Σάββατο, Μαΐου 06, 2017

Κριτική στο νομοσχέδιο για την ταυτότητα φύλου

Έχοντας χειριστεί ως πληρεξούσιος δικηγόρος μια σειρά υποθέσεων που αφορούν την ληξιαρχική μεταβολή του φύλου, εκπροσωπώντας κυρίως άτομα που δεν έχουν υποβληθεί σε χειρουργικές επεμβάσεις επαναπροσδιορισμού φύλου στα Ειρηνοδικεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης, καταγράφω ορισμένες πρακτικές παρατηρήσεις στο προς διαβούλευση νομοσχέδιο.

Το νομοσχέδιο αφορά μόνο την αστική κατάσταση (civil status) του ατόμου ως προς την ταυτότητα φύλου, δηλαδή την σχέση κράτους - πολίτη ως προς το συγκεκριμένο στοιχείο ληξιαρχικής, δημοτολογικής, στρατολογικής και αστυνομικής ταυτοποίησης. Είναι λοιπόν ένα νομοσχέδιο στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου που ρυθμίζει, κατά κύριο λόγο, τις προϋποθέσεις για την ληξιαρχική μεταβολή του φύλου. Δεν είναι ένα ολοκληρωμένο νομοσχέδιο για την νομική προστασία των ατόμων λόγω της ταυτότητας φύλου τους, γεγονός που θα προϋπέθετε και άλλες διατάξεις περί ίσης μεταχείρισης (στον Ν.4446/2016) και πρόσθετων διαδικασιών για το κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα.

Το πρώτο δημόσιο έγγραφο στο οποίο καταχωρίζεται το φύλο του ατόμου είναι η ληξιαρχική πράξη γέννησης. Με βάση τη ληξιαρχική πράξη γέννησης ακολουθούν όλες οι υπόλοιπες εγγραφές, όπως είναι το δημοτολόγιο και το μητρώο αρρένων (μόνο για τους άνδρες, καθώς συνδέεται αποκλειστικά με την στρατολογική υποχρέωση), αλλά και όλες οι υπόλοιπες εγγραφές όπως οι αστυνομικές ταυτότητες, οι εκλογικοί κατάλογοι, τα αρχεία του εκπαιδευτικού συστήματος, των φορολογικών υπηρεσιών, της κοινωνικής πρόνοιας. Ένα νομοσχέδιο λοιπόν που προβλέπει δυνατότητες μεταβολής της ληξιαρχικής πράξης πρέπει να μεριμνά με λεπτομέρεια και για όλα τα υπόλοιπα νομοθετήματα που υποδέχονται τα δεδομένα των ληξιαρχικών πράξεων γέννησης. Αλλιώς, θα έπρεπε να περιοριστεί μόνο στην τροποποίηση του Ν.344/1976 περί ληξιαρχείων.

Περαιτέρω, βέβαια, το νομοσχέδιο αφορά και τις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, καθώς τα άτομα μεταξύ τους οφείλουν να σέβονται την μεταβολή των στοιχείων του φύλου και του ονοματεπωνύμου. Ο σεβασμός αυτός δεν αφορά μόνο τους κανόνες καλής συμπεριφοράς, αλλά και την επίσημη χρήση των μεταβληθέντων στοιχείων του ονοματετωνύμου και του φύλου και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών: οι δικαιοπραξίες (συμβάσεις, δηλώσεις βούλησης κ.τ.λ.) πρέπει όλες να εναρμονίζονται με το επίσημο ονοματεπώνυμο κατόπιν της σχετικής μεταβολής λόγω ταυτότητας φύλου. Παράλληλα, αυτό συνεπάγεται και περαιτέρω περιορισμούς λόγω του φύλου στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπου αυτοί προβλέπονται νόμιμα π.χ. στο οικογενειακό δίκαιο, αλλά και στο εργατικό δίκαιο. Επομένως ένα νομοθέτημα για την αστική κατάσταση σε σχέση με την ταυτότητα φύλου αφορά ευθέως το δημόσιο δίκαιο και τα ατομικά δικαιώματα έναντι του κράτους, αλλά έχει άμεσες αντανακλάσεις και στο ιδιωτικό, κλασικό αστικό δίκαιο, το δίκαιο της προσωπικότητας, το δίκαιο των συμβάσεων κ.τ.λ.

Ποια είναι η πραγματικότητα σήμερα

Για να αλλάξει το ονοματεπώνυμο και το φύλο στα επίσημα έγγραφα του Ελληνικού Δημοσίου πρέπει πρώτα να μεταβληθεί η σχετική εγγραφή στην ληξιαρχική πράξη γέννησης του ατόμου. Οι μεταβολές των ληξιαρχικών πράξεων προβλέπονται στον Ν.344/1976, ο οποίος προβλέπει τρεις κύριες κατηγορίες διορθώσεων.

1) Διόρθωση σφαλμάτων εκ παραδρομής

Η απλή περίπτωση που αφορά τα ορθογραφικά κ.τ.λ. λάθη και η οποία γίνεται από τον ληξίαρχο με ή χωρίς την εντολή του εισαγγελέα. Σε αυτή την περίπτωση, το ενδιαφερόμενο άτομο υποβάλει μια αίτηση στην/στον εισαγγελέα και εκείνη/-ος εκδίδει μια εισαγγελική εντολή προς την/τον ληξίαρχο για την μεταβολή. Στην περίπτωση μεταβολής του θρησκεύματος ή μη περαιτέρω αναπαραγωγής του στα αντίγραφα των ληξιαρχικών πράξεων, αρκεί απλό αίτημα του ατόμου στο ληξιαρχείο. Ο/η ληξίαρχος καταγράφει στο βιβλίο της ληξιαρχικής πράξης γέννησης την μεταβολή του αιτήματος, χωρίς όμως να διαγράφεται το αρχικό θρήσκευμα. Το βιβλίο του ληξιαρχείου καταγράφει όλες τις μεταβολές των στοιχείων στην πορεία της ζωής του ατόμου και δεν διαγράφει καμία προηγούμενη κατάσταση, αλλά τα αντίγραφα των ληξιαρχικών πράξεων που εκτυπώνονται αποτυπώνουν μόνο την ισχύουσα κάθε φορά κατάσταση των στοιχείων του ατόμου, χωρίς να παρουσιάζεται το “ιστορικό” των μεταβολών. Εάν δηλαδή ένα άτομο μεταβάλει το θρήσκευμά του, στο βιβλίο του ληξιαρχείου θα καταγραφεί η μεταβολή, αλλά στο αντίγραφο της ληξιαρχικής πράξης που θα πάρει το άτομο και κάθε ενδιαφερόμενος θα αναγράφεται μόνο το τελευταίο θρήσκευμα (εκτός αν έχει ζητηθεί μη αναγραφή θρησκεύματος, οπότε στα αντίγραφα δεν θα αναγράφεται θρήσκευμα, αλλά αυτά θα παραμένουν στο ιστορικό των μεταβολών του ληξιαρχικού βιβλίου).

2) Μεταβολή επωνύμου με απόφαση Δημάρχου

Να σημειωθεί ότι η μεταβολή του επωνύμου, για συγκεκριμένους λόγους που προβλέπονται από υπουργική απόφαση και από την διοικητική πρακτική και τη νομολογία πραγματοποιείται χωρίς δικαστική απόφαση με απόφαση Δημάρχου (μετά τον Καλλικράτη -Ν.3852/2010, ενώ πριν από αυτόν τον νόμο, η αρμοδιότητα ανήκε στους Νομάρχες). Αυτό όμως αφορά μόνο το επώνυμο, όχι το κύριο όνομα και το φύλο.

[βλ. Άρθρο μόνο του ν.δ. 2573/1953 (ΦΕΚ 241 Α' “Αλλαγή επωνύμου και πρόσληψη επωνύμου, πατρωνύμου, μητρωνύμου, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με την παρ. 9 του άρθρου 9 του Ν.2307/1995 (113 Α'), σε συνδυασμό με τα οριζόμενα στις διατάξεις της παρ. 1Α του άρθρου 282 του Ν.3851/2010 (Πρόγραμμα Καλλικράτης). Με το άρθρο 94 παρ. 6 του ν.3852/2010 που τροποποίησε το άρθρο 75 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, η αρμοδιότητα της πρόσληψης και αλλαγής επωνύμου μεταφέρθηκε στους Δήμους.]

Επομένως, δεν υπάρχει κάποιο “μονοπώλιο” για μεταβολή ληξιαρχικών στοιχείων δια της δικαστικής και μόνον οδού. Διοικητικά γίνεται και η αλλαγή για το θρήσκευμα.


3) Διόρθωση ουσιαστικών μεταβολών

Η άλλη περίπτωση που αφορά ουσιαστικές μεταβολές στοιχείων, όπως είναι το κύριο όνομα και το φύλο, γίνεται μέσω της δικαστικής οδού: το ενδιαφερόμενο άτομο, εκπροσωπούμενο υποχρεωτικά από πληρεξούσιο δικηγόρο, υποβάλει στην γραμματεία του Ειρηνοδικείου αίτημα για να “βεβαιώσει” το Δικαστήριο ότι επήλθε μεταβολή σε κάποιο από τα στοιχεία της ληξιαρχικής πράξης. Με την κατάθεση της αίτησης, ο δικηγόρος προσκομίζει υποχρεωτικά στην γραμματεία του Δικαστηρίου υποχρεωτικά και Γραμμάτιο του οικείου δικηγορικού συλλόγου προκαταβολής εισφορών και ενσήμων ποσού 110,36 ευρώ. Το Ειρηνοδικείο πρέπει να είναι αυτό της περιφέρειας του ληξιαρχείου στο οποίο καταγράφηκε η γέννηση. Πιο πρόσφατα έχει γίνει δεκτό ότι μπορεί να είναι και το Ειρηνοδικείο του τόπου κατοικίας του ατόμου, αλλά αυτό δεν το αναφέρει ο νόμος: το έχουν δεχτεί οι δικαστές λόγω της ελαστικότητας της διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας.


Ο/η Ειρηνοδίκης προσδιορίζει την ημερομηνία της δικασίμου, κατά την οποία διεξάγεται η συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και επίσης ορίζει τον αριθμό των ημερών προ της δικασίμου, κατά την οποία το ενδιαφερόμενο άτομο οφείλει να κοινοποιήσει την αίτησή του στον αρμόδιο Εισαγγελέα. Το κόστος για την επίδοση της αίτησης στην Εισαγγελία ειναι 43 ευρώ. Κατά την διαδικασία της “εκούσιας δικαιοδοσίας”, η Εισαγγελία πρέπει να είναι ενήμερη για τις υποθέσεις που εκδικάζονται στο Δικαστήριο, ώστε η/ο Εισαγγελέας να παρέμβει εάν κρίνει ότι θίγεται κάποιο ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή δημόσιας τάξεως.

Κατά την συζήτηση της υπόθεσης κατατίθεται ο φάκελος με τις προτάσεις και τα σχετικά έγγραφα και εάν σε αυτά δεν περιλαμβάνεται η έκθεση επίδοσης της αίτησης προς την/τον Εισαγγελέα, μια έκθεση που συντάσσει η/ο δικαστικός επιμελητής που θα πραγματοποιήσει την επίδοση, τότε το Δικαστήριο απορρίπτει το αίτημα ως απαράδεκτο. Στη συνέχεια, διεξάγεται η δίκη, στην οποία το Δικαστήριο εξετάζει και μάρτυρα ως προς τα πραγματικά περιστατικά και κατατίθεται φάκελος με δικόγραφο προτάσεων που έχει συντάξει ο πληρεξούσιος δικηγόρος και παρουσιάζονται τα προσκομιζόμενα στο Δικαστήριο σχετικά έγγραφα. Για την περίπτωση της μεταβολής της εγγραφής φύλου, ο νόμος δεν αναφέρει ποια είναι τα δικαιολογητικά που απαιτούνται με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να ζητάει το ίδιο ό,τι θέλει, αν δεν είναι ικανοποιημένο από όσα του προσκομίσει ο πληρεξούσιος δικηγόρος. Το σίγουρο είναι ότι ο πληρεξούσιος οφείλει να προσκομίσει γραμμάτιο του δικηγορικού συλλόγου για την παράσταση του ενώπιον του δικαστηρίου (ποσού 110,36 ευρώ) και γραμμάτιο για την κατάθεση του δικογράφου των προτάσεων (ποσού 97,96 ευρώ)

Οι Δικαστές δικάζουν τις αιτήσεις για μεταβολή ονοματεπωνύμου και φύλου εφαρμόζοντας πρακτικά ένα άρθρο, δηλαδή το άρθρο 13 του Ν.344/1976 που αναφέρει ότι “προς διόρθωση ληξιαρχικής πράξης απαιτείται τελεσίδικος δικαστική απόφαση” (δηλ. απόφαση που δεν προσβάλλεται με έφεση), σε συνδυασμό με το άρθρο 14 που αναφέρει ότι η μεταβολή μπορεί να αφορά την “αλλαγή φύλου”. Ο νόμος δεν δίνει καμία άλλη κατεύθυνση τους Δικαστές για την ερμηνεία του όρου “αλλαγή φύλου”. Κατ’ αποτέλεσμα, οι Δικαστές αναζητούν το νόημα του όρου αυτού στην ιατρική επιστήμη και φυσικά στην σχετική ανάλυση για τον σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Γι’ αυτό στις αποφάσεις τους συχνά αναφέρουν ως νομική βάση και το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος που ορίζει ότι καθένας έχει δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και στην συμμετοχή στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας χωρίς να θίγει τα δικαιώματα των άλλων, το Σύνταγμα και τα χρηστά ήθη.

Μέχρι πρόσφατα, η αντίληψη ήταν ότι “αλλαγή φύλου” σημαίνει χειρουργικές επεμβάσεις επαναπροσδιορισμού γεννητικών οργάνων (κολποπλαστική, φαλλοπλαστική, κλειτοριδοπλαστική κ.τ.λ.) και άλλων μερών του σώματος (αφαίρεση ή προσθετική στήθους) και ορμονική θεραπεία για την εμφάνιση δευτερογενών χαρακτηριστικών φύλου (τριχοφυία κ.τ.λ.), ενώ η συμβολή της ψυχιατρικής επιστήμης ήταν καθοριστική για να διαπιστώνεται ότι το άτομο παρουσιάζει “διαταραχή ταυτότητας φύλου” και ότι δεν υπάρχουν στοιχεία ψυχοπαθολογίας που πιθανώς να του προκαλούν σύγχυση ως προς το φύλο του.

Η αντίληψη αυτή των δικαστών στα Ειρηνοδικεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης άλλαξε τα δύο τελευταία έτη. Με αποφάσεις τους το 2016 και το 2017, οι δικαστές ακολούθησαν έγγραφα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης με τα οποία αναφέρεται ότι η αλλαγή των στοιχείων ταυτότητας για λόγους νομικής αναγνώρισης ταυτότητας φύλου δεν πρέπει να έχει ως προϋπόθεση ιατρικές επεμβάσεις. Σε έγγραφο του Συμβουλίου της Ε.Ε. κρίθηκε μάλιστα ότι η υποχρεωτική στείρωση είναι αντίθετη και σε άρθρα περί ισότητας και απαγόρευσης διακρίσεων του Διεθνούς Συμφώνου των Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων (ΔΣΑΠ) που έχει κυρώσει και η Ελλάδα. Έτσι στην πρώτη απόφαση αυτής της κατηγορίας αποφάσεων, την 418/2016 του Ειρηνοδικείου Αθηνών κρίθηκε ότι σύμφωνα με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (σεβασμός ιδιωτικής ζωής), αλλά και τα άρθρα 2 και 26 ΔΣΑΠΔ δεν απαιτείται αφαίρεση γεννητικών οργάνων για να βεβαιωθεί η μεταβολή φύλου από θήλυ σε άρρεν. Ακολούθησαν κι άλλες αποφάσεις με πιο σημαντική την 1572/2016 του Ειρηνοδικείου Αθηνών που δίνει τον ορισμό της ταυτότητας φύλου και η οποία δέχεται ότι και η ορμονική θεραπεία αποτελεί υπερβολική προϋπόθεση. Το 2017 εκδόθηκαν και οι πρώτες αποφάσεις, με το ίδιο σκεπτικό, για την αντίστροφη πορεία: από άρρεν σε θήλυ, χωρίς αφαίρεση γεννητικών οργάνων. Οι αποφάσεις αυτές είναι τελεσίδικες και τα άτομα που αφορούν έχουν ολοκληρώσει την διαδικασία και έχουν λάβει νέες αστυνομικές ταυτότητες.

Μετά την έκδοση της απόφασης του Ειρηνοδικείου, ο ενδιαφερόμενος θα πρέπει να αναμένει την καθαρογραφή της από την γραμματεία του Δικαστηρίου. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι Ειρηνοδίκες, τουλάχιστον στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, δεν δίνουν τελικό κείμενο της δικαστικής απόφασης, αλλά ένα χειρόγραφο “σχέδιο” με το σκεπτικό και το διατακτικό τους. Ο δικηγόρος λαμβάνει το σχέδιο αυτό και, λόγω έλλειψης πόρων της γραμματείας, αναλαμβάνει ο ίδιος με σχετικές οδηγίες να καθαρογράψει την απόφαση, την οποία πρέπει να αφήσει στη συνέχεια στην γραμματεία για να υπογραφεί από τον δικαστή και τον γραμματέα. Αυτό είναι ένα χρονικό διάστημα που μπορεί να διαρκέσει ακόμη κι ένα μήνα.

Στη συνέχεια, η απόφαση πρέπει να επιδοθεί με δικαστικό επιμελητή στην Εισαγγελία, καθώς ο/η εισαγγελέας έχει δικαίωμα έφεσης εντός ενός (1) μήνα και καθώς στο ληξιαρχείο η μεταβολή γίνεται μόνο με “τελεσίδικη” δικαστική απόφαση (δηλαδή απόφαση που δεν προσβάλλεται με έφεση). Το κόστος και γι’ αυτή την επίδοση ειναι 43 ευρώ. Μετά την άπρακτη τυχόν παρέλευση του μήνα, ο πληρεξούσιος δικηγορος υποβάλει αίτημα στην γραμματεία του δικαστηρίου για να λάβει πιστοποιητικό ότι δεν έχουν ασκηθεί ένδικα μέσα κατά της απόφασης. Μετά από λίγες ημέρες λαμβάνει επικυρωμένο αντίγραφο του πιστοποιητικού, με την σχετική χαρτοσήμανση. Μαζί με το πιστοποιητικό και την έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο ζητά από το αρμόδιο ληξιαρχείο την σχετική διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης. Η μεταβολή αναγράφεται στο βιβλίο του ληξιαρχείου και στο άτομο δίνεται αντίγραφο ληξιαρχικής πράξης που αναφέρει την μεταβολή λόγω της δικαστικής απόφασης. Από εκεί και πέρα, όλα τα αντίγραφα της ληξιαρχικής πράξης δεν αναφέρουν πλέον την μεταβολή.

Στη συνέχεια, το νέο αντίγραφο μαζί με επικυρωμένο αντίγραφο της δικαστικής απόφασης υποβάλλεται από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο στο δημοτολόγιο του δήμου στο οποίο είναι δημότης (μπορεί να μην ταυτίζεται με το δημοτολογίο του δήμου της γέννησης: δημότης είναι το άτομο στον δήμο που ψηφίζει). Πρώτα υποβάλλεται αίτημα για μεταβολή στο μητρώο αρρένων: εάν η μεταβολή είναι από θήλυ σε άρρεν το αίτημα είναι η εγγραφή στο μητρώο αρρένων και εάν είναι από άρρεν σε θήλυ το αίτημα είναι η διαγραφή από το μητρώο αρρένων. Αλλαγές πρέπει να γίνουν επίσης και στο δημοτολόγιο, ώστε το άτομο να αναγράφεται σε όλα τα πιστοποιητικά που εκδίδονται (π.χ. οικογενειακής κατάστασης) με τα νέα του στοιχεία, όπως πρέπει να γίνει και στους εκλογικούς καταλόγους. Μόνο όταν ολοκληρωθούν και αυτές οι μεταβολές μπορεί το άτομο πλέον να πάει στο αστυνομικό τμήμα και να λάβει την νέα αστυνομική του ταυτότητα.

Σημειωτέον ότι ήδη η στρατολογία έχει ήδη καλέσει διεμφυλικούς άνδρες (που έχουν ολοκληρώσει την μεταβολή των εγγράφων από θήλυ σε άρρεν) για να παρουσιαστούν ώστε να εκπληρώσουν τις στρατιωτικές υποχρεώσεις τους. Το σχετικό προεδρικό διάταγμα ορίζει την διαταραχή ταυτότητας φύλου ως λόγο για νόμιμη απαλλαγή από τις στρατιωτικές υποχρεώσεις (Ι5), αλλά αυτό είναι κάτι που αφορά την κλασική διαδικασία όσων έχουν δικαίωμα νόμιμης απαλλαγής για ψυχιατρικούς λόγους. Δεν υπάρχει δηλαδή κάποιος αυτοματισμός: οι διεμφυλικοί άνδρες πρέπει να περάσουν από την διαδικασία του φρουραρχείου και της παραπομπής σε εξέταση.

