθητών»: ΣτΕ Ολ. 660/2018, σκ.14), να υπάρχουν Ορθόδοξοι Χριστιανοί, γονείς ή μαθητές που να μην συμφωνούν με το συγκεκριμένο αυτό περιεχόμενο της θρησκευτικής εκπαίδευσης, αλλά να επιθυμούν τη διδασκαλία ενός μαθήματος που θα έχει ως αντικείμενο τη μελέτη του θρησκευτικού φαινομένου, τη γνώση της ιστορίας των θρησκειών, που θα καλλιεργεί την ελεύθερη κριτική σκέψη, τον πλουραλισμό, κ.λπ (βλ. Λ. Παπαδόπουλου, Οι σχέσεις Εκκλησίας – Πολιτείας 200 χρόνια από την επανάσταση του 1821, σε: Το Σύνταγμα εν εξελίξει. Τιμητικός Τόμος για τον Αντώνη Μανιτάκη, 2019, σ. 658επ.), χωρίς αυτό βεβαίως να αποκλείει τη μεγαλύτερη έμφαση στην παρουσίαση της διδασκαλίας, της ιστορίας και των μυστηρίων του ορθοδόξου χριστιανικού δόγματος που πρεσβεύει η πλειοψηφία του πληθυσμού της Ελλάδας και αποτυπώνονται σε διάφορες εκφάνσεις της κοινωνικής συμβίωσης, ακόμα και στον καθορισμό των επίσημων αργιών του ελληνικού Κράτους.
Από την άποψη των σχέσεων Κράτους – Πολίτη, η ελεύθερη αυτή σχέση μεταξύ της προσωπικής θρησκευτικής πεποίθησης και της ατομικής συνείδησης, είναι άξια συνταγματικής προστασίας, ως εκδήλωση του αυτοκαθορισμού της συνείδησης, και θα πρέπει να μπορεί να βρει δυνατότητα έκφρασης στο πλαίσιο της ρύθμισης του δικαιώματος της απαλλαγής.
Για τους λόγους αυτούς η Αρχή έχει τη γνώμη, την οποία διατύπωσε και στις υπ ́αρ. 32/2020 και 28/2019 αποφάσεις της, ότι η σύμφωνη με το ισχύον ελληνικό Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, μορφή άσκησης του δικαιώματος απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών, είναι μια δήλωση των ενδιαφερομένων γονέων ή μαθητών, συμπεριλαμβανομένων και των Χριστιανών Ορθοδόξων που τυχόν το επιθυμούν, στην οποία θα αναφέρεται απλώς ότι «Λόγοι συνείδησης δεν επιτρέπουν τη συμμετοχή (μου ή του παιδιού μου) στο μάθημα των θρησκευτικών».
Η λύση αυτή είναι η ενδεδειγμένη και από την άποψη του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 9Α Συντ. και εξειδικεύεται ως προς το περιεχόμενο του και τις εγγυήσεις του στον ΓΚΠΔ 679/2016 και στον Ν.4624/2019. Ειδικότερα, το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, και στην προκειμένη περίπτωση, των «ευαίσθητων» προσωπικών δεομένων που αφορούν τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, διασταυρώνεται με το δικαίωμα στη μη αποκάλυψη των θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων και λειτουργεί ως παράγων επαύξησης της προστασίας του, ιδίως με σκοπό την αποτροπή δυσμενών διακρίσεων, στις οποίες θα μπορούσε να οδηγήσει η εξωτερίκευση και η επεξεργασία των δεδομένων αυτών. Με βάση την προτεινόμενη ρύθμιση του άρθρου 25§3 οι ενδιαφερόμενοι δεν υποχρεούνται να αποκαλύψουν στην αίτηση απαλλαγής τις συγκεκριμένες πεποιθήσεις τους που δικαιολογούν τη μη παρακολούθηση του μαθήματος των Θρησκευτικών, ούτε υπόκεινται σε έναν έλεγχο ειλικρίνειας της σχετικής δήλωσης, κάτι που θα συνιστούσε μια βαθεία επέμβαση στο forum internum, πλην όμως, με τη συγκεκριμένη ορολογία που χρησιμοποιείται στην αίτηση απαλλαγής («Λόγοι θρησκευτικής συνείδησης») υποχρεούνται κατ ́ ουσίαν να δηλώσουν ότι δεν είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Η αναφορά απλώς σε «Λόγους συνείδησης» στην αίτηση απαλλαγής, χωρίς διάκριση ανάμεσα σε Χριστιανούς Ορθοδόξους και μη Χριστιανούς Ορθοδόξους, θα διασφάλιζε από την άποψη αυτήν σε μεγαλύτερο βαθμό, από ποιοτική άποψη, την αρχή της «ελαχιστοποίησης των δεδομένων» (άρθρο 5§1 γ ΓΚΠΔ) και θα μείωνε τον κίνδυνο πιθανού στιγματισμού και απομόνωσης των απαλλασσομένων. Πράγματι, υπό το σύστημα αυτό δεν θα ήταν εύκολο να συναχθούν συμπεράσματα για το ποιοι μεταξύ των απαλλασσομένων είναι ή δεν είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Με μία τέτοια εναλλακτική λύση, θα μειωνόταν ο κίνδυνος απομονωτισμού ή και στιγματισμού, ιδίως για τους μη Χριστιανούς Ορθοδόξους, που είναι αυξημένος σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, στην οποία η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού ανήκει στην Ορθόδοξη θρησκεία (πρβλ. τη σκ.89 της απόφασης του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Παπαγεωργίου κ.α. κατά Ελλάδας, σε: Νομοκανονικά, 1, 2020, σ.143).
