Παρασκευή, Αυγούστου 30, 2013

8 χρόνια e-lawyer

Το 2005 που ξεκίνησε αυτό το blog ζούσαμε σ' έναν άλλον κόσμο. Δεν χρειάζεται να απαριθμήσει κανείς τις διαφορές, σε όλα τα επίπεδα. Το 2013 μπορεί να φαίνεται πολύ ξεπερασμένο ένα blog της περασμένης δεκαετίας, με όλες τις νέες πλατφόρμες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, η "μαύρη τρύπα" των οποίων έχει καταπιεί κάποτε και σημαντικές γραπτές καταθέσεις. Ακόμη κι αν είναι ντεμοντέ, θεωρώ ότι υπάρχουν μορφές λόγου που υποστηρίζονται καλύτερα από ένα template όπως αυτό, με την έννοια ότι υπάρχουν μορφές λόγου που υποστηρίζονται καλύτερα ως e-book ή ως παραδοσιακή έκδοση σε βιβλίο, ή σε video κλπ.

Αυτό που δεν αλλάζει είναι η γνώμη μου ότι οι πολίτες έχουν στα χέρια τους σημαντικές εξουσίες, δικαιώματα που όσο κι αν καταπνίγονται μέσα στην οικονομική κρίση, άλλο τόσο πιο ζωτικά αποδεικνύονται. Κεντρικής σημασίας είναι η ελευθερία της έκφρασης, τόσο στην ενεργητική της μορφή όσο και ως προς το δικαίωμα πρόσβασης στην πληροφόρηση, ένα δικαίωμα που συνεπάγεται σημαντικές υποχρεώσεις για όσους εκφράζονται δημόσια  και για όσους διαχειρίζονται την πληροφορία (διασταύρωση, τεκμηρίωση, ακρίβεια, επικαιροποίηση). Δεν είναι όμως μόνο αυτό, είναι το σύνολο των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων που έχει ο πολίτης, αλλά συνήθως δεν τα γνωρίζει ή δεν έχει την δυνατότητα να τα ασκήσει.

Όσο περισσότερες ιδιότητες αποκτά κάποιος, τόσο περιορίζεται το εύρος των δικαιωμάτων που μπορεί να ασκήσει - τυπικά ίσως όχι, ουσιαστικά, όμως, ναι. Ακόμη και η ιδιότητα του δικηγόρου, ως άμισθου δημόσιου λειτουργού, περιορίζει τις δυνατότητες σε σχέση με όσα μπορεί να κάνει  ένας άλλος πολίτης (που μπορεί όμως να μην γνωρίζει τον τρόπο). Από αυτή την άποψη,  οι ισχυρότεροι άνθρωποι είναι οι απόφοιτοι μιας καλής νομικής σχολής με χαμηλό βαθμό πτυχίου (άρα όσοι δεν συμμορφώθηκαν στις διανοητικές απαιτήσεις των εξετάσεων για το "άριστα"), αμέσως πριν γίνουν ασκούμενοι δικηγόροι. Αν προσθέσει κανείς και την άγνοια κινδύνου, νομίζω ότι μπορεί να πειστεί.

Μερικές φορές σκέφτομαι ότι ως blogger μπορώ να είμαι πιο αποτελεσματικός στην προώθηση ενός δημόσιου αιτήματος, περισσότερο απ' όσο ως δικηγόρος  ή με οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα.  Όταν πριν μερικούς μήνες μου αρνήθηκαν τον λόγο στο Δημοτικό Συμβούλιο - δικαίωμα που θα είχε ένας οποιοσδήποτε πολίτης - η άποψη μου επιβεβαιώθηκε για μια ακόμη φορά. Σε αντίθεση όμως με άλλες εποχές, επέλεξα να απαντήσω με σιωπή και αποχώρηση, όχι με διαμαρτυρία.  Κάποτε αυτό μπορεί να αποδεικνύεται πιο ηχηρό, ενώ άλλοτε μπορεί να συνιστά και παραδοχή ότι δεν είσαι το κέντρο του κόσμου, ότι δεν κρέμονται από τα χείλη σου. Εύχομαι να το συνειδητοποιήσουν γρήγορα και οι κακομοίρηδες οι "διανοούμενοι" που ξαφνικά ενημερώθηκαν μαζικά για την άποψη του κοινού σχετικά με τις σοφίες τους και ήδη αποχωρούν σιγά-σιγά από τα social media.

Εμείς, εδώ.


Τετάρτη, Αυγούστου 14, 2013

Στάθμιση και αναλογικότητα

Η αναζήτηση της φύσης του δικαίου μέσα από την ανάλυση της διαδικασίας της απονομής δικαιοσύνης μπορεί να οδηγήσει σε ποικίλα συμπεράσματα, χωρίς να εξαιρείται από αυτά ακόμη και η ταξινόμησή του ως μια από τις καλές τέχνες. Όσο περισσότερο ταλαιπωρείται κανείς με την παρατήρηση της περιπτωσιολογίας, τόσο πιθανότερο είναι να απομακρυνθεί από την ικανότητα κατάληξης σε κρίσεις που θα αφορούν όντως μια κατάσταση μεγάλης αφαίρεσης, όπως είναι η γενική κανονολογία. Από την άλλη πλευρά, ακόμη και οι πουρίστες του ιδεώδους της δικαιοσύνης ενδιαφέρονται για την τεκμηρίωση και τα εργαλεία (στην περίπτωσή τους:  η ηθική, η καλή συμπεριφορά ή -ευπρεπέστερα- η δεοντολογία). Στην εποχή μας καταγράφεται και η μεταμοντέρνα παρουσία του πουρίστα που απορρίπτει καθιερωμένα μεθοδολογικά εργαλεία της νομικής επιστήμης, ως όργανα κατάλυσης ενός εξίσου καθιερωμένου θετικισμού. Μια περίπτωση νομικού στοχαστή που αποκτά ακολούθους και χαιρετίζεται ολοένα και περισσότερο ως αποκαταστάτης της ουσίας του δικαίου και της εξάλειψης κάθε μορφής υποκειμενισμού και αυθαίρετης κρίσης. 

Στο επίκεντρο της κριτικής των μεταμοντέρνων νεο-θετικιστών βρίσκεται η στάθμιση των έννομων αγαθών, ως μεθόδου επίλυσης των νομικών συγκρούσεων. Αφού όλα τα ατομικά δικαιώματα έχουν ίση κανονιστική ισχύ - και μάλιστα ανώτατη, αφού κατοχυρώνονται από τον υπέρτατο νόμο, δηλ. το Σύνταγμα - τότε η "στάθμισή" τους είναι κάτι εξ ορισμού παράλογο και αλυσιτελές. Αυτό είναι το αγαπημένο επιχείρημα, ενός νομομηδενισμού που τείνει να επικρατήσει στα αμφιθέατρα των νομικών σχολών. Πρόκειται απλώς για ένα ρητορικό σχήμα και μάλιστα άκυρο. Η στάθμιση δεν αφορά τα ατομικά δικαιώματα in abstracto. Ουδείς εγγράμματος νομικός θα έσπευδε να βάλει στην παλάντζα λ.χ. το δικαίωμα στην ελευθερια απέναντι στο δικαίωμα στην ιδιοκτησία για να δει τι θα δείξει ο δείκτης. Η στάθμιση δεν αφορά τα ίδια τα δικαιώματα, αλλά τα έννομα συμφέροντα που παρουσιάζουν αντίρροπα διανύσματα σε κάθε συγκεκριμένη βιοτική περίπτωση. Επομένως, η κατανόηση της στάθμισης, ως μεθόδου διασφάλισης της πρακτικής εναρμόνισης των δικαιωμάτων, προϋποθέτει την ικανότητα εντοπισμού ενός εννόμου συμφέροντος (που μπορεί και να συμπυκνώνει εκφάνσεις περισσότερων ατομικών δικαιωμάτων) έναντι ενός έτερου εννόμου συμφέροντος, όπως εκδηλώνονται επ' ευκαιρία διαφορετικών κάθε φορά περιπτώσεων. 

Σε αυτή τη διαδικασία, δεν σταθμίζονται τα ατομικά δικαιώματα. Αντιθέτως, τα ατομικά δικαιώματα (ή έτεροι μείζονες κανόνες) αποτελούν την ίδια την "ζυγαριά" των εννόμων συμφερόντων. Ο τρόπος με τον οποίο έχει κατοχυρωθεί κάθε μείζων κανόνας παρέχει κρίσιμα στοιχεία που μπορούν να χρησιμεύσουν στον εφαρμοστή του δικαίου για να οδηγηθεί σε συμπεράσματα. Και από αυτή την άποψη, όχι, δεν έχουν κατοχυρωθεί όλα τα ατομικά δικαιώματα με τον ίδιο τροπο. Για παράδειγμα, εξαιρέσεις από την απαγόρευση των βασανιστηρίων δεν προβλέπονται. Η απολυτότητα αυτή προσδίδει άκρως ιδιαίτερα χαρακτηριστικά σε σχέση λ.χ. με το δικαίωμα στην ζωή, το οποίο ακόμη και στις ευρωπαϊκές και διεθνείς συμβάσεις κατοχυρώνεται ως σχετικοποιημένο, δηλ. με την αναγνώριση γενικών περιπτώσεων στις οποίες η απώλεια της ζωής μπορεί να είναι νομικά δικαιολογημένη. Ενώ το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα γνωρίζει εκτεταμένες περιπτώσεις εν δυνάμει περιορισμών για μια σειρά από νόμιμους λόγους, η ελευθερία της τέχνης διατυπώνεται τόσο ανεξαίρετα - τουλάχιστον στο άρθρο 16 Σ.- που μόνο οι γενικοί περιορισμοί μπορούν να νοηθούν ως νόμιμοι. Αναντίστοιχα, η ελευθερία της έκφρασης (έννοια γένους σε σχέση με την ελευθερία της τέχνης!) γνωρίζει εκτεταμένους εν δυνάμει περιορισμούς -τουλάχιστον κατά το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου- την ίδια στιγμή που το δικαίωμα στον γάμο φαίνεται να κατοχυρώνεται εντελώς καθολικά από το άρθρο 12 της ΕΣΔΑ, αλλά σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Τα ατομικά δικαιώματα έχουν λοιπόν αδιαμφισβήτητα ίση τυπική κανονιστική ισχύ, αλλά δεν κατοχυρώνονται ούτε με την ίδια απολυτότητα, ούτε επιδέχονται τους ίδιους περιορισμούς. Αντιθέτως, οι ίδιες οι κατοχυρώσεις τους περιέχουν δείκτες για τις σταθμίσεις των εννόμων συμφερόντων που πάντοτε θα προκύπτουν. 

Η βασική κριτική που αναπτύσσεται εναντίον της στάθμισης είναι ο κίνδυνος της υποκειμενικότητας. Η κριτική αυτή υπογραμμίζει ότι η στάθμιση πρέπει να γίνεται με κριτήρια προδιατυπωμένα, ώστε να αποκρούεται η κατίσχυση των προσωπικών απόψεων και να εξαλείφεται ο βαθμός αυθαιρεσίας που μπορεί να μολύνει την ορθότητα μιας νομικής κρίσης. Η κριτική είναι βάσιμη, καθώς η ορθότητα των εργαλείων της στάθμισης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την κατάρτιση του εφαρμοστή του δικαίου, αλλά και από την ουσιαστική πληρότητα των κανόνων δικαίου ή των έτερων διανυσμάτων που προσφέρονται σε γενικότερα δεοντικά σύνολα, ακόμη και μη δεσμευτικά με την νομική έννοια. Η συναρμογή των κανόνων στις μείζονες προτάσεις των διακρατικών δικαστηρίων της εποχής μας έχει δείξει ότι μέρος της νομικής εργασίας είναι η αναζήτηση και η  συγκέντρωση του κανονιστικού υλικού που νοηματοδοτεί τις διατυπώσεις των νομικών διατάξεων. Ο νόμος είναι η ερμηνεία του και παρά τον κίνδυνο που προεξαγγέλλει αυτός ο αφορισμός, η διεύρυνση των πηγών του δικαίου στην εποχή μας αποτελεί συνεπάγεται την επαύξηση των δημοκρατικών εγγυήσεων για την ορθή εφαρμογή του νόμου. Η πολυπρισματική προσέγγιση μιας έρευνας και αναζήτησης του ορθού - ή καλύτερα "πλήρους"- νοήματος του νόμου δεν μπορεί να περιορίζεται φυσικά στην διατύπωση, την νομολογία των δικαστηρίων ή στα πρακτικά των νομοπαρασκευαστικών επιτροπών. Η συγκομιδή μπορεί να επεκταθεί και στο ήπιο δίκαιο, τους δεοντολογικούς κανόνες, το ιδιωτικό δίκαιο, τις βέλτιστες πρακτικές, την διοικητική συνήθεια ή ακόμη και την εθιμοτυπία. Έργο του νομικού είναι να ταξινομήσει τα διανύσματα ανάλογα με την προέλευση και την ισχύ καθενός και να τους αποδώσει την δέουσα βαρύτητα σε μια συνολική διανοητικη σταθμιστική διαδικασία, γεγονός που θα πρέπει να αποδίδεται και με σαφήνεια στο τελικό κειμενικό προϊόν. Ιδίως σε υποθέσεις που αφορούν την ελευθερία του τύπου, δεοντολογικοί κανόνες όπως η αναζήτηση της αντίθετης άποψης ή η παράθεση των τεκμηρίων για μια αξιολογική κρίση ανάγονται στο κεντρικό αντικείμενο στάθμισης που θα κρίνει κατά πόσον παραβιάστηκε ή όχι μια συνταγματική ελευθερία. Όσο κι αν τα συναλλακτικά ήθη του Τύπου αναγνωρίζονται επίσημα, μέσα από την σχετική διάταξη του Αστικού Κώδικα, ως πηγή του δικαίου, οι δεοντολογικοί κανόνες που τα απαρτίζουν δεν παύουν να είναι διατυπώσεις κωδίκων που καταρτίστηκαν από τις δημοσιογραφικές ενώσεις. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι οι συνδικαλιστικοί φορείς των δημοσιογράφων αναβιβάστηκαν στο επίπεδο του νομοθέτη. Σημαίνει όμως ότι ο νομοθέτης αναγνωρίζει ότι οι ειδικότερες συνθήκες άσκησης ενός επαγγέλματος που συνδέεται τόσο έντονα με την εφαρμογή του ζωτικού για την δημοκρατία δικαιώματος της ελευθερίας της πληροφόρησης, δεν μπορεί παρά, για λόγους ελευθερίας, να καθορίζεται οιονεί κανονιστικά από τους άμεσα ενδιαφερόμενους. Η στάθμιση λοιπόν δεν μπορεί να περιφρονεί τα ετερογενή διανύσματα που αναπτύσσονται από την ίδια την βιοτική περίσταση και τυγχάνουν μακροχρόνιας και εξειδικευμένης επεξεργασίας, αναγόμενα σε κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. 

