Πέμπτη, Νοεμβρίου 19, 2009

Ο δημόσιος λόγος είναι μορφή εξουσίας

Περνώντας στην ιστορική φάση της κοινωνίας της πληροφορίας, επιβεβαιώνεται (κι αποθεώνεται) η παραδοχή ότι ο  πολιτισμός μας έχει δομηθεί με τη δύναμη του λόγου, της έλλογης έκφρασης. Ο δημόσιος λόγος αποτελεί το κατ' εξοχήν μέσο επιβολής ισχύος από όλες τις μορφές εξουσίας: δημόσιας και ιδιωτικής. Η θεσμική κρατική βία αναζητά την θεμελίωσή της σε κείμενα, τις κανονιστικές διατάξεις, ενώ  η ιδιωτική εξουσία αναζητά την επιβολή της σε υπερ-επιχειρήσεις επιβολής απόψεων, τα μέσα ενημέρωσης. Το Διαδίκτυο έρχεται να επεκτείνει σε άκρα όρια τη δυνατότητα του δημόσιου λόγου, υλοποιώντας σε εν δυνάμει καθολικό βαθμό τις συνταγματικές εξαγγελίες για απόλαυση της ελευθερίας της έκφρασης από τον καθένα, ανεξάρτητα από τις άλλες ιδιότητές του. 

Η ελευθερία της έκφρασης έχει μια σημαντική ιδιαιτερότητα σε σχέση με τα άλλα ανθρώπινα δικαιώματα: η εξουσία που παρέχει στο άτομο ξεπερνά κατά πολύ τα "φυσικά" όρια της σωματικής μας υπόστασης. Ενώ το δικαίωμα στη ζωή, το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια, το δικαίωμα στην θρησκεία, στην ιδιωτικότητα, στη συνάθροιση, στην ιδιοκτησία, στην εργασία είναι σφαίρες γύρω από το ανθρώπινο σώμα, η ελεύθερη έκφραση είναι η ίδια μια σφαίρα που εκτοξεύεται εν δυνάμει προς κάθε κατεύθυνση. Και πολλές φορές, είναι μια σφαίρα που δεν γυρίζει πίσω. Όσα λέμε δημόσια μας ξεπερνούν όχι μόνο "σωματικά" και τοπικά, αλλά ενδεχομένως και χρονικά. Κανείς μας δεν μπορεί να υπολογίσει με ακρίβεια και να ελέγξει τις συνέπειες του δημόσιου λόγου του. 

Εκτός λοιπόν από δικαίωμα, η δημόσια έκφραση είναι και μια μορφή εξουσίας. Κι όπως η απόλυτη εξουσία δεν μπορεί να είναι ανεκτή σε μια δημοκρατική κοινωνία, αλλά πρέπει να υπάρχουν μηχανισμοί ελέγχου και περιορισμού της, έτσι και η δημόσια έκφραση πρέπει να είναι ελεύθερη αλλά όχι ανεξέλεγκτη. Αυτό αναγνωρίζουν όλοι οι νομοθέτες κατοχυρώνοντας μαζί με την ελευθερία της έκφρασης και την διατύπωση ότι το δικαίωμα αυτό "συνεπάγεται καθήκοντα και ευθύνες". Τα μεν καθήκοντα αναφέρονται στο στάδιο της εκφοράς του δημόσιου λόγου (και στην προετοιμασία του), οι δε ευθύνες αναφέρονται στις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον φορέα αυτής της εξουσίας ο δημόσιος λόγος του. 

Όταν ερχόμαστε λοιπόν στην δημόσια σφαίρα και μετέχουμε της εξουσίας που από τη φύση της ενέχει η ελεύθερη έκφραση, πρέπει να είμαστε έτοιμοι να ασκήσουμε και τα σύμφυτα καθήκοντα, αναλαμβάνοντας τις συνεπαγόμενες τυχόν ευθύνες μας. Η ένσταση που προβάλλεται συχνά είναι ότι δεν είμαστε έτοιμοι, δεν έχουμε την παιδεία και την προετοιμασία για να ανταποκριθούμε σε αυτά. Είναι μια εύλογη αντίρρηση, δεδομένου ότι ακόμη και οι "ειδικοί" φαίνεται ακόμη να ψηλαφούν την οριακή σχέση ανάμεσα στο δικαίωμα και τους περιορισμούς του. Και όλοι κάνουνν λάθη, είτε υποστηρίζοντας υπετροφικούς περιορισμούς που δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα, είτε περιφρονώντας συνολικά τα δικαιώματα των άλλων στο όνομα μιας ελευθερίας που προβάλλεται ως τα άδυτα των αδύτων της δημοκρατίας. Καλλιεργείται μια λαϊκιστική ρητορεία ότι η έκφραση είναι μια σφαίρα που δεν τραυματίζει, ένα ακίνδυνο δικαίωμα. Ένα επικίνδυνο επιχείρημα, το οποίο, γενικευμένο, μπορεί να οδηγήσει σε συνθήκες ολοκληρωτισμού. Στις οποίες φτάνουμε επίσης όταν δεν τηρούνται οι συνταγματικές διατάξεις για τον έλεγχο της δημόσιας έκφρασης. 

Η δημοκρατία όμως δεν λειτουργεί χωρίς τα θεσμικά αντίβαρα του κράτους δικαίου ("check and balances") που σχετικοποιούν τις απολυτοποιημένες εξουσίες και επιχειρούν να διασφαλίσουν μια κοινωνική ισορροπία και ένα minimum ανεκτικής συμβίωσης. Μια κοινωνία της "μηδενικής ανοχής", ακόμη κι αν αυτή εκφράζεται στο επίπεδο του δημόσιου λόγου, δεν είναι μια δίκαιη κοινωνία - κι εδώ αναφέρομαι περισσότερο στους πολίτες κι όχι στους δημόσιους λειτουργούς που κι αυτοί επικαλούνται συχνά την "ελευθερία της έκφρασής" τους, αποκρύβοντας ότι ο ρόλος τους είναι καθαρά εξουσιαστικός κι όχι "δικαιωματικός". Αποποιούμενοι της ευθύνης που έχει ο δημόσιος λόγος, απονομιμοποιούμε τη σοβαρότητα της κριτικής που μπορούμε να ασκούμε έτσι στην δημόσια εξουσία.

