Δευτέρα, Νοεμβρίου 21, 2016

Πώς μένει έξω η Τοπική Αυτοδιοίκηση από το νομοσχέδιο ίσης μεταχείρισης

Το νομοσχέδιο περί ίσης μεταχείρισης που συζητείται αυτές τις μέρες από την αρμόδια Επιτροπή της Βουλής και θα εισαχθεί και στην Ολομέλεια για ψήφιση έχει ένα πολύ σοβαρό κενό: αφήνει εντελώς έξω από το πλαίσιο της ενεργητικής εφαρμογής τους Δήμους και τις Περιφέρειες!

Πώς γίνεται αυτό; Στο άρθρο 8 του νομοσχεδίου (βλ. εδώ) αναφέρεται ότι:

"Σε περίπτωση μη τήρησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης στο πλαίσιο της διοικητικής δράσης, παρέχεται στον βλαπτόμενο, πέραν της δικαστικής προστασίας, προστασία υπό τους όρους των άρθρων 24 έως και 27 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν.2690/1999 Α' 45)".

Για να δούμε, τι λένε αυτά τα άρθρα του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας:

Άρθρο 24


1. Αν από τις σχετικές διατάξεις δεν προβλέπεται η δυνατότητα άσκησης της, κατά το επόμενο άρθρο, ειδικής διοικητικής, ή ενδικοφανούς προσφυγής, ο ενδιαφερόμενος, για την αποκατάσταση υλικής ή ηθικής βλάβης των έννομων συμφερόντων του που προκαλείται από ατομική διοικητική πράξη μπορεί, για οποιονδήποτε λόγο, με αίτησή του, να ζητήσει, είτε από τη διοικητική αρχή η οποία εξέδωσε την πράξη, την ανάκληση ή την τροποποίησή της (αίτηση θεραπείας), είτε, από την αρχή η οποία προίσταται εκείνης που εξέδωσε την πράξη, την ακύρωσή της (ιεραρχική προσφυγή).
2. Η διοικητική αρχή στην οποία υποβάλλεται η, κατά την προηγούμενη παράγραφο, αίτηση οφείλει να γνωστοποιήσει στον ενδιαφερόμενο την απόφασή της για την αίτηση αυτή το αργότερο μέσα σε τριάντα (30) ημέρες, εκτός αν από ειδικές διατάξεις προβλέπεται διαφορετική προθεσμία.
3. Αν αρμόδια για την ανάκληση ή τροποποίηση ή την ακύρωση είναι άλλη διοικητική αρχή, εκείνη στην οποία κατατέθηκε η αίτηση θεραπείας ή η ιεραρχική προσφυγή οφείλει να τη διαβιβάσει στην αρμόδια αρχή το αργότερο μέσα σε πέντε (5) ημέρες. Και στην περίπτωση αυτή, η γνωστοποίηση της απόφασης της αρμόδιας αρχής, στον ενδιαφερόμενο, πρέπει να γίνεται μέσα στην κατά την προηγούμενη παράγραφο προθεσμία.
4. Αν η πράξη ακυρωθεί, η υπόθεση επανέρχεται στην αρχή που εξέδωσε την πράξη, εκτός αν οι σχετικές διατάξεις προβλέπουν αρμοδιότητα της προϊστάμενης αρχής για την έκδοσή της. 

Άρθρο 25


1. Οπου προβλέπεται από ειδικές διατάξεις, ο ενδιαφερόμενος, για την αποκατάσταση υλικής ή ηθικής βλάβης των έννομων συμφερόντων του που προκαλείται από διοικητική πράξη, μπορεί, με προσφυγή του, η οποία ασκείται ενώπιον του προβλεπόμενου από τις διατάξεις αυτές διοικητικού οργάνου και μέσα στην οριζόμενη από τις ίδιες προθεσμία, να ζητήσει, κατά περίπτωση, την ακύρωση ή την τροποποίηση της πράξης.
2. Το διοικητικό όργανο, ανάλογα με την πρόβλεψη των σχετικών διατάξεων, είτε εξετάζει μόνο τη νομιμότητα της πράξης, οπότε και μπορεί να την ακυρώσει εν όλω ή εν μέρει ή να απορρίψει την προσφυγή (ειδική διοικητική προσφυγή), είτε εξετάζει τόσο τη νομιμότητα της πράξης όσο και την ουσία της υπόθεσης, οπότε και μπορεί να ακυρώσει εν όλω ή εν μέρει ή να τροποποιήσει την πράξη ή να απορρίψει την προσφυγή (ενδικοφανής προσφυγή). Το αρμόδιο όργανο οφείλει να γνωστοποιήσει στον προσφεύγοντα την απόφασή του μέσα στην προθεσμία που τυχόν τάσσουν οι σχετικές διατάξεις, αλλιώς, στην περίπτωση μεν της ειδικής προσφυγής, το αργότερο μέσα σε τριάντα (30) ημέρες, στην περίπτωση δε της ενδικοφανούς προσφυγής, το αργότερο μέσα σε τρεις (3) μήνες.
3. Αν αρμόδιο να αποφανθεί για την ειδική διοικητική την ενδικοφανή, προσφυγή είναι άλλο διοικητικό όργανο, εκείνο στο οποίο αυτή κατατέθηκε οφείλει να τη διαβιβάσει στο αρμόδιο όργανο το αργότερο μέσα σε πέντε (5) ημέρες. Και στην περίπτωση αυτή, η γνωστοποίηση της απόφασης του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, στον ενδιαφερόμενο, πρέπει να γίνεται μέσα στις κατά την παρ. 2 προθεσμίες.

Άρθρο 26

Οταν ασκηθεί διοικητική προσφυγή, η αρμόδια για την εξέτασή της διοικητική αρχή μπορεί, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου ή και αυτεπαγγέλτως, να αναστείλει την εκτέλεση της διοικητικής πράξης ως ότου αποφανθεί για την προσφυγή και, πάντως, όχι πέρα από την προθεσμία που ορίζεται για την έκδοση της απόφασής της.

Όμως, στους Δήμους και τις Περιφέρειες δεν προβλέπεται η άσκηση αίτησης θεραπείας ή ιεραρχικής προσφυγής, ακριβώς διότι προβλέπεται εναντίον των πράξεων ή παραλείψεων των μονομελών ή συλλογικών οργάνων τους η ειδική διοικητική προσφυγή στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση που είναι αυτοτελής υπηρεσία του Υπουργείου Εσωτερικών και λειτουργεί σε επτά ευρύτερες περιοχές της χώρας. Συγκεκριμένα, με το άρθρο 227 του Ν.3852/2010 ("Πρόγραμμα Καλλικράτης"), ισχύει η εξής ειδική διοικητική προσφυγή:


1.α. Οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να προσβάλει τις αποφάσεις των συλλογικών ή μονομελών οργάνων των δήμων, των περιφερειών, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου αυτών και των συνδέσμων για λόγους νομιμότητας, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης ή την ανάρτησή της στο διαδίκτυο ή από την κοινοποίησή της ή αφότου έλαβε γνώση αυτής. β. Προσφυγή επιτρέπεται και κατά παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας των οργάνων της προηγούμενης παραγράφου. Στην περίπτωση αυτή η προσφυγή ασκείται εντός δεκαημέρου από την άπρακτη παρέλευση της ειδικής προθεσμίας που, τυχόν, τάσσει ο νόμος για την έκδοση της οικείας πράξης, διαφορετικά μετά την παρέλευση τριμήνου από την υποβολή της σχετικής αίτησης του ενδιαφερομένου.
2. Ο Ελεγκτής Νομιμότητας αποφαίνεται επί της προσφυγής μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών από την υποβολή της. Αν παρέλθει η ανωτέρω προθεσμία χωρίς να εκδοθεί απόφαση θεωρείται ότι η προσφυγή έχει σιωπηρώς απορριφθεί. 3. Η άσκηση της ειδικής διοικητικής προσφυγής αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων. 4. Ο Ελεγκτής Νομιμότητας είναι αρμόδιος να αποφαίνεται επί: α) αιτήσεων θεραπείας για έργα με προϋπολογισμό μέχρι 5.000.000 ευρώ προ Φ.Π.Α., μελετών και υπηρεσιών που υπάγονται στις διατάξεις του ν. 3316/2005 (ΦΕΚ 42 Α') και αφορούν δήμους, β) αιτήσεων θεραπείας για έργα με προϋπολογισμό μέχρι 5.000.000 ευρώ προ Φ.Π.Α., μελετών και υπηρεσιών που υπάγονται στις διατάξεις του ν. 3316/2005 (ΦΕΚ 42 Α') και αφορούν περιφέρειες.

Τα καθήκοντα του "Ελεγκτή της Νομιμότητας" ασκούν οι Συντονιστές των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων.Έτσι λοιπόν, η προστασία των άρθρων 24 έως 26 του Ν.2690/1999 δεν ισχύει για Δήμους και Περιφέρειες, αφού ελλείψει αίτησης θεραπείας και ιεραρχικής προσφυγής, οι υποθέσεις αυτές δεν μπορολύν να λυθούν σε αυτοδιοικητικό επίπεδο, αλλά μόνο "έξω" απο την τοπική αυτοδιοίκηση, στις Αποκεντρωμένες υπηρεσίες του υπουργείου Εσωτερικών. Αυτό βέβαια δεν είναι τοπική αυτοδιοίκηση!

Ορίζει επίσης το άρθρο 27 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας:

"Αν δεν είναι δυνατή η άσκηση, σύμφωνα με τα άρθρα 24 - 26, διοικητικής προσφυγής, ο ενδιαφερόμενος, για την αποκατάσταση υλικής ή ηθικής βλάβης των έννομων συμφερόντων του που προκαλείται από ενέργεια ή παράλειψη ενέργειας διοικητικής αρχής, μπορεί, με αίτησή του προς την αρχή αυτή, να ζητήσει την επανόρθωση ή την ανατροπή της βλάβης. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται, και στην περίπτωση αυτή, όσα ορίζονται στις παρ. 1 - 3 του άρθρου 4."

Όμως, αυτή η διάταξη δεν "σώζει" την κατάσταση, δεν επαναφέρει την υπόθεση στα αυτοδιοικητικά όργανα, αφού δεν ισχύει ότι "δεν είναι δυνατή η άσκηση, σύμφωνα με τα άρθρα 24-26 διοικητικής προσφυγής": αντιθέτως ΕΙΝΑΙ δυνατή η άσκηση προσφυγής, αλλά στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση του Υπουργείου Εσωτερικών, όχι στον Δήμο, ούτε στην Περιφέρεια!!!

Έτσι, δυστυχώς, το νομοσχέδιο για την ίση μεταχείριση βγάζει εντελώς έξω από το πεδίο της προστασιας του πολίτη από παραβάσεις της αρχής της ίσης μεταχείρισης τους Δήμους και τις Περιφέρειες. Η μόνη δυνατότητα του πολίτη να ασκήσει κάποιου είδους προσφυγή ΕΝΤΟΣ του πεδιου του Ο.Τ.Α. είναι η περίπτωση του Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης (για τους 33 δήμους που διαθέτουν τον θεσμό), αλλά και του Περιφερειακού Συμπαραστάτη του Πολίτη και της Επιχείρησης (για τις 7 περιφέρειες που μας έχουν εκλέξει). 

Γι' αυτό το λόγο είχαμε προτείνει ως Δίκτυο Συμπαραστατών να οριστεί ο θεσμός υπεύθυνος για την ίση μεταχείριση σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης, όπως εξάλλου επιβάλλει και το Ψήφισμα 296/2010 του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προώθηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων από την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Αλλά ο νομοθέτης φαίνεται δεν ενδιαφέρεται καθόλου για τις τοπικές κοινωνίες, λες και σε αυτές δεν παραβιάζεται κατά κόρον η ίση μεταχείριση και είναι δήθεν ένα καθαρά κεντρικό θέμα του κεντρικού κράτους. 