Η στάθμιση δεν θα ήταν αναγκαία αν, με κάποιον άγνωστο τρόπο, κάθε βιοτική περίπτωση μπορούσε να ρυθμιστεί εκ των προτέρων μέχρι την τελευταία της λεπτομέρεια. Το αντίθετο της στάθμισης είναι η υπερρύθμιση. Κάθε τέτοια απόπειρα φυσικά είναι καταδικασμένη είτε να αποτύχει είτε να οδηγήσει σε ακραίες εκτροπές, αναστρέφοντας την θεμελιώδη δημοκρατική σύλληψη του απροϋπόθετου της ελευθερίας. Η λεπτομερής νομοθετική ρύθμιση για κάθε βιοτική περίπτωση στερεί από τον νόμο το κύριο δημοκρατικό χαρακτηριστικό του, δηλαδή την γενικότητά του. Σε ακραίες περιπτώσεις, η υπερρύθμιση καταργεί τελικά την αρχή της ισότητας: υποδιαιρώντας τους αποδέκτες των ρυθμίσεων σε ολοένα στενότερες ομάδες, κινδυνεύει να υποβιβάσει την γενική ρύθμιση σε ατομική, καταργώντας έτσι την έννοια του νόμου και εξισώνοντάς τον με την ατομική διοικητική πράξη. Με εκκίνηση αυτή την γενική παραδοχή, οι αντιμαχόμενοι την στάθμιση, βάλλουν κι εναντίον ενός άλλου προσφιλούς στόχου: της αρχής της αναλογικότητας. 

Η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί μια νομική σύλληψη που φιλοδοξεί να συγκεράσει περισσότερες προσεγγίσεις για την δικαιοσύνη, τυποποιώντας σε έναν κανόνα τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να σχετικοποιούνται τα έννομα συμφέροντα σε μια κοινωνία. Ήδη η χρήση της "σχετικοποίησης" αποτελεί κόκκινο πανί για τους νεο-πουρίστες που θεωρούν ύποπτες επεμβάσεις στα ατομικά δικαιώματα τόσο την έννοια της στάθμισης, όσο και την έννοια της αναλογίας. Ωστόσο η σύγχυση ξεκινάει από το γεγονός ότι οι πουρίστες αντιλαμβάνονται την αναλογικότητα ως απειλή για την καθολικότητα των δικαιωμάτων, ενώ η αναλογικότητα στοχεύει κατά μείζονα λόγο στην αντίληψη περί απόλυτης εφαρμογής κάθε δικαιώματος. Η διαφορά δεν είναι και τόσο λεπτή, ώστε να δικαιολογεί την σύγχυση: καθολικότητα των δικαιωμάτων σημαίνει ότι κάθε ανθρώπινη ύπαρξη είναι φορέας του δικαίωματος, ενώ απόλυτο δικαίωμα σημαίνει εξουσία χωρίς εξαίρεση και περιορισμό. Σε κάποιους κλάδους του δικαίου, απόλυτο δικαίωμα είναι το erga omnes (έναντι πάντων) αντιτάξιμο δικαίωμα, χωρίς βέβαια να σημαίνει ότι και αυτό είναι ανεπίδεκτο περιορισμών (ας θυμηθούμε τις "δουλείες" του εμπράγματου δικαίου, όπου ακόμη και το απόλυτο δικαίωμα κυριότητας γνωρίζει σχετικοποίησης). Στο σύγχρονο συνταγματικό δίκαιο, η αρχή της αναλογικότητας κατοχυρώνεται ως ένας "περιορισμός των περιορισμών" των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Δηλαδή ως το κριτήριο με το οποίο θα αποφασιστεί κατά πόσον ο περιορισμός ενός ατομικού ή κοινωνικού δικαιώματος είναι συνταγματικά ανεκτός. Η μεγάλη αφαίρεση που ενέχει ο ίδιος ο όρος "αρχή της αναλογικότητας", αλλά και η ίδια η έννοια της αναλογίας, αποτελεί αιτία για ενστάσεις αντίστοιχες με αυτές που αναπτύσσονται για την στάθμιση: αυθαιρεσία, υποκειμενικότητα, σχετικισμός.

Ενστάσεις που αντικρούονται με επιχειρήματα αντίστοιχα με αυτά που αφορούν τελικά την ίδια την στάθμιση. Η αρχή της αναλογικότητας δεν είναι μια έννοια άνευ περιεχομένου. Πολύ πριν μνημονευθεί ρητά στο άρθρο 25 του Συντάγματος, έχει τύχει πολυεπίπεδης δικαστηριακής και επιστημονικής επεξεργασίας και έχει αναλυθεί σε τρία συγκεκριμένα τεστ στα οποία υποβάλλεται ένα μέτρο ή ένας νόμος για να κριθεί αν είναι "αναλογικός". Φυσικά και τα τρία τεστ διατυπώνονται με προτάσεις μεγάλης αφαίρεσης που σαφώς δικαιολογούν τις ανησυχίες περί αυθαίρετης εφαρμογής, υποκειμενικής κρίσης κλπ. Και πάλι όμως, οι ανησυχίες αυτές υπερτονίζουν συχνά την επιστημονική ανεπάρκεια του εφαρμοστή του δικαίου, την μειωμένη ενημέρωσή του για τις νομικές ή άλλες εξελίξεις, καθώς τελικά και την ίδια την εμπειρία του. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αρχή της αναλογικότητας, ιδίως στο σκέλος της αναζήτησης τυχόν ηπιότερου μέτρου, που θα θίγει κατά το δυνατόν λιγότερο το επίμαχο ατομικό δικαίωμα, είναι ένας κανόνας που συνέχεται στενά με την κοινωνική εμπειρία του εφαρμοστή.  Από την άλλη πλευρά, η αναλογικότητα ως έννοια είναι τόσο στενά συνυφασμένη με την ορθή εφαρμογή της ίσης μεταχείρισης που δεν είναι δυνατόν να υπάρξει δίκαιο χωρίς αναλογία. 

Η αναλογικότητα βρίσκεται στο στόχαστρο όμως, όχι μόνο της τεράστιας πρακτικής λειτουργίας της ως εργαλείου ελέγχου της νομιμότητας ενός νόμου ή ενός άλλου εξουσιαστικού μέτρου που περιορίζει ένα ατομικό ή κοινωνικό δικαίωμα. Η αναλογία ως νομικό ερμηνευτικό εργαλείο για την πρακτική κάλυψη των κενών του δικαίου αποτελεί κυριολεκτικά το κόκκινο πανί στους όψιμους υποστηρικτές ενός ακραιφνούς θετικισμού που θεωρούν ότι η μη ρύθμιση αποτελεί τελικά ρύθμιση (τα λεγόμενα εκούσια κενά του δικαίου) και η όποια κάλυψή τους θα ήταν ανεπίτρεπτη παρέμβαση του εφαρμοστή στο έργο του νομοθέτη, σε βαθμό που, αν πρόκειται μάλιστα για δικαστική κάλυψη κενού με αναλογική εφαρμογή, θα συνιστούσε παρέμβαση της δικαστικής λειτουργίας στην νομοθετική κατά παραβίαση της αρχής της διάκρισης των λειτουργιών και άλλα ευτράπελα που θα εξίσωναν μια επιστημονική κατασκευή με... πολιτειακή εκτροπή. 

Η συστηματοποίηση της  γνώσης δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς την χρήση της αναλογίας. Η αξία της αναλογικότητας στο νομικό οικοδόμημα είναι αντίστοιχη της αξίας του πειράματος για τις φυσικές επιστήμες. Η αναλογία επιβεβαιώνει ότι οι συνέπειες είναι, σε ένα βαθμό προβλέψιμες και ως εκ τούτου η πρόβλεψη είναι, σε ένα βαθμό θεμιτή. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι το τελευταίο τεστ στην εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας είναι, τελικά, η στάθμιση κόστους - οφέλους. Η ίδια η έννοια της δίκαιης μεταχείρισης προϋποθέτει τόσο την στάθμιση όσο και την αναλογική συμπεριφορά, ώστε να αποφεύγονται τα απρόβλεπτα αποτελέσματα που θα καθιστούσαν τελικά αδιαφανή την εφαρμογή ενός κανόνα. Η διαύγεια των κριτηρίων είναι σαφώς πάντοτε ζητούμενο και, τελικά, ο εντοπισμός, η συναρμογή και η τελική εφαρμογή του προϋποθέτει ικανότητες που αναπόφευκτα προσωποποιούν την ποιότητα μιας νομικής εργασίας. Ο αφορισμός όμως της στάθμισης και της αναλογικότητας ως περίπου προπατορικών αμαρτημάτων ενέχει την γραφικότητα μιας ιερατικής προσέγγισης, έστω και με την γοητεία της αίρεσης. 

Δευτέρα, Αυγούστου 12, 2013

Αθώωση επιμελήτριας Εθνικής Πινακοθήκης για σχόλια στο facebook

EΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
ΤΗΣ Γ.Γ. ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ & ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ
[...]

ΑΠΟΦΑΣΗ 3/10.7.2013

[...]
Ακολούθως, η Πρόεδρος έδωσε τον λόγο στον κ. ***, ο οποίος είχε οριστεί ως εισηγητής της υπόθεσης με το αριθμ. *** έγγραφο του τέως Προέδρου του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Ο κ. *** στο σημείο αυτό ανέπτυξε την εισήγησή του:
“Με το αρ. *** έγγραφο είχε παραπεμφθεί ενώπιον του παρόντος συμβουλίου η πειθαρχική δίωξη για:
1. Αναξιοπρεπή για υπάλληλο συμπεριφορά εντός ή εκτός υπηρεσίας (άρθρο 107 παρ. 1 περ. Ε του άρθρου δευτέρου του Ν.4057/2012)
2. Παράβαση της υποχρέωσης εχεμύθειας (άρθρο 107 παρ. 1 περ. Η του άρθρου δευτέρου του Ν.4057/2012 σε συνδυασμό με το άρθρο 26 του Ν.3852/2007)
3. Χρησιμοποίηση πληροφοριών που κατέχει λόγω της θέσης της για εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων της ιδίας (άρθρο 107 παρ. 1 περ. ιδ του άρθρου δευτέρου του Ν.4057/2012)
4. Άσκηση κριτικής των πράξεων της προϊσταμένης αρχής που γίνεται δημοσίως γραπτώς με σκόπιμη χρήση εν γνώσει εκδήλως ανακριβών στοιχείων ή με χαρακτηριστικά απρεπείς εκφράσεις (άρθρο 107 παρ. 1 περ. Ιζ του άρθρου δευτέρου του Ν.4057/2012).
Της *** μονίμου υπαλλήλου του Κλάδου ΠΕ 1 Ιστορικών Τέχνης με βαθμό Β' της Εθνικής Πινακοθήκης Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου και στη συνέχεια ο φάκελος μου πρεδόθη από το συμβούλιο, ώστε να καταθέσω την εισήγησή μου, δεδομένου ότι με το αριθμ. *** έγγραφο του τέως Προέδρου του Συμβουλίου ορίστηκα ως εισηγητής. Αφού μελέτησα ενδελεχώς τον φάκελο της πιο πάνω, στον οποίο κατατίθεται και η απόφαση του Δ.Σ. της ΕΠΜΑΣ της 6/6/2012 περί παραπομπής της στο παρόν πειθαρχικό συμβούλιο, σας παραθέτω συνοπτικά το ιστορικό της υπόθεσης.
 
Η κ. ***, μόνιμη υπάλληλος της Εθνικής Πινακοθήκης Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου του Κλάδου ΠΕ1 Ιστορικών Τέχνης με βαθμό Β', στην ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης “FACEBOOK”,
1. δημοσίευσε την ανακοίνωση της Διευθύντριας της ΕΠΜΑΣ κ. *** για το θέμα της κλοπής δύο πινάκων από την ΕΠΜΑΣ με τον τίτλο “τόσα ψέματα όμως! Και δημοσίως!”
2. Έγραψε ότι “Ουδεμία κλειδαριά διέρρηξε ο εισβολεύς, κανένα καλώδιο συναγερμού “έκαψε”, κανένας συναγερμός ανίχνευσης κίνησης ενεργοποιήθηκε. Όλα πήγαν ομαλότατα”, “Αφήστε τον Πικάσο! Πρακτικά δεν υπήρχε σύστημα ασφαλείας. Ελπίζω τα ασφάλιστρα να είναι πολύ ψηλά”, “Επιπλέον το αρχιτεκτονικό ύφος της Πινακοθήκης δεν είναι (αντιπροσωπευτικό δείγμα του BAUHAUS), αλλά του Βrutalism, άντε του new brutalism. Μπετόν μπρούτο.” “Ποιος συναγερμός φίλοι; Δεν υπήρξε τέτοιο θέμα. Ούτε ανίχνευση κίνησης υπήρξε, ούτε καταγραφή από τις κάμερες, που έγραφαν και ξανάγραφαν στην ίδια βιντεοκασέτα επί εβδομάδες.” “Ούτε αρχές υπάρχουν ούτε τέλη. Απέσβετο και λάλον ύδωρ.” “Επαναλαμβάνουμε σε απλά ελληνικά: το σύστημα ήταν αρχαίο.”
3. Είχε τις παρακάτω στιχομυθίες:
- Για να το θέσω απλά: μας δουλεύουν ψιλο γαζί κ. *** δηλαδή;
- Απάντηση ***: Μάλιστα αγαπητή.
- Η εκθεσάρα καλά θα είναι να αναβληθει μέχρι νεωτέρας....
- Απάντηση ***: Αστειεύεσαι! Στα quartier των Λωτοφάγων.
- Η κ. ***; Στη θέση της;
- Απάντηση ***: Στη θέση της [ως τη Παρασκευή και 13/11]
- Πλάκα μου κάνεις ή Τι; Μου κάνεις ***;
- Απάντηση ***: Στον *** μας.

Οι ανωτέρω δημοσιεύσεις περιήλθαν σε γνώση του Προέδρου του Δ.Σ. της ΕΠΜΑΣ την 25/2/2012 από ανώνυμη επιστολή από άτομο που είχε πρόσβαση στο ανοιχτό “προφίλ” που τηρούσε εκείνο το διάστημα η κ. *** στην προσωπική της ιστοσελίδα στο “facebook”, η οποία ήταν αρχικά προσβάσιμη με την πληκτρολόγηση των στοιχείων του ονοματεπωνύμου της. Η Εταιρεία Ελλήνων Ιστορικών Τέχνης με την από 21/12/2012 επιστολή της επισημαίνει ότι η κ. *** είναι ιδρυτικό μέλος της, αναφέρεται στην επιστημονική δράση της, εκφράζει την έκπληξή της για τη θέση της σε αργία και δηλώνει αλληλεγγύη και στήριξη στην πιο πάνω υπάλληλο. Η κ. *** κλήθηκε σε απολογία με την αριθμ. πρωτ. *** κλήση σε απολογία της Προέδρου του Πειθαρχικού μας Συμβουλίου, την οποία παρέλαβε ταχυδρομικώς με συστημένη επιστοή την 21η Ιουνίου 2013 και κατέθεσε εμπρόθεσμα το απολογητικό της υπόμνημα, το οποίο παρελήφθη με αριθμ. πρωτ. *** , με το οποίο αρνείται την τέλεση των εις αυτήν αποδιδόμενων πειθαρχικών παραπτωμάτων και ζητά από το Συμβούλιό μας την έκδοση απόφασης για την απαλλαγή της από την πειθαρχική της δίωξη και την κήρυξη της αιωότητάς της, την άρση του εις βάρος της επιβληθέντος μέτρου της αυτοδίκαιης αργίας και, συγκεκριμένα:
=> Ισχυρίζεται ότι τα αποσπάσματα των διαλόγων που αποδίδονται σε αυτήν και έχουν ενσωματωθεί στην εν λόγω κλήση, δεν αποδίδουν με πληρότητα τις διαδικτυακές της συνομιλίες για το θέμα της διάρρηξης της ΕΠΜΑΣ και της κλοπής των τριών έργων τέχνης, αλλά αντιθέτως αποτελούν σκόπιμη συρραφή αποσπασμάτων συνομιλιών, με παράλειψη ουσιωδών αναφορών, που αποδεικνύουν ότι δεν τέλεσε κάποιο από τα παραπάνω πειθαρχικά παραπτώματα.
=> Θεωρεί ότι ο σκοπός της εν λόγω συρραφής ήταν η πρόκληση της σε βάρος της άσκησης πειθαρχικής δίωξης και ότι η “ανώνυμη επιστολή”, πάνω στην οποία βασίστηκε όλη η πειθαρχική διαδικασία, περιείχε ανακριβή, αποσπασματικά και παραπλανητικά στοιχεία.
=> Προκειμένου το Συμβούλιό μας να λάβει γνώση του “ακριβούς περιεχομένου” των διαλόγων της με τρίτα πρόσωπα, προσκομίζει και επικαλείται εκτυπώσεις των “αυθεντικών συνομιλιών” που είχε με τρίτα άτομα, σχετικά με το θέμα και σε χρόνο εκτός υπηρεσίας.
=> Έχει τη γνώμη ότι από την ανάγνωση των ιδιωτικών συνομιλιών της, προκύπτει ότι δεν υπέπεσε σε κάποιο από τα αποδιδόμενα σε αυτή παραπτώματα, αλλά αντιθέτως, φαίνεται ότι ήταν διάχυτη η συντριβή της για τη διάρρηξη της ΕΠΜΑΣ και την κλοπή των τριών έργων.
 