Η επαύξηση της προστασίας της αρνητικής όψης της ελευθερίας εκδήλωσης των θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, δια μέσου του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, αναδεικνύεται και στη ΣτΕ Ολ. 1759/2019, η οποία με αφορμή το θέμα της αναγραφής του θρησκεύματος στα απολυτήρια των μαθητών έκρινε ότι «Κανένας δεν μπορεί με οποιοδήποτε τρόπο να αποκαλύψει είτε αμέσως είτε εμμέσως, το θρήσκευμα ή τις θρησκευτικές εν γένει πεποιθήσεις του, υποχρεούμενος σε πράξεις ή παραλείψεις από τις οποίες θα τεκμαίρεται η ύπαρξη ή η ανυπαρξία τους. Και καμία κρατική αρχή ή κρατικό όργανο δεν επιτρέπεται να επεμβαίνουν στον απαραβίαστο, κατά το Σύνταγμα, αυτό χώρο αυτό της συνείδησης του ατόμου και να αναζητούν το θρησκευτικό τους φρόνημα, πού δε περισσότερο να επιβάλλουν την εξωτερίκευση των όποιων πεποιθήσεων του ατόμου αναφορικά με το θείο»(σκ.😎. Μάλιστα, οι καθοριστικές κρίσεις της ανωτέρω απόφασης του ΣτΕ, για τη μη ύπαρξη οποιουδήποτε λόγου που να καθιστά αναγκαία την αποκάλυψη των θρησκευτικών πεποιθήσεων σε επίσημα έγγραφα, και για τον κίνδυνο διακριτικής μεταχείρισης σε βάρος των κατόχων τους από την τυχόν αναγραφή του θρησκεύματος στα έγγραφα αυτά (βλ. σκ. 12), ισχύουν, mutatis mutandis, και για την κρινόμενη εδώ περίπτωση.
Αξίζει εδώ να μνημονευθεί, ως ένα συγκριτικό παράδειγμα, στο οποίο επιτυγχάνεται, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, η αποτροπή του κινδύνου διαφοροποίησης των πολιτών εξαιτίας των θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων τους, η περίπτωση της Ιταλίας, όπου η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών έχει και εκεί ομολογιακό (αν και όχι κατηχητικό) χαρακτήρα, αφού έχει ως αντικείμενο την καθολική θρησκεία, αλλά το δικαίωμα απαλλαγής ισχύει για όλους, καθολικούς και μη καθολικούς, και ασκείται με γραπτή δήλωση για την παρακολούθηση ή μη παρακολούθηση του, με ένα ναι ή ένα όχι στην οικεία στήλη (βλ. Γ. Σωτηρέλη, Θρησκεία και Εκπαίδευση κατά το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση. Από τον κατηχητισμό στην πολυφωνία, 1998, τρίτη έκδοση, σ.367επ.).
Όσον αφορά τον χρόνο δήλωσης της αίτησης απαλλαγής, στο υποβληθέν σχέδιο υπουργικής απόφασης ορίζεται ότι η σχετική αίτηση υποβάλλεται στον Διευθυντή- ντρια της σχολικής μονάδας από την 1η Σεπτεμβρίου και έως την πέμπτη ημέρα μετά την έναρξη των μαθημάτων, η απαλλαγή αρχίζει από την έναρξη των μαθημάτων, αφορά ολόκληρο το σχολικό έτος και μπορεί να ανανεωθεί για κάθε επόμενο σχολικό έτος με την ίδια διαδικασία (άρθρο 25§3, β) και γ). Μολονότι, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι στην περίπτωση του δικαιώματος απαλλαγής δεν προσιδιάζει η θέσπιση χρονικών περιορισμών στην άσκησή του, λόγω της φύσης του ως δικαιώματος που ανήκει στην σφαίρα της συνείδησης, και περιλαμβάνει, συνεπώς, το δικαίωμα μεταβολής θρησκείας ή πεποιθήσεων, εν τούτοις, η σχετική ρύθμιση παρίσταται εύλογη για οργανωτικούς λόγους που αφορούν την εύρυθμη λειτουργία των σχολικών μονάδων, κατά μείζονα λόγο στην περίπτωση θέσπισης ισοτίμου εναλλακτικού μαθήματος (π.χ. περί θρησκευτικού πολιτισμού) για τους μαθητές που απαλλάσσονται από το μάθημα των Θρησκευτικών, η οποία, σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση 1478/2022 της Ολομελείας του ΣτΕ, αποτελεί υποχρέωση της Πολιτείας που θα πρέπει να εκπληρωθεί το βραδύτερο από το τέλος του σχολικού έτους 2022-2023."
Θα πρέπει λοιπόν, το Υπουργείο Παιδείας & Θρησκευμάτων να εφαρμόσει την γνωμοδότηση της Αρχής και να αφαιρέσει την λέξη "θρησκευτικής" από την διατύπωση για την απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών.
Αυτή θα είναι η οριστική νομικά επίλυση του θέματος. Διαφορετικά, θα ανοίξει ένας νέος κύκλος δικαστικών εξελίξεων.

