Πέμπτη, Μαΐου 30, 2013

Σύγκριση αντιρατσιστικών νομοσχεδίων ΝΔ - ΠΑΣΟΚ/ΔΗΜΑΡ

Σήμερα κατατέθηκε στη Βουλή η πρόταση νόμου εκ μέρους των κομμάτων ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ με τίτλο "καταπολέμηση εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας" (βλ. εδώ). Μετά από έναν εκτεταμένο δημόσιο διάλογο, κατά τον οποίο το νομοσχέδιο κυκλοφορούσε μόνο ως διαρροή, αυτή τη στιγμή βρίσκεται αναρτημένο στην ιστοθέση της Βουλής. 

Παράλληλα, από την πλευρά του κόμματος της ΝΔ φέρεται ότι κατατέθηκε επίσης πρόταση νόμου, για την τροποποίηση του ισχύοντος αντιρατσιστικού Ν.927/1979. Το κείμενο αυτό δεν έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της Βουλής μέχρι την στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, υπάρχει όμως διασταύρωση για το περιεχόμενό του, καθώς μεταδίδεται από περισσότερα μέσα ενημέρωσης (εδώ, εδώ, εδώ). Η πρόταση της ΝΔ κινείται στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή της εναρμόνισης του Ν.927/1979 με την Απόφαση - πλαίσιο του Συμβουλίου της Ε.Ε. Ο λόγος για τον οποίο οι τροποποιήσεις του Ν.927/1979 δεν είναι ο ενδεικνυόμενος τρόπος εναρμόνισης με την απόφαση αναλύονται εδώ

Κατάργηση τιμωρίας ρατσιστικής εξύβρισης

Εξετάζοντας συγκριτικά τις δύο νομοθετικές προτάσεις, διαπιστώνεται μια συμφωνία: σε κανένα από τα δύο νομοσχέδια περιλαμβάνεται ένα ποινικό αδίκημα που να τιμωρεί τις απόψεις περί φυλετικής ανωτερότητας ή μίσους. Δηλαδή καταργείται το ποινικό αδίκημα του άρθρου 2 του Ν.927/1979 κατά το οποίο τιμωρείται όποιος προσβάλλει άτομο ή ομάδα ατόμων για τη φυλή, το θρήσκευμα και την εθνικότητά του.Αυτό καταργείται στην γενικότητά του κι έτσι, τόσο η πρόταση των ΠΑΣΟΚ/ΔΗΜΑΡ, όσο και η πρόταση της ΝΔ αποκλίνουν από την υποχρέωση της χώρας που απορρέει από το άρθρο 4 περ. (α) της Διεθνούς Σύμβασης για την Καταπολέμηση όλων των μορφών των Φυλετικών Διακρίσεων, την οποία η Ελλάδα κύρωσε με το ν.δ.474/1970. Επομένως, και με τα δύο νομοσχέδια, η ρατσιστική εξύβριση, τυποποιημένη ως σήμερα από το άρθρο 2 του ν.927, καταργείται. 

Update: το παραπάνω ανατρέπεται με βάση την διαρροή του νομοσχεδίου της ΝΔ μέσω της εφημερίδας "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ" (βλ. εδώ). Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, η πρόταση της ΝΔ διατηρεί την ρατσιστική εξύβριση, προσθέτοντας διατάξεις κι όχι καταργώντας το άρθρο 2 του Ν.927/1979, όπως ισχύει σήμερα. Έτσι, η πρόταση της ΝΔ εμφανίζεται σύμφωνη με την Διεθνή Σύμβαση. 

Πλαίσιο ποινής για την δημόσια υποκίνηση ρατσιστικής βίας

Ως προς το ποινικό αδίκημα που σήμερα προβλέπεται από το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.927, το οποίο αφορά την δημόσια προτροπή σε τέλεση πράξεων δυνάμενες να προκαλέσουν διακρίσεις, βία ή μίσος, η ΝΔ προτείνει την αυστηροποίηση της ποινής, από έως 2 ετών φυλάκιση ή/και χρηματική ποινή, σε φυλάκιση από 3 μήνες έως 3 έτη και χρηματική ποινή 5.000 - 20.000 ευρώ. 

Η πρόταση ΠΑΣΟΚ/ΔΗΜΑΡ προβλέπει την ίδια χρηματική ποινή με την ΝΔ, αλλά μεγαλύτερο πλαίσιο ποινής φυλάκισης, από 6 μήνες έως 5 έτη. Στην πρόταση αυτή προβλέπεται ρητά και η παρεπόμενη ποινή της στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων για ένα έως πέντε έτη, στην περίπτωση που ο δράστης καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης ενός έτους. 

Εύρος προστασίας

Η πρόταση ΠΑΣΟΚ/ΔΗΜΑΡ αναφέρεται σε διακρίσεις με βάση φυλή, χρώμα θρησκεία, γενεαλογικές καταβολές, εθνική/εθνοτική καταγωγή, "γενετήσιο" (σεξουαλικό) προσανατολισμό και ταυτότητα φύλου. Επίσης, η πρόταση αυτή ποινικοποιεί και την φθορά αντικειμένων που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά από τις ανωτέρω ομάδες ατόμων. 

Στην πρόταση ΝΔ ως προς το αδίκημα της υποκίνησης τιμωρείται μόνο όποιος στρέφεται "άμεσα" εναντίον προσώπου. Άρα όχι όποιος υποκινεί εναντίον ομάδας προσώπων. Επίσης στην πρόταση ΝΔ  δεν υπάρχει ο "γενετήσιος" προσανατολισμός και η ταυτότητα φύλου, προφανώς για να προστεθούν ως "παραχώρηση" κατά την κοινοβουλευτική διαδικασία των τροποποιήσεων του νομοσχεδίου, όπως έγινε πριν από ένα μήνα περίπου με την προσθήκη της ταυτότητας φύλου, αλλά και το 2008, όταν ο Υπουργός Δικαιοσύνης κ. Χατζηγάκης ύστερα από πρόταση του κ. Κουβέλη προσέθεσε τον "γενετήσιο" προσανατολισμό στους λόγους επιβαρυντικών περιστάσεων του άρθρου 79 του Ποινικού Κώδικα. Είναι ξεκάθαρο πισωγύρισμα όμως το γεγονός ότι στην πρόταση της ΝΔ τροποποιείται το άρθρο 79 του Ποινικού Κώδικα για να αφαιρεθεί από εκεί ο "γενετήσιος" προσανατολισμός που επί των δικών της ημερών του 2008 προστέθηκε στο νόμο, αλλά επιπλέον αφαιρείται και η ταυτότητα φύλου! 

Δημόσιοι λειτουργοί - δημόσιος τομέας

Η πρόταση ΠΑΣΟΚ/ΔΗΜΑΡ αναφέρει ότι η τέλεση της πράξης από δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο συνιστά επιβαρυντική περίσταση. 

Αντίθετα, η πρόταση της ΝΔ αναφέρει ότι τα ποινικά αδικήματα του νομοσχεδίου  «δεν εφαρμόζονται ως προς το κράτος και τα όργανά του, τα ΝΠΔΔ και τα όργανά τους, και τους διεθνείς οργανισμούς δημοσίου δικαίου». Ο αποκλεισμός αυτός είναι αντίθετος στο άρθρο 4 (γ) της Διεθνούς Σύμβασης για την Καταπολέμηση όλων των μορφών Φυλετικών Διακρίσεων, σύμφωνα με την οποία τα κράτη δεν θα επιτρέψουν σε δημόσιες αρχές και όργανα, εθνικά ή τοπικά, να προωθούν ή να υποκινούν σε φυλετικές διακρίσεις. 


Δημόσιος εγκωμιασμός - κακόβουλη άρνηση γενοκτονιών - ναζισμού  

Η πρόταση ΝΔ επεκτείνει το εύρος της ποινικά κολάσιμης "αρνησης" έτσι ώστε να αφορά όχι μόνο τις γενοκτονίες κλπ που προβλέπονται από το Διεθνές Ποινικό Δίκαιο, αλλά και όσες έχουν αναγνωριστεί ως τέτοιες από τα Ελληνικά δικαστήρια με αμετάκλητη απόφαση, καθώς και από τη Βουλή (όπως η γενοκτονία των Ποντίων). Στο ίδιο άρθρο, προβλέπονται επίσης και διοικητικά πρόστιμα από 10.000 ευρώ έως και 100.000 ευρώ, καθώς και αποκλεισμός από δημόσιες παροχές πάσης φύσεως, για νομικά πρόσωπα (π.χ. πολιτικά κόμματα), των οποίων οι νόμιμοι εκπρόσωποι έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα για παραβάσεις των ως άνω διατάξεων.

Στην πρόταση ΠΑΣΟΚ/ΔΗΜΑΡ περιλαμβάνει μόνο όσα προβλέπονται από το Διεθνές Ποινικό Δίκαιο. Υπάρχει ωστόσο ένα ολόκληρο άρθρο 5 με τίτλο "ευθύνη νομικών προσώπων ή ενώσεων προσώπων" (στις οποίες περιλαμβάνονται και τα πολιτικά κόμματα), για τα οποία προβλέπεται μια σειρά κυρώσεων που επιβάλλονται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Κατά τη γνώμη μου οι κυρώσεις δεν θα έπρεπε να επιβάλλονται από Υπουργό, αλλά για λόγους ανεξαρτησίας της κύρωσης, να επιβάλλονται από την Εθνική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία πρέπει να αναβαθμιστεί με κυρωτικές αρμοδιότητες. 
____



Αναμένεται επίσης η κατάθεση προτάσεων από τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ.







Τρίτη, Μαΐου 28, 2013

Αντίφαση και κενά στο πρακτικό της ΚΕΝΕ για το αντιρατσιστικό ν/σ

Η Kεντρική Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή στο φερόμενο ως πρακτικό επεξεργασίας του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου αναφέρει ότι ο Ν.927/1979 και διάφοροι άλλοι νόμοι παρέχουν ένα επαρκές πλέγμα διατάξεων για την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας. Από την άλλη πλευρά, στα σχόλιά της για το αδίκημα της παρ. 2 του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου ("Δημόσια υποκίνηση σε πράξεις ή ενέργειες βίας - μίσους"), αναφέρει μεταξύ άλλων ότι: 

"Έτσι, η κατ΄ αρχήν απόλυτη απαγόρευση της με οποιονδήποτε τρόπο έκφρασης ρατσιστικών και ξενοφοβικών ιδεών δεν είναι συνταγματικά ανεκτή."

Ωστόσο, η απόλυτη απαγόρευση τέτοιων ιδεών συναντάται στον ισχύοντα Ν.927/1979 κι όχι στο φερόμενο αντίστοιχο άρθρο του νομοσχεδίου. Ας δούμε τις δύο διατυπώσεις: 


Άρθρο 2

"Όστις δημοσίως, είτε προφορικώς είτε δια του τύπου είτε δια γραπτών κειμένων ή εικονογραφήσεως ή παντός ετέρου μέσου εκφράζει ιδέας προσβλητικάς κατά προσώπου ή ομάδος προσώπων λόγω της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής των τιμωρείται με φυλάκισιν μέχρις ενός έτους ή χρηματική ποινήν ή και δι' αμφοτέρων των ποινών τούτων."

Νομοσχέδιο 2013:

"Όποιος με πρόθεση, δημόσια προφορικά ή δια του τύπου, μέσω του διαδικτύου ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ή μέσο ή τρόπο παροτρύνει, προκαλεί ή διεγείρει σε βιαιοπραγίες ή μίσος, κατά προσώπου  ή ομάδας προσώπων που προσδιορίζονται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, τον γενετήσιο προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή 5.000 έως 20.000 ευρώ."


Είναι ξεκάθαρο ότι η απόλυτη απαγόρευση στην ρατσιστική έκφραση προβλέπεται στον σημερινό ν.927 που τιμωρεί την απλή "έκφραση ιδεών προσβλητικών" κι όχι στην προτεινόμενη διάταξη που η εφαρμογή της δεν προϋποθέτει απλή έκφραση, αλλά πρόκληση "βιαιοπραγιών ή μίσους". 

Επομένως, το προτεινόμενο νομοσχέδιο αποποινικοποιεί την απλή έκφραση ρατσιστικών ιδεών και ανεβάζει τον πήχυ του ποινικού κολασμού της, προσθέτοντας μια ακόμη προϋπόθεση που ουδόλως βρίσκεται πέραν των συνταγματικών διατάξεων, οι οποίες περιλαμβάνουν και το άρθρο 5 παρ. 2 του Συντάγματος που "ξέχασε" να αναφέρει η Κεντρική Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή και το οποίο αναφέρει ότι όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την "απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων". Το ίδιο το Σύνταγμα λοιπόν αναφέρεται σε απόλυτη προστασία των ανωτέρω έννομων αγαθών. 

Κι όμως, η ΚΕΝΕ, ενώ αναφέρει ότι ο Ν.927 είναι ολοκληρωμένο πλαίσιο (με επιφύλαξη για βελτιώσεις), για την παραπάνω προτεινόμενη διάταξη αναφέρει ότι: 

"... η ποινικοποίηση της διαλαμβανόμενης συμπεριφοράς με τη συγκεκριμένη και σε πολλά σημεία αόριστη διατύπωση του κειμένου του σχεδίου νόμου [...] πρέπει να θεωρηθεί ότι βρίσκεται εκτός του προστατευτικού πεδίου της συνταγματικής διάταξης του άρθρου 14. Κι αυτό γιατί προσβάλλει τον πυρήνα της συνταγματικά κατοχυρωμένης ελευθερίας της έκφρασης με κίνδυνο να εκτεθούν σε διώξεις και να τιμωρηθούν πρόσωπα που διατυπώνουν, έστω και με οξύ ύφος, ακόμη και επιστημονικές απόψεις για τα θέματα αυτά."

Αδυνατώ να παρακολουθήσω ποια επιστημονική άποψη, σε οσοδήποτε οξύ ύφος διατυπωμένη, μπορεί να παρορτρύνει, να προκαλεί ή να διεγείρει σε βιαιοπραγίες ή μίσος για τις ανωτέρω περιπτώσεις. Ποια επιστήμη απευθύνεται στο συναίσθημα ή καλεί σε βίαιες ενέργειες;

Επίσης η παραπάνω θέση της ΚΕΝΕ έχει αντιπαρέλθει πλήρως την συνταγματική διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του Συντάγματος για την "απόλυτη προστασία" της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας καθενός ευρισκόμενου στην Επικράτεια χωρις διακρίσεις. Αντίθετα, το άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνει την ελευθερία διάδοσης των στοχασμών έχει σαφή επιφύλαξη υπέρ του νόμου ("τηρώντας τους νόμους του κράτους"). Βεβαίως οι νόμοι αυτοί πρέπει να είναι σύμφωνοι με την αρχή της αναλογικότητας, αλλά τέτοια κριτήρια δεν φαίνεται να απασχόλησαν την ΚΕΝΕ.  