Οι ελεγκτικοί μηχανισμοί έχουν σαφή και συναποφασισμένο ρόλο σε μια δημοκρατία, γι' αυτό δεν πρέπει να προπηλακίζονται όταν επιτελούν την συντεταγμένη αποστολή τους. Ο έλεγχος της τήρησης των καθηκόντων και ευθυνών όσον αφορά την ελευθερία της έκφρασης δεν πρέπει να φοβίζει, εφόσον ασκείται με γνώση, διαφάνεια και σεβασμό των συναποφασισμένων διαδικασιών και  των ανθρώπινων δικαιωμάτων.  

Εφόσον μετέχουμε του δημόσιου λόγου, δεν πρέπει να φοβόμαστε a priori και την δίκαιη  δημόσια λογοδοσία. Η δημιουργική αυτοπροστασία στο Διαδίκτυο περιλαμβάνει κατά τη γνώμη μου την δημόσια αυτοδέσμευση με την διακήρυξη των καθηκόντων κι ευθυνών που αντιλαμβανόμαστε ότι διέπουν τον λόγο μας. Η λύση βρίσκεται λοιπόν στην υιοθέτηση σαφών και δίκαιων "όρων χρήσης" και το στοίχημα είναι η τήρησή τους. 



Τρίτη, Νοεμβρίου 17, 2009

H άρση του απορρήτου είναι έσχατο μέτρο, όχι πρώτο

Όσοι ασχολούμαστε με τα νομικά πέφτουμε συχνά σε μια παγίδα: λόγω της ισότητας όλων ενώπιον του νόμου και της διαμόρφωσης φορμαλιστικών και παγιωμένων διαδικασιών, συχνά θεωρούμε ότι αρκεί να ακολουθήσουμε μια ρουτίνα για να λύσουμε μια υπόθεση. Ο νόμος είναι γενικός, οι διαδικασίες είναι ίδιες, άρα αρκεί να τις εφαρμόσουμε για να επιτελέσουμε το καθήκον μας. Η παγίδα είναι ότι ο νόμος μπορεί να είναι γενικός, αλλά η κάθε υπόθεση είναι διαφορετική από τις άλλες και έχει τα δικά της χαρακτηριστικά. Τα οποία, ορισμένες φορές, μπορεί να απαιτούν άλλες διαδικασίες ή και δημιουργικό πνεύμα για την τήρηση της ουσιαστικής -κι όχι τυπικής- ισότητας. 

Πολύ συχνά όμως, η υπερφόρτωση με υποθέσεις και η πιεστική ανάγκη για γρήγορη διεκπεραίωση, μπορεί να οδηγήσει σε μηχανική αναπαραγωγή των τυπικών διαδικασιών, χωρίς εξέταση των επιμέρους στοιχείων που μπορεί να διαφοροποιούν την μια υπόθεση από την άλλη. Η κατάσταση αρχίζει να γίνεται επικίνδυνη όταν το διακύβευμα σχετίζεται  με τα ανθρώπινα δικαιώματα, η διαχείριση των οποίων επιβάλλει μια case-by-case αντιμετώπιση. Όταν μιλάμε για ανθρώπους, δεν επιτρέπεται οι διαδικασίες που θίγουν δικαιώματα να είναι βιομηχανοποιημένες.

Ο νόμος για την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών αναφέρει ότι η άρση του απορρήτου επιτρέπεται μόνο εάν η τήρηση του απορρήτου παρεμποδίζει ουσιωδώς την έρευνα μιας υπόθεσης. Είναι βέβαια θέμα ερμηνείας το τι συνιστά "ουσιώδη παρεμπόδιση" μιας έρευνας. Θυμάμαι σε ένα συνέδριο για αυτό το θέμα που είχε ανακοινωθεί ότι ένας βοσκός είχε ζητήσει άρση του απορρήτου όλων των κινητών τηλεφώνων μιας βουνοπλαγιάς, για να βρεθεί ποιος του έκλεψε ένα πρόβατο.  Για να αποκαλυφθεί ποιοι πέρασαν με τα κινητά τους από εκεί στο διάστημα 7.00-18.00 που βοσκούσε τα πρόβατα. Αντί δηλαδή να τσεκάρουν τις στάνες της πλαγιάς για να βρουν το πρόβατο, κατευθείαν άρση του απορρήτου όλων των κινητών της περιοχης! 

Πρέπει να έχουν εξαντληθεί όλες οι νόμιμες διαδικασίες έρευνας, πριν ληφθούν τεχνικά μέτρα για την διαπίστωση της ταυτότητας ενός υπόπτου. Εάν υπάρχει ηπιότερο μέσο για να διαπιστωθεί η ταυτότητα, η άρση του απορρήτου είναι περιττή κι απαγορευμένη.  Στην πράξη φαίνεται όμως ότι επικρατεί μια ανεξήγητη βεβαιότητα ότι με την άρση του απορρήτου θα οδηγηθούμε με 100% ασφάλεια -ή τέλος πάντων με μεγάλη σιγουριά- στο πρόσωπο του δράστη. Αυτή ακριβώς η πεποίθηση σχεδόν απόλυτης βεβαιότητας είναι που καθιστά μέτρα όπως η άρση του απορρήτου -αλλά και οι κάμερες και το dna- επικίνδυνα: διότι τείνουν να θεωρούνται "αμάχητα" τεκμήρια. Ενώ δεν είναι καθόλου αμάχητα: ότι περνάει μέσα από τεχνικές διαδικασίες είναι αλλοιώσιμο ή και παρερμηνεύσιμο. Ή μπορεί και να μην οδηγεί πουθενά. Η υποχρεωτική λήψη dna από κάθε ύποπτο πλημμελήματος είναι εντελώς ακατανόητη όταν αφορά λ.χ. κάποιον που έχει τελέσει το αδίκημα της εξύβρισης. Κι όμως, την προβλέπει ο Ν.3783/2009! O oποίος προβλέπει επίσης ένα άλλο αναποτελεσματικό (άρα αντισυνταγματικό) μέτρο: την υποχρεωτική επωνυμοποίηση των καρτοκινητών τηλεφώνων. Μιλάμε για νομοθεσίες που πρέπει να καταργηθούν το συντομότερο δυνατό, πριν μας οδηγήσουν σε καταδίκες από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. 

Αν ανατρέψουμε αυτή την ισορροπία (ηπιότερων μέτρων - έσχατου μέτρου), αν δηλαδή η άρση του απορρήτου γίνει το πρώτο μέτρο που επιβάλλεται στη διερεύνηση μιας υπόθεσης, τότε προφανώς έχουμε πέσει στην παγίδα που περιέγραψα στην αρχή: θα αντιμετωπίζουμε ανόμοιες καταστάσεις με ενιαίο τροπο. Αυτή η φαινομενική ίση μεταχείριση είναι προφανές ότι μπορεί να οδηγήσει σε αδικίες: γιατί να παραβιαστεί μια σφαίρα ιδιωτικότητας, όταν η έρευνα μπορεί να ολοκληρωθεί και με ηπιότερα μέσα; Το θέμα δεν είναι μόνο θεωρητικό όπως ίσως φαίνεται. Είναι και ουσιαστικό, για λόγους που υπονόησα παραπάνω: δεν αρκεί η άρση του απορρήτου, η οποία περιβάλλεται με "εγγυήσεις" τεχνικής βεβαιότητας για το αποτέλεσμα κι άρα μας απαλλάσσει δήθεν από υποχρεώσεις διασταύρωσης.  

Υπάρχουν περιπτώσεις που ακόμα και ανώνυμοι δράστες εντοπίστηκαν χωρίς άρση του απορρήτου, με συνδυασμό περισσότερων στοιχείων: δημοσιοποιημένων στοιχείων, εγγράφων, χρονικών συσχετισμών, μαρτύρων, κινήτρων, πολλά γενικότερα πλαίσια αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον που οδηγούν την έρευνα σε φυσικά πρόσωπα, χωρίς να χρειαστεί άρση του απορρήτου - η οποία δεν επιτρέπεται κι όλας για κάθε αδίκημα. Επομένως, η έρευνα του υλικού που υπάρχει πρέπει να προηγείται και μόνο εάν αποβεί άκαρπη και "παρεμποδίζεται ουσιωδώς" από το απόρρητο, θα πρέπει να διατάσσεται η άρση του απορρήτου. Εδώ θα πρέπει βέβαια να λάβουμε υπόψη, ότι όλη αυτή η έρευνα πολλές φορές είναι στην ουσία "πολυτέλεια" για υπηρεσίες που κατακλίζονται από σχετικά αιτήματα, τα οποία πρέπει να διεκπεραιώσουν άμεσα. Οπότε εδώ ανοίγει και η συζήτηση για την σχέση ποιότητας - ποσότητας, η οποία όμως έχει να κάνει με την πολιτική διαχείριση του θέματος κι όχι με το νομικό σκέλος. 

Ειδικά για το απόρρητο στο Διαδίκτυο, από το καλοκαίρι υπάρχουν δύο γνωμοδοτήσεις της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, οι οποίες φωτίζουν μια διαφορετική ερμηνεία του νόμου και του Συντάγματος από αυτή που είχε επικρατήσει μέχρι σήμερα. Καθένας μπορεί να συμφωνεί ή να διαφωνεί προσωπικά με αυτή την ερμηνεία, αλλά το βέβαιο είναι ότι η γνώμη μας δεν μετράει και τόσο πλέον, από τη στιγμή που η άποψη αυτή έχει περιβληθεί το κύρος του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στο οποίο κυριαρχικά μπορεί να αντιπαρατεθεί μόνον ένα Δικαστήριο ή και ο Νομοθέτης. 

Οι γνωμοδοτήσεις αυτές υποστηρίζουν λίγο-πολύ ότι για το Διαδίκτυο δεν χρειάζεται να ακολουθείται η διαδικασία της άρσης του απορρήτου, δηλ. η άρση δεν περιορίζεται στη διερεύνηση των κακουργημάτων του ν.2225/94, αλλά οι πάροχοι είναι υποχρεωμένοι να γνωστοποιούν στις αρχές κάθε στοιχείο που τους ζητείται. Η αιτιολογία είναι ότι δεν μπορεί το απόρρητο να καλύπτει εγκληματικές πράξεις, ακόμη κι αν αυτές δεν προβλέπονται στον κατάλογο αδικημάτων που αναφέρει ο νόμος για την άρση του. Επίσης στη δεύτερη γνωμοδότηση, το επιχείρημα είναι ότι στην έννοια της "επικοινωνίας" δεν μπορεί να περιλαμβάνονται ύβρεις κι άλλες κακές πράξεις, γιατί τότε δεν είναι "επικοινωνία" που αξίζει να προστατεύεται από το απόρρητο. Καλώς ή κακώς, αυτές είναι οι τοποθετήσεις δύο Εισαγγελέων του Αρείου Πάγου και η επίκλησή τους από οποιονδήποτε (δημόσιες αρχές ή ιδιώτες)  νομιμοποιούν την εφαρμογή τους, με την έννοια ότι όποιος τις ακολουθεί δεν παρανομεί. 