Στη συνέχεια προβάλλει επιχειρήματα, προκειμένου να αντικρούσει όλες τις σε βάρος της κατηγορίες, επικαλούμενη τα άρθρα 26,27, 45 του Υπαλληλικού Κώδικα και νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Μεταξύ άλλων σημειώνει:
- Το περιστατικό της διάρρηξης είχε ήδη γνωρίσει ευρύτατη δημοσιότητα και δεν αποτελούσε απόρρητο στοιχείο, αλλά κεντρικό θέμα επικαιρότητας. Επίσης τα περιστατικά που σχολίαζε με τους “φίλους της” είχαν ήδη καλυφθεί από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και αποτελούσαν δημόσια πληροφορία κατά τον κρισιμο χρόνο. Και παραθέτει την ηλεκτρονική διεύθυνση, στην ποία ήταν αναρτημένο το κείμενο της “Έκθεσης Αποτελεσμάτων Ελέγχου (Μάρτιος 2012)” των στελεχών του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, η οποία είναι ελεύθερα προσβάσιμη και η οποία περιλαμβάνει αναλυτική περιγραφή των τεχνικών προδιαγραφών ασφάλειας της Εθνικής Πινακοθήκης και των σοβαρών ελλείψεών της.
 
- Εκφράζει την άποψη ότι το γεγονός της έκφρασης της απογοήτευσής της για το σύστημα φύλαξης της Εθνικής Πινακοθήκης στην συνομιλία με “φίλους”, ουδόλως συνιστά χρήση πληροφοριών που κατείχε εκ της θέσεώς της, αφού το σύστημα ασφαλείας και οι πλημμέλειές του δεν αποτελούν πληροφορία που κατείχε αποκλειστικώς ως υπάλληλος, δεδομένου οτι δεν ασχολείται ως υπεύθυνη ασφαλείας της πινακοθήκης. Αντίθετα, σύμφωνα με την ίδια, αποτελούσε γνώση κάθε πολίτη, που πληροφορήθηκε το περιστατικό και τις λεπτομέρειες της διάρρηξης από τα ΜΜΕ. Θεωρεί δε ότι ο σχολιασμός του περιστατικού έγινε εντός του πλαισίου της ελευθερίας της έκφρασης που αναγνωρίζεται και για τους δημοσίους υπαλλήλους από το άρθρο 45 του Υπαλληλικού Κώδικα και το συνταγματικό θεσμικό πλαίσιο.
 
- Επισημαίνει ότι η παραπεμπτική απόφαση περιλαμβάνει την επανάληψη της περιγραφής του νόμου, χωρίς να αναφέρει ποιά είναι τα “εκδήλως ανακριβή στοιχεία” ή οι “απρεπείς εκφράσεις” και χαρακτηρίζει την παραπεμπτική απόφαση ως όλως αόριστη. Για μεν τα “ανακριβή στοιχεία” σημειώνει ότι το περιεχόμενο των “συνομιλιών” της περιέλαβε αξιολογικές κρίσεις για την αναποτελεσματικότητα του συστήματος ασφαλείας, οι οποίες επιβεβαιώθηκαν και από την “Έκθεση Αποτελεσμάτων Ελέγχου” των στελεχών του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης. Για δε τις “απρεπείς εκφράσεις”, αναφέρει ότι δεν έχει χρησιμοποιηθεί από την ίδια κανένας εξυβριστικός χαρακτηρισμός για το πρόσωπο της κ. *** και του κ. ***, οι οποίοι δεν επιδίωξαν να ασκήσουν σχετικά δικαιώματα εναντίον της.
 
Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω στοιχέια και τα στοιχέια του φακέλου της υπόθεσης, Επιφυλάσσομαι να εκφέρω την πρότασή μου εν αναμονή της συζήτησης ενώπιον του Πειθαρχικού μας Σμβουλίου”.
 
Στη συνέχεια ο εισηγητής ανέγνωσε στο Συμβούλιο το σύνολο του από 26.6.2013 απολογητικού υπομνήματος της κας *** με τα δύο συνημμένα σχετικά έγραφα (συνημμένο 1). [...]
 
Ακολούθως κλήθηκε και εισήλθε στην αίθουσα η κα ***, η οποία συνοδευόταν από τον δικηγόρο της κ. *** και ακολούθησε ο εξής διάλογος μεταξύ των μελών του Συμβουλίου και της κας *** και του πληρεξουσίου δικηγόρου της.
Πρόεδρος: Παρακαλώ, έχετε το λόγο.
[Συνήγορος]: Αρχικά θα ήθελα να πληροφορήσω το Συμβούλιό σας ότι καταθέτουμε συμπληρωματικό υπόμνημα με συνημμένα έγγραφα. Επιθυμούμε να δηλώσουμε ότι η κα *** διώκεται πειθαρχικά άδικα και θεωρούμε ότι το κατηγορητήριο είναι αόριστο, καθώς αποτελείται από αποσπάσματα και συρραφές από ιδιωτική συνομιλία της κας *** στο Facebook. Το ότι η εν λόγω συνομιλία είναι απόρρητη συνομολογεί και ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΠΜΑΣ με το διευκρινιστικό έγγραφό του προς την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, όπου αναφέρει ότι το όλο θέμα έφτασε σε γνώση του κατόπιν ανώνυμης καταγγελίας.
Πρόεδρος: Έχει αποφανθεί η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων σχετικά με το ερώτημα;
[Συνήγορος]: Όχι ακόμη. Όσον αφορά το πειθαρχικό αδίκηα της άσκησης κριτικής [σε βάρος] της προϊσταμένης αρχής για το οποίο κατηγορείται η κα ***, θέλουμε να αναφέρουμε ότι κατά τον χρόνο τέλεσης των φερόμενων αδικημάτων η κα *** δεν ήταν Προϊσταμένη της ΕΠΜΑΣ (η θητεία της είχε λήξει την 14-1-2012). Στο κατηγορητήριο, ημερομηνίες εκτύπωσης υπάρχουν μόνο στο τμήμα των συνομιλιών του Απριλίου. Δεν αναφέρεται ποιες είναι συγκεκριμένα οι απρεπείς εκφράσεις που χρησιμοποίησε η κα ***. Όσον αφορά δε το ζήτημα της ανακρίβειας των λεγομένων της κας ***, προσκομίζουμε έκθεση αποτελεσμάτων του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, στην οποία επισημαίνονται κενά ασφαλείας στην Πινακοθήκη. Το σύστημα είναι απαρχαιωμένο και οι ελλείψεις που παρουσιάζει μπορούν να γίνουν αντιληπτές σε κάθε επισκέπτη. Η κα *** είναι Γραμματέας του Συλλόγου των εργαζομένων στην ΕΠΜΑΣ. Λίγο πριν από την περίοδο των επίμαχων συνομιλιών, μαζί με την Πρόεδρο του Συλλόγου κα *** είχαν αποστείλει επιστολές προς τον Πρόεδρο το Δ.Σ. σχετικά με την ελλειπή ασφάλεια και το απλήρωτο φυλακτικό προσωπικό της Πινακοθήκης. Στις 28-5-2012 ο κ. *** απάντησε λέγοντας ότι τα θέματα αυτά είναι υπόθεση της Διοίκησης της ΕΠΜΑΣ και έμμεσα τις παρότρυνε να “σκάσουν”, να μην ασχολούνται δηλαδή και ανακινούν τέτοια ζητήματα. Ανέφερε επίσης στο ίδιο έγγραφο ότι το ζήτημα θα εξετασθεί όσον αφορά την τέλεση πειθαρχικών παραπτωμάτων εκ μέρους των αιτουσών. Όσον αφορά την προσωπικότητα της κας ***: είναι διδάκτωρ Πανεπιστημίου του Μονάχου, επιμελήτρια στην ΕΠΜΑΣ, έχει επιδείξει ευδόκιμη υπηρεσία από το 1984 (στο σημείο αυτό επεδείχθησαν στα μέλη του Συμβουλίου τα βιβλία ***, *** και ***, στα οποία η κα *** είχε συμμετοχή).
[Υπάλληλος]: Όσον αφορά την κλοπή των τριών πινάκων από την Εθνική Πινακοθήκη, ήθελα να πω ότι ένα από τα κλαπέντα έργα το είχα η ίδια ασφαλίσει πολύ καλά, με αποτέλεσμα οι κλέφτες να καθυστερήσουν κατά την αφαίρεσή του.
Πρόεδρος : Ο πίνακας του Πικάσο που εκλάπη πώς ήταν στερεωμένος;
[Υπάλληλος]: Με βίδα, μόνο με μια βίδα.
[Εισηγητής]: Η κλοπή έγινε από τον χώρο της αποθήκης;
[Υπάλληλος]: Όχι, οι αποθήκες φυλάσσονται πολύ καλά. Η κλοπή έγινε από τον εκθεσιακό χώρο. Πρόεδρος: Βρέθηκαν τα έργα που εκλάπησαν;
[Υπάλληλος]: Όχι.
[Συνήγορος]: Έχει γίνει ΕΔΕ από το Υπουργείο, έχουμε ζητήσει το πόρισμα, αλλά δεν μας το έχουν χορηγήσει. Σε κάθε περίπτωση, το όλο θέμα αφορά την έκφραση της στεναχώριας της κας *** για την κλοπή που σημειώθηκε, την οποία μοιράστηκε και συζήτησε με τους φίλους της.
Πρόεδρος: Οσον αφορά τη δημοσιότητα που θα μπορούσε να πάρει το θέμα;
[Συνήγορος]: Ήταν απόρρητο το “προφίλ” της κας ***. Δηλαδή μόνο άτομα που η ίδια επέτρεπε μπορούσαν να δουν την συνομιλία. Αυτό αποδεικνύεται, όπως προανέφερα, από το γεγονός ότι ο Πρόεδρος του Δ.Σ. το πληροφορήθηκε από ανώνυμη καταγγελία. Δεν μπορούσε δηλαδή ο ίδιος να μπει και να εκτυπώσει τις συνομιλίες.
[Μέλος του Συμβουλίου]: Δηλαδή η ανώνυμη καταγγελία μπορει να έγινε από κάποιον από τους φίλους της κας ***;
[Συνήγορος]: Μπορεί.
[Μέλος του Συμβουλίου]: Πόσους φίλους είχε η κα *** στο Facebook;
[Συνήγορος]: Αυτό αποτελεί δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα.
[Μέλος του Συμβουλίου]: Μπορεί να αλλάξει η κατάσταση του “προφίλ”; Δηλαδή από απολύτως ελεύθερο ο χρήστης να το μετατρέψει σε προσβάσιμο σε περιορισμένο αριθμό ατόμων και το αντίθετο;
[Συνήγορος]: Αυτό γίνεται, ναι.
[Μέλος του Συμβουλιου]: Είναι άλλο όμως οι φίλοι να είναι πέντε και άλλο να είναι τριακόσια άτομα. Τοτε ίσως να μιλάμε για διασπορά...
[Συνήγορος]: Σε κάθε περίπτωση αυτό εμπίπτει στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.
[Μέλος του Συμβουλίου]: Κα *** σε κάποιο σημείο των συνομιλιών σας είπατε: “ελπίζω τα ασφάλιστρα να είναι πολύ υψηλά”. Τί εννοούσατε;
[Υπάλληλος]: Αμέσως μετά την κλοπή, η κα *** από το ίδρυμα *** προσφέρθηκε να ασφαλίσει την έκθεση που θα γινόταν από το εν λόγω ίδρυμα στην Πινακοθήκη, προκειμένου να μην είναι εκτεθειμένη η ΕΠΜΑΣ. Εννοούσα εκείνη την έκθεση.
Πρόεδρος: Στο πλαίσιο των καθηκόντων σας ως επιμελήτριας, επιμελείστε και την παρουσίαση ενός έργου, την έκθεσή του, πέρα δηλαδή από την επιλογή και ανάσυρσή του από την αποθήκη; [Υπάλληλος]: Σε συνεργασία με την Διεύθυνση της ΕΠΜΑΣ, ναι. Πρόεδρος: Αν αντιληφθείτε ότι κάποιος χώρος είναι ακατάλληλος για την έκθεση ενός έργου, μπορείτε να επέμβετε;
[Υπάλληλος]: Φροντίζουμε, σε συνεργασία πάντα με την Διεύθυνση να είναι οι συνθήκες όσο το δυνατό καταλληλότερες. Σε κάθε περίπτωση πάντως εγώ δεν έχω αρμοδιότητα επί της ασφάλειας των έργων.
Πρόεδρος: Η συνεργασία σας με την κα *** πώς είναι;
[Υπάλληλος] Εξαιρετική. Και ο κ. *** όταν με βλέπει εκφράζεται με τα καλυτερα λόγια για το άτομό μου.
[Συνήγορος]: Επειδή τέθηκε το ζήτημα του “προφίλ”, θέλω να επισημάνω ότι μπορεί να σταλεί ερώτημα σχετικά με το αν την επίμαχη περίοδο ήταν ανοιχτό ή κλειστό. Η εταιρεία που διαχειρίζεται τον ιστότοπο Faceboοk εδρεύει στην Ιρλανδία και απαντά σε τέτοια ερωτήματα.
[Μέλος του Συμβουλίου]: Εσείς μπορείτε να μας απαντήσετε επ' αυτού;
[Υπάλληλος]: Ήταν κλειστό. Θέλω να προσθέσω ότι δεν παραβιάστηε μόνο το δικό μου “προφίλ”, αλλά και του κ. ***, Διευθυντή του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης.
[Συνήγορος]: Για μας τίθεται ζήτημα συνταγματικής τάξης, δηλαδή το μέχρι που μπορεί να φτάνει η έρευνα. Όταν μιλάμε για το πλαίσιο του απορρήτου απαιτείται, και μόνο για τις περιπτώσεις που προβλέπονται ρητά, διαταγή άρσης απορρήτου. Ζητούμε γι' αυτό, η κα *** να απαλλαγεί πλήρως από όλες ανεξαιρέτως τις κατηγορίες. Θα εξετάσουμε επίσης την δυνατότητα έναρξης ποινικής διαδικασίας για παραβίαση απορρήτου επικοινωνιών.
[Μέλος του Συμβουλίου]: Εσείς εκφραστήκατε καυστικά, μετά την κλοπή των πινάκων και στον χώρο της δουλειάς σας, κατά την εργασία σας στην ΕΠΜΑΣ;
[Υπάλληλος]: Η κα *** επί 48 ώρες μετά την κλοπή είχε εξαφανιστεί. Κατόπιν έκανε δηλώσεις στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και άφησε “στον αέρα” τους νυχτοφύλακες. Ενώ ο νυχτοφύλακας εκείνη τη νύχτα της κλοπής, όχι μόνο έκανε τη δουλειά του άψογα, αλλά κατεδίωξε κι όλας το δράστη. Με αυτόν τον τρόπο ένας πίνακας έπεσε από τον δράστη, αλλιώς θα είχαν κλαπεί τέσσερις πίνακες. Το ότι αφέθηκε να εννοηθεί οτι οι εργαζόμενοι είμαστε συνένοχοι ήταν πέραν οποιασδήποτε έννοιας καλής συμπεριφοράς και αξιοπρεπούς στάσης απέναντι στους συναδέλφους. Βάσει της ΕΔΕ που έγινε αποκαλύπτεται ότι δεν υπήρχε υπεύθυνος ασφαλειας στην ΕΠΜΑΣ.
[Εισηγητής]: Διεκδικούσατε την θέση της κας *** ποτέ ή μετά τη λήξη της θητείας της; [Υπάλληλος]: Όχι, ποτέ. Άλλωστε η θέση δεν προκηρύχθηκε, αλλά η πλήρωσή της έγινε με απευθείας ανάθεση.