Τετάρτη, Αυγούστου 24, 2022

Απόρρητες διαδικασίες της Βουλής εξ ορισμού δεν υπάρχουν

 

«Απόρρητα» εξ ορισμού σε δημόσιες διαδικασίες, πλέον, δεν υπάρχουν και όποιος νόμος προβλέπει τέτοια απόρρητα a priori και χωρίς εξαιρέσεις είναι, απλά, αντίθετος στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. 
 
Ας μη διαμαρτύρεται ο πρόεδρος της Βουλής, ως θεματοφύλακας ενός «απορρήτου» που αφορά μια συνεδρίαση επιτροπής μελών της εθνικής αντιπροσωπείας: έπρεπε να γνωρίζει ότι στην εποχή μας η τεχνολογία, αλλά και η νομολογία δεν επιτρέπουν τέτοιες παλαιολιθικές αξιώσεις. Είναι και νομικός!
 
Ναι, ο Κανονισμός της Βουλής προβλέπει το απόρρητο της συνεδρίασης της Επιτροπής. Είναι, όμως, ο ΚαΒ σύμφωνος με το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ που κατοχυρώνει το δικαίωμα μετάδοσης πληροφοριών και ορίζει ότι οι περιορισμοί ενός τέτοιου δικαιώματος για την προστασία της εθνικής ασφαλείας είναι μόνο οι απολύτως αναγκαίοι σε μια δημοκρατική κοινωνία;
Υπάρχει μια «φυσική» των πληροφοριών, άκρως δυναμική, η οποία δεν υπακούει -και ορθώς δεν υπακούει- σε ανεπιφύλακτες απαγορεύσεις. Κάθε απαγόρευση δημοσιότητας πρέπει να συνοδεύεται από τον κανόνα στάθμισης ενόψει του δικαιώματος του κοινού για πληροφόρησης.
 