Η κρίση της ΚΕΝΕ ότι οι έννοιες "μίσος", "θρησκεία", "σεξουαλικός προσανατολισμός" και "ταυτότητα φύλου" είναι αόριστες, μολονότι απαντούν ορισμένες από αυτές σε συνταγματικές και άλλες σε ευρωπαϊκού δικαίου διατάξεις που το ίδιο πρακτικό επικαλείται, είναι έωλη. Σε κάθε περίπτωση οι έννοιες αυτές είναι πιο συγκεκριμένες από τη λέξη "τιμή" που αποτελεί και το έννομο αγαθό στην περίπτωση της απλής εξύβρισης. 

Γενικά, οι αντιδρώντες στην εισαγωγή αντιρατσιστικής νομοθεσίας χρησιμοποιούν συχνά επιχειρήματα τα οποία στην ουσία βάλλουν ενάντια στην ίδια την φύση του δικαίου ως συνόλου γενικών κανόνων που ρυθμίζουν δεσμευτικά την κοινωνική ζωή.

Θεωρώντας λοιπόν η ΚΕΝΕ ότι ο απόλυτης απαγόρευσης ν.927 είναι "επαρκής", ενώ η στενότερης εμβέλειας προτεινόμενη διάταξη είναι αντισυνταγματική  και παραβλέποντας πλήρως το άρθρο 5 παρ. 2 του Συντάγματος, αλλά και το άρθρο 25 παρ. 1 ως προς την αρχή της αναλογικότητας, υπέπεσε σε πλημμέλειες που αποδυναμώνουν το συμπέρασμα περί δήθεν αντίθεσης του ν/σ στην ελευθερία της έκφρασης. 


Σάββατο, Μαΐου 25, 2013

Αρκεί η τροποποίηση του ισχύοντος αντιρατσιστικού νόμου ή χρειάζεται νέος νόμος;

Στο άρθρο 5 παρ. 2 του Συντάγματος αναφέρεται ότι όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων. Εξαιρέσεις επιτρέπονται στις περιπτώσεις που προβλέπει το διεθνές δίκαιο. 

Αυτή η συνταγματική διάταξη θα ήταν περιττή, εάν δεν υπήρχε η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος που αναφέρει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου". Στην ελληνική συνταγματική τάξη η ισότητα είναι μια αρχή του δικαίου που επιφυλάσσεται για τους Έλληνες. Στη συνέχεια, εμπλουτίζεται με άλλες διατάξεις όπως η πιο πάνω, προκειμένου να εξισορροπηθούν ορισμένες ανισότητες που μπορεί να προκληθούν και σε επίπεδο κοινής νομοθεσίας. Γιατί είναι η κοινή νομοθεσία εκείνη που θα εξειδικεύσει πώς ακριβώς προστατεύεται η "ζωή", η "τιμή" και η "ελευθερία" καθενός που βρίσκεται στην Επικράτεια χωρίς διάκριση "εθνικότητας", "φυλή", "γλώσσας" και "θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων". Ήδη λοιπόν το Σύνταγμα αναγνωρίζει τις ιδιότητες του ατόμου που είτε είναι Έλληνας είτε όχι, μπορεί να αποτελέσουν λόγο για διακρίσεις, σε βάρος των αγαθών της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας. Επομένως, το ίδιο το Σύνταγμα περιέχει αυτή τη θεμελιώδη αντιρατσιστική διάταξη ξεχωρίζοντας ιδιότητες των ατόμων που πρέπει να προστατεύονται κατά τρόπον ώστε οι εξαιρέσεις να είναι συμβατές με το "διεθνές δίκαιο". 

Το διεθνές δίκαιο περιλαμβάνει και τη Διεθνή Σύμβαση για την Εξάλειψη όλων των μορφών των Φυλετικών Διακρίσεων, ένα κείμενο που θεσπίστηκε από την Γενική Συνέλευση του Ο.Η.Ε και άνοιξε για υπογραφές το 1965, ενώ τέθηκε σε ισχύ το 1969. Η Ελλάδα υπέγραψε το 1966 την Σύμβαση και την κύρωσε με το νομοθετικό διάταγμα 494/1970. Δεν αρκούσε όμως η κύρωση της Σύμβασης, καθώς το κράτος έχει υποχρέωση να υλοποιήσει τις επιταγές της Σύμβασης, ανάμεσα στις οποίες και η θέσπιση διατάξεων του ποινικού δικαίου με τις οποίες να τιμωρείται η διάδοση ιδεών περί φυλετικής ανωτερότητας, η παρότρυνση για φυλετικές διακρίσεις και  πράξεις βίας, η παρότρυνση για διάπραξη αυτών εναντίον φυλετικών ομάδων και η χρηματοδότηση αυτών. Επίσης, κατά την ίδια Σύμβαση, το κράτος πρέπει να κηρύξει παράνομες τις οργανώσεις που προωθούν αυτές τις πράξεις, καθώς και κάθε προπαγάνδα που παροτρύνει σε διακρίσεις. Τέλος, πρέπει να απαγορευτεί σε κάθε δημόσια αρχή να ενθαρρύνει φυλετικές διακρίσεις.

 Η Ελλάδα, το 1979, για να εκπληρώσει αυτές τις διεθνείς υποχρεώσεις της, αλλά και για να διασφαλίσει την εφαρμογή του άρθρου 5 παρ. 2 του Συντάγματος, θέσπισε τον Ν.927/1979 , "περί κολασμού πράξεων ή ενεργειών αποσκοπουσών εις φυλετικάς διακρίσεις". Στο πρώτο άρθρο τιμωρείται ποινικά όποιος δημόσια, προφορικά, γραπτά κλπ προτρέπει σε πράξεις που μπορεί να επιφέρουν διακρίσεις εναντίον προσώπων ή ομάδων λόγω της φυλής ή της εθνικότητάς τους,  ενώ με νόμο του 1984 προστέθηκε και το θρήσκευμα ως λόγος απαγορευμένων διακρίσεων.. Κατά την παρ. 2 τιμωρείται και όποιος συμμετέχει σε οργανώσεις που προπαγανδίζουν οργανωμένα τις φυλετικές διακρίσεις. Στο δεύτερο άρθρο τιμωρείται  ποινικά όποιος εκφράζει ιδέες προσβλητικές κατά προσώπου ή ομάδας, λόγω της εθνικής ή φυλετικής καταγωγής του/τους. Με το τρίτο άρθρο τιμωρείται όποιος αρνείται την παροχή αγαθών/υπηρεσιών σε πελάτες λόγω της εθνικής/φυλετικής καταγωγής τους. Με το τέταρτο άρθρο αναφέρεται ότι απαιτείται έγκληση για την κίνηση της ποινικής δίωξης εναντίον των δραστών των ρατσιστικών αδικημάτων, ενώ με τροποποίηση του 2001 η δίωξη μπορεί να κινηθεί και αυτεπάγγελτα από τον εισαγγελέα. 

Από το 1979 μέχρι σήμερα υπάρχει μόνο μία (1) καταγεγραμμένη αμετάκλητη καταδίκη για παράβαση του Ν.927/1979, ενώ υπήρξε ένας μικρός αριθμός πρωτόδικων καταδικών που κατέπεσαν στα δευτεροβάθμια δικαστήρια ή με νομοθετική παρέμβαση που αμνήστευσε όσους καταδικάστηκαν για ποινές μέχρι ενός έτους όπως προβλέπει ο ν.927/1979 για την ρατσιστική εξύβριση (αυτό συνέβη στην περίπτωση των συνθημάτων που φώναξαν Λιμενικοί στην παρέλαση, δύο εκ των οποίων καταδικάστηκαν πρωτοβάθμια, αλλά στη συνέχεια με ειδικότερο νόμο η ποινή καταργήθηκε). Υπάρχει και μία απόφαση του Αρείου Πάγου (σε αναίρεση υπέρ του νόμου) με την οποία κρίνεται ότι ο νόμος δεν εφαρμόζεται σε έργο που μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην ιστορική έρευνα. 

Το 2008, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης θέσπισε μια απόφαση - πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του ποινικού δικαίου. Αυτή η απόφαση αποτελεί νομοθέτημα του "τρίτου πυλώνα" της Ευρωπαϊκής Ένωσης (του τίτλου VI της Συνθήκης ΕΕ), όχι δηλαδή κοινοτικό δίκαιο (ο "πρώτος πυλώνας"), ούτε απόφαση που αφορά τις εξωτερικές σχέσεις της ΕΕ (ο "δεύτερος πυλώνας"). Ο "τρίτος πυλώνας" αφορά την αστυνομική και δικαστική συνεργασία των κρατών - μελών της ΕΕ σε ποινικές υποθέσεις και οι αποφάσεις σε αυτό το επίπεδο λαμβάνονταν μόνο από τους εκπροσώπους των κυβερνήσεων (Συμβούλιο υπουργών), χωρίς την συν-αποφασιστική συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Σε εκείνη τη φάση της εξέλιξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (δηλαδή από την Συνθήκη του Μάαστριχτ -1993- έως και πριν την Συνθήκη της Λισαβόνας -2009-), τα ζητήματα ποινικού δικαίου είχε κριθεί ότι ανήκουν στον στενό πυρήνα των κρατών - μελών και δεν επιτρέπουν την δημιουργία μιας "Κοινότητας" (όπως η ενιαία εσωτερική αγορά) στην οποία προέχει το υπερεθνικό στοιχείο και συμμετέχει αποφασιστικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αλλά μια "Συνεργασία" στην οποία προέχει το διακυβερνητικό στοιχείο και οι αποφάσεις λαμβάνονται με ομοφωνία για τον ίδιο λόγο, αποφεύγοντας τις πολλές κοινοβουλευτικού τύπου αντιπαραθέσεις (αλλιώς απορρίπτονται). Όταν λοιπόν θεσπίστηκε η απόφαση - πλαίσιο ήταν μια απόφαση του Τρίτου Πυλώνα με πλήρως δεσμευτική ισχύ για τα κράτη μέλη ως προς το αποτέλεσμα, χωρίς να επιβάλλει τα μέτρα και χωρίς να παράγει άμεσο οριζόντιο αποτέλεσμα (όπως οι Οδηγίες που δεν είχαν μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο). Επομένως, τα κράτη είναι υποχρεωμένα να εφαρμόζουν τις αποφάσεις - πλαίσιο γιατί διαφορετικά έχουν ευθύνη έναντι της ΕΕ. Διαθέτουν όμως ελευθερία ως προς την επιλογή των μέτρων εφαρμογής.  

Σήμερα, όμως, ισχύει η Συνθήκη της Λισαβόνας, σύμφωνα με την οποία και για αυτές τις αποφάσεις υπάρχει συναπόφαση Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου - Συμβουλίου (εκτός εάν ένα κράτος προβάλλει ένα είδος veto που παραπέμπει το θέμα στο Συμβούλιο). Με το νέο καθεστώς, οι "παλιές" αποφάσεις του Τρίτου Πυλώνα διατηρούν την ισχύ τους. Σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις, μέχρι τις 14 Νοεμβρίου 2013, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο της Ε.Ε. για τη μη εφαρμογή τέτοιας απόφασης (βλ. Πρωτόκολλα Συνθήκης Λισαβόνας, σελ. 325 επ.). Αυτό σημαίνει ότι μετά την πρώτη πενταετία, οι αποφάσεις - πλαίσιο αποκτούν πλήρη ισχύ Οδηγίας. Ένας κατάλογος αυτών των αποφάσεων - πλαίσιο που ισχύουν και μετά την Λισαβόνα βρίσκεται εδώ και περιλαμβάνει και την επίμαχη απόφαση - πλαίσιο για τον ρατσισμό και την ξενοφοβία.  Επομένως, εάν η Ελλάδα δεν έχει λάβει μέτρα ενσωμάτωσης της απόφασης - πλαίσιο μετά τις 14 Νοεμβρίου 2013 μπορεί να κινηθεί εναντίον της η διαδικασία προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου  της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Εγείρεται λοιπόν το ερώτημα εάν αρκούν ορισμένες τροποποιήσεις του Ν.927/1979 ή εάν χρειάζεται ένα ολόκληρο εξ αρχής αντιρατσιστικό νομοθέτημα, όπως αυτό που θέσπισε η Κύπρος (βλ. εδώ). Η πρώτη παρατήρηση είναι ότι ο Ν.927/1979 είναι στην καθαρεύουσα και, εάν αποφασιστεί να διατηρηθεί σε ισχύ, πρέπει με μια τροποποιητική διάταξη να αποδοθεί στη δημοτική, ώστε να είναι εύχρηστος. 

Θα πρέπει να εξεταστεί έπειτα η έκταση στην οποία ο Ν.927/1979 καλύπτει το πεδίο ρύθμισης της απόφασης - πλαίσιο. Στο άρθρο 1 της απόφασης - πλαίσιο αναφέρονται δύο αδικήματα ρατσισμού και ξενοφοβίας που πρέπει να υπάρχουν στο εθνικό πλαίσιο.

 Το πρώτο αδίκημα είναι η δημόσια υποκίνηση βίας ή μίσους που στρέφεται κατά ομάδας ή μέλους ομάδας που προσδιορίζεται βάση της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, των γενεαλογικών καταβολών, της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής. Αυτό το αδίκημα αντιστοιχεί με το άρθρο 1 του Ν.927/1979, το οποίο καθώς περιορίζεται στην "φυλετική/εθνική καταγωγή" και την θρησκεία, θα πρέπει να εμπλουτιστεί και με τους υπόλοιπους τρόπους προσδιορισμού ατόμων ή ομάδων. 

Το δεύτερο αδίκημα είναι η δημόσια επιδοκιμασία, άρνηση ή χονδροειδής υποτίμηση εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, γενοκτονιών, εγκλημάτων πολέμου, με τρόπο που είναι πιθανό να υποκινήσει βία ή μίσος στις ανωτέρω ομάδες ή τα μέλη τους. Τα εγκλήματα αυτά απαριθμούνται στο Καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, ενώ η απόφαση - πλαίσιο αναφέρεται ρητά και στα αδικήματα του Καταστατικού του Διεθνούς Στρατοδικείου, δηλ. τα εγκλήματα του καθεστώτος του Γ' Ράιχ. Αυτό το αδίκημα δεν περιληφθεί στον Ν.927/1979 κι επομένως χρειάζεται μια νομοθετική προσθήκη. 