Στο σημείο αυτό και αφού κατέθεσαν το από 10-7-2013 συμπληρωματικό υπόμνημα με τα συνημμένα σε αυτό έγγραφα, η κα *** και ο κ. *** αποχώρησαν.
Ακολούθως η Πρόεδρος ανέγνωσε στο Συμβούλιο το συμπληρωματικό υπόμνημα της κας *** (συνημμένο 2). Επίσης, τα συνημμένα σε αυτό έγγραφα, ήτοι: [...].

Το λόγο ακολούθως έλαβε ο εισηγητής, ο οποίος είτε ότι μετά και τα όσα προφορικά ανέπτυξαν η κα *** και ο κ. ***, κρίνει ότι το όλο θέμα δεν ήταν τόσο σοβαρό ώστε να φτάσει να παραπεμφθεί ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου και ότι κατά την άποψή του η κα *** πρέπει να απαλλαγεί απο τα σε αυτήν αποδιδόμενα πειθαρχικά αδικήματα.
 
Στη συνέχεια τον λόγο έλαβε η κα [Μέλος του Συμβουλιου], η οποία είπε ότι δεν στοιχειοθετούνται τα πειθαρχικά αδικήματα για τα οποία η κα *** κατηγορείται, ότι η υπάλληλος δεν είχε κάποιες συγκεκριμένες πληροφορίες που να χρησιμοποίησε ή ειδικό καθήκον εχεμύθειας που να παρέβη. Πρόσθεσε, επίσης, ότι εκείνη την περίοδο γίνονταν ευρέως συζητήσεις για το συμβάν της κλοπής στην Πινακοθήκη, άλλωστε το γεγονός είχε λάβει ευρεία δημοσιότητα και μέσω των Μ.Μ.Ε. Δεν προκύπτει ότι η κα *** από τη μία “υπογείως” ανέφερε κάποια πράγματα επ' αυτού του γεγονότος στο Facebook και από την άλη έλεγε άλλα στο χώρο της Υπηρεσίας της. Τα ίδια έλεγε και εκεί.
 
Τέλος, τον λόγο έλαβε η Πρόεδρος, η οποία είχε ότι συμφωνεί με όσα προαναφέρθηκαν και ότι και εκείνη κρίνει ότι δεν στοιχειοθετείται κανένα από τα πειθρχικά αδικήματα για τα οποία παραπέμφθηκε η κα ***, καθώς εξέφρασε τις απόψεις της σε περιορισμένο κύκλο ατόμων. Πρόσθεσε, επίσης, ότι άλλωστε τους σχετικούς προβληματισμούς της η κα *** τους είχε εκφράσει και επισήμως στην ΕΠΜΑΣ. Ακολούθησε διεξοδική συζήτηση μεταξύ των μελών του Συμβουλίου, το οποίο, αφού εξέτασε λεπτομερώς το σύνολο των στοιχείων του φακέλου της πειθαρχικής υπόθεσης, τη γραπτή απολογία της κας *** με τα συνημμένα σε αυτήν, όλα όσα η ίδια και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ανέπτυξαν προφορικά καθώς και τα αναφερόμενα στο συμπληρωματικό υπόμνημα και στα συνημμένα σε αυτό έγγραφα που υπέβαλαν, και αφού έκαβε υπόψη την εισήγηση, τις περί πειθαρχικού δικαίου διατάξεις και με βάση τη συνολική εικόνα που σχημάτισε
 
Α π ο φ α σ ί ζ ε ι   Ο μ ό φ ω ν α

την απαλλαγή της κας ***, μόνιμης υπαλλήλου του κλάδου ΠΕ1 Ιστορικών Τέχνης (Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου) από την κατηγορία της διάπραξης καθενός από τα πειθαρχικά αδικήματα για τα οποία παραπέμφθηκε ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου και συγκεκριμένα των πειθαρχικών αδικημάτων: α) της αναξιοπρεπούς για υπάλληλο συμπεριφοράς εντός ή εκτός υπηρεσίας (άρθρο 107 παρ. 1 περ. Ε του άρθρου δευτέρου του Ν.4057/2012), β) της παράβασης της υποχρέωσης εχεμύθειας (άρθρο 107 παρ. 1 περ. Η του άρθρου δευτέρου του Ν.4057/2012 σε συνδυασμό με το άρθρο 26 του Ν.3852/2007), γ) της χρησιμοποίηση πληροφοριών που κατέχει λόγω της θέσης της για εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων της ιδίας (άρθρο 107 παρ. 1 περ. Ιδ του άρθρου δευτέρου του Ν.4057/2012), και δ) της άσκησης κριτικής των πράξεων της προϊσταμένης αρχής που γίνεται δημοσίως γραπτώς με σκόπιμη χρήση εν γνώσει εκδήλως ανακριβών στοιχείων ή με χαρακτηριστικά απρεπείς εκφράσεις (άρθρο 107 παρ. 1 περ. ιζ του άρθρου δευτέρου του Ν.4057/2012).
[...]
Η Γραμματέας                                                                                                                 Η Πρόεδρος

Σάββατο, Ιουλίου 13, 2013

Γεφυρώνοντας τη σχέση δημότη και δήμου


Ένα χρόνο πριν, το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Αθηναίων μου ανέθεσε μια σημαντική αποστολή, εκλέγοντάς με ως Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης. Ο ρόλος του νέου αυτού θεσμού της τοπικής αυτοδιοίκησης είναι η συγκέντρωση των καταγγελιών που έχουν δημότες και επιχειρήσεις για κακοδιοίκηση και η προσπάθεια για εξωδικαστική επίλυση των διαφορών τους με τον Δήμο. Θυμάμαι όταν ανακοινώθηκε το αποτέλεσμα, κάποιος στο twitter έγραψε ότι αυτή πρέπει να είναι η χειρότερη δουλειά του κόσμου! Δεν είναι όμως, αντιθέτως. Είναι από τα πιο ουσιαστικά πράγματα που μπορεί να προσφέρει ένας δικηγόρος για την βελτίωση της ποιότητας ζωής στην πόλη του.
Ήδη από την ψήφιση του “Καλλικράτη” το 2010, είχα εντοπίσει την καινοτομία της εισαγωγής ενός “συνηγόρου του πολίτη” σε επίπεδο Δήμου και με μια ομάδα φίλων δημοσιεύσαμε από τότε μια ολοκληρωμένη πρόταση για τη λειτουργία του στην Αθήνα. Το μεγάλο στοίχημα ήταν να δείξουμε πώς οργανώνεται με ελάχιστα μέσα μια πραγματικά ανεξάρτητη αρχή και πώς αυτή μπορεί να λειτουργήσει υποδειγματικά προς τις άλλες υπηρεσίες, αλλά και προς τους άλλους Δήμους. Θέλαμε οι πολίτες να δούν ότι μπορούν ακόμη και σήμερα να γίνουν βήματα για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους, μέσα από τα διαδικτυακά και νομικά εργαλεία που υπάρχουν, χωρίς τυμπανοκρουσίες και χωρίς πολλά έξοδα. Ως μπλόγκερ είχα μια “προϋπηρεσία” 7 ετών επικοινωνίας με το γενικό κοινό του διαδικτύου σε νομικά θέματα και η σχέση αυτή μπορούσε να αποτελέσει χρήσιμη συμβολή στην υπηρεσία των Αθηναίων.
Υπήρξε βέβαια και η ιδανική συνθήκη για την δημιουργία ενός τέτοιου θεσμού στον Δήμο Αθηναίων: ο Δήμαρχος, ο κ. Γιώργος Καμίνης είχε θητεύσει επί οκτώ χρόνια σε αντίστοιχο ρόλο, ως Συνήγορος του Πολίτη. Από την πρώτη στιγμή υποστήριξε την οργάνωση του γραφείου Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης, διευκολύνοντας τα πρώτα βήματα που έπρεπε να γίνουν: παραχώρησε ένα γραφείο σε κεντρικό κτίριο του Δήμου για λόγους συμβολισμού αλλά και προσβασιμότητας (στον 2ο όροφο του Δημαρχιακού Μεγάρου, στην οδό Αθηνάς 63), έδωσε εντολή για την δημιουργία διαδικτυακού τόπου ώστε να αναρτώνται οι πληροφορίες που αφορούν τον νέο θεσμό, βοήθησε στην στελέχωση του γραφείου με έμπειρους εργαζόμενους του Δήμου που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν διοικητικά το έργο του Συμπαραστάτη. Οφείλω επίσης να υπογραμμίσω ότι η δημοτική αρχή έχει τηρήσει πλήρως τις αποστάσεις που επιβάλλει ο ανεξάρτητος ρόλος του θεσμού, απέχοντας από κάθε παρέμβαση στο έργο μου.
Μετά, ξεκινήσαμε κατευθείαν την οργάνωση της νέας υπηρεσίας: διαμορφώθηκε ο χώρος του γραφείου και, κυρίως, ετοιμάσαμε μια ιστοσελίδα στην οποία αναρτώνται -σε τίτλους- όλες οι καταγγελίες που δεχόμαστε, αλλά και όλες οι πληροφορίες για τις διαμεσολαβήσεις που γίνονται ώστε να λυθούν τα προβλήματα, καθώς και οι απαντήσεις που μας δίνουν οι υπηρεσίες του Δήμου. Στο www.cityofathens.gr/symparastatis μπορεί να βρει κανείς τα πάντα, καθώς η απόλυτη και πλήρης διαφάνεια – με σεβασμό των προσωπικών δεδομένων – είναι μια υποχρέωση που επιβάλλεται από την νομοθεσία για την ηλεκτρονική διακυβέρνηση, αν και ακολουθείται από ελάχιστους δημόσιους φορείς. Θέλαμε να δείξουμε ότι μπορεί να γίνει πράξη: έστω και με στοιχειώδη μέσα, αλλά να γίνει καλά.
Το τελευταίο που ήθελα να ακούσω ήταν ότι ιδρύσαμε άλλη μια γραφειοκρατική δομή. Σύντομα βρέθηκα σε γειτονιές και στα δημοτικά διαμερίσματα, αλλά και στις συναντήσεις συλλόγων και κινήσεων πολιτών για να ενημερώσω σχετικά με τα νέα δικαιώματα που μπορούν να ασκήσουν οι κάτοικοι μέσω του Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης. Οι ομιλίες ηχογραφήθηκαν και ανέβηκαν στο facebook και στο twitter του θεσμού. Παράλληλα, ενεργοποιήσαμε και πολίτες που θα μπορούσαν να μεταδώσουν το μήνυμα του Συμπαρατάτη του Δημότη και της Επιχείρησης και σε κατοίκους που ποτέ δεν θα έμπαιναν στο Διαδίκτυο: με ένα πρόγραμμα εθελοντικής δράσης προσελκύσαμε συνεργάτες που ήρθαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην πόλη, βοηθώντας τους πολίτες στην καταγραφή των παραπόνων τους και την προώθησή τους για επίλυση στο γραφείο μας.
Διαφάνεια σημαίνει, μεταξύ άλλων, να ξέρει ο πολίτης από την αρχή ποιά θα είναι η πιθανή έκβαση της υπόθεσής του, να ξέρει τι θα περιμένει όταν στείλει μια καταγγελία. Τα “γραφεία παραπόνων” που ήταν της μόδας παλιότερα, λειτουργούσαν περίπου ως μηχανισμοί απορρόφησης κραδασμών, όχι ως διαδικασία ανεξάρτητης διαμεσολάβησης. Θεωρώ ότι έχουμε κερδίσει την εμπιστοσύνη των πολιτών ως προς την διαφάνεια της λειτουργίας και ως προς την ανεξαρτησία του Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης. Εξάλλου, ήδη απο τον Νοέμβριο αναγνωριστήκαμε επίσημα ως θεσμικό μέλος του Διεθνούς Ινστιτούτου Συνηγόρων του Πολίτη, ύστερα από έλεγχο για την τήρηση αυτών των κριτηρίων. Τον Δεκέμβριο ιδρύσαμε και το Δίκτυο Συμπαραστατών, μέλη του οποίου είναι οι συνάδελφοί μου από Δήμους και Περιφέρειες όλης της Ελλάδας.
Σκοπός τον επόμενο χρόνο της θητείας μου, η οποία θα ολοκληρωθεί με την λήξη της τρέχουσας δημαρχιακής περιόδου, είναι η αύξηση της αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεων υπέρ των πολιτών και των επιχειρήσεων. Οι πολίτες μάς εμπιστεύονται το πρόβλημά τους ολοένα και περισσότερο. Τώρα όμως πρέπει και οι υπηρεσίες του Δήμου, αλλά και η δημοτική αρχή να επιδείξουν μεγαλύτερη προσήλωση στις αρχές της ορθής διοικητικής συμπεριφοράς, όπως αυτή αναλύεται μέσα από τις παραινέσεις και τις συστάσεις μας. Σταδιακά παρατηρείται βελτίωση στο χρόνο ανταπόκρισης στις καταγγελίες των πολιτών, χρειάζεται όμως να γίνουν ακόμη αρκετά βήματα για την γεφύρωση της σχέσης δημότη και Δήμου.
Μέσα από τον διάλογο και τη διαμεσολάβηση, μπορούν να λυθούν τα περισσότερα προβλήματα, χωρίς να χρειάζεται να καταφεύγει κανείς σε δικαστικές ή και άλλες – λιγότερο νόμιμες- ενέργειες. Οι λύσεις μπορούν να βρεθούν, αρκεί να υπάρχει η διάθεση και από τις δύο πλευρές. Δουλειά μου είναι να δημιουργήσω αυτές τις συνθήκες και να υποστηρίζω την δίκαιη έκβαση των υποθέσεων. Μια δουλειά στην οποία αξίζει να αφιερωθεί κανείς ολοκληρωτικά.

(Πρώτη δημοσίευση: Athens Voice)

Τετάρτη, Ιουλίου 03, 2013

Η νέα Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια

Μετά την δήλωση αποχώρησης του κ. Νικηφόρου Διαμαντούρου από την θέση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή (European Ombudsman), το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κίνησε τις διαδικασίες για την ανάδειξη του νέου προσώπου που θα στελεχώσει εφεξής τον θεσμό.

Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής είναι ανεξάρτητη αρχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αρμοδιότητα την διαμεσολάβηση για την καταπολέμηση φαινομένων κακοδιοίκησης από τα ευρωπαϊκά όργανα, κατόπιν καταγγελίας πολιτών ή και αυτεπαγγέλτως. Το πρόσωπο που στελεχώνει το θεσμό επιλέγεται με απόλυτη πλειοψηφία από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Έξι ήταν οι υποψηφιότητες που πληρούσαν τα κριτήρια για την ψηφοφορία σύμφωνα με το ευρωπαϊκό δίκαιο: δύο εθνικοί Συνήγοροι του Πολίτη (Ιρλανδία, Ολλανδία), ένας εργαζόμενος στο γραφείο του Επιτρόπου Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και τρεις ευρωβουλευτές. Υπήρξε μια πρωτοβουλία εκ μέρους Δανών ευρωβουλευτών, ώστε να αποφευχθεί η ψήφιση ευρωβουλευτή στη θέση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, προκειμένου να διασφαλιστεί η κομματική ουδετερότητα του θεσμού. Η έκκληση αυτή φαίνεται ότι εισακούσθηκε, αν και η κ. O 'Reilly είχε συγκεντρώσει στην χθεσινή πρώτη ψηφοφορία ίσο αριθμό ψήφων με μια συνυποψήφιά της ευρωβουλευτή. 

Σήμερα, μετά από επαναληπτική ψηφοφορία αναδείχεθηκε στο αξίωμα η κ. Emly O' Reilly, Συνήγορος του Πολίτη της Ιρλανδίας (βλ. δελτίο τύπου). Είναι η πρώτη κυρία που εξελέγη στη θέση αυτή, η οποία ιδρύθηκε με την Συνθήκη του Μάαστριχτ, αλλά ο πρώτος Ε.Δ. ψηφίστηκε το 1995 (ήταν ο κ. Jacob Sodermann) και παρέμεινε μέχρι το 2003 οπότε εξελέγη ο κ. Διαμαντούρος. 

Σύμφωνα με το βιογραφικό της σημείωμα, η κ. Ο' Reilly πριν τον διορισμό της στη θέση της Ιρλανδής Συνηγόρου του Πολίτη (2003), υπήρξε εκδότρια, δημοσιογράφος, τηλεπαρουσιάστρια και συγγραφέας. Είναι πτυχιούχος του πανεπιστημίου του Δουβλίνου (ευρωπαϊκές γλώσσες και λογοτεχνία) και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος παιδαγωγικών. Το 2008 αναγορεύτηκε τιμητικά διδάκτορας Νομικής για το έργο της ως προς την προώθηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Γλώσσες εργασίας: γαλλικά, ιρλανδικά και ισπανικά.

Της ευχόμαστε καλή επιτυχία σε αυτή τη σύνθετη και πολυεπίπεδη αποστολή.









Πέμπτη, Ιουνίου 27, 2013

Δύο δικαστικές κρίσεις για την ελεύθερη τοποθέτηση link σε τρίτα sites

Πριν από αρκετούς μήνες είχαν δημοσιοποιηθεί οι νομικές επιθέσεις συλλογικών φορέων διαχείρισης ή / και προστασίας πνευματικής ιδιοκτησίας εναντίον ιστοσελίδων - ευρετηρίων που περιέχουν links προς τρίτες ιστοσελίδες. Μέχρι τότε υπήρχε μόνο η απόφαση 965/2010 του μονομελούς πλημμελειοδικείου Κιλκίς, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αναγνώρισε ότι η τοποθέτηση link προς τρίτες ιστοσελίδες που περιέχουν αναρτημένα video δεν αποτελεί παραβίαση πνευματικής ιδιοκτησίας. Aπό τότε μέχρι σήμερα υπάρχουν δύο σημαντικές εξελίξεις σε σχέση με την παραπάνω κρίση. 

Ύστερα από μήνυση φορέα σε αντίστοιχη ιστοσελίδα - ευρετήριο links, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ξάνθης εξέδωσε στις 5.3.2013 ένα βούλευμα, το οποίο μεταξύ άλλων αναφέρει ότι "οι σύνδεσμοι από μία σε άλλη ιστοσελίδα λειτουργούν ως παραπομπές στο χώρο του διαδικτύου και έκαστος κάτοχος ιστοσελίδας είναι υπεύθυνος για το περιεχόμενο και τον τρόπο λειτουργίας της δικής του ιστοσελίδας και όχι αυτών, στις οποίες παραπέμπει με την βοήθεια συνδέσμων (TρΠλημΚιλκίς 965/2010, ΝΟΜΟΣ). Ο κάτοχος της παραπέμπουσας σελίδας, κατά τεκμήριο δεν γνωρίζει, εάν για την προβολή και τη με οποιοδήποτε άλλον τρόπο αναπαραγωγή των οπτικοακουστικών έργων από την προς ην η παραπομπή ιστοσελίδα έχουν καταβληθεί δικαιώματα στις εταιρίες που δικαιούνται να εκμεταλλεύονται τα έργα αυτά ούτε εάν έχει χορηγηθεί νομίμως η άδεια προβολής και αναπαραγωγής τους. Επομένως, δεν ευθύνεται ποινικά κατ' άρθρο 66 παρ. 1,3 ν.2121/1993, εάν ο κάτοχος της προς ην η παραπομπή ιστοσελίδας παρανόμως καθιστά προσβάσιμα ορισμένα οπτικοακουστικά έργα."

Μια ακόμη πιο πρόσφατη εξέλιξη σε αυτή την κατεύθυνση αφορά την έφεση που ασκήθηκε από την εισαγγελία κατά της πιο πάνω απόφασης 965/2010 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς. Η έφεση δικάστηκε στις 25.6.2013 στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και απορρίφθηκε ως απαράδεκτη. Επομένως, προς το παρόν σχετικά με την ποινική μεταχείριση των ιστοσελίδων - ευρετηρίων που περιέχουν links προς τρίτες ιστοσελίδες εξακολουθεί να ισχύει το σκεπτικό των αποφάσεων 965/2010 και του βουλεύματος της 5.3.2013 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικείου Κιλκίς.

 Πρόκειται για μια νομική θεώρηση που σαφώς ακολουθεί την λογική της ελεύθερης παραπομπής στην οποία έχει οικοδομηθεί όχι μόνο το Διαδίκτυο, αλλά και το σύνολο της πνευματικής παραγωγής που λαμβάνει υπόψη της προηγούμενα έργα στα οποία ουδέποτε απαγορεύθηκε η απλή παραπομπή. 

Σάββατο, Ιουνίου 22, 2013

H απόφαση της Επιτροπής Αναστολών ΣτΕ για την ΕΡΤ

Στην ιστοσελίδα του Συμβουλίου της Επικρατείας αναρτήθηκε η απόφαση 236/2013 της Επιτροπής Αναστολών για την ΕΡΤ, επί της αίτησης αναστολής εκτέλεσης που υπέβαλε η ΠΟΣΠΕΡΤ και ο πρόεδρός της. 

Το πρώτο νομικώς ενδιαφέρον είναι ότι η Επιτροπή Αναστολών, μολονότι αναγνωρίζει ότι οι συμβάσεις της ΕΡΤ με το προσωπικό της είναι ιδιωτικού δικαίου (άρα επ' αυτών αρμόδια θα ήταν τα δικαστήρια των ιδιωτικών διαφορών και όχι το ΣτΕ που αποτελεί ανώτατο διοικητικό δικαστήριο), λόγω της φύσης της προσβαλλόμενης Κ.Υ.Α. ως κανονιστικής διοικητικής πράξης, "συντρέχουν αμφιβολίες ως προς την έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί ως προς το σκέλος τούτο."  Το γεγονός δηλαδή ότι η κατάργηση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου περιλαμβάνεται σε μια κανονιστική διοικητική πράξη είναι καθοριστικό για την Επιτροπή Αναστολών, ώστε να μην αποφύγει την δικαστική κρίση και ως προς τις εργασιακές σχέσεις. Εντός παρενθέσεως, η Επιτροπή Αναστολών παραπέμπει και σε παλαιότερη απόφασή της του 2008. 

Το δεύτερο νομικώς ενδιαφέρον είναι ότι ο πρόεδρος της ΠΟΣΠΕΡΤ υποβάλλει την αίτηση ακύρωσης όχι μόνο με την ιδιότητά του αυτή (για την οποία θα αρκούσε η υποβολή από την ίδια την ΠΟΣΠΕΡΤ), αλλά και ως μόνιμος υπάλληλος της ΕΡΤ-ΑΕ καθώς και με την ιδιότητα του "θεατή του τηλεοπτικού προγράμματος των σταθμών της ΕΡΤ - ΑΕ, καθώς και του ακροατή του ραδιοφωνικού προγράμματος αυτής". Η απόφαση αναφέρει ότι οι προσφεύγοντες "με τις ιδιότητές τους αυτές με έννομο συμφέρον ασκούν την αίτηση". Είναι αξιοσημείωτο ότι η Επιτροπή Αναστολών δεν περιόρισε το έννομο συμφέρον στην ιδιότητα της συνδικαλιστικής οργάνωσης ή του μονίμου υπαλλήλου, αλλά αποδέχθηκε και την ιδιότητα του τηλεθεατή και του ακροατή ως επαρκείς ιδιότητες που στοιχειοθετούν έννομο συμφέρον! Αυτό σημαίνει ότι κάθε τηλεθεατής και ακροατής, εκ της ιδιότητάς του αυτής, έχει έννομο συμφέρον να διεκδικήσει δικαστικά την αναστολή κανονιστικών πράξεων που αφορούν την δημόσια ραδιοτηλεόραση.

Το τρίτο και σημαντικότερο στοιχείο, είναι η δικαστική αντιμετώπιση των νομικών παραβάσεων που επικαλούνται οι ΠΟΣΠΕΡΤ και ο πρόεδρός της. Σύμφωνα με την αίτηση αναστολής, η διακοπή λειτουργίας της ΕΡΤ αντιβαίνει - μεταξύ άλλων- στο άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, το οποίο οι προσφεύγοντες θεωρούν ότι "επιβάλλει την απρόσκοπτη λειτουργία δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα". Αυτή την προσέγγιση φαίνεται ότι ακολουθεί και η Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το συγκεκριμένο απόσπασμα της απόφασης αναφέρει: 

"Περαιτέρω, με το μέρος της προσβαλλόμενης, με το οποίο επιβάλλεται διακοπή της μετάδοσης ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών και της λειτουργία διαδικτυακών ιστότοπων της ΕΡΤ Α.Ε., καθώς και ορίζεται ότι καθίστανται ανενεργές οι συχνότητες που ανήκαν στην ΕΡΤ Α.Ε., προκαλείται ανεπανόρθωτη βλάβη, διότι παύει, έστω και προσωρινά, να παρέχεται η, υπό λειτουργική έννοια, δημόσια υπηρεσία της μετάδοσης ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών και σχετικών διαδικτυακών υπηρεσιών. Ενόψει του ιδιαίτερου ρόλου που επιφυλάσσει ο νομοθέτης στην δημόσια ραδιοφωνία και τηλεόραση και των σκοπών δημοσίου συμφέροντος που θάλπονται από το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, επιβάλλεται, για το αντικείμενο αυτό, η τήρηση της αρχής της συνεχούς λειτουργίας που διέπει και τη Δημόσια Διοίκηση, ώστε να διασφαλίζεται η συνεχής παροχή των ανωτέρω υπηρεσιών. Συντρέχουν, συνεπώς, λόγοι δημοσίου συμφέροντος, συναπτόμενοι με την ομαλή λειτουργία της ανωτέρω δημόσιας υπηρεσίας, που επιβάλλουν την κατ’ αρχήν συνέχιση της παροχής ραδιοτηλεοπτικών και διαδικτυακών υπηρεσιών μέχρι την ίδρυση και λειτουργία του κατά τα ανωτέρω νέου φορέα."

Σε αυτό το σημείο,  έχουμε τη αναγόρευση της "αρχής της συνεχούς λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης" σε κανόνα που υπέρκειται των κοινών κανονιστικών διατάξεων. Το ενδιαφέρον είναι ότι η Επιτροπή Αναστολών αναφέρεται στο "λειτουργικό κριτήριο", δηλαδή επεκτείνει την αρχή της συνεχούς λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης και σε μια κρατική Α.Ε., που αποτελεί μέρος του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Είχα εκτιμήσει (εδώ) ότι αυτή ήταν η πραγματική δικανική σκέψη και στην φάση της έκδοσης της προσωρινής διαταγής κι όχι βέβαια η αντίθεση στον Ν.1730/1987 όπως ανέφερε ο κ. Πρόεδρος.  Καθώς η "συνταγματοποίηση" της αρχής της συνεχούς λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης μπορεί να έχει ευρύτερες επιπτώσεις στην επανεξέταση της λειτουργίας δημόσιων φορέων,  αξίζει να εξετάσουμε την θεμελίωσή της από την απόφαση αυτή. Σύμφωνα με την Επιτροπή Αναστολών, η αυξημένη ισχύς της αρχής της συνεχούς λειτουργίας οφείλεται στον "ιδιαίτερο ρόλο που επιφυλάσσει ο νομοθέτης στην δημόσια ραδιοφωνία και τηλεόραση" σε συνδυασμό και με τους σκοπούς δημοσίου συμφέροντος "που θάλπονται από το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος". Δηλαδή το ΣτΕ αναζητά την έδραση της αρχής σε κανόνες τόσο του κοινού όσο και του συνταγματικού δικαίου. Δεν θα αρκούσαν εξάλλου μόνο κανόνες του κοινού δικαίου για την θεμελίωση μιας αρχής με τέτοια καταργητική κανονιστική ισχύ. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος αναφέρεται στον άμεσο έλεγχο του κράτους που ασκείται στην ραδιοτηλεόραση από το Ε.Σ.Ρ. καθώς και στα κριτήρια αυτού του ελέγχου:

"2. Η ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους. O έλεγχος και η επιβολή των διοικητικών κυρώσεων υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης που είναι ανεξάρτητη αρχή, όπως νόμος ορίζει. O άμεσος έλεγχος του Κράτους, που λαμβάνει και τη μορφή του καθεστώτος της προηγούμενης άδειας, έχει ως σκοπό την αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων, καθώς και προϊόντων του λόγου και της τέχνης, την εξασφάλιση της ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης και η πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας, καθώς και το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και την προστασία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας.
Νόμος ορίζει τα σχετικά με την υποχρεωτική και δωρεάν μετάδοση των εργασιών της Βουλής και των επιτροπών της, καθώς και προεκλογικών μηνυμάτων των κομμάτων από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα."

Η αυτονόμηση των "σκοπών του άμεσου ελέγχου του κράτους"  και η αναγωγή τους σε αυτοτελείς κανόνες από τους οποίους απορρέει και η υποχρέωση διαρκούς λειτουργίας της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης - ενώ η διάταξη δεν διακρίνει ανάμεσα σε ιδιωτικά και δημόσια μ.μ.ε.- φαίνεται σαν λήψη του ζητουμένου: ο έλεγχος επιβάλλεται επειδή υπάρχει η ραδιοτηλεόραση, δεν επιβάλλει ο ίδιος την ύπαρξή της. Το άρθρο 15 παρ. 2 αναφέρεται στον έλεγχο του κράτους επί της ραδιοτηλεόρασης, δεν αναφέρει ότι το κράτος οφείλει να παρέχει ραδιοτηλεοπτικό προϊόν. Είναι άλλο ο έλεγχος να έχει σκοπό την αντικειμενικότητα και την εξασφάλιση της ποιότητας και είναι άλλο να παρέχει ο ελεγκτής την αντικειμενική ενημέρωση. Σαφέστατα πρόκειται για μια απόφαση της Επιτροπής Αναστολών που δεν επιβάλλεται να παρέχει την πλήρη αιτιολογία που θα είχε μια απόφαση της Ολομέλειας επί της αίτησης ακύρωση, η οποία απόφαση αν συνεχίσει να κινείται στην κατεύθυνση αυτού του διατακτικού, θα πρέπει να στοιχειοθετήσει με πιο στέρεα θεμελίωση την αρχή της συνεχούς λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης και ιδίως την εφαρμογή της στην περίπτωση της ΕΡΤ.

Τέλος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και  η ακροτελεύτια πρόταση του σκεπτικού της απόφασης της Επιτροπής Αναστολών: 

 Η Επιτροπή επιφυλάσσεται να επανέλθει αυτεπαγγέλτως εντός ευλόγου χρόνου για να διαπιστώσει αν έλαβε χώρα συμμόρφωση προς τα ανωτέρω κριθέντα.

 Με αυτή την σκέψη, η Επιτροπή Αναστολών αναφέρεται στην μέριμνα που σκοπεύει να επιδείξει ως προς την εφαρμογή της απόφασής της. 

Τετάρτη, Ιουνίου 19, 2013

Tα Σημεία Εξυπηρέτησης Δημότη και η διαβούλευση μαζί του

Σήμερα ο Δήμος Αθηναίων με μια τελετή που έλαβε χώρα σ' ένα εμβληματικό τοπόσημο της πόλης, την Δημοτική Αγορά Κυψέλης, έθεσε σε λειτουργία μια σημαντική αυτο-διοικητική καινοτομία. Πρόκειται για τα Σημεία Εξυπηρέτησης Δημότη, δηλαδή κέντρα παροχής δημοτικών υπηρεσιών  που μέχρι σήμερα προσφέρονταν από διαφορετικές διευθύνσεις, τμήματα και γραφεία του Δήμου. Αξιοποιώντας τις δυνατότητες που παρέχει η τεχνολογία, οι τυποποιημένες συναλλαγές με τον Δήμο συγκεντρώνονται σε κάθε Σ.Ε.Δ., ενώ ταυτόχρονα "αποκεντρώνονται" σε καθεμιά από τις επτά Δημοτικές Κοινότητες της πόλης. Με αυτόν τον τρόπο, οι ενδιαφερόμενοι δεν χρειάζεται να περιφέρονται από υπηρεσία σε υπηρεσία, καθώς για 154 δημοτικές συναλλαγές θα μπορούν να εξυπηρετηθούν από τα Σ.Ε.Δ. (δείτε ποιες εδώ κι εδώ). 

Πρόκειται για ένα σημαντικό βήμα αποκέντρωσης και βελτίωσης του επιπέδου διαφάνειας των δημοτικών υπηρεσιών, καθώς η ηλεκτρονική διακυβέρνηση παρέχει τα εχέγγυα της απροσωπόληπτης επεξεργασίας των αιτημάτων των πολιτών. Τα Σ.Ε.Δ. συνδυάζουν λοιπόν την εμπειρία των Κέντρων Εξυπηρέτησης Πολιτών (που υποστηρίζουν αποκεντρωμένα τις συναλλαγές των πολιτών με το Κράτος, έργο του Σταύρου Μπένου), αλλά και την κουλτούρα της ενδοδημοτικής αποκέντρωσης που ξεκίνησε από τον Δήμο Αθηναίων στις αρχές του 1980. Τότε, επί δημαρχίας Δημήτρη Μπέη αποφασίστηκε η διαίρεση της Αθήνας σε επτά δημοτικά διαμερίσματα, ένα επιστημονικό έργο που ανέλαβε και διεκπεραίωσε ο πολεοδόμος - χωροτάκτης Αλέκος Πανταζής, συνεργάτης του Αντώνη Τρίτση. Η λειτουργία των διαμερισμάτων, έδωσε τότε νέα ανάταση σε ξεχασμένες γειτονιές του Δήμου που απέκτησαν δεκαπενταμελή διαμερισματικά συμβούλια που ασκούσαν τοπικές αρμοδιότητες. Με τον "Καλλικράτη"  καταγράφηκε η πρόθεση θεσμικής αναβάθμισης των Δημοτικών Κοινοτήτων, ενώ στη συνέχεια, με αμφιλεγόμενες νομοθετικές παρεμβάσεις  ο ρόλος τους φαίνεται να υπονομεύεται σοβαρά. Ο Δήμος Αθηναίων στρατηγικά τοποθέτησε τα Σ.Ε.Δ. στα καταστήματα των επτά Δημοτικών Κοινοτήτων, ώστε να επανέλθουν οι δημότισσες και οι δημότες στα τοπικά κέντρα αυτοδιοίκησης, αποσυμφορίζοντας κεντρικές υπηρεσίες που δέχονται κοινό σε συνθήκες πολλές φορές εντελώς ακατάλληλες, με "ουρές" όπου ο κόσμος αναμένει για πολλές ώρες (όπως στην "Πρόνοια" της οδού Αλεξάνδρας) και με αναπόφευκτες προστριβές που διαταράσσουν τις σχέσεις των πολιτών με τους εργαζόμενους και την δημοτική διοίκηση. 

Στην 6η Δημοτική Κοινότητα, το Σημείο Εξυπηρέτησης Δημότη δεν τοποθετήθηκε στο κατάστημα που εδρεύει το Συμβούλιο, αλλά σε ένα από τα καταστήματα της Δημοτικής Αγοράς Κυψέλης. Μαζί με αυτό, δημιουργήθηκε σε άλλο κατάστημα της Αγοράς κι ένα Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών. Με αυτόν τον τρόπο ξεκινάει η διευθέτηση μιας εκκρεμότητας που ξεκίνησε από τον Αύγουστο του 2012,  όσον αφορά την Δημοτική Αγορά Κυψέλης. Ο Δήμαρχος Αθηναίων κ. Γιώργος Καμίνης στην ομιλια του απόψε ζήτησε από τους πολίτες να καταθέσουν τις προτάσεις τους για την τύχη των υπόλοιπων καταστημάτων της Δημοτικής Αγοράς Κυψέλης, ώστε να γίνει μια "διαβούλευση" για το θέμα. Όρισε μάλιστα ένα συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα (15 ημερών, αν δεν κάνω λάθος), μέσα στον οποίο οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να στείλουν μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, twitter κλπ. 

Εδώ όμως, παράλληλα προς την  ευφορία της νέας αρχής των Σ.Ε.Δ. και της μερικής επαναλειτουργίας της Δημοτικής Αγοράς Κυψέλης, αρχίζουν ορισμένες κριτικές παρατηρήσεις. Δεν είναι η πρώτη φορά που Δήμος Αθηναίων εξαγγέλλει "διαβούλευση" για την τύχη του νεότερου μνημείου. Το ίδιο είχε γίνει και μετά την επιχείρηση επανάκτησης του χώρου από την δημοτική αρχή τον Αύγουστο του 2012. Ορίστηκαν συλλογικότητες και φορείς για να καταθέσουν τις προτάσεις τους, κατέθεσαν προτάσεις, ακολούθησε μια άτυπη κωδικοποίηση που η ακρίβειά της αμφισβητήθηκε από κάποιες πλευρές συμμετεχόντων, ενώ τα αποτελέσματα ουδέποτε δημοσιοποιήθηκαν από τον Δήμο. Όπως είχα επισημάνει ως Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης με την σχετική ειδική πρόταση προς τον Δήμαρχο, τα αποτελέσματα εκείνης της διαβούλευσης έπρεπε να είχαν δημοσιευθεί για λόγους διαφάνειας. 

Όσο κι αν είναι θετικό να κηρύσσει περιόδους υποδοχής προτάσεων ο Δήμος, ή να ιδρύει ιστοσελίδες για διαδικτυακή διαβούλευση, οι κινήσεις αυτές θα αποτελούν πάντα χειρονομίες καλής θελήσεως, στο πλαίσιο του υφιστάμενου συνταγματικού δικαιώματος του πολίτη να αναφέρεται στις αρχές. Αλλά, μέχρι εκεί. Το άρθρο 76 του "Καλλικράτη" προβλέπει ότι σε δήμους άνω των 10.000 κατοίκων συγκροτείται Δημοτική Επιτροπή Διαβούλευσης, η οποία στελεχώνεται με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου με 25 έως 50 μέλη που εκπροσωπούν τοπικούς, επιστημονικούς, εθελοντικούς φορείς και άλλες συλλογικότητες, αλλά και μεμονωμένους δημότες. Η διατύπωση γνώμης από την Δημοτική Επιτροπή Διαβούλευσης δεν αποκλείει την ηλεκτρονική διαβούλευση με τους πολίτες, αναφέρει ο Καλλικράτης. Το άρθρο 76 προβλέπει έναν συγκεκριμένο δημοτικό θεσμό, με αυξημένη νομιμοποίηση από το Δημοτικό Συμβούλιο (επιλογή προσώπων με πλειοψηφία 2/3), λειτουργούντος υπό την προεδρία του Δημάρχου ή Αντιδημάρχου και με βάση προκαθορισμένη διαδικασία. Όλα αυτά αποτελούν εγγυήσεις για την διοργάνωση μιας θεσμικής δημοτικής διαβούλευσης, ώστε το αποτέλεσμά της να μην μπορεί εύκολα να παραβλεφθεί, αλλά και που ως διαδικασία δεν θα αμφισβητηθεί με την ευκολία που αυτό θα γινόταν για μια άτυπη διαβούλευση. 

Ένας Δήμος που πρωτοπορεί και δημιουργεί νέους θεσμούς, όπως τα δημοτικά διαμερίσματα πριν 30 χρόνια και τα Σ.Ε.Δ. σήμερα, πρέπει να διαθέτει όλα τα θεσμικά όργανα που προβλέπει ο "Καλλικράτης", δηλαδή η κείμενη νομοθεσία. Η απόφαση για το μέλλον της Δημοτικής Αγοράς Κυψέλης είναι χρήσιμο να έχει λάβει υπόψη και την γνωμοδότηση της Δημοτικής Επιτροπής Διαβούλευσης του Δήμου Αθηναίων. 


Τρίτη, Ιουνίου 18, 2013

H "αυθεντική" ερμηνεία της προσωρινής διαταγής του ΣτΕ

Ένα από τα στοιχεία εκφυλισμού του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά τα τελευταία έτη είναι ότι δεν έχει καταφέρει να διαφυλάξει την μυστικότητα των διασκέψεων των μελών του. Πολύ συχνά, σε πολύκροτες υποθέσεις, το "αποτέλεσμα της διάσκεψης", δηλαδή το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουν οι δικαστές πριν καν συντάξουν και υπογράψουν το σχέδιο της δικαστικής απόφασης, καθίσταται αντικείμενο "διαρροής" προς τα μέσα ενημέρωσης, με τραγελαφικές συνέπειες, όπως προ μηνών η παρέμβαση υφυπουργού για την αναστολή εφαρμογής νόμου που εφέρετο ότι είχε κηρυχθεί αντισυνταγματικός από τη "διάσκεψη". 

Από χθες σημειώνεται άλλη μια πρωτοφανής παρατυπία που αποδίδεται στο Συμβούλιο της Επικρατείας, χωρίς βέβαια να έχει επιβεβαιωθεί η διαψευσθεί: η "ερμηνεία" της προσωρινής διαταγής του Προέδρου του. Πριν από λίγο ρώτησα έναν δημοσιογράφο την προέλευση ή έστω την πρώτη δημοσίευση αυτών των "ερμηνειών", για να μου υποδειχθεί το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων. Update: 18.6.13, 23:23, o Πρόεδρος του ΣτΕ διαψεύδει ότι προέρχονται από τον ίδιο οι διευκρινίσεις, σύμφωνα με ανάρτηση στην ιστοσελίδα της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ.

Η ερμηνεία που διευκολύνει την ορθή εφαρμογή μιας προσωρινής διαταγής ακούγεται κατ΄αρχήν μια ευγενική χειρονομία από μια κλειστή και απροσπέλαστη κρατική λειτουργία όπως η Δικαιοσύνη. Ποιός θα ήταν αρμοδιότερος να εξηγήσει στους αποδέκτες της προσωρινής διαταγής το αληθές νόημά της, τις περαιτέρω επιπτώσεις της στη γενικότερη υπόθεση και την πρακτική δυνατότητα εφαρμογής της, από τον ίδιο τον συντάκτη της; Οι διευκρινίσεις αυτές λοιπόν χαιρετίζονται ως θετικές ενέργειες που καταλύουν το αόρατο τοίχος που διαχωρίζει την εξουσία από τον λαό και ενισχύουν την διαφάνεια και την λογοδοσία μιας δικαιοσύνης που ανταποκρίνεται στις επικρίσεις για το δυσνόητο ενός προϊόντος της και σπεύδει να επανορθώσει. 

Μόνο που οι συγκεκριμένες διευκρινίσεις, σε ένα βαθμό, θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται στο ίδιο το κείμενο της προσωρινής διαταγής. Σε χρόνο δηλαδή προγενέστερο των προσπαθειών να ερμηνευθεί η προσωρινή διαταγή και ως προς τις πτυχές της που αφορούν τα εργασιακά δικαιώματα και την ισχύ ή μη των συμβάσεων των εργαζομένων. Η διάταξη που αναφέρεται στην συνέχιση της μετάδοσης των εκπομπών και η προσπάθει να ερμηνευθεί ως έμμεση ακύρωση των απολύσεων αποτέλεσε αφορμή για να επέμβει και πάλι το Συμβούλιο της Επικρατείας και να "διευκρινίσει" ότι "δεν είναι αυτο που νομίζουμε". Υπενθυμίζοντας ότι δεν υπάρχει κάποια απόλυτη προϋπόθεση της προσωρινής ακύρωσης των απολύσεων για να εξακολουθήσει η  μετάδοση του σχήματος και ότι είναι έργο της Διοίκησης, δηλ. των υπουργών και της κυβέρνησης, να αποφασίσουν με ποιο πλαίσιο εργασιακής σχέσης θα απασχοληθούν οι εργαζόμενοι στη μεταβατική περίοδο εξακολούθησης της λειτουργίας της ΕΡΤ. 

Πέρα όμως από αυτές τις "διευκρινίσεις", στο ΣτΕ αποδίδονται και προτάσεις υλοποίησης της απόφασης με συγκεκριμένες διοικητικές πρακτικές, όπως ο διορισμός Διαχειριστή κλπ! Αυτού του είδους οι συμβουλές δεν μπορούν να αποτελούν αντικείμενο δικαστικής κρίσης, αλλά ούτε και ερμηνείας, έστω άτυπης, από τους ίδιους τους δικαστές. Αν η κυβέρνηση επιλέξει να αναστείλει προσωρινά την απόλυση όλων των εργαζομένων, με σχετική τροποποίηση της επίμαχης Κ.Υ.Α., έχει κάθε δικαίωμα κι εξουσία να το πράξει. Η εμβάπτιση όμως της μίας ή της άλλης πολιτικής επιλογής στην κολυμβήθρα της "αυθεντικής ερμηνείας" της προσωρινής διαταγής αποτελεί ενέργεια που προκαλεί σοβαρές αμφιβολίες για την διάκριση των λειτουργιών, αν όντως προέρχονται από το ΣτΕ. 

Η δικαστική ερμηνεία δικαστικής απόφασης σε περιπτώσεις που υπάρχουν αμφιβολίες για κεφάλαιά της και το νόημά της αποτελεί θεσμοθετημένη διαδικασία που κινείται με πρωτοβουλία των διαδίκων ή τρίτων που μπορεί να έχουν έννομο συμφέρον από αυτήν. Είναι μια διαδικασία που ενέχει συγκεκριμένες εγγυήσεις, με τήρηση της προηγούμενης ακρόασης και των δύο πλευρών και την δυνατότητα συμβολής κάθε μιας πλευράς στην εξεύρεση του αληθούς νοήματος του δικαστικού κειμένου. Οι μονομερείς διευκρινιστικές διαρροές δεν εξυπηρετούν πάντοτε τις αρχές της διαφάνειας, της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας και της ίσης μεταχείρισης, ακριβώς επειδή στερούνται οποιασδήποτε δικονομικής και γενικότερα δικαϊκής εγγύησης. 




Δευτέρα, Ιουνίου 17, 2013

H προσωρινή διαταγή για την ΕΡΤ

Η προσωρινή διαταγή που εξέδωσε ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας επί του σχετικού αιτήματος για την προσωρινή αναστολή ισχύος της κοινής υπουργικής απόφασης με την οποία έπαυσε η λειτουργία της ΕΡΤ Α.Ε. εμπεριέχει πλήρως το στοιχείο της λακωνικότητας -μέχρι έλλειψης!- αιτιολογίας που παρουσιάζει το συγκεκριμένο ιδιόμορφο είδος δικαστικής παρέμβασης, αλλά σε συνδυασμό και με προς μια εξαιρετικά κρυπτική κι ενδιαφέρουσα ως προς την ερμηνεία της νομική κρίση.

Η προσωρινή διαταγή διατάσσει την αναστολή της διακοπής μετάδοσης των εκπομπών και της λειτουργίας των ιστότοπων της ΕΡΤ Α.Ε. καθώς και την περιέλευση των συχνοτήτων της ΕΡΤ σε ανενέργεια. Η εκτέλεση της προσβαλλόμενης κοινής υπουργικής απόφασης αναστέλλεται μόνο ως προς αυτό το μέρος της και οι Υπουργοί διατάσσονται να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για την συνέχιση της λειτουργίας της ΕΡΤ.

Το πιο ενδιαφέρον νομικά είναι ότι η προσωρινή διαταγή δεν βασίζεται ευθέως σε κάποια κρίση αντισυνταγματικότητας της Κ.Υ.Α. Δηλαδή δεν αναφέρει ότι η κοινή υπουργική απόφαση πρέπει να καταργηθεί επειδή είναι αντίθετη σε κάποια διάταξη του Συντάγματος, όπως το δικαίωμα καθενός στην πληροφόρηση (άρθρο 5Α) ή στον άμεσο έλεγχο του κράτους στην τηλεόραση (άρθρο 15) ή στο δικαίωμα δίαδοσης των στοχασμών (άρθρο 14) ή, τελικά, στον δημοκρατικό χαρακτήρα του πολιτεύματος (άρθρο 1 παρ.1). Η προσωρινή διαταγή αναφέρεται ρητά μόνο στην κοινή ραδιοτηλεοπτική νομοθεσία, δηλαδή το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 1730/1987, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 19 παρ. 1 του ν. 1866/1989 (Α 222) που κατοχυρώνει την συμβολή δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα στην ενημέρωση, στη μόρφωση και στην ψυχαγωγία του ελληνικού λαού και της ομογένειας. Με αυτή την συνοπτική αιτιολογική διαπίστωση, η προσωρινή διαταγή εμφανίζεται να κρίνει απλώς αντίθετη στο νόμο την Κ.Υ.Α., ως προς την έλλειψη  ενδεχομένως λ.χ. μιας μεταβατικής διάταξης που θα επέβαλε την εξακολούθηση της λειτουργίας μέχρι την ίδρυση του νέου φορέα δημόσιας ραδιοτηλεόρασης.

Η γνώμη μου όμως είναι ότι η ανάγνωση συτή δεν είναι ολοκληρωμένη. Η Κ.Υ.Α βασίστηκε σε μια εξουσιοδοτική διάταξη νόμου, του άρθρου 14Β του ν.3429/2005 που προστέθηκε με το άρθρο 66 του ν.4002/2011. Ο νόμος αυτός αναφέρει πολύ απλά ότι με Κ.Υ.Α μπορεί να καταργηθεί η ΕΡΤ, όπως και άλλες κρατικές ετσιρίες. Ο νόμος αυτός έχει απολύτως ίση τυπική ισχύ με τον ν.1730/1987 και τον ν.1866/1989 που ορίζουν την αποστολή της ΕΡΤ, μόνο που είναι μεταγενέστερος.  Επίσης, στον νόμο του 2011 ουδεμία επιφύλαξη υπέρ της νομοθεσίας περί ΕΡΤ υπάρχει. Δηλαδή δεν διαχωρίζεται η αρμοδιότητα κατάργησης της ΕΡΤ από την αρμοδιότητα περί διακοπής της λειτουργίας της! Θεωρώ ότι οι δύο αυτοί νόμοι δεν βρίσκονται σε σχέση υπεροχής ο ένας σε σχέση με τον άλλο, αλλά και ότι η εφαρμογή του νεότερου νόμου δεν μπορεί να εξαρτάται από την συνέχιση ισχύος του παλαιότερου. Πώς θα καταργηθεί η ΕΡΤ, αν ταυτόχρονα πρέπει να ασκεί την αποστολή της, χωρίς μια μεταβατική διάταξη που να το επιβάλλει και χωρίς να πρέπει να ανατρέξουμε σε υπερκείμενους κανόνες; 

Παρά την σεμνή διατύπωση, η προσωρινή διαταγή δεν μπορεί παρά να υποκρύπτει μια συνταγματικού δικαίου κρίση: επιτρέπεται μεν η κατάργηση της ΕΡΤ, αλλά το νομικό πλαίσιο θα έπρεπε να προβλέπει και ότι δεν διακόπτεται η λειτουργία της μέχρι τη διάδοχη νομική κατάσταση. Αυτή η δικαστική "βελτίωση" της νομοθεσίας θα ήταν εντελώς αυθαίρετη, εάν δεν είχε κάποιο υπόβαθρο σε επίπεδο συνταγματικού δικαίου ή έστω σε επίπεδο γενικών αρχών του δικαίου. Με δεδομένη την έλλειψη μιας συνταγματικής διάταξης που να επιβάλλει την υποχρέωση του κράτους σε διαρκή παραγωγή ραδιοτηλεοπτικού προϊόντος καταλήγω στην άλλη εκδοχή. Κατά την οποία,το ΣτΕ υπενθυμίζει ότι σε κάθε διάταξη που καταργεί μια δημόσια παροχη, πρέπει να υπάρχει μεταβατική διάταξη που να μην αναστέλει ούτε προσωρινά την συνέχιση αυτής της παροχής. Αυτή όμως δεν είναι μια συνταγμστικού δικαίου στάθμιση, αλλά η διαπίστωση δυσαρμονίας προς τις γενικές αρχές του δικαίου και τις αρχές της καλής νομοθέτησης. 

Κυριακή, Ιουνίου 16, 2013

Η μεγάλη συζήτηση για την ΕΡΤ

Χθες στο web radio του Amagi είχα την χαρά να συντονίσω μια μεγάλη συζήτηση για την ΕΡΤ.

Μπορείτε να την ακούσετε κάνοντας κλικ εδώ.

Με ιδιαίτερη έμφαση στο νομικό σκέλος της υπόθεσης (στην ανάλυση του οποίου συνέβαλαν ο επίκουρος καθηγητής της φιλοσοφίας του δικαίου της νομικής του ΑΠΘ κ. Ανδρέας Τάκης και  ο λέκτορας της νομικής του ΔΠΘ κ. Βασίλης Χατζηιωάννου), αλλά και στο πολιτικό σκέλος (με τοποθετήσεις του πρώην υπουργού κ. Ηλία Μόσιαλου, του προέδρου της Δράσης κ. Θεόδωρου Σκυλακάκη, της βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ κ. Ρένας Δούρου, του εκπροσώπου της ΔΗΜΑΡ κ. Ανδρέα Παπαδόπουλου και του εκπροσώπου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ κ. Πέτρου Κωνσταντίνου) καθώς και με φιλοξενία των εμπειριών ανθρώπων που εργάστηκαν στην ΕΡΤ (ο δημοσιογράφος και δημοτικός σύμβουλος κ. Γιώργος Αμυράς και η δημοσιογράφος και αναπληρώτρια καθηγήτρια δημοσιογραφίας κ. Σοφία Ιορδανίδου) και με τον σχολιασμό του  επιχειρηματία κ. Γρηγόρη Φαρμάκη, θεωρώ ότι το θέμα καλύφθηκε από όλες τις πλευρές. 

Τουλάχιστον μέχρι να εκδοθεί η πιο πολυαναμενόμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, την Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013. 

Κυριακή, Ιουνίου 09, 2013

Η "άρνηση γενοκτονίας" κατά το ευρωπαϊκό δίκαιο

Η συζήτηση για την θέσπιση νέων ποινικών διατάξεων για την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας εκκινεί από την υποχρέωση της Ελλάδας να ενσωματώσει στο εθνικό δίκαιο την Απόφαση - πλαίσιο 2008/913/ΔΕ του Συμβουλίου της ΕΕ. Η απόφαση - πλαίσιο αποσκοπεί κυρίως στον συντονισμό των νομοθεσιών των κρατών - μελών της ΕΕ, προκειμένου να προωθηθεί η συνεργασία των κρατών μελών σε αστυνομικές και δικαστικές υποθέσεις. Η Ελλάδα έχει από το 1979 έναν νόμο για την καταπολέμηση των φυλετικών διακρίσεων. Αυτό που δεν έχει και είναι η ουσιαστικότερη απόκλιση του εθνικού δικαίου από την Απόφαση - πλαίσιο είναι μια διάταξη που να στοχοποιεί την "αρνηση γενοκτονιών", όπως θα λέγαμε σχηματικά το εν λόγω αδίκημα που προβλέπεται σε άλλες χώρες της Ευρώπης.

Η Απόφαση - πλαίσιο θεσπίστηκε το 2008, όταν ήταν ήδη γνωστές οι ενστάσεις για τέτοιου είδους νομοθεσίες, ως προς τον σεβασμό της ελευθερίας της έκφρασης από τους αρνητές του Ολοκαυτώματος, τους αναθεωρητές ιστορικούς που εξέφραζαν μια ιστορική άποψη διαφορετική από την "επίσημη" ή την κρατούσα σχετικά με τα γεγονότα του Γ' Ράιχ. Το 2008 η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε πλήρη επίγνωση της κριτικής που είχε αναπτυχθεί εναντίον αυτών των νομοθεσιών, αλλά και των διαδικασιών που υπέβαλαν σε έλεγχο συμβατότητας αυτών των διατάξεων προς την ελευθερία της έκφρασης. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση ελέγχου του γαλλικού νόμου Γκεϊσό ήταν η υπόθεση Faurisson κατά Γαλλίας. Η υπόθεση έφτασε στην Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου των Ηνωμένων Εθνών που ελέγχει κατά πόσον τα κράτη τηρούν το Διεθνές Σύμφωνο για τα Πολιτικά Δικαιώματα, στο άρθρο 19 του οποίου προστατεύεται η ελευθερία της έκφρασης. Η Επιτροπή έκρινε ότι ο νόμος Γκεϊσό, όπως εφαρμόστηκε από την δικαιοσύνη στην υπόθεση Faurisson δεν ήταν αντίθετος στην ελευθερία της έκφρασης γιατί δεν τιμωρούσε την άποψη, αλλά προστάτευε τους Εβραίους από τον κίνδυνο της εναντίον τους δημιουργίας ενός κλίματος αντισημιτισμού. Έτσι, η Ευρωπαϊκή Ένωση όταν αποφάσισε να τυποποιηθεί η άρνηση γενοκτονιών κλπ, έλαβε ιδιαίτερα υπόψη της ότι δεν πρέπει να ποινικοποιηθεί η διαφορετική άποψη αλλά κυρίως οι συνέπειες που μπορεί να έχει η έγερση βίας εναντίον ατόμων ή ομάδων για μη επιλεγόμενες, εγγενείς ιδιότητες. 

Η τυποποίηση του αδικήματος στην επίμαχη απόφαση πλαίσιο είναι η εξής:

Άρθρο 1 

1. Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίσει ότι τιμωρούνται οι ακόλουθες εκ προθέσεως τελούμενες πράξεις:
α)...
β) ...
γ) η δημόσια επιδοκιμασία, η άρνηση ή η χονδροειδής υποτίμηση της σοβαρότητας όσον αφορά εγκλήματα γενοκτονίας, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και εγκλήματα πολέμου, όπως ορίζονται στα άρθρα 6, 7 και 8 του Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, και η οποία στρέφεται κατά ομάδας προσώπων ή μέλους ομάδας που προσδιορίζεται βάσει της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, των γενεαλογικών καταβολών ή της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής όταν η συμπεριφορά εκδηλώνεται κατά τρόπο που είναι πιθανόν να υποκινήσει βία ή μίσος στρεφόμενο κατά μιας τέτοιας ομάδας ή μέλους μιας τέτοιας ομάδας,
δ) η δημόσια επιδοκιμασία, άρνηση ή χονδροειδής υποτίμηση της σοβαρότητας των εγκλημάτων τα οποία ορίζονται στο άρθρο 6 του Καταστατικού του Διεθνούς Στρατοδικείου που προσαρτάται στη συμφωνία του Λονδίνου της 8ης Αυγούστου 1945, η οποία στρέφεται κατά ομάδας προσώπων ή μέλους τέτοιας ομάδας που προσδιορίζεται βάσει της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, των γενεαλογικών καταβολών ή της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, όταν η συμπεριφορά εκδηλώνεται κατά τρόπο που είναι πιθανόν να υποκινήσει βία ή μίσος στρεφόμενο κατά μιας τέτοιας ομάδας ή μέλους μιας τέτοιας ομάδας.


 Επομένως, το αδίκημα όπως τυποποιείται από το ευρωπαϊκό δίκαιο που πρέπει να ενσωματώσουμε δεν περιορίζεται στην "άρνηση γενοκτονίας", αλλά συνοδεύεται και από την προϋπόθεση του κινδύνου επέλευσης ενός αποτελέσματος που αφορά την υποκίνηση βίας ή μίσους εναντίον ατόμου ή ομάδας. Με αυτόν τον τρόπο, η ΕΕ δεν καλεί σε ποινικοποίηση του  "μισαλλόδοξου λόγου", αλλά καλεί τα κράτη να συνδέσουν αναπόσπαστα την τιμωρητική διάταξη με την πιθανή υποκίνηση εγκληματικού αποτελέσματος. Στο άρθρο 2 της Απόφασης - πλαίσιο μάλιστα αναγνωρίζεται και η ευρύτατη ευχέρεια των κρατών για την επίτευξη του τιμωρητικού αποτελέσματος: "τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέγουν να τιμωρούν μόνον συμπεριφορά η οποία είτε εκδηλώνεται κατά τρόπο που διαταράσσει τη δημόσια τάξη είτε έχει απειλητικό, υβριστικό ή προσβλητικό χαρακτήρα."  Άρα, το πώς θα επιτευχθεί αυτή η ισορροπία στο εθνικό δίκαιο είναι αρμοδιότητα του εθνικού νομοθέτη.