Δευτέρα, Νοεμβρίου 14, 2016

To νέο νομοσχέδιο για την ίση μεταχείριση και την αστυνομική αυθαιρεσία

Διαβάζουμε ότι εξισώνεται το σύμφωνο συμβίωσης με τον γάμο και ότι ιδρύεται νέος μηχανισμός για την αντιμετώπιση της αστυνομικής βίας, ο οποίος μάλιστα αναφέρεται ως "εμβληματικό βήμα για την καταπολέμηση της αυθαιρεσίας". Τίποτε από τα δύο δεν συμβαίνει στο νέο νομοσχέδιο για την ίση μεταχείριση και την αστυνομική αυθαιρεσία.

Το νομοσχέδιο παίρνει τον ισχύοντα Ν.3304/2005 για την ίση μεταχείριση και του προσθέτει την "ταυτότητα φύλου" και τα "χαρακτηριστικά φύλου", κάτι το οποίο ήδη καλυπτόταν ερμηνευτικά, αφού από το 2005 απαγόρευε τις διακρίσεις λόγω φύλου. Καλό είναι βέβαια που το λεει ρητά, αλλά δεν χρειαζόταν να καταργήσει τον Ν.3304 για να το κάνει αυτό. Επίσης διορθώνει τον όρο "γενετήσιος προσανατολισμός" με τον όρο "σεξουαλικός προσανατολισμός. Αυτά. Ιδρύει επίσης άλλες 10 οργανικές θέσεις στον Συνήγορο του Πολίτη, επειδή τον καθιστά αρμόδιο για την ίση μεταχείριση, αρμοδιότητα που είχε ήδη από το 2005 χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθεί ότι είναι υποστελεχωμένος. Για την ακρίβεια, ο Συνήγορος του Πολίτη στην Ελλάδα είναι ο πιο πλούσια στελεχωμένος Ombudsman του πλανήτη. 

Το πρόβλημα είναι ότι το νομοσχέδιο δεν διορθώνει κανένα από τα προβλήματα του Ν.3304/2005: η ίση μεταχείριση λόγω μιας σειράς διακρίσεων ισχύει μόνο για τις εργασιακές σχέσεις στην πλήρη εφαρμογή της. Σε άλλους τομείς (εκπαίδευση, αιτήματα ασύλου, πρόσβαση σε υπηρεσίες, τουρισμός, αθλητισμός), η ίση μεταχείριση χωρίς διακρίσεις ισχύει πετσοκομμένη. Έτσι ο νόμος δεν κατορθώνει να εφαρμόσει π.χ. την Σύσταση 2010 (5) του Συμβουλίου της Ευρώπης για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου που λύνει οριζόντια το θέμα. Αν πράγματι υπήρχε η βούληση για πλήρη ίση μεταχείριση, η Κυβέρνηση θα μπορούσε να προτείνει την κύρωση με νόμο του 12ου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για την γενική κατάργηση των διακρίσεων που έχουμε υπογράψει ως χώρα από το έτος 2000, αλλά δεν έχουμε ακόμη κυρώσει με νόμο. 

Όσον αφορά τα μέτρα προστασίας, έχει επισημανθεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης να μην επιμένει ότι οι πολίτες μπορούν να ασκούν τις προβλεπόμενες απο τα άρθρα 24 προσφυγές στην τοπική αυτοδιοίκηση: σε Δήμους και Περιφέρειες δεν υπάρχει αίτηση θεραπείας και ιεραρχική προσφυγή, υπάρχει μόνο η προσφυγή εντός αποκλειστικής προθεσμίας 15 ημερών ενώπιον της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, η οποία μπορεί και να μην ασχοληθεί καν. Η έλλειψη Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης στους περισσότερους δήμους και η παρουσία του Περιφερειακού Συμπαραστάτη του Δημότη σε 7 από τις 13 περιφέρειες καθιστά εντελώς περιορισμένη την δυνατότητα εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης στην τοπική αυτοδιοίκηση.

Το μεγάλο ανέκδοτο όμως είναι ότι το νομοσχέδιο κάνει ένα "εμβληματικό βήμα για την καταπολέμηση της αυθαιρεσίας", ιδρύοντας έναν μηχανισμό εξέτασης καταγγελιών για την αστυνομική αυθαιρεσία. Η αλήθεια είναι ότι ο Συνήγορος του Πολίτη προσλαμβάνει και τον χαρακτηρισμό "Μηχανισμός Διερεύνησης Περιστατικών Αυθαιρεσίας", για να ελέγχει και την αστυνομία και τα άλλα σώματα, κάτι που αποτελεί ούτως ή άλλως αποστολή του Συνηγόρου του Πολίτη, από την πρώτη μέρα της λειτουργίας του. Και για να ασκεί αυτή την αποστολή -που ήδη την ασκεί εδώ και 18 χρόνια- το νομοσχέδιο ιδρύει άλλες 10 οργανικές θέσεις (χώρια από αυτές που ίδρυσε πιο πάνω για την ίση μεταχείριση). 

Εδώ υπάρχουν σοβαρές ενστάσεις από τον Επίτροπο του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Συγκεκριμένα, σε επιστολή που έστειλε ο Επίτροπος στις 25 Ιουλίου 2016 στους υπουργούς κ.κ. Τόσκα και Παρασκευόπουλο, επισημαίνει ότι ο Μηχανισμός Διερεύνησης δεν μπορεί να περιορίζεται σε μη δεσμευτικές συστάσεις προς τα πειθαρχικά όργανα της αστυνομίας, δηλαδή δεν αρκεί η διαμεσολαβητική αρμοδιότητα του Συνηγόρου του Πολίτη, δηλαδή δεν αρκεί ο Συνήγορος του Πολίτη! Επίσης ο Επίτροπος διαπιστώνει την αύξηση των περιστατικών μίσους κατά την διάρκεια του 2015 και καλεί για σχετικά μέτρα. 

Πιο αποτελεσματική φαίνεται η απόφαση της Κύπρου να ιδρύσει μια ειδική Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας. Είναι μια αρχή εντελώς διακριτή από τον κύπριο Συνήγορο του Πολίτη και λειτουργεί με πλήρεις προανακριτικές αρμοδιότητες, για να ελέγξει την αστυνομική αυθαιρεσία. Αυτό που δεν έχει γίνει σαφές είναι: γιατί δεν μας αρκούν οι υπάρχουσες δομές για την καταπολέμηση της αστυνομικής αυθαιρεσίας; Μα, γιατί αν πάς να κάνεις σχετική μήνυση πάλι αναγκαστικά η δικογραφία θα περάσει μέσα από χέρια αστυνομικών. Άρα, το ζητούμενο δεν είναι να πάμε στον Συνήγορο του Πολίτη, ο οποίος κάνει μόνο διαμεσολάβηση, αλλά να δημιουργηθεί ένα ειδικό ανεξάρτητο σώμα προανάκρισης το οποίο μπορεί να εγγυηθεί ότι προανακριτικό υλικό για αστυνομικούς και κατ' επέκταση κατηγορητήρια και κυρώσεις θα επιβάλλονται ΧΩΡΙΣ την εμπλοκή των συναδέλφων τους. Σε αυτό αποτυγχάνει πλήρως το προτεινόμενο νομοσχέδιο. 

Διαβάζω επίσης ότι ιδρύεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης μια νέα υπηρεσία για την εφαρμογή των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Δυστυχώς δεν μπορώ να εντοπίσω σε ποιο ακριβώς άρθρο του νομοσχεδίου συμβαίνει αυτό. 

Παρασκευή, Νοεμβρίου 04, 2016

IEK αποδέχεται ταυτότητα φύλου σπουδάστριας χωρίς ληξιαρχική μεταβολή

Είναι γνωστό ότι πολλά τρανς άτομα που δεν έχουν προχωρήσει σε μεταβολή των εγγράφων τους, αντιμετωπίζουν με δέος την διαδικασία εγγραφής και παρακολούθησης μαθημάτων σε ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα, επειδή ανησυχούν για την συμπεριφορά του περιβάλλοντος εάν και όταν διαπιστώσει την απόκλιση ανάμεσα στην εμφάνιση και τα επίσημα στοιχεία ταυτότητας. Η σοβαρή αυτή ανησυχία και οι αποκλεισμοί είναι ουσιώδεις αιτίες και για την γενικότερη κοινωνική περιθωριοποίηση που αντιμετωπίζουν τα τρανς άτομα. Αυτό φαίνεται να μεταβάλλεται με αργά, αλλά σταθερά βήματα. 

Θα αναφερθώ στην υπόθεση ενός ατόμου που θα εκπροσωπήσω σε μερικούς μήνες στο δικαστήριο, με αίτημα την μεταβολή των επίσημων στοιχείων του, χωρίς να έχει πραγματοποιήσει χειρουργικές επεμβάσεις, κατ' επίκληση της απόφασης 418/2016 του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Η ενδιαφερόμενη είχε γίνει δεκτή σε ένα ΙΕΚ, αλλά καθώς εκκρεμεί η δίκη, αυτό έγινε με βάση τα ισχύοντα στοιχεία αστυνομικής ταυτότητας. Αυτό θα σήμαινε όμως ότι κατά την εκπαιδευτική διαδικασία, όπως είναι για παράδειγμα οι κατάλογοι παρουσιών, θα εμφανιζόταν με ανδρικά στοιχεία, γεγονός που θα επέβαλε να "επανασυστηθεί" στην μαθητική και καθηγητική κοινότητα, ενώ δεν υπάρχει κανένας λόγος. Παράλληλα με ενημέρωσε ότι στο σχολείο που φοιτούσε είχε λυθεί το πρόβλημα, καθώς ενώ στα επίσημα αρχεία που είχε πρόσβαση μόνο η διεύθυνση υπήρχαν τα ανδρικά στοιχεία, στην εκπαιδευτική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένου του απουσιολογίου, είχε γίνει δεκτό να χρησιμοποιείται το όνομα που χρησιμοποιεί στην καθημερινή της ζωή. Αρχικά ζήτησε να ακολουθηθεί το ίδιο και στο ΙΕΚ, στο οποίο αρχικά αντιμετώπισε αμφισβήτηση ως προς το αίτημα και ζήτησε να υποβληθεί εγγράφως. 

Στη συνέχεια, αναζήτησα τα φύλλα απουσιολογίου από το σχολείο της, όπου είχε αναγραφεί το όνομα του κοινωνικού φύλου της - τότε - μαθήτριας, παρόλο που το απολυτήριο εκδόθηκε με το νόμιμο όνομα. Με βάση αυτό το στοιχείο, ετοιμάσαμε μια αίτηση στο ΙΕΚ, στο οποίο ζητήσαμε, ενώ στα διοικητικά έγγραφα του ιδρύματος υπάρχει νομική υποχρέωση να τηρούνται τα επίσημα στοιχεία του ατόμου, στην κοινωνική εκπαιδευτική διαδικασία να γίνει σεβαστή η ταυτότητα φύλου της, καθώς αναμένεται η σχετική δικαστική διαδικασία που έχει κινηθεί εκ μέρους της. Δηλαδή, οι καθηγητές να χρησιμοποιούν το θηλυκό όνομα και γένος όταν της απευθύνονται και να τηρηθεί το απόρρητο των επίσημων στοιχείων της για να μην δημιουργηθούν προβλήματα μέσα στο εκπαιδευτικό περιβάλλον. Το αίτημα αυτό βασίζεται στο άρθρο 2 παρ. 1 (σεβασμός της ανθρώπινης αξίας) και 5 παρ. 1 (ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας) του Συντάγματος, αλλά και σε πλήθος συστάσεων και οδηγιών από διεθνείς οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης. Για να ενισχύσω το αίτημα, επικαλέστηκα επίσης τον "Οδηγό Διαφορετικότητας για Δημοσίους Υπαλλήλους Με Σκοπό την Καταπολέμηση των Διακρίσεων" που έχει δημοσιεύσει ο Συνήγορος του Πολίτη, στον οποίο αναγράφεται: 

"Πρέπει να γίνει κατανοητή η έννοια της ταυτότητας κοινωνικού φύλου και να γίνει σεβαστή η αυτοαντίληψη του καθενός για το φύλο του, ασχέτως των στοιχείων της αστυνομικής του ταυτότητας ή των λοιπών εγγράφων ταυτοποίησης".