Ποιες αλλαγές έρχονται με το νομοσχέδιο - άρθρο προς άρθρο παρατηρήσεις

Άρθρο 1 – Δικαιώματα του προσώπου

Στο πρώτο άρθρο αναφέρεται στην πρώτη παράγραφο ότι στοιχείο της προσωπικότητας αποτελεί και η ταυτότητα φύλου καθώς και, στην δεύτερη παράγραφο, ότι το πρόσωπο έχει δικαίωμα σεβασμού και ως προς τα χαρακτηριστικά φύλου του. Οι ορισμοί της ταυτότητας και των χαρακτηριστικών φύλου δίνονται στο επόμενο άρθρο. Οι διατυπώσεις αυτού του άρθρου είναι “διακηρυκτικές”: δεν μνημονεύουν έννομες συνέπειες από τυχόν προσβολές. Προφανώς ο νομοθέτης μας παραπέμπει εδώ σιωπηλά στην αστικού δικαίου προστασία της προσωπικότητας, διευκρινίζοντας ότι σε αυτήν την έννοια περιλαμβάνονται και τ.φ. καθώς και τα χ.φ. Πάντως, η διατύπωση δεν είναι διαφωτιστική.

Παράδειγμα: σε έναν cis ή trans άνδρα, τα γένια είναι “χαρακτηριστικό φύλου”. Το ίδιο όμως και σε μία trans γυναίκα. Ο αστυνομικός που επιθυμεί να αφήσει γένια και η τρανς αεροσυνοδός που επιθυμεί το ίδιο θα μπορούν επικαλούμενοι αυτό το άρθρο να επιβάλουν στην υπηρεσία τους την ανοχή του χαρακτηριστικού φύλου;

Άλλο παράδειγμα: σεβασμός της ταυτότητας φύλου σημαίνει σεβασμός στην εμφάνιση κι έκφραση φύλου, χωρίς υποχρεωτικά να έχει ολοκληρωθεί διαδικασία επίσημης μεταβολής των εγγράφων. Σε ένα δικαστήριο ή σε μια δημόσια υπηρεσία ή και ιδιωτική επιχείρηση όταν εμφανίζεται μια τρανς γυναίκα που δεν έχει ολοκληρώσει τον επανακαθορισμό των εγγράφων, θα έχει το δικαίωμα να ζητά να χρησιμοποιούνται αντωνυμίες στο θηλυκό;

Θεωρώ ότι η απάντηση στα παραπάνω πρέπει να είναι θετική. Αυτό όμως θα γίνει σαφέστερο αν μαζί με την διακηρυκτική διατύπωση του άρθρου 1 περιλαμβανόταν και κάποια σχετική απαγόρευση. Αν λείπουν κυρώσεις, το μονο που μένει για να εφαρμοστεί η διάταξη είναι να δοκιμαστεί δικαστηριακά. Νομίζω όμως ότι αρκεί η σαφέστερη νομοθέτηση.

Το νόημα του πρώτου άρθρου θα μπορούσε να έχει έννομη συνέπεια να γίνεται σεβαστή η ταυτότητα φύλου και τα χ.φ., στην κοινωνική ζωή, ανεξάρτητα από το αν το άτομο έχει ολοκληρώσει ή όχι την παρακάτω διαδικασία. Δηλαδη να μην απευθύνεται κάποιος χρησιμοποιώντας αρσενικό γένος σε μια τρανς ή cis γυναίκα και, αντίστοιχα, να μηναπευθύνεται κάποιος χρησιμοποιώντας θηλυκό γένος σε έναν τρανς ή cis άνδρα. Γι’ αυτό θα προσέθετα μια σχετική διάταξη με την οποία να επισημαίνεται ότι “στις κοινωνικές σχέσεις” η ταυτότητα φύλου αναγνωρίζεται και τα χαρακτηριστικά φύλου γίνονται σεβαστά για κάθε άτομο, ανεξάρτητα από το αν έχει ακολουθήσει ή όχι την διαδικασία των επομενων άρθρων. Θα είναι χρήσιμο για όσα άτομα δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί η διαδικασία, ενώ έχουν ήδη π.χ. καταθέσει το δικόγραφό τους στο δικαστήριο. Στις νομικές σχέσεις, σε αντιδιαστολή προς τις “κοινωνικές σχέσεις” εννοείται ότι μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία θα χρησιμοποιείται το νόμιμο όνομα. Η αναφορά σε “κοινωνικές σχέσεις” δεν είναι αδόκιμη νομικά: στο άρθρο 1388 ΑΚ αναφέρεται ότι ο γάμος δεν μεταβάλει μεν το επώνυμο των συζύγων ως προς τις έννομες σχέσεις τους, αλλά στις κοινωνικές σχέσεις ο κάθε σύζυγος μπορεί εφόσον σ’ αυτό συμφωνεί και ο άλλος να χρησιμοποιεί το επώνυμο του τελευταίου ή να το προσθέτει στο δικό του. Το ίδιο ισχύει και με την αντίστοιχη διάταξη για τα μέρη που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης (άρθρο 4 N.4356/2015). 

Άρθρο 2 – Ορισμοί

Τον ορισμό της ταυτότητας φύλου αρχικά τον εντοπίζουμε στις Αρχές της Yogyakarta για την Εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου Ανθρώπινων Δικαιωμάτων χωρίς διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου. Το 2008 μερικοί μπλόγκερς δημιουργήσαμε μια ομάδα εργασίας και μεταφράσαμε το σύνολο των Αρχών. Άλλοι ορισμοί της ταυτότητας φύλου έχουν διατυπωθεί από το Συμβούλιο της Ευρώπης και τα όργανά του: τον Επίτροπο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και την Επιτροπή Υπουργών που εξέδωσε την Σύσταση (2010) 5 για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου. Τους ορισμούς αυτούς ακολούθησε και η απόφαση 1572/2016 του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Ο ορισμός του νομοσχεδίου δεν περιλαμβάνει τις ρητές ενδεικτικές αναφορές των εν λόγω ορισμών: το ντύσιμο, τον τρόπο ομιλίας, τον τρόπο συμπεριφοράς. Θα ήταν χρήσιμο, για λόγους σαφήνειας να προστεθεί και αυτό.

Από αντίστοιχες πηγές διεθνών κειμένων προέρχεται και ο ορισμός των χαρακτηριστικών φύλου που περιλαμβάνει το άρθρο.

Μια κριτική που αναπτύσσεται στους ορισμούς είναι το ζήτημα της αναγνώρισης και άλλων, μη δυαδικών κατηγοριών ταυτότητας φύλου ή και χαρακτηριστικών φύλου (non binary, genderqueer), όπως η άφυλη ταυτότητα (agender) ή και η ρευστή ταυτότητα φύλου (genderfluid). Επίσης δεν έχει αναγνωριστεί η δυνατότητα να μην δηλώνεται καν φύλο στο ληξιαρχείο, κάτι που θα μπορουσε να γίνει με τροποποίηση του Ν.344/1976, ο οποίος ορίζει το φύλο ως ένα από τα στοιχεία της αστικής κατάστασης (civil status). Θεωρώ ότι αυτό γίνεται καθαρά για έναν και μόνο λόγο: το Σύνταγμα ακολουθεί την παραδοσιακή έμφυλη διπολικότητα άνδρας – γυναίκα και με βάση αυτό το δίπολο ορίζει διακριτές -φαινομενικά- στρατολογικές υποχρεώσεις. Η πρόβλεψη κενής δήλωσης φύλου ή άλλης, μη δυαδικής ταυτότητας προϋποθέτει την βούληση του νομοθέτη να επαναπροσδιορίσει την συνταγματική ύλη ως προς τις διακριτές υποχρεώσεις των φύλων. Τέτοια βούληση δεν έχει διατυπωθεί με το υπό κρίση νομοσχέδιο. Πάντως η υποχρέωση σεβασμού των χαρακτηριστικών φύλου καλύπτει κατά τη γνώμη μου, τουλάχιστον ως προς την προστασία της προσωπικότητας, και τις μη δυαδικές κατηγορίες ταυτότητας φύλου. Δεν συνεπάγεται όμως άλλα έννομα αποτελέσματα.

Άρθρο 3 – Διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου – Προϋποθέσεις

Το άρθρο αυτό καθιερώνει προϋποθέσεις που σήμερα δεν προβλέπονται από την νομοθεσία. Οι δύο προϋποθέσεις (δικαιοπρακτική ικανότητα και αγαμία) είναι πρόσθετα εμπόδια στην διόρθωση φύλου που σήμερα δεν προβλέπει ο νόμος. Η τρίτη – αρνητική- προϋπόθεση (ότι δεν χρειάζονται εξετάσεις ή ιατρικές επεμβάσεις και βεβαιώσεις) είναι ένα σημαντικό βήμα μπροστά ακόμη και σε σχέση με τα σημαντικά βήματα που έχει κάνει η νομολογία των δικαστηρίων προς αυτή την κατεύθυνση.

Δικαιοπρακτική ικανότητα

Η ανάπτυξη της δικαιοπρακτικής ικανότητας στον Αστικό Κώδικα έχει ως εξής:

- Οποιος έχει συμπληρώσει το 18ο έτος είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία (πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα, άρθρο 127 ΑΚ).
- Ανίκανοι για δικαιοπραξία είναι (α) όποιοι δεν έχουν συμπληρώσει το 10 έτος και (β) όσοι βρίσκονται σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση (πλήρης δικαιοπρακτική ανικανότητα, άρθρο 128 ΑΚ).
- Περιορισμένη δικαιοπρακτική ικανότητα έχουν (α) οι ανήλικοι που συμπλήρωσαν το 10ο έτος, (β) οι τελούντες σε μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση, (γ) οι τελούντες σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση, δηλαδή στην κατάσταση που ο δικαστικός συμπαραστάτης δεν τους υποκαθιστά πλήρως αλλά χρειάζεται η συμβολή του (άρθρο 129 ΑΚ). Ο ανήλικος που έχει συμπληρώσει το 10ο έτος είναι ικανός για δικαιοπραξία από την οποία αποκτά απλώς και μόνο έννομο όφελος (άρθρο 134 ΑΚ). Ο ανήλικος που έχει συμπληρώσει το 14ο έτος μπορεί να διαθέτει ελεύθερα κάθε τι που κερδίζει από την προσωπική του εργασία ή που του δόθηκε για να το χρησιμοποιήσει ή να το διαθέσει ελεύθερα (άρθρο 135 ΑΚ). Ο ανήλικος που συμπλήρωσε το 15ο έτος μπορεί με τη συναίνεση των ασκούντων την επιμέλειά του να συνάψει σύμβαση εργασίας ως εργαζόμενος (άρθρο 136 ΑΚ). Ο έγγαμος ανήλικος μπορεί να επιχειρεί μόνος του κάθε δικαιοπραξία απαραίτηγη για να συντηρεί/βελτιώνει την περιουσία του ή να αντιμετωπίζει τις ανάγκες της οικογένειάς του (άρθρο 137 ΑΚ).
- Η δήλωση της βούλησης είναι άκυρη αν, κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του (άρθρο 131 ΑΚ).


Η δήλωση στο ληξιαρχείο δεν αποτελεί δικαιοπραξία του Αστικού Κώδικα γι’ αυτό και σήμερα δεν απαιτείται η δικαιοπρακτική ικανότητα όποιου επιθυμεί την ληξιαρχική διόρθωση του φύλου. Εξυπακούεται ότι όποιος πηγαίνει στο δικαστήριο για να ζητήσει το οτιδήποτε πρέπει να έχει την κατάλληλη εκπροσώπηση: ο ανήλικος εκπροσωπείται δικαστικά από τους ασκούντες την γονική μέριμνα, ο δικαστικά συμπαραστατούμενος που δεν έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα εκπροσωπείται από τον συμπεραστάτη του στο δικαστήριο. Αυτά ισχύουν και σήμερα. Σήμερα και οι ανήλικοι, αλλά και οι δικαστικά συμπαραστατούμενοι μπορούν να ζητήσουν από το δικαστήριο την βεβαίωση ότι η ληξιαρχική πράξη γέννησής τους πρέπει να διορθωθεί ως προς το φύλο.

Η προσθήκη με το νομοσχέδιο ως προϋπόθεση ότι “για τη διόρθωση καταχωρισμένου φύλου απαιτείται πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα” αφαιρεί την ήδη υπάρχουσα δυνατότητα των ατόμων να εκπροσωπηθούν από τους υπεύθυνους για την δικαστική εκπροσώπησή τους (γονείς, ασκούντες τη γονική μέριμνα, δικαστικούς συμπαραστάτες).

Με αυτή την ρύθμιση λοιπόν, το νομοθέτημα αποστερεί από ένα σύνολο των φορέων του δικαιώματος σεβασμού της ταυτότητας φύλου την δικαστική διεκδίκηση αυτού του σεβασμού, χωρίς καμία απολύτως αναλογικότητα. Προσοχή: υπενθυμίζεται ότι το νομοθέτημα δεν αφορά χειρουργικές επεμβάσεις, καθώς η μεταβολή των στοιχείων του φύλου γίνεται και χωρίς αυτές. Επομένως, δεν συντρέχουν εκείνες οι ανησυχίες για μη αναστρέψιμες ιατρικές επεμβάσεις σε ανήλικους που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την απαγόρευση για μεταβολή ληξιαρχικών πράξεων πριν τα 18 έτη. Η απαγόρευση αλλαγής στοιχείων πριν τα 18 αποστερεί από τα άτομα να αξιώνουν το νομικό (και κατ’ επέκταση τον κοινωνικό) σεβασμο της ταυτότητας και των χαρακτηριστικών του φύλου τους σε εξαιρετικά ευαίσθητες περιόδους της ζωής τους, όπως η παιδική ηλικία και η εφηβεία. Σε αυτές τις περιόδους πραγματοποιούνται σοβαρότατες επιθέσεις σε διεμφυλικά άτομα (π.χ. στο σχολικό περιβάλλον) γεγονός που επιβάλει την κρατική προστασία για την επιβολή του σεβασμού της ταυτότητας/των χαρακτηριστικών φύλου και πριν το άτομο αποκτήσει δικαιοπρακτική ικανότητα.

Εξάλλου, η πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα δεν απαιτείται για καμία άλλη ληξιαρχική δήλωση! Ακόμα και για την τέλεση του γάμου αρκεί η μερική κι όχι πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα (για το σύμφωνο συμβίωσης απαιτείται πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα: όταν ένα δικαίωμα προβλέπεται και για άτομα που δεν είναι ετεροφυλόφιλα ή CIS, αίφνης αυξάνονται οι απαιτήσεις του νόμου!). Η διαδικασία διόρθωσης στοιχείων σε ληξιαρχική πράξη δεν αποτελεί “δικαιοπραξία”, ώστε να απαιτείται δικαιοπρακτική ικανότητα.

Έτσι, όμως, το νομοσχέδιο υποχωρεί σε σχέση με το σημερινό επίπεδο προστασίας του σεβασμού της ταυτότητας φύλου, παραβιάζοντας την εξασφάλιση εφαρμογής του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος από την κοινή νομοθεσία.

Επίσης, με την διατύπωση αυτή το νομοσχέδιο φέρνει εκ του πλαγίου άλλο ένα ιατρικό πιστοποιητικό που επιχειρεί να καταργήσει με την τρίτη αρνητική προϋπόθεση: την ψυχιατρική γνωμάτευση. Η δικαιοπρακτική ικανότητα δεν αφορά μόνο τους ανήλικους και τους δικαστικά συμπαραστατούμενους. Μπορεί ένα άτομο να απωλέσει και προσωρινά την δικαιοπρακτική ικανότητά του για άλλους λόγους, δηλαδή για λόγους υγείας. Το άρθρο 131 του Αστικού Κώδικα με σαφήνεια ορίζει ότι στερείται δικαιοπρακτικής ικανότητας το άτομο αν λόγω ψυχικής διαταραχής δεν έχει συνείδηση των πράξεών του. Δυστυχώς ακόμα και σήμερα προβλέπεται από τα ιατρικά πρωτόκολλα, αλλά και από επίσημες κρατικές κατηγοριοποιήσεις η “διαταραχή ταυτότητας φύλου”, αλλά και άλλες συναφείς διαταραχές. Η πρακτική μέχρι σήμερα είναι ότι οι ψυχίατροι βεβαιώνουν ότι το άτομο έχει εξεταστεί και ότι δεν συντρέχουν “άλλες” περιπτώσεις ψυχοπαθολογίας (χαρακτηριστικά αναφέρουν τον “τρανσβεστισμό”). Βεβαιώνουν επίσης ότι η απόφασή του να ζήσει στο “επιθυμητό” φύλο δεν φαίνεται να αλλάξει και ότι με αυτή την κατάσταση το άτομο ζει ποιοτικά και έτσι πρέπει να συνεχίσει, ενδεικνυόμενων των σχετικών ληξιαρχικών μεταβολών. Εάν όμως η διαδικασία αυτή συνδεθεί με την δικαιοπρακτική ικανότητα, την οποία στερείται κάποιος και λόγω “ψυχικής διαταραχής”, τότε τίποτε δεν αποκλείει τους δικαστές της εκούσιας δικαιοδοσίας (οι οποίοι ενεργούν με βάση το “ανακριτικό σύστημα”, έχοντες εξουσία να διαγνώσουν πραγματικά περιστατικά από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο ακόμη κι αν δεν το προσκομίσει ο ενδιαφερόμενος) να ζητήσουν ιατρικό πιστοποιητικό ότι το άτομο δεν πάσχει από “άλλη” ψυχική διαταραχή.

Ενώ, δηλαδή, με την παράγραφο 4 ορίζεται ότι: ”Για τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου δεν απαιτείται να βεβαιώνεται ότι το πρόσωπο έχει υποβληθεί σε οποιαδήποτε προηγούμενη ιατρική επέμβαση. Δεν απαιτείται επίσης η οποιαδήποτε προηγούμενη εξέταση ή ιατρική αγωγή που σχετίζεται με τη σωματική ή ψυχική του υγεία”, αν ένας Δικαστής έχει αμφιβολίες για την δικαιοπρακτική ικανότητα ενός ενηλίκου, τίποτε δεν του απαγορεύει να ζητήσει σχετική ιατρική γνωμάτευση. Ώστε να αποσυνδεθεί το θέμα της ταυτότητας φύλου από “άλλες” διαταραχές που ο κάθε δικαστής μπορεί να ανησυχεί ότι πιθανώς παρουσιάζει το πρόσωπο.

Με αυτή την διαδρομή, λόγω του άρθρου 131 του Αστικού Κώδικα, η απαίτηση του νομοθέτη για πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα μπορεί, στην πράξη και εκ πλαγίου, να προσθέσει ένα ιατρικό πιστοποιητικό που ρητώς το νομοσχέδιο επιθυμεί να καταργήσει.

Η γνώμη μου είναι ότι η δικαιοπρακτική ικανότητα είναι προϋπόθεση παντελώς άσχετη με τα ανθρώπινα δικαιώματα, αφορά τον στενό κύκλο των δικαιοπραξιών του ιδιωτικού δικαίου και όχι το δημόσιο δίκαιο και, για όλους τους παραπάνω λόγους, αυτή η προϋπόθεση που σήμερα δεν υπάρχει στον νόμο, δεν πρέπει να εισαχθεί νομοθετικά.

Αγαμία

Το νομοσχέδιο εισάγει ως πρόσθετη προϋπόθεση για να ζητηθεί η διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης να είναι το άτομο άγαμο. Δηλαδή θα πρέπει το άτομο να πηγαίνει και “πιστοποιητικό αγαμίας” στο δικαστήριο για να ζητήσει νόμιμα την ληξιαρχική μεταβολή (προφανώς πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης). Εδώ προστίθεται λοιπόν κι άλλη γραφειοκρατία στην ήδη υφιστάμενη.

Αυτή η προϋπόθεση σήμερα δεν υφίσταται: και οι έγγαμοι σήμερα, με βάση το ισχύον δίκαιο, μπορούν να διεκδικήσουν την μεταβολή των ληξιαρχικών στοιχείων φύλου. Το θέμα συνδέεται με το κύρος του γάμου ομοφύλων: εάν ένας έγγαμος μεταβάλει ληξιαρχικά το φύλο του, κατ’ αποτέλεσμα ο γάμος θα συνεχίζεται ανάμεσα σε δύο άτομα που πλέον θα είναι ομόφυλα.

Το επιχείρημα είναι ότι αφού δεν επιτρέπεται στο ελληνικό δίκαιο ο γάμος ομοφύλων, δεν μπορεί να επιτραπεί μια διαδικασία που θα οδηγήσει κατ’ αποτέλεσμα σε έγγαμη συμβίωση ομοφύλων. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης θεωρούν ότι τα άτομα μπορούν να συνεχίσουν με σύναψη συμφώνου συμβίωσης.

Η κριτική που έχει γίνει σε αυτή τη διάταξη είναι ότι παραβιάζει το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, διότι παρεμβαίνει στην οικογενειακή ζωή του ατόμου και δεν του επιτρέπει να έχει συνάψει γάμο πριν προχωρήσει στην ληξιαρχική διόρθωση. Η κριτική αυτή δεν συμβαδίζει με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Στην απόφαση της 16.7.2014 επί της υπόθεσης Hämäläinen κατά Φινλανδίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι η προϋπόθεση μεταβολής της έγγαμης κατάστασης για την αναγνώριση ενός διεμφυλικού ατόμου ως γυναίκας δεν παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα. Συγκεκριμένα, η πλειοψηφία του Ε.Δ.Δ.Α. έκρινε ότι η εν λόγω προϋπόθεση δεν παραβιάζει τα άρθρα 8 (σεβασμός ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής) και 12 (δικαίωμα στο γάμο) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Επομένως, όσο το Ε.Δ.Δ.Α. ακολουθεί αυτή την άποψη, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης της ΕΣΔΑ.

Η άποψη ότι μπορεί “αυτοδικαίως” ο γάμος να τρέπεται σε σύμφωνο συμβίωσης παραγνωρίζει την αυξημένη συμβατική αυτονομία που έχει το σύμφωνο συμβίωσης (με δυνατότητες παραίτησης από την διατροφή, τη νόμιμη μοίρα, κτλ) σε σχέση με το θεσμικό πακέτο που λέγεται γάμος και από τις διατάξεις του οποίου δεν μπορεί να αποκλίνει η ιδιωτική βούληση. Δεν νοείται αυτοδίκαιη μετάπτωση ενός θεσμού με αναγκαστικό δίκαιο σε ένα θεσμό με ενδοτικό δίκαιο.

Κατά τη γνώμη μου το πιο σοβαρό είναι ότι ο νομοθέτης δεν μπορεί να παρεμβαίνει στο έργο της Δικαιοσύνης: εφόσον το θέμα του γάμου ομοφύλων εκκρεμεί στον Άρειο Πάγο όπου και συζητήθηκε το 2016 και δεν έχει εκδοθεί ακόμη απόφαση, ο νομοθέτης δεν μπορεί να καταφάσκει εμμέσως την άποψη ότι δεν επιτρέπεται γάμος ομοφύλων: ας το κάνει ρητά αν θέλει, προσθέτοντας μια σαφή απαγόρευση στον Αστικό Κωδικα. Τέτοια απαγόρευση δεν υπάρχει, οι δικαστές που την έχουν επινοήσει αναγκάστηκαν να την αναζητήσουν έξω από τον Αστικό Κώδικα, στο ρωμαϊκό δίκαιο. Οπότε ας περιμένουμε και την απόφαση του Αρείου Πάγου πριν νομοθετήσουμε ότι οι διεμφυλικοί πρέπει να είναι και άγαμοι. Δεν μπορείς να πηγαίνεις τρία βήματα πίσω σε ένα νομοσχέδιο που έρχεται να αναγνωρίσει ανθρώπινα δικαιώματα!

Επίσης υπάρχει και το άλλο: αν το άτομο προσκομίσει το πιστοποιητικό αγαμίας στο Ειρηνοδικείο και μέχρι να εκδοθεί η απόφαση της ληξιαρχικής μεταβολής φύλου το άτομο τελέσει γάμο, ο σκοπός της διάταξης περί αγαμίας καταργείται στην πράξη.

Επομένως, καλύτερα είναι να μην προστεθεί η προϋπόθεση της αγαμίας και να συνεχιστεί αυτό που ισχύει σήμερα: εάν ένας εισαγγελέας θεωρήσει ότι κάποιος γάμος είναι ανυπόστατος, μπορεί εκ των υστέρων να τον προσβάλλει δικαστικά, σύμφωνα με τα ισχύοντα κατά τον Αστικό Κώδικα. Εξάλλου, το νομοσχέδιο διατηρεί την εκούσια δικαιοδοσία, άρα και την κοινοποίηση της δικαστικής απόφασης στον/στην Εισαγγελέα. Ας το κρίνουν εκείνοι κατά περίπτωση, αν πρέπει τέτοιοι γάμοι να κηρυχθούν ανυπόστατοι ή αν συντρέχουν ειδικές περιπτώσεις που επιβάλλουν την διατήρησή τους.

Άρθρο 4 – Διαδικασία

Με το άρθρο 4 ορίζεται: (α) ότι η διόρθωση γίνεται με δίκη στην οποία εφαρμόζεται η ειδική διαδικασία της “εκούσιας δικαιοδοσίας”, ρύθμιση που ισχύει και σήμερα, (β) ότι απαιτείται αυτοπρόσωπη δήλωση του προσώπου ενώπιον του δικαστηρίου, κάτι το οποίο σήμερα δεν είναι υποχρεωτικό, καθώς το πρόσωπο έχει δικαίωμα να εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, (γ) ότι η δήλωση γίνεται σε ιδιαίτερο γραφείο χωρίς δημοσιότητα, (δ) ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες με βάση τη νέα ληξιαρχική πράξη προβαίνουν στις σχετικές διορθώσεις, χωρίς αναφορά ότι μεσολάβησε διόρθωση φύλου και (ε) ότι η “νέα” ληξιαρχική πράξη μπορεί στο εξής να αλλάξει μία φορά με τις ίδιες προϋποθέσεις.

Το άρθρο αυτό όμως συνεφαρμόζεται με σωρεία άλλων διατάξεων και νομοθετημάτων, έτσι ώστε η αξιολόγησή του να προϋποθέτει την παρουσίαση όλων των συνισχυόντων, για να κριθεί τελικά αν πρόκειται για μια “διαφανή” και “απλή” διαδικασία όπως επιβάλει η Σύσταση (2010) 5 του Συμβουλίου της Ευρώπης και άλλα ευρωπαϊκά κείμενα.

(α) Η δικαστική απόφαση του άρθρου 782 Κ.Πολ.Δ

Είναι τελείως περιττό να νομοθετηθεί εκ νέου ότι “η διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου γίνεται με δικαστική απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 782 Κ.Πολ.Δ.”. Αυτό ήδη προβλέπεται στο ίδιο το άρθρο 782 ΚπολΔ και το άρθρο 13 του Ν.344/1976! Οπότε η πρώτη παράγραφος του άρθρου 4 του νομοσχεδίου απλώς επαναλαμβάνει αυτά που ήδη ισχύουν. Θα έπρεπε όμως να είναι έτσι;

Όπως έχω αναφέρει πιο πάνω, οι τρόποι μεταβολής ληξιαρχικών στοιχείων περιλαμβάνουν και διαδικασίες στις οποίες δεν είναι υποχρεωτική η δικαστική κρίση:
(α) η διόρθωση σφαλμάτων από τον ληξίαρχο, με ή και χωρίς εισαγγελική εντολή,
(β) η απόφαση δημάρχου για αλλαγή επωνύμου,
(γ) η μεταβολή του θρησκεύματος με απλή αίτηση του ενδιαφερόμενου.
Στα “πρωτογενή” γεγονότα, αρκεί απλή δήλωση του ατόμου στο ληξιαρχείο (γέννηση, θάνατος, γάμος, υιοθεσία, σύμφωνο συμβίωσης).
Άρα δεν υπάρχει ένα δικαστικό “μονοπώλιο”. Σε άλλες χώρες, η νομοθεσία επιτρέπει την μεταβολή του φύλου μόνο με δήλωση του ατόμου στο ληξιαρχείο (Ισπανία, Μάλτα). Το νομοσχέδιο εδώ απλώς επαναλαμβανει τα ήδη ισχύοντα, αφαιρώντας, με το άρθρο 3, τις ιατρικές επεμβάσεις κι εξετάσεις, κάτι στο οποίο τα δικαστήρια είχαν καταλήξει και με το σήμερα ισχύον δίκαιο.

Η “εκούσια δικαιοδοσία” ειναι μια ιδιαίτερη δικαστική διαδικασία, με την οποία ο νόμος υποχρεώνει το άτομο να ζητήσει από το Δικαστήριο να βεβαιώσει ή να επιτρέψει μια κατάσταση. Στην εκούσια δικαιοδοσία το άτομο παρίσταται υποχρεωτικά με πληρεξούσιο δικηγόρο. Είναι υποχρεωμένο να καταθέσει μια αίτηση που έχει συντάξει ο δικηγόρος και να την κοινοποιήσει σε καθορισμένες μέρες πριν την δικάσιμο (ανάλογα με την κρίση του Ειρηνοδίκη, σε υποθέσεις αλλαγής καταχώρισης φύλου οι Ειρηνοδίκες έχουν ορίσει χρόνο από 15 έως 3 μέρες πριν την δικάσιμο) στον Εισαγγελέα μέσω δικαστικού επιμελητή, τον οποίο επιμελητή πρέπει επίσης να πληρώσει το ενδιαφερόμενο άτομο για την επίδοση της αίτησης στον εισαγγελέα.

Το πρόβλημα με την εκούσια δικαιοδοσία είναι ότι η δικαστική απόφαση που εκδίδεται δεν είναι δεσμευτική για τον ληξίαρχο! Όσο κι αν ακούγεται παράλογο, η δικαστική απόφαση που εκδίδεται κατά την εκούσια δικαιοδοσία έχει κριθεί, κατά πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ότι δεν δεσμεύει το ληξιαρχείο, αλλά συνεκτιμάται μαζί με άλλα επίσημα στοιχεία. Παραθέτω, ενδεικτικά, το σκεπτικό μερικών τέτοιων αποφάσεων του ΣτΕ:

- Κατά την απόφαση υπ' αρ. 4047/2008 του Συμβουλίου της Επικρατείας (Τμήμα Δ', Α ́ Δημοσίευση Νόμος), στην έννοια της διάταξης του άρθρου 1 του Ν.3068/2002, “σε αρμονία ερμηνευόμενης προς το άρθρο 94 παρ. 2 του Συντάγματος – εμπίπτουν οι αποφάσεις των δικαστηρίων που ασκούν κατ' ουσία δικαιοδοτικό έργο όχι δε και εκείνες που εκδίδονται κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. ΚπολΔ). [...] η δικαστική απόφαση που εκδίδεται κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και βεβαιώνει ορισμένο γεγονός προκειμένου να συνταχθεί ή διορθωθεί ληξιαρχική πράξη, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 13 του ν.344/1976 (“περί ληξιαρχικών πράξεων”, Α' 143), δεν δεσμεύει, κατά το ανωτέρω άρθρο 1 ΚΕΦ. Α' του ν.3068/2002, την αρμόδια αρχή κατά την άσκηση της απονεμόμενης με τον εν λόγω διοικητικό νόμο αρμοδιότητας διόρθωσης του αναγραφόμενου στα μητρώα αρρένων έτους και ημερομηνίας γέννησης (βλ. ΣτΕ 1051/2005, 2894/2000), αλλά συνεκτιμάται με άλλα επίσημα αποδεικτικά στοιχεία (βλ. ΣτΕ 1983, 1401/2000, 1051/2005) που υποβάλλει ο ενδιαφερόμενος σύμφωνα με το άρθρο 22 του νόμου αυτού.” Το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την ανωτέρω απόφαση, ακύρωσε απόφαση του Γ.Γ.Περιφέρειας Αττικής που επικαλέστηκε την εφαρμογή του άρθρου 1 του Ν.3068/2002 για απόφαση εκούσιας δικαιοδοσίας διόθρωσης ληξιαρχικής πράξης γέννησης.

- Με την απόφαση υπ' αρ. 864/2010 του Συμβουλίου της Επικρατείας (Τμήμα Δ', Α' Δημοσίευση Νόμος), σε υπόθεση απόρριψης αίτησης γυναίκας για διόρθωση ηλικίας της βάσει απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου που ελήφθη με την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, κρίθηκε ότι “νομίμως, επίσης, η προσκομισθείσα δικαστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας θεωρήθηκε ως στοιχείο απλώς συνεκτιμητέο (βλ. ΣτΕ 387/1984) και όχι δεσμευτικό. Τούτο δε, διότι από την δικαστική αυτήν απόφαση (βάσει της οποίας καταρτίσθηκε η νέα ληξιαρχική πράξη) που εκδόθηκε χωρίς κλήτευση του Δήμου, καμμία δέσμευεση δεν απορρέει γι' αυτόν λόγω δεδικασμένου, ελλείψει των νομίμων προϋποθέσεων προς τούτο (βλ. ΣτΕ 515/1983). Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ειδικώτερος λόγος, με τον οποίον υποστηρίζεται ότι απέρρεε δέσμευση των οργάνων του Δήμου από την – βάσει της δικαστικής αποφάσεως συνταγείσα ληξιαρχική πράξη γεννήσεως του Δήμου Υπάτης, που προσκομίσθηκε. Απορριπτέος, ομοίως, είναι και ο συναφής ισχυρισμός ότι κακώς – ελλείψει ληξιαρχικής πράξεως συνταγείσης μέσα σε 90 ημέρες από την γέννηση του προσώπου – ζητήθηκαν από την αιτούσα ως αποδεικτικά στοιχεία (πιστοποιητικά ιερέως, σχολείου κλπ.) που προβλέπονται από την Φ.42301/12168/28.6.-12.7.1995 (Β' 608) απόφαση του Υφυπουργού Εσωτερικών [Κεφ. (Γ) παρ. (9) σε συνδ. με Κεφ. (Α) παρ. (1) υποπαράγρ. (γ) περιπτ. (αα), (ββ), (δδ) αυτής].”
- Με την απόφαση 1051/2005 του Συμβουλίου της Επικρατείας (Τμήμα Δ', Α' Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), κρίθηκε ότι “[...] τόσο κατά τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας περί δεδικασμένου (αρ. 321 επ.), όσο και κατά τις διατάξεις του π.δ. 497/91 που παρατίθενται στη σκέψη 4, οι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρ. 782 Κ.Πολ.Δ.) και βεβαιώνουν ορισμένο γεγονός, προκειμένου να συνταχθεί ή διορθωθεί ληξιαρχική πράξη, δεν δεσμεύουν την αρμόδια αρχή κατά την ενάσκηση της διοικητικής αρμοδιότητας διόρθωσης του αναγραφομένου στο δημοτολόγιο έτους γέννησης (βλ. ΣτΕ 2894/2000 κ.α.), αλλά συνεκτιμώνται με άλλα επίσημα στοιχεία (πρβλ. ΣτΕ 1983, 1401/2000). Ως εκ τούτου, μη νομίμως ο Δήμαρχος Περιστερίου είχε αρχικώς προβεί, με την πράξη του 16334/21.4.2000, σε διόρθωση της ηλικίας της αιτούσας, βάσει μόνον της – μνημονευόμενης στο προοίμιο της πράξης αυτής – ληξιαρχικής πράξης γέννησης, διορθωμένης ως προς το έτος γέννησης κατόπιν της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, θεωρώντας εσφαλμένως ότι η δικαστική απόφαση και η βάσει αυτής διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης τον υποχρέωναν άνευ ετέρου να αποδεχθεί το αίτημα διόρθωσης. Για το λόγο δε αυτό, νομίμως και εντός ευλόγου χρόνου (μικρότερου του ενός έτους) ανακλήθηκε η πράξη αυτή διόρθωσης του έτους γέννησης της αιτούσας. Περαιτέρω, η κρίση του Δημάρχου (ο οποίος υιοθετεί την ανωτέρω εισήγηση του δημοτικού υπαλλήλου), κατά την οποία δεν δικαιολογείται διόρθωση της ηλικίας βάσει των προσκομισθέντων από την αιτούσα στοιχείων, είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη, βάσει των άρθρων 10 παρ. 4 και 6 παρ. 1 π.δ. 497/91, σύμφωνα με τα οποία η διόρθωση εσφαλμένων στοιχείων των εγγραφών στο δημοτολόγιο και συγκεκριμένα του έτους γέννησης γυναίκας, γίνεται βάσει επίσημων στοιχείων. Ειδικότερα, ο Δήμαρχος Περιστερίου, προκειμένου να αχθεί στην ανωτέρω κρίση, συνεκτίμησε και την δικαστική απόφαση, η οποία είχε εκδοθεί το έτος 2000 κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και κατόπιν της οποίας είχε διορθωθεί η ληξιαρχική πράξη γέννησης της αιτούσας, προσέδωσε όμως μείζονα βαρύτητα, κατά την ακυρωτικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, στις εγγραφές του βιβλίου γεννήσεων – βαπτίσεων και του μαθητολογίου, από τις οποίες προέκυπτε ότι η αιτούσα είχε γεννηθεί το έτος 1953 και, άρα, βαπτίσθηκε σε ηλικία 6 ή 7 μηνών και ενεγράφη στην α' τάξη του δημοτικού σε ηλικία 6 ετών (βλ. και το άρθρο 24 του α.ν. 1297/38, περί εγγραφής στην α' τάξη όσων συμπληρώνουν έως 31/12 το έκτος έτος). Τα στοιχεία αυτά επιτρεπτώς (πρβλ. ΣτΕ 2894, 1983, 1401/2000, 5203/97, 1429/94, 387/84, 4891/83) συνεκτιμήθηκαν ως επίσημα στοιχεία, προβλέπονται άλλωστε ως ληπτέα υπόψη για τη διόρθωση έτους γέννησης γυναίκας στα δημοτολόγια στη – διάφορη της κρινόμενης – περίπτωση, κατά την οποία δεν υπάρχει ληξιαρχική πράξη γέννησης συνταχθείσα εντός 90 ημερών από τη γέννηση (απόφαση Υπουργού Εξωτερικών Φ. 42301/12168/28.6.1995 “Απαιτούμενα δικαιολογητικά για την διενέργεια εγγραφών, διαγραφών κ.λ.π. Μεταβολών στα δημοτολόγια”, Β' 608, Κεφ. Γ' παρ. 9 σε συνδυασμό με Κεφ. Α' παρ. 1, εδ ́γ ́'). Και προβάλλει μεν η αιτούσα ότι θα έπρεπε να εφαρμοστεί στην περίπτωσή της η παράγραφος 8 του Κεφαλαίου Γ' της ανωτέρω (από 28.6.95) ΥπουργικήςΑποφάσεως (Υ.Α.), σύμφωνα με την οποία για τη διόρθωση του τόπου γέννησης, του θρησκεύματος ή άλλων στοιχείων εγγραφής στα δημοτολόγια απαιτείται να προσκομισθεί ληξιαρχική πράξη γέννησης με καταχώρηση του προς διόρθωση στοιχείου, άρα θα έπρεπε ο Δήμαρχος να προβεί σε διόρθωση της ηλικίας της στο Δημοτολόγιο βάσει της διορθωμένης κατά τούτο ληξιαρχικής πράξης γέννησης, ο λόγος όμως αυτός προβάλλεται αβασίμως. Και τούτο διότι ειδικώς για την διόρθωση ηλικίας γυναίκας στο δημοτολόγιο, η ανωτέρω Υ.Α. ρυθμίζει (στην παρ. 9 και όχι στην παρ. 8 του Κεφ. Γ' αυτής) μόνον δύο περιπτώσεις, δηλαδή αφενός τη διόρθωση στο δημοτολόγιο λόγω διάστασης του εκεί αναγραφόμενου έτους γέννησης σε σχέση με το αναγραφέν στην ληξιαρχική πράξη, η οποία όμως έχει συνταχθεί εντός 90 ημερών από τη γέννηση της ενδιαφερομένης και αφετέρου την περίπτωση πλήρους ανυπαρξίας ληξιαρχικής πράξης γέννησης, περιπτώσεις όμως που δεν συντρέχουν εν προκειμένω. Επομένως, εφαρμοστέα στην κρινόμενη υπόθεση είναι η διάταξη του άρ. 10 παρ. 4 του π.δ.497/91, που περιέχει ειδική ρύθμιση για τη διόρθωση ηλικίας γυναίκας και απαιτεί “επίσημα στοιχεία” εν γένει, τα οποία οφείλει να συνεκτιμήσει ο Δήμαρχος προκειμένου να προβεί στην εν λόγω διόρθωση και δεν θεσπίζει υποχρέωση αυτού, με μόνη την προσκόμιση της διορθωμένης ως προς την ηλικία ληξιαρχικής πράξης γέννησης, να διορθώσει το έτος γέννησης που αναφέρεται στο δημοτολόγιο.”
Υπάρχει βέβαια και αντίθετη νομολογία του ΣτΕ που ορίζει ότι οι αποφάσεις εκούσιας δικαιοδοσίας για την μεταβολή ονόματος σε ληξιαρχική πράξη είναι δεσμευτικές:
- Με την απόφαση 508/2005 του Δ’ τμήματος του ΣτΕ κρίθηκε μεταξύ άλλων: “Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, συνάγεται ότι η μεταβολή του κυρίου ονόματος του προσώπου γίνεται με απόφαση του αρμοδίου δικαστηρίου, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Κατά της αποφάσεως αυτής δύναται να ασκήσει έφεση και ο εκπροσωπών το δημόσιο συμφέρον εισαγγελέας, βάσει δε της αποφάσεως αυτής, όταν καταστεί τελεσίδικη, γίνεται η σχετική καταχώριση στην ληξιαρχική πράξη. Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι η δικαστική απόφαση περί της μεταβολής του κυρίου ονόματος είναι δεσμευτική για τα διοικητικά όργανα, τα οποία δεν δύνανται να αποκλίνουν αυτής, αμέσως ή εμμέσως, κατά την έκδοση διοικητικών πράξεων σχετικών προς την μεταβολή αυτή, όπως επί υποβολής αιτήματος μεταβολής του καταχωρισμένου στο μητρώο αρρένων κυρίου ονόματος συνεπεία αντίστοιχης διορθώσεως της ληξιαρχικής πράξεως κατόπιν τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως (βλ. ΣτΕ 2564/2002, 101/2002, 196/2001, 3361/ 1998, επτ. 5008/1996).”
Επομένως, η εκούσια δικαιοδοσία είναι επισφαλής διαδικασία όταν επιλέγεται από τον νομοθέτη για την προστασία ενός ατομικού δικαιώματος, όπως είναι εν προκειμένω η νομική αναγνώριση και ο σεβασμός της ταυτότητας φύλου, κατά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Λόγω των ανωτέρω αντιφατικών αποφάσεων του Σ.τ.Ε., ουδείς μπορεί να προεξοφλήσει ότι εάν εφαρμοστεί η συγκεκριμένη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, οι δικαστικές αποφάσεις δεν θα θεωρηθούν “ενδεικτικές” από τους ληξιάρχους που μπορεί μόνοι τους να απαιτήσουν και άλλα πρόσθετα στοιχεία και κυρίως η βεβαίωση για την δικαιοπρακτική ικανότητα ή ακόμη και τα ιατρικά πιστοποιητικά και τις ιατρικές πράξεις που έχουν ήδη αποκλειστεί με το άρθρο 3 του νομοσχεδίου, γιατί μπορεί να θεωρηθεί ότι ο αποκλεισμός αφορά την δικαστική κρίση κι όχι την μεταγενέστερη χρήση της δικαστικής απόφασης στο ληξιαρχείο!
Επιπλέον, μετά την έκδοση της απόφασης, καθώς ο Ν.344/1976 επιβάλει την τελεσιδικία για την καταχώριση της διόρθωσης, πρέπει να ακολουθηθεί η διαδικασία της επίδοσης στον εισαγγελέα και της παρέλευσης του διαστήματος εντός του οποίου ο εισαγγελέας έχει δικαίωμα να ασκήσει ένδικα μέσα. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κανένας λόγος να συντηρείται αυτή η περιττή γραφειοκρατία από το νέο νομοσχέδιο. Θα πρέπει η υποχρέωση περί τελεσιδικίας να καταργηθεί.
Με αυτά τα χαρακτηριστικά, η εκδίκαση των αιτημάτων με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν παρέχει την απαιτούμενη ασφάλεια δικαίου που επιβάλλεται με την Σύσταση (2010) 5 του Συμβουλίου της Ευρώπης για μια διαδικασία διαφανή, απλή και σύντομη για την διόρθωση των εγγράφων, αφού είναι αβέβαιη η χρήση της δικαστικής απόφασης από τα ενδιαφερόμενα άτομα στο ληξιαρχείο. Το πρόβλημα της δικαστικής διαδικασίας εν γένει είναι ότι διασπά σε δύο μεγάλα στάδια την διόρθωση: το δικαστικό στάδιο και το διοικητικό, ενώ θα έπρεπε να είναι ενιαίο κι όχι να εξαρτάται από τον κάθε ληξίαρχο αν θα εφαρμόσει την δικαστική απόφαση.
Πιο ασφαλής και απλή θα ήταν μια διαδικασία απευθείας αίτησης της μεταβολής στο ληξιαρχείο από το ενδιαφερόμενο άτομο, όπως γίνεται για την αλλαγή θρησκεύματος, αλλά και όπως γίνεται για την κάθε εξ αρχής δήλωση ληξιαρχικού γεγονότος (γέννησης, θανάτου, υιοθεσίας, γάμου, συμφωνου συμβίωσης). Το αίτημα για την διόρθωση ως προς το φύλο έχει πολλά στοιχεία “αναγέννησης” του ατόμου που θα δικαιολογούσαν την θεσμοθέτησης μιας διαδικασιας εξ αρχής δήλωσης του επαναπροσδιορισμού φύλου ως νέου ληξιαρχικού γεγονότος κι όχι ως “διόρθωση” της πράξης γέννησης.




(β) Αυτοπρόσωπη δήλωση του προσώπου
Αυτό δεν προβλέπεται σήμερα για καμία δικαστική διαδικασία: πάντοτε ο πολίτης έχει δικαίωμα – τις περισσότερες φορές και υποχρέωση – εκπροσώπησης από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η υποχρέωση παράστασης με δικηγόρο εξακολουθεί και διατηρείται και με το νομοσχέδιο (αφού ακολουθείται η διαδικασία έκδοσης απόφασης του άρθρου 782Κ.Πολ.Δ. που εντασσεται στην εκούσια δικαιοδοσία που είναι υποχρεωτική η παράσταση με δικηγόρο). Η πρόσθετη υποχρεώση για “αυτοπρόσωπη” δήλωση του προσώπου που επιθυμεί την ληξιαρχική διόρθωση φύλου είναι μια ένδειξη δυσπιστίας: αμφιβάλλουμε ότι οι δηλώσεις θα είναι ειλικρινείς από όλους, αφού έχουμε αφαιρέσει και την υποχρέωση υποβολής ιατρικών πιστοποιητικών και φοβόμαστε μήπως κάποιοι πονηροί επιδιώξουν να χρησιμοποιήσουν τη διαδικασία για να αλλάξουν απλά το φύλο τους. Εκ των προτέρων, νομοθετημένος περιορισμός των δικαιωμάτων των διεμφυλικών, για να αποφευχθούν καταστρατηγήσεις. Με ποιο κριτήριο όμως θα κρίνει ο Δικαστής εάν ο αυτοπρόσωπα δηλών είναι ή όχι διεμφυλικός; Καταργούμε τα ιατρικά πιστοποιητικά και αφήνουμε τον Δικαστή να υποκαταστήσει την ιατρική επιστήμη; Υπάρχει κάτι κρυπτικό που πρέπει να διαγνώσει άραγε ο Δικαστής και για το οποίο απαιτείται – για πρώτη φορά στην πολιτική δικονομία – η αυτοπρόσωπη δήλωση του ενδιαφερομένου; Κάτι άρρητο, που ο νόμος αποφεύγει να το ονοματίσει;


Η εισαγωγή της αυτοπρόσωπης δήλωσης των ενδιαφερομένων για την μεταβολή της ληξιαρχικής καταχώρισης του φύλου δεν λαμβάνει υπόψη ότι τα διεμφυλικά άτομα πολύ συχνά αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα στο να εμφανιστούν σε μια δημόσια αρχή, όπως είναι ένα δικαστήριο, έστω και με όρους μυστικότητας όπως επιβάλλει το άρθρο. Είναι απαράγραπτο δικαίωμά τους να εκπροσωπηθούν ενώπιον της Δικαιοσύνης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, όπως κάθε άλλη περίπτωση ατόμου που έρχεται ενώπιον της Δικαιοσύνης: ο κανόνας αυτός είναι χωρίς καμία απολύτως εξαίρεση!
Έπειτα, το νομικό ζήτημα είναι ποιο θα είναι το περιεχόμενο αυτής της “αυτοπρόσωπης δήλωσης”, την στιγμή που έχει ήδη κατατεθεί αίτηση διόρθωσης ληξιαρχικής πράξης στο Δικαστήριο, για να εκδικαστεί η υπόθεση. Τί ακριβώς χρειάζεται και η “αυτοπρόσωπη δήλωση”, εφόσον η διαδικασία βασίζεται στην αίτηση;
Η σήμερα ισχύουσα διαδικασία είναι σαφώς πιο αξιόπιστη: ένας μάρτυρας εμφανίζεται και ορκίζεται ότι το άτομο είναι διεμφυλικό, ότι χρησιμοποιεί όντως στις κοινωνικές σχέσεις του το τάδε όνομα (στο “επιθυμητό” φύλο) και ότι είναι αναγκαία η διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης του για να μπορέσει να ζήσει ανθρώπινα. Η κατάθεση του μάρτυρα περιβάλλεται τον ένορκο τύπο, επομένως είναι προσωπικά υπεύθυνος (ακόμα και ποινικά) για τυχόν ψευδορκία. Με την προτεινόμενη διαδικασία αυτό καταργείται και μια ένορκη κατάθεση υποβιβάζεται σε απλή αυτοπρόσωπη δήλωση, χωρίς καμία συνέπεια εάν αυτή η δήλωση στο Δικαστήριο είναι ψευδής!
Συνοψίζοντας, με την αυτοπρόσωπη δήλωση το άτομο στερείται το δικαίωμα που έχει να εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο που ούτως ή άλλως είναι υποχρεωμένο να προσλάβει για την συγκεκριμένη διαδικασία, “εξετάζεται” για το αν είναι διεμφυλικό από τον Δικαστή, ενώ καταργείται η νομικά αξιόπιστη διαδικασία της ένορκης κατάθεσης μάρτυρα που εξοπλίζει με πρόσθετη βεβαιότητα το Δικαστήριο ότι όσα κατατίθενται είναι αληθή.


(γ) Χωρίς δημοσιότητα
Σύμφωνα με το άρθρο 93 παρ. 2 του Συντάγματος: “Οι συνεδριάσεις κάθε δικαστηρίου είναι δημοσιες, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει με απόφασή του ότι η δημοσιότητα πρόκειται να είναι επιβλαβής στα χρηστά ήθη ή ότι συντρέχουν ειδικοί λόγοι προστασίας της ιδιωτικής ή οικογενειακής ζωής των διαδίκων”. Επίσης, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου του Συντάγματος: “Κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη και απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση”.
Αυτοί οι συνταγματικοί κανόνες επιβάλλουν ως κανόνα την δημοσιότητα για την συνεδρίαση του δικαστηρίου και την απαγγελία της δικαστικής απόφασης, με εξαίρεση μόνο ως προς την συνεδρίαση. Με το σήμερα ισχύον σύστημα, η εκδίκαση υποθέσεων διόρθωσης ληξιαρχικών πράξεων ως προς την ταυτότητα φύλου γίνεται δημόσια και τα Δικαστήρια έχουν δικαίωμα να διατάξουν την κεκλεισμένων των θυρών διεξαγωγή της συνεδρίασής τους. Αυτό θα αλλάξει με το νομοσχέδιο. Δεν είναι η πρώτη φορά που η εκούσια δικαιοδοσία γίνεται με κατάθεση φακέλου (π.χ. έγκριση ίδρυσης σωματείου). Εδώ όμως δεν είναι απλά κατάθεση φακέλου, αλλά απαιτείται και η “αυτοπρόσωπη δήλωση” του ενδιαφερόμενου σε ιδιαίτερο γραφείο, χωρίς δημοσιότητα.
Η διόρθωση ληξιαρχικής πράξης ως προς το φύλο είναι μια υπόθεση που αφορά και την ιδιωτική ζωή του ατόμου. Είναι εύλογο οι ενδιαφερόμενοι να μην ενθαρρύνονται να προχωρήσουν στην διαδικασία όταν ξέρουν ότι θα πρέπει να σταθούν σε ένα ακροατήριο δικαστικής αίθουσας με δημοσιότητα. Η δημοσιότητα είναι ένας ανασταλτικός παράγοντας για την ενάσκηση των δικαιωμάτων των διεμφυλικών, για ψυχολογικούς λόγους: την αγωνία πιθανού εξευτελισμού.
Η δημοσιότητα όμως είναι μια συνταγματική εγγύηση για την ορθή λειτουργία της Δικαιοσύνης και την αποφυγή παρεκτροπών εκ μέρους των Δικαστών. Από την εμπειρία μου στην εκδίκαση υποθέσεων ταυτότητας φύλου, οι δικαστές υπήρξαν πάντοτε διακριτικοί και δεν υπέβαλαν τα άτομα σε προσβλητικές ερωτήσεις. Σε αυτό θεωρώ ότι συντέλεσε και η ύπαρξη ακροατηρίου, αλλά και το γεγονός ότι μπορούσαν να εξετάσουν μάρτυρες (η εξέταση διαδίκου γίνεται μόνο αν το Δικαστήριο δεν καλυφθεί από την κατάθεση του μάρτυρα). Η μυστική εξέταση του ενδιαφερόμενου με την υποχρέωση “αυτοπρόσωπης δήλωσης” μπορεί να αποτελέσει περιβάλλον που μπορεί να ενθαρρύνει δυσάρεστες ερωτήσεις εκ μέρους των δικαστών. Σημειωτέον ότι στην εκούσια δικαδιοσοσία οι δικαστές έχουν αυτεπάγγελτη ευχέρεια να διατάξουν αποδείξεις και αυτό μπορεί να οδηγήσει σε εξαιρετικά δυσάρεστες κατάστάσεις όταν το αντικείμενο της υπόθεσης είναι η βεβαίωση της μεταβολής του φύλου, σε συνδυασμό με την κατάργηση των ιατρικών βεβαιώσεων περί του επαναπροσδιορισμού.
Κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει να διατηρηθεί ο συνταγματικός κανόνας της δημοσιότητας της διαδικασίας με κατά περίπτωση απόφαση του δικαστηρίου για κεκλεισμένων των θυρών διεξαγωγή της συνεδρίασης για λόγους προστασίας του προσώπου. Όταν το διεμφυλικό άτομο επιθυμεί μυστικότητα, να μπορεί να υποβάλει το σχετικό αίτημα. Η απόφαση του δικαστηρίου ούτως ή άλλως απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση κι αυτό δεν μεταβάλλεται με το υπό κρίση νομοσχέδιο.


(δ) Διόρθωση από άλλες αρμόδιες υπηρεσίες

Αυτή η διάταξη, κατά την οποία οι άλλες αρμόδιες υπηρεσίες οφείλουν να ακολουθήσουν την “νέα” ληξιαρχική πράξη γέννησης, έπρεπε νομοτεχνικά να αποτελεί μέρος του επόμενου άρθρου (“Συνέπειες της διόρθωσης του καταχωρισμένου φύλου”).

Επίσης δεν πρόκειται για “νέα” ληξιαρχική πράξη, αλλά για διορθωμένη ληξιαρχική πράξη: η ληξιαρχική πράξη γέννησης είναι μία, αυτή που συντάχθηκε εξ αρχής και απλώς προστίθενεται σε αυτήν μεταβολές (π.χ. ονοματοδοσία ως προς το κύριο όνομα) και διορθώσεις. Δεν υπάρχει “νέα” και “παλιά” ληξιαρχική πράξη. Νέο είναι το αντίγραφο της ληξιαρχικής πράξης που δίνεται μετά από την διόρθωση.

Το πρόβλημα με το άρθρο είναι ότι δεν ορίζει ποιες ακριβώς είναι οι αρμόδιες υπηρεσίες, με ποια διαδικασία θα προβούν στις διορθώσεις (αυτεπάγγελτα ή κατ’ αίτηση των ενδιαφερόμενων;) και σε ποιο χρονικό διάστημα πρέπει να ολοκληρωθούν οι σχετικές διορθώσεις, ενόψει του ότι το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει τον απόλυτο συντονισμό των αρχείων που περιέχουν στοιχεία αστικής κατάστασης των πολιτών.

Από την πράξη γνωρίζουμε ότι μετά την ληξιαρχική διόρθωση, πρέπει να συντελεστεί και η σχετική διαγραφή ή εγγραφή στο μητρώο αρρένων και η σχετική διόρθωση στο δημοτολόγιο, προκειμένου να ακολουθήσει η έκδοση νέου δελτίου αστυνομικής ταυτότητας. Στην πράξη σήμερα τα ίδια τα ενδιαφερόμενα άτομα υποβάλουν τα αιτήματα, περιφέροντας ότι μόνο το νέο αντίγραφο της ληξιαρχικής πράξης, αλλά και την δικαστική απόφαση, καθώς και την έκθεση επίδοσης στην εισαγγελία και το πιστοποιητικό της γραμματείας του δικαστηρίου για να ολοκληρωθούν οι σχετικές διορθώσεις, ενώ θα αρκούσε ένα και μόνο έγγραφο: η διορθωμένη ληξιαρχική πράξη που αναφέρει την αιτιολογία της διόρθωσης.

Κατά τη γνώμη μου δεν θα έπρεπε να επαφίενται οι δημόσιες υπηρεσίες στην επιμέλεια των ίδιων των ενδιαφερόμενων: το ληξιαρχείο θα πρέπει από την στιγμή που έχει ολοκληρώσει την διόρθωση να ενημερώσει αυτεπαγγέλτως και αμελλητί το μητρώο αρρένων και το δημοτολόγιο (είτε αυτό ανήκει στον ίδιο δήμο είτε όχι), ώστε η διαδικασία να προχωρήσει άμεσα και ενδουπηρεσιακά. Η υποδομή υπάρχει, η νομική βάση για την ενδοϋπηρεσιακή επικοινωνία με e-mail και fax (Ν. 2462/1998, Ν.3979/2011) και δεν χρειάζεται το άτομο να επαναλαμβάνει από την αρχή την δίκη ή να εξηγεί τα ίδια και τα ίδια σε κάθε δημόσια υπηρεσία. Εκεί που χρειάζεται η συμβολή του (π.χ. φωτογραφία και παράβολο για την έκδοση αστυνομικής ταυτότητας), φυσικά πρέπει να εμφανιστεί, αλλά για το μητρώο αρρένων και το δημοτολόγιο η διαδικασία πρέπει να ολοκληρώνεται αυτεπαγγέλτως. Αυτό πρέπει να αποτυπωθεί στο νομοσχέδιο με σαφείς διατάξεις που επιβάλλουν την αυτεπάγγελτη και αμελλητί ενημέρωση των αρχείων.

Πρωτ’ απ’ όλα, το μητρώο αρρένων. Η διατύπωση της διάταξης αναφέρει μονο “διόρθωση”, όχι όμως και (α) υποχρέωση εγγραφής των ατόμων που η ληξιαρχική καταχώριση του φύλου τους διορθώθηκε από θήλυ σε άρρεων και (β) υποχρέωση διαγραφής των ατόμων που ληξιαρχική καταχώριση του φύλου τους διορθώθηκε από άρρεν σε θήλυ. Σε σχέση με το μητρώο αρρένων ισχύει ο Ν. 2119/1993 – κύρωση Κώδικα Διατάξεων περί μητρώων αρρένων. Σε κάθε δήμο τηρείται ειδικό βιβλίο που ονομάζεται μητρώο αρρένων και στο οποίο είναι γραμμένοι οι άρρενες Έλληνες υπήκοοι. Ο τύπος του βιβλίου καθορίζεται με ΚΥΑ των Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Εσωτερικών. Σε κάθε Αποκεντρωμένη Διοίκηση και σε κάθε στρατολογικό γραφείο τηρείται επίσης όμοιο αντίτυπο του μητρώου αρρένων όλων των δήμων που υπάγονται στην περιφέρειά τους. Οι ανήλικοι εγγράφονται στα μητρώα αρρένων του δήμου στο δημοτολόγιο του οποίου είναι γραμμένοι ή οφείλουν να εγγραφούν κατά τις διατάξεις περί κτήσεως της δημοτικότητας, ενώ οι ενήλικοι εγγράφονται στο μητρώο αρρένων του δήμου της προτιμήσεώς τους. Όσοι για οποιονδήποτε λόγο δεν είναι γραμμένοι σε μητρώα αρρένων χαρακτηρίζονται “αδήλωτοι” και έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις με τους γραμμένους. Οι δήμοι έχουν υποχρέωση να μεριμνούν χωρίς καθυστέρηση για την εγγραφή των αδήλωτων , πράγμα που πρέπει να αφορά και τα διεμφυλικά αγόρια (διόρθωση ληξιαρχικών πράξεων απο θήλυ σε άρρεν). Σύμφωνα με το άρθρο 3 του ανωτέρω νόμου, οι αδήλωτοι εγγράφονται στο μητρώο αρρένων με απόφαση της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων ή αυτεπαγγέλτως ή και με αίτηση κάθε πολίτη. Επομένως, ο δήμος πρέπει να ενημερώσει την Αποκεντρωμένη Διοίκηση όταν έχει μια διόρθωση ληξιαρχικής πράξης από θήλυ σε άρρεν για την εγγραφή του “αδήλωτου”. Ως προς την διαγραφή από τα μητρώα αρρένων, αυτή προβλέπεται μόνο σε περίπτωση θανάτου ή αφάνειας, όσων δεν έχουν την ελληνική ιθαγένεια κ.τ.λ. και δεν προβλέπεται ρητώς η περίπτωση της διαγραφής λόγω διόρθωσης ληξιαρχικής πράξης ως προς το φύλο. Το άρθρο 13 προβλέπει βέβαια ότι “άλλες” μεταβολές γίνονται με απόφαση Αποκεντρωμένης Διοίκησης, άρα και η περίπτωση της διαγραφής λόγω διόρθωσης ως προς το φύλο θα γίνεται έτσι. Το ίδιο άρθρο περιλαμβάνει νομοθετική εξουσιοδότηση προς τον Υπουργό για τα δικαιολογητικά που χρειάζονται, ώστε η Αποκεντρωμένη Διοίκηση να διαγράψει άτομο από το μητρώο αρρένων. Στην Υπουργική Απόφαση Φ.28700/17574 (“Απαιτούμενα δικαιολογητικά για την ενέργεια εγγραφών, διαγραφών κ.λπ. μεταβολών στα μητρώα αρρένων”, ΦΕΚ Β` 746/1993), υπάρχει η σχετική αναφορά:
Κεφάλαιο Β – Διαγραφές [...]

6. Θηλέων (άρθρο 13).
α. Πιστοποιητικό ταυτοπροσωπίας που εκδίδεται από το δήμαρχο ή πρόεδρο κοινότητας του δήμου ή της κοινότητας από τα μητρώα αρρένων του οποίου πρόκειται να διαγραφεί το θήλυ πρόσωπο, το οποίο εσφαλμένα γράφτηκε σ` αυτά (υπόδειγμα 11).
β. Απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως.”


Με βάση αυτό το άρθρο γίνονται οι διαγραφές από το μητρώο αρρένων λόγω διόρθωσης ληξιαρχικής πράξης γέννησης ως προς το φύλο, αλλά είναι σαφές από τη διατύπωση ότι ο σκοπός της διάταξης ήταν οι “εσφαλμένες” εγγραφές στο μητρώο αρρένων. Bέβαια, στο “υπόδειγμα” του πιστοποιητικού που επισυνάπτεται στην εν λόγω Υπουργική Απόφαση, γίνεται σαφές ότι ο κανονιστικός νομοθέτης ειχε σαφέστατα υπόψη και την αλλαγή φύλου:



Πιστοποιείται ότι ο ...... του .... και της ..... που είναι γραμμένος στο μητρώο αρρένων του Δήμου μας με έτος γεννήσεως ... και αυξ. Αριθμό ... είναι ένα και το αυτό πρόσωπο με την .... του .... και της .... που ειναι γραμμένη στο δημοτολόγιό μας με με έτος γεννήσεως .... αυξ. Αριθμό οικογενειακής μερίδας .... και σειρά ... .
Αυτή κατά λάθος γράφτηκε στο μητρώο αρρένων αφού πρόκειται για θήλυ, όπως αυτό προκύπτει και από το συνημμένο απόσπασμα της αριθ. .... ληξιαρχικής πράξης γέννήσεώς της.”


Αυτό το υπόδειγμα έχει ήδη δημιουργήσει προβλήματα σε άτομα που είναι γραμμένα σε άλλο μητρώο αρρένων και άλλο δημοτολόγιο, διότι δεν λαμβάνει υπόψη αυτή την πιθανότητα. Πρέπει λοιπόν να αλλάξει και το υπόδειγμα (υπόδειγμα είναι άλλωστε, όχι δεσμευτικό περιεχόμενο δυνάμει των διατάξεων) ώστε να υποδεχτεί καλύτερα και την περίπτωση της διαγραφής λόγω μεταβολής ληξιαρχικής πράξης γέννησης ως προς το φύλο. Επιπλέον, ο νόμος για το μητρώο αρρένων ορίζει ότι μέχρι την 1η Απριλίου κάθε χρόνου, οι δήμοι συντάσσουν στρατολογικούς καταλόγους που αποστέλλουν στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση, με τα άτομα που είναι προς στράτευση τον επόμενο χρόνο. Από την διατύπωση του υποδείγματος φαίνεται ότι πρέπει να προηγηθεί η διόρθωση του δημοτολογίου και μετά να προχωρήσει η διαγραφή απο το μητρώο αρρένων. Πάμε λοιπόν στο δημοτολόγιο.

Δημοτολόγιο έχουν την υποχρέωση να τηρούν όλοι οι δήμοι, σύμφωνα με τον σχετικό Κώδικα Διαταγμάτων για τα Δημοτολόγια (π.δ. 496/1991, ΦΕΚ Α’ 180/1991). Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 του Κώδικα, κάθε εγγραφή, διαγραφή, μεταφορά από τη μια σε άλλη οικογενειακή μερίδα, προσθήκη ελλειπόντων στοιχείων, διόρθωση εσφαλμένων στοιχείων καθώς και κάθε άλλη μεταβολή στο δημοτολόγιο ενεργείται, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, είτε αυτεπαγγέλτως, βάσει επισήμων στοιχείων που υπάρχουν στο δήμο ή την κοινότητα, είτε κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, πάντοτε με πράξη του δημάρχου . Η πράξη αυτή του δημάρχου προσυπογράφεται από τον προϊστάμενο του δημοτολογίου, δημοτικό υπάλληλο για τους δήμους , καταχωρίζεται στο δημοτολόγιο και είναι αμέσως εκτελεστή. Στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι οι αποφάσεις που εκδίδονται από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση για τη διόρθωση ή προσθήκη στοιχείων εγγραφής, ως και κάθε άλλη κατά νόμο μεταβολή στα μητρώα αρρένων εκτελούνται και ως προς τα δημοτολόγια διά καταχωρίσεως των στοιχείων στα οποία αναφέρονται οι αποφάσεις αυτές στα δημοτολόγια, από τα όργανα που ορίζονται στην παρ. 1 αυτού του άρθρου. Έτσι, όμως, δίνεται η εντύπωση ότι πρώτα διαγράφεται το άτομο από τα μητρώα αρρένων και μετά γίνεται η διόρθωση στο δημοτολόγιο, αντίθετα με το συμπέρασμα που εξάγεται ανωτέρω από το υπόδειγμα του πιστοποιητικού του δημάρχου προς την Αποκεντρωμένη Διοίκηση για την ταυτοπροσωπία του ατόμου που η ληξιαρχική πράξη γέννησης του έχει μεταβολή ως προς το φύλο. Η σωστή εγγραφή στο δημοτολόγιο ειναι απαραίτητη για την έκδοση σωστού πιστοποιητικού οικογενειακής κατάστασης, αλλά και σωστής εγγραφής του ατόμου στον εκλογικό κατάλογο του Υπουργείου Εσωτερικών που καταρτίζεται με βάση τα δημοτολόγια. Εάν η μεταβολή του ονόματος και του φύλου δεν γίνουν στο δημοτολόγιο, το διεμφυλικό άτομο δεν μπορεί να ψηφίσει, αλλά ούτε και να εκδόσει το νέο δελτίο αστυνομικής ταυτότητας με βάση τα νέα στοιχεία του. Το άρθρο 13 του π.δ. ορίζει ότι τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για τις διορθώσεις στο δημοτολόγιο ορίζονται με Υπουργική Απόφαση. Σχετικά με το θέμα αυτό έχει εκδοθεί η υπουργική απόφαση 42301/12168 (ΦΕΚ Β΄ 608/12-7-1995), η οποία δεν αναφέρει τίποτα το ειδικότερο για τα δικαιολογητικά που πρέπει να προσκομιστούν σε περίπτωση ληξιαρχικής μεταβολής φύλου, οπότε ισχύει μια γενική διάταξη που υπάρχει, κατά την οποία αρκεί η προσκόμιση της ληξιαρχικής πράξης γέννησης (κεφάλαιο Γ, παρ. 8). Θα πρέπει όμως για λόγους ασφάλειας δικαίου και εδώ να προβλεφθεί ειδικώς ποια ακριβώς είναι η πορεία, δεδομένων των προβλημάτων που δημιουργούνται με την εμπλοκή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ως προς την εγγραφή / διαγραφή σχετικά με το μητρώο αρρένων.

Μετά το δημοτολόγιο, έρχεται η έκδοση νέας αστυνομικής ταυτότητας (όπου χρειάζεται κι ένας μάρτυρας). Ένα μεγάλο ερώτημα είναι όμως τι γίνεται με όλες τις υπόλοιπες εγγραφές σε δημόσια και ιδιωτικά αρχεία. Μια μεγάλη κατηγορία είναι ο χώρος της εκπαίδευσης και της επανέκδοσης τίτλων σπουδών στα νέα στοιχεία. Μια παλαιότερη γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ. ανέφερε ότι ένα Τ.Ε.Ι. δεν ήταν υποχρεωμένο να επανεκδόσει τον τίτλο σπουδών με τα νέα στοιχεία του ατόμου. Αυτή η προσέγγιση θα ήταν καταστροφική για την επαγγελματική ζωή του ατόμου: τα πτυχία πρέπει να επανεκδίδονται κανονικά και δυνάμει του άρθρο 4 παρ. 1 (γ) του Ν.2472/1997 που επιβάλλει ότι τα προσωπικά δεδομένα πρέπει να είναι ακριβή και να επικαιροποιούνται από τον υπεύθυνο επεξεργασίας. Για λόγους ασφάλειας δικαίου, αυτό θα πρέπει να οριστεί από το νέο νομοσχέδιο με ειδική μνεία στην σχετική διάταξη. Μια άλλη μεγάλη κατηγορία είναι τα περιουσιακά δικαιώματα και κυρίως οι συμβολαιογραφικές πράξεις που αποτελούν τίτλους κυριότητας ή άλλων εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα: για αυτές τις περιπτώσεις δεν υπάρχει καμία μνεία στο νομοσχέδιο: πώς θα αλλάζουν τα ονόματα των ιδιοκτητών σε υποθηκοφυλακεία και κτηματολόγια; Η υπάρχουσα διαδικασία είναι η υποβολή ενός αιτήματος σε συμβολαιογράφο για διόρθωση συμβολαιογραφικών πράξεων, αλλά ο νόμος πρέπει να ορίσει ποια ακριβώς δικαιολογητικά πρέπει να προσκομίσει το άτομο στον συμβολαιογράφο για να προχωρήσει την διαδικασία. Το ίδιο ζήτημα αφορά και τις Τράπεζες: πρέπει να οριστούν τα δικαιολογητικά ταυτοπροσωπίας που θα πρέπει να εμφανιζουν τα άτομα που έχει μεταβληθεί η ληξιαρχική πράξη γέννησής τους, αφού σε κανένα άλλο στοιχείο πλην της δικαστικής απόφασης δεν αναγράφεται η μεταβολή ως προς το φύλο!

Εκεί εντοπίζω το σημαντικότερο ζήτημα: αφού η “νέα” (καλύτερα: διορθωμένη) ληξιαρχική πράξη δεν θα αναφέρει το γεγονός της μεταβολής, το άτομο θα πρέπει να πάει σε όλες αυτές τις υπηρεσίες με αντίγραφο της “παλιάς” ληξιαρχικής πράξης, μαζί με την δικαστικη απόφασή, μαζί με το πιστοποιητικό περί μη άσκησης ενδίκων μέσων και την έκθεση επίδοσης για να πείσει ότι είναι το ίδιο άτομο και να ζητήσει την διόρθωση των στοιχείων του από όλες τις άλλες εγγραφές. Πρόκειται για μια απίστευτη γραφειοκρατική ταλαιπωρία που θα μπορούσε να περιοριστεί εάν οι ανωτέρω Υπουργικές Αποφάσεις και νομοθεσίες για τα μητρώα αρρένων και τα δημοτολόγια είχαν ρητώς λάβει υπόψη το ζήτημα της διόρθωσης ταυτότητας φύλου. Κατά τη γνώμη μου θα πρέπει όλα αυτά να αντικατασταθούν από ένα πιστοποιητικό ταυτοπροσωπίας που θα εκδίδει το δημοτολόγιο, κατά το πρότυπο του παραπάνω πιστοποιητικού που εκδίδεται για την διαγραφή ατόμου από το μητρώο αρρένων. Ένα τέτοιο πιστοποιητικό ταυτοπροσωπίας που θα αναφέρει ότι το άτομο με αρχικά στοιχεία τάδε είναι το ίδιο άτομο με τα νεότερα στοιχεία δείνα, σύμφωνα με την σχετική ληξιαρχική πράξη γέννησης και την σχετική δημοτολογική εγγραφή. Αυτό το πιστοποιητικό ταυτοπροσωπίας θα είναι για γενική χρήση στον δημόσιο (π.χ. Δ.Ο.Υ., εκπαίδευση, κοινωνική ασφάλιση κτλ) και τον ιδιωτικό τομέα (π.χ. τράπεζες, εταιρίες κινητής τηλεφωνίας, ΔΕΚΟ, ιδιωτική ασφάλιση κ.τ.λ.).

(ε) Μόνο δύο φορές αλλαγή στοιχείων φύλου

Κατά την παρ. 4 του νομοσχεδίου εισάγεται κι άλλος ένας περιορισμός που σήμερα δεν προβλέπεται από την νομοθεσία: “Η νέα ληξιαρχική πράξη μπορεί στο εξής να αλλάξει μία φορά, με την ίδια διαδικασία και τις ίδιες προϋποθέσεις.” Πρόκειται για ατυχή διατύπωση: το άτομο μπορεί να θέλει ή να πρέπει να αλλάξει οποιοδήποτε άλλο από τα στοιχεία αστικής κατάστασης του εκτος του φύλου (π.χ. το θρήσκευμα που δεν αλλάζει “με την ίδια διαδικασία και τις ίδιες προϋποθέσεις), ενώ η γενικότητα αυτής της διατύπωσης δεν θα του επιτρέψει άλλες μεταβολές. Χρειάζεται πιο προσεκτική διατύπωση ώστε να αποφευχθούν τέτοιες απαγορεύσεις. Επίσης δεν είναι ιδιαίτερα κατανοητό για ποιο λόγο το κράτος επιτρέπει συγκεκριμένα δύο διορθώσεις της καταχώρισης φύλου κι όχι μόνο μία ή και περισσότερες.



Άρθρο 5 – Συνέπειες της διόρθωσης του καταχωρισμένου φύλου



Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του νομοσχεδίου, “δικαιώματα, υποχρεώσεις και κάθε είδους ευθύνη του προσώπου, που δημιουργήθηκαν πριν από τη διόρθωση του φύλου, εξακολουθούν να υφίστανται”. Η διατύπωση είναι εξαιρετικά ατυχής, καθώς στην πορεία από άρρεν προς θήλυ το άτομο είχε (ως άρρεν αρχικά) στρατιωτική υποχρέωση και, με βάση την συγκεκριμένη διάταξη, θα εξακολουθήσει να την έχει και ως θήλυ, ενώ θα έχει διαγραφεί από τα μητρώα αρρένων και τους στρατολογικούς καταλόγους! Θα πρέπει λοιπόν να επαναδιατυπωθεί η διάταξη έτσι ώστε να προστεθεί η επιφύλαξη σε σχέση με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που συνδέονται αναπόσπαστα με το αρχικά καταχωρηθέν φύλο, ώστε να μην προκύψουν άτοπες υποχρεώσεις.
Στην δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου του νομοσχεδίου αναφέρεται ότι η διόρθωση καταχωρισμενου φύλου του γονέα δεν μεταβάλει την ληξιαρχική πράξη γέννησης του τέκνου. Ενω δηλαδή θα μεταβάλλεται η αναγραφή του γονέα στο δημοτολόγιο, ενώ η οικογενειακή μερίδα του τέκνου θα περιλαμβάνει την διόρθωση καταχωρισμένου φύλου του γονέα του, η ληξιαρχική πράξη του τέκνου θα μένει ανεπηρέαστη, ερχόμενη σε αντίθεση με το πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του ίδιου τέκνου! Είναι κατανοητό ότι σκοπός είναι να μην δημιουργηθούν ερωτηματικά και προβλήματα στα παιδιά, αλλά η λύση δεν είναι να δημιουργούνται αντιφατικές προς το δημοτολόγιο ληξιαρχικές καταστάσεις! Η “αποσιώπηση” της διόρθωσης καταχωρισμένου φύλου του γονέα από την ληξιαρχική πράξη του τέκνου είναι μια παρέμβαση του νομοθέτη στο δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής του ατόμου και η στρέβλωση της πραγματικής οικογενειακής του κατάστασης. Είναι μια παράλογη προσπάθεια να διατηρηθεί, σε πείσμα προς την πραγματικότητα, η αντίληψη ότι τα παιδιά έχουν “μητέρα και πατέρα”, ενώ αυτό έχει ήδη ξεπεραστεί από την ίδια την ζωή. Κατά τη γνώμη μου η διάταξη είναι αντίθετη στο άρθρο 8 της Ε.Σ.Δ.Α.

Άρθρο 06 – Μυστικότητα



Το άρθρο 6 του νομοσχεδίου επαναλαμβάνει, χωρίς να υπάρχει κανένας απολύτως λόγος, το καθήκον επαγγελματικής εχεμύθειας που δεσμεύει ούτως ή άλλως τους υπαλλήλους του ληξιαρχείου και τους δικηγόρους. Επιπλέον όμως αναφέρει ότι στην αρχική ληξιαρχική πράξη γέννησης του προσώπου, απο την οποία προκύπτει η διόρθωση φύλου που μεσολάβησε, έχει πρόσβαση μόνο το ίδιο το πρόσωπο και εξουσιοδοτημένα από αυτό άτομα, ενώ πρόσβαση τρίτου προϋποθέτει άδεια της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για πρόσβαση σε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα.


Νομοτεχνικά η παραπάνω διάταξη παρουσιάζει το εξής ζήτημα: κατά το άρθρο 8 §2 του ν. 344/1976 καθιερώνεται η αρχή της δημοσιότητας για τα ληξιαρχικά βιβλία, τα οποία ορίζονται ως «δημόσια». Το δε άρθρο 4 εδ. δ ́ του ίδιου νόμου προβλέπει την υποχρέωση του ληξίαρχου «να εκδίδει αντίγραφα, αποσπάσματα και πιστοποιητικά των εις τα βιβλία πράξεων ή των σχετικών προς ταύτας παραυτώ ευρισκομένων δημοσίων εγγράφων». Η αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού τονίζει ότι η δημοσιότητα των ληξιαρχικών βιβλίων συνίσταται στο ότι «πας τις δύναται να ζητεί αντίγραφα, αποσπάσματα ή πιστοποιητικά εκ των βιβλίων χωρίς να δικαιολογεί έννομο προς τούτον συμφέρον, ως και να πληροφορείται εάν υφίσταται ληξιαρχικό γεγονός π. χ. αν έχει συνταχθεί ληξιαρχική πράξη γάμου ορισμένου προσώπου». Επ’ αυτών το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους σε δύο γνωμοδοτήσεις του (γνωμοδότηση 73/1994 και 689/1995 Γ ́ Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους) έκανε δεκτό ότι, μολονότι οι ληξιαρχικές πράξεις αφορούν την ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτων, λόγω της θεσπιζόμενης από την ειδική διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 344/1976 δημοσιότητας των ληξιαρχικών βιβλίων, πρέπει να χορηγούνται αντίγραφα, αποσπάσματα ή πιστοποιητικά από τα ληξιαρχικά βιβλία στον οποιοδήποτε αιτούντα χωρίς αυτός να πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει έννομο συμφέρον. Η προαναφερθείσα διάταξη, ως ειδική, ούτε εθίγη από τις μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 2690/1999 το οποίο εξαιρεί από το δικαίωμα πρόσβασης στα δημόσια έγγραφα εκείνα τα έγγραφα που αφορούν στην ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή, ούτε καταργήθηκε ή τροποποιήθηκε από τις διατάξεις για την προστασία των προσωπικών δεδομένων του ν. 2472/1997 ο οποίος επίσης είναι νεώτερός της (βλ. Απόφαση της Αρχής υπαριθμ 19/2007). Στη συνέχεια, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, με την απόφαση 7/2015 έκρινε διαφορετικά:



Επειδή, οι ανωτέρω ληξιαρχικές πράξεις μπορεί να περιέχουν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα και δη δεδομένα που ανάγονται στις θρησκευτικές πεποιθήσεις των υποκειμένων (λ.χ. βάπτιση, θρησκευτικές πεποιθήσεις κ.λπ.), είναι απαραίτητη στις περιπτώσεις αυτές η προηγούμενη λήψη άδειας από την Αρχή, επί τη βάσει του άρθρ. 7 ν. 2472/1997, η οποία εν τέλει θα αποφανθεί για τη νομιμότητα ή μη της χορήγησης των ευαίσθητων δεδομένων, με την επιπρόσθετη προϋπόθεση δε ότι ο αιτών τρίτος ενδιαφέρεται για τη χορήγηση των ευαίσθητων δεδομένων που περιέχονται σ’ αυτές. Σε αντίθετη περίπτωση, ήτοι στην περίπτωση που ο αιτών δεν ενδιαφέρεται για τη χορήγηση των ευαίσθητων δεδομένων των υποκειμένων και προκειμένου να εφαρμοστεί επαρκώς το δικαίωμα πρόσβασης του αρθ. 8 §2 ν. 344/1976, η υπηρεσία σας δύναται να χορηγήσει τις εν λόγω ληξιαρχικές πράξεις με απαλοιφή των ευαίσθητων δεδομένων καθώς και των υπολοίπων επιπρόσθετων πληροφοριών που ενδεχομένως να περιέχονται σ’ αυτές και να είναι ικανές, έστω και εμμέσως, να οδηγήσουν στην αποκάλυψη των δεδομένων αυτών.”



Όμως, το φύλο δεν εμπίπτει στα “ευαίσθητα δεδομένα” από μόνο του. Επομένως, η μεταβολή της καταχώρισης φύλου δεν αποτελεί “ευαίσθητο δεδομένο” από μόνη της, ώστε να τίθεται ως προϋπόθεση η χορήγηση άδειας από την Αρχή για την πρόσβαση τρίτου στα εν λόγω ληξιαρχικά στοιχεία.
Επομένως, το νομοσχέδιο θα πρέπει να λάβει σαφή θέση ως προς την διάταξη του άρθρου 8 του Ν.344/1976, τροποποιώντας ρητώς αυτήν σε σχέση με την δημοσιότητα των ληξιαρχικών βιβλίων ή / και προσθέτοντας τα δεδομένα ταυτότητας φύλου στα “ευαίσθητα δεδομένα” του άρθρου 2 (β) του Ν.2472/1997, αλλά σε αυτή την περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη ότι όλες οι επεξεργασίες των δεδομένων ταυτότητας φύλου θα πρέπει να τελούν υπό την προϋπόθεση άδειας της Αρχής, εκτός από τις περιπτώσεις που υπάρχουν εξαιρέσεις κατά το άρθρο 7Α του Ν.2472/1997.


H παράγραφος 2 του άρθρου 8 αναφέρει ότι αν το πρόσωπο καταστεί δικαιοπρακτικά ανίκανο πρόσβαση στα δεδομένα της μεταβολής καταχώρισης φύλου έχει ο... δικαστικός συμπαραστάτης του! Πρόκειται για σαφέστατη παραβίαση του άρθρου 8 παρ. 2 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και του άρθρου 12 της Οδηγίας 95/46/ΕΚ για το δικαίωμα του υποκειμένου των δεδομένων για πρόσβαση στα δεδομένα που το αφορούν. Το δικαίωμα πρόσβασης δεν νοείται ως εξαρτώμενο από την ... δικαιοπρακτική ικανότητα του υποκειμένου, αφού αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα δημοσίου δικαίου εντελώς ανεξάρτητο από άλλες προϋποθέσεις, ακόμη κι από την ιδιότητα του πολίτη! Η διάταξη πρέπει να εξαλειφθεί πλήρως, ως εντελώς αντίθετη στο ευρωπαϊκό δίκαιο.



Δευτέρα, Απριλίου 10, 2017

Νομική φύση του "Αρχείου Καβάφη" και πνευματική ιδιοκτησία

Με αφορμή την εξώδικη δήλωση του Ιδρύματος Ωνάση, κατόχου του "Αρχείου Καβάφη", εναντίον του καθηγητή Μιχάλη Πιερή για την δημοσίευση στο περιοδικό "Κονδυλοφόρος" ενός εκτεταμένου κειμένου με τίτλο "Ειδολογικός Κατάλογος του Αρχείου Καβάφη", ξεκίνησε με σχετικά δημοσιεύματα του The Athens Review of Books δημόσιος διάλογος σε σχέση με τα πρόσωπα και τις πολιτικές διαχείρισης του εν λόγω Αρχείου. 

Το θέμα με προβλημάτισε έντονα, δεδομένων των ισχυρισμών περί πνευματικής ιδιοκτησίας επί του Αρχείου Καβάφη, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι, τουλάχιστον ως προς το πνευματικό έργο του Κ.Π.Καβάφη μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι δεν υπάρχουν πλέον, μετά την παρέλευση 70 ετών από τον θάνατο του δημιουργού, εν ισχύ δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Ο Καβάφης πέθανε στις 29 Απριλίου 1933, επομένως τα πνευματικά δικαιώματα επί των έργων του που κληρονόμησε ο Αλέκος Σεγκόπουλος και, στην συνέχεια, ο καθηγητής Γ.Π.Σαββίδης το αγόρασε από τη χήρα Σεγκόπουλου και μετά το απέκτησαν οι δικοί του κληρονόμοι έληξαν το έτος 2003. Η κατηγορία που εξαπολύεται εναντίον του Ιδρύματος Ωνάση είναι ότι εγείρει αξιώσεις πνευματικής ιδιοκτησίας για έργα των οποίων η νομική προστασία έχει λήξει από το 2003. Αν όμως ισχύει αυτό, ποια είναι τα δικαιώματα και ποια η νομική φύση του Αρχείου Καβάφη που αποκτήθηκε από το Ίδρυμα Ωνάση το έτος 2012;

Ο διαδικτυακός τόπος του Αρχείου Καβάφη στο κεφάλαιο "Δικαιώματα" περιλαμβάνει μια συνοπτική αναφορά, χωρίς επίκληση νομικών διατάξεων: 

"Το περιεχόμενο των ηλεκτρονικών σελίδων αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία του Ιδρύματος Ωνάση και προστατεύονται από το νόμο. Copyright (c) Ίδρυμα Ωνάση 2012 - 2017. Απαγορεύεται με οποιονδήποτε τροπο αναπαραγωγή ή αποθήκευση όλου του έργου ή τμήματος του χωρίς την προηγούμενη γραπτή άδεια του εκδότη (c) Ίδρυμα Ωνάση 2012 - 2017". 

Το κείμενο υπάρχει και στα αγγλικά. 

Δεν νομίζω ότι αυτή η απαγόρευση και η υποβολή του περιεχομένου του διαδικτυακού τόπου απαγορεύει σε κάποιον την ελεύθερη αναπαραγωγή της "Ιθάκης" ή οποιουδήποτε άλλου ποιήματος του Καβάφη. Μετά την παρέλευση της νομικής προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας, το έργο ανήκει στον "δημόσιο τομέα" όπως λέμε οι νομικοι που ασχολούμαστε με την πνευματική ιδιοκτησία, δηλαδή στην σφαίρα των πνευματικών έργων για τα οποία δεν υπάρχει "πνευματική ιδιοκτησία". Είναι θεμελιώδες, ανθρώπινο και συνταγματικό δικαίωμα καθενός να κάνει ό,τι θέλει με το σύνολο των ποιημάτων του Καβάφη, χωρίς να ζητήσει άδεια από κανέναν (άρθρο 5, 5Α και 14 του Συντάγματος, άρθρο 10 ΕΣΔΑ). Επομένως υπάρχει κάτι άλλο που αφορά η παραπάνω απαγόρευση, όχι τα ποιήματα και τα άλλα κείμενα ως έργα απαλλαγμένα από δικαιώματα.

Το Αρχείο Καβάφη είναι επίσης επισκέψιμο και υπάρχει αναρτημένος κι ένας κανονισμός λειτουργίας του (αναρτημένος εδώ). Σε αυτό τον κανονισμό λειτουργίας επαναλαμβάνονται αναφορές για πνευματική ιδιοκτησία και προηγούμενη άδεια. Αναφέρεται μεταξύ άλλων: 

"Το Ίδρυμα Ωνάση διατηρεί σε κάθε περίπτωση το σύνολο των πνευματικών δικαιωμάτων επί του Αρχείου. Η άδεια χρήσης και ενδεχομένως η άδεια δημοσίευσης δίδεται στον εκάστοτε χρήστη μόνο και αποκλειστικά για τον συγκεκριμένο σκοπό που έχει αναφερθεί στη σχετική αίτηση του."

Εδώ το Ίδρυμα Ωνάση ακολουθεί διαφορετική διατύπωση και αναφέρεται στο σύνολο των πνευματικών δικαιωμάτων όχι του "περιεχομένου" (όπως στην ιστοσελίδα του), αλλά "επί του Αρχείου". Υπάρχει λοιπόν κάτι άλλο, το οποίο εννοεί ο κανονισμός λειτουργίας κι όχι βέβαια το δικαίωμα καθενός, προστατευμένο από την συνταγματική ελευθερία της πρόσβασης και χρήσης έργων που ανήκουν στον δημόσιο τομέα.

Η κριτική που αναπτύσσεται από την Athens Review of Books είναι ότι το Ίδρυμα Ωνάση ταυτίζει το δικαίωμά του στα χειρόγραφα του ποιητή που του ανήκουν ως αντικείμενα, ως συστατικά μέρη του Αρχείου Καβάφη, με το πνευματικό περιεχόμενο του έργου του ποιητή που είναι απαλλαγμένο από πνευματικά δικαιώματα. Αυτό θα ήταν πραγματικά εξωφρενικό και προφανώς αντίθετο στην νομοθεσία. Είναι άλλο το ιδιοκτησιακό δικαίωμα επί του ενσώματου αντικειμένου (π.χ. επί των χειρογράφων του Καβάφη) και άλλο πνευματικό δικαίωμα, δηλαδή της αναπαραγωγής του περιεχομένου του χειρογράφου που έχει λήξει όπως είπαμε το 2003. Δεν πιστεύω ότι το Ίδρυμα Ωνάση έχει προβεί σε μια τέτοια σύγχυση. 

Υπάρχει κάτι άλλο, άρρητο μέχρι στιγμής από την πλευρά του Ιδρύματος, αλλά και από την πλευρά της κριτικής στο Ίδρυμα που αναπτύσσεται από τους αρθρογράφους του Athens Review of Books. Kαι αυτό είναι η νομική φύση του Αρχείου Καβάφη και ιδίως η νομική σημασία της συμβολής εκείνων που το ταξινόμησαν και το κατέστησαν πράγματι αρχείο, δηλαδή του καθηγητή Σαββίδη και των συνεργατών του. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η εξώδικη δήλωση επιδόθηκε όταν δημοσιεύθηκε ο Ειδολογικός Κατάλογος του Αρχείου Καβάφη από τον καθηγητή Πιέρη στον "Κονδυλοφόρο". Ο εν λόγω Κατάλογος, όπως τον διαβάζω στο περιοδικό "Κονδυλοφόρος" αποτελεί ένα εκτεταμένο επιστημονικό κείμενο καταγραφής και ταξινόμησης του Αρχείου Καβάφη (το κείμενο είναι αναρτημένο ως .pdf στο academia.edu). Ως συντάκτες αυτού του κειμένου φέρονται οι Σαββίδης και Πιέρης. Αυτό σημαίνει ότι ο Κατάλογος είναι έργο που καλύπτεται από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και, αν όντως νομικά οι δύο αναφερόμενοι επιστήμονες είναι συνδημιουργοί του, τότε ο Κατάλογος ανήκε εξ αδιαιρέτου στους κληρονόμους Σαββίδη στους οποίους μεταβιβάστηκε το τυχόν πνευματικό δικαίωμα του Σαββίδη, όσο και στον ζώντα καθηγητή Πιέρη. Εξάλλου με απάντηση εκπροσώπου του Ιδρύματος Ωνάση δεν φαίνεται να αμφισβητούνται τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας του Πιέρη. Το θέμα είναι ότι στον πρόλογο του Καταλόγου, ο Πιέρης αναφέρει ότι ακολούθησε την μεθοδολογία και την σύλληψη του Σαββίδη, αλλά ο συντάκτης του κειμένου του καταλόγου είναι ο ίδιος. Αν ισχύει αυτό που λέει ο Πιέρης, ότι ακολούθησε τις αναλυτικές οδηγίες κτλ του Σαββίδη, αλλά ο ίδιος έγραψε το κείμενο, υπάρχει ένα ζήτημα ως προς το αν πρόκειται για συνδημιουργούς ή αν ο Πιέρης είναι αποκλειστικός δημιουργός, δεδομένου ότι κατά το ισχύον δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας αυτό που προστατεύεται δεν είναι η ιδέα, η σύλληψη, το κόνσεπτ, η μέθοδος, αλλά αντίθετα η μορφή, η διατύπωση και το τελικό αποτέλεσμα. Πάντως ο ίδιος ο Πιέρης δεν αμφισβητεί ότι ο Σαββίδης ήταν συνδημιουργός του, λόγος για τον οποίο και τα δύο ονόματα βρίσκονται στην αρχή του Καταλόγου, στο σημείο που κατά το συνήθως συμβαίνον τίθενται τα ονόματα των δημιουργών. 

Στην εξώδικη δήλωση του Ιδρύματος Ωνάση, ως "Αρχείο Καβάφη" ορίζεται "το σύνολο των χειρογράφων, βιβλίων, φωτογραφιών, αντικειμένων κτλ του ποιητή Κ.Π.Καβάφη αλλά και του αειμνήστου Γ.Π.Σαββίδη που αποτελούν το Αρχείο Καβάφη". Επομένως, το Ίδρυμα Ωνάση δεν κάνει λόγο για πνευματικά δικαιώματα στο έργο του Καβάφη, αλλά αναφέρεται μόνο σε υλικά αντικείμενα. Ωστόσο, σε αυτά περιλαμβάνει και αντίστοιχο υλικό του Γ.Π.Σαββίδη, ο οποίος απεβίωσε το έτος 1995 κι επομένως τυχόν πνευματικά δικαιώματα του Σαββίδη επί προτότυπων προϊόντων της διανοίας του είναι ακόμη σε ισχύ και θα είναι για συνολικά 70 χρόνια μετά τον θάνατο του καθηγητή. Αυτό που  αγόρασε το Ίδρυμα Ωνάση εκτός από την κυριότητα των ένυλων αντικειμένων του Καβάφη είναι, προφανώς, και τα άυλα δικαιώματα του καθηγητή Σαββίδη που ενσωματώνονται στο γενικότερο σύνολο που ονομάζεται "Αρχείο Καβάφη". Δεν έχουμε δει την πράξη μεταβίβασης, η οποία μπορεί και να μην είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική ως προς αυτό, αλλά νομίζω ότι υπάρχουν κάποια πνευματικά δικαιώματα του Σαββίδη που απέκτησε το Ίδρυμα Ωνάση και αυτά είναι ουσιαστικά τα πνευματικά δικαιώματα που επικαλείται (πέραν του φώτοσοπ που έχει γίνει στην γνωστή φωτογραφία του ποιητή από την οποία αφαιρέθηκαν οι ρυτίδες στο πρόσωπο και το χέρι του). 

Ένα "αρχείο", ως τέτοιο δεν είναι αντικείμενο προστασίας από τις διατάξεις της πνευματικής ιδιοκτησίας. Η πνευματική ιδιοκτησία και τα συγγενικά δικαιώματα (π.χ. η στοιχειοθεσία ενός κειμένου του οποίου έχουν λήξει τα πνευματικά δικαιώματα) αφορούν ατομικά έργα, όχι "αρχεία". Από αυτή την άποψη, το Αρχείο Καβάφη, ως συλλογή έργων του ποιητή δεν τελεί υπό την προστασία των διατάξεων της πνευματικής ιδιοκτησίας. Υπάρχει όμως κάτι που έκανε ο Σαββίδης, το οποίο έχει μια σοβαρή πνευματική και επιστημονική αυτοτέλεια: το οργάνωσε, το ταξινόμησε, επιμελήθηκε τις κατηγορίες των έργων, την δομή του "Αρχείου Καβάφη". Το κατέστησε, λοιπόν, από μία ενότητα πνευματικού και ιστορικού υλικού που ήταν όταν το παρέλαβε, ένα διαρθρωμένο σύνολο. Μια συλλογή έργων. 

Εάν το περιεχόμενο αυτής της συλλογής έχει διευθετηθεί κατά τρόπο πρωτότυπο, τότε η νομοθεσία μας επιφυλάσσει μια έκπληξη: υπάρχει πνευματική ιδιοκτησία επί της συλλογής αυτής καθαυτής! Ακόμη κι αν επί των συστατικών στοιχείων της συλλογής λείπουν πλέον δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, η πρωτοτυπία της διευθέτησης των έργων έχει αυτοτελή προστασία από την πνευματική ιδιοκτησία. Συγκεκριμένα, το άρθρο 2 ("Αντικείμενο του δικαιώματος") του Ν.2121/1993 περί πνευματικής ιδιοκτησίας ορίζει, στην παρ. 2 ότι ως έργα "νοούνται και οι συλλογές έργων ή συλλογές εκφράσεων της λαϊκής παράδοσης ή απλών γεγονότων και στοιχείων, όπως οι εγκυκλοπαίδειες και οι ανθολογίες  εφόσον η επιλογή ή η διευθέτηση του περιεχομένου τους είναι πρωτότυπη. Η προστασία των έργων της παρούσας παραγράφου γίνεται με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων στα προϋπάρχοντα έργα, που χρησιμοποιήθηκαν ως αντικείμενο των μετατροπών ή των συλλογών."

Ο νομοθέτης είχε περισσότερο βέβαια την δημιουργία μιας "ανθολογίας", όπως αυτή του Αποστολίδη: μπορεί τα επί μέρους έργα που περιέχει αυτή η συλλογή να μην έχουν πνευματικά δικαιώματα, αλλά ο Αποστολίδης είχε πνευματικά δικαιώματα επί του συνόλου της συλλογής. Αυτό σημαίνει ότι καθένας μπορεί να χρησιμοποιήσει όποιο ποίημα ελεύθερο δικαιωμάτων περιλαμβάνεται στην Ανθολογία Αποστολίδη, αλλά δεν έχει βέβαια δικαίωμα να επανεκδόσει την ίδια την Ανθολογία Αποστολίδη χωρίς άδεια του ιδίου, όσο ήταν εν ζωή και για 70 χρόνια μετά τον θάνατό του. 

Το Αρχείο Καβάφη, διαμορφωμένο από τον Σαββίδη, στοιχεία "συλλογής" κατά την έννοια του νόμου και ο περί ου ο λόγος "Κατάλογος" είναι μάλλον το κριτήριο που θα προσδώσει το πολυπόθητο χαρακτηριστικό της "πρωτοτυπίας" σε αυτή την συλλογή, ώστε να αποτελεί έργο τέχνης. Ωστόσο, μόνος ο χαρακτηρισμός του Αρχείου Καβάφη ως "συλλογής" κατά την έννοια του νόμου, δεν αρκεί για τις αυστηρές απαγορεύσεις με τις οποίες κλειδώνει τα επιμέρους έργα του ο Κανονισμός Λειτουργίας του Αρχείου, αλλά και τα Δικαιώματα της Ιστοσελίδας του Αρχείου Καβάφη.

Νομίζω ότι υπάρχει κάτι πιο ισχυρό, νομικά, που παραμένει άρρητο τόσο από την πλευρά του Ιδρύματος όσο και από την πλευρά της κριτικής στο Ίδρυμα. Πιθανώς το Αρχείο Καβάφη στην σημερινή του μορφή να μην αποτελεί απλά "συλλογή", αλλά κάτι περισσότερο. Κάτι που περιγράφει ο νομοθέτης στην παράγραφο 2α του ίδιου ως άνω άρθρου 2 του Ν.2121/1993:

"Αντικείμενο προστασίας είναι και οι βάσεις δεδομένων οι οποίες λόγω της επιλογής ή διευθέτησης του περιεχομένου τους αποτελούν πνευματικά δημιουργήματα. Η προστασία αυτή δεν εκτείνεται στο περιεχόμενο των βάσεων δεδομένων και δεν θίγει κανένα από τα δικαιώματα που υφίστανται στο περιεχόμενο αυτό. Ως βάση δεδομένων νοείται η συλλογή έργων, δεδομένων ή άλλων ανεξάρτητων στοιχείων, διευθετημένων κατά συστηματικό ή μεθοδικό τρόπο και ατομικώς προσιτών με ηλεκτρονικά μέσα ή με άλλο τρόπο (άρθρα 3 και 1 παρ. 2 Οδηγίας 96/9)."

Αν το Αρχείο Καβάφη είναι όντως βάση δεδομένων, τότε γι' αυτό επιφυλάσσεται πολύ αυστηρότερη προστασία απ' ότι για τις απλές συλλογές έργων. Σύμφωνα με το άρθρο 45Α του Ν.2121/1993, η νομοθεσία κατοχυρώνει ένα "sui generis" δικαίωμα για τον κατασκευαστή της βάσης δεδομένων - και για τον δικαιούχο αυτής. Συγκεκριμένα, ο κατασκευαστής - δικαιούχος  έχει δικαίωμα

 " να απαγορεύει την εξαγωγή ή/και επαναχρησιμοποίηση του συνόλου ή ουσιώδους μέρους του περιεχομένου της βάσης δεδομένων, αξιολογούμενου ποιοτικά ή ποσοτικά, εφόσον η απόκτηση, ο έλεγχος ή η παρουσίαση του περιεχομένου της βάσης δεδομένων καταδεικνύουν ουσιώδη ποιοτική ή ποσοτική επένδυση. Κατασκευαστής βάσης δεδομένων είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που λαμβάνει την πρωτοβουλία και επωμίζεται τον κίνδυνο των επενδύσεων. Δεν θεωρείται κατασκευαστής ο εργολάβος βάσης δεδομένων (άρθρο 7 παρ. 10 Οδηγίας 96/9)."

Ως προς την ορολογία που αναπτύσσει αυτή η διάταξη, ο ίδιος ο νόμος μας δίνει την ερμηνεία του: 

α) "Εξαγωγή" θεωρείται η μόνιμη ή προσωρινή μεταφορά του συνόλου ή ουσιώδους μέρους του περιεχομένου βάσης δεδομένων σε άλλο υλικό φορέα με οποιοδήποτε μέσο ή με οποιαδήποτε μορφή και 

β) επαναχρησιμοποίηση νοείται η πάσης μορφής διάθεση στο κοινό του συνόλου ή ουσιώδους μέρους του περιεχομένου της βάσης δεδομένων με διανομή αντιγράφων, εκμίσθωση, μετάδοση με άμεση επικοινωνία ή με άλλες μορφές. Η πρώτη πώληση αντιγράφου μιας βάσης δεδομένων στην Κοινότητα από το δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του συνιστά ανάλωση του δικαιώματος ελέγχου της μεταπώλησης του εν λόγω αντιγράφου στην Κοινότητα. Ο δανεισμός στο κοινό δεν συνιστά πράξη εξαγωγής ή επαναχρησιμοποίησης (άρθρο 7 παρ. 2 Οδηγίας 96/9).


Το κλειδί για την εφαρμογή αυτών των διατάξεων βρίσκεται στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου: το sui generis δικαίωμα του κατασκευαστή βάσης δεδομένων

" ισχύει ανεξάρτητα από το εάν η εν λόγω βάση δεδομένων ή το περιεχόμενό της προστατεύεται με τις διατάξεις για την πνευματική ιδιοκτησία ή με άλλες διατάξεις. Η προστασία βάσει του δικαιώματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν θίγει ενδεχόμενα δικαιώματα επί του περιεχομένου τους. Το δικαίωμα ειδικής φύσης του κατασκευαστή βάσης δεδομένων μπορεί να μεταβιβασθεί με αντάλλαγμα ή χωρίς αντάλλαγμα ή να παραχωρηθεί η εκμετάλλευσή του με άδεια ή σύμβαση (άρθρο 7 παρ. 3 και 4 Οδηγίας 96/9)."

Οι απαγορεύσεις γίνονται σαφέστερες στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου: 

"Δεν επιτρέπεται η επανειλημμένη και συστηματική εξαγωγή ή/και επαναχρησιμοποίηση επουσιωδών μερών του περιεχομένου της βάσης δεδομένων, εφόσον συνεπάγεται τη διενέργεια πράξεων που έρχονται σε σύγκρουση με την κανονική εκμετάλλευση της βάσης δεδομένων ή θίγουν αδικαιολόγητα νόμιμα συμφέροντα του κατασκευαστή της βάσης (άρθρο 7 παρ. 5 Οδηγίας 96/9)."


Υπάρχουν όμως και περιορισμοί σε αυτές τις απαγορεύσεις. Στην παρ. 5, ο νομοθέτης εξισορροπεί τα δικαιώματα του κατασκευαστή με τα δικαιώματα του κοινού: 

"Ο κατασκευαστής βάσης δεδομένων που έχει τεθεί στη διάθεση του κοινού με οποιονδήποτε τρόπο δεν μπορεί να εμποδίσει το νόμιμο χρήστη της βάσης να εξάγει ή/και να επαναχρησιμοποιεί επουσιώδη μέρη του περιεχομένου της αξιολογούμενα ποιοτικά ή ποσοτικά για οποιονδήποτε σκοπό. Εάν ο νόμιμος χρήστης δικαιούται να εξάγει ή/και να επαναχρησιμοποιεί τμήμα μόνο της βάσης δεδομένων, η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται μόνο για το τμήμα αυτό. Ο νόμιμος χρήστης βάσης δεδομένων που έχει τεθεί στη διάθεση του κοινού με οποιονδήποτε τρόπο δεν μπορεί: α) να εκτελεί πράξεις που έρχονται σε σύγκρουση με την κανονική εκμετάλλευση της βάσης αυτής ή θίγουν αδικαιολόγητα τα νόμιμα συμφέροντα του κατασκευαστή της, β) να προξενεί ζημία στους δικαιούχους του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας ή των συγγενικών δικαιωμάτων για τα έργα ή τις ερμηνείες ή εκτελέσεις που περιέχονται στην εν λόγω βάση δεδομένων. Συμφωνίες αντίθετες προς τις ρυθμίσεις που προβλέπονται στην παρούσα παράγραφο είναι άκυρες (άρθρα 8 και 15 Οδηγίας 96/9)."

Περαιτέρω περιορισμοί αναπτύσσονται στην παρ. 6:

"Ο νόμιμος χρήστης της βάσης δεδομένων που έχει τεθεί στη διάθεση του κοινού με οποιονδήποτε τρόπο μπορεί, χωρίς την άδεια του κατασκευαστή της βάσης δεδομένων, να εξάγει ή και/να επαναχρησιμοποιήσει ουσιώδες μέρος του περιεχομένου της: α) όταν πρόκειται για εξαγωγή, για εκπαιδευτικούς ή ερευνητικούς σκοπούς, εφόσον αναφέρεται η πηγή και στο βαθμό που αυτό δικαιολογείται από τον επιδιωκόμενο μη εμπορικό σκοπό, β) όταν πρόκειται για εξαγωγή ή/και επαναχρησιμοποίηση για λόγους δημόσιας ασφάλειας ή για σκοπούς διοικητικής ή δικαστικής διαδικασίας. Το δικαίωμα ειδικής φύσης ισχύει για τις βάσεις δεδομένων των οποίων οι κατασκευαστές ή οι δικαιούχοι είναι υπήκοοι Κράτους - Μέλους ή έχουν τη συνήθη διαμονή τους στο έδαφος της Κοινότητας. Εφαρμόζεται επίσης στις εταιρείες και επιχειρήσεις που έχουν συσταθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία Κράτους - Μέλους και οι οποίες έχουν την καταστατική τους έδρα, την κεντρική διοίκηση ή την κύρια εγκατάστασή τους εντός της Κοινότητας. Όταν η συγκεκριμένη Εταιρία ή επιχείρηση έχει μόνο την καταστατική της έδρα στο έδαφος της Κοινότητας, οι δραστηριότητές της πρέπει να συνδέονται πραγματικά και αδιάλειπτα με την οικονομία ενός Κράτους - Μέλους (άρθρα 9 και 11 Οδηγίας 96/9)."

Υπάρχει επίσης χρονικός περιορισμός μέσα στον οποίο ισχύουν όλα αυτά για τις βάσεις δεδομένων και ορίζεται στο άρθρο 7: 

"Το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο αυτό ισχύει από την περάτωση της κατασκευής της βάσης δεδομένων και λήγει δεκαπέντε (15) έτη μετά την 1η Ιανουαρίου του έτους που έπεται της ημερομηνίας περάτωσης. Στην περίπτωση βάσης δεδομένων η οποία έχει τεθεί στη διάθεση του κοινού, με οποιονδήποτε τρόπο, πριν από τη λήξη της περιόδου που προβλέπεται στο προηγούμενο εδάφιο, η διάρκεια της προστασίας του δικαιώματος που προβλέπεται στο παρόν άρθρο λήγει δεκαπέντε (15) έτη μετά την 1η Ιανουαρίου του έτους το οποίο έπεται της ημερομηνίας κατά την οποία η βάση τέθηκε για πρώτη φορά στη διάθεση του κοινού. Οποιαδήποτε ουσιώδης τροποποίηση, αξιολογούμενη ποιοτικά ή ποσοτικά, του περιεχομένου μιας βάσης δεδομένων, ιδίως οποιαδήποτε ουσιώδης τροποποίηση εξαιτίας της διαδοχικής σώρευσης προσθηκών, διαγραφών ή μετατροπών, που έχουν ως αποτέλεσμα να θεωρείται ότι πρόκειται για νέα ουσιώδη επένδυση, αξιολογούμενη ποιοτικά ή ποσοτικά, παρέχει στη βάση που προκύπτει από την επένδυση αυτή δικαίωμα ιδίας διάρκειας προστασίας (άρθρο 10 Οδηγίας 96/9)."

Ανεξάρτητα από το αν ισχύουν όλα αυτά στην περίπτωση του Αρχείου Καβάφη, το σίγουρο είναι ότι οι απαγορεύσεις που μπορούν να τεθούν από έναν ιδιώτη σε έργα των οποίων έχουν λήξει τα πνευματικά δικαιώματα είναι πολύ περιορισμένες, ενόψει των συνταγματικών δικαιωμάτων για πρόσβαση και χρήση των έργων του δημόσιου τομέα. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη κι αν το Αρχείο Καβάφη είναι "συλλογή" ή "βάση δεδομένων", τίποτε δεν απαγορεύει σε κάποιον ενδιαφερόμενο να δημοσιεύσει ανθολογία με τα έργα του Καβάφη χωρίς την άδεια του Ιδρύματος ή σε κάποιον άλλο να φτιάξει μια άλλη βάση δεδομένων με το έργο του Καβάφη, με διαφορετική διάρθρωση απο αυτήν του Αρχείου και της Ιστοσελίδας του. Περιορισμοί μπορεί να υπάρχουν όμως στην χρήση αυτών καθαυτών των αντιγράφων από χειρόγραφα, αυτόγραφα κ.τ.λ. που συγκροτούν μέρος του Αρχείου Καβάφη και του οποίου η επαναχρησιμοποίηση ή εξαγωγή, αν θεωρηθεί ότι όντως αυτό αποτελεί βάση δεδομένων, τελεί υπό τους ανωτέρω περιορισμούς, χωρίς να απαγορεύεται και για μεμονωμένα έργα ή έναν εύλογο αριθμό έργων.

Το ζήτημα είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον και σύνθετο νομικά και η συμβολή αυτή περιλαμβάνει κάποιες πρώτες καλόπιστες σκέψεις, χωρίς να διεκδικεί κάποιο αλάθητο.

Πέμπτη, Απριλίου 06, 2017

To Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για την αλλαγή εγγράφων τρανς ατόμων

Μια σημαντική απόφαση δημοσιεύθηκε σήμερα από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για τα δικαιώματα που αφορούν την ταυτότητα φύλου των διεμφυλικών ατόμων, με πιθανές προεκτάσεις και για τα non-binary και gender fluid άτομα. Στην υπόθεση A.P., Garçon και Nicot κατά Γαλλίας, το ΕΔΔΑ έκρινε με έξι ψήφους έναντι μίας ότι παραβιάστηκε το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής) λόγω της προϋπόθεσης να αποδείξουν την "μη αναστρέψιμη" φύση της μεταβολής της εμφάνισής τους. Κατά πλειοψηφία κρίθηκε όμως ότι δεν είναι παραβίαση του άρθρου 8 να πρέπει να αποδειχθεί ότι όντως υπάρχει "δυσφορία φύλου" (gender idendity disorder) και της υποχρέωσης για ιατρική εξέταση. 
Η υπόθεση αφορά τρεις τρανς στην Γαλλία που ήθελαν να μεταβάλουν τα πιστοποιητικά γέννησής τους ως προς το φύλο και τα κύρια ονόματά τους, δυνατότητες που δεν τους έδωσαν τα εθνικά δικαστήρια στην Γαλλία. Οι προσφεύγουσες ισχυρίστηκαν ότι οι γαλλικές αρχές παραβίασαν τα δικαιώματά τους για σεβασμό της ιδιωτικής τους ζωής θέτοντας ως προϋπόθεση για την αλλαγή των στοιχείων την υποβολή σε επέμβαση που περιλαμβάνει μεγάλη πιθανότητα στείρωσης. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ιδίως ότι θέτοντας μια τέτοια προϋπόθεση (στείρωση) συνιστά παραβίαση του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου. 
Αποδεικνύεται λοιπόν για άλλη μια φορά πόσο μπροστά είναι τα Ελληνικά δικαστήρια που από πέρσι είχαν καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα, επιτρέποντας στα τρανς άτομα να αλλάζουν τα στοιχεία τους χωρίς να χρειάζεται να έχουν υποβληθεί σε διαδικασίες στείρωσης. Αναμφίβολα μείζων απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που επιβεβαιώνει και την ελληνική νομολογία επί του θέματος.

Σάββατο, Απριλίου 01, 2017

Στις καλένδες η νομική αναγνώρισης της ταυτότητας φύλου



Εδώ μπορείτε να παρακολουθήσετε την χθεσινή εκδήλωση για την ορατήτητα των διεμφυλικών ανθρώπων. 
Η Marina Galanou, εμπειρογνώμονας του Συμβουλίου της Ευρώπης και πρόεδρος Σ.Υ.Δ., στην ομιλία της στηλίτευσε την τρανσφοβική "Καθημερινή" με τη γνωστή λεζάντα που ανέβασε αποκαλώντας άνδρες δυο γνωστές αμερικανίδες τρανς (η Καθημερινή ουδέποτε δημοσίευσε την επιστολή διαμαρτυρίας του Σωματείου Υποστήριξης Διεμφυλικών), αλλά και τον βουλευτή που αναρωτήθηκε αν μπορεί ένα τρανς άτομο να είναι εκπαιδευτικός.
Η κ. Γαλανού εξηγεί για ποιο λόγο χρειάζεται η νομοθέτηση της νομικής αναγνώρισης της ταυτότητας φύλου, σύμφωνα με την σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης. Υπογραμμίζει ότι μέχρι τώρα το νομοσχεδιο που ετοίμασε πέρσι νομοπαρασκευαστική επιτροή δεν έχει δοθεί στην δημοσιότητα. Αναφέρει επίσης ότι ως σωματείο απευθύνθηκαν στην ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, η οποία δεν δέχθηκε να συναντηθεί μαζί τους για το θέμα του νομοσχεδίου! Η Μαρίνα αναφέρεται στις 6 δικαστικές αποφάσεις που αποδέχονται την μεταβολή φύλου στο ληξιαρχείο, χωρίς να έχουν πραγματοποιηθεί χειρουργικές επεμβάσεις στα άτομα και επισημαίνει ότι η Πολιτεία πρέπει να αποκρυσταλλώσει την κατάκτηση αυτή, ει δυνατόν σε αποδικαστηριοποιημένη διαδικασία. Επισημαίνει επισης ότι στον Ν.4443/2016 για την άρση διακρίσεων λόγω ταυτότητας φύλου δεν υπάρχει εφαρμογή των διατάξεων στον τομέα της υγείας και της στέγασης! Στηλίτευσε επίσης την κρίση κάποιου πρώην γενικου γραμματέα που είχε θεωρήσει μαξιμαλιστικά τα αιτήματα των ακτιβιστών.
Οι εκπρόσωποι του ΚΕ.Θ.Ι. ανακοίνωσαν ότι ξεκινούν ενα πρόγραμμα με τίτλο «Πρόληψη και Καταπολέμηση του σεξισμού και των διακρίσεων σε θέματα ταυτότητας φύλου». Βλ. περισσότερα εδώ: https://kethi.gr/prog…/πρόληψη-και-καταπολέμηση-του-σεξισμο/
Η κ. Maria Yannakaki, Γ.Γ.Ανθρώπινων Δικαιωμάτων ανέφερε ότι το νομοσχέδιο θα αφορά και τα μεσοφυλικά (intersex) παιδιά. Το νομοσχέδιο βρίσκεται στο γραφείο του Υπουργού Δικαιοσύνης απο τον Δεκέμβριο του 2016. Η κυρία Γιαννακάκη έθεσε επίσης το θέμα της στρατολογίας για τους διεμφυλικούς άνδρες (από θήλυ σε άρρεν), λέγοντας "Έχει σκεφτεί κανένας ότι αύριο ένας τρελός υπουργός Άμυνας μπορεί να τους καλέσει βάσει του Συντάγματος να υπηρετήσουν την πατρίδα;" (Βέβαια αυτό το θέμα έχει επιλυθεί ήδη από τον κανονισμό κατάταξης ικανότητας, ο οποίος περιλαμβάνει και την "διαταραχή φύλου", λόγω της οποίας νομίμως απαλλάσσεται ως Ι5 κάθε διεμφυλικό άτομο από τις υποχρεώσεις του.) Περαιτέρω, για την διαδικασία που θα έρθει με το νέο νομοθέτημα, η γενική γραμματέας αναφέρει ότι θα ακολουθηθεί η εκούσια δικαιοδοσία στο Ειρηνοδικείο, αλλά κεκλεισμένων των θυρών. Αυτό υποθέτω θα αποτελεί ρύθμιση, διότι αυτή τη στιγμή η Εκούσια Δικαιοδοσία γίνεται με πλήρη δημοσιότητα (εκτός από τις διατάξεις που αφορούν τα σωματεία και τα κληρονομητήρια που βγαίνουν με κατάθεση φακέλου). Ανέφερε επίσης ότι θα αλλάζουν και οι τίτλοι σπουδών, παρά τις αντιρρήσεις από την σύνοδο των πρυτάνεων που είπαν ότι οι τίτλοι εκδίδονται άπαξ. Η κ. Γιαννακάκη επιμένει ότι κάθε λάθος στο ληξιαρχείο για τον κάθε Έλληνα πολίτη τον υποχρεώνει να περάσει από την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Αυτό δεν είναι απολύτως ακριβές: τα εκ παραδρομής σφάλματα διορθώνονται και με απλή εισαγγελική παραγγελία. To άρθρο 13 του Ν.344/1976 με τίτλο "Διόρθωση ληξιαρχικής πράξης" ορίζει ως εξής: 
Αρθρον 13.
1. Προς διόρθωσιν ληξιαρχικής πράξεως απαιτείται τελεσίδικος δικαστική απόφασις.
2. Σφάλματα, προφανώς εκ παραδρομής, παρεισφρήσαντα εις ληξιαρχικήν πράξιν, μη αφορώντα δε εις τον τόπον, ημέραν, μήνα, έτος και ώραν τελέσεως του εις την πράξιν βεβαιουμένου γεγονότος, δύνανται να διορθωθούν επίσης και αδεία του Εισαγγελέως Πρωτοδικών ή, όπου δεν εδρεύει Εισαγγελεύς, του Ειρηνοδίκου, εκδιδομένη μετά έρευναν και εξακρίβωσιν των πραγματικών στοιχείων, επί τη αιτήσει παντός έχοντος έννομον συμφέρον.
3. Σφάλματα, προφανώς εκ παραδρομής, παρεισφρήσαντα εις ληξιαρχικήν πράξιν, αφορώντα δε εις τον τονισμόν ή τους γραμματικούς και φθογγολογικούς κανόνας των εις αυτήν στοιχείων, δύνανται επίσης να διορθωθούν και άνευ αδείας του Εισαγγελέως Πρωτοδικών ή του Ειρηνοδίκου, υπό του αρμοδίου ληξιάρχου, μετά προηγούμενον υπ` αυτού έρευναν και εξακρίβωσιν των πραγματικών στοιχείων, επί τη αιτήσει
παντός έχοντος έννομον συμφέρον."
Εκτός όμως από αυτό, υπάρχει και ο "Καλλικράτης" που δίνει στους Δημάρχους την αρμοδιότητα για μεταβολή του επωνύμου ονόματος. Αρχικά η αρμοδιότητα ανήκε στους Νομάρχες. Σε επίπεδο κοινής νομοθεσίας, το ζήτημα ρυθμίζεται από το μόνο άρθρο του ν.δ. 2573/1953 (ΦΕΚ 241 Α' “Αλλαγή επωνύμου και πρόσληψη επωνύμου, πατρωνύμου, μητρωνύμου”, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με την παρ. 9 του άρθρου 9 του Ν.2307/1995 (113 Α'), σε συνδυασμό με τα οριζόμενα στις διατάξεις της παρ. 1Α του άρθρου 282 του Ν.3851/2010 (Πρόγραμμα “Καλλικράτης”). Με το άρθρο 94 παρ. 6 του ν.3852/2010 που τροποποίησε το άρθρο 75 παρ. 2 του
Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, η αρμοδιότητα της πρόσληψης και αλλαγής επωνύμουμεταφέρθηκε στους Δήμους. Το εν λόγω μόνο άρθρο έχει ως εξής:
“1. Η πρόσληψη και α λ λ α γ ή ε π ω ν ύ μ ο υ, καθώς και η πρόσληψη πατρώνυμου και μητρωνύμου σε παιδιά γεννηθέντα χωρίς νόμιμο γάμο των γονέων τους ή αγνώστων γονέων γίνεται μ ε α π ό φ α σ η τ ο υ Ν ο μ ά ρ χ η (από το 2011 και μετά: του Δημάρχου). Επίσης, η προσθήκη στοιχείων που λείπουν στις εγγραφές στα μητρώα αρρένων ή στα δημοτολόγια, καθώς και η διόρθωση αυτών, εκτός της ηλικίας, για την οποία προβλέπουν ειδικές διατάξεις, γίνεται, ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων ή αυτεπάγγελτα, με απόφαση του Νομάρχη.
2. Προκειμένου περί: α) ελλήνων του εξωτερικού, β) ομογενών αλλοδαπών που αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια και γ) παλιννοστούντων ομογενών που έχουν την ελληνική ιθαγένεια, ο Νομάρχης, προς το σκοπό ε ξ ε λ λ η ν ι σ μ ο ύ του ονοματεπωνύμου τους, μπορεί να αποφασίσει κατά τη διαδικασία της προηγούμενης παραγράφου την αλλαγή, τόσο του επωνύμου, όσο κ α ι τ ο υ κ ύ ρ ι ο υ ονόματος.
Οι ανωτέρω αποφάσεις του Νομάρχη κοινοποιούνται στον αρμόδιο δήμο ή κοινότητα και Στρατολογικό Γραφείο.
3. Με αποφάσεις του Υπουργού Εσωτερικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορούν να καθορίζονται λεπτομέρειες για τις προϋποθέσεις και τον τρόπο πρόσληψης και αλλαγής επωνύμου και πρόσληψης πατρώνυμου και μητρωνύμου.”
Κατ ́εξουσιοδότηση της παραγράφου 3 του άρθρου μόνου του ν.δ. 2573/1953, εκδόθηκε η απόφαση του Υφυπουργού Εσωτερικών υπ' αρ. Φ.42301/1267/28.6.1995 (ΦΕΚ Β' 608), η οποία ειδικώς για το θέμα της αλλαγής επωνύμου διαλαμβάνει τα εξής:
«1. Για την α λ λ α γ ή ε π ω ν ύ μ ο υ υποβάλλεται στο νομάρχη [σ.σ. δήμαρχο] αίτηση του ενδιαφερόμενου ή των γονέων του ή του γονέα που ασκεί τη γονική μέριμνα ή του επιτρόπου, στην οποία πρέπει να ορίζεται λεπτομερώς ο σκοπός για τον οποίο επιδιώκεται η μεταβολή και να δηλώνεται το επώνυμο του οποίου ζητείται η πρόσληψη. Η αίτηση αυτή απευθύνεται στο νομάρχη, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται ο δήμος ή η κοινότητα, στο μητρώο αρρένων ή το δημοτολόγιο του οποίου είναι γραμμένος ο ενδιαφερόμενος. Η ανωτέρω αίτηση πρέπει να συνοδεύεται και με τα ακόλουθα δικαιολογητικά: [...]" 
Η "Διαύγεια" είναι γεμάτη με αποφάσεις δημάρχων που μεταβάλλουν επώνυμα, χωρίς δικαστική διαδικασία. Επομένως, υπάρχει αποδικαστηριοποιημένη διαδικασία για την διόρθωση των επωνύμων, αλλά στις περιπτώσεις εξελληνισμού και του κυρίου ονόματος. Καταρρίπτεται λοιπόν το επιχείρημα ότι κάθε Έλληνας πολίτης για να διορθώσει ληξιαρχικά στοιχεία πρέπει να κάνει δικαστήριο: υπάρχει ο Εισαγγελέας για τα σφάλματα, υπάρχει ο Δήμαρχος για τα επωνυμα και τα εξελληνισμένα κύρια ονόματα
Για τους διεμφυλικούς, λοιπόν, γιατί να πρέπει να είναι αποκλειστικά δικαστηριοποιημένη η διαδικασία;
Σύμφωνα με την κ. Γιαννακάκη, στο νομοσχέδιο θα ορίζεται ότι εάν ένα έγγαμο άτομο μεταβάλει το φύλο του θα πρέπει να μετατραπεί ο γάμος σε σύμφωνο συμβίωσης. Τα πιστοποιητικά γέννησης των παιδιών δεν θα διορθώνονται (δηλαδή, τα στοιχεία των γονιών θα παραμένουν στις ληξιαρχικές πράξεις γέννησης στο φύλο που είναι ο γονέας κατά την γέννησης του τέκνου). 
Ο κ. Vassilis Chirdaris, δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω, είπε ότι είναι ντροπή που το κράτος αρνείται την εμβάθυνση της σχέσης, με τον γάμο. Αναφέρθηκε στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των Η.Π.Α. που έκρινε ότι δεν μπορεί κανείς να απαγορεύσει σε 2 άτομα να παντρεύονται. Ο κ. Χειρδάρης είπε ότι δεν ξέρει αν το νομοσχέδιο για την ταυτότητα φύλου θα περάσει. Όμως, παρατήρησε ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει συντηρητικοποιηθεί. Στο σημείο που ο κ. Χειρδάρης αναφέρεται στην νομολογία του Ειρηνοδικείου Αθηνών υπάρχει μοντάζ στο βίντεο και δεν ξέρω τι έχει πει, αν και άκουσα θετικά σχόλιά του. Ο κ. Χειρδάρης τόνισε ότι ο νομοθέτης δεν έχει υποχρέωση να "σεβαστεί" την έννομη τάξη, αλλά μπορεί να την αλλάξει.
Πολύ σημαντική ήταν η παρέμβαση της κ. Αποστολοπούλου (δειτε στο 2:13) που δήλωσε ότι πραγματοποίησε φυλομετάβαση πριν 57 χρόνια, οπότε και άλλαξε τα χαρτιά της. Είπε λοιπόν οτι μέσα στα χρόνια είδε ανθρώπους που είναι παντρεμένοι με παιδιά και, μετά τις φυλομεταβάσεις, παρέμειναν παντρεμένοι! "Θυμάμαι μια περίπτωση τρανς γυναίκας που έζησε με την γυναίκα της και τα 2 κορίτσια της μέχρι το τέλος της ζωής τους και δεν είχαν κανένα πρόβλημα". Αυτό είναι ένα πολύ σοβαρό επιχείρημα: αυτή την στιγμή, όταν ένα παντρεμένο άτομο αλλάξει ληξιαρχικά το φύλο του Ο ΓΑΜΟΣ ΔΕΝ ΛΥΕΤΑΙ ΑΥΤΟΔΙΚΑΙΩΣ. Εξακολουθεί και υπάρχει! Παρ' όλο λοιπον που το νομικό σύστημα δεν προβλέπει ρητά την δυνατότητα γάμου ομοφύλων, ανέχεται την περίπτωση της εξαίρεσης: δεν λύεται ο γάμος όταν ένας από τους συζύγους αλλάξει φύλο. Δεν το απαγορεύει η έννομη τάξη αυτή. Επομένως, ένα νομοθέτημα για την νομική αναγνώριση φύλου που θα προσθέτει και την αυτοδίκαιη λύση του γάμου θα είναι ένα νομοθέτημα που δεν θα βελτιώνει το στάτους του γάμου διεμφυλικών, αλλά θα το χειροτερεύει σε σχέση με το σήμερα ισχύον. Δεν υπάρχει απολύτως κανένας νομικός λόγος που επιβάλλει στον νομοθέτη να επιβάλλει την αυτοδίκαιη λύση ενός προϋφιστάμενου γάμου.

Πέμπτη, Μαρτίου 30, 2017

H Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων για δημοσίευση emails δικαστικών λειτουργών

Σήμερα δημοσιεύθηκε η πρώτη μεγάλη απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα υπό την νέα σύνθεσή της, όπως η σύνθεση αυτή καθορίστηκε από την Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής το καλοκαίρι. Πρόκειται για αυτεπάγγελτη παρέμβαση της Αρχής για την δημοσιοποίηση σε εφημερίδες και ιστοσελίδες emails ενός Αντιπροέδρου του ΣτΕ με μια δικαστική λειτουργό, στο "φόντο" της επικείμενης τότε Ολομέλειας του ΣτΕ για το θέμα του νόμου Παππά περί αδειοδότησης των τηλεοπτικών σταθμών (Απόφαση 41/2017)
1. Η απόφαση είναι εκτενής και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα ΜΜΕ που δημοσιοποίησαν τις πληροφορίες παραβίασαν την ιδιωτική ζωή του Αντιπροέδρου - μια πρώτη ένστασή μου είναι ότι όλη η απόφαση εστιάζει στα προσωπικά δεδομένα του Αντιπροέδρου του ΣτΕ, ενώ υπάρχει και έτερο μέρος: η δικαστής με την οποία συνομιλεί ο Αντιπρόεδρος! Τα δικά της προσωπικά δεδομένα δεν παραβιάστηκαν;
2. Έπειτα η απόφαση είναι ξεκάθαρο ότι κρίνει το περιεχόμενο μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, δηλαδή το περιεχόμενο του απορρήτου των επικοινωνιών. Αυτό όμως αποτελεί "ύλη" που εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ) χωρίς να σημαίνει ότι δεν υπάρχει αλληλεπικάλυψη και με αρμοδιότητες της Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Οι δύο αυτές ανεξάρτητες αρχές πρέπει να συγχωνευθούν για να μην δημιουργούνται τέτοιες αλληλεπικαλύψεις και αμφιβολίες.
3. Παρ' όλο που η Αρχή έκρινε ότι δημοσιοποιήθηκαν παρανόμως ευαίσθητα δεδομένα (ερωτική ζωή), περιορίζεται να απευθύνει ... σύσταση στα ΜΜΕ! Αυτό συμβαίνει μάλλον για πρώτη φορά στην "νομολογία" της Αρχής: οι παράνομες δημοσιοποιήσεις ευαίσθητων δεδομένων σε ΜΜΕ στο παρελθόν έχουν οδηγήσει πάντοτε σε επιβολή προστίμων (ίσως όχι πάντοτε για την "πρώτη" μετάδοση για την οποία υπάρχει και εύλογο ενδιαφέρον του κοινού, βλ. αποφάσεις ΑΠΔΠΧ 24-26/2005, σίγουρα όμως για τις καταχρηστικές και κερδοσκοπικές επαναλήψεις). Η επιείκεια με την οποία αντιμετώπισε η Αρχή την συγκεκριμένη παραβίαση προσωπικών δεδομένων, χωρίς να υπάρχει και κανένα ιδιαίτερο δικαιολογημένο ή εύλογο ενδιαφέρον του κοινού για την ερωτική ζωή δύο δικαστικών δημιουργεί ερωτηματικά, σε όσους παρακολουθούμε στενά την νομολογία της.

Κυριακή, Μαρτίου 12, 2017

To Eυρωπαϊκό Δικαστήριο αθωώνει μπλογκ για ανώνυμο υβριστικό σχόλιο

Με την απόφαση Pihl κατά Σουηδίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ασχολείται για τρίτη φορά με το ποιος έχει την ευθύνη για σχόλια που αναρτούν ανώνυμοι χρήστες του Διαδικτύου. Είχε προηγηθεί η απόφαση  Delfi SA κατά Εσθονίας, στην οποία το ΕΔΔΑ έκρινε ότι παρά τα φίλτρα και τα μέτρα που είχε πάρει η ιστοσελίδα, είχε όντως ευθύνη λόγω της βαρύτητας των σχολίων (μισαλλόδοξος λόγος και προτροπή σε βίαιες πράξεις). Ακολούθησε πέρσι η απόφαση MTZ και Index.hu κατά Ουγγαρίας, στην οποία το ΕΔΔΑ επανέλαβε ότι ευθύνη της ιστοσελίδας υπάρχει αν τα σχόλια συνδέονται με βαριά αδικήματα όπως ρατσιστικός λόγος και προτροπή σε βία, αθωώνοντας έτσι σε αυτή την υπόθεση την ιστοσελίδα γιατί τα σχόλια ήταν απλώς υβριστικά.

Στην τρίτη υπόθεση που δημοσιοποιήθηκε την 9.3.2017, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έπρεπε να κρίνει ένα ανώνυμο σχόλιο που χαρακτήριζε κάποιον άλλον "πρεζάκι", κάτω από ένα πόστ που του απέδιδε ψευδώς ότι ανήκε σε ένα νεοναζιστικό κόμμα. Ο προσφεύγων είχε κάνει μήνυση εναντίον του φορέα που διαχειριζόταν το μπλόγκ και όχι φυσικά εναντίον του σχολιαστή, ο οποίος ήταν ανώνυμος. Είχε χάσει την δίκη στην Σουηδία, καθώς τα εσωτερικά δικαστήρια δεν αναγνώρισαν ευθύνη του μπλογκ, το οποίο είχε κατεβάσει το σχόλιο όταν ειδοποιήθηκε από τον προσφεύγοντα και συγκεκριμένα την επόμενη κι όλας μέρα από την λήψη του e-mail. Όμως, το σχολιο είχε παραμείνει συνολικά για 9 μέρες ανεβασμένο στο ιστολόγιο. 

Τα κριτήρια που χρησιμοποίησε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ήταν βεβαίως η φύση του σχολίου, το οποίο ήταν απλά δυσφημηστικό κι όχι ρατσιστικό ή προτρεπτικό σε βία. Έπειτα έλαβε υπόψη ότι το μπλογκ κατέβασε το σχόλιο όταν ειδοποιήθηκε και ανάρτησε μια συγγνώμη. Στο επιχείρημα του προσφεύγοντα ότι πάντως το σχόλιο ήταν εντοπίσιμο από τις μηχανές αναζήτησης παρά την αφαίρεσή του, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο υπενθύμισε ότι με βάση την απόφαση Google & Google Spain του Δικαστηρίου της Ε.Ε. καθένας μπορεί να ζητήσει  από τις μηχανές αναζήτησης να μπλοκάρουν την πρόσβαση σε ιστοσελίδες που τους θίγουν παράνομα. Εκείνο όμως που βάρυνε ιδιαιτέρως στην απόφαση του ΕΔΔΑ είναι ότι επρόκειτο για ένα μικρό ιστολόγιο, με χαμηλή επισκεψιμότητα και το διαχειριζόταν ένα μη κερδοσκοπικό σωματείο. 


Πέμπτη, Μαρτίου 02, 2017

Δικαστική μεταβολή στοιχείων από άρρεν σε θήλυ χωρίς χειρουργείο

Ένα ακόμη βήμα για την νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου. Με σημερινή απόφαση το δικαστήριο δέχτηκε την μεταβολή στοιχείων ατόμου από άρρεν σε θήλυ, χωρίς χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης των ανδρικών αναπαραγωγικών οργάνων!
Πρόκειται για την πρώτη απόφαση στα Ελληνικά δικαστικά χρονικά που δέχεται τη συγκεκριμένη μεταβολή ληξιαρχικών στοιχείων και το σκεπτικό της βασίζεται στις δύο προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις του 2016 που αφορούσαν την αντίστροφη μεταβολή:
(α) την απόφαση 418/2016 (αναγνώριση μεταβολής στοιχείων από θήλυ σε άρρεν χωρίς αφαίρεση αναπαραγωγικών οργάνων, αλλά κατόπιν μαστεκτομής και ορμονοθεραπείας) και
(β) την απόφαση 1572/2016 (αναγνώριση μεταβολής στοιχείων από θήλυ σε άρρεν χωρίς μαστεκτομή, χωρίς αφαίρεση γυναικείων αναπαραγωγικών οργάνων και χωρίς να θέτει ως προϋπόθεση την ορμονική θεραπεία). Ανάμεσα στις δύο αποφάσεις, εκδόθηκε και μια σχετική (από θήλυ σε άρρεν) από το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, σε υπόθεση που δεν έχω χειριστεί ο ίδιος.
Στην πρώτη απόφαση του 2016 αναφερόταν στο σκεπτικό ότι η μεταβολή ισχύει και για το αντίστροφο αίτημα (από θήλυ σε άρρεν), αλλά μέχρι σήμερα δεν υπήρξε δικαστική απόφαση που να έχει εφαρμόσει αυτή την παραδοχή του σκεπτικού της 418/2016. Στην υπόθεση του 2017 (από άρρεν σε θήλυ), προσκόμισα στο δικαστήριο αυτές τις αποφάσεις - όπως και άλλα νομικά έγγραφα ευρωπαϊκών και διεθνών οργάνων- επισημαίνοντας ότι για λόγους ίσης μεταχείρισης των φύλων θα πρέπει να γίνει δεκτή η μεταβολή των στοιχείων και προς την κατεύθυνση από άρρεν σε θήλυ. Επομένως, η υπάρχουσα νομολογία του 2016 δεν ακολουθήθηκε με "αυτοματισμό", αλλά κατ΄αίτηση εφαρμογής της αρχής της ισότητας των φύλων: αφού γίνεται δεκτό από θήλυ σε άρρεν, θα πρέπει να γίνει δεκτό και από άρρεν σε θήλυ. Όπερ και εγένετο. Θεωρώ ότι αυτό το βήμα είναι ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί μέχρι σήμερα η αντίληψη ότι μπορεί να γίνει ήταν θεωρητική, ενώ τώρα αποδείχθηκε δικαστικά. Έχει επίσης ιδιαίτερη βαρύτητα και κοινωνιολογικά, καθώς στις συνθήκες που ζούμε, η αποδοχή της μεταβολής στοιχείων από θήλυ σε άρρεν είναι μάλλον ευχερέστερη από την μεταβολή στοιχείων από άρρεν σε θήλυ.
Έτσι, ολοκληρώθηκε πλέον ένα σώμα (corpus) νομολογίας που αποτελείται από τέσσερις μέχρι στιγμής δικαστικές αποφάσεις,με τις οποίες αναγνωρίζεται ότι η μεταβολή στοιχείων φύλου στο ληξιαρχείο δεν προϋποθέτει την χειρουργική επέμβαση (και, σε μια περίπτωση, ούτε καν την ορμονοθεραπεία), αλλά βασίζεται αποκλειστικά στην ταυτότητα φύλου, δηλαδή στην προσωπική, ατομική, εσωτερική αλλά και εξωτερική αντίληψη που έχει το πρόσωπο για το φύλο του που μπορεί να ταυτίζεται (cis) ή και να μην ταυτίζεται (trans) με το φύλο που αποδόθηκε κατά την γέννηση. Το θέμα είναι εντελώς διαφορετικό από τον σεξουαλικό προσανατολισμό, κάτι το οποίο αντελήφθησαν και τα δικαστήρια, τα οποία αναγνωρίζουν το δικαίωμα του ατόμου να μην αυτοπροσδιορίζεται - στη συγκεκριμένη περίπτωση - ως ένας άνδρας ομοερωτικού προσανατολισμού, αλλά ως μια γυναίκα ετεροερωτικού προσανατολισμού. Χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και ομοερωτικά ή αμφιερωτικά τρανς άτομα (αλλά αυτό είναι ένα θέμα για πιθανό επόμενο βήμα της νομολογίας).
Ευχαριστώ τους ανθρώπους που με εμπιστεύθηκαν για την εκπροσώπησή τους στο δικαστήριο και για την επιμονή τους να διεκδικήσουν το ατομικό δικαίωμά τους, το οποίο έγινε σεβαστό από την Ελληνική Δικαιοσύνη.

Η προσωπικότητα δεν κληρονομείται νομικά.

 Οι κληρονόμοι πνευματικών ή συγγενικών δικαιωμάτων έχουν μόνο τις εξουσίες που τους απονέμει ο νόμος για την πνευματική ιδιοκτησία (Ν.2121/...