Θυμίζω ότι το ΣτΕ είχε τεράστιο πρόβλημα με τις διαρροές των μυστικών διασκέψεών του και τελικά βρέθηκε μια μέση λύση: μετά από κάθε μυστική διάσκεψη βγάζουν μια ανακοίνωση με σύντομο σκεπτικό και αποτέλεσμα για κάθε δίκη, ώστε να μην γίνονται διαρροές από τους... ίδιους!
 
Κάθε φορά που λείπει τέτοιος κανόνας στάθμισης, η απόλυτη απαγόρευση ακυρώνεται στην πράξη και η ίδια η διαδικασία ξεφτιλίζεται από την πραγματικότητα. 
 
Αυτό έπαθε σήμερα ο Κανονισμός της Βουλής και η σχετική διαδικασία και οι οιμωγές του κυρίου Τασούλα για τους θεσμούς θα επέβαλαν πρώτα να κοιτάξει την καμπούρα του που είναι θεματοφύλακας προβληματικών διατάξεων.

Τετάρτη, Αυγούστου 03, 2022

Πώς θα απαλλάσσονται οι μαθητές από τα θρησκευτικά φέτος

 Όπως είναι γνωστό, αρχές Ιουλίου το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε την Υπουργική Απόφαση της Νίκης Κεραμέως για την απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών ως αντίθετη στον #GDPR.