 Είχε προηγηθεί το έτος 2013 και η γνωστή διαμεσολάβηση του ΣτΠ για διεμφυλική μαθήτρια σε Εσπερινό σχολείο (βλ. σύνοψη διαμεσολάβησης), στην οποία ο Συνήγορος είχε ζητήσει από τον διευθυντή να γίνουν δεκτά:

- το όνομα που επιθυμεί να χρησιμοποιεί η διεμφυλική μαθήτρια
- οι γυναικείες ενδυματολογικές προτιμήσεις 
- η χρήση της γυναικείας τουαλέτας 

Τελικώς, το αίτημα της σπουδάστριας έγινε δεκτό. Ενημερώθηκα πάντως ότι αντίστοιχα αιτήματα τρανς ατόμων από κάποια ΙΕΚ  δεν γίνονται δεκτά χωρίς έγγραφο ψυχιάτρου που να περιλαμβάνει διάγνωση για το θέμα της ταυτότητας φύλου, ενώ σε άλλα ΙΕΚ το αίτημα γίνεται δεκτό με απλή αίτηση, χωρίς ιατρικοποιημένη τεκμηρίωση. Αυτή η μη εναρμονισμένη πρακτική δεν είναι επιτρεπτή για δημόσιες υπηρεσίες, καθώς σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας:

"Γεγονότα ή στοιχεία που δεν αποδεικνύονται από το δελτίο ταυτότητας ή από τα αντίστοιχα έγγραφα, αν ειδικές διατάξεις δεν ορίζουν διαφορετικά, γίνονται δεκτά βάσει υπεύθυνης δήλωσης του ενδιαφερομένου." (Το ειδικό έντυπο της υπεύθυνης δήλωσης του ν.1599/1986 έχει καταργηθεί). 

Επομένως, αρκεί απλά η αίτηση του διεμφυλικού ατόμου ώστε να γίνει σεβαστή η ταυτότητα φύλου του στην εκπαιδευτική διαδικασία και την κοινωνική παράστασή του σε σχολεία και εκπαιδευτικά ιδρύματα, 


Κυριακή, Οκτωβρίου 30, 2016

Τα προσόντα που επιβάλλει ο νόμος για την/τον πρόεδρο ΕΣΡ

Το συνταγματικό πλαίσιο 

Σύμφωνα με το άρθρο 101Α του Συντάγματος, το οποίο προστέθηκε με την Αναθεώρηση του 2001, τα μέλη των ανεξάρτητων αρχών διορίζονται για ορισμένη θητεία και διέπονται από προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία, όπως νόμος ορίζει. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, τα πρόσωπα που στελεχώνουν τις ανεξάρτητες αρχές πρέπει να έχουν τα ανάλογα προσόντα, όπως νόμος ορίζει. Η επιλογή τους γίνεται με απόφαση της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής και με επιδίωξη ομοφωνίας ή πάντως με την αυξημένη πλειοψηφία των 4/5 των μελών της, ενώ τα σχετικά με τη διαδικασία επιλογής ορίζονται από τον Κανονισμό της Βουλής, ο οποιος, κατά την 3η παράγραφο ρυθμίζει και την σχέση των ανεξάρτητων αρχών με την Βουλή και τον τρόπο άσκησης των επ' αυτών κοινοβουλευτικού ελέγχου.

Κατά το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, το Ε.Σ.Ρ. είναι ανεξάρτητη αρχή, άρα τα μέλη του διέπονται από την ανωτέρω διάταξη. 

Η νομοθετική εξειδίκευση των προσόντων

Από το παραπάνω συνταγματικό κείμενο θα πρέπει να συγκρατήσουμε τους όρους "προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία", καθώς και "ανάλογα προσόντα". Αυτοί οι δύο όροι, κατ' εξουσιοδότηση του Συντάγματος, εξειδικεύονται απο τον νόμο, δηλαδή από την κοινή νομοθεσία. 

Ένας γενικός νόμος που διέπει συνολικά τις συνταγματικά προβλεπόμενες συνταγματικές αρχές και ψηφίστηκε αμέσως μετά την Αναθεώρηση του 2001 είναι ο Ν.3051/2002. Στο άρθρο 2 με τίτλο "λειτουργική ανεξαρτησία" ορίζεται η λειτουργική ανεξαρτησία των ίδιων των ανεξάρτητων αρχών, ως δημοσίων οργάνων και όχι των μελών τους. Λειτουργική ανεξαρτησία των ανεξάρτητων αρχών σημαίνει ότι δεν υπόκεινται σε εποπτεία και έλεγχο από κυβερνητικά όργανα ή άλλες διοικητικές αρχές (διοικητική ανεξαρτησία) και ότι έχουν οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια, με ειδικούς προϋπολογισμούς, κανονισμούς λειτουργίας και δυνατότητα αυτοτελούς εκπροσώπησης από τους προέδρους τους κ.τ.λ. Επομένως, αυτό το άρθρο δεν αφορά την λειτουργική ανεξαρτησία του προέδρου του ΕΣΡ.

Στο άρθρο 3 με τίτλο "Προσωπική ανεξαρτησία - νομικό καθεστώς μελών" υπάρχει εν μέρει εξειδίκευση της συνταγματικής πρόβλεψης για ανεξαρτησία των μελών. Στην πρώτη παράγραφο, το άρθρο 3 αναφέρει: 

"Ως μέλη των ανεξάρτητων αρχών επιλέγονται πρόσωπα εγνωσμένου κύρους και επιστημονικής κατάρτισης ή επαγγελματικής εμπειρίας σε τομείς που έχουν σχέση με την αποστολή και τις αρμοδιότητες των αρχών."

Στην δεύτερη παράγραφο εξειδικεύεται η διαδικασία επιλογής από την Διάσκεψη της Βουλής και στην τρίτη παράγραφο έχουμε μια ταυτολογία:

"Τα μέλη των ανεξάρτητων αρχών είναι ανώτατοι κρατικοί λειτουργοί και απολαύουν προσωπικής ανεξαρτησίας. Τα ανωτέρω ισχύουν και για τους Βοηθούς Συνηγόρους του Πολίτη" [σ.σ. που δεν είναι "μέλη" ανεξάρτητης αρχής, αλλά βοηθοί μιας μονοπρόσωπης ανεξάρτητης αρχής].

Στην παρ. 4 ο νόμος μας δίνει μια εγγύηση για την εξασφάλιση της προσωπικής ανεξαρτησίας: 

"Η καταδίκη για αδικήματα κατά της ιδιοκτησίας ή κατά περιουσιακών δικαιωμάτων ή για αδικήματα σχετικά με τα υπομνήματα ή σχετικά με την υπηρεσία ή για αδικήματα κατά των ηθών, καθώς και η καταδίκη για οποιοδήποτε κακούργημα αποτελεί κώλυμα διορισμού σε θέση μέλους ανεξάρτητης αρχής." Στην παρ. 6, αναφέρεται ότι τα μέλη των ανεξάρτητων αρχών εκπίπτουν από το αξίωμά τους σε περίπτωση μιας τέτοιας τελεσίδικης καταδίκης. Δεν είναι λοιπόν μόνο κώλυμα διορισμού, είναι και λόγος έκπτωσης

Στην παρ. 5, ο νόμος μας δίνει και κάποιες ακόμη εγγυήσεις για την προσωπική ανεξαρτησία: 

"5. Ο Πρόεδρος, ο Αναπληρωτής Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος κάθε ανεξάρτητης αρχής υπηρετούν με καθεστώς πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης. Με την ειδική νομοθεσία που διέπει τη λειτουργία της οικείας αρχής μπορεί να προβλέπεται πλήρης και αποκλειστική απασχόληση και για άλλα μέλη της αρχής. Κατά τη διάρκεια της θητείας των μελών των ανεξάρτητων αρχών αναστέλλεται η άσκηση οποιουδήποτε δημοσίου λειτουργήματος, καθώς και η άσκηση καθηκόντων σε οποιαδήποτε θέση του Δημοσίου, σε Ν.Π.Δ.Δ. και νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται ο διορισμός στις ανεξάρτητες αρχές μελών του διδακτικού προσωπικού πανεπιστημιακού και τεχνολογικού τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 2στ του N. 4009/2011 (Α'195), καθώς και, αντιστοίχως, του ερευνητικού προσωπικού των ερευνητικών και τεχνολογικών φορέων του άρθρου 13 του N. 4310/2014 (Α'258), χωρίς να αναστέλλεται η άσκηση των διδακτικών και ερευνητικών τους καθηκόντων. Επίσης, επιτρέπεται στα μέλη των ανεξάρτητων αρχών η άμισθη άσκηση καθηκόντων σε Ν.Π.Δ.Δ. και νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε τομείς μη συναφείς προς το αντικείμενο και τις αρμοδιότητες της αρχής από την οποία προέρχεται το μέλος και μετά από άδειά της».

Η παρ. 7 αναφέρει ότι οι αποδοχές των μελών των ανεξάρτητων αρχών καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών έπειτα από γνώμη των ανεξάρτητων αρχών, κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων, ενώ για τον καθορισμό τους λαμβάνεται υπόψη η τυχόν πλήρης και αποκλειστική απασχόλησή τους. Η παρ. 8 αναφέρει ότι το ασφαλιστικό καθεστώς των μελών των ανεξάρτητων αρχών ρυθμίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6του Ν. 2703/1999, όπως αυτό ισχύει κάθε φορά.

Ειδικά για το Ε.Σ.Ρ. ισχύει όμως και ο οργανωτικός Ν. 2863/2000

Στο άρθρο 1 του νόμου αυτού διαβάζουμε τα εξής: 

"1. Το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (Ε.Σ.Ρ.) είναι ανεξάρτητη αρχή με έδρα την Αθήνα. Τα μέλη του Ε.Σ.Ρ. απολαμβάνουν προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας και κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δεν υπόκεινται σε διοικητικό έλεγχο.
2. Το Ε.Σ.Ρ. έχει δικό του προϋπολογισμό, κατά την εκτέλεση του οποίου διαθέτει πλήρη αυτοτέλεια. Ο Πρόεδρος του Ε.Σ.Ρ. διαθέτει τις πιστώσεις, αναλαμβάνει υποχρεώσεις, καταρτίζει συμβάσεις και διενεργεί τις δαπάνες της αρχής σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας. Το Ελεγκτικό Συνέδριο διενεργεί τον προληπτικό και κατασταλτικό έλεγχο των δαπανών του Ε.Σ.Ρ., σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις. Η εκκαθάριση, ο έλεγχος και η εντολή πληρωμής των δαπανών του Ε.Σ.Ρ. διενεργούνται από την οικεία υπηρεσία δημοσιονομικού ελέγχου. Για την ανάθεση έργων, προμηθειών και υπηρεσιών από το Ε.Σ.Ρ. εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για το Δημόσιο."

Στο άρθρο 2 παρ. 3 του νόμου αυτού διαβάζουμε τα εξής: 

"Ως μέλη του Ε.Σ.Ρ. επιλέγονται πρόσωπα τα οποία διακρίνονται για την επιστημονική κατάρτισή τους ή την επαγγελματική εμπειρία τους ή την προσφορά τους στο δημόσιο βίο, ιδίως σε τομείς που έχουν σχέση, άμεση ή έμμεση, με την αποστολή και το περιεχόμενο των αρμοδιοτήτων της αρχής."

Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 του νόμου: 

"3. Η ιδιότητα του μέλους του Ε.Σ.Ρείναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του μέλους του ΥπουργικούΣυμβουλίουτου Υφυπουργούτου Βουλευτήτου Γενικού ή Ειδικού Γραμματέα Υπουργείου ή αυτοτελούς Γενικής Γραμματείαςτου στρατιωτικού εν ενεργείατου υπηρετούντος στα σώματα ασφαλείαςτου δημοσίουυπαλλήλουκαθώς και με την ανάληψη αξιώματος ή θέσης σε οποιοδήποτε πολιτικό κόμμα."