Το ερώτημα είναι αν παρανομει όποιος δεν τις ακολουθεί. Σε αυτό το ερώτημα όμως, θα πρέπει να απαντήσει ο Νομοθέτης και μάλιστα ΠΡΙΝ τον Δικαστή. Υπάρχει ένα σημαντικό ζήτημα ασφάλειας δικαίου: η αμφισβήτηση της ερμηνείας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου από σημαντική μερίδα των νομικών, σε συνδυασμό με την εντατικοποίηση της εφαρμογής των γνωμοδοτήσεων δημιουργεί τρομακτική ανασφάλεια για το τι θα πρέπει να κάνουμε όλοι όταν αντιμετωπίζουμε τέτοιες υποθέσεις. Να ζητάμε τα στοιχεία; Να τα δίνουμε όταν μας τα ζητούν; Αν τα δώσουμε θα διωχθούμε για παραβίαση απορρήτου; Αν δεν τα δώσουμε θα διωχθούμε για απείθια και υπόθαλψη εγκληματία;

Είναι πολύ σοβαρά αυτά τα ερωτηματικά, σε ένα Κράτος Δικαίου. Γι' αυτό χρειάζεται να επέμβει η νομοθετική λειτουργία, με σαφείς διατάξεις οι οποίες θα περάσουν από δημόσια διαβούλευση, αλλά και θα υποβληθούν στον δημοκρατικό έλεγχο της κοινοβουλευτικής συζήτησης στην Ολομέλεια της Βουλής (όπως επιβάλλεται για κάθε νομοθέτημα που αφορά τα ατομικά δικαιώματα), ώστε να θεσπιστεί ένας νόμος για την ελευθερία της έκφρασης και την προστασία του απορρήτου στο Διαδίκτυο

Χρειάζεται να θεσπιστεί  ένα μικρό "ψηφιακό Σύνταγμα" - πράγμα που αποτελεί αρμοδιότητα του Έλληνα νομοθέτη, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει εξουσία σε θέματα ποινικού δικαίου των κρατών μελών, κεφάλαιο στο οποίο εντάσσεται ειδικώς και το θέμα της άρσης του απορρήτου.  



Δευτέρα, Νοεμβρίου 16, 2009

Βιβλίο: η συμμετοχή της Κοινωνίας των Πολιτών στην παραγωγή κανόνων δικαίου από τη διοίκηση

H συμμετοχή της Κοινωνίας των Πολιτών
στην παραγωγή κανόνων δικαίου από τη διοίκηση

Αθανάσιος - Ευστράτιος Ψύγκας
Εκδόσεις Σάκκουλα
2009
   Σελ. 79

Η έκδοση αυτού του πολύ ενδιαφέροντος βιβλίου έρχεται σε μία περίοδο που το μεγάλο ζήτημα της δημόσιας διαβούλευσης τίθεται στην κεντρική πολιτική συζήτηση, καθώς αποτελεί στρατηγική επιλογή της νέας κυβέρνησης που αναδείχθηκε από τις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009. Το βιβλίο είχε εκδοθεί πάντως αρκετό καιρό πριν τις εκλογές και διερευνά το ζήτημα περισσότερο από τις νομικές όψεις, οι οποίες είναι βέβαιο ότι θα απασχολήσουν σύντομα και την νομική επικαιρότητα, θέτοντας επί τάπητος το μεγάλο ερώτημα: ποια είναι η νομική φύση της δημόσιας διαβούλευσης, δηλαδή ποια δεσμευτικότητα παράγει για την Διοίκηση και ποια δικαιώματα έχει ο πολίτης που συμμετέχει σε αυτήν ή θέλει να αμφισβητήσει το κύρος της.

Παρόλο που πρόκειται για ένα νομικό βιβλίο, δεν περιορίζεται καθόλου σε θεωρητικές αναζητήσεις, αλλά παρουσιάζει απτά παραδείγματα, από την εμπειρία στις ΗΠΑ, στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αλλά και στην Ελλάδα. Όπως είναι αναμενόμενο για όσους έχουν ασχοληθεί με θέματα δημόσιας διαβούλευσης, η μελέτη αυτή εστιάζει ιδίως στο ρόλο των Ανεξάρτητων Αρχών, ως forum για την διοργάνωση μιας τέτοιας διαδικασίας. Μοντέλο τέτοιας Ανεξάρτητης Αρχής αποτελεί για το βιβλίο η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), η οποια διαθέτει και δικό της Κανονισμό Δημόσιων Διαβουλεύσεων (του 2006). Στο βιβλίο λοιπόν αναλύονται οι διατάξεις αυτού του Κανονισμού και παρουσιάζεται ως case study μια περίπτωση διαβούλευσης της ΕΕΤΤ για να γίνει κατανοητή η εφαρμογή των κανόνων.

Ο συγγραφέας ξεκινάει όμως, πολύ σωστά από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, οι οποίες έχουν θεσμοθετημένη διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης για τις κανονιστικές πράξεις που εκδίδονται από διοικητικές αρχές. Αναλύεται αυτή η κατοχύρωση στην Αdiministrative Procedure Act (κάτι σαν τον δικό μας Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας) και εξηγείται πως στη διαμόρφωση των κανόνων έπαιξε ρόλο και η νομολογία αλλά και η διοικητική πρακτική. Εδώ δίνεται ένα μήνυμα προς κάθε ενδιαφερόμενη κατεύθυνση: η διαβούλευση είναι νέο έδαφος για το διοικητικό δίκαιο και τα "προηγούμενα" που καταγράφονται σε δημόσια έγγραφα και αποφάσεις αρχών θα αποτελέσουν πιθανώς και τη μαγιά για μια ενδεχόμενη γενική νομοθετική ρύθμιση του θέματος.

 Μια εμπειρική παρατήρηση του βιβλίου σχετικά με την αμερικάνικη εμπειρία μου κέντρισε το ενδιαφέρον: στην διαβούλευση της αμερικάνικης Υπηρεσίας Προστασίας Περιβάλλοντος (της περίφημης ΕΡΑ) για το θέμα των αποβλήτων το 60% των σχολίων προήλθαν από τη βιομηχανία ενώ μεμονωμένοι πολίτες υπέβαλαν μόνο το 6%. Στη μελέτη επισημαίνεται και σε άλλα σημεία ότι τελικά οι πολυεθνικές ειναι αυτές που διαθέτουν τα πιο στιβαρά νομικά τμήματα και υποβάλλουν τις πιο εμπεριστατωμένες "παρατηρήσεις" στις δημόσιες διαβουλεύσεις. Οπότε μολονότι η διαβούλευση προβάλλεται -και είναι- ένα δημοκρατικό μέσο μεγαλύτερης συμμετοχής, αν η κοινωνία των πολιτών δεν την αξιοποιήσει με τη σοβαρότητα που επιβάλλεται, πάλι οι παίκτες της αγοράς θα είναι αυτοί που θα κερδίζουν τις εντυπώσεις αλλά και τις μάχες. Οι παρατηρήσεις αυτές μου θύμισαν ένα κείμενο παρατηρήσεων που υπέβαλα στη διαβούλευση του Υπουργείου Μεταφορών και Τηλεπικοινωνιών για το θέμα των καρτοκινητών τηλεφώνων. Ήταν μια ουσιαστική ανάλυση 38 σελίδων, η οποία όχι μόνο δεν εληφθη υπόψη, αλλά ούτε καν αναρτήθηκε σε ιστοσελίδα του Υπουργείου, όπως εξάλλου και καμία άλλη από τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν. Μία από αυτές έμαθα οτι δημοσιεύθηκε μετά ως άρθρο σε νομικό περιοδικό. Δεν μπορείς να έχεις δημόσια διαβούλευση χωρίς δημόσια ανάρτηση των απαντήσεων και χωρίς εξαγωγή ενός εγγράφου με τα συμπεράσματα που εξάγει η δημόσια αρχή. Η παράβαση αυτών των υποχρεώσεων θα έπρεπε να οδηγεί ακόμη και σε ακύρωση της επιδιωκόμενης ρύθμισης.

Ο συγγραφέας του βιβλίου, αναλύοντας την εμπειρία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, διακρίνει τρία στάδια: (α) πρώτη φάση: δικαίωμα ακρόασης, (β) δεύτερη φάση: δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα και (γ) τρίτη φάση: δικαίωμα συμμετοχής της κοινωνίας των πολιτών. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι και οι 3 φάσεις εξέλιξης της θεμελίωσης μιας δημόσιας διαβούλευσης αναπτύσσονται σε προϋφιστάμενα συνταγματικά δικαιώματα (20παρ. 2 Σ., 10 παρ. 3 Σ., 10 παρ. 1 Σ.). Επίσης έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι η διαφάνεια αποτελεί μόνο το δεύτερο στάδιο εξέλιξης, χωρίς να σημαίνει δηλαδή ότι μόνη η διαφάνεια ικανοποιεί το αίτημα για συμμετοχική δημοκρατία. Διότι με μόνη την διαφάνεια, δεν έχουμε το απαιτούμενο στοιχείο της διάδρασης. Από την ανάλυση αυτή, σημειώνω μια παρατήρηση του συγγραφέα: "η αναγνώριση μιας αξίωσης συμμετοχής ως δικαιώματος δικαστικώς επιδιώξιμου είναι ιδιαιτέρως σημαντική, καθώς όπως είδαμε στο παράδειγμα των ΗΠΑ η συμβολή των δικαστηρίων στην αποτελεσματική προστασία του δικαιώματος στην πράξη και στον κανονιστικό εμπλουτισμό του υπήρξε καθοριστική". Διότι μόνο έτσι η διαβούλευση θα εξελιχθεί, από "οικειοθελή" και συνθηματολογική πολιτική πρακτική, σε ένα ουσιαστικό κεκτημένο που θα μπορεί να καλύπτει κάθε πολίτη και θα μπορεί να παράγει συγκεκριμένα θεσμικά αποτελέσματα, μετρήσιμα για την ποιότητα της Δημοκρατίας. 

Στην Ελληνική εμπειρία, ο συγγραφέας μας εκπλήσσει, παρουσιάζοντας μια πρώτη περίπτωση θεσμικής δημόσιας διαβούλευσης σε ένα νομοθετικό διάταγμα του 1923, με το οποίο προβλεπόταν η συμμετοχή των πολιτών στη διαδικασία του πολεοδομικού σχεδιασμού. Οι ενδιαφερόμενοι είχαν την δυνατότητα εντός μιας προθεσμίας να υποβάλλουν εγγράφως στο δήμο ή την κοινότητά τους τυχόν ενστάσεις, τις οποίες ο δήμος ή η κοινότητα είχαν υποχρέωση να διαβιβάσουν με γνωμοδότησή τους στο υπουργείο Συγκοινωνίας. Στη συνέχεια με το ν.947/1979 δόθηκε η δυνατότητα στους πολίτες εκτός από "ενστάσεις" να υποβάλλουνκαι τις απόψεις τους συμβάλλοντας στην σύνταξη του γενικού πολεοδομικού σχεδίου. Εδώ θα μπορούσε κάποιος να αντιλέξει, υποστηρίζοντας ότι όλα αυτά προβλεπονται ούτως ή άλλως από το δικαίωμα του αναφέρεσθαι στις αρχές (άρθρο 10 παρ. 1 Σ.) το οποίο επιτρέπει σε κάθε πολίτη να αναφέρει επίσημα τη γνώμη του σε κάθε δημόσια υπηρεσία. Πράγματι, αυτή είναι και σήμερα η συνταγματική βάση της δημόσιας διαβούλευσης, αλλά είναι τελείως διαφορετική περίπτωση η αυτόκλητη υποβολή απόψεων σε σχέση με την οργανωμένη πρόσκληση εκ μέρους της ίδιας της Διοίκησης σε κάθε ενδιαφερόμενο για τοποθέτηση σε ένα συγκεκριμένο θέμα, εντός προθεσμίας και με στόχευση την επικείμενη κανονιστική ρύθμιση. 

Η ανάλυση της περίπτωσης της ΕΕΤΤ είναι ενδεικτική για το ρόλο που θα εξακολουθήσουν να παίζουν οι μεγάλες εταιρίες, με τα οργανωμένα regulatory τμήματα των νομικών υπηρεσιών τους. Απέναντι σε αυτά, μόνο οι μεγάλες καταναλωτικές οργανώσεις (όπως στην αναλυθείσα περίπτωση η Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ) μπορούν να αρθρώσουν στιβαρό νομικό λόγο - προσωπικά ελπίζω ότι και οι bloggers αν αποφασίσουν να ασχοληθούν σοβαρά με τα θέματα που τους αφορούν και αφήσουν τις ελαφρότητες και τις τσαπατσουλιές θα μπορέσουν επίσης να αποτελέσουν μια υπολογίστιμη δύναμη. 

Το πιο ενδιαφέρον τμήμα του βιβλίου είναι το τελευταίο, στο οποίο ο συγγραφέας αναπτύσσει και μερικές πολύ ενδιαφέρουσες προτάσεις. Υποστηρίζει ότι η θεσμοθέτηση της διαδικασίας της διαβούλευσης και η δημιουργία ενός φακέλου με τις συμβολές κάθε πλευράς θα αποτελέσει κι ένα κρίσιμο υλικό που θα διευκολύνει μετέπειτα τον δικαστή που ενδέχεται να κληθεί να εξετάσει τους στόχους και τις αδυναμίες μιας κανονιστικής ρύθμισης. "Από το φάκελο αυτό θα ήταν δυνατό, για παράδειγμα να προκύψει, κατά την εξέταση της αναγκαιότητας ενός μέτρου, ότι η διοίκηση παρέβλεψε να υιοθετήσει ένα προδήλως ηπιότερο" , αναφέρει ο συγγραφέας, φωτίζοντας τον καθοριστικό ρόλο που μπορεί να έχει η εμπεριστατωμένη συμβολή της Κοινωνίας των Πολιτών σε μέτρα κατά των ατομικών ελευθεριών, όπως λ.χ. αυτό με την ονομαστικοποίηση των καρτοκινητών τηλεφώνων.  Έπειτα ο συγγραφέας θέτει το ζήτημα της εισαγωγής στον Κώδικα Διοικητικης Διαδικασίας ή σε άλλο σχετικό νομοθέτημα έν "κοινό ελάχιστο σύνολο διαδικαστικών προϋποθέσεων τις οποίες θα έπρεπε να τηρούν όλες οι διοικητικές αρχές". Είναι κάτι απολύτως απαραίτητο, προκειμένου να κατοχυρωθεί το δικαίωμα στη διαβούλευση και προκειμένου η διαβούλευση να μην επιστρατεύεται προσχηματικά και ως φύλο συκής για την "νομιμοποίηση" ειλημμένων αποφάσεων (το είχα πει κι εδώ). 


Η μελέτη του κ. Ψύγκα είναι μια εισαγωγή σε μια σειρά από θέματα που αναμένεται ότι θα τεθούν πολύ σύντομα. Είναι πολύ θετικό ότι δίνει και συγκεκριμένες απαντήσεις και προτάσεις, στις οποίες αργά ή γρήγορα θα πρέπει να ανταποκριθεί και ο νομοθέτης. Αλλά μέχρι τότε, δεν δικαιολογείται πλέον η άγνοια εκ μέρους των διοικητικών αρχών για τη θεσμική φύση της δημόσιας διαβούλευσης. Θα πρέπει να λειτουργούν, έχοντας επίγνωση ότι οι πράξεις τους αποτελούν προεργασία για το κανονιστικό πλαίσιο που αναμένεται. 

Σάββατο, Νοεμβρίου 14, 2009

Οι τρεις υποψήφιοι Πρόεδροι ΝΔ απαντούν σε θεσμικά ζητήματα

Αξίζει να διαβάσετε (εδώ) τις απαντήσεις που έδωσαν οι 3 υποψήφιοι πρόεδροι της ΝΔ σε σοβαρά θεσμικά ζητήματα που τους έθεσε η ΟΝΝΕΔ Παλαιού Φαλήρου, πηγαίνοντας το δημόσιο ενδιαφέρον κατευθείαν στην ουσία: την ιδεολογία των υποψηφίων και την αντίληψή τους για το Κράτος Δικαίου. 

Η κ. Μπακογιάννη στο ερώτημα για το αν ένα ποσοστό (λ.χ. το 1/3) των υποψήφιων βουλευτών πρέπει να αναδεικνύεται με απευθείας εκλογή από τη βάση (ή τα μέλη) του κομματος απαντά θετικά, λέγοντας ότι έχει δεσμευτεί για την εκλογή υποψήφιων βουλευτών και των εκπροσώπων της Αυτοδιοίκησης από την οργανωμένη βάση της ΝΔ.  Είναι, όμως,  κατά του ασυμβίβαστου υπουργικής - βουλευτικής ιδιότητας, χωρίς να μπορεί να γίνει κατανοητό γιατί εμμένει σε μια επιλογή που τραυματίζει την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών. Δέχεται ότι εκλογικό γερμανικό μοντέλο είναι επιθυμητό, αλλά επισημαίνει ότι απαιτεί συνταγματική αναθεώρηση. Είναι κατά της άρσης της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων. Αποφεύγει να ταχθεί υπέρ της εκλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης απο τη Βουλή, αλλά συμφωνεί με την δημιουργία Γραφείων Διαφάνειας και Προστασίας Δεδομένων σε κάθε δημόσια υπηρεσία. Ως προς το θέμα των ανθρώπινων δικαιωμάτων, η ΝΜ είναι υπέρ της εισαγωγής θετικών μέτρων για όλες τις ομάδες που υφίστανται διακρίσεις, υπέρ της ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου, υπέρ της επέκτασης του Συμφώνου Ελεύθερης Συμβίωσης σε άτομα του ίδιου φύλου και της απονομής ελληνικής ιθαγένειας στους μετανάστες β' γενιάς. Η Ντόρα Μπακογιάννη είναι επίσης κατά του Νόμου Σαρκοζί αναφέροντας ότι "τα όρια που θέτει ο συγκεκριμένος νόμος είναι πράγματι πολύ αυστηρά και μπορεί ενδεχομένως να λειτουργούν αντιπαραγωγικά". Είναι επίσης θετική στην απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων. Οι θέσεις της Ν.Μ. στα ζητήματα των ανθρώπινων δικαιωμάτων είναι οι πιο σύγχρονες και θετικές σε σχέση με τους άλλους δύο συνυποψηφίους, οι οποίοι είναι ανοικτά ομοφοβικοί. 

Ο κ. Σαμαράς αποφεύγει να απαντήσει με ένα ναι ή με ένα όχι στο θέμα της ανάδειξης υποψηφίων βουλευτών από τη βάση του κόμματος, είναι όμως υπέρ του ασυμβίβαστου υπουργικής - βουλευτικής ιδιότητας. Επιφυλάσσεται να μελετήσει το γερμανικό μοντέλο και την άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων. Είναι υπέρ του αυτοδιοίκητου της Δικαιοσύνης, υπό προϋποθέσεις και θετικός στην δημιουργία Γραφείων Διαφάνειας και Προστασίας Δεδομένων στις δημόσιες υπηρεσίες. Αποφεύγει, με απαράδεκτο τρόπο, να απαντήσει για την θέσπιση θετικών μέτρων για την εξάλειψη των διακρίσεων, αναφέροντας ότι "είναι ασαφής η έννοια της "μειονότητας" (την οποία ουδείς ανέφερε εν προκειμένω). Είναι υπέρ της ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου, αλλά κατά της επέκτασης του Συμφώνου Ελεύθερης Συμβίωσης σε άτομα του ίδιου φύλου. (Προκειμένου να έρθει το Συνταγματικό Δικαστήριο να του πει ότι είναι παραβίαση δικαιώματος η μη επέκταση του Συμφώνου). Έτσι ο κ. Σαμαράς επιβεβαιώνει την Έκθεση 2007 του Οργανισμου Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ ότι αιτίες ομοφοβίας στην Ελλάδα είναι οι πολιτικοί με τις ανοικτά ομοφοβικές και "macho" απόψεις τους. Ο κ. Σαμαράς είναι υπέρ της αναγνώρισης (υπό προϋποθέσεις) της αναγνώρισης ιθαγένειας στους μετανάστες β' γενιάς. Είναι όμως υπέρ και του Νόμου Σαρκοζί, περί διακοπής συνδέσεως Ίντερνετ για τους χρήστες που κατεβάζουν 3 φορές παρανόμως έργα! Εδώ ο κ. Σαμαράς συντάσσεται με τις πιο ακραίες περιθωριακές δεξιές απόψεις και  σαφέστατατα υπέρ της βιομηχανίας του θεάματος και κατά των χρηστών του Διαδικτύου. Επίσης είναι υπό προϋποθέσεις θετικός στην απελευθέρωση επαγγελμάτων, λέγοντας όμως "όχι για ορισμένες κατηγορίες", τις οποίες δεν διευκρινίζει. Οι απαντήσεις του κ. Σαμαρά δείχνουν σοβαρότατη περιφρόνηση για τα ανθρώπινα δικαιώματα,  και επικίνδυνα οπισθοδρομικές απόψεις για το Διαδίκτυο. Είναι ένας πολιτικός που ανήκει σαφώς στον περασμένο αιώνα. 

Ο κ. Ψωμιάδης είναι θετικός στην ανάδειξη υποψηφίων βουλευτών από το κόμμα, ακόμη και σε μεγαλύτερο ποσοστό από αυτό που ενδεικτικά περιέχεται στην ερώτηση. Είναι κι αυτός υπέρ του ασυμβίβαστου υπουργικής - βουλευτικής ιδιότητας, ενώ αντιτίθεται στο γερμανικό μοντέλο. Θετικός για την άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά με μελλοντική ισχύ για να μην δημιουργήσει κοινωνικές αναταραχές. Θετικός στην εκλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από τη Βουλή και στη δημιουργία Γραφείων Διαφάνειας και Προστασίας Δεδομένων στην δημόσια διοίκηση. Ο κ. Ψωμιάδης είναι υπέρ της  εισαγωγή θετικών μέτρων για όλες τις ομάδες που υφίστανται διακρίσεις, παίρνοντας αποστάσεις από το προφίλ του ακροδεξιού. Είναι θετικός στην ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου, αλλά η ανοχή του στις ομάδες που υφίστανται διακρίσεις δεν του επιτρέπουν να ξεπεράσει τις προκαταλήψεις του και συντάσσεται με την ομοφοβική άποψη κατά της επέκτασης του Συμφώνου Συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια. Είναι πάντος θετικός υπό προϋποθέσεις στην αναγνώριση ελληνικής ιθαγένειας στους μετανάστες β΄γενιάς. Όσον αφορά τον νόμο Σαρκοζί είναι μεν θετικός αλλα υποστηρίζει μια σημαντική δικλείδα την σαφή επισήμανση των παράνομων αρχείων "ώστε να μην πλήττεται το δικαίωμα ελεύθερης πρόσβασης στο διαδίκτυο", πράγμα το οποίο σημαίνει ότι ο κ. Ψωμιάδης έχει πιο ενημερωμένους συμβούλους από τον κ. Σαμαρά. Είναι όμως αρνητικός στην απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων, τουλάχιστον "αυτή τη στιγμή, διότι εάν δεν υπάρχουν κανόνες και σωστή διοχεύετευση των νέων παιδιών στα Πανεπιστήμια και στην αγορά εργασίας, θα οδηγηθούμε σε πληθωρισμό ακόμη και σε αυτά τα επαγγέλματα". Σε ένα βαθμό αναμενόμενες απαντήσεις για έναν εκφραστή της λαϊκής δεξιάς που πιστεύει ακόμη στον κρατισμό και διαθέτει ορισμένες κοινωνικές ευαισθησίες, οι οποίες βέβαια απέχουν πολύ από έναν λόγο υπέρ της ελευθερίας. 