Με το άρθρο 1 παρ. 2 της απόφασης - πλαίσιο δίνεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στα κράτη να επιλέξουν εάν η τυποποίηση του αδικήματος στο νόμο θα περιορίζεται στις προσβολές χωρίς διατάραξη της δημόσιας τάξης (λ.χ. μορφές ρατσιστικής εξύβρισης, απειλής) ή αν θα τιμωρούνται μόνο οι πράξεις που είχαν γενικότερες επιπτώσεις. Η επιλογή του Ν.927/1979 είναι η πιο προστατευτική, καθώς δεν προϋποθέτει την διατάραξη της δημόσιας τάξης και αρκείται και στην διάδοση προσβλητικών ιδεών. Επίσης με την παρ. 4, το κράτος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει εάν θα τιμωρούνται οι χονδροειδείς αρνήσεις γενοκτονιών κλπ μόνο εάν έχουν αναγνωριστεί ως τέτοιες από δικαστήριο, στενεύοντας έτσι το πεδίο εφαρμογής μόνο στις περιπτώσεις που υπάρχει δικαστική κρίση περί γενοκτονίας. 

Με το άρθρο 2 της απόφασης πλαίσιο ορίζεται ότι πρέπει τα κράτη μέλη να λάβουν μέτρα για την τιμώρηση της ηθικής αυτουργίας και μορφών συμμετοχής στα ρατσιστικά αδικήματα. Η ηθική αυτουργία δεν ρυθμίζεται μεν από τον Ν.927/1979, θα μπορούσε όμως να υποστηριχθεί ότι το κενό καλύπτεται από τις γενικές διατάξεις του ποινικού κώδικα. Ο Ν.927/1979 προβλέπει εξάλλου τιμωρία για όποιον ιδρύει  ρατσιστική οργάνωση ή συμμετέχει σε αυτήν. Πάντως, η εφαρμογή του Ν.927/1979 δεν φάνηκε ιδιαίτερα αποτελεσματική στην περίπτωση της δίκης των Λιμενικών, κατά την οποία καταδικάστηκαν μόνο 2 μέλη της παράταξης της παρέλασης ως αυτουργοί των ρατσιστικών συνθημάτων (και η ποινή τους καταργήθηκε μετά από τον γενικό νόμο που για λόγους αποφόρτωσης της Δικαιοσύνης αμνήστευσε καταδικασθέντες για αδικήματα έως ενός έτους φυλάκισης). Επομένως, ορισμένες προσθήκες και για το θέμα της συμμετοχής πρέπει να υπάρξουν στον Ν.927/1979. 

Το άρθρο 3 της απόφασης - πλαίσιο αναφέρει ότι οι ποινικές κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές και αναλογικές. Οι ποινές μέχρι δύο ετών για υποκίνηση σε βία και μέχρι ενός έτους για ρατσιστική εξύβριση (εξομοιώνοντάς την με την απλή εξύβριση) είναι δεδομένο πια ότι δεν είναι αποτελεσματικές ούτε και αναλογικές και σίγουρα δεν λειτουργούν αποτρεπτικά. Χρειάζονται πιο σοβαρές ποινές κι επομένως ο Ν.927/1979 σίγουρα θα χρειαζόταν και ως προς αυτό το σημείο μια τροποποίηση. 

Το άρθρο 4 της απόφασης - πλαίσιο αναφέρεται στην αναγνώριση των ρατσιστικών κινήτρων ως επιβαρυντικές περιστάσεις. Η σχετική διάταξη υπάρχει στον Ποινικό Κώδικα. Όχι όμως και στον Ν.927/1979, ο οποίος σε περίπτωση τροποποίησής του θα πρέπει να περιέχει, έστω και για κωδικοποιητικούς λόγους, μια σχετική μνεία. 

Το άρθρο 5 της απόφασης - πλαίσιο αναφέρει ότι θα πρέπει να κατοχυρωθεί νομοθετικά και η ευθύνη νομικών προσώπων για τέτοια αδικήματα. Τέτοιου είδους διάταξη δεν υπάρχει στον Ν.927/1979 και θα πρέπει και ως προς αυτό να υπάρξει αντίστοιχη προσαρμογή. 

Εξάλλου, εκτός από την απόφαση - πλαίσιο του 2008, υπάρχει και η Σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης 5 (2010) σύμφωνα με την οποία πρέπει να διώκονται ποινικά και οι διακρίσεις, προτροπές βίας και μίσους κλπ λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου των θυμάτων. Ρύθμιση που ήδη έχει ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο, όσον αφορά το θέμα του κινήτρου, αλλά θα πρέπει να αποτελέσει και μέρος της τυποποίησης των ρατσιστικών αδικημάτων. 

Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι για να εναρμονιστεί ο Ν.927/1979 με την απόφαση πλαίσιο της ΕΕ καθώς και προς τις γενικότερες σύγχονες εξελίξεις, θα χρειαστεί να μεταβληθεί μεγαλύτερο μέρος του από αυτό που μπορεί να διατηρηθεί. Εξάλλου, ακόμη κι αν επιλεγεί η "τροποποίηση" του Ν.927 κι όχι η εισαγωγή νέου νομοθετήματος, το βέβαιο είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις θα χρειαστεί νομοσχέδιο. 



Τρίτη, Μαΐου 21, 2013

To νομοσχέδιο που δεν διάβασε κανείς

Στην αρχή θεώρησα ότι  μια εφημερίδα  που έδωσε  προ ημερών μια διαρροή του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου, είχε κάνει γκάφα.

 Ήταν η αρχική εκδοχή του "νομοσχεδίου Καστανίδη", όταν για πρώτη φορά συντάχθηκε απόπειρα ενσωμάτωσης της Απόφασης - Πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του ποινικού δικαίου. Εκείνη η πρώτη εκδοχή είχε επικριθεί εντονότατα, με πιο εμβληματικά απορριφθέντα τον όρο "εχθροπάθεια" που ενοχλούσε περισσότερο ως λόγια λέξη παρά ως οτιδήποτε άλλο (άλλωστε ήδη προβλέπεται εδώ και δεκαετίες στο άρθρο 196 ΠΚ). Ένα άλλο πρόβλημα που είχε εκείνο το νομοσχέδιο ήταν ότι πρόβλεπε άσκηση πολιτικής αγωγής μόνο για τις ΜΚΟ που είναι εγεγραμμένες στο μητρώο της ECOSOC, στενεύοντας υπέρμετρα την δυνατότητα υποστήριξης μιας μήνυσης από τρίτους. 

Τί δουλειά είχε όμως να επανέρχεται το πρωτόλειο κείμενο, όταν είχε μεσολαβήσει ήδη μια αξιόλογη (αν και όχι επαρκής) επεξεργασία του από το επιτελείο του Μιλτιάδη Παπαϊωάννου ως Υπουργού Δικαιοσύνης, οπότε και κατατέθηκε και στην Επιτροπή Δικαιοσύνης της Βουλής; Το νομοσχέδιο Παπαϊωάννου είχε απαλείψει ορισμένα λάθη και είχε βελτιώσεις τις διατάξεις του νομοσχεδίου λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που είχαν διατυπωθεί τόσο από βουλευτές (οκ, αυτούς που είχαν διαβάσει το νομοσχέδιο) όσο κι από θεωρητικούς και άλλους πολίτες που ενδιαφέρονταν για την ουσία ενός σοβαρού αντιρατσιστικού νόμου. 

Κι όμως! Απ' ό,τι διαδίδεται επίμονα, το Υπουργείο φαίνεται ότι "ξέθαψε" την αρχική εκδοχή, πριν την επεξεργασία του Παπαϊωάννου και της Επιτροπής της Βουλής!

Από εκεί και πέρα, κυκλοφορούν διάφορες απόψεις δεξιά κι αριστερά, από τις οποίες συνήθως προκύπτει ότι οι σχολιαστές όχι μόνο δεν έχουν υπόψη τους τι είναι αυτό που διαβάζουν, αλλά ούτε και την Απόφαση - Πλαίσιο που πρέπει να ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο, όπως έγινε με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Διαβάζουμε, φερ' ειπείν το άρθρο του βουλευτή κ. Μιχελάκη, ο οποίος λέει ότι η απόφαση - πλαίσιο είναι του 2001 (αντί του 2008, που το κόμμα του μετείχε ως κυβέρνηση στο Συμβούλιο της ΕΕ) κι ότι αποτελεί "κοινοτικό δίκαιο", ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί δίκαιο του Τρίτου Πυλώνα της ΕΕ. Η σύγχυσή του για το ευρωπαϊκό δίκαιο είναι βέβαια πρόδηλη, όταν μας λέει "ούτε βέβαια οι κοινοτικές αποφάσεις έχουν την δεσμευτικότητα Οδηγιών", ενώ οι κοινοτικές αποφάσεις ΕΙΝΑΙ οι Οδηγίες. Όταν υποπίπτει όμως σε τόσα σφάλματα από την πρώτη κι όλας παράγραφο, δεν θα περιμένω από τον κ. Μιχελάκη να μας αναλύσει την διαφορά στο βαθμό υποχρέωσης εναρμόνισης που ενέχει μια Οδηγία σε σχέση με μια Απόφαση - Πλαίσιο, αφού ο ίδιος αποφεύγει να μας πει τελικά αν η χώρα θα οδηγηθεί ή όχι στο Δικαστήριο της ΕΕ από την τυχόν μη εφαρμογή. 

Από την άλλη πλευρά, ανακοίνωση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας αναφέρει μεταξύ άλλων: "το συγκεκριμένο νομοσχέδιο, όπως ρητά αναφέρεται, ενσωματώνει απόφαση – πλαίσιο της ΕΕ στην οποία γίνεται λόγος για επικείμενες πρωτοβουλίες ποινικοποίησης της λαϊκής πάλης. Προκαλώ οποιονδήποτε να  διαβάσει την απόφαση-πλαίσιο και να μου βρει σε ποιο ακριβώς σημείο γίνεται λόγος για επικείμενες πρωτοβουλίες ποινικοποίησης της λαϊκής πάλης. 

Προβλέπεται ότι η πορεία θα είναι μακρά ακόμη. Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι ότι τοποθετούνται όλοι για ένα νομοσχέδιο που δεν έχει καν κατατεθεί στη Βουλή και δεν έχει ανακοινωθεί επίσημα από το Υπουργείο, ούτε έχει δοθεί σε δημόσια διαβούλευση. Ένα νομοσχέδιο που δεν διάβασε κανείς. 

Παρασκευή, Μαΐου 03, 2013

Από τί κινδυνεύει η ελευθερία του τύπου σήμερα

Σήμερα είναι η Παγκόσμια Ημέρα για την Ελευθερία του Τύπου, δηλαδή ημέρα διάδοσης της επίγνωσης ότι η ελευθεροτυπία αποτελεί ανθρώπινο δικαίωμα. Στην έννοια αυτή περιλαμβάνεται κάθε μορφή τεχνικά πολλαπλασιαζόμενου δημόσιου λόγου, πέρα από τη μορφή του τεχνικού μέσου, πέρα από την ιδιότητα του εκφραζόμενου ως επαγγελματία ή μη. Η εξάπλωση του Διαδικτύου έχει ενισχύσει το ίδιο το εύρος του δικαιώματος, το οποίο παλαιότερα αναγνωριζόταν ως η θετική ελευθερία των δημοσιογράφων να πληροφορούν και το δικαίωμα του κοινού να πληροφορείται. 

Ενώ παλαιότερα οι κίνδυνοι για την ελευθερία του τύπου αφορούσαν επίσημες απαγορεύσεις και λογοκριτικές επιτροπές, σήμερα οι περιορισμοί είναι διαφορετικοί και συνήθως έχουν το πρόσχημα της νομικής προστασίας που επιχειρεί να λειτουργήσει "παραδειγματικά", προκειμένου να τιμωρηθεί ο ενοχλητικός δημοσιογράφος αλλά και να αποτραπούν οι τρίτοι να συνεχίσουν το δρόμο του. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου χρησιμοποιεί ένα συγκεκριμένο όρο για τέτοιου είδους νομικές επιδιώξεις: "chilling effect", αποτρεπτικό αποτέλεσμα. Οποιαδήποτε νομική ενέργεια σκοπεύει σε ένα αποτέλεσμα που επιδιώκει να αποτρέψει τον ίδιο τον δημοσιογράφο ή και οποιονδήποτε τρίτο να ασκήσει το δικαίωμα, αποτελεί παραβίαση του δικαιώματος. Δύο είναι οι περιπτώσεις στις οποίες θα κατηγοριοποιούσα το chilling effect στην Ελλάδα: το πρώτο είναι οι συλλήψεις για αδικήματα που τελούνται δια του τύπου και το δεύτερο είναι οι υπέρογκες αποζημιώσεις που ζητούνται από τα Δικαστήρια.

Στην πρώτη περίπτωση ήταν σαφέστατα η υπόθεση του Κώστα Βαξεβάνη. Ανεξάρτητα από την νομιμότητα της δημοσίευσης της φερομενης λίστας Λαγκάρντ, η ίδια η σύλληψή του για να δικαστεί άμεσα ήταν μια πολιτειακή πράξη που δημιουργούσε ένα αποτρεπτικό αποτέλεσμα. Πιο πριν, υπήρξε η σύλληψη του μπλόγκερ που είχε δημιουργήσει την σατιρική ιστοσελίδα του γέροντος Παστίτσιου. Ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των μηνυμάτων, οι συλλήψεις ήταν εντελώς περιττές, αφού οι δράστες ούτως ή άλλως θα μπορούσαν να δικαστούν κανονικά και χωρίς μια τόσο σοβαρή παρέμβαση στην προσωπική τους κατάσταση. 