Επομένως, αυτή την στιγμή η περσινή Υπουργική Απόφαση που ορίζει την διαδικασία για την απαλλαγή από το μάθημα των θργσκευτικών έχει ακυρωθεί και δεν έχει αντικατασταθεί από άλλη νεότερη Υπουργική Απόφαση.
Πριν από αυτή την απόφαση υπήρχε η Εγκύκλιος του 2020 της τότε υφυπουργού Σοφίας Ζαχαράκη που και αυτήν την ακύρωσε το Συμβούλιο της Επικρατείας με απόφαση του πέρσι, επειδή ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΕΙ ΣΤΟ ΦΕΚ.
Πριν την εγκύκλιο Ζαχαράκη υπήρχε η εγκύκλιος Ανδρέα Λοβέρδου, για την οποία η Ελλάδα καταδικάστηκε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Επομένως, δεν υπάρχει καμία απολύτως πράξη του Υπουργείου Παιδείας που να μπορεί να εφαρμοστεί για την διαδικασία της απαλλαγής από τα θρησκευτικά, δικαίωμα που έχει πει το ΣτΕ ότι απορρέει απευθείας από το Σύνταγμα, κατά το άρθρο 13. Δηλαδή και να μην εκδοθεί υπουργική απόφαση ή εγκύκλιος, οι μαθητές έχουν κατά το άρθρο 13 του Συντάγματος δικαίωμα να απαλλαγούν από τα θρησκευτικά.
Επομένως, αν όντως ξεκινήσει το σχολικό έτος 2022 - 2023 χωρίς υπουργική απόφαση για την διαδικασία, το μόνο που απομένει να εφαρμοστεί είναι η απόφαση 32/2020 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, η οποία φυσικά και εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ (δεν έχει προσβληθεί, ούτε ακυρωθεί από το ΣτΕ), η οποία ορίζει ότι η απαλλαγή δίνεται με επίκληση σκέτων "λόγων συνείδησης", όχι "θρησκευτικής συνείδησης".
Άρα, εφαρμόζεται απευθείας το άρθρο 13 του Συντάγματος, μαζί με την απόφαση 32/2020 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ελλείψει άλλης διοικητικής διαδικασίας.
Υπάρχει επίσης το άρθρο 14 της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, το οποίο ορίζει ότι κάθε παιδί έχει δικό του ατομικό δικαίωμα για σεβασμό της θρησκευτικής του ελευθερίας και της ελευθερίας συνείδησης. Αυτό σημαίνει ότι δεν απαιτείται η "εκπροσώπηση του" από τους γονείς του για να εκφράσει κάθε παιδί ότι δεν επιθυμεί να παρακολουθεί το μάθημα των θρησκευτικών. Κάθε παιδί, χωρίς δήλωση των γονέων του έχει διεθνούς δικαίου ατομικό δικαίωμα να δηλώσει ότι θα απέχει από το ομολογιακό μάθημα των θρησκευτικών. Πολύ περισσότερο που δεν υπάρχει Υπουργική Απόφαση να επιβάλλει την διαδικασία της γραπτής αίτησης των γονέων.
Στο πλαίσιο της εφαρμογής της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού έχουμε μια νέα διεθνή εξέλιξη: η Επιτροπή των ενωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού απεύθυνε σύσταση στις 28 Ιουνίου 2022 στην Ελλάδα ακριβώς για αυτό το θέμα:
"23. Η Επιτροπή, ενώ υποδέχεται θετικά τις τροποποιήσεις που απαγορεύουν στα σχολεία να τηρούν εγγραφές του θρησκεύματος των παιδιών και δίνοντας την δυνατότητα σε μη Ορθόδοξους μαθητές να απαλλάσσονται από το μάθημα, επαναλαμβάνει την παλαιότερη σύσταση της ότι το Κράτος μέλος οφείλει να διασφαλίσει και να προωθήσει τον σεβασμό του δικαιώματος του παιδιού στην ελευθερία της σκέψης, της συνείδησης και του θρησκεύματος και συνιστά στο Κράτος:
(α) Να εφαρμόσει την απόφαση 28/2019 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και τις αποφάσεις 1759-1760 του Συμβουλίου της Επικρατείας για την αφαίρεση της αναφοράς σε θρησκεύματα από σχολικά αρχείο και απολυτήρια,
(β) Να διασφαλίσει ότι όλοι οι μαθητές, ανεξάρτητα από το θρήσκευμα ή τις πεποιθήσεις τους ή των γονέων τους μπορούν να απαλλαγούν από το μάθημα των θρησκευτικών, τροποποιώντας την Υπουργική Απόφαση της 22 Ιανουαρίου 2018,
(γ) Να τροποποιήσουν τον Ν.344/1976 που επιβάλλει στους γονείς ενός τέκνου να δηλώνουν το θρήσκευμα στις ληξιαρχικές πράξεις γεννήσεως."
Καθώς επίσης δεν υπάρχει ο τύπος της γραπτής αίτησης, για λόγους ελαχιστοποίησης της τήρησης των προσωπικών δεδομένων (άρθρα 6 και 25 GDPR), κάθε μαθητής μπορεί να εκφράσει προφορικά την αντίρρηση του στην παρακολούθηση του ομολογιακού μαθήματος των θρησκευτικών και το σχολείο του είναι υποχρεωμένο να το απαλλάξει. Πράγματι, ελλείψει Υπουργικής Απόφασης δεν υφίσταται πλέον η νόμιμη βάση για να διατηρεί κάθε σχολείο γραπτές αιτήσεις μαθητών ή γονέων που επιθυμούν έστω και για "λόγους συνείδησης" την απαλλαγή τους από τα θρησκευτικά.
Αρκεί, λοιπόν, η προφορική δήλωση των μαθητών ότι δεν επιθυμούν για λόγους συνείδησης να παρακολουθήσουν το μάθημα των θρησκευτικών.
Εκτός, εάν κάτι αλλάξει και το Υπουργείο Παιδείας λάβει γνωμοδότηση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και στην συνέχεια εκδώσει σχετική υπουργική απόφαση που να ορίζει άλλη διαδικασία. Μέχρι να συμβεί όμως αυτό και κυρίως αν δεν συμβεί αυτό, αρκεί η προφορική δήλωση κάθε παιδιού στο σχολείο του.

To Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επιβάλλει την αναγνώριση του μη βιολογικού ομόφυλου γονέα

  Ομόφυλη γονεϊκότητα και άρνηση του κράτους να αναγνωρίσει τέκνο που αποκτήθηκε με παρένθετη μητέρα.   Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμά...