Παρασκευή, Ιουλίου 11, 2008

Η διαδικασία αποζημίωσης από το Δημόσιο λόγω παρέλευσης προθεσμίας

Με σχετική εγκύκλιο του υπουργείου Εσωτερικών ενημερωθήκαμε για την λειτουργία των Επιτροπών που επιδικάζουν αποζημιώσεις όταν το Δημόσιο δεν ενεργήσει εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 50 ημερών. Εκτός από το άρθρο 5 του Ν.1941/1991 (όπως τροποποιήθηκε) που προβλέπει αυτή την αποζημίωση, έχει εκδοθεί και η απόφαση των υφυπουργών Εσωτερικών (κ. Ανδρεουλάκος) και Οικονομίας (κ.Δούκας) ΔΙΣΚΠΟ/Φ.17/ΟΙΚ/17170/ΦΕΚ Β 1226/10.8.2008 που ορίζει την διαδικασία για την αποζημώση των πολιτών.  Στο παράρτημα αυτού του ΦΕΚ θα βρείτε και το έντυπο για την υποβολή του σχετικού αιτήματος.

Παραθέτω εδώ αυτή τη διαδικασία όπως ορίζει η (υφ)υπουργική απόφαση του 2004, σχολιάζοντας ανάμεσα με κόκκινο χρώμα.

1. Σε περίπτωση μη τήρησης των προβλεπόμενων, από τις διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 2690/1999, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 6 του Ν. 3242/2004 [δηλαδή εντός 50 ημερών από την κατάθεση της αρχικής αίτησης στην αρμόδια υπηρεσία, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από άλλες διατάξεις, όπως λ.χ. για την πρόσβαση στα έγγραφα που προβλέπεται προθεσμία 20 ημερών], προθεσμιών μέσα στις οποίες οι υπηρεσίες του Δημόσιου Τομέα, υποχρεούνται να απαντούν οριστικά στα αιτήματα των πολιτών και να διεκπεραιώνουν τις υποθέσεις τους, καταβάλλεται στον αιτούντα, από τον οικείο φορέα, πλήρης αποζημίωση. Η αποζημίωση αυτή αφαιρείται από το τυχόν, μεταγενεστέρως, επιδικαζόμενο ποσό, εφόσον γίνει δεκτή από το αρμόδιο δικαστήριο σχετική αγωγική απαίτηση, κατά τις περί αστικής ευθύνης διατάξεις.

Οι ενδιαφερόμενοι, προκειμένου να τους καταβληθεί η ως άνω αποζημίωση υποβάλλουν αίτηση σε ειδικό έντυπο όπως το συνημμένο υπόδειγμα, το οποίο εμφαίνεται στο παράρτημα και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης αυτής, στην Διεύθυνση Σχέσεων Κράτους - Πολίτη του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, για θέματα αρμοδιότητας των Υπουργείων, ή στην Ειδική Επιτροπή της παραγράφου 13 του άρθρου δεύτερου του Ν. 2690/1999 που λειτουργεί στην έδρα κάθε Περιφέρειας, για θέματα υπηρεσιών του Δημόσιου Τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 2190/1994, όπως ισχύει κάθε φορά. Το έντυπο αυτό ισχύει για αιτήματα αποζημίωσης, που υποβάλλονται στις αρμόδιες υπηρεσίες από την 24η Μαΐου 2004 και μετά.

2. Οι αιτήσεις υποβάλλονται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία εξήντα (60) ημερών, από την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας που ορίζεται για την διεκπεραίωση της υπόθεσης ή την οριστική απάντηση [δηλαδή μετά την παρέλευση των 50 ημερών που οφείλει το Δημόσιο να ενεργήσει, εκτός αν προβλέπονται διαφορετικές προθεσμίες].

3. Το έντυπο της αίτησης της προηγούμενης παραγράφου χορηγείται σε κάθε ενδιαφερόμενο πολίτη από τις υπηρεσίες του δημόσιου τομέα, στις οποίες υποβάλλει αίτηση για διεκπεραίωση υπόθεσης του ή παροχή πληροφοριών. Έντυπα αιτήσεων χορηγούνται επίσης από το Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, από τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών καθώς και τις υπηρεσίες όλων των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων της χώρας, που έχουν αρμοδιότητα την πληροφόρηση του πολίτη. Σε περίπτωση έλλειψης εντύπου, η αίτηση μπορεί να υποβάλλεται και σε απλό χαρτί. Στην περίπτωση αυτή οι αρμόδιοι υπάλληλοι υποχρεούνται να συντάξουν την σχετική αίτηση, εφόσον το ζητήσει ο ενδιαφερόμενος.

4. Μετά την υποβολή της αίτησης στο ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α ή στις Περιφέρειες, η οποία μπορεί να σταλεί και ταχυδρομικώς επί αποδείξει ή μέσω τηλεομοιοτυπίας (Fax), επιλαμβάνεται της υπόθεσης ο αρμόδιος εισηγητής και αφού εξετάσει την μη τήρηση της προθεσμίας εισηγείται σχετικά στην οικεία Επιτροπή. Για τον καθορισμό του ύψους της καταβλητέας πλήρους αποζημιώσεως, οι αρμόδιες Επιτροπές λαμβάνουν υπόψη ως κριτήρια ιδίως το μέγεθος της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης που προκλήθηκε από την καθυστέρηση, τις συνθήκες στις οποίες οφείλεται η καθυστέρηση και το τυχόν υφιστάμενο σχετικό πόρισμα του Συνηγόρου του Πολίτη [ο οποίος αποκλείεται να έχει προλάβει να εκδόσει Πόρισμα πριν εκπνεύσει η προθεσμία των 60 ημερών που έχει ο πολίτης για να υποβάλει το αίτημα αποζημίωσης - το πολύ να έχει στείλει ο Συνήγορος μία επιστολή προς την αρμόδια υπηρεσία ζητώντας να εξεταστεί η αίτηση], με τον οποίο οφείλουν να επικοινωνούν και να συνεργάζονται, προκειμένου να διαπιστώνουν την ύπαρξη σχετικού πορίσματος, εφόσον αυτό δεν προσκομίζεται από τον πολίτη, αλλά δηλώνει ότι είχε προσφύγει στο Συνήγορο του Πολίτη [Και γιατί να μην κοινοποιεί αυτεπαγγέλτως ο Συνήγορος του Πολίτη τα πορίσματά του επί παρέλευσης προθεσμίας στην οικεία Επιτροπή προς αυτεπάγγελτη επιδίκαση αποζημίωσης υπέρ του πολίτη;]. Οι Επιτροπές, μετά από εξέταση της συνδρομής των ανωτέρω προϋποθέσεων, εκδίδουν τις αποφάσεις τους, οι οποίες περιλαμβάνουν το ονοματεπώνυμο και άλλα αναγκαία στοιχεία προσδιορισμού της ταυτότητας του δικαιούχου, την καθοριζόμενη αποζημίωση ολογράφως και αριθμητικώς, σε περίπτωση θετικής για τον πολίτη απόφασης, καθώς και την συγκεκριμένη υπηρεσιακή μονάδα του φορέα που δεν τήρησε την προβλεπόμενη προθεσμία.

Οι αποφάσεις αυτές κοινοποιούνται στον ενδιαφερόμενο πολίτη, στην υπηρεσία που δεν ενήργησε μέσα στην νόμιμη προθεσμία και αποτελούν εντολή καταβολής στον πολίτη του ορισθέντος ποσού, στις Διευθύνσεις Διοικητικού και Οικονομικού του αρμόδιου φορέα και στη Διεύθυνση Σχέσεων Κράτους - Πολίτη του ΥΠ.ΕΣ.Δ.ΔΑ, αν πρόκειται για αποφάσεις της Επιτροπής που λειτουργεί σε αυτό ή στην αρμόδια Περιφέρεια, αν πρόκειται για αποφάσεις των Επιτροπών που λειτουργούν σε κάθε μία από τις Περιφέρειες της χώρας.

5. Αν η καταβολή της αποζημίωσης δεν γίνει μέσα σ' ένα μήνα από την κοινοποίηση της απόφασης της Επιτροπής, το χρηματικό ποσό καταβάλλεται εντόκως. Ο τόκος υπολογίζεται για κάθε μήνα με το επιτόκιο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, που ισχύει για τις καταθέσεις, επί προθεσμία διάρκειας ενός έτους.[Αυτό σημαίνει ότι ο μηνιαίος τόκος δεν μπορεί να υπερβεί τους δώδεκα μήνες].

Αρθρο 2

1. Οι οικείες Διευθύνσεις Οικονομικού των Δημοσίων Υπηρεσιών και Ν.Π.Δ.Δ., των οποίων τα χρηματικά εντάλματα εκδίδονται από Υπηρεσίες Δημοσιονομικού Ελέγχου (Υ.Δ. Ε.), εντός πέντε (5) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης της αρμόδιας Επιτροπής , εκδίδουν και αποστέλλουν εγγράφως στην αρμόδια Υ.Δ.Ε. τη σχετική απόφαση ανάληψης δαπάνης, μαζί με την απόφαση της Επιτροπής και κατάσταση δαπάνης. Η Υ.Δ.Ε. εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη λήψη των ανωτέρω δικαιολογητικών εκδίδει και αποστέλλει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ή ταμειακή υπηρεσία του Ν.Π.Δ.Δ. τακτικό ένταλμα πληρωμής επ' ονόματι του δικαιούχου.

Το κατά τα ανωτέρω έγγραφο των Διευθύνσεων Οικονομικού κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο πολίτη, ο οποίος και ειδοποιείται με το ίδιο έγγραφο να προσέλθει, μετά από είκοσι (20) ημέρες στην αρμόδια Δ.Ο.Υ της περιοχής της κατοικίας του (αναγράφεται η συγκεκριμένη Δ.Ο.Υ. και η διεύθυνση της), ή την ταμειακή υπηρεσία του Ν.Π.Δ.Δ., για την είσπραξη του ποσού.
[Άρα το ταχύτερο για την είσπραξη της αποζημίωσης είναι 40 ημέρες μετά την κοινοποίηση της απόφασης].

Στις περιπτώσεις Ν.Π.Δ.Δ., στα οποία δεν υπάρχουν Υπηρεσίες Δημοσιονομικού Ελέγχου, ακολουθείται ανάλογη διαδικασία, η οποία δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις είκοσι (20) ημέρες συνολικά από την, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 1 της παρούσας, κοινοποίηση της απόφασης της Επιτροπής στις Διευθύνσεις Οικονομικού.

2. Η κατά τις προηγούμενες παραγράφους δαπάνη βαρύνει τους σχετικούς Κ.Α.Ε. του τακτικού προϋπολογισμού των Υπουργείων και των Περιφερειών και τον σχετικό Κ.Α.Ε του προϋπολογισμού των Ν.Π.Δ.Δ.

3. Οι λοιποί φορείς του δημοσίου τομέα ακολουθούν για την καταβολή στους πολίτες της σχετικής αποζημίωσης την συντομότερη διαδικασία εκτέλεσης δαπανών που προβλέπεται από τους οικείους Κανονισμούς, η οποία δεν υπερβαίνει τις είκοσι (20) ημέρες, από την, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 1 της παρούσας, κοινοποίηση της απόφασης της Επιτροπής.

4. Οι υπ' αριθ. ΔΙΣΚΠΟ/Φ.17/9485/6.5.1999 (ΦΕΚ 885/Β'/26.5.1999), ΔΙΣΚΠΟ/Φ17/21936/18.10.2001 (ΦΕΚ 1391/Β/22.10.2001) και ΔΙΣΚΠΟ/Φ17/ΟΙΚ/16787/3.9.2003 (ΦΕΚ 1278/Β/8.9.2003) Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις ισχύουν αναφορικά με αιτήματα αποζημίωσης, που υποβάλλονται στις αρμόδιες υπηρεσίες, μέχρι την 23η Μαΐου 2004.
[Η πρώτη από αυτές τις υπουργικές αποφάσεις καθόριζε, το έτος 1999, μια παραπλήσια προς την ανωτέρω διαδικασία αποζημίωσης των πολιτών. Η δεύτερη απόφαση όριζε το ανώτατο όριο αποζημίωσης στα 600 ευρώ, ενώ η τρίτη απόφαση όριζε το κατώτατο όριο στα 30 ευρώ. Στις 23.5.2004 καταργήθηκαν αυτά τα ανώτατα και κατώτατα όρια, επομένως θα μπορούσε κάποιος να ζητήσει περισσότερα απο 600 ευρώ, αλλά τελικά να του επιδικαστούν κάτω από 30 ευρώ. Πάντως στην γνωμοδότηση ΝΣΚ 39/2003, αναφέρεται μια περίπτωση επιδίκασης 100 ευρώ λόγω καθυστέρησης υπηρεσίας του ΥΠΠΟ το 2003.]

5. Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μαζί με το συνημμένο στο Παράρτημα υπόδειγμα αίτησης. Αθήνα, 3 Αυγούστου 2004

Με λίγα λόγια, η Πολιτεία παραδέχεται ότι δεν μπορεί με τους δικούς της ελεγκτικούς μηχανισμούς να επιβάλει αυτεπαγγέλτως την τήρηση των προθεσμιών που η ίδια έχει θεσπίσει με νόμους και απευθύνεται στους πολίτες, με το δέλεαρ μιας μικρής αποζημίωσης για την οποία πρέπει να περιμένουν άλλες 60 ημέρες περίπου, να κινητοποιήσουν τη διαδικασία αυτή προκειμένου να συμμορφωθεί το Δημόσιο. 

Πάντως, νομίζω ότι αξίζει οι πολίτες και οι νομικοί τους σύμβουλοι να αξιοποιήσουν αυτές τις δυνατότητες προκειμένου το Δημόσιο να λάβει σοβαρά υπόψη αυτές τις προθεσμίες που ακόμη και σήμερα ορισμένοι θεωρούν "ενδεικτικές". Με κίνδυνο, βέβαια, οι δημόσιες υπηρεσίες και οι υπάλληλοι -ουσιαστικά- εναντίον των οποίων θα στραφούν να ... απορρίψουν τελικά τα αρχικά αιτήματά τους.

Σε μια δεύτερη ανάγνωση, όμως, τόσο αυτό το δικαίωμα, όσο, πολύ περισσότερο, το δικαίωμα πρόσβασης του πολίτη στα έγγραφα του δημόσιου τομέα, όπως και το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης και αιτιολόγησης των αποφάσεων της Διοίκησης προσδίδουν μια νέα ιδιότητα στον (ενεργό) πολίτη: αυτόν του ελεγκτή. 

Ο πολίτης - ελεγκτής βέβαια είναι αυτός που έχει ελεύθερο χρόνο (= χρήματα), όρεξη, γνώση ή νομικό σύμβουλο και δεν φοβάται τόσο από την πιθανή απόρριψη της αίτησής του. Επειδή όλα πια ανάγονται σε όρους πλειοψηφίας/μειοψηφίας, αναρωτιέμαι αν ο πολίτης - ελεγκτής είναι πράγματι "Καθένας" όπως αναφέρει το Σύνταγμα ή μια νέα ελιτ (="κανένας" όπως θα έλεγε κάποιος απαισιόδοξος).

Αποζημιωθείτε για καθυστερήσεις και κακοδιοίκηση από το Δημόσιο

Η διάταξη που προβλέπει αποζημίωση υπάρχει από το 1991, αλλά με μια εγκύκλιο του Ιουνίου 2008 φαίνεται ότι το υπουργείο Εσωτερικών είναι έτοιμο για την ευρεία εφαρμογή της.

Ο γενικός κανόνας είναι ότι οι υπηρεσίες έχουν υποχρέωση να διεκπεραιώνουν τις υποθέσεις τους μέσα σε 50 ημέρες (άρθρο 4 Ν.2690/1999 - "Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας"). Υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις, λ.χ. για περιπτώσεις πρόσβασης στα έγγραφα υπάρχει η συντομότερη προθεσμία των 20 ημερών, ή περιπτώσεις όπου η προθεσμία επεκτείνεται πέραν των 50 ημερών.

Αν παρέλθει η προβλεπόμενη προθεσμία, ο πολίτης έχει δικαίωμα μέσα σε 60 ημέρες να υποβάλει σχετική αίτηση για αποζημίωση στην Ειδική Επιτροπή Ελέγχου για την Εφαρμογή της Νομοθεσίας.

Για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη: α) το ύψος της υλικής ή ηθικής ζημιάς που έχει υποστεί ο πολίτης, β) τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη η καθυστέρηση και γ) το τυχόν πόρισμα του Συνηγόρου του Πολίτη.

Η αποζημίωση μπορεί να είναι από 30 έως 600 ευρώ, ενώ σύμφωνα με μια Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβούλου του Κράτους (39/2003) το ΥΠΠΟ έπρεπε να καταβάλει ως αποζημίωση το  ποσό 100 ευρώ σε μια περίπτωση καθυστέρησης. Και φυσικά το ποσό αυτό είναι έντοκο, σε περίπτωση που η αρμόδια υπηρεσία δεν το καταβάλει εμπρόθεσμα.


Τετάρτη, Ιουλίου 09, 2008

Η πώληση των προσωπικών δεδομένων των δικηγόρων

Mε την απόφαση 5/2008 η Αρχή Προστασίας Δεδομένων επέβαλε πρόστιμο στον ΔΣΑ επειδή το 1999 διέθεσε ετικέτες με τα στοιχεία των μελών του (ονοματεπώνυμα, ιδιότητα και διευθύνσεις) σε μια εταιρία, για σκοπούς άμεσης διαφήμισης (direct marketing).


H απόφαση της Αρχής βασίζεται:


(α) στην έλλειψη συγκατάθεσης των μελών του ΔΣΑ και 

(β) στην έλλειψη  ενημέρωσης τους για την διαβίβαση των στοιχείων τους.


Ως προς την έλλειψη συγκατάθεσης εντυπωσιάζει το γεγονός ότι η Αρχή αποσιωπά τελείως το γεγονός ότι με την δική της Απόφαση 50/2000 (η οποία μετέπειτα δημοσιεύθηκε μάλιστα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ως απόφαση 26/2004, γεγονός που της προσέδωσε χαρακτηριστικά κανονιστικής πράξης) έκρινε ότι οι σκοποί direct marketing δεν προϋποθέτουν κατ' αποκλειστικό κανόνα την συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων, καθώς εμπίπτουν στην έννοια του “εννόμου συμφέροντος που υπερέχει προφανώς” των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων. Η προσέγγιση αυτή θεμελιώνεται στο άρθρο 13 παρ. 3 του Ν.2472/1997, αλλά και στην Οδηγία 95/46 που προτάσσει το σύστημα opt-out ειδικά για τις περιπτώσεις της άμεσης διαφήμησης: όποιος δεν θέλει να λαμβάνει μέσω ταχυδρομείου υλικό direct marketing έχει το δικαίωμα να εγγραφεί στο Μητρώο Προσώπων που Δεν Επιθυμούν να λαμβάνουν τέτοιο υλικό. Εντυπωσιάζει αυτή η αιφνίδια “στροφή” στη νομολογία της Αρχής, η οποία δεν έχει καν θεμελιωθεί με επιχειρήματα a contrario, αν ήθελε θεωρηθεί ότι για ειδικούς λόγους θα έπρεπε να προκριθεί ο κανόνας της opt-in συγκατάθεσης, όπως λ.χ. ισχύει για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες.


Πέρα όμως από την Απόφαση 50/2000, η Αρχή όφειλε να είχε λάβει υπόψη της και το Ν.3448/2006 για την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα, ο οποίος μπορεί να μην ίσχυε μεν το 1999 που τελέστηκε η φερόμενη “παράβαση” του ΔΣΑ, ως ευνοϊκότερος όμως νόμος, ο οποίος ενσωματώνει μάλιστα κοινοτικό δίκαιο (την Οδηγία 2003/98/ΕΚ για την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα) έπρεπε να την είχε απασχολήσει στο σκεπτικό της. Με βάση το Ν.3448/2006, ο οποίος είχε τεθεί σε ισχύ όταν υποβλήθηκε η καταγγελία, ο ΔΣΑ, ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, έχει την υποχρέωση να παράσχει σε ιδιώτες τις πληροφορίες που τηρεί. Ακόμη κι όταν αυτές οι πληροφορίες αποτελούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, η υποχρέωση του ΔΣΑ εξακολουθεί να ισχύει: στην Γνωμοδότηση 7/2003 της Ομάδας Εργασίας για την προστασία προσωπικών δεδομένων, κείμενο το οποίο επίσης δεν απασχόλησε την Αρχή καθόλου στο σκεπτικό της επίμαχης απόφασης, ρητά αναφέρεται ότι το “έννομο συμφέρον” αποτελεί λόγο που επιτρέπει την περαιτέρω χρήση προσωπικών δεδομένων που τηρούνται από αρχεία του δημόσιου τομέα! Είναι απορίας άξιον πως, υπό το φως του μεταγενέστερου, αλλα ευνοϊκότερου αυτού θεσμικού πλαισίου, η Αρχή δεν έλαβε υπόψιν της, εκτός από τη δική της Απόφαση 50/2000, την κοινοτική νομοθεσία, μολονότι σε τρεις σχετικά πρόσφατες αποφάσεις της έχει μνημονεύσει τον Ν.3448/2006. Σημειωτέον ότι στην Ομάδα Εργασίας για την προστασία προσωπικών δεδομένων που εξέδωσε και την Γνωμοδότηση 7/2003 συμμετέχουν, βάσει της Οδηγίας 95/46, και εκπρόσωποι της Αρχής.


Το πιο εντυπωσιακό όμως είναι ότι η Αρχή, με μια απόφαση του 2008 επιβάλλει, κατόπιν καταγγελίας, πρόστιμο για μια πράξη που τελέστηκε το 1999! Σύμφωνα με την Απόφαση 57/2003, (βλ. Ετήσια Έκθεση ΑΠΔΠΧ 2003, σελ. 35) η Αρχή απέρριψε ως καταχρηστική μία προσφυγή που ασκήθηκε τρία χρόνια μετά την προσβολή του δικαιώματος, επειδή έκρινε ότι δεν ασκήθηκε εντός “ευλόγου χρόνου”. Ενώ δηλαδή η τριετία κρίθηκε τότε μη εύλογος χρόνος, τα επτά χρόνια που παρήλθαν απο την χορήγηση των στοιχείων εκ μέρους του ΔΣΑ (1999) μέχρι την υποβολή της εναντίον του καταγγελίας (2006)  δεν προβλημάτισαν καθόλου την Αρχή στην απόφασή της. Η πιθανή καταχρηστικότητα της καταγγελίας έπρεπε επίσης να ελεγχθεί από την Αρχή, δεδομένου ότι η εν λόγω απόφση του ΔΣΑ για διάθεση των δεδομένων των μελών του σε εταιρίες είχε ήδη ανακληθεί από ετών. Εφόσον αυτό είχε γνωστοποιηθεί στον καταγγέλλοντα, αλλά αυτός επέμενε στην υποστήριξη της καταγγελίας θα ήταν προφανές ότι δεν επιδίωκε πλέον την προστασία των δικαιωμάτων του, αλλά ενδεχομένως είχε άλλους σκοπούς. Και όλα, αυτά μολονότι στις 18/7/2006 που κατατέθηκε η καταγγελία είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή ο Ν.3471/2006, βάσει του οποίου η Αρχή ρητώς πλέον έχει ρητή ευχέρεια “να θέτει στο αρχείο αιτήσεις ή παράπονα που κρίνονται αόριστα, αβάσιμα ή υποβάλλονται καταχρηστικώς ή ανωνύμως” (άρθρο 19 παρ. 1 (ιγ)  Ν.2472/1997). 


Ως προς το θέμα της ενημέρωσης των υποκειμένων των δεδομένων, ο ΔΣΑ όφειλε να είχε λάβει αδεια από την  Αρχή για ενημέρωση των υποκειμένων δια του τύπου (σύμφωνα με την Απόφαση 408/1998 και την Κανονιστική Πράξη 1/1999). Ωστόσο, αυτή η υποχρέωση βάρυνε κατά κύριο λόγο την εταιρία, η οποία συνέλλεξε τα προσωπικά δεδομένα των δικηγόρων. Η Αρχή δεν ασχολήθηκε στην απόφαση καθόλου με το αν η εταιρία ενημέρωσε τα υποκείμενα των δεδομένων δια του τύπου ή ατομικώς, δηλ. αν τήρησε τις διατάξεις του άρθρου 11 του Ν.2472/1997.


Εδώ τίθεται ένα σοβαρό ζήτημα όσον αφορά το μέλλον και την εφαρμοσιμότητα της περαιτέρω χρήσης πληροφοριών του δημόσιου τομέα και την διαμόρφωση μιας αγοράς “περιεχομένου” στην Ελλάδα:  κάθε φορά που μία εταιρία ζητά να αντλήσει δεδομένα απο ένα ν.π.δ.δ. οφείλει και το ίδιο το ν.π.δ.δ., εκτός από την εταιρία, να λάβει ειδική άδεια της Αρχής και να ενημερώσει τα υποκείμενα των δεδομένων δια του τύπου, ή  τελικά αρκεί η -ισοδύναμου αποτελέσματος- ενημέρωση μόνο από τον ιδιωτικό φορέα; Είναι προφανές ότι θα είναι άνευ ουσίας μια τέτοια διπλή ενημέρωση, η οποία θα επιβαρύνει συν τοις άλλοις και το Δημόσιο, ενώ ο ιδιώτης είναι αυτός που σκοπεύει να προβεί στην επιχειρηματική δραστηριότητα. Όροι αναλογικότητας, αλλά και οικονομικής εκ του αποτελέσματος ανάλυσης,  θα επέβαλαν την τελολογική συστολή του νόμου ως προς αυτό το θέμα. Η Αρχή με την απόφασή της θα μπορούσε σε αυτό το σημείο να “απαλλάξει” εκ των υστέρων τον ΔΣΑ και να αυτοπεριορίσει τον ελεγκτικό της ρόλο στο κατά πόσον η εταιρία εκπλήρωσε την υποχρέωση ενημέρωσης, αναγνωρίζοντας ότι, καθόσον πρόκειται για την ίδια περίπτωση επεξεργασίας (δηλ. για μία πράξη) δεν απαιτούνται δύο ενημερώσεις από τους δύο υπεύθυνους επεξεργασίας, αφού ο αντικειμενικός σκοπός είναι η ενημέρωση των υποκειμένων των δεδομένων και όχι οι περιττή γραφειοκρατία. 


Σάββατο, Ιουλίου 05, 2008

H πρόσβαση στα έγγραφα του Δημοσίου

Πέρα από τις υποχρεώσεις δημοσιοποίησης των εγγράφων που τηρούν οι φορείς του δημόσιου τομέα (λ.χ. των νόμων στο ΦΕΚ),  ο πολίτης έχει κι αυτός δικαίωμα να λαμβάνει αντίγραφα των εγγράφων που τηρούνται σε δημόσια αρχεία, είτε τα έγγραφα είναι δημόσια είτε είναι ιδιωτικά.

Το άρθρο 10 παρ. 3 του Συντάγματος αναφέρει ότι οι δημόσιες υπηρεσίες έχουν υποχρέωση να χορηγούν αντίγραφα ύστερα από αίτηση του πολίτη.

Η ειδικότερη νομοθεσία (Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας) ορίζει με ποιους όρους ασκείται αυτό το συνταγματικό δικαίωμα.

Πολύ συχνά όμως, οι δημόσιοι φορείς επινοούν διάφορους λόγους για να απορρίψουν το αίτημα, είτε επειδή δεν θέλουν να φέρουν την ευθύνη, είτε επειδή προτιμούν να αποκρύψουν τα στοιχεία που περιέχουν τα έγγραφα. Οχυρώνονται πίσω από διατάξεις για την προστασία προσωπικών δεδομένων, την πνευματική ιδιοκτησία ή διάφορες διατάξεις περί "απορρήτου" προκειμένου να αποκλείσουν τον πολίτη από την πρόσβαση στα έγγραφα.

Σε αρκετές περιπτώσεις η νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα δεν αποτελεί όμως φραγμό για την χορήγηση των εγγράφων του δημοσίου. Η ίδια η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων έχει ομαδοποιήσει  αυτές τις περιπτώσεις στις οποίες ο πολίτης μπορεί να λάβει αντίγραφα κειμένων που περιλαμβάνουν προσωπικά δεδομένα άλλων πολιτών. Εξάλλου όταν το έγγραφο περιλαμβάνει προσωπικά δεδομένα του ίδιου του αιτούντος, η Αρχή μπορεί να διατάξει τον φορέα να χορηγήσει αντίγραφο, ακόμα και να το επιβάλει πρόστιμο αν δεν το πράξει.

Η πνευματική ιδιοκτησία είναι άλλη μια "πρόχειρη" δικαιολογία των φορέων του δημοσίου τομεά για να αποφύγουν την πρόσβαση. Σε πρόσφατο Πόρισμά του, ο Συνήγορος του Πολίτη διευκρίνισε ότι η πνευματική ιδιοκτησία δεν συνιστά είδος "απορρήτου" ώστε να αποκλείεται ο πολίτης από την πρόσβαση σε έγγραφα που τηρεί το Δημόσιο και μπορεί να καλύπτονται από τέτοια δικαιώματα. Συνεπώς και αυτή η δικαιολογία καταρρίπτεται.

Το 2003 η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφάσισε να εναρμονίσει τις εθνικές νομοθεσίες όσον αφορά τις δυνατότητες των πολιτών, όχι μόνο για πρόσβαση, αλλά και για περαιτέρω χρήση των εγγράφων που λαμβάνουν από φορείς του δημόσιου τομέα. Ανοίγεται έτσι το πεδίο για την δημιουργία υπηρεσιών "περιεχομένου" και την ανάπτυξη μιας αγοράς πληροφοριών. Η οδηγία 2003/98 ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το ν. 3448/2006 για την Περαιτέρω Χρήση Πληροφοριών του Δημόσιου Τομέα. Περισσότερες πληροφορίες  και ανάλυση για το θέμα αυτό μπορείτε να βρείτε σε αυτό το βιβλίο μου.

Στο πεδίο των κοινοτικών οργάνων υπάρχει επίσης νόμος για την πρόσβαση σε έγγραφα, ο Κανονισμός 1049/2001, τον οποίο  η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σκοπεύει να τροποποιήσει.

Η πιο σημαντική εξέλιξη όμως σε αυτό το θέμα είναι η θέσπιση μιας Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την πρόσβαση στα επίσημα έγγραφα, την οποία προωθεί το Συμβούλιο της Ευρώπης. Θα είναι μια ώθηση και για την Ελλάδα να εκσυγχρονίσει το απαρχαιωμένο και δυσλειτουργικό θεσμικό πλαίσιο και να μπορέσει ο πολίτης να ασκήσει με μεγαλύτερη ευχέρεια αυτό το δικαίωμά του, το οποίο προσιδιάζει και σε μια ελεγκτική-συμμετοχική δράση που μπορεί να αναπτυχθεί και σε ατομικό επίπεδο.

Στην Ελλάδα, ειδική συνδρομή  για την ενάσκηση του δικαιώματος πρόσβασης στα έγγραφα παρέχονται από την Data&Protection - νομικές υπηρεσίες κοινωνίας της πληροφορίας

Παρασκευή, Ιουλίου 04, 2008

Πρόσβαση στα έγγραφα της ΕΕ: η αναθεώρηση του θεσμικού πλαισίου

Με μια Πρότασή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καλεί για αναθεώρηση των κανόνων πρόσβασης των πολιτών στα έγγραφα της Ευρωβουλής, της Επιτροπής και του Συμβουλίου ΕΕ. Παρακάτω ακολουθούν οι παρατηρήσεις μου σχετικά με αυτήν την Πρόταση. Το κείμενο θα αποσταλεί και στους Έλληνες Ευρωβουλευτές.

1. Εισαγωγή

Ο Κανονισμός 1049/2001 αποτελεί ένα κεντρικής σημασίας νομοθέτημα για την πρόσβαση στα έγγραφα του δημόσιου τομέα στην Ευρώπη, ελλείψει μιας σχετικής εν ισχύ Ευρωπαϊκής Σύμβασης, αλλά και επαρκών νομοθετημάτων σε αρκετά κράτη μέλη. Μολονότι ο Κανονισμός ρυθμίζει απλώς την πρόσβαση του πολίτη σε τρία θεσμικά όργανα της Κοινότητας, το κείμενό του αποτελεί ένα πρότυπο Freedom of Information Act (FOIA) με ιδιαίτερη επίδραση στην ερμηνεία των αντίστοιχων εθνικών νομοθεσιών. Πρέπει να επισημανθεί ότι στην Ελλάδα δεν έχει εισαχθεί FOIA, ενώ η πρόσβαση στα έγγραφα ρυθμίζεται με απαρχαιωμένες και αποσπασματικές διατάξεις, οι οποίες προσκρούουν ορισμένες φορές σε συνταγματικές επιταγές. Γι' αυτό η αναθεώρηση του Κανονισμού θα έχει ως δευτερογενή επίπτωση και τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτή η αρχή της διαφάνειας ακόμη και σε επίπεδο κρατών μελών.


2. Το πεδίο εφαρμογής

Η πρόταση της Επιτροπής αναφέρει ότι και αυτός ο Κανονισμός θα αφορά μόνο τρία θεσμικά όργανα: το ΕΚ, την Επιτροπή και το Συμβούλιου, υποστηρίζοντας ότι από τη Συνθήκη δεν παρέχεται επαρκής νομική βάση για επέκταση του και σε άλλα όργανα. Ωστόσο, η θέση αυτή είναι νομικά ανακριβής: πράγματι το άρθρο 255 ΣυνθΕΚ αφορά τα τρία ανωτέρω θεσμικά όργανα, αλλά τίποτε στη Συνθήκη δεν απαγορεύει να ενσωματωθούν στον Κανονισμό οι γενικές διατάξεις που θα ισχύουν για όλους τους οργανισμούς και τις υπηρεσίες της Κοινότητας. Περαιτέρω, το άρθρο 42 του Χάρτη των Θεμελιωδών Ελευθεριών της ΕΕ προβλέπει ένα διευρυμένο δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα που τηρούνται από όλα τα όργανα της Ένωσης.

 Εξάλλου, οι κοινοτικοί οργανισμοί ως επί τω πλείστον έχουν συντάξει εσωτερικούς κανόνες πρόσβασης στα έγγραφα και ούτως ή άλλως υπάρχει ανάγκη να διασφαλιστεί η συνοχή των κανόνων με έναν Κανονισμό. Τέλος,  το θέμα της πρόσβασης στα έγγραφα των κοινοτικών οργάνων είναι εξίσου οριζόντιο με το θέμα της προστασίας των προσωπικών δεδομένων που τηρούνται από τα όργανα. Ο Κανονισμός 45/2001 για την προστασία των προσωπικών δεδομένων ισχύει για όλα τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας. Αντίστοιχα, ο Κανονισμός για την πρόσβαση στα έγγραφα θα πρέπει να κωδικοποιεί τους κανόνες πρόσβασης για όλα τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας.


3. Οι εξαιρέσεις από την πρόσβαση στα έγγραφα


Οι νόμοι FOI, όπου ισχύουν, έχουν τέσσερα χαρακτηριστικά:


(α) επιβάλλουν ως γενική αρχή την πρόσβαση

(β) προβλέπουν τις εξαιρέσεις από την γενική αρχή:

i. με παραπεμπτικούς κανόνες, όταν από άλλα νομοθετήματα προκύπτει πότε επιτρέπεται και πότε απαγορεύεται η πρόσβαση (λ.χ. πνευματική ιδιοκτησία, προσωπικά δεδομένα)

ii. με πρωτογενείς κανόνες, όταν εισάγουν ειδικά “απόρρητα”  (λ.χ. απόρρητο εθνικής ασφάλειας)

(γ) περιγράφουν τη διαδικασία υποβολής του αιτήματος, τις προθεσμίες απάντησης κλπ

(δ) αναφέρουν ποιο ή ποια είναι τα αρμόδια όργανα ανεξάρτητης διασφάλισης όλων των παραπάνω.


[Σημειωτέον ότι αυτή η δομή ακολουθείται και από το Σχέδιο Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την πρόσβαση στα επίσημα έγγραφα, η οποία πρόκειται να εγκριθεί από το Συμβούλιο της Ευρώπης].


Με τις διατυπώσεις που προωθούνται στην Πρόταση της Επιτροπής υπάρχει μία σύγχυση το (i) με το (ii). Ενώ, λ.χ., από τις διατάξεις για την πνευματική ιδιοκτησία είναι ξεκάθαρο πότε επιτρέπεται να χορηγηθεί το αντίγραφο ενός εγγράφου στο πλαίσιο ενάσκησης του δικαιώματος πρόσβασης στα έγγραφα (βλ. άρθρο 24 του Ν.2121/1993 – χορήγηση χωρίς άδεια στο πλαίσιο διοικητικών και δικαστικών διαδικασιών), η διατύπωση της πρότασης αφήνει αμφιβολίες που υπονοούν ότι η πνευματική ιδιοκτησία μπορεί να λειτουργήσει περίπου ως ... μορφή απορρήτου! Το θέμα απασχόλησε πρόσφατα τον Έλληνα Συνήγορο του Πολίτη, ο οποίος σε Πόρισμά του ξεκαθάρισε ότι η πνευματική ιδιοκτησία δεν αποτελεί είδος απορρήτου.


Αυτό σημαίνει ότι όταν υπάρχουν νομοθετημένοι τομείς διαχείρισης πληροφορίας, όπως είναι ο κλάδος της διανοητικής ιδιοκτησίας, των εμπορικών σημάτων, της προστασίας προσωπικών δεδομένων, η διατύπωση του FOIA πρέπει να είναι παραπεμπτική. Δηλαδή όταν ο οικείος νομοθετικός κλάδος επιτρέπει την πρόσβαση στα έγγραφα, ο Κανονισμός Προσβασης πρέπει να καθιστά την χορήγηση του εγγράφου υποχρεωτική για το κοινοτικό όργανο που το τηρεί. Αυτό είναι και το νόημα του να υπάρχει Κανονισμός Πρόσβασης: η τομεϊκή νομοθεσία απλώς αναφέρει πότε δεν παρεμποδίζει τη χορήγηση ενός εγγράφου, δεν περιέχει διατάξεις που επιβάλλουν την χορήγηση! Τις διατάξεις αυτές πρέπει να τις περιέχει ο FOIA.


Αλλιώς, με διατυπώσεις εξαιρέσεων όπως “εκτός εάν θεωρηθεί ότι θίγεται η πνευματική ιδιοκτησία” αφήνονται περιθώρια για αυθαιρεσίες και ανασφάλεια δικαίου, σε ένα πεδίο το οποίο είναι (ουσιαστικά) ξεκάθαρο ήδη από την νομοθεσία της πνευματικής ιδιοκτησίας και ο δημόσιος φορέας που διαχειρίζεται το έγγραφο δεν έχει διακριτική ευχέρεια εκτιμήσεων: αν δεν απαγορεύεται απο διάταξη πνευματικής ιδιοκτησίας, οφείλει να χορηγήσει το αντίγραφο του εγγράφου. 


Έτσι όλο το άρθρο 4 του προτεινόμενου Κανονισμού πρέπει να αναδιατυπωθεί, διαχωρίζοντας ρητά και με σαφήνεια τις παραπεμπτικές εξαιρέσεις (πνευματική ιδιοκτησία, προσωπικά δεδομένα, εμπορικό απόρρητο κλπ) από τις πρωτογενείς εξαιρέσεις (νομικές συμβουλές, ελεγκτικοί σκοποί, αντικειμενικότητα οργάνων).


Tέλος, η απαγορευση χορήγησης των νομικών συμβουλών ουσιαστικά καταργήθηκε από τη νομολογία Turco του Δικαστηρίου.


4. Ειδικά για το θέμα της προστασίας προσωπικών δεδομένων

Το θέμα της σχέσης  του FOI με την νομοθεσία για την προστασία προσωπικών δεδομένων έχει απασχολήσει  πολλούς νομικούς, αλλά και θεσμικά όργανα καθώς και τη σχετική αρθρογραφία. Δυστυχώς,  η πρόταση της Επιτροπής το προσπερνάει με έναν  πρόχειρο και ανεπιτυχή τρόπο, στοιχείο το οποίο έχει επισημανθεί και από τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων στην γνωμοδότησή του της 30/6/2008.

Ο Κανονισμός θα πρέπει να περιλαμβάνει μια παραπεμπτική διάταξη στον Κανονισμό 45/2001 (για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων εκ μέρους των κοινοτικών οργανισμών και οργάνων), ορίζοντας  όμως ότι εφόσον η χορήγηση των δεδομένων επιτρέπεται από τον Κανονισμό 45/2001 και κάθε άλλη σχετική με την προστασία προσωπικών δεδομένων κοινοτική πράξη (όπως ειναι και η διατύπωση του άρθρου 286 ΣυνθΕΚ), τότε η πρόσβαση είναι υποχρεωτική για το όργανο που τηρεί το έγγραφο. Αλλιώς μπορεί να υπάρχει λ.χ. ακόμα και γνωμοδότηση του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων ότι δεν υπάρχει απαγόρευση από τον Κανονισμό 45/2001, αλλά το εκάστοτε κοινοτικό όργανο να εμμένει στο ότι παρ' όλ' αυτά δεν υπάρχει και υποχρέωση  που να του επιβάλλει την παροχή πρόσβασης. Άλλο η μη απαγόρευση χορήγησης κι άλλο η δεσμευτική υποχρέωση χορήγησης!

Στην γνωμοδότησή του (σελ. 10) ο Επόπτης έχει προτείνει μια συγκεκριμένη διατύπωση για την εξαίρεση των προσωπικών δεδομένων. Αξίζει να υποστηρίξουμε την υιοθέτησή της, προσθέτοντας όμως στην πρώτη παράγραφο την παραπομπή στον Κανονισμό 45/2001, καθώς και μερικές πιο κατηγορηματικες διατυπώσεις (τις θέτω εντός εισαγωγικών) που περιορίζουν την αβεβαιότητα:


1.Δεν πρέπει να χορηγείται πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα, “εάν η χορήγηση απαγορεύεται από τον Κανονισμό 45/2001”. Τέτοια απαγόρευση δεν υφίσταται:

(α) αν τα δεδομένα σχετίζονται αποκλειστικά με τις επαγγελματικές δραστηριότητες του υποκειμένου, εκτός αν , με βάση τις συγκεκριμένες περιστάσεις,  “θίγονται τα θεμελιώδη δικαιώματα του, ιδίως το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής ”. 

(β) αν τα δεδομένα αφορούν αποκλειστικά ένα δημόσιο πρόσωπο, εκτός αν, με βάση τις συγκεκριμένες περιστάσεις, “θίγονται τα θεμελιώδη δικαιώματα του, ιδίως το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής”

(γ) αν τα δεδομένα έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί με συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων.

2.Επιτρέπεται η παροχή πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα, εφόσον επιβάλλεται από υπερισχύον δημόσιο συμφέρον. Σε ατές τις περιπτώσεις το θεσμικό όργανο ή ο οργανισμός πρέπει να εξηγήσει το δημόσιο συμφέρον, αιτιολογώντας γιατί στη συγκεκριμένη περίπτωση το δημόσιο συμφέρον υπερέχει των συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων. 

3. Σε περίπτωση που ένα όργανο ή οργανισμός αρνείται την παροχή πρόσβασης σε έγγραφο βάσει της παραγράφου 1, θα πρέπει να εξετάσει εάν είναι εφικτή η παροχή μερικής πρόσβασης σε αυτό το όργανο “και, εφόσον θεωρήσει ότι αυτό είναι εφικτό, οφείλει να παράσχει μερικη πρόσβαση. Σε κάθε περίπτωση, τυχόν απόρριψη αιτήματος πρόσβασης σε έγγραφο που περιέχει προσωπικά δεδμενα, θα πρέπει να αιτιολογεί πλήρως για ποιο λόγο απαγορεύθηκε ακόμη και η μερική πρόσβαση στο έγγραφο”.


5. Προσθήκη διάταξης για την περαιτέρω χρήση πληροφοριών των κοινοτικών οργάνων

Σύμφωνα με την Πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροής για μια Οδηγία για την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα (COM (2002) 207), κείμενο που οδηγήσε στην θέσπιση της Οδηγίας 2003/98/ΕΚ, “οι κανόνες περαιτέρω χρήσης πληροφοριακών όρων θα γίνουν επίσης σεβαστοί από τα κοινοτικά όργανα. Κύριοι κάτοχοι πληροφοριών μεταξύ των κοινοτικών οργάνων, όπως η υπηρεσία δημοσιεύσεων και η Eurostat κατέβαλαν κατά τα τελευταία έτη σημαντικές προσπάθειες για την επίτευξη διαφανούς και αμερόληπτης πολιτικής όσον αφορά την περαιτέρω χρήση των πληροφοριακών τους πόρων, εφεξής δε θα λειτουργούν σύμφωνα με τους κανόνες που διατυπώνονται στο παρόν κείμενο”. Μετά την θέσπιση της Οδηγίας 2003/98/ΕΚ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε την Απόφαση 2006/291/ΕΚ για την περαιτέρω χρήση πληροφοριών της Επιτροής.

Μολονότι τα ζητήματα περαιτέρω χρήσης πληροφοριών είναι ειδικότερα σε σχέση με τα ζητήματα πρόσβασης, η επέκταση των κανόνων της Οδηγίας 2003/98 στα κοινοτικά όργανα επιβάλλεται να αποκτήσει νομικά δεσμευτική ισχύ. Όπως υποστηρίζει και ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων στη γνωμοδότησή του, η αναθεώρηση του Κανονισμού 1049/2001 δίνει την ευκαιρία για την εισαγωγή μιας διάταξης που θα διευρύνει το δικαίωμα των πολιτών για περαιτέρω χρήση πληροφοριών των εγγράφων που τηρούν τα κοινοτικα όργανα. 

Μπορεί λοιπόν να προστεθεί μια διάταξη που να αναφέρει:


Περαιτέρω χρήση πληροφοριών 

Το Κοινοβούλιο, η Επιτροπή και το Συμβούλιο ορίζουν με απόφαση τους όρους για την περαιτέρω χρήση των πληροφοριών που τηρούν, σύμφωνα με τους όρους που ισχύουν βάσει της Οδηγίας 2003/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Νοεμβρίου 2003 για την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα.


6. Θεσμική εποπτεία και ανάθεση αρμοδιότητας στους data protection officers

Θεσμοί που διασφαλίζουν την τήρηση του Κανονισμού 1049/2001 αυτή τη στιγμή είναι ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής, ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων και το Δικαστήριο, στο πλαίσιο όμως των αρμοδιοτήτων τους. Ένα πλήρες σύστημα πρόσβασης στα έγγραφα πρέπει να προβλέπει και την οριζόντια διασφάλιση, με εκτελεστικές αρμοδότητες ώστε  να υπάρχει δευτεροβάθμια κανονιστική κρίση για την πρόσβαση ή την απόρριψή της. Ήδη σε ορισμένες χώρες η αρμοδιότητα αυτή έχει ανατεθεί στις Αρχές Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων (Ηνωμένο Βασίλειο, Καναδάς, Γερμανία, Ουγγαρία κ.α.), οι οποίες αναβαθμίζονται από data protection authorities σε Information Commissioners. Η πορεία αυτή είναι προδιαγεγραμμένη, καθώς και στις υπόλοιπες χώρες (όπως λ.χ. στην Ελλάδα) υποστηρίζεται η δημιουργία ανεξάρτητων Αρχών Πρόσβασης και Προστασίας Πληροφοριών που θα απορροφήσουν τις Αρχές Προστασίας Δεδομένων  και ο σχετικός διάλογος θα πρέπει κάποια στιγμή να απασχολήσει και την Κοινότητα, μολονότι ο Διαμεσολαβητής διαδραματίζει έναν οιονεί αποφασιστικό ρόλο, λόγω της επιρροής των αποφάσεών του.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τον Κανονισμό 45/2001, σε όλα τα κοινοτικά όργανα και τους οργανισμούς υπηρετούν εσωτερικοί υπεύθυνοι προστσίας δεδομένων (data protection officers), δηλ. λειτουργοί που διασφαλίζουν ανεξάρτητα την προστασία προσωπικών δεδομένων εσωτερικά και συνεργάζονται με τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων όταν υπάρχουν ιδιαίτερες περιπτώσεις επικίνδυνων επεξεργασιών. Δεδομένης της εμπειρίας που έχουν αποκτήσει σχετικά με την διαχείριση εγγράφων, είναι σκόπιμο να αναγνωριστεί σε αυτούς τους εσωτερικούς λειτουργούς η αρμοδιότητα του χειρισμού (προσοχή: όχι βέβαια η αποφασιστική αρμοδιότητα που ανήκει στην ηγεσία) όλων  των αιτημάτων πρόσβασης σε έγγραφα που τηρούνται από τα κοινοτικά όργανα. Ήδη με το άρθρο 11 της Απόφαση 2006/291 της Επιτροπής (περαιτέρω χρήση πληροφοριών) οι αρμόδιοι Γενικοί Διευθυντές έχουν υποχρέωση να ορίσουν αρμόδιο υπάλληλο για τον χειρισμό των αιτημάτων περαιτέρω χρήσης πληροφοριών. Ο πλέον εξειδικευμένος “αρμόδιος υπάλληλος”, δεν μπορεί παρά να είναι ο Data Protection Officer που έχει όλη τη σχετική εμπειρία και βρίσκεται σε θέση θεσμικής επικοινωνίας με τον Ευρωπαίο Επόπτη. Η πιθανή διατύπωση μιας διάταξης θα μπορούσε να έχει ως εξής:


Αρμόδιοι υπάλληλοι χειρισμού αιτημάτων πρόσβασης

Τις αιτήσεις πρόσβασης σε έγγραφα  εξετάζουν οι υπεύθυνοι προστασίας δεδομένων που έχουν διοριστεί στο αντίστοιχο κοινοτικό όργανο ή οργανισμό, σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 1 του Κανονισμού 45/2001.


7. Σύνοψη


  • Το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού πρέπει να αφορά όλα τα όργανα και οργανισμούς της Κοινότητας.
  • Οι εξαιρέσεις πρέπει να περιορίσουν την αυθαιρεσία και την υπέρμετρη διακριτική ευχέρεια των οργάνων, ορίζοντας με σαφήνεια πότε επιτρέπεται και πότε απαγορεύεται η πρόβαση στα έγγραφα.
  • Ο Κανονισμός πρέπει να θεσπίσει την υποχρέωση των οργάνων για ικανοποίηση των δικαιωμάτων περαιτέρω χρήσης των πληροφοριών που τηρούν
  • Η αρμοδιότητα εξέτασης των αιτημάτων πρόσβασης σε έγγραφα πρέπει να ανατεθεί στους υπεύθυνους προστασίας δεδομένων που έχουν διοριστεί στα κοινοτικά όργανα και οργανισμούς.

Πέμπτη, Ιουλίου 03, 2008

Ιδιωτικότητα στο Διαδίκτυο: υιοθέτηση τροποποιήσεων Λαμπρινίδη στην Επιτροπή Ελευθεριών Ευρωβουλής

"Η υψηλότερη δυνατή προστασία της ιδιωτικής ζωής των πολιτών που χρησιμοποιούν το Διαδίκτυο πρέπει να είναι αδιαπραγμάτευτη", τόνισε μετά το πέρας της ψηφοφορίας στην Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών για την αναθεώρηση της Οδηγίας περί προστασίας προσωπικών δεδομένων στο διαδίκτυο ο κ. Σταύρος ΛαμπρινίδηςAντιπρόεδρος της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών και υπεύθυνος της Σοσιαλιστικής Ομάδας για το παραπάνω ζήτημα. "Tα οικονομικά συμφέροντα των μεγάλων εταιρειών πρόσβασης στο Διαδίκτυο δεν μπορεί να υπαγορεύουν τους νόμους που υιοθετεί η Ευρώπη για την υπεράσπιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών της. Στο μέλλον, όταν εταιρίες δεν προστατεύουν επαρκώς τα προσωπικά δεδομένα μας, θα πρέπει να λογοδοτούν τόσο στη δικαιοσύνη όσο και στους πελάτες τους," συμπλήρωσε. 

Η Επιτροπή υιοθέτησε τροπολογίες του κ. Λαμπρινίδη, που προβλέπουν ότι οι πάροχοι υπηρεσιών Διαδικτύου θα υποχρεούνται να ενημερώνουν άμεσα τους πελάτες τους για κάθε παραβίαση της ασφάλειας των συστημάτων τους που μπορεί να επιφέρει άμεσο κίνδυνο για την προστασία της ιδιωτικής ζωής των πολιτών, όπως είναι η κλοπή της ταυτότητάς τους ή η παρακολούθηση των ηλεκτρονικών μηνυμάτων τους. Oι εταιρίες  θα υποχρεούνται επίσης νακαταχωρίζουν στους ετήσιους απολογισμούς τους κάθε παραβίαση των προσωπικών δεδομένων των χρηστών τους και της ασφάλειας των δικτύων τους κατά την προηγούμενη χρονιά. 

Επιπλέον, όταν οι αστυνομίες αποκτούν πρόσβαση στα προσωπικά δεδομένα των πολιτών, οι πάροχοι ηλεκτρονικών υπηρεσιών θα υποχρεούνται να ενημερώνουν αμέσως τις Aνεξάρτητες Aρχές Προστασίας Δεδομένων οι οποίες με τη σειρά τους θα μπορούν, σε περίπτωση που διαπιστώνουν κατάχρηση εξουσίας, να παραπέμπουν την υπόθεση στη δικαιοσύνη. 

Oι ευρωβουλευτές παρότρυναν επίσης τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να προβλέψουν ποινικές κυρώσεις για κάθε παράβαση της προστασίας δεδομένων των χρηστών του διαδικτύου και των τηλεφωνικών επικοινωνιών στην υπό αναθεώρηση οδηγία.  

Τέλος, η Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών απέρριψε τις προσπάθειες κάποιων ευρωβουλευτών που επιθυμούσαν να επιτρέψουν σε ιδιωτικές εταιρίες να καταστρατηγούν την αυστηρή προστασία των προσωπικών δεδομένων των χρηστών του διαδικτύου, με πρόσχημα την "προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας". 

O κ. Λαμπρινίδης άσκησε όμως επίσης έντονη κριτική σε μία αντιφατική προς τα παραπάνω τροπολογία του Λαϊκού Κόμματος και των Φιλελευθέρων, η οποία προβλέπει την πιθανή εξαίρεση των επιχειρήσεων από την υποχρέωση να ενημερώνουν τις αρχές προστασίας δεδομένων για παραβιάσεις της ασφάλειας των δικτύων τους, όταν αυτές "δεν προκαλούν ζημία στους χρήστες". "Kάθε παραβίαση της ιδιωτικής ζωής των πολιτών προκαλεί εξ ορισμού ζημία, τόσο στους ίδιους τους χρήστες όσο και στη δημοκρατία μας", τόνισε ο κ. Λαμπρινίδης. "Αν αρχίσουμε να κατηγοριοποιούμε τις παραβιάσεις των θεμελιωδών μας δικαιωμάτων σε 'ζημιογόνες ή μη', ανοίγουμε την πόρτα για τη συνολική καταστρατήγησή τους". 

H έκθεση αναμένεται να εξεταστεί στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τον Σεπτέμβριο.    

H EE τροποποιεί την νομοθεσία για την ιδιωτικότητα στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες

Η προστασία της ιδωτικής ζωή και των προσωπικών δεδομένων στα δημόσια δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών ρυθμίζεται από την Οδηγία 2002/58 της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, την οποία η Ελλάδα, τελευταία από τα κράτη της ΕΕ, κατόπιν καταδίκης από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ενσωμάτωσε στο εθνικό δίκαιο με το Ν.3471/2006. Βεβαίως, όταν την ενσωμάτωσε ειχε ήδη τροποποιηθεί με την κατάπτυστη Οδηγία 2006/24 για την υποχρεωτική διατήρηση των δεδομένων που συλλέγονται από τα δίκτυα επικοινωνιών για σκοπούς καταπολέμησης του εγκλήματος (μια αναλυτική παρουσίαση μπορείτε να διαβάσετε εδώ).


Tους τελευταίους μήνες, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προτείνει την εκ νέου τροποποίηση της e-privacy Οδηγίας (όπως λένε την Οδηγία 2002/58) προκειμένου να προσαρμοστεί στις νέες τεχνολογικές συνθήκες. 


Το “πακέτο” της αρχικής Πρότασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την τροποποίηση κινείται στους εξης άξονες:


  • θέσπιση υποχρεωτικής γνωστοποίησης των παραβιάσεων ασφαλείας που έχουν ως αποτέλεσμα την απώλεια προσωπικών δεδομένων,
  • ενδυνάμωση των εναρμονιστικών διατάξεων που αφορούν την ασφάλεια των δικτύων και πληροφοριών κατόπιν προηγούμενης γνώμης της Αρχής για τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες,
  • διευκρίνιση ότι η Οδηγία εφαρμόζεται και στα δημόσια παρεχόμενα δίκτυα επικοινωνιών που υποστηρίζουν τη συλλογή δεδομένων και συσκευών ταυτοποίησης (όπως οι ασύρματες συσκευές RFID), 
  • επικαιροποίηση ορισμένων διατάξεων.

Με την πρόταση της Επιτροπής ασχολήθηκε  ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων. Στη σχετική γνωμοδότησή του, ο Επόπτης υποστηρίζει γενικά την προτεινόμενη τροποποίηση της οδηγίας, αλλά ζητά βελτίωσεις:


  • η υποχρέωση κοινοποίησης των παραβιάσεων ασφαλείας πρέπει να ισχύει όχι μόνον για τους παρόχους δημόσιων δικτύων υπηρεσιών επικοινωνιών, αλά και για άλλους, ιδίως για τις υπηρεσίες κοινωνίας της πληροφορίας, όπως οι on-line τραπεζικές εργασίες, οι on-line υπηρεσίες υγείας κλπ.
  • το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας θα πρέπει να επεκταθεί και στα ιδιωτικά δίκτυα επικοινωνιών (λ.χ. τα εσωτερικά μιας επιχείρησης ή ενός οργανισμού). 
  • το δικαίωμα δικαστικής ενέργειας κατά των spammers σε νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς θα πρέπει να αναγνωριστεί για κάθε πραβίαση της Οδηγίας. 


Με την πρόταση της Επιτροπής ασχολήθηκε η Ομάδα Εργασίας για την προστασία προσωπικών δεδομένων (Ομάδα του άρθρου 29 της Οδηγίας 95/46). Στη σχετική γνωμοδότησή της, η Ομάδα:


  • συντάσσεται με την σύσταση του Επόπτη για επέκταση της υποχρέωσης κοινοποίησης παραβάσεων γενικά στις υπηρεσίες κοινωνίας της πληροφορίας,
  • υποστηρίζει ότι αποδέκτες της κοινοποίησης παραβίασης πρέπει να είναι όλα τα πρόσωπα που αφορά η παραβίαση και όχι μόνον οι “συνδρομητές” των υπηρεσιών.
  • προτείνει να θεσπιστεί αρμοδιότητα των ανεξάρτητων αρχών να ειδοποιούν το κοινό σε περίπτωση παραβιάσεων ασφαλείας,
  • eπαναλαμβάνει ότι οι IP θα πρέπει να θεωρούνται “προσωπικά δεδομενα”, εκτός αν ο ISP είναι σε θέση να διαχωρίσει με απόλυτη βεβαιότητα ότι τα δεδομένα αφορούν χρήστες οι οποίοι δεν μπορούν να ταυτοποιηθούν.
H Ομάδα 29 έχει εντοπίσει στη γνωμοδότησή της και ένα θέμα που έχει απασχολήσει ιδιαίτερα και τα καθ' ημάς: την  ανάγκη διευκρίνισης των αρμοδιοτήτων ανάμεσα σε ΕΕΤΤ, ΑΠΔΠΧ και ΑΔΑΕ. Η Ομάδα επισημαίνει ότι η πρόταση της Επιτροπής, αλλού φαίνεται να αναφέρεται σε "ρυθμιστική αρχή" (δηλ. υπηρεσίες τύπου ΕΕΤΤ) και αλλού σε εποπτική αρχή (δηλ. υπηρεσίες τύπου ΑΠΔΠΧ - ΑΔΑΕ).

To θέμα της τροποποίησης της Οδηγίας βρίσκεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η κοινοβουλευτική επιτροπή LIBE (Ελευθερίες κλπ) έχει επεξεργαστεί σχετική έκθεση (10.6.2008), στην οποία μπορεί να εντοπίσει κανείς και τη συμβολή των Ελλήνων Ευρωβουλευτών στη διαμόρφωση της προετοιμαζόμενης νομοθεσίας. 



Μια από τις αλλαγές που προτείνονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο θεσμοθετήθηκαν ήδη στην Ελλάδα. Ο πρόσφατος νόμος για την ενίσχυση του απορρήτου περιλαμβάνει ήδη την ρητή υποχρέωση των παρόχων να γνωστοποιούν τις παραβιάσεις. 


Άρθρο 8 
Άμεσες ενέργειες σε περίπτωση παραβίασης του απορρήτου 

1.    Σε περίπτωση παραβίασης ή ιδιαίτερου κινδύνου παραβίασης του απορρήτου της επικοινωνίας, ο υπεύθυνος διασφάλισης του απορρήτου υποχρεούται να ενημερώνει αμελλητί τον πάροχο ή τον νόμιμο εκπρόσωπο αυτού, την εισαγγελική αρχή, την ΑΔΑΕ και τους κατά περίπτωση θιγόμενους συνδρομητές. Η ενημέρωση γίνεται εγγράφως και σε περίπτωση αδυναμίας άμεσης επικοινωνίας με οποιοδήποτε άλλο πρόσφορο μέσο. 
2.    Τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 3 υποχρεούνται, μέχρι την περιέλευση των εντολών της εισαγγελικής αρχής και της ΑΔΑΕ, να μην ανακοινώνουν σε οποιονδήποτε  στοιχεία που αφορούν την παραβίαση ή τον ιδιαίτερο κίνδυνο παραβίασης του απορρήτου και να λαμβάνουν τα ενδεικνυόμενα μέτρα για τη διαφύλαξη των αποδεικτικών στοιχείων. Μετά την περιέλευση των σχετικών εντολών τα ανωτέρω πρόσωπα υποχρεούνται να συμμορφώνονται προς αυτές



Την υποχρέωση αυτή εισηγήθηκε το υπουργείο Δικαιοσύνης προκειμένου να αντιμετωπισθεί ένα νομικό κενό το οποίο εντοπίσθηκε στην γνωστή υπόθεση των υποκλοπών και φυσικά επικαλέστηκε η εμπλεκόμενη εταιρία: δεν είχε τυπικά νομική υποχρέωση να ενημερώσει την αρμόδια ανεξάρτητη αρχή. Να λοιπόν μια περίπτωση στην οποία ο έλληνας νομοθέτης προηγήθηκε του ευρωπαίου, ύστερα όμως από μια οδυνηρή περιπέτεια.


Και πάλι πρόκειται για μία τμηματική λύση που αφορά μόνο το απόρρητο και όχι γενικά την προστασία προσωπικών δεδομένων. Ορθότερο θα ήταν να εισαχθεί και στην Ελλάδα ο θεσμός του Υπεύθυνου Προστασίας Δεδομένων (data protection officer) ο οποίος με ανεξαρτησία υπηρετεί στο χώρο του υπεύθυνου επεξεργασίας και είναι αρμόδιος για την κοινοποίηση των παραβιάσεων κλπ στις ανεξάρτητες αρχές.

Ομοφοβία και Αθέμιτες Διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού στην ΕΕ

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Θεμελιωδών Δικαιωμάτων την σύνταξη μιας συγκριτικής ανάλυσης των περιπτώσεων ομοφοβίας και σχετικών διακρίσεων στα κράτη μέλη της ΕΕ.


Ένα κείμενο που παρουσιάζει σε συντομία τα ευρήματα της έκθεσης με μορφή ερωταπαντήσεων, βρίσκεται εδώ

Σύμφωνα με την Έκθεση υπάρχουν διαφοροποιήσεις στην νομική μεταχείριση και προστασία για τις λεσβίες, τους ομοφυλόφιλους, τους αμφισεξουαλικούς και τους τρανσέξουαλ (λοατ) στην ΕΕ, ιδίως ως προς το θέμα της νομικής αναγνώρισης της συμβίωσης ομόφυλων ζευγαριών. Αυτό έχει αντίκτυπο στην αναγνώριση δικαιωμάτων και προνομίων που αναγνωρίζονται για τους συζύγους και τους συντρόφους από την Οδηγία για την Ελευθερία της Μετακίνησης και άλλες Οδηγίες του κοινοτικού δικαίου. Η Έκθεση υπογραμμίζει επίσης ότι ο λόγος που καλλιεργεί μίσος για ομοφυλόφιλους (homophobic hate speech) και τα εγκλήματα μίσους εναντίον των λοατ αποτελούν εμπόδια για την ενάσκηση των ελευθεριών της ελεύθερης μετακίνησης των ατόμων, χωρίς διάκριση. Η ομοφοβία μπορεί να αντιμετωπιστεί με την θέσπιση  πανευρωπαϊκής ποινικής νομοθεσίας.

Η έκθεση αναφέρει ότι 18 από τα 27 κράτη μέλη έχουν ήδη θεσπίσει μέτρα που υπερβαίνουν το minimum που προβλέπει η νομοθεσία της ΕΕ κατά των διακρίσεων και έχουν ψηφίσει νόμους για την προστασία από διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού στον τομέα της απασχόλησης,  της πρόσβασης σε δημόσια αγαθά και υπηρσίες, στην κατοικία και τις κοινωνικές παροχές. Η έκθεση χαιρετίζει αυτήν την προσέγγιση και υποστηρίζει την επέκτασή της σε όλα τα κράτη μέλη. 

Στην έκθεση υπάρχουν επίσης τρεις αναφορές στις Αρχές της Yogyakarta

H έκθεση υποστηρίζει την αναγνώριση ίσων δικαιωμάτων και προνομίων για τα ομόφυλα ζευγάρια, θέμα το οποίο κρίνει ότι εμπίπτει στην αρμοδιότητα της ΕΕ. Για τις χώρες που δεν αναγνωρίζουν τον γάμο ανάμεσα σε ομόφυλα ζευγάρια, αναφέρει ότι το διεθνές δίκαιο των ανθρώπινων δικαιωμάτων επιβάλλει είτε να αναγνωρίζεται το σύμφωνο συμβίωσης, το οποίο πρέπει να παρέχει τα ίδια προνόμια με το γάμο, είτε οι "διαρκείς σχέσεις" τους  να συνεπάγονται τα ίδια δικαιώματα. Υπογραμμίζει ότι η διαφορετική μεταχείριση ανάμεσα σε παντρεμένα και ανύπαντρα ζευγάρια είναι νόμιμη, επειδή τα ετερόφυλα ζευγάρια έχουν την δυνατότητα να παντρευτούν ή να μην παντρευτούν.  Όμως, όταν δεν αναγνωρίζεται ο γάμος των ομόφυλων, θα πρέπει να αναγνωρίζονται ακριβώς τα ίδια δικαιώματα και για όσους έχουν υπογράψει σύμφωνο συμβίωσης ή βρίσκονται σε "διαρκείς σχέσεις".

Όπως είναι προφανές, η έκθεση υποστηρίζει την ουσιαστική επέκταση των δικαιωμάτων των έγγαμων ζευγαριών και στις σχέσεις ομοφύλων, χωρίς να εμμένει στην αυτούσια νομοτεχνική επέκταση του θεσμού. Λόγοι ασφάλειας δικαίου όμως, ιδίως σε χώρες όπως η Ελλάδα που ακολουθούν την παράδοση του ηπειρωτικού δικαίου, θα επέβαλαν την ρητή επέκταση του θεσμού, καθώς οι "ισοδύναμες" εγγυήσεις μπορεί να αποβούν στην πράξη αναποτελεσματικές σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό. 

Όσον αφορά τα ελληνικά δεδομένα, η έκθεση έχει λάβει υπόψη της την Νομική Μελέτη για την Ομοφοβία και τις Αθέμιτες Διακρίσεις λόγω σεξουαλικου προσανατολισμού - Ελλάδα  που συνέταξε το Φεβρουάριο του 2007 ο Βασίλης Χατζόπουλος. 

Έξι παράγοντες καλλιεργούν την ομοφοβία στην Ελλάδα, σύμφωνα με την Μελέτη:

α) ο κυρίαρχος ρόλος της Ελληνικής Ορθοδοξης Εκκλησίας στην ελληνική κοινωνία και η ανοικτά ομοφοβική τοποθέτησή της,

β) η "μάγκικη" ("macho") ή/και ομοφοβική στάση της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτικών προσώπων, 

γ) τα αρνητικά στερεότυπα που προβάλλουν τα μ.μ.ε.,

δ) ο ρόλος της αστυνομίας,

ε) η έλλειψη σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης στα σχολεία,

στ) η άρνηση των κυβερνήσεων να δώσουν προσοχή στα αιτήματα των λοατ και να νομοθετήσουν σχετικά.

Τετάρτη, Ιουλίου 02, 2008

Νέα ιστοσελίδα της Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

Την δράση της ΕΕΔΑ την παρακολουθώ από το 2003, αλλά χτες που αναρτήθηκε η νέα της ιστοσελίδα, ομολογώ ότι εντόπισα ακόμη και κείμενα που είχαν διαφύγει της προσοχής μου.

Στο διαδικτυακό τόπο της ΕΕΔΑ έχει συγκεντρωθεί το σύνολο της ισχύουσας στην Ελλάδα διεθνούς νομοθεσίας για τα ανθρώπινα δικαιώματα και αυτό από μόνο του αποτελεί μια εξαιρετικά σημαντική προσφορά. 

Φυσικά υπάρχουν αρκετά περιθώρια βελτίωσης, όπως η συμπλήρωση του καταλόγου των ανεξάρτητων αρχών (αναφέρονται μόνο 4, ενώ υπάρχουν περίπου 15) και η εισαγωγή υπηρεσιών ηλεκτρονικής διακυβέρνησης όπως αυτές που έχουν εισαχθεί στην ιστοσελίδα της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων

Τρίτη, Ιουλίου 01, 2008

Data&Protection: Νομικές υπηρεσίες Κοινωνίας της Πληροφορίας


Ένας νέος φορέας για την πνευματική ιδιοκτησία (κατοχύρωση σημάτων, κειμένων, υπηρεσιών,διεκδίκηση δικαιωμάτων, διαπραγμάτευση με παραγωγούς, εκδότες κτλ), την προστασία προσωπικών δεδομένων, την πρόσβαση στα έγγραφα (λ.χ. για την περαιτέρω αξιοποίησή τους μεσω δημιουργίας νέων υπηρεσιών και βάσεων δεδομένων) και την ελευθερία της έκφρασης (όροι χρήσης, υπεράσπιση σε περίπτωση νομικών ενεργειών κτλ).

Στην ιστοσελίδα www.datpro.gr που τέθηκε σε λειτουργία χτες μπορεί κανείς να βρει πληροφορίες για το νομοθετικό πλαίσιο σε κάθε έναν από τους παραπάνω τομείς, χρήσιμα links, καθώς και σχετικά άρθρα που έχουν δημοσιευθεί σε νομικά περιοδικά.

Σύντομα θα διοργανωθούν και open συναντήσεις για συζήτηση πάνω στα θέματα των 4 τομέων δράσης Data&Protection.

Το λογότυπο έχει σχεδιάσει ο Αλέξανδρος Ανδριτσόπουλος, βραβευμένος με το ΕΒΓΕ 2008.

βλ. και σχετικό group στο Facebook.

Η απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων για το SMS του Υπουργείου Μεταφορών

  Η απόφαση 17/2026 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για το SMS του Υπουργείου Μεταφορών που αφορούσε το τριήμερο της 28η...