 Στην δεύτερη περίπτωση, των υπέρογκων αποζημιώσεων, έχουμε πρόσφατα μια ενδιαφέρουσα εξέλιξη: παραλίγο να καταργηθεί ο "τυποκτόνος νόμος" που πρόβλεπε μεγάλες χρηματικές αποζημιώσεις ανάλογα με το αν το μέσο ενημέρωσης ήταν εφημερίδα κυκλοφορίας στην Αθήνα ή την Θεσσαλονίκη (30.000 ευρώ minimum)  ή αν ήταν τηλεόραση πανελλήνιας εμβέλειας (300.000 ευρώ minimum) ή τοπικής εμβέλειας ή ραδιόφωνο κλπ. Οι διατάξεις αυτές που υπήρχαν στο θεσμικό πλαίσιο της δεκαετίας του 1990, αποδυναμώθηκαν πρώτα από τα Δικαστήρια, τα οποία υποβάλλοντας σε έλεγχο συνταγματικότητας τις διατάξεις έκριναν ότι μόνη η κυκλοφορία ή η εμβέλεια δεν μπορεί να αποτελεί το κριτήριο για τον υπολογισμό της αποζημίωσης, καθώς υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες, όπως η αναγνωσιμότητα και η τηλεθέαση, που πρέπει να λαμβάνει υπόψη ο δικαστής για να κρίνει πόσα θα πληρώσει το μέσο ενημέρωσης. Τελικά, όμως, στο ψηφισθέν νομοσχέδιο, η προτεινόμενη διάταξη περί κατάργησης του "τυποκτόνου νόμου" απαλείφθηκε! Στην πράξη πάντως, τα δικαστήρια έχουν περιορίσει την εμβέλειά του ως προς τα ποσά των αποζημιώσεων. 

Πέρα από τις συλλήψεις και τις υψηλές αποζημιώσεις, υπάρχει και το πρόβλημα της επιβολής των διατάξεων "περί τύπου" στο Διαδίκτυο. Ενώ θα προσιδίαζε σε κάποιες διαδικτυακές εφαρμογές που παρουσιάζουν την κάθετη επιχειρηματική διάρθρωση, θεωρώ αδιανόητο αυτό να αφορά και το υλικό που αναρτούν οι επισκέπτες - χρήστες σε μια εφαρμογή web 2.0. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο σε μια σημαντική απόφαση σχετικά με αυτό το θέμα είχε κρίνει το 2011 ότι οι νόμοι περί τύπου δεν είναι ορθό να εφαρμόζονται αυτούσιοι στις διαδικτυακές εφαρμογές γιατί δεν ανταποκρίνονται στη φύση του πράγματος. 

Όταν κάποιος έχει βρεθεί ως συνήγορος και από τις δύο πλευρές, τόσο από την πλευρά του δικηγόρου του  blogger ή του μέσου ενημέρωσης, όσο κι από την πλευρά του δικηγόρου του θιγόμενου τρίτου, μπορεί να έχει μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για τα όρια. Είναι σαφές ότι τα όρια, τα οποία συμβαδίζουν με τους ισχύοντες δεοντολογικούς κανόνες που οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι έχουν θεσπίσει, δεν απειλούν από μόνα τους την ελευθερία του τύπου. Η απαγόρευση της λήψης προληπτικών μέτρων εναντίον του δημόσιου λόγου  είναι μια σημαντική εγγύηση, ώστε τουλάχιστον να μην χαθεί οτιδήποτε θετικό μπορεί να προσφέρει ακόμη και μια δήλωση που, με τεχνικούς όρους, βρίσκεται στο πλαίσιο του παρανόμου. Αυτός ο κανόνας σπάνια παραβιάζεται στην Ελλάδα σήμερα. 

Είναι δεδομένο όμως, ότι υπάρχουν πολλές νομοθετικές ρυθμίσεις που περιορίζουν την ελευθερία του Τύπου στην ουσία της και σε προληπτικό επίπεδο: η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι η απαγόρευση της δημοσίευσης των δημοσκοπήσεων δεκαπέντε ολόκληρες ημέρες πριν τις εκλογές. Η απαγόρευση αυτή θεσμοθετήθηκε το 2009 και ήδη το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει επιληφθεί δύο προσφυγών για παραβίαση της ελευθερίας μετάδοσης και λήψης πληροφοριών που προβλέπεται από το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ. Εκτός από αυτές τις μοντέρνες επιθέσεις στην ελευθερία του Τύπου παραμένουν πάντοτε οι απαρχαιωμένες διατάξεις για την προστασία από την βλασφημία κλπ που είναι εντελώς περιττές στο σύγχρονο νομικό πολιτισμό, στον οποίο περιλαμβάνονται εξάλλου επαρκείς θεσμικές προστασίες για την θρησκευτική ελευθερία και την απαγόρευση των διακρίσεων με κριτήριο το θρήσκευμα. 

Η ιστορία των κινδύνων της ελευθερίας του Τύπου είναι τελικά  μια  αποτίμηση της ουσιαστικής αξίας της ελευθερίας αυτής. Όσο πιο "ενοχλητικούς" δημοσιογράφους - bloggers έχουμε, τόσο πιο πολύ θα αναζητούνται τρόποι για να περιοριστεί η φωνή τους, με κατάχρηση πολλές φορές των νομικών κανόνων. Έργο των νομικών είναι να μεριμνούν για την ανάδειξη των καταχρήσεων, την διασφάλιση της ελευθερίας του Τύπου και της προσεκτικής εφαρμογής των κανόνων που περιλαμβάνουν τους θεμιτούς περιορισμούς της ελευθερίας αυτής. 

Δευτέρα, Απριλίου 29, 2013

Για την απόφαση του DVD

Αθωώθηκαν σήμερα οι κατηγορούμενοι για παραβίαση προσωπικών δεδομένων και απόπειρα εκβίασης στην υπόθεση του πρώην γενικού γραμματέα του Υπουργείου Πολιτισμού.

Δεν είναι βέβαια η πρώτη υπόθεση που αφορά το περίφημο DVD με προσωπικές στιγμές του πρώην γενικού γραμματέα: είχαν προηγηθεί η απόφαση της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων με την οποία επιβλήθηκε πρόστιμο για την χρησιμοποίηση φωτογραφιών από το εν λόγω DVD σε κυριακάτικη εφημερίδα καθώς και η καταδίκη των υπεύθυνων της εφημερίδας από τα δικαστήρια για την εν λόγω δημοσιοποίηση.

Αυτό που προκαλεί απορία είναι για ποιό λόγο δεν καταδικάστηκαν και σήμερα οι κατηγορούμενοι για παραβίαση προσωπικών δεδομένων - η δίκη αφορούσε αυτή καθαυτή την λήψη των εικόνων και την περιφορά του DVD σε διάφορα χέρια. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, η απόφαση αναφέρει ότι στην ουσία η συγκεκριμένη διάδοση του DVD από μόνη της δεν αποτελεί παραβίαση του νόμου για την προστασία προσωπικών δεδομένων. Αυτή η επισήμανση έχει προκαλέσει την απορία σε αρκετούς που αγνοούν ότι ο ν.2472/1997 έχει ένα απολύτως συγκεκριμένο πεδίο εφαρμογής: εάν η επεξεργασία των δεδομένων δεν είναι αυτοματοποιημένη εν όλω ή κατά ένα μέρος, τότε για να εφαρμοστεί ο νόμος, τα δεδομένα θα πρέπει να περιλαμβάνονται ή να πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο.

Η έννοια του "αρχείου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" οριοθετείται από το άρθρο 2 του νόμου, το οποίο αναφέρει ότι ως τέτοιο νοείται κάθε διαρθρωμένο σύνολο προσωπικών δεδομένων τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια. Επομένως, εάν η καταγραφή μιας προσωπικής στιγμής δεν έχει υπαχθεί σε τέτοιο διαρθρωμένο σύνολο και δεν έχει υποστεί αυτοματοποιημένη επεξεργασία, δεν εφαρμόζεται ο νόμος αυτός. Μπορεί να εφαρμόζονται άλλες διατάξεις, του Ποινικού Κώδικα για την προστασία από την κρυφή μαγνητοσκόπηση, αλλά πάντως όχι ο Ν.2472/1997 - και πάντως οι κατηγορούμενοι δικάζονται με βάση το κατηγορητήριο με το οποίο έχει εισαχθεί η υπόθεση στο δικαστήριο. Για παράδειγμα, το άρθρο 370Α παρ. 2 του Π.Κ. αναφέρει "όποιος αθέμιτα παρακολυθεί με ειδικά τεχνικά μέσα ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα μη δημόσια πράξη άλλου τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Άλλη όμως αυτή η πράξη κι άλλη η παράβαση του Ν.2472 περί προσωπικών δεδομένων. 

Στην υπόθεση της εφημερίδας, το "αρχείο" ήταν το σύνολο δεδομένων που τηρούνται στα αρχεία της εφημερίδας και είναι προσιτά με γνώμονα τον αριθμό φύλλου και την ημερομηνία κυκλοφορίας της εφημερίδας. Έτσι σ' εκείνη την υπόθεση η Αρχή και τα δικαστήρια μπορούσαν ευπρόσωπα να διαγνώσουν την ύπαρξη αρχείου. Το μεμονωμένο DVD όμως δεν παρουσιάζει τέτοια διάρθρωση και ως εκ τούτου εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής του Ν.2472. Παρόμοια απόφαση είχε εκδοθεί και προ ετών, σε μήνυση για διάδοση προσωπικών πληροφοριών από καλεσμένο μιας εκπομπής: καθώς η διάδοση είχε γίνει προφορικά δεν υπήρχε το στοιχείο του "αρχείου". 

Προφανώς αυτά μπορεί να ακούγονται αδιανόητα σε μη νομικούς και να θεωρούν ότι πρόκειται για "παραθυράκι", αλλά αυτό δεν είναι ακριβές. Ο νόμος για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων προστατεύει ως έννομο αγαθό το άτομο από την ευρύτατη δυνατότητα εντοπισμού, προσβασιμότητας και διασύνδεσης των προσωπικών στοιχείων μέσω των τεχνολογιών πληροφορικής κι επικοινωνίας. Δεν προστατεύει αυτή καθ' αυτή την ιδιωτικότητα, η οποία αποτελεί έννοια γένους και διακριτό έννομο αγαθό, προστατευόμενο από άλλες διατάξεις, ποινικές και αστικές. 

Συνεπώς,η αιτιολογία της απόφασης ως προς το συγκεκριμένο ζητούμενο είναι σωστή, τουλάχιστον όπως έχει αναπαραχθεί από τα μέσα ενημέρωσης. 

Πέμπτη, Απριλίου 25, 2013

Αποτελεσματικότητα ή διαφάνεια;



To ερώτημα, έτσι όπως τίθεται αντιθετικά και απόλυτα, είναι βέβαια προκλητικό. Θεωρώ όμως ότι πρέπει να τίθεται σε κάθε πολιτικό πρόσωπο, ώστε να του δίνεται η δυνατότητα να καταθέσει την σύνθεση που εκφράζει, το μείγμα αποτελεσματικότητας/διαφάνειας που ακολουθεί ως πολιτική πρακτική. Σπάνια ένας πολιτικός θα απορρίψει κάθετα την "αποτελεσματικότητα", δηλαδή την διαθεσιμότητά του να παρέμβει παρασκηνιακά σε ένα πιθανό "δίκαιο αίτημα". Ταυτόχρονα, γνωρίζει ότι θα εκτεθεί εάν δεν χαράξει ο ίδιος τον αυτοπεριορισμό του, διακηρύσσοντας την ανάγκη τήρησης των κανόνων του παιχνιδιού, με όρους εντιμότητας και δικαιοσύνης.  Κι επειδή ο τίτλος της εκδήλωσης χτες στο Free Thinking Zone ήταν Catch him if you can, ένιωσα ότι είχα κι εγώ μια ευκαιρία να τον τσακώσω, βάζοντας τον να μας πει πόσο πιάνει στο "ρουσφετόμετρο".

Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ξεκινά την απάντησή του, αναφέροντας, πριν απ' όλα, ότι είναι ένας παλιός πολιτικός. Οι τρόποι επικοινωνίας και προσωπικής επαφής με τον πολιτικό φίλο και εν δυνάμει ψηφοφόρο, για το μοντέλο αυτό, περιέχουν και την προσωπική εξυπηρέτηση. Ακόμη και τώρα που έχει ολοκληρώσει την κοινοβουλευτική του πορεία, ο παλιός πολιτικός δέχεται φίλους του και, όταν του υποβάλλουν αιτήματα που ο ίδιος κρίνει δίκαια, τους βοηθά. Ο Κ.Μ. διανθίζει την απάντησή του με αναφορά στην ανθρώπινη διάσταση των προβλημάτων καθημερινότητας που μπορεί να κληθεί να λύσει ένας πολιτικός και χρησιμοποιεί συναισθηματικούς όρους, όπως "άκαρδη γραφειοκρατία". Χαρακτηρίζει αυτήν την βοήθεια "παρεξηγημένο ρουσφέτι" και θέτει -ενδεικτικά- το όριο σε περιπτώσεις όπως οι "υπερβολικοί, άχρηστοι και επιζήμιοι" διορισμοί στο δημόσιο. Ταυτόχρονα, θεωρεί "χρέος" να βοηθήσει κάποιον ο οποίος αδικείται 100%. Εντάσσει αυτή την υποχρέωση στα καθήκοντα του πολιτικού, αναγνωρίζοντας όμως ότι, από εκεί και πέρα, πρέπει να λειτουργούν οι θεσμοί, για τους οποίους θεωρεί ζητούμενο την περιφρούρηση και την διαρκή υποστήριξη και βελτίωσή τους. 

Από θέση αρχής, δεν μπορώ παρά να διαφωνήσω με αυτήν την  τοποθέτηση που περιέχει μια δόση ειλικρίνειας, αλλά και μια μεγαλύτερη δόση ρητορικής υποστήριξης των πολιτικών παρεμβάσεων σε ατομικές υποθέσεις των πολιτών.  Για κάθε πολίτη που θα βοηθήσει ένας πολιτικός να βρει κρεβάτι στην κλινική, υπάρχει κι ένας άλλος πολίτης που έχει τα ίδια ακριβώς δικαιώματα σε αυτό το κρεβάτι, αλλά το στερήθηκε. Ο αντίλογος περιορίζεται στερεότυπα στην αναποτελεσματικότητα των ελεγκτικών θεσμών: πού  να προσφύγει αυτός που δεν βρίσκει θέση σε δημόσιο νοσοκομείο και πότε θα δικαιωθεί; Είναι ένα δίλημμα που μπορεί να γίνει κυριολεκτικά τραγικό για κάθε έντιμο άνθρωπο. Το κακό είναι ότι τα στερεότυπα εκπορεύονται συχνά από όσους δεν προσπάθησαν ποτέ να τεστάρουν την αποτελεσματικότητα των θεσμών, αναπαράγοντας την μεμψιμοιρία της άγνοιας ή και της τεμπελιάς. Από την άλλη πλευρά, όμως, το αίσθημα δικαιοσύνης που μπορεί να χαρακτηρίζει έναν πολιτικό δεν θα ταυτίζεται με την πραγματική δικαιοσύνη, η απονομή της οποίας  προϋποθέτει ως θεμελιώδη κανόνα να έχει ακούσει κανείς όλες τις πλευρές πριν αποφασίσει και να έχει προδιατυπωμένους δείκτες που θα τον κατευθύνουν. Η δικαιοσύνη, πολύ συχνά, δεν είναι καθόλου ευχάριστη και δημοφιλής. 

Θεωρώ πάντως ιδιαίτερα ωφέλιμες τις παραδοχές του Κ.Μ., κυρίως γιατί ο ίδιος χαρακτήρισε αυτό το σκεπτικό ως πρακτική ενός παλιού πολιτικού και - ελπίζω ν' αποδειχθούν -  ενός παλιού κόσμου. To ερώτημα του τίτλου παραμένει και οι απαντήσεις αφορούν κάθε πολιτικό, ιδίως αυτές κι αυτούς που θέλουν να εκφράσουν το μέλλον.

Κυριακή, Απριλίου 21, 2013

H "Ελληνική υπόθεση": Στρασβούργο 1967-1970

Το πραξικόπημα του 1967 συγκλόνισε την Ευρώπη: πώς ήταν δυνατόν η Ελλάδα, ένα από τα παλαιότερα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, να έχει κλειστό κοινοβούλιο και δικτατορία; Στην κατάσταση αυτή επιχείρησε να παρέμβει με τον πιο ηχηρό τρόπο ο εν λόγω διεθνής οργανισμός, το Συμβούλιο της Ευρώπης που ιδρύθηκε το 1949 για να υπερασπιστεί την δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα σε αυτή την ήπειρο, μετά την τραγωδία του Β΄Π.Π.

Ο Τόμας Χάμαρμπεργκ, πολλές δεκαετίες μετά Επίτροπος Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ήταν τότε ένας νέος της Διεθνούς Αμνηστείας που επισκέφθηκε την Αθήνα αμέσως μετά το πραξικόπημα για να συλλέξει στοιχεία σχετικά με τους βασανισμούς. Το 2007, έγραψε ένα σχετικό άρθρο στο site του Επιτρόπου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ο θεσμός αυτός ιδρύθηκε μετά την κατάργηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ενός δικαιοδοτικού οργάνου που λειτουργούσε τότε στο Στρασβούργο, ως προστάδιο της διαδικασίας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. 

Τέσσερα ευρωπαϊκά κράτη προσέφυγαν σε αυτή την Επιτροπή εναντίον της Ελλάδας για παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων από το δικτατορικό καθεστώς.  Επρόκειτο για την πρώτη φορά που ενεργοποιήθηκε η δυνατότητα διακρατικών προσφυγών και η υπόθεση έγινε γνωστή ως  "the Greek case", η "Ελληνική υπόθεση". Oι προσφυγές υποβλήθηκαν από την Δανία, την Νορβηγία, την Σουηδία και την Ολλανδία. Εδώ μπορείτε να δείτε ένα σημαντικό αρχειακό υλικό: την δακτυλογραφημένη έκθεση της αρμόδιας υπο-επιτροπής του Συμβουλίου της Ευρώπης, στην οποία περιλαμβάνονται και οι απαντήσεις που έδωσε το δικτατορικό καθεστώς στις αιτιάσεις. 

Στις 18.11.1969 η Επιτροπή απέστειλε την τελική έκθεσή της στην Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Στις 7.12.1969, το δικτατορικό καθεστώς διακήρυξε ότι θεωρεί άκυρο το πόρισμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ανακοινώνοντας ότι δεν το θεωρεί νομικά δεσμευτικό.  

Στις 12.12.1969 το καθεστώς αποφάσισε να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου,  η οποία έπαψε να ισχύει στην Ελλάδα στις 13.6.1970, αλλά και από το ίδιο το Συμβούλιο της Ευρώπης! 

Στη συνέχεια, συνήλθε η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, καλώντας και την Ελλάδα, η οποία ωστόσο με επιστολή της ανακοίνωσε ότι δεν θα έπαιρνε μέρος στη συνεδρίαση, θεωρώντας αυτήν άνευ αντικειμένου αφού είχε ήδη αποκηρύξει την ΕΣΔΑ. 'Ετσι, η Επιτροπή Υπουργών αποφάσισε να εκδώσει το Ψήφισμα DIII (70) 1 της 15.4.1970, επιβάλλοντας ως μείζονα πολιτικού τύπου κύρωση την δημοσιοποίηση της έκθεσης της Επιτροπής Δικαιωμάτων για την Ελληνική υπόθεση. 

Παρά την καταδικαστική απόφαση για το δικτατορικό καθεστώς, ο Χάμαρμπεργκ επισημαίνει ότι η χούντα έμεινε για άλλα 5 χρόνια στην Ελλάδα. Ο Επίτροπος αποδίδει αυτή την κατάσταση στην έλλειψη ευρωπαϊκής και διεθνούς αλληλεγγύης και αναφέρει ότι ακόμη και η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης δεν καταδίκασε ομόφωνα το καθεστώς.

Σάββατο, Απριλίου 13, 2013

Συνήγορος του Πελάτη: ενδοεταιρική επίλυση διαφορών

Η δυνατότητα της προσφυγής σε ανεξάρτητη αρχή με διαμεσολαβητικές και ελεγκτικές αρμοδιότητες έχει επεκταθεί και στον τομέα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Ενώ παραδοσιακά ο Οmbudsman ("Συνήγορος του Πολίτη") είναι μια δομή για την εξωδικαστική  επίλυση διαφορών μεταξύ πολίτη και κράτους, το μοντέλο ακολουθείται και σε μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν συχνά καταγγελίες από πελάτες. Πρόκειται για την λειτουργία ενός  εσωτερικού ombudsman, ο οποίος αποτελεί μεν στέλεχος της επιχείρησης, αλλά η δουλειά του είναι να εξετάζει παράπονα με αντικειμενικότητα και να εισηγείται στην διοίκηση προτάσεις για την εξωδικαστική επίλυση της διαφοράς. 

Η λειτουργία ενός ενδοεταιρικού ombudsman ("συνήγορος του πελάτη") σημαίνει ιδιαίτερη φροντίδα και πρόληψη για τους καταναλωτές εκ μέρους της επιχείρησης. Ο πελάτης μπορεί άμεσα να καταθέσει την καταγγελία του σε ένα πρόσωπο (όχι σε ένα "κουτί παραπόνων") που θα ασχοληθεί ατομικά με την υπόθεση. Αυτό σημαίνει ότι ο πελάτης δεν χρειάζεται να αναζητήσει εξωτερικές πηγές βοήθειας για να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα, αλλά η ίδια η εταιρία του προσφέρει την υποδομή αυτή. Το γεγονός ότι ο συνήγορος του πελάτη είναι δομή διακριτή από την νομική υπηρεσία, το τμήμα επικοινωνίας ή ακόμη και την εξυπηρέτηση πελατών, καθιστά πιο σαφή στον πελάτη την ανεξάρτητη θέση του και διευκολύνει την οικοδόμηση εμπιστοσύνης. 

Η λειτουργία των organizational ombudsmen σε επιχειρήσεις διαφόρων χωρών εξαπλώνεται ολοένα και περισσότερο, ιδίως σε τομείς όπως η υγεία (νοσοκομεία, φαρμακευτικές εταιρίες), η εκπαίδευση (πανεπιστήμια, κολλέγια), η ιδιωτική ασφάλιση, τα μέσα ενημέρωσης, τα μεγάλα εμπορικά καταστήματα, αλλά και οι τράπεζες, οι χρηματιστηριακές εταιρίες και η αυτοκινητοβιομηχανία. Πρόκειται για ένα μέτρο αυτορρύθμισης, το οποίο για να πετύχει και να μην θεωρείται ως ένα φύλλο συκής ή ένα προπέτασμα καπνού ή ως μια μέθοδος κουκουλώματος, πρέπει να βασίζεται σε ένα ολοκληρωμένο σχεδιασμό που εγγυάται την διαφανή λειτουργία και την αμερόληπτη στάση του συνηγόρου. Ως ένας φορέας πιστοποίησης λειτουργεί η Διεθνής Ένωση Οmbudsman (Ιnternational Ombudsman Association), με έδρα στις Η.Π.Α. Πρόκειται για οργανισμό διαφορετικό από το Διεθνές Ινστιτούτο Ombudsman (www.theioi.org) που μέλη του αποτελούν μόνο Συνήγοροι του Πολίτη του δημόσιου τομέα. 

Οι πρώτες ιδιωτικές επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης που προσέλαβαν ombudsmen ήταν οι εφημερίδες, ως "reader's advocate" (ήταν δύο εφημερίδες των Η.Π.Α. που το 1967 απέκτησαν συνηγόρους για το κοινο: η Courier Journal και η Louisville Times) O Συνήγορος του Αναγνώστη των New York Times (2003-2005) και ο συνάδελφός του της Washington Post (2000-2005) αναφέρονται στην βιβλιογραφία ως οι δύο πιο ανεξάρτητοι από τους 39 Συνηγορους του Αναγνώστη που μετείχαν στον Οργανισμό Συνηγόρων του Αναγνώστη. 

Στην Ελλάδα, σε επίπεδο αυτορρύθμισης λειτουργεί ο Μεσολαβητής Τραπεζικών - Επενδυτικών Υπηρεσιών. Είναι ένας οριζόντιος banking/investment ombudsman, στον οποίο μπορούν να απευθυνθούν οι πελάτες όλων των τραπεζών/χρηματιστηριακών, αλλά σε δεύτερο επίπεδο, αφού δηλαδή έχουν προηγουμένως απευθυνθεί στην τράπεζά τους/χρηματιστηριακή τους χωρίς θετική έκβαση. Η προσπάθεια για ίδρυση ενός Συνηγόρου του Τηλεθεατή στην Ε.Ρ.Τ. που ξεκίνησε το 2011, δεν ευοδώθηκε. 

Η ύπαρξη ενός Συνηγόρου του Πελάτη έχει και μια συμβολική διάσταση: η επιχείρηση "θέλει να ακούσει", είναι ανοικτή και αποδέχεται εξ αρχής ότι μπορεί να σφάλλει, λαμβάνοντας το συγκεκριμένο μέτρο για να υπάρχει η δυνατότητα να επανορθώνει, χωρίς να υποβάλλει τον πελάτη σε πρόσθετα έξοδα. Iδιαίτερα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, η αποφυγή δικαστικών διαδικασιών μπορεί να αποβεί επωφελής τόσο για τις επιχειρήσεις, όσο και για τους πελάτες. Παράλληλα, η λειτουργία Συνηγόρων του Πελάτη αποφορτίζει παρώνυμες δημόσιες αρχές από τυχόν καταγγελίες και αναφορές που δεν εμπίπτουν στο πεδίο της αρμοδιότητάς τους. 




Σάββατο, Μαρτίου 30, 2013

Η νέα ρύθμιση για την δημοσιοποίηση στοιχείων κατηγορουμένων

Με το άρθρο 79 του Ν.4139/2013, με τίτλο "δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων κατηγορουμένων" ο νομοθέτης αντιμετώπισε εκ νέου το σχετικό νομικό πρόβλημα. Αξίζει να σημειωθεί ότι η συζήτηση άνοιξε και πάλι ύστερα από την δημοσιοποίηση των προσωπικών δεδομένων οροθετικών εκδιδόμενων γυναικών που συνελήφθησαν πέρσι τον Μάιο και οι φωτογραφίες και άλλα προσωπικά δεδομένα τους ανακοινώθηκαν κατόπιν εισαγγελικής εντολής μέσα από την ιστοσελίδα της ελληνικής αστυνομίας. 

Η παγκόσμια κατακραυγή που ακολούθησε αυτή την εισαγγελικά παραγγελθείσα, αλλά αμφισβητήσιμη από πλευράς σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων δημοσιοποίηση οδήγησε το υπουργείο Δικαιοσύνης στην σύνταξη μιας τροποποίησης του νόμου, ώστε να υπάρχουν ορισμένες ασφαλιστικές δικλείδες στην σχετική εξουσία του εισαγγελέα. 

Έτσι, με την νέα διάταξη, η οποία αφορά την δημοσιοποίηση που αφορά δεδομένα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες (άρα όχι δεδομένα πριν ή χωρίς να έχει ασκηθεί ποινική δίωξη), πρέπει η απόφαση του εισαγγελέα να είναι αιτιολογημένη, ενώ προβλέπεται και η δυνατότητα του κατηγορούμενου να προσφύγει εντός δύο ημερών κατά της εισαγγελικής διάταξης, στην προϊσταμένη εισαγγελική αρχή, η οποία έχει άλλες δύο μέρες μέχρι να αποφανθεί. Μέχρι να εκδοθεί η τελική απόφαση, απαγορεύεται η δημοσιοποίηση των στοιχείων. 

Η διάταξη θεσπίστηκε ακριβώς όπως την εισήγαγε το υπουργείο. Αντιρρήσεις για την επάρκειά της είχαν διατυπωθεί ήδη από τότε που ήταν νομοσχέδιο: εδώ.

Αναμένεται να δούμε πώς και εάν θα εφαρμοστεί η διάταξη αυτή στην πράξη. Ήδη βλέπουμε  να δημοσιοποιούνται φωτογραφίες ακόμη και ανηλίκων συλληφθέντων, χωρίς να είναι γνωστό εάν έχουν ασκήσει την προβλεπόμενη από το άρθρο 79 προσφυγή και εάν υπάρχει η δευτεροβάθμια απόφαση του προϊσταμένου του εισαγγελέα. 

Σάββατο, Μαρτίου 09, 2013

Το ιδιωτικό και το δημόσιο: ένα παλιο quiz πάλι της μόδας

Η συζήτηση για την ερμηνεία της διάταξης περί θέσης σε αργία δημοσίων υπαλλήλων που έχουν στερηθεί την ελευθερια τους, επαναφέρει στο προσκήνιο την αιώνια αναζήτηση των ορίων ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό. Το υπουργείο υποστηρίζει με την εγκύκλιό του ότι η διάταξη αφορά κάθε περίπτωση καταδίκης σε φυλάκιση, περιλαμβάνοντας έτσι ακόμη και τις συμβολικές ποινές που επιβάλλονται με αναστολή, για ήσσονος σημασίας ποινικά αδικήματα που συνήθως δεν συνδέονται με την υπηρεσιακή ζωή του ατόμου. Το κράτος θέλει λοιπόν να τιμωρήσει τον δημόσιο υπάλληλο για κάθε αδίκημα που μπορεί να τέλεσε και τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή, ανεξάρτητα από το εάν αυτό αφορά ή όχι την υπηρεσία και τη θέση του σε αυτήν. Το κράτος βαφτίζει "επίορκους" τους πολίτες που ενώ έτυχε να είναι δημόσιοι υπάλληλοι καταδικάστηκαν για κάθε περίπτωση πλημμελήματος που τιμωρείται με φυλάκιση, ακόμη κι όταν η παράβαση αφορά την ιδιωτική ή οικογενειακή του ζωή. 