Οι αρμοδιότητες του ΕΣΡ προβλέπονται στο άρθρο 4 του νόμου:

α) χορηγεί, ανανεώνει και ανακαλεί τις κάθε είδους άδειες και εγκρίσεις που προβλέπονται στους νόμους 2328/1995 και 2644/1998 (άρθρα 1-12) και στις κανονιστικές πράξεις που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση των νόμων αυτών, για την παροχή ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών, 

β) ελέγχει την τήρηση των όρων και των προϋποθέσεων, καθώς και των εν γένει κανόνων και αρχών, που προβλέπονται στην εκάστοτε ισχύουσα ραδιοτηλεοπτική νομοθεσία για τη νόμιμη, διαφανή και ποιοτική λειτουργία των δημόσιων και ιδιωτικών φορέων οι οποίοι
δραστηριοποιούνται στον τομέα παροχής ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών,

γ) διασφαλίζει την πολιτική και πολιτιστική πολυμέρεια και πολυφωνία στα μέσα μαζικής ενημέρωσης,

δ) ελέγχει την τήρηση των κανόνων του ελεύθερου οικονομικού ανταγωνισμού στο πλαίσιο της δραστηριοποίησης των επιχειρηματικών φορέων στον ευρύτερο τομέα των μέσων μαζικής ενημέρωσης και επικοινωνίας,

ε) επιβάλλει τις διοικητικές κυρώσεις και μέτρα που προβλέπονται στα άρθρα 4 παρ. 1 του ν. 2328/1995 (ΦΕΚ 159 Α'), όπως ισχύει, και 12 και 15 παρ. 3 του ν. 2644/1998 (ΦΕΚ 233 Α'),
στ) εξετάζει τις αιτήσεις επανόρθωσης της προσωπικότητας και της αξιοπρέπειας του αν που, που διαβιβάζονται σε αυτό από τις οικείες επιτροπές, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 9 του π.δ. 100/2000 (ΦΕΚ 98 Α').

Κατά τον αρχικό Ν.1866/1989, με τον οποίο ιδρύθηκε το Ε.Σ.Ρ., τα πρόσωπα που υποδεικνύονταν από τον Πρόεδρο της Βουλής ως μέλη του, δηλαδή ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Βουλής έπρεπε να είναι (άρθρο 2):

"α) Δημοσιογράφοι - μέλη αναγνωρισμένης δημοσιογραφικής ένωσης, όπως η 'Ενωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών και η 'Ενωση Συντακτών Μακεδονίας - Θράκης.
β) Επιστήμονες αναγνωρισμένου κύρους σε αντικείμενο σχετικό με τα μέσα ενημέρωσης.
γ) Προσωπικότητες με ιδιαίτερη παρουσία και συμβολή στους τομείς των γραμμάτων, της τέχνης ή της ενημέρωσης και ιδίως στο χώρο του θεάματος και του ακροάματος.
δ) Προσωπικότητες αναγνωρισμένου κύρους με ιδιαίτερη συμμετοχή στο δημόσιο βίο και ιδίως στους θεσμούς της εκπαίδευσης, της τοπικής αυτοδιοικησης ή του συνδικαλιστικού κινήματος."

Αυτό το άρθρο δεν ισχύει πλέον, αλλά αποτελεί μια ένδειξη για τις επιλογές της έννομης τάξης ως προς τα προσόντα του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Ε.Σ.Ρ. κατά το προϊσχύον δικαιο.

Συμπερασματαικά, ο κοινός νομοθέτης δεν έχει προσδιορίσει εξαντλητικά την έννοια της προσωπικής ανεξαρτησίας που αναφέρει το Σύνταγμα στο άρθρο 101Α, επιτρέποντας έτσι την ερμηνευτική προσέγγιση της συγκεκριμένης συνταγματικής έννοιας.

Συμβούλιο της Ευρώπης 

Το Συμβούλιο της Ευρώπης έχει ασχοληθεί με την ανεξαρτησία των Εθνικών Συμβουλίων Ραδιοτηλεόρασης. Με την Σύσταση (2000) 23 της Επιτροπής Υπουργών προς τα Κράτη Μέλη για την Ανεξαρτησία και τις Λειτουργίες των Ρυθμιστικών Αρχών Ραδιοτηλεόρασης, (βλ. εδώ) το Συμβούλιο της Ευρώπης καλεί τα ευρωπαϊκά κράτη:

- να ιδρύσουν, αν δεν το έχουν ήδη κάνει, Ανεξάρτητες Ρυθμιστικές Αρχές για τον ραδιοτηλεοπτικό τομέα, 
- να δώσουν επαρκείς εξουσίες σε αυτές τις αρχές για την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων τους με ανεξάρτητο και διαφανή τρόπο
- να θέσουν υπόψη των υπαρχουσών Ανεξάρτητων Ρυθμιστικών Αρχών τις κατευθυντήριες γρσαμμές που περιλαμβάνει η σύσταση.

Η σύσταση περιλαμβάνει ένα Παράρτημα με Κατευθυντήριες Γραμμές για την Ανεξαρτησία και τις Λειτουργίες των Ρυθμιστικών Αρχών του Ραδιοτηλεοπτικού Τομέα. Ως προς τον διορισμό των μελών των ΕΣΡ, οι κατευθυντήριες γραμμές αναφέρουν:

"II. Διορισμός, σύνθεση και λειτουργία

3. Οι κανόνες που διέπουν τις ρυθμιστικές αρχές για τον ραδιοτηλεοπτικό τομέα, ιδίως την επιλογή των μελων τους είναι το κλειδί για την ανεξαρτησία τους. Γι' αυτό θα πρέπει να καθορίζονται για να τις προστατεύσουν από κάθε παρέμβαση και ιδίως από πολιτικές δυνάμεις ή οικονομικά συμφέροντα.

4. Γι' αυτόν τον σκοπό, ειδικοί κανόνες πρέπει να καθορίζουν τα ασυμβίβαστα, προκειμένου να αποτραπεί ότι:

- οι ρυθμιστικές αρχές θα είναι υπό την επιρροή μιας πολιτικής δύναμης
- τα μέλη των ρυθμιστικών αρχών θα ασκού λειρουργίες ή θα έχουν συμφέροντα στις επιχειρήσεις ή τους άλλους οργανισμούς των μέσων ενημέρωσης ή σε σχετικούς τομείς που μπορεί να οδηγήσουν σε σύγκρουση συμφερόντων ως προς την ιδιότητα μέλους ρυθμιστικής αρχής. 

5. Περαιτέρω, οι κανόνες θα πρέπει να εγγυώνται ότι τα μέλη αυτών των αρχών:

- διορίζονται με δημοκρατικό και διαφανή τρόπο
- δεν δέχονται εντολές ή οδηγίες απο κανένα πρόσωπο ή όργανο 
- δεν κάνουν δηλώσεις, ούτε αναλαμβάνουν δράσεις που μπορεί να θέσουν σε αμφιβολία την ανεξαρτησία των λειτουργιών τους και δεν αποκτούν ωφελήματα από αυτές.

6. Τέλος, ειδικοί κανόνες θα πρέπει να θεσπίζονται ως προς την δυνατότητα απόλυσης μελών των ρυθμιστικών αρχών προκειμένου να αποφευχθεί η απομάκρυνση ως μέσο πολιτικής πίεσης.

Παρακάτω, στο κεφάλαιο των αρμοδιοτήτων, οι κατευθυντήριες γραμμές αναφέρουν και ότι ουσιώδης αποστολη των ΕΣΡ είναι η διαδικασία αδειοδότησης των τηλεοπτικών σταθμών.

Η Σύσταση συνοδεύεται και από ένα Επεξηγηματικό Υπόμνημα, στο οποίο αναλύονται οι κατευθυντήριες γραμμές. Ως προς τον διορισμό των μελων, το Επεξηγηματικό Υπόμνημα αναφέρει μεταξύ άλλων:

"Αν και δεν αναφέρεται ρητά στην Σύσταση, είναι προτιμότερο για την ανεξαρτησία των ρυθμιστικών αρχών, τα μέλη τους να μην είναι μέλη του Κοινοβουλίου, αλλά ούτε και να κατέχουν άλλο πολιτικό ρόλο κατά τον χρόνο της θητείας τους. Αυτό είναι σημαντικό μέσο για την προστασία τους απο εξωτερικές πιέσεις και πολιτικές παρεμβάσεις. Δεν αποκλείει τα μέλη των ανεξάρτητων αρχών από το να είναι απλά μέλη κόμματος χωρίς αποστολή, καθώς αυτό είναι λιγότερο επικίνδυνο για την ενάσκηση σε αυτά πολιτικών πιέσεων."

Παρασκευή, Οκτωβρίου 21, 2016

H λύση για την συκοφαντική δυσφήμηση από ανώνυμα ιστολόγια

Σε μια πρόσφατη απόφασή του (456/2016), το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών εφάρμοσε την νομοθεσία για την ευθύνη του φορέα υπηρεσίας κοινωνίας της πληροφορίας (π.δ. 131/2003) σε υπόθεση που αφορούσε ιστολόγιο. Στο ιστολόγιο είχε αναρτηθεί συκοφαντικό κείμενο, χωρίς φυσικά να είναι γνωστά τα στοιχεία του συντάκτη. Καθώς όμως το ιστολόγιο είναι μια υπηρεσία κοινωνίας της πληροφορίας που παρείχε γνωστή εταιρία διαδικτύου με έδρα στις ΗΠΑ, ο θιγόμενος αφού δεν μπορούσε να στραφεί εναντίον του ανώνυμου συκοφάντη, ζήτησε από τον φορέα που φιλοξενεί την πληροφορία, να αποσύρει το περιεχόμενο απο το ιστολόγιο ως παράνομο. Ο φορέας απαλλάσσεται απο την ευθύνη εκτός εάν γνωρίζει ότι όντως φιλοξενεί παράνομες πληροφορίες, οπότε από την επισήμανση και μετά καθίσταται υπεύθυνος, εκτός αν αποσύρει "ταχέως" το περιεχόμενο. Αρχικά αποσύρθηκαν ορισμένα από τα κείμενα εντός 15 ημερών, χρόνος που κατά το δικαστήριο θεωρήθηκε ότι όντως είναι μια ταχεία αντίδραση. Ωστόσο η απόσυρση δεν κάλυπτε όλο το εύρος των αναρτήσεων που αφορούσαν τον θιγόμενο παρόλο που αυτός είχε ενημερώσει τον φορέα. Κατ' αποτέλεσμα, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών αναγνώρισε ότι ο φορέας είναι υπεύθυνος για ηθική βλάβη του ενάγοντος και επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση ύψους 100.000 ευρώ.