  Πάντως οι ενστάσεις για την αοριστία της παραπάνω διατύπωσης, οι οποίες είναι εύλογες δεδομένου ότι με τον νόμο αυτόν θα ρυθμίζεται η σχέση δύο συνταγματικών δικαιωμάτων δηλαδή αφενός η ελευθερία της έκφρασης (άρθρο 14 του Σ.) κι αφετέρου η προστασία της ελευθερίας, τιμής και ζωής καθενός που βρίσκεται στην Ελληνική επικράτεια (άρθρο 5 παρ. 2 του Σ.), θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να συσσχετίζονται με τον νομοτεχνικά αποδεκτό βαθμό γενικότητας που περιέχουν οι ήδη υφιστάμενες διατάξεις του ποινικού κώδικα - εκείνες που δεν έχουν δημιουργήσει πρόβλημα συνταγματικότητας. 

Κατά τη γνώμη μου, το πλαίσιο διάταξης που ορίζει η απόφαση της ΕΕ είναι πιο συγκεκριμένο από υφιστάμενες διατάξεις του Ποινικού Κώδικα που είναι διατυπωμένες με σαφέστατα μεγαλύτερο βαθμό αφαίρεσης. Ας δούμε λ.χ. την διάταξη που τιμωρεί το ποινικό αδίκημα της απειλής (άρθρο 333 Π.Κ.):

"Όποιος προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή". 

Υπάρχει καμια αμφιβολία ότι η διατύπωση αυτή είναι πιο αόριστη από την τυποποίηση της Απόφασης - πλαίσιο για την "άρνηση γενοκτονιών"; Αν κάποιος δεν είχε ποτέ του εμπειρία εφαρμογής ποινικού δικαίου θα έλεγε κι εδώ "θα ποινικοποιήσουμε τον "τρόμο" και την "ανησυχία";" Ουδείς βέβαια ασχολείται, γιατί το άρθρο 333 εφαρμόζεται κάθε μέρα από τα ποινικά δικαστήρια χωρίς να έχει διαπιστωθεί ποτέ η "αντισυνταγματικότητά" του ή οποιαδήποτε άλλη πρόσκρουση στις διατάξεις που κατοχυρώνουν την ελευθερία της έκφρασης.  Το ίδιο ισχύει και για πληθώρα άλλων διατάξεων. 

Επιπλέον, η παραπάνω διάταξη της Απόφασης - πλαίσιο παραπέμπει στο Καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου που τυποποιεί τα αδικήματα της γενοκτονίας, των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και τα εγκλήματα πολέμου. Επομένως, το εύρος αυτής της διάταξης εμπλουτίζεται και από το κανονιστικό περιεχόμενο αυτών των διατάξεων. Διαφωνώ όμως με το γεγονός ότι η διάταξη της Απόφασης - πλαίσιο επιβάλλει τον κολασμό στις περιπτώσεις των αδικημάτων που προβλέπονται από το Καταστατικό, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη δικαστικής απόφασης του Δ.Π.Δ. για το θέμα αυτό. Η τιμωρία μιας άρνησης γενοκτονίας χωρίς την ύπαρξη προηγούμενης δικαστικής απόφασης κατά τη γνώμη μου βρίσκεται σε σχέση έντασης με την ελευθερία της έκφρασης καθώς και  με μια αντίστροφη αλλά ισχύουσα εκδοχή του τεκμηρίου της αθωότητας: δεν υπάρχει κάποιο τεκμήριο "ενοχής" επειδή κάποιος θεωρεί ότι ουδέποτε τελέστηκε μια θηριωδία που εμπίπτει στην έννοια λ.χ. στα εγκλήματα πολέμου, χωρίς σχετική δικαστική κρίση. Αν ήταν έτσι, θα ήταν εντελώς περιττό το Δ.Π.Δ. Σε αυτό θεωρώ ότι υπάρχει πρόβλημα και ότι τα ελληνικά νομοσχέδια που προϋποθέτουν την ύπαρξη δικαστικών αποφάσεων κινούνται προς την σωστή διορθωτική κατεύθυνση.

Η έκφραση μιας γενικής γνώμης είναι εντελώς διαφορετική νομική κατηγορία από την υποκίνηση σε πράξεις βίας εναντίον ατόμων ή ομάδων. Ο κίνδυνος μια γνώμη να εκληφθεί ως υποκίνηση είναι υπαρκτός και με το ισχύον δίκαιο, ακόμη και ως προς το αδίκημα της απειλής καθώς και άλλα αδικήματα. Ο υπερτονισμός του κινδύνου όμως υποβαθμίζει την εμπειρία και επάρκεια των δικαστών, των δικηγόρων αλλά και γενικότερα της νομικής ως επιστήμης και ως συστήματος απονομής του δικαίου. Και αρνείται ότι οι αντιρατσιστικοί νόμοι ανταποκρίνονται σε συγκεκριμένες κοινωνικές ανάγκες. 



Τετάρτη, Ιουνίου 05, 2013

Σχόλια στο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο του ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ.

Η πρόταση νόμου που κατέθεσε η αξιωματική αντιπολίτευση εκκινεί από διαφορετική αφετηρία σε σχέση με τα δύο προηγούμενα νομοσχέδια που είδαν το φως της δημοσιότητας αυτές τις ημέρες. Ενώ η πρόταση ΠΑΣΟΚ/ΔΗΜΑΡ κινείται στην εξ ολοκλήρου κατάρτιση ενός νομοσχεδίου που ακολουθεί λίγο πολύ την δομή της Απόφασης - πλαίσιο του Συμβουλίου της ΕΕ για την καταπολέμιση ορισμένων μορφών ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του ποινικού δικαίου και ενώ η πρόταση της ΝΔ επεμβαίνει διορθωτικά και τροποποιητικά στον ήδη ισχύοντα Ν.927/1979, ο ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ. προτείνει νομοθετικές τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα σε συνδυασμό με την δημιουργία μιας νέας κρατικής δομής για την χάραξη και παρακολούθηση της εθνικής αντιρατσιστικής πολιτικής. 

Η βασική νομοθετική τροποποίηση είναι η εισαγωγή μιας νέας νομικής έννοιας, του εγκλήματος "με ρατσιστικά χαρακτηριστικά", το οποίο μπορεί να είναι εν δυνάμει κάθε αδίκημα του Π.Κ. εάν ο λόγος της τέλεσης της πράξης είναι συγκεκριμένες ιδιότητες του θύματος. Σε αυτή την περίπτωση, τα "ρατσιστικά χαρακτηριστικά" του νομοσχεδίου αποτελούν επιβαρυντική περίσταση και λόγο για ειδικότερες ποινές, όπως η στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων κλπ. 

Αντί δηλαδή να τυποποιηθεί ένα νέο ποινικό αδίκημα (όπως η "δημόσια υποκίνηση σε πράξεις βίας / μίσους" του νομοσχεδίου ΠΑΣΟΚ/ΔΗΜΑΡ), το νομοσχέδιο προσφέρει ένα συμπλήρωμα στο γενικό μέρος του Ποινικού Κώδικα. 


Τα νομικά προβλήματα που παρουσιάζει η πρόταση του ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ είναι ότι:

1)  δεν ξεκαθαρίζει την σχέση της πρότασης με τον υφιστάμενο Ν.927, αν δηλαδή τον καταργεί ως ειδικότερος νεότερος νόμος ή αν εξακολουθεί να ισχύει αυτός και μετά την τυχόν θέσπιση του νομοθετήματος (πιο πιθανό). Για λόγους ασφάλειας δικαίου θα πρέπει να ξεκαθαρίσει αν το νομοσχέδιο λειτουργεί παραπληρωματικά ή καταργητικά προς τον νόμο. Από την ίδια  την αιτιολογική έκθεση φαίνεται μάλλον να λειτουργεί παραπληρωματικά, καθώς στην 6η παράγραφο αναφέρεται μεταξύ άλλων: "Στο νόμο αυτό, ο νομοθέτης προέβλεψε την ποινική απαξία της έκφρασης ρατσιστικών ιδεών, όχι όμως και της τέλεσης πράξεων με ρατσιστικά χαρακτηριστικά". Η κρίση αυτή είναι εσφαλμένη, καθώς 
i) στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν.927 τιμωρείται η προτροπή σε τέλεση ρατσιστικών πράξεων, 
ii) στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου προβλέπεται ξεκάθαρα ως τιμωρούμενη πράξη η συμμετοχή σε ρατσιστική οργάνωση και 
iii) στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου τιμωρείται η άρνηση παροχής αγαθών ή υπηρεσιών για ρατσιστικούς λόγους ( αν και το άρθρο αυτό καταργήθηκε με το πολύ πιο συγκεκριμένο αλλά ταυτόσημο άρθρο 16 του Ν.3304/2005). 
Και τα τρία αυτά αδικήματα δεν αφορούν την "απαξία έκφρασης ρατσιστικών ιδεών", αλλά την τέλεση ρατσιστικών πράξεων. Πάντως, πιο υποστηρίξιμη είναι η εκδοχή ότι η πρόταση νόμου του ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ δεν καταργεί τον ν.927, παρά τις ελευθεριακές "κορώνες" στην αιτιολογική έκθεση κατά της ποινικοποίησης μισαλλόδοξου λόγου: το νομοσχέδιο δεν καταργεί ρητώς τον ν.927.

2) δεν εναρμονίζει το εθνικό δίκαιο με την Απόφαση - πλαίσιο του Συμβουλίου της ΕΕ που ρητώς αναφέρει στο άρθρο 1 παρ. 1 ότι τα κράτη μέλη της ΕΕ πρέπει να τυποποιήσουν ως ποινικό αδίκημα


"γ) η δημόσια επιδοκιμασία, η άρνηση ή η χονδροειδής υποτίμηση της σοβαρότητας όσον αφορά εγκλήματα γενοκτονίας, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και εγκλήματα πολέμου, όπως ορίζονται στα άρθρα 6, 7 και 8 του Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, και η οποία στρέφεται κατά ομάδας προσώπων ή μέλους ομάδας που προσδιορίζεται βάσει της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, των γενεαλογικών καταβολών ή της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής όταν η συμπεριφορά εκδηλώνεται κατά τρόπο που είναι πιθανόν να υποκινήσει βία ή μίσος στρεφόμενο κατά μιας τέτοιας ομάδας ή μέλους μιας τέτοιας ομάδας,

δ) η δημόσια επιδοκιμασία, άρνηση ή χονδροειδής υποτίμηση της σοβαρότητας των εγκλημάτων τα οποία ορίζονται στο άρθρο 6 του Καταστατικού του Διεθνούς Στρατοδικείου που προσαρτάται στη συμφωνία του Λονδίνου της 8ης Αυγούστου 1945, η οποία στρέφεται κατά ομάδας προσώπων ή μέλους τέτοιας ομάδας που προσδιορίζεται βάσει της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, των γενεαλογικών καταβολών ή της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, όταν η συμπεριφορά εκδηλώνεται κατά τρόπο που είναι πιθανόν να υποκινήσει βία ή μίσος στρεφόμενο κατά μιας τέτοιας ομάδας ή μέλους μιας τέτοιας ομάδας."


Σημειωτέον ότι η παρ. 2 της Απόφασης - πλαίσιο αναφέρει ότι τα κράτη έχουν την ευχέρεια να επιλέξουν αν θα τιμωρείται η τέλεση των παραπάνω σε επίπεδο προσβολής / εξύβρισης (αυξημένη προστασία) ή αν πρέπει να διαταράσσεται και η δημόσια τάξη για να είναι αξιόποινη η πράξη (μειωμένη πρακτικά προστασία). Ωστόσο, σε αυτήν την  πρόταση νόμου δεν υπάρχει τίποτε από τα δύο. 


 Επομένως, η πρόταση του ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ. δεν ανταποκρίνεται σε αυτή την ευρωπαϊκού δικαίου διάταξη και η τυχόν ψήφισή της μπορεί να οδηγήσει την χώρα ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά τις 14 Νοεμβρίου 2013. 


3) Υπό την εκδοχή ότι η πρόταση νόμου δεν καταργεί τον Ν.927/1979, ο ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ εξακολουθεί να αφήνει με αυτήν την πρόταση αποποινικοποιημένο τον ομοερωτοφοβικό και τρανσφοβικό λόγο, διατηρώντας την τιμωρία μόνο σε επίπεδο "επιβαρυντικής περίστασης" που ούτως ή άλλως ισχύει και σήμερα με το άρθρο 79 και δεν εφαρμόστηκε ποτέ σε συνδυασμό με τα άρθρα 361 επ. Π.Κ. όταν έφτασαν στα δικαστήρια ομοερωτοφοβικά δημοσιεύματα. 

4) Υπό την εκδοχή ότι η πρόταση νόμου καταργεί τον Ν.927/1979 (δεν προκύπτει ρητώς από το νομοσχέδιο, αλλά πρέπει να διευκρινιστεί), το νομοσχέδιο αποκλίνει σημαντικά από το άρθρο 4 της Διεθνούς Σύμβασης για την καταπολέμηση πάσης μορφής φυλετικών διακρίσεων. 

5) Ενώ δημιουργεί αυτοτελή επιβαρυντική περίσταση (προτεινόμενο άρθρο 93Α), δεν καταργείται η υφιστάμενη επιβαρυντική περίσταση λόγω ρατσιστικών κινήτρων του άρθρου 79 παρ. 3 περ. δ' του Π.Κ. Έτσι, στο ίδιο κεφάλαιο του Ποινικού Κώδικα θα υπάρχει και η αυτοτελής και η "ατελής" επιβαρυντική περίσταση.


6) Δεν προβλέπονται ειδικές διατάξεις για την τέλεση των ρατσιστικών εγκλημάτων μέσω Διαδικτύου.


Από την άλλη πλευρά, η πρόταση του ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ παρουσιάζει πολύ πιο αναλυτικές, σαφείς και προστατευτικές διατάξεις όσον αφορά την προστασία των θυμάτων. Ενώ το νομοσχέδιο της ΝΔ δεν προβλέπει τίποτε γι' αυτό το θέμα,  και η πρόταση ΠΑΣΟΚ/ΔΗΜΑΡ αναφέρεται στην προστασία θυμάτων το άρθρο 7 περί μη απέλασης, η πρόταση ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ περιλαμβάνει μια ολοκληρωμένη περιγραφή της διαδικασίας και αφορά ευρύτερο πεδίο εφαρμογής. 


Επίσης, η πρόταση ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ προβλέπει την παροχή δωρεάν νομικής βοήθειας, με απαλλαγή πληρωμής παραβόλων κλπ και σαφέστερα ευρύτερη αναγνώριση του δικαιώματος άσκησης πολιτικής αγωγής σε νομικά πρόσωπα. 

Η προσωπικότητα δεν κληρονομείται νομικά.

 Οι κληρονόμοι πνευματικών ή συγγενικών δικαιωμάτων έχουν μόνο τις εξουσίες που τους απονέμει ο νόμος για την πνευματική ιδιοκτησία (Ν.2121/...