Ένας αντίλογος θα αναπτυσσόταν πάνω στο σκεπτικό ότι ο υπάλληλος που έχει καταδικαστεί, έχει λάβει μέρος σε μια δημόσια διαδικασία και η καταδικαστική απόφαση έχει απαγγελθεί από έναν ανεξάρτητο λειτουργό σε ένα προσβάσιμο ακροατήριο. Επομένως, θα συνέχιζε αυτό το σκεπτικό, αφού η πληροφορία αυτή δεν είναι ιδιωτική, προφανώς θίγεται το κύρος του υπαλλήλου ως άμεμπτου κι αμόλυντου υπηρέτη του Ελληνικού λαού. Άρα, η δημόσια υπηρεσία δεν μπορεί να λειτουργήσει σωστά, όταν στους κόλπους της έχει και τον καταδικασθέντα, τον οποίο οφείλει να αποβάλλει ως μίασμα. Όλη αυτή η διανοητική διαδρομή, πρόδηλα εσφαλμένη και γεμάτη λογικά κενά, έχει αφετηρία μια αντίληψη για την διαφάνεια και την ιδιωτικότητα που βλέπει μόνο τον φορμαλισμό και τον τύπο, χάνοντας όμως την ουσία. Υπάρχουν ποινικά αδικήματα που αφορούν αποκλειστικά την ιδιωτική ζωή του ατόμου. Η Πολιτεία παρεμβαίνει με τις διαδικαστικες εγγυήσεις της τήρησης των ανθρώπινων δικαιωμάτων στην ιδιωτική ζωή, προκειμένου να τιμωρήσει τέτοιες πράξεις. Το γεγονός ότι η παρέμβαση αυτή είναι πολιτειακή, δεν σημαίνει ότι αυτομάτως καθιστά δημόσια την πληροφορία που παράγεται από την ίδια την διαδικασία: μόνο η απαγγελία της απόφασης είναι δημόσια - η αναπαραγωγή του εγγράφου μιας καταδικαστικής απόφασης επιτρέπεται υπό αυστηρούς όρους και μόνο με την επίκληση ειδικού έννομου συμφέροντος. Μια ιδιωτική πληροφορία, σε ένα δημόσιο έγγραφο.

Όποιος έχει υπερασπιστεί δημόσιους υπαλλήλους σε πειθαρχικά όργανα και σε δικαστήρια για πράξεις που ανάγονται στην ιδιωτική τους σφαίρα, ενώ κυνηγήθηκαν υπηρεσιακά, γνωρίζει ότι η ιδιότητά τους είναι καθοριστικής σημασίας για την έκβαση της υπόθεσης. Τα όρια ιδιωτικότητας-δημοσιότητας για τους δημόσιους υπαλλήλους είναι μετατοπισμένα σε σχέση με τους υπόλοιπους πολίτες. Προκειμένου όμως η μετατόπιση αυτή να είναι δίκαιη και σύμφωνη με το Σύνταγμα και τις κατοχυρώσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων, η επιπλέον επέμβαση πρέπει να αφορά μόνο τις πράξεις ή παραλείψεις τους που αφορούν την ενάσκηση των καθηκόντων τους. Διαφορετικά, θα πρόκειται για άλλη μια πράξη βίας   εναντίον της ελευθερίας. Μια κρατική παρέμβαση καθόλου δικαιολογημένη, ευθέως άδικη.

Η διάταξη για την θέση σε αργία των υπαλλήλων που έχουν στερηθεί την ελευθερία τους δεν μπορεί λοιπόν να αφορά την περίπτωση της απλής καταδίκης σε φυλάκιση, αλλά μόνο την περίπτωση κατά την οποία η ποινή εκτελείται. Αυτά ως προς την γραμματική ερμηνεία. Γιατί ούτως ή άλλως το μέτρο είναι αντισυνταγματικό, καθώς δεν προβλέπει ειδικότερες διαβαθμίσεις, αναγκαίες για να υπάρχει συμβατότητα με την αρχή της αναλογικότητας. 




Κυριακή, Φεβρουαρίου 17, 2013

Παραπλανητικό άρθρο περί "νίκης των Πειρατών"

Κυκλοφορεί αυτές τις μέρες ένα άρθρο περί δήθεν νίκης των Πειρατών ενάντια στην πνευματική ιδιοκτησία, με παραπομπή σε μια απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου που υποτίθεται ότι έκρινε ότι "κανείς δεν μπορεί να καταδικαστεί στην ΕΕ για χρήση κουλτούρας" και ότι το μονοπώλιο της πνευματικής ιδιοκτησίας βρίσκεται σε αντίθεση με τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Πρόκειται για τεράστιες ανακρίβειες, αφού το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στην απόφαση αυτή κατέληξε στο άκρως απογοητευτικό συμπέρασμα ότι καλώς καταδικάστηκαν στην Γαλλία φωτογράφοι που ανέβασαν στο Διαδίκτυο φωτογραφίες που τράβηξαν από επίδειξη μόδας, επειδή δεν είχαν άδεια του οίκου μόδας! Οι φωτογράφοι πήγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο λέγοντας ότι κακώς είχαν καταδικαστεί, καθώς η επίδειξη μόδας ήταν ειδησεογραφικό γεγονός (=fair use), αλλά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο είπε ότι δεν είχαν δικαίωμα να ανεβάσουν το υλικό στο Ίντερνετ, γιατί υπερίσχυε ο εμπορικός χαρακτήρας της εκδήλωσης.

Επομένως, ποια "νίκη των Πειρατών και των πολιτών";;; Ήττα και μάλιστα μεγάλη. Η γνώμη μου είναι ότι σαφώς και είχαν οι φωτογράφοι δικαίωμα, αφού είχαν πρόσβαση στην εκδήλωση, να βγάλουν φωτογραφίες και να τις ανεβάσουν στο Διαδίκτυο. Δεν χρησιμοποίησαν φωτογραφίες άλλων, αλλά δικές τους! Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επινόησε στην ουσία άλλο ένα εμπόδιο για την ελεύθερη κυκλοφορία των πληροφοριών. Πρόκειται για μια άκρως οπισθοδρομική απόφαση που αγνοεί την φύση των επιδείξεων μόδας στο σύγχρονο κόσμο, ως στοιχείο διαμόρφωσης της κοινής γνώμης και άρα ως δημόσιας πληροφορίας.

 Αυτό που πανηγυρίζουν οι Πειρατές είναι ότι σε κάποιες παραγράφους της απόφασης, το ΕΔΔΑ είπε το αυτονόητο, ότι η ελευθερία της έκφρασης περιλαμβάνει και την ελεύθερη μετάδοση και λήψη πληροφοριών, δικαίωμα που περιορίζεται για τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις: νομική πρόβλεψη, νόμιμος στόχος, μέτρο δίκαιο σε μια δημοκρατική κοινωνία. Μόνο που αυτό δεν είναι καινοτομία, αλλά το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ που ισχύει από το 1950. 

Σάββατο, Φεβρουαρίου 02, 2013

Η αναθεώρηση του θεσμικού πλαισίου προστασίας δεδομένων από την ΕΕ

Η έναρξη

Στις 25.1.2012 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε την πρόταση αναθεώρησης των κανόνων του 1995 για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, προκειμένου να ενισχύσει τα δικαιώματα ιδιωτικότητας στον ψηφιακό κόσμο και να ενισχύσει την ψηφιακή οικονομία στην Ευρώπη. Η τεχνολογική εξέλιξη και η παγκοσμιοποίηση έχουν μεταβάλει τον τρόπο συλλογής των δεδομένων, καθώς και την πρόσβαση και την χρήση τους. Επιπλέον, τα 27 κράτη μέλη της ΕΕ έχουν εφαρμόσει τους ευρωπαϊκούς κανόνες με αποκλίσεις, έχοντας ως αποτέλεσμα ένα ανομοιογενές πλαίσιο. Ένας ενιαίος ευρωπαϊκός νόμος θα εναρμόνιζε πλήρως το σχετικό πλαίσιο, αποτρέποντας απώλειες που κατά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέρχονται σε περίπου 2,3 δισεκατομμύρια ευρώ τον χρόνο. Η πρωτοβουλία της Επιτροπής θα ενισχύσει την αξιοπιστία των διαδικτυακών υπηρεσιών απέναντι στους καταναλωτές, προωθώντας την ανάπτυξη, την απασχόληση και την καινοτομία στην Ευρώπη. 

Πρακτικά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει την θέσπιση ενός Κανονισμού άμεσης εφαρμογής σε όλα τα κράτη μέλη που θα αντικαταστήσει τους εθνικούς νόμους. Πρόκειται για τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων.  Παράλληλα, προτείνει την ψήφιση μιας Οδηγίας "για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών". Ο Κανονισμός θα αντικαταστήσει την Οδηγία 95/46 και η Οδηγία θα αντικαταστήσει την Απόφαση - πλαίσιο του 2008.

Η αναθεωρητική πρόταση

Μερικά από τα νέα στοιχεία που προστίθενται με τον προτεινόμενο Κανονισμό είναι
- η αρχή της διαφάνειας της επεξεργασίας,
- η διευκρίνιση της αρχής της ελαχιστοποίησης των δεδομένων,
- όροι νομιμότητας της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων παιδιών,
- υποχρεώσεις των υπεύθυνων να δημιουργήσουν μηχανισμούς ενάσκησης των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων
- το "δικαίωμα στη λήθη", δηλαδή ένα διευρυμένο δικαίωμα διαγραφής προσωπικών δεδομένων, κατά το οποίο ο υπεύθυνος επεξεργασίας που δημοσιοποίησε στοιχεία ενημερώνει για το αίτημα διαγραφής κάθε τρίτον που έχει προβεί σε αναπαραγωγή των στοιχείων
- το "δικαίωμα φορητότητας των δεδομένων", δηλαδή το δικαίωμα του υποκειμένου για μεταφορά των δεδομένων του από ένα μέσο σε άλλο, χωρίς εμπόδια από τον υπεύθυνο επεξεργασίας
- την απαγόρευση επιβολής μέτρων που βασίζονται στην δημιουργία προφίλ, μια διεύρυνση του δικαιώματος αντίταξης σε αποφάσεις που εκδίδονται με αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων,
- την υποχρέωση των υπεύθυνων επεξεργασίας να διεξάγουν εκτιμήσεις επιπτώσεων πριν την θέση σε εφαρμογή επικίνδυνων επεξεργασιών δεδομένων
- τον διορισμό Υπεύθυνου Προστασίας Δεδομένων στις δημόσιες υπηρεσίες και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις που απασχολούν συγκεκριμένο αριθμό προσώπων
- την αντικατάσταση της Ομάδας εργασίας του άρθρου 29 με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων



Η πρώτη αντίδραση

Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων, με δελτίο τύπου στις 25.1.2012 χαιρέτισε την πρόταση ως ένα "τεράστιο βήμα μπροστά, για την προστασία δεδομένων στην Ευρώπη", ενώ ταυτόχρονα έκρινε τους προτεινόμενους κανόνες ανεπαρκείς όσον αφορά τον τομέα της αστυνομίας και της δικαιοσύνης. Ο ΕΕΠΔ επικεντρώνει την κριτική του επί της Οδηγίας σε τρία σημεία: α) δεν υπάρχουν αυστηρότεροι κανόνες για την διαβίβαση προσωπικών δεδομένων εκτός της ΕΕ, β) δεν δίνονται υποχρεωτικές αρμοδιότητες για τον αποτελεσματικό έλεγχο από τις Αρχές Προστασίας Δεδομένων, γ) δεν ρυθμίζονται οι δυνατότητες της αστυνομίας να αντλεί δεδομένα από τον ιδιωτικό τομέα. Σε επόμενο στάδιο, ο ΕΕΠΔ εξέδωσε και αναλυτική γνωμοδότηση για τις δύο νομοθετικές προτάσεις.

Η Ομάδα εργασίας του άρθρου 29 

Στις 23.3.2012, η Ομάδα Εργασίας για την Προστασία Δεδομένων του άρθρου 29 της Οδηγίας 95/46 εξέδωσε την γνωμοδότησή της επί των προτεινόμενων ρυθμίσεων. Η Ομάδα χαιρετίζει το γεγονός ότι οι κανόνες εφαρμόζονται για τα προσωπικά δεδομένα ατόμων που βρίσκονται στην ΕΕ, ακόμη κι όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν έχει την έδρα του στην ΕΕ, εφόσον σε αυτά τα άτομα παρέχονται υπηρεσίες ή αγαθά ή παρακολουθείται η συμπεριφορά τους. Η Ομάδα ζητά να διευκρινιστεί ότι οι εν λόγω υπηρεσίες μπορεί να είναι και δωρεάν παρεχόμενες. καθώς και  ότι η παρακολούθηση συμπεριφοράς δεν αφορά μόνο τις περιπτώσεις που δημιουργείται ένα 'προφίλ'. Η Ομάδα ζητά επίσης να αναθεωρηθεί ο άρ.24 του Προοιμίου, κατά τον οποίο δεν θεωρούνται εξ ορισμού προσωπικά δεδομένα διάφοροι αριθμοί που σχηματίζονται στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες. Η Ομάδα θυμίζει ότι τα στοιχεία αυτά μπορεί να χρησιμοποιηθούν για την ταυτοποίηση χρηστών και ζητά την σχετική τροποποίηση. Η Ομάδα χαιρετίζει την εισαγωγή ορισμού για τα βιομετρικά δεδομένα, αλλά διαφωνεί με την διατύπωση, ζητώντας την τροποποίησή της από δεδομένα που "επιτρέπουν την μοναδική ταυτοποίηση" σε δεδομένα που "είναι μοναδικά για κάθε συγκεκριμένο άτομο". H Oμάδα υποβάλλει πρόταση για την βελτίωση του καθορισμού της "κύριας έδρας" των υπεύθυνων επεξεργασίας. Ως προς την ανωνυμοποίηση των δεδομένων, η Ομάδα προτείνει την εισαγωγή μιας γενικής αρχής κατά την οποία τα δεδομένα θα πρέπει να ανωνυμοποιούνται όταν επιβάλλεται από την φύση της επεξεργασίας τους. H Oμάδα χαιρετίζει την καθιέρωση της "προστασίας δεδομένων βάσει σχεδιασμού" και της "προστασίας δεδομένων εξ ορισμού", αλλά ζητά να διευκρινιστεί, λ.χ. στο Προοίμιο του Κανονισμού, ο όρος με την παραδοχή ότι οι φιλικές για την ιδιωτικότητα ρυθμίσεις ενεργοποιούνται αυτόματα και ότι κατά τον σχεδιασμό μιας επεξεργασίας δεδομένων ή ενός  προϊόντος λαμβάνονται υπόψη σχετικά πρότυπα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξουσιοδοτείται να καθορίσει τα σχετικά πρότυπα, αλλά η Ομάδα συμβουλεύει να οριστεί ότι η Επιτροπή διαβουλεύεται σχετικά με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων και τους διεθνείς οργανισμούς τυποποίησης προτύπων. Ο αρ. 18 του Προοιμίου του Κανονισμού ορίζει ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αρχή της ελεύθερης πρόσβασης στα δημόσια έγγραφα, ενώ η Ομάδα εργασίας αναφέρει ότι καθώς η αρχή αντιστοιχεί σε ατομικό δικαίωμα θα πρέπει η διάταξη να αποτελέσει άρθρο του Κανονισμού και όχι μνεία στο Προοίμιο. Το άρθρο 6 παρ. 4 επιτρέπει την χρήση δεδομένων για ασύμβατους με την αρχική συλλογή σκοπούς, εάν υπάρχει επαρκής νομική βάση, αλλά η Ομάδα εργασίας επισημαίνει ότι αυτό αποτελεί κατάργηση της αρχής του αρχικά καθορισμένου σκοπού και ζητά είτε την απάλειψη της διάταξης είτε την επαναδιατύπωσή της με πιο περιορισμένο εύρος. Όσον αφορά την πρόβλεψη για επιτρεπόμενη επεξεργασία δεδομένων για σκοπούς δημόσιου συμφέροντος, η Ομάδα εργασίας προτείνει να περιοριστεί η εξαίρεση αυτή με αναφορά σε λόγους ουσιώδους δημόσιου συμφέροντος. Ως προς το "δικαίωμα στη λήθη", η Ομάδα διατυπώνει αμφιβολίες για την αποτελεσματική εφαρμογή του, καθώς είναι άγνωστο πώς θα ασκείται εάν ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν είναι εύκολο να εντοπιστεί ή εκλείψει.

Από την πλευρά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, παρατηρήσεις έχουν υποβάλει τα μέλη της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών (LIBE) ευρωβουλευτές κ. Δρούτσας ως προς την πρόταση Οδηγίας κι ο κ. Albrecht ως προς τον Κανονισμό.

Οι προτάσεις θα τεθούν σε ψηφοφορία τους επόμενους μήνες στο Ευρωκοινοβούλιο.


Ένα σχόλιο στη δίκη για το σύμφωνο συμβίωσης

Παρακολούθησα το video με την δίκη στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κατά την οποία οι προσφεύγοντες στράφηκαν εναντίον της Ελλάδας επειδή ο νόμος για το σύμφωνο συμβίωσης αφορά αποκλειστικά τα ετερόφυλα ζευγάρια, κατά παγκόσμια πρωτοτυπία. Ενώ στο υπόμνημα που είχε υποβάλει η Ελλάδα διαβεβαίωνε ότι ετοιμάζεται σχετικό νομοσχέδιο που θα αποκαθιστά το κενό δικαίου, ενώ η εκπρόσωπος της Ελληνικής Κυβέρνησης είπε στη δίκη ότι όσα αναφέρθηκαν στο υπόμνημα εξακολουθούν να ισχύουν, ταυτόχρονα επιχείρησε να πείσει ότι δεν υπάρχει θετική υποχρέωση της Χώρας να ρυθμίσει τις έννομες σχέσεις των ομόφυλων ζευγαριών, καθώς δεν υφίσταται η σχετική "πιεστική κοινωνική ανάγκη".

Ο όρος "πιεστική κοινωνική ανάγκη" έχει διαμορφωθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για να νοηματοδοτήσει με ένα λίγο πιο συγκεκριμένο κριτήριο την αναφορά της Σύμβασης Ανθρώπινων Δικαιωμάτων στα περί "δημοκρατικής κοινωνίας". Στα άρθρα της Σύμβασης που επιτρέπουν περιορισμούς ανθρώπινων δικαιωμάτων αναφέρεται ότι οι περιορισμοί αυτοί είναι ανεκτοί νομικά, εάν πληρούνται τρία σωρευτικά κριτήρια: 

 (α) προβλέπονται από έναν νόμο,

 (β) ο οποίος νόμος αποσκοπεί στην προστασία ενός γενικότερου εννόμου αγαθού, 

(γ) εφόσον το περιοριστικό του δικαιώματος μέτρο είναι αποδεκτό σε μια "δημοκρατική κοινωνία". 

Προκειμένου να εξετάσει το Δικαστήριο εάν ένας περιορισμός είναι αποδεκτός σε μια δημοκρατική κοινωνία, αναζητά κατά πόσον αυτός ανταποκρίνεται σε μια "πιεστική κοινωνική ανάγκη". Επομένως, η αναζήτηση της πιεστικής κοινωνικής ανάγκης αποτελεί στοιχείο της  έρευνας για τον περιορισμό του δικαιώματος κι όχι της έρευνας για την θετική υποχρέωση του Κράτους να θεσπίσει νόμο που θα διασφαλίσει το δικαίωμα. Η θετική υποχρέωση του Κράτους να προστατεύει τα ανθρώπινα δικαιώματα απορρέει από την διάταξη που θεσπίζει το εκάστοτε ανθρώπινο δικαίωμα κι όχι από την διάταξη που θεσπίζει τις εξαιρέσεις και τους περιορισμούς τους. 

Στην προκειμένη περίπτωση, η έρευνα για το κατά πόσον είναι αποδεκτός σε μια δημοκρατική κοινωνία ο αποκλεισμός από τη σύναψη συμφώνου θα έπρεπε να περιλαμβανει και το κατά πόσον υφίσταται πιεστική κοινωνική ανάγκη για την  μη θέσπιση συμφώνου συμβίωσης για όλους, εάν δηλαδή υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος που δικαιολογεί τον αποκλεισμό την επέκταση του συμφώνου συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια. Η Ελληνική Κυβέρνηση όμως δεν προχώρησε σε μια τέτοια χρήση αυτού του νομικού εργαλείου, αλλά αντιστρέφοντας πλήρως το νόημά του ισχυρίστηκε ότι δεν υπάρχει πιεστική ανάγκη για την επέκταση του δικαιώματος. Αντιθέτως, η Ελλάδα είπε ότι υπάρχουν πλήρη νομικά εργαλεία για την προστασία της συμβίωσης και χωρίς σύμφωνο. Ταυτόχρονα είπε ότι ισχύουν όλα όσα είχε πει και στο υπόμνημά της, όπως ότι ετοιμάζει νομοσχέδιο. Αλλά και ότι το νομοσχέδιο δεν είναι πιεστικά υποχρεωτικό, λες και θα περιόριζε κάποια δικαίωμα ώστε να εξεταστεί αν είναι αποδεκτό σε μια δημοκρατική κοινωνία.


Δευτέρα, Ιανουαρίου 28, 2013

Σχεδιαζόμενη κατάργηση υψηλών αποζημιώσεων από εφημερίδες

Στο σχέδιο νόμου "Νόμος περί ναρκωτικών και άλλες διατάξεις" που έχει κατατεθεί στη Βουλή υπάρχει το προτεινόμενο άρθρο 97, κατά το οποίο τροποποιείται ο Ν.1178/1981 περί της αστικής ευθύνης του Τύπου. Στην ουσία προτείνεται η κατάργηση των νομικά προβλεπόμενων ελάχιστων ποσών αποζημιώσεων (30.000 ευρώ για εφημερίδες Αθήνας - Θεσ/νίκης, 6.000 ευρώ για άλλες εφημερίδες και περιοδικά)

Κατά την διατύπωση της προτεινόμενης διάταξης:

"Η κατά το άρθρο 932 του Αστικού Κώδικα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από τις προβλεπόμενες στην προηγούμενη παράγραφο πράξεις ορίζεται, εφόσον αυτές τελέστηκαν δια του τύπου, κατά την κρίση του δικαστή, αφού λάβει υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που τέθηκαν ενώπιόν του, όπως τον βαθμό του πταίσματος του υποχρέου σε αποζημίωση, το είδος, την βαρύτητα της προσβολής, την έκταση και τον βαθμό  της προσβολής, την ηλικία του δικαιούχου και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, με την οποία συνεκτιμάται και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου."

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου, η κατάργηση των ελάχιστων ποσών χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που προβλέπονται σήμερα από τον Ν.1178 σχετίζεται με την απόφαση 6/2011 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, όσον αφορά την αρχή της αναλογικότητας. Σύμφωνα με την σημερινή ισχύουσα παρ. 2 του Ν.1178, η χρηματική ικανοποίηση που επιδικάζεται κατά την κρίση του δικαστή πρέπει να είναι 

"όχι κατώτερη των δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών για τις ΗμερήσιεςΕφημερίδες Αθηνών και Θεσσαλονίκης, καθώς και για τα περιοδικά που κυκλοφορούν μέσω των Πρακτορείων Εφημερίδων και των δύο εκατομμυρίων(2.000.000) δραχμών για τις άλλες εφημέριδες ή περιοδικά, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό και αυτό ανεξάρτητα από την απαίτηση προς αποζημίωση για περιουσική ζημία".

Η θέσπιση των κατώτατων ορίων των χρηματικών ικανοποιήσεων, σύμφωνα με την βιβλιογραφία οφειλόταν στο γεγονός ότι οι δικαστές υπήρξαν ιδιαίτερα διστακτικοί στην επιδίκαση επαρκών χρηματικών ικανοποιήσεων. Από την άλλη πλευρά, στην νομολογία οι δικαστές είχαν ήδη ξεπεράσει την διατύπωση του νόμου και επιδίκαζαν χαμηλότερες αποζημιώσεις. 

Η προτεινόμενη διάταξη προβλέπει ένα περίγραμμα για τα στοιχεία που θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της αποζημίωσης. Ξενίζει η αναφορά στον "βαθμό του πταίσματος του υποχρέου", αφού η παρ. 1 του Ν.1178 θεσπίζει αντικειμενική ευθύνη για τον ιδιοκτήτη του μέσου (και πταισματική ευθύνη για συντάκτες κλπ), οπότε ο βαθμός του πταίσματος θα έπρεπε να είναι αδιάφορος για τους ιδιοκτήτες. Επίσης η "ηλικία" του δικαιούχου δεν είναι ευχερώς αντιληπτό σε τι θα συμβάλλει στην διαμόρφωση της δικανικής κρίσης περί του ύψους της αποζημίωσης και προκαλεί συνειρμούς αθέμιτης διακριτικής μεταχείρισης με βάση την ηλικία. 



Ευρωπαϊκή Ημέρα Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων 2013

Μήνυμα για την Ημέρα Προστασίας Δεδομένων 2013


Κυριακή, Ιανουαρίου 27, 2013

Τροπολογία για δημοσιοποίηση στοιχείων κατηγορουμένων

Το Υπουργείο Δικαιοσύνης προτείνει μια τροποποίηση της διάταξης για την δημοσιοποίηση με εισαγγελική πράξη των στοιχείων κατηγορουμένων. Πρόκειται για το άρθρο 78 στο Σχέδιο Νόμου "Νόμος περί ναρκωτικών και άλλες διατάξεις". Κατά βάση διατηρείται το άρθρο 2 (β) του Ν.2472/1997 που ορίζει ότι ο αρμόδιος εισαγγελέας μπορεί να δημοσιοποιεί τα σχετικά με την ποινική δίωξη δεδομένα των κατηγορουμένων, αλλά προστίθενται τρία ακόμη στοιχεία: 

α) η εισαγγελική διάταξη πρέπει να είναι ειδικώς και πλήρως αιτιολογημένη,

β) να προσδιορίζει τον τρόπο της δημοσιοποίησης και το χρονικό διάστημα που θα διαρκέσει και 

γ) εντός δύο (2) ημερών από την γνωστοποίηση της διάταξης, το υποκείμενο των δεδομένων μπορεί να προσφύγει στον προϊστάμενο την εισαγγελίας, ο οποίος οφείλει να αποφασίσει εντός δύο (2) ημερών εάν θα γίνει η δημοσιοποίηση ή όχι. 

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση: 

"Το ζήτημα της δημοσιοποίησης δεδομένων των κατηγορουμένων ήλθε προσφάτως στην επικαιρότητα με αφορμή τη δημοσιοποίηση της εικόνας και των στοιχείων των οροθετικών υποδίκων. Με το άρθρο 9 του Συντάγματος [σ.σ. προφανώς εννοεί το άρθρο του Συντάγματος], κατοχυρώνεται το δικαίωμα του ατόμου στην προστασία των προσωπικών του δεδομένων του [sic]. To δικαίωμα αυτό διέπεται [sic] και από την αρχή της αναλογικότητας. Ως εκ τούτου η δημοσιοποίηση δεδομένων ενός προσώπου σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες ή άλλα προσωπικά δεδομένα [σ.σ. γιατί "άλλα προσωπικά δεδομένα", σε μια διάταξη που αφορά μόνο ποινικές διώξεις ή καταδίκες;;;] και δη ευαίσθητα δεν μπορεί παρά να γίνεται με τον αναγκαίο περιορισμό των δυσμενών συνεπειών της δημοσιοποίησης και για αυτό με την αναγκαία ουσιαστική και δικονομική θωράκιση των διαδικασιών δημοσιοποίησης". 

Η τροπολογία ακολουθεί ακριβώς τα τρία σημεία τροποποίησης που είχε υποδείξει η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων στην απόφαση 128/2012 που εκδόθηκε ύστερα από την καταγγελία ΜΚΟ για την δημοσιοποίηση των στοιχείων των οροθετικών.

Διαφωνώ με την προτεινόμενη διάταξη, γιατί μπορεί να παρέχει ορισμένες διασφαλίσεις ώστε να ακουστούν και τα επιχειρήματα του ατόμου (σήμερα είναι μια μονομερής εισαγγελική διάταξη), αλλά, αφενός η δημοσιοποίηση πρέπει να είναι έσχατο μέσο για την προστασία της κοινωνίας (άρα εφόσον μιλάμε για κρατούμενους θα έπρεπε να απαγορεύεται ρητά, καθώς η κράτηση είναι ήδη έσχατο μέσο) κι αφετέρου θεωρώ ότι ο προϊστάμενος της εισαγγελίας δεν διαθέτει την απαραίτητη απόσταση από τον εισαγγελέα που θα εκδώσει την αρχική διάταξη, ώστε να έχουμε μια πλήρη επαρκή εγγύηση ανεξάρτητης κρίσης. Update: όπως επισημαίνει και η Ηλέκτρα-Λήδα Κούτρα, η εισαγγελία είναι ενιαία αρχή, οπότε δεν νοείται "προσφυγη" στον προϊστάμενο της!

Όταν είχα εκπροσωπήσει τις ΜΚΟ που προσέφυγαν στην Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων υποστήριξα ότι τέτοιου είδους αποφάσεις δεν μπορεί να λαμβάνονται χωρίς την γνώμη της ανεξάρτητης αρχής. Το άρθρο 9Α του Συντάγματος, το οποίο ούτε στην αιτιολογική έκθεση δεν το έγραψε σωστά το Υπουργείο, προβλέπει ότι η προστασία δεδομενων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, ενώ το άρθρο 101Α του Συντάγματος ορίζει με ποιους τρόπους αναδεικνύονται οι κατά Σύνταγμα "ανεξάρτητες αρχές": κοινοβουλευτικά, από την διάσκεψη των προέδρων της Βουλής, με ομοφωνία ή πλειοψηφία των 4/5. Επομένως οι εισαγγελείς δεν αποτελούν "ανεξάρτητες αρχές" κατά την έννοια των άρθρων 9Α και 101Α του Συντάγματος. Είναι μεν λειτουργοί με προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία, αλλά δεν είναι ανεξάρτητες αρχές. Σε μια ποινική προδικασία τους ενδιαφέρει η διερεύνηση των στοιχείων, τα οποία οι ίδιοι επεξεργάζονται. Δεν μπορείς να είσαι ταυτόχρονα και υπεύθυνος επεξεργασίας δεδομένων και ανεξάρτητος ελεγκτής του εαυτού σου

Η διάταξη θα έπρεπε να προβλέπει την λήψη προηγούμενης γνωμοδότησης της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα πριν την έκδοση της διάταξης για δημοσιοποίηση. Και δεν θα υπάρχει καμία "παραβίαση της διάκρισης των λειτουργιών", καθώς η διάκριση των λειτουργιών αφορά την δικαστική λειτουργία, η οποία κατά το άρθρο 26 παρ. 3 απονέμεται από "τα δικαστήρια", τα οποία κατά το άρθρο 87 συγκροτούνται από "τακτικούς δικαστές". Επομένως, η γνωμοδότηση της Αρχής δεν θα συνιστά παρέμβαση στο έργο της "δικαιοσύνης" όταν επικουρεί ως ανεξάρτητο μέρος το έργο του εισαγγελέως, ο οποίος δεν είναι ούτε "δικαστήριο", ούτε "τακτικός δικαστής". 

Διαφορετικά, εάν δηλαδή η διάταξη νομοθετηθεί ως έχει στο σχέδιο νόμου, απολύτως τίποτε δεν εγγυάται ότι θα αποφευχθεί η ίδια ακριβώς καταπάτηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, όπως αυτή που ζήσαμε τον περασμένο Μάιο με τα πρόσωπα των οροθετικών γυναικών και τα πλήρη στοιχεία τους να κυκλοφορούν στο Διαδίκτυο, χωρίς κανείς να έχει λογοδοτήσει για αυτή την βαρβαρότητα, παρά την δικαστική αθώωση ορισμένων από αυτές. Εάν αφεθεί στους εισαγγελείς η αρμοδιότητα του "αυτοελέγχου" της δημοσιοποίησης δεν θα πρόκειται τελικά για πρόσθετες εγγυήσεις, αλλά για καθαρή νομοθετική κοροϊδία. 

Ακόμη κι αν δεν ακολουθήσει ο νομοθέτης αυτή την κατεύθυνση, θα υποχρεωθεί πολύ σύντομα να το κάνει:  η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει δώσει από πέρσι στην δημοσιότητα ένα σχέδιο Οδηγίας "για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών." Στα άρθρα 25 και 26 αυτής της Οδηγίας προβλέπεται ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεώνεται σε συνεργασία με την Αρχή Προστασίας Δεδομένων. Συνεπώς, θα ήταν σοφότερο ο Έλληνας νομοθέτης να ακολουθήσει την τάση και να ορίσει ότι η εισαγγελική διάταξη δημοσιοποίησης των δεδομένων σε αυτές τις περιπτώσεις προϋποθέτει την γνωμοδότηση της Αρχής.


Σάββατο, Ιανουαρίου 26, 2013

Κινηματογράφος: Lincoln



"Congress must never declare equal those who God created unequal".

Aυτή η φράση αποτελεί το βασικό επιχείρημα των βουλευτών του Κοινοβουλίου των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής που αντιτάσσονταν στην προτεινόμενη τροπολογία του Συντάγματος για την κατάργηση της δουλειάς - μια αναθεώρηση που προώθησε και πέτυχε ο Α. Λίνκολν, σηματοδοτώντας το τέλος του εμφυλίου πολέμου των Βορείων και Νοτίων. Μια οικονομία που είχε βασιστεί στην σκλαβιά έδινε την τελευταία της μάχη για να αποτρέψει την απελευθέρωση των δούλων, επικαλούμενη το θείο. Ο Α.Λίνκολν έδωσε έναν αγώνα, όχι πάντα διαφανή, προκειμένου να εξασφαλιστεί η αυξημένη πλειοψηφία που απαιτείται για την συνταγματική αναθεώρηση. Στο τέλος - κι ελπίζω να μην κατηγορηθώ για spoiler - ναι, η τροπολογία ψηφίζεται οριακά και η απαγόρευση της δουλείας κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα των Η.Π.Α.

Η ταινία είναι ασήμαντη κινηματογραφικά, καθώς εμμένει στον στείρο ακαδημαϊσμό, στον οποίο προσφεύγει ο Σπίλμπεργκ όταν "στρατεύεται" πολιτικά ή όταν βάζει στόχο να πάρει Όσκαρ. Δεν υπάρχει ούτε ένα εύρημα για τα προσχήματα, όπως ήταν λ.χ. το κοριτσάκι με το κόκκινο παλτό στην Λίστα του Σίντλερ. Το φωτοστέφανο ακολουθεί κυριολεκτικά τον Ντάνιελ Ντέι Λούις οπουδήποτε κι αν βρίσκεται, ακόμη κι όταν λέει ένα σιχαμερό αστείο. Υπάρχει μια μπανάλ τελειότητα και μια εξόφθαλμη "επικαιροποίηση" του θέματος, χωρίς όμως να συνοδεύεται από μια σύγχρονη εμβάθυνση ή ματιά. Από την αρχή η ταινία θέλει να μιλήσει για το σήμερα, αλλά χρησιμοποιεί μόνο τα υλικά του χθες.

Παρ' όλ' αυτά, υπάρχουν δύο σημαντικά θέματα για περισυλλογή, τα οποία αφορούν την ίδια την φύση της δημοκρατίας. Το πρώτο είναι ο πολιτικός τρόπος με τον οποίο συγκροτείται μια αυξημένη πλειοψηφία των 2/3 ενός σώματος αντιπροσώπων και το δεύτερο είναι τί γίνεται όταν αυτό το σώμα καλείται να αποφασίσει για την τύχη ανθρώπων που δεν έχουν συμμετάσχει στην διαδικασία ανάδειξής του, δηλαδή στις εκλογές ή στον σχετικό δημόσιο διάλογο. 

Η απαίτηση για αυξημένη πλειοψηφία προβλέπεται από καταστατικούς χάρτες και κανονιστικά κείμενα όταν επίκειται η λήψη απόφασης για μια δομική αλλαγή που επιβάλλεται να αποτυπώνει μια ευρεία συναίνεση. Η συναίνεση αυτή εξασφαλίζεται όταν  το πλήθος των απαιτούμενων ψήφων διαπερνά τους αυτοματισμούς της κομματικής πειθαρχίας και τα στεγανά των πολιτικών παρατάξεων. Τέτοιες συναινέσεις αφορούν θεμελιώδη ζητήματα, τα οποία συνδέονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με την ίδια την καταστατική εξέλιξη του πολιτεύματος. Η ταινία εστιάζει στο γεγονός ότι οι ευρείες πλειοψηφίες σε συγκρουσιακά περιβάλλοντα, όπως είναι το Κογκρέσσο, οικοδομούνται σε εξαιρετικά δυσχερείς συνθήκες και δεν προκύπτουν μόνο από τον δημόσιο διάλογο, αλλά προϋποθέτουν ζυμώσεις, συνεννοήσεις, ακόμη κι επιστράτευση αθέμιτων μεθόδων (λ.χ. ανταλλάγματα, εκβιασμοί ή "ρουσφέτια") για την εξυπηρέτηση ενός υπέρτερου καταστατικού στόχου. Μια άλλη παρατήρηση είναι ότι στα μεγάλα θεσμικά ζητήματα, στα οποία συνήθως απαιτείται ευρεία συναίνεση, η πρόσθετη δυσχέρεια είναι οι εσωτερικές αντιστάσεις των αντίπαλων παρατάξεων. Οι "τάσεις" εντός των παρατάξεων είναι εκείνες που θα αντισταθούν ή θα προωθήσουν την συμφωνία ή την διαφωνία, πολύ περισσότερο ίσως από την επίσημη έκφραση των παρατάξεων. Σε ένα σύστημα κάθετου διαχωρισμού των τριών κρατικών λειτουργιών, όπως αυτό που προβλέπει το Σύνταγμα των Η.Π.Α., η δημόσια ή  παρασκηνιακή επιρροή του Προέδρου -ο οποίος φυσικά δεν είναι μέλος του κοινοβουλίου και δεν μπορεί να πάρει μέρος στα σχετικά debates- είναι σημαντική, αλλά όχι και καθοριστική. Ο Πρόεδρος πρέπει να κινηθεί με όχι και τόσο διαφανείς ή δεοντολογικούς όρους, προκειμένου να εξασφαλιστεί η αυξημένη πλειοψηφία, οπότε το ζήτημα που επανέρχεται είναι εάν ο υπέρτερος καταστατικός στόχος επιτρέπει τέτοιες παρεκβάσεις.

Όταν το ζήτημα είναι η απαγόρευση της δουλείας, αναρωτιέται κανείς αν επιτρέπονταν σε έναν πρόεδρο να έχει αναστολές για τον τρόπο με τον οποίο θα εξασφάλιζε την πλειοψηφία. Αλλά το "αυτονόητο" της κατάργησης της σκλαβιάς αφορά το σήμερα, όχι το τότε. Μια Αμερική βαθύτατα συντηρητική, θρησκόληπτη, με την σκλαβιά να αποτελεί βασικό μοχλό της οικονομίας, με τις γυναίκες χωρίς πολιτικά (ή και ανθρώπινα) δικαιώματα, με εκατόμβες θυμάτων σε εμφύλιες συρράξεις, δεν είναι η Αμερική ή η Ευρώπη του σήμερα. Ταυτόχρονα όμως, εντυπωσιάζει η αντιστοιχία των επιχειρημάτων σε παρόμοια θεσμικά debates που αφορούν ανθρώπινα δικαιώματα: ενώ η επιστήμη έχει τοποθετηθεί, η τεχνολογία έχει εξελιχθεί, η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης έχει εμπεδωθεί και οι πολεμικές συρράξεις δεν αποτελούν καθημερινότητα για τις δυτικές κοινωνίες, ευρείες κατηγορίες πληθυσμού στερούνται θεμελιώδη αστικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα. Προφανώς το ιστορικό context  δεν είναι το ίδιο, αλλά οι απαγορευτικές προκαταλήψεις εξακολουθούν να υπάρχουν. Οι μετανάστες είναι πολύ χρήσιμοι σε μια ανθούσα παραοικονομία, οι Ρομά είναι πολύ ενοχλητικοί για να τους ανεχομαστε στον αστικό ιστό,  οι lgbt είναι πολύ επικίνδυνα πρότυπα για τα παιδιά, οι θρησκείες απειλούν την συνοχή του έθνους και προκαλούν την οργή του Θεού, με τη βοήθεια του οποίου θα βγούμε από την Κρίση. Για όλα αυτά τα θέματα όμως  αποφασίζουν τα μέλη ενός κοινοβουλίου που δεν είναι ούτε μετανάστες, ούτε Ρομά, ούτε lgbt, ούτε "αλλόθρησκοι". Δηλαδή θα αποφασίσουν άλλοι για την ζωή των άλλων, τους οποίους δεν εκπροσωπούν, αλλά ούτε καν τους καλούν για να τους ακούσουν. Αυτό έγινε και στην ιστορία της ταινίας: αποφάσισαν ελεύθεροι πολίτες για το μέλλον των σκλάβων. Η ετερονομία αυτή δεν νομίζω ότι θεραπεύεται με την αυξημένη πλειοψηφία ή ακόμη και με την ομοφωνία. Όταν κρίνεται το μέλλον ενός ατόμου χωρίς το ίδιο το άτομο να  έχει λόγο στην συνδιαμόρφωση της απόφασης, δεν μπορούμε να μιλάμε για δημοκρατική διαδικασία, τουλάχιστον ως προς την αντιπροσωπευτική πτυχή της. Γι' αυτό η πρόσκληση σε προηγούμενη ακρόαση αποτελεί ακρογωνιαία λίθο σε κάθε σύγχρονο πολίτευμα, αναπόσπαστο στοιχείο μιας γνήσια δημοκρατικής διαδικασίας, χωρις αποκλεισμούς. Αφού ο "άλλος" δεν εκπροσωπείται, πρέπει τουλάχιστον να ακουστεί.

Μια πολιτική ταινία συχνα θα είναι καλλιτεχνικά αδιάφορη ή απροκάλυπτα στρατευμένη, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να προκαλεί έναν ενδιαφέροντα διάλογο ή να συμβάλλει σε μια σχετική αναζήτηση. Αυτό δεν αποτελεί βέβαια κανένα ιδιαίτερο κατόρθωμα, αφού είναι  σχεδόν αναπόφευκτο όταν το ίδιο το έργο είναι "διδακτικό" και, τελικά, βαρετό.


Η προσωπικότητα δεν κληρονομείται νομικά.

 Οι κληρονόμοι πνευματικών ή συγγενικών δικαιωμάτων έχουν μόνο τις εξουσίες που τους απονέμει ο νόμος για την πνευματική ιδιοκτησία (Ν.2121/...