Σάββατο, Οκτωβρίου 15, 2016

Παράνομη η αντιγραφή φωτογραφιών από ελεύθερης πρόσβασης προφίλ στο facebook

Yπάρχει διάχυτη η εντύπωση ότι αν κάποιος έχει λογαριασμό ελεύθερης πρόσβασης ("ανοιχτό προφίλ") σε ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης, ό,τι έχει αναρτήσει σε αυτήν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ελεύθερα. Η παρανόηση αυτή επικρατεί κυρίως σε μέσα ενημέρωσης που νομίζουν ότι μπορούν να χρησιμοποιούν ελεύθερα υλικό από προφίλ των χρηστών στο facebook, χωρίς να σέβονται ότι οι χρήστες δεν έχουν συγκατατεθεί στην εμπορική χρήση των δεδομένων τους από εφημερίδες ή την τηλεόραση. Μια πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Αθηνών  (2016) στην οποία υπερασπίστηκα μια χρήστη του facebook επιβεβαίωσε ότι και από ελεύθερα προσβάσιμο λογαριασμό δεν επιτρέπεται χωρίς συγκατάθεση η αναπαραγωγή των προσωπικών δεδομένων (φωτογραφιών) και καταδίκασε την εφημερίδα να καταβάλει αποζημίωση στην θιγόμενη. Ανέφερε χαρακτηριστικά το Δικαστήριο:

Σε ό,τι αφορά, ειδικότερα τις φωτογραφίες που δημοσιεύθηκαν, είναι απαραίτητο να επισημανθεί ότι αυτές πραγματικά προέρχονταν από ιστοσελίδα στο διαδίκτυο, στην οποία η εφεσίβλητη διατηρούσε λογαριασμό με ψευδώνυμο, χωρίς να αναφέρει την υπηρεσιακή της ιδιότητα και στην οποία η ίδια ειχε αναρτήσει τις φωτογραφίες, οι οποίες ήταν ελεύθερα προσβάσιμες, πλην όμως τούτο δεν αναιρεί το δικαίωμα της εφεσίβλητης στην εικόνα της, ως επιμέρους έκφανση του δικαιώματός της στην προσωπικότητα. [...] Κατά συνέπεια, η εφεσίβλητη εξακολουθούσε να διατηρεί το δικαίωμα της επιλογής της δημοσίευσης ή μη των φωτογραφιών της, στην προκειμένη δε περίπτωση η εφεσίβλητη δεν παρείχε την συναίνεσή της για τη δημοσίευση των φωτογραφιών της, συναίνεση εξάλλου που ποτέ δεν της ζητήθηκε, ούτε αλλωστε η εφεσίβλητη ενέκρινε εκ των υστέρων την δημοσίευση αυτή. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι η εφεσίβλητη αποτελεί δημόσιο πρόσωπο, με την έννοια του άρθρου 7 του Ψηφίσματος με αριθμό 1165/26-6-1988 της κοινοβουλευτικής συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης [σύμφωνα με την οποία δημόσια πρόσωπα είναι εκείνα που κατέχουν δημόσιο αξίωμα και / ή χρησιμοποιούν δημόσιου πόρους καθώς και, υπό ευρύτερη έννοια, όλα εκείνα που διαδραματίζουν κάποια επιρροπή στη δημόσια ζωή, στον πολιτικό, οικονομικό, καλλιτεχνικό, κοινωνικό, αθλητικό ή σε οποιονδήποτε άλλο τομέα της δημόσιας ζωής (Απόφαση με αριθμό 17/2008 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ΔιΜΕΕ 2008.124)], είναι απαραίτητο να επισημανθεί ότι οι επεμβάσεις του Τύπου στην ιδιωτική ζωή των δημόσιων προσώπων επιτρέπονται μόνο ως εξαίρεση της παρεχόμενης σε αυτά προστασίας, ιδίως εφόσον συντρέχουν λόγοι συμβολής του Τύπου σε διάλογο δημόσιου ενδιαφέροντος για κάποιο γενικότερο θέμα. Το δικαίωμα κάθε προσώπου της προαναφερόμενης κατηγορίας στην αποτελεσματική προστασία της ιδιωτικής του ζωής επιβάλλει καταρχήν να μη λαμβάνεται υπόψη, για την εκτίμηση του σύννομου χαρακτηρα της προσβολής που υπέστη, ούτε το εύλογο ενδιαφέρον – πολύ περισσότερο η απλή ή, ακόμη περισσότερο, η νοσηρή και σκανδαλοθηρική περιέργεια – μέρου της κοινής γνώμης για γνώση πτυχών ή λεπτομερειών της ιδιωτικής του ζωής, ούτε και το εμπορικής φύσης έννομο συμφέρον της εκδοτικής εταιρείας που προσδοκά να αυξήσει τα κέρδη της με τακτικές διείσδυσης στην ιδιωτική του ζωή [Απόφαση με τον αριθμό 17/2008, ό.π., πρβλ. Επίσης και την απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση ΜGN Limited εναντίον Ηνωμένου Βασιλείου (Application No 39401/04) της 18ης Ιανουαρίου 2011, ΔιΜΕΕ 2011.2016]. Στην προκειμένη υπό κρίση περίπτωση με την εφαρμογή των κριτηρίων που μνημονεύονται προηγουμένως καταλήγει το Δικαστήριο τούτο στην κρίση ότι η στάθμιση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων αποβαίνει υπέρ της προστασίας της ιδιωτικής ζωής της εφεσίβλητης και δυνακόλουθα του περιορισμού της ελευθερίας έκφρασης, δεδομένου ότι η δημοσίευση των φωτογραφιών δεν συνιστά συμβολή του Τύπου σε διάλογο για ένα γενικότερο ζήτημα δημόσιου ενδιαφέροντος, αλλά αποσκοπεί στην ικανοποίηση της σκανδαλοθηρικής περιέργειας του αναγνωστικού κοινού και στην αύξηση των κερδών της εκδοτικής επιχείρησης που ασκεί η πρώτη εκκαλούσα, μέσω της διείσδυσης στην ιδιωτική ζωή της εφεσίβλητης, η οποία – ζωή – με κανένα τρόπο δεν συνδεόταν, αλλά ούτε και επηρέαζε, την άρτια υπηρεσιακή της ζωή και την επιμελή άσκηση των συναφών καθηκόντων της. [...] Ο δεύτερος και η τρίτη από τους εκκαλούντες προέβησαν με πρόθεση στη χρησιμοποίηση των φωτογραφιών αυτών κατά τη σύνταξη του επίμαχου δημοσιεύματος και με σκοπό να υπηρετήσει η εικόνα την πρόθεσή τους να πλήξουν την τιμή και την υπόληψη της εφεσίβλητης με το επίμαχο δημοσίευμα. Με τον τρόπο αυτόν, ο δεύτερος και η τρίτη από τους εκκαλούντες ενήργησαν παράνομα και υπαίτια, δεδομένου ότι παραβίασαν τις διατάξεις του νόμου για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και προσέβαλαν το δικαίωμα της εφεσίβλητης στην προσωπικότητά της, τούτο δε διότι με τη σύνταξη του επίδικου δημοσιεύματος και με τη δημοσίευση των φωτογραφιών αφενός παραβίασαν το δικαίωμα της εφεσίβλητης στην εικόνα της, στην ανωνυμία και στον αυτοπροσδιορισμό της στο πλαίσιο της ελευθεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς της, αφετέρου δε προέβησαν στην συκοφαντική δυσφήμησή της. Η προσβολή του δικαιώματος της εφεσίβλητης στην προσωπικότητά της ήταν ιδιαίτερα βαριά δεδομένου ότι των γεγονότων αυτών έλαβε γνώση μεγάλος αριθμός αναγνωστών της εφημερίδας, η οποία επί σειράν ετών κατέχει τα σκήπτρα της *** σε πωλήσεις κυριακάτικης εφημερίδας και κυκλοφορεί σε πανελλήνια κλίμακα. "



Παρασκευή, Οκτωβρίου 07, 2016

Αθώωση κατόχου ιστοσελίδας με έργα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων

Με την απόφαση Εφετείου Αθηνών κρίθηκε αθώος ο διαχειριστής μιας ιστοσελίδας φιλοξενίας υποτίτλων για οπτικοακουστικά έργα που αναρτούσαν οι χρήστες. Ήμουν συνήγορος υπεράσπισης του και στον πρώτο βαθμό (όπου αθωώθηκαν φερόμενοι ως συνδιαχειριστές, αλλά καταδικάστηκε ο ίδιος) και στον δεύτερο βαθμό που τελικά αθωώθηκε.

 Το σκεπτικό της απόφασης για την αθώωσή του παρουσιάζει ιδιαίτερο νομικό ενδιαφέρον, καθώς εφαρμόζει την νομοθεσία για την απαλλαγή της ευθύνης του φορέα παροχής υπηρεσιών κοινωνίας της πληροφορίας (π.δ.131/2003). Αναφέρει λοιπόν η απόφαση (απόσπασμα από το σκεπτικό της αθώωσης):

"Ο κατηγορούμενος ως αποκλειστικός δικαιούχος και διαχειριστής της ιστοσελίδας αυτής, που αποτελεί διαδικτυακή πλατφόρμα προσιτή σε κάθε χρήστη, παρείχε μια υπηρεσία στο δαδίκτυο, στα πλαίσια της οποίας ήταν δυνατή η φιλοξενία περιεχομένου και υποτίτλων οπτικοακουστικών έργων, των οποίων δεν ήταν ο ίδιος συντάκτης, αλλά διαμορφωνόταν από τους χρήστες - αποδέκτες. Ως δικαιούχος του διαδικτυακού αυτού χώρου ο κατηγορούμενος παρείχε σε αόριστο αριθμό χρηστών την δυνατότητα φιλοξενίας περιεχομένου χωρίς να έχει υποχρέση προληπτικού ελέγχου της νομιμότητας του υλικού, δηλαδή για το αν οι χρήστες που αναρτούν το συγκεκριμένο υλικό έχουν την σχετική άδεια για μια τέτοια ενέργεια, καθόσον και στους όρους χρήστης της ιστοσελίδας επισημαινόταν ρητά ότι η ανάρτηση περιεχομένου επιτρεπόταν μόνο εφόσον δεν προσβάλλονται τα πνευματικά δικαιώματα των δικαιούχων των οπτικοακουστικών έργων, καλούνταν δε οι χρήστες να δηλώσουν τον κάτοχο των δικαιωμάτων αυτών, αν δεν ταυτιζόταν με τους ίδιους, ενώ οι θιγόμενοι από την ανάρτηση είχαν τη δυνατότητα να υποβάλοουν καταγγελία στην ηλεκτρονική διεύθυνση abuse@subs.gr ώστε να γίνει αφαίρεση τυχόν παράνομου περιεχομένου.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι με το Προεδρικό Διάταγμα 131/2003 (ΦΕΚ Α 116/16-5-2003) ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο η Οδηγία 2000/31 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με ορισμένες πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά. Η πράξη της παροχής φιλοξενίας για ανάρτηση πληροφοριών από τρίτους επισκέπτες του διαδικτύου προστατεύεται από το θεσμικό αυτό πλαίσιο και ειδικότερα από το άρθρο 13 του Π.Δ. 131/2003 σύμφωνα με το οποίο προβλέπεται, επίσης, ότι σε περίπτωση αποθήκευσης πληροφοριών παρεχόμενων απο έναν "αποδέκτη υπηρεσίας" δεν υφίσταται ευθύνη του φορέα παροχής της [σ.σ. εδώ λείπε: "υπηρεσίας Κοινωνίας της"] πληροφορίας για τις πληροφορίες που αποθηκεύονται μετά από αίτηση αποδέκτη της υπηρεσίας υπό τους όρους ότι α) ο φέρας παροχής της υπηρεσίας φιλοξενίας δεν γνωρίζει πραγματικά ότι πρόκειται για  παράνομη δραστηριότητα ή πληροφορία και β) ο φορέας παροχής της υπηρεσίας, μόλις αντιληφθεί τα προαναφερθέντα, αποσύρει ταχέως τις πληροφοίες ή καθιστά την πρόσβαση σε αυτές αδύνατη. 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση κατά το χρονικό διάστημα από 17-10-2008 μέχρι 5-10-2011 αναρτήθηκαν στον ως άνω διαδικτυακό τόπο είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από τρίτους χρήστες, στους οποίους παρείχε αυτός φιλοξενία της ιστοσελίδας αυτής πολυάριθμες κινηματογραφικές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές, μεταξύ των οποίων και οι αναφερόμενες στη μήνυση και στο διατακτικό της αποφάσεως, τα πνευματικά δικαιώματα των οποίων ανήκουν στις αντίστοιχα αναφερόμενες εταιρείες, με υπότιτλους και διαλόγους μεταφρασμένους στην ελληνική γλώσσα. Η μετάφραση των έργων αυτών δεν έχει λάβει χώρα από τους αντίστοιχους πνευματικούς δημιουργούς ή τρίτους με εντολή και για λογαριασμό των πνευματικών δημιουργών και συνεπώς οι μεταφρασμένοι υπότιτλοι και διάλογοι των έργων αυτών γίνονταν προσιτοί με παράνομο τρόπο δια μέσου του διαδικτύου και του παραπάνω ιστότοπου στο καταναλωτικό κοινο, δηλαδή σε αόριστο αριθμό χρηστών που είχε πρόσβαση στην ιστοσελίδα και δυνατότητα άμεσης αποθήκευσης και ενσωμάτωσης των συγκεκριμένων έργων χωρίς πληρωμή των αντίστοιχων δικαιωμάτων στους πνευματικούς δημιουργούς και χωρίς να έχουν τέτοιο δικαίωμα. Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε σε ποία από τα έργα αυτά τη μετάφραση και την ανάρτηση των υπότιτλων και των διαλόγων πραγματοποίησε χωρίς σχετικό δικαίωμα ο ίδιος ο κατηγορούμενος και σε ποία τούτο έγινε από τους χρήστες που φιλοξένησε στην ως άνω ιστοσελίδα ο κατηγορούμενος και από ποίο αποδεικτικό στοιχείο συνάγεται ότι τελούσε σε γνώση ότι οι αναρτηθέντες στο χώρο αυτό υπότιτλοι και διάλογοι είχαν αναπαραχθεί κατά παράνομο τρόπο από τους διαδικτυακούς χρήστες των υπηρεσιών αυτών. Ειδικότερα, ο μάρτυρας κατηγορίας και υπάλληλος της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας, ***, κατέθεσε μεν ότι και ο ίδιος ο κατηγορούμενος με το ψευδώνυμο "Αλέξανδρος" έκανε αναρτήσεις υποτίτλων στην συγκεκριμένη ιστοσελίδα, χωρίς όμως να είναι σε θέση να διευκρινίσει σε πόσα και ποία συγκεκριμένα έργα και τον τρόπο που βεβαιώθηκε γι' αυτό, ούτε επίσης μπόρεσε να προσδιορίσει σε ποία από τα έργα αυτά οι σχετικές μεταφράσεις των υποτίτλων και διαλόγων έγιναν από συγκεκριμένους άλλους χρήστες που φιλοξενήθηκαν στο διαδικτυακό αυτό χώρο και από ποία στοιχεία συνήγαγε το συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση της παράνομης αναπαραγωγής και μετάφρασης των έργων αυτών. Περαιτέρω, οι ως άνω κατασχεθέντες τρεις εσωτερικοί σκληροί δισκοι δεν διερευνήθηκαν στα πλαίσια σχετικής πραγματογνωμοσύνης, ώστε τα στοιχεία αυτά να προκύψουν από την επεξεργασία των δεδομένων του αποδεικτικού υλικού. Έτσι, ενόψει του ότι ο κατηγορούμενος, όπως προαναφέρθηκε, δεν είχε υποχρέωση προληπτικού ελέγχου της νομιμότητας του υλικού, δεν έλαβε καταγγελία στην ως άνω ηλεκτρονική διεύθυνση για την τυχόν αφαίρεση παράνομου περιεχομένου και δεναποδείχθηκε ότι από τις αναρτήσεις αυτές είχε οποιοδήποτε υλικό όφελος από διαφημίσεις ή άλλες καταχωρήσεις ούτε ότι γνώριζε πραγματικά από συγκεκριμένα στοιχεία ως φορέας παροχής φιλοξενίας για τις πληροφορίες που αποθηκεύτηκαν στην ως άνω ιστοσελίδα μετά από αίτημα αποδεκτών της υπηρεσίας, ότι πρόκειται για πληροφορίες από παράνομη δραστηριότητα, σε συνδυασμό και με το ότι μόλις πληροφορήθηκε από την πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία την κατά τρόπο παράνομο αναπαραγωγή των υποτίτλων και διαλόγων των έργων αυτών απέσυρε από το διαδίκτυο την ιστοσελίδα αυτή, δεν αποδείχθηκε ότι τέλεσε την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται και πρέπει να κηρυχθεί αθώος."










Κυριακή, Σεπτεμβρίου 25, 2016

Oμιλία στο Νέο Μουσείο Ακρόπολης, για την δικαστική διεκδίκηση των γλυπτών του Παρθενώνα


Κυρίες και κύριοι,
Στην δεκαετία του 1990, το Συμβούλιο της Ευρώπης αποφάσισε να ασχοληθεί με μια νέα κατηγορία ανθρώπινων δικαιωμάτων, τα πολιτισμικά δικαιώματα. Τα δικαιώματα των ατόμων να διατηρούν την σχέση που έχουν με την πολιτισμική τους ταυτότητα και την πολιτισμική τους κληρονομιά. Ήδη αναγνωριζόταν ότι αυτή η σχέση πρέπει να προστατεύεται νομικά, να αναγνωρίζεται ως δικαίωμα. Αυτό που δεν είχε ακόμη αναγνωριστεί είναι ότι αυτό το σύνολο δικαιωμάτων πρέπει τεθεί υπό την προστασία του κορυφαίου δικαιοδοτικού οργάνου της μείζονος Ευρώπης. Ότι πρέπει να μπορεί κάθε πρόσωπο, όταν θίγεται παρανόμως η πολιτισμική του ταυτότητα από ένα κράτος, να μπορεί να καταγγέλλει αυτή την παραβίαση στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι επιφορτισμένο με την τήρηση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν είναι όμως ένας εξαντλητικός κατάλογος ανθρώπινων δικαιωμάτων. Το ίδιο το αρχικό κείμενό της δεν περιλάμβανε, για παράδειγμα, το δικαίωμα στην προστασία της ιδιοκτησίας. Έτσι, πολύ σύντομα, το Συμβούλιο της Ευρώπης άρχισε να ετοιμάζει πρόσθετα πρωτόκολλα, κάθε φορά που διαπιστωνόταν ότι λείπει κάποιο δικαίωμα που θα έπρεπε επίσης να προστατεύεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Έτσι, το δικαίωμα στην προστασία της ιδιοκτησίας, το δικαίωμα στην εκπαίδευση, η απαγόρευση της θανατικής ποινής, και άλλα δικαιώματα προστέθηκαν στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση με “πρόσθετα πρωτόκολλα”.
Στην δεκαετία του 1990 έγινε λοιπόν και η συζήτηση μήπως έπρεπε τα πολιτισμικά δικαιώματα να προστεθούν με πρόσθετο πρωτόκολλο στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση. Εξετάστηκε τί θα προσέθετε αυτό το πρόσθετο πρωτόκολλο με τα πολιτισμικά δικαιώματα. Θα προσέθετε τον σεβασμό της πολιτισμικής ταυτότητας, το δικαίωμα του ατόμου να έχει πρόσβαση στην πολιτισμική του κληρονομιά, στην πληροφορία για την πολιτισμική πληροφόρηση, στο δικαίωμα να εκφράζει και να διαδηλώνει τις πολιτισμικές του αναφορές μέσα από εκδηλώσεις, συναθροίσεις κ.τ.λ. Αφού λοιπόν εξέτασαν άρθρο προς άρθρο την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, οι υπεύθυνοι του Συμβουλίου της Ευρώπης κατέληξαν ότι ένα τέτοιο πρόσθετο πρωτόκολλο θα ήταν περιττό. Σύμφωνα με την ανάλυσή τους, όλα τα ατομικά πολιτισμικά δικαιώματα που ήθελαν να προσθέσουν με ένα πρωτόκολλο, καλύπτονταν ήδη από το αρχικό περιεχόμενο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Συγκεκριμένα, ο τρόπος ζωής ενός ατόμου σύμφωνα με τις πολιτισμικές παραδόσεις των προγόνων, δηλαδή ο σεβασμός της πολιτισμικής ταυτότητας, κρίθηκε ότι καλύπτεται από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, ως πτυχή του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής. Το δικαίωμα σεβασμού της πολιτισμικής ταυτότητας ως μέρος της φιλοσοφικής συνείδησης του ατόμου, προστατεύεται ως πτυχή του άρθρου 9 της ΕΣΔΑ. Το δικαίωμα πρόσβασης στην πολιτισμική πληρόφορηση καλύπτεται από το γενικότερο δικαίωμα πρόσβασης στην πληροφορία, του άρθρο 10 της ΕΣΔΑ. Οι συναθροίσεις για τον πανηγυρισμό πολιτισμικών δραστηριοτήτων καλύπτεται από το άρθρο 11 της ΕΣΔΑ. Η απαγόρευση διακρίσεων λόγω της πολιτισμικής ταυτότητας, από το άρθρο 14 της ΕΣΔΑ. Η προσβολή ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων με πολιτισμικές διαστάσεις καλύπτονται από το άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Έτσι, κρίθηκε ότι ένα πρόσθετο πρωτόκολλο ειδικά για τα πολιτισμικά δικαιώματα δεν θα προσέθετε τίποτε στην ΕΣΔΑ, αφού αυτά ήδη περιλαμβάνονται ερμηνευτικά στα δικαιώματα που κατοχυρώνει.
Σε όλην την νομική βιβλιογραφία που σχετίζεται με την υπόθεση των Γλυπτών του Παρθενώνα και την διακράτησή τους στο Βρετανικό Μουσείο, μετά τον 20ο αιώνα, εξετάζεται η διάσταση της παραβίασης των ανθρώπινων δικαιωμάτων, όπως αυτά κατοχυρώνονται απο τις διεθνείς συμβάσεις και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Δεν υπάρχει κανένας νομικός αρθρογράφος που να μην έχει εξετάσει την υπόθεση και από αυτή την πτυχή της. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου φαίνεται το ιδανικό διεθνές δικαιοδοτικό όργανο για να επιλύσει μια τόσο σημαντική, διαχρονική και βαρύνουσα νομική διαφορά μεταξύ δύο Ευρωπαϊκών Κρατών.
Φυσικά υπάρχουν ορισμένες αυστηρότατες προϋποθέσεις προκειμένου το ΕΔΔΑ να εισέλθει στην ουσία μιας τέτοιας διαφοράς και η πρώτη από αυτές αφορά το ποιος είναι ο προσφεύγων. Στο ΕΔΔΑ προσφεύγουν άτομα, νομικά πρόσωπα ή ομάδες ατομων κατά κρατών, αυτή είναι η “ατομική προσφυγή”. Επίσης, στο ΕΔΔΑ προσφεύγουν κράτη εναντίον άλλων κρατών, αυτή είναι η “διακρατική προσφυγή”. Το θέμα των προσφυγών πρέπει να είναι η παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων των ίδιων των προσφευγόντων ή των συγγενών τους που δεν είναι στη ζωή ή των κατοίκων των κρατών στις διακρατικές προσφυγές.
Το ΕΔΔΑ δεν έχει αναγνωρίσει ένα μεμονωμένο, “ονομαστικό”, δικαίωμα στον σεβασμό της πολιτισμικής ταυτότητας. Ακολουθεί την ανάλυση του Συμβουλίου της Ευρώπης ότι προστατεύονται μόνο όσα πολιτισμικά δικαιώματα είναι πτυχές των δικαιωμάτων της ΕΣΔΑ. Αυτό όμως δεν εμπόδισε το ΕΔΔΑ να αναγνωρίσει οτι σύλλογοι απογόνων έχουν δικαίωμα να ασκήσουν ενώπιόν του προσφυγή για να αναγνωριστεί η παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων των προγόνων τους, ακόμη κι αν η παραβίαση είχε ξεκινήσει να συντελείται πριν η ΕΣΔΑ τεθεί σε εφαρμογή, δηλαδή ακόμη κι όταν οι προσβολές είχαν ξεκινήσει πριν το 1950. Για παράδειγμα: οι απόγονοι των Γροιλανδών που επί αιώνες κυνηγούσαν σε εκτάσεις της Γροιλανδίας που απαλλοτριώθηκαν το 1946 για να γίνουν στρατιωτικές βάσεις, είχαν δικαίωμα να προσφύγουν παραδεκτώς στο ΕΔΔΑ (Hingitaq 53 κατά Δανίας, 2006).
Ο Σύλλογος των Αθηναίων είναι ένας τέτοιος σύλλογος που έχει εσωτερικές διαδικασίες, επικυρωμένες από το Πρωτοδικείο Αθηνών, ώστε να εγγράφει ως μέλη του απογόνους των οικογενειών που ζούσαν στην Αθηνα τον 19ο αιώνα. Είναι λοιπόν ένας φορέας που πιστοποιημένα αποτελείται από απογόνους των Αθηναίων της εποχής που αφαιρέθηκαν τα Γλυπτά από την Ακρόπολη κι αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και δεν αμφισβητείται.
Το ερώτημα είναι ποιά ανθρώπινα δικαιώματα θίγονται από την αφαίρεση των γλυπτών και κυρίως βέβαια από την διακράτησή τους στο Βρετανικό Μουσείο. Αυτή η συζήτηση δεν μπορεί παρά να μας πάει πίσω, στα ιστορικά γεγονότα. Δεν γίνεται να μιλήσουμε για τις σημερινές παραβιάσεις, υπό τους όρους της ΕΣΔΑ, αν δεν εξετάσουμε τα γεγονότα αυτά καθαυτά της αφαίρεσης των γλυπτών από εντεταλμένους του τότε βρετανού πρέσβη και την ειδική μεταχείριση που είχαν οι εντεταλμένοι αυτοί λόγω ακριβώς της ιδιότητος του εντολέως τους ως βρετανού αξιωματούχου. Αυτά είναι όλα λεπτομερώς τεκμηριωμένα και δεν αποτελουν αντικείμενο της παρουσίασής μου. Σίγουρα όμως, για ένα δικαστήριο που εξετάζει την ουσία, είναι πραγματικά περιστατικά και νομικά δεδομένα που πρέπει να εξεταστούν και να αποδειχθούν εξ αρχής.
Ως προς τον χρόνο της υποβολής μιας προσφυγής, η ΕΣΔΑ αναφέρει ότι αυτή πρέπει να πραγματοποιηθεί εντός 6 μηνών από την τελική απόφαση του προσβαλλόμενου κράτους. Εδώ είχαμε την απόφαση του Η.Β., τον Μάρτιο του 2015, να μην προσέλθει στην διαμεσολάβηση της UNESCO για την εξωδικαστική επίλυση της υπόθεσης των γλυπτών του Παρθενώνα, όπως είχε ζητήσει το ελληνικό υπουργείο πολιτισμού το καλοκαίρι του 2013. Αυτή η απόφαση του Η.Β. δεν μπορούσε να προσβληθεί ενώπιον των βρετανικών δικαστηρίων, για δικονομικούς λόγους που σχετίζονται με το βρετανικό δίκαιο, επομένως δεν υπήρχε η προϋπόθεση της εξάντλησης των βρετανικών ενδίκων μέσων. Το γεγονός όμως ότι η απόφαση αυτή είναι του βρετανικού δημοσίου και όχι του βρετανικού μουσείου, επιλύει κι ένα άλλο υποτιθέμενο νομικό ζήτημα, περί δήθεν ανεξάρτητης φύσης του βρετανικού μουσείου σε σχέση με την βρετανική κυβέρνηση. Το θέμα είναι λυμένο, δεδομένου ότι το μουσείο έχει ιδρυθεί με νόμο και μέλη του δ.σ. του διορίζονται από την βρετανική κυβέρνηση (βλ. και υπόθεση Copland κατά Ηνωμένου Βασιλείου).
Η προσφυγή του Συλλόγου των Αθηναίων υποβλήθηκε στο ΕΔΔΑ τον Σεπτέμβριο του 2015, εντός της 6μηνης προθεσμίας. Αντικείμενο της προσφυγής ήταν η απόφαση του Μαρτίου του 2015 του Ηνωμένου Βασιλείου να μην προσέλθει στην διαμεσολάβηση της UNESCO, αναφέροντας όμως στο κείμενο της απόφασης – που γνώρισε ευρύτατη διάδοση στο διαδίκτυο- ότι δήθεν η διακράτηση των γλυπτών στο Βρετανικό Μουσείο είναι νόμιμη. Η προσφυγή βασίστηκε στα άρθρα 8,9,10 και 13 της ΕΣΔΑ, δηλαδή παραβίαση των πολιτισμικών πτυχών των ανθρώπινων δικαιωμάτων του σεβασμού ιδιωτικής πολιτισμικής ταυτότητας, συνείδησης, πρόσβασης στην πολιτισμική πληροφόρηση και αποκλεισμός από το μοναδικό κατάλληλο ενδικοφανές μέσο που φαινόταν τότε να είναι η διαμεσολάβηση της UNESCO. Επίσης, προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας, υπό την πτυχή της ακέραιης και ανεμπόδισης πρόσβασης σε ένα πολιτισμικό μνημείο όπως είναι ο Παρθενώνας, κάτι που εγγυάται το ιδιοκτησιακό ρωμαϊκό δίκαιο για τα κοινόχρηστα αγαθά και ίσχυε καθ’ όλη την διάρκεια της Τουρκοκρατίας.
Το αποτέλεσμα της συγκεκριμένης προσφυγής στην υπόθεση “Σύλλογος των Αθηναίων εναντίον Ηνωμένου Βασιλείου” είναι μια απόφαση τριμελούς επιτροπής του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, όχι επί της ουσίας, αλλά επί του παραδεκτού της προσφυγής. Η απόφαση ελήφθη από την επιτροπή του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στις 23 Ιουνίου 2016, την ημέρα διεξαγωγής του βρετανικού δημοψηφίσματος για την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μία ημέρα πριν, στις 22 Ιουνίου 2016 είχε πραγματοποιήσει επίσημη επίσκεψη στο Ευρωπαϊκό Δικαστήγριο ο Έλληνας Πρωθυπουργός. Για την λήψη της απόφασης δεν εκλήθη το Ηνωμένο Βασίλειο να εκθέσει τις απόψεις του, αλλά ούτε και ο Σύλλογος των Αθηναίων, καθώς δεν πραγματοποιήθηκε ακροαματική διαδικασία ούτε κοινοποιήθηκε η προσφυγή στην βρετανική πλευρά. Όμως, ένας από τους τρεις ευρωπαίους δικαστές της επιτροπής του Ευρωπαϊκου Δικαστηρίου ήταν ο βρετανός δικαστής Paul Mahoney. H επεξεργασία της προσφυγής έγινε βεβαίως από το βρετανικό τμήμα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, καθώς κάθε προσφυγή εναντίον ενός κράτους τυγχάνει προδικαστικής επεξεργασίας από το αντίστοιχο εθνικό τμήμα της Γραμματείας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Παρά το γεγονός ότι αυτό θα πρέπει να προβληματίσει, σε έναν βαθμό, για την δομική επάρκεια και την ακεραιότητα της ίδιας της διαδικασίας, όταν πολίτες του καταγγελλόμενου κράτους καλούνται να χειριστούν προδικαστικά τις προσφυγές άλλων ευρωπαίων εναντίον του κράτους τους, η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ανοίγει περισσότερες πόρτες από αυτές που φαίνεται εκ πρώτης όψεως να κλείνει.
Η απόφαση θεωρεί ότι η προσφυγή δεν βάλει κατά της απόφασης του Ηνωμένου Βασιλείου του 2015, αλλά ότι στην ουσία στρέφεται κατά της αφαίρεσης των γλυπτών στις αρχές του 19ου αιώνα. Υπογραμμίζει ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δεν μπορεί να ασχοληθεί με περιστατικά που έλαβαν χώρα 150 χρόνια πριν την θέση σε ισχύ της ΕΣΔΑ. Ωστόσο, δεν είναι αυτός ο λόγος για τον οποίο κηρύσσει την προσφυγή απαράδεκτη. Άλλωστε το ίδιο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, σε μια άλλη υπόθεση ελληνικού ενδιαφέροντος, είχε ασχοληθεί με περιστατικά που έλαβαν χώρα 80 χρόνια πριν την θέση σε ισχύ της ΕΣΔΑ: στην απόφαση επί της προσφυγής του πρώην βασιλέως Κωνσταντίνου κ.α. κατά της Ελλάδας (2000), όταν το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εξέτασε το ιδιοκτησιακό καθεστώς ακινήτων που είχαν αποκτηθεί με τίτλους ιδιοκτησίας της δεκαετίας του 1870. Υπάρχει σειρά αποφάσεων που το ΕΔΔΑ ασχολήθηκε με πραγματικά περιστατικά πριν την θέση σε ισχύ της ΕΣΔΑ και με την νομολογία του έχει διαμορφώσει και την θεωρία της διαρκούς παραβίασης που ξεκινάει πριν την θέση σε ισχυ της ΕΣΔΑ και συνεχίζεται μετά την κύρωσή της. Σε αυτή την προσέγγιση αναφέρεται εμμέσως και η συγκεκριμένη απόφαση.
Ειδικότερα, η απόφαση επί της προσφυγής του Συλλόγου των Αθηναίων αναφέρει ότι τα περιστατικά του 19ου αιώνα “θα εμφανίζονταν ως απαράδεκτα ratione temporis προς τις διατάξεις της Σύμβασης”. Επομένως “θα εμφανίζονταν”, υπό μία εκδοχή, προς την οποία όμως δεν συντάσσεται οριστικά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Στηλιτεύει μεν την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος, υπονοώντας ότι μέσα σε αυτό το διάστημα η Ελλάδα δεν έκανε τίποτα υπό το πρίσμα της ΕΣΔΑ, αλλά δεν αρκείται σε αυτήν την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος για να κηρύξει την προσφυγή απαράδεκτη. Αυτό είναι το πρώτο θετικό στοιχείο της απόφασης: το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι έτοιμο να συζητήσει χωρίς δογματισμό την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από τα γεγονότα που οδήγησαν στην αφαίρεση των γλυπτών του Παρθενώνα. Δεν αρκείται μεν στο γεγονός ότι ο Συλλογος των Αθηναίων πρότεινε ως τρόπο για να ξεπεραστεί η χρονική παρέλευση την προσβολή της πρόσφατης άρνησης του 2015, αλλά είναι έτοιμο να αναγνωρίσει ότι η διακράτηση των γλυπτών είναι μια διαρκής κατάσταση, όπως το ίδιο αναφέρει στην απόφαση, μια κατάσταση που διατρέχει όλα τα χρόνια από την της θέση της ΕΣΔΑ σε ισχύ. Η ΕΣΔΑ, ως διεθνής σύμβαση δεν περιλαμβάνει φυσικά καμία ρήτρα περί παραγραφής ανθρώπινων δικαιωμάτων. Επομένως, η απόφαση υποδεικνύει εμμέσως στην Ελλάδα, σε μια πιθανή μελλοντική διακρατική προσφυγή, να μην σταθεί στις σύγχρονες στιγμιαίες αρνήσεις της βρετανικής πλευράς, αλλά να εστιάσει στην διάρκεια της διακράτησης των γλυπτών του Παρθενώνα στο Βρετανικό Μουσείο.
Η απόφαση θέτει το βασικό ζήτημα της μη ρητής αναγνώρισης των πολιτισμικών δικαιωμάτων, ως μια έλλειψη της ΕΣΔΑ που δεν επιτρέπει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο να υπεισέλθει στην εξέταση της ουσίας μιας τέτοιας προσφυγής. Ούτε όμως κι αυτή η διαπίστωση από μόνη της είναι εκείνη που οδηγεί στην κήρυξη της προσφυγής ως απαράδεκτης. Το ΕΔΔΑ αναφέρει ότι εκ πρώτης όψεως η ΕΣΔΑ δεν περιλαμβάνει τα πολιτισμικά δικαιώματα, ούτε η νομολογία του ΕΔΔΑ έχει αναγνωρίσει ένα δικαίωμα σεβασμού πολιτισμικής ταυτότητας από μόνο του, ως τέτοιο. Στη συνέχεια όμως, η απόφαση παραδέχεται ότι
“ το Δικαστήριο, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, είναι έτοιμο να αναγνωρίσει σε ένα βαθμο την εθνική ταυτότητα ως μία πτυχή των δικαιωμάτων του Άρθρου 8”
αναφέροντας μια από τις κεντρικές αποφάσεις που είχε επικαλεστεί ο Σύλλογος των Αθηναίων ως νομολογία (Chapman κατά Ηνωμένου Βασιλείου). Επομένως, το ΕΔΔΑ παραδέχεται ότι ερμηνευτικά μπορεί να επεξεργαστεί ακόμη περισσότερο “υπό συγκεκριμένες” όμως “περιστάσεις”, το δικαίωμα του άρθρου 8, ώστε να “χωρέσει” και το δικαίωμα της προστασίας της πολιτισμικής ταυτότητας ως τέτοιο.
Θα σας φέρω ένα παράδειγμα: το άρθρο 10, με επικεφαλίδα “ελευθερία της έκφρασης”. Στο άρθρο 10 αναφέρεται ότι καθένας έχει δικαιωμα πρόσβασης στις πληροφορίες. Μέχρι την περασμένη δεκαετία, το ΕΔΔΑ έλεγε ότι αυτό το δικαίωμα δεν περιλαμβάνει και την πρόσβαση του κοινού στα κρατικά έγγραφα, μόνο και μόνο επειδή η νομολογία του ίδιου δεν είχε εξελιχθεί μέχρι αυτό το σημείο. Έλεγε δηλαδή ότι η πρόσβαση των πολιτών στα δημόσια έγγραφα είναι ένα αυτόνομο δικαίωμα που κάθε κράτος το ρυθμίζει όπως θέλει και δεν θα ελέγξουμε αν η ρύθμιση αυτή είναι ή όχι σύμφωνη με το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, αφού είναι εθνικό θέμα κι όχι ευρωπαϊκό. Σταδιακά όμως, κατά την τρέχουσα δεκαετία, το ΕΔΔΑ αναγνώρισε ότι το άρθρο 10, στο πλαίσιο του δικαίωματος πρόσβασης στις πληροφορίες, εγγυάται και το γενικό δικαίωμα πρόσβασης του κοινού στα κρατικά έγγραφα. Έτσι, “ανακαλύφθηκε” σταδιακά ότι στο άρθρο 10 περιλαμβανόταν και το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα, ενώ ο τίτλος του άρθρου είναι “ελευθερία της έκφρασης”, δηλαδή μια έννοια που πολύ δύσκολα θα έφτανε από μόνη της να περιλαμβάνει και το συγκεκριμένο δικαίωμα πρόσβασης του κοινού στα δημόσια έγγραφα. Το ΕΔΔΑ αναγνωρίζει δηλαδή και το ίδιο ότι έχει μείνει πίσω στην νομική ερμηνεία της ΕΣΔΑ σε ορισμένες περιπτώσεις.
Αυτό ακριβώς αναγνώρισε το ΕΔΔΑ και στην απόφαση “Σύλλογος των Αθηναίων κατά Ηνωμένου Βασιλείου”: αναφέρει ότι στην παρούσα φάση δεν έχει φτάσει την ανάλυσή του σε τόσο βάθος ώστε να αναγνωρίσει ένα γενικό δικαίωμα για την προστασία της πολιτισμικής κληρονομιάς. Αυτό, όμως, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο το αναγνωρίζει ως ένα κενό στην δική του νομολογία. Αυτό είναι το δεύτερη θετικό στοιχείο της απόφασης: το ΕΔΔΑ απολογείται ότι δεν είναι ακόμη έτοιμο να δικάσει αυτή την υπόθεση. Η έμφαση πέφτει στο “ακόμη”. Το θέμα λοιπόν είναι, πώς μπορεί το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο να καλύψει αυτό το κενό. Την απάντηση την δίνει εντελώς υπαινικτικά, το ίδιο το ΕΔΔΑ σε αυτή την απόφαση.
Αν διαβάσουμε προσεκτικά την απόφαση, θα δούμε τί ήταν αυτό που κράτησε δεσμευμένο το ΕΔΔΑ να μην προχωρήσει στην ουσία της συγκεκριμένης προσφυγής. Ούτε η παρέλευση χρόνου, ούτε η έλλειψη ετοιμότητάς του να αναλύσει εις βάθος τα πολιτισμικά δικαιώματα ήταν ο ουσιαστικός λόγος για τον οποίο κήρυξε απαράδεκτη την προσφυγή. Δεν ήταν ούτε η έλλειψη εξάντλησης ένδικων μέσων, προϋπόθεση παραδεκτού με την οποία δεν ασχολήθηκε καν το ΕΔΔΑ σε αυτή την απόφαση, προφανώς θεωρώντας δεδομένη την διεθνή φύση της διαφοράς που ξεπερνά την αποστολή των εθνικών δικαστηρίων. Διαβάζω από την απόφαση αυτή:
“Κανένα από τα άρθρα που επικαλείται το προσφεύγον δεν μπορεί να ειπωθεί, τόσο επί τη βάση της διατύπωσης του κειμένου των επίμαχων άρθρων όσο και από την άποψη της ερμηνευτικής νομολογίας του Δικαστηρίου, ότι δίνει κάποιο δικαίωμα σε ένα σωματείο, με την θέση που έχει ο προσφεύγων σύλλογος, για να ζητήσει την επιστροφή των Μαρμάρων στην Ελλάδα ή να εμπλέξει το καταγγελλόμενο κράτος σε μια διεθνή διαμεσολάβηση για την επιστροφή τους.”
Το στοιχείο λοιπόν που εμποδίζει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο να προχωρήσει είναι η νομική φύση, η ιδιότητα του προσφεύγοντος. Ο προσφεύγων είναι ένας ιδιωτικός σύλλογος, ένα σωματείο του Αστικου Κώδικα. Το ΕΔΔΑ δεν τολμάει να πει εδώ ότι ο Σύλλογος των Αθηναίων στερείται την “ιδιότητα θύματος” (victim status) παραβίασης που προϋποθέτει η ίδια η ΕΣΔΑ ως στοιχείο του παραδεκτού της προσφυγής. Το ΕΔΔΑ σε αυτό το σημείο, στην πραγματικότητα, αξιολογεί την ίδια την φύση της ένδικης διαφοράς. Πρόκειται για μια διεθνή διαφορά που έχει στο επίκεντρό της το αίτημα “της επιστροφής των Μαρμάρων στην Ελλάδα”, πέρα δηλαδή από την απλή αναγνώριση της παραβίασης των ανθρώπινων δικαιωμάτων που αξίωνε ο ίδιος ο Σύλλογος. Ο Σύλλογος προφανώς και δεν ζήτησε από το ΕΔΔΑ την επιστροφή των γλυπτών στην Ελλάδα, αφού αυτό το αίτημα θα ήταν πέρα από την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, αλλά ζήτησε μόνο, στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του το ΕΔΔΑ να αναγνωρίσει ότι η διακράτηση των γλυπτών συνιστά παραβίαση των δικαιωμάτων της ΕΣΔΑ. Το ίδιο το Δικαστήριο βλέπει ότι πίσω από αυτό το αίτημα βρίσκεται στην ουσία ένα αίτημα επιστροφής των γλυπτών ή ένα αίτημα συμμετοχής σε διεθνή διαμεσολάβηση που μόνο ένας προσφεύγων νομιμοποιείται να προβάλλει. Κι αυτός ο μοναδικός προσφεύγων, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να είναι ένα νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου όπως ο Σύλλογος των Αθηναίων, παρόλο που η απόφαση δεν αμφισβητεί την ιστορικότητά του ως συλλόγου απογόνων. Υπονοεί όμως, με τον πιο εύγλωττο τρόπο ότι ο προσφεύγων έπρεπε να είναι άλλος. Κι αυτός ο άλλος είναι η Ελληνική Δημοκρατία.
Αυτό είναι το μοναδικό σημείο της απόφασης που εισάγει, δια της ερμηνείας έναν δικονομικό κανόνα, για πρώτη φορά: τα ιδιωτικά σωματεία δεν νομιμοποιούνται να επικαλεστούν προσβολή πολιτισμικών δικαιωμάτων όσον αφορά τα εθνικα μνημεία. Δεν το είπε όταν ένας σύλλογος ήρθε να καταγγείλει παραβιάσεις από την Ισπανία, όταν το θέμα ήταν οι καταστροφές από την δημιουργία ενός φράγματος (Gorraz Lizarraga και άλλοι κατά Ισπανίας, 2004). Εκεί η προσφυγή του συλλόγου, ως ιδιωτικού φορέα, ήταν παραδεκτή. Εδώ, φαίνεται να κλείνει η πόρτα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για την ιδιωτική καταγγελία παραβάσεων σε σχέση με την πολιτισμική κληρονομιά. Κι αυτή είναι η μόνη θεωρητική συμβολή της απόφασης στο σύνολο της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, καθώς δεν είναι τυχαίο ότι σε αυτό το σημείο η απόφαση δεν παραπέμπει σε άλλες αποφάσεις, αλλά νομολογεί: θέτει νέο κανόνα αποκλεισμού πιθανών μελλοντικών προσφυγών από συλλόγους για θέματα πολιτισμικής κληρονομιάς.
Αντιθέτως, η πόρτα δεν έχει κλείσει για την περίπτωση των διακρατικών προσφυγών. Με αυτή την απόφαση λοιπόν, το ΕΔΔΑ εμμέσως υπενθυνμίζει στην Ελληνική Δημοκρατία ότι παραμένει η δυνατότητά της για την υποβολή μιας διακρατικής προσφυγής εναντίον της Μεγάλης Βρετανίας, στην οποία μπορεί να ξεπεραστεί το θέμα της παρέλευσης του χρόνου, με την λογική της διαρκούς παραβίασης, ενώ μπορεί να ξεπεραστεί και η έλλειψη ατομικού δικαιώματος στην πολιτισμική κληρονομιά, αφού αυτό δεν αναγνωρίζεται μεν σε ιδιωτικούς συλλόγους απογόνων, “λόγω της φύσης τους”, όπως λέει η απόφαση, αλλά δεν μπορεί να μην αναγνωριστεί πλέον στο ίδιο το κράτος. Άλλη θα είναι η ανάλυση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, όταν θα έχει ενώπιόν του μια διακρατική προσφυγή από την Ελληνική Δημοκρατία για την πιο γνωστή, διαχρονικά, νομική αντιπαράθεση που αφορά την διακράτηση πολιτισμικών αγαθών στην Ευρώπη και διεθνώς.
Συνοψίζοντας λοιπόν, αυτή η απόφαση του ΕΔΔΑ έρχεται να αποτελέσει την ιστορική νομική βάση, πάνω στην οποία μπορεί να οικοδομηθεί ένα επόμενο πιο επιτυχές δικαστικό εγχείρημα. Φυσικά αυτό απαιτεί μεγαλύτερο νομικό θάρρος από την πλευρά της Ελληνικής Δημοκρατίας, χωρίς να αποκλείεται η πολύτιμη συμβολή της διπλωματίας στην διαμόρφωση μιας νέας στρατηγικής. Βρισκόμαστε μέσα στο πιο απτό επιχείρημα της Ελληνικής πλευράς, στο νέο Μουσείο Ακρόπολης. Αυτό το επιχείρημα δεν είναι μόνο ρητορικό, ηθικό, συγκινησιακό, πρακτικό, οικονομικό ή αισθητικό. Είναι επίσης ένα νομικό επιχείρημα που μπορεί να επιστρατευθεί, όταν χρειαστεί, ξανά, ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Ο Σύλλογος των Αθηναίων θεωρεί λοιπόν ότι χρειάζεται πλήρης συστράτευση όλων των αρμόδιων φορέων, αλλά και του συνόλου της Κοινωνίας των Πολιτών, ώστε να συνενωθούν τόσο οι διπλωματικές και διμερείς συζητήσεις, όσο και τα νομικά εργαλεία που εμπλουτίστηκαν αδιαμφισβήτητα από την συγκεκριμένη δικαστική απόφαση προς την κατεύθυνση της αποκατάστασης της δικαιοσύνης.
Εμείς επιτελέσαμε το καθήκον μας, τόσο το επιστημονικό όσο και το πολιτισμικό, για να τεθεί η θεμέλια λίθος σε ένα οικοδόμημα που θα αποκαταστήσει την ακεραιότητα του οικουμενικού μνημείου στην σκιά του οποίου γεννηθήκαμε.
Παραμένουμε δίπλα σε όσες και όσους το συνεχίσουν, μέχρι την πραγμάτωση του αντικειμενικού στόχου.

Η προσωπικότητα δεν κληρονομείται νομικά.

 Οι κληρονόμοι πνευματικών ή συγγενικών δικαιωμάτων έχουν μόνο τις εξουσίες που τους απονέμει ο νόμος για την πνευματική ιδιοκτησία (Ν.2121/...