Αξίζει να δώσουμε συγχαρητήρια στην ΟΝΝΕΔ Παλαιού Φαλήρου που συνέταξε αυτό το απολύτως σύγχρονο ερωτηματολόγιο, με τα θέματα που θα έπρεπε να απασχολούν την κεντρική ατζέντα του πολιτικού διαλόγου και να αποτελούν τα θεμελιώδη κριτήρια για την επιλογή των ψηφοφόρων. Στο ερωτηματολόγιο υπάρχουν κι άλλες ερωτήσεις (για την εξωτερική πολιτική και την οικονομία) και είναι θετικό ότι οι ερωτώντες επέμειναν σε απαντήσεις με ένα "ναι" ή ένα "όχι", γιατί αυτά είναι ερωτήματα στα οποία όντως οι θέσεις των υποψηφίων πρέπει να είναι ξεκάθαρες και κρυστάλλινες. Δηλαδή, για να το πω σχηματικά: ή είσαι κατά των διακρίσεων ή δεν είσαι. Οι υπεκφυγές του στυλ "ποιες είναι οι μειονότητες;" δεν είναι μόνον απαράδεκτες, αλλά δείχνουν και επικίνδυνη άγνοια για το θέμα.

Ιδίως τα θέματα ανθρώπινων δικαιωμάτων, σε μια οργανωμένη Κοινωνία των Πολιτών που θα έσπευδε να αξιολογήσει αυτές τις απαντήσεις, θα έπρεπε τελικά να είναι τα καθοριστικά για την τύχη των υποψηφίων. 


Πέμπτη, Νοεμβρίου 12, 2009

Προσλήψεις στο Δημόσιο και Ανεξάρτητες Αρχές

Το σχέδιο νόμου για τις προσλήψεις στο Δημόσιο περιλαμβάνει μια διάταξη (άρθρο 1 παρ. 2 γ) , σύμφωνα με την οποία ο διορισμός του προσωπικού των ανεξάρτητων αρχών θα διενεργείται αποκλειστικώς με διαδικασίες ΑΣΕΠ. Είναι από τις περιπτώσεις που ο στόχος της διαφάνειας μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικές στρεβλώσεις, οι οποίες αγγίζουν τα όρια της αντισυνταγματικότητας.


Η περίφημη “ανεξαρτησία” των ανεξάρτητων αρχών σημαίνει πολύ απλά ότι η εκτελεστική εξουσία δεν επιτρέπεται να ασκεί σε αυτές κανενός είδους “διοικητικό έλεγχο”. Ενώ όλα τα υπόλοιπα δημόσια όργανα υπάγονται σε μια πυραμιδωτή διαδοχή διοικητικά ελεγχόμενων που φτάνει μέχρι την κυβερνητική ηγεσία, οι νομοθέτες (συνταγματικοί και κοινοί) αποφάσισαν ότι ορισμένες διοικητικές αρχές πρέπει να εξαιρεθούν από αυτό τον έλεγχο, λόγω της ιδιάζουσας φύσης των αρμοδιοτήτων τους που δεν θα επέτρεπαν πολιτικές παρεμβάσεις της κυβερνώσας πλειοψηφίας (σε τομείς λ.χ. όπως τα  ανθρώπινα δικαιώματα, ο εξορθολογισμός της δημόσιας διοίκησης, η εποπτεία απελευθερωμένων τομέων της αγοράς). Γι' αυτό, όπως θεσμοθετήθηκε η ανεξαρτησία των δικαστών, δημιουργήθηκαν -πλάι στη Δικαιοσύνη- οι ανεξάρτητες αρχές, οι οποίες πολιτικά ελέγχονται μόνο από το Κοινοβούλιο ( το οποίο επιλέγει και τα μέλη τους με βάση την αρχή της ομοφωνίας)  και -φυσικά- οι αποφάσεις τους μπορούν να προσβληθούν δικαστικά ex post facto. 


Η συνταγματική αναγνώριση ορισμένων από τις ανεξάρτητες αρχές (ΑΠΔΠΧ, ΕΣΡ, ΑΔΑΕ, ΑΣΕΠ, ΣτΠ) επιβάλλει στον κοινό νομοθέτη να απέχει από την επιβολή κάθε μορφής διοικητικού ελέγχου στη λειτουργία αυτών των αρχών. Εάν ο κοινός νομοθέτης θεσπίσει λοιπόν μια τέτοια μορφή ελέγχου – πέρα δηλαδή από τον κοινοβουλευτικό κι από τον δικαστικό- σε αυτές τις πέντε ανεξάρτητες αρχές, η σχετική νομοθεσία θα παρεκκλίνει  της συνταγματικής επιταγής για ανεξαρτησία. Επομένως, ένας τέτοιος νόμος θα είναι αντισυνταγματικός.


Υπάρχουν όμως μερικές “περιοχές” της δράσης των ανεξάρτητων αρχών που ενδεχομένως εμπίπτουν στο πεδίο κάποιας μορφής διοικητικού ελέγχου. Για παράδειγμα, ο Ν.3094/2004 ορίζει ότι από την αρμοδιότητα του Συνηγόρου του Πολίτη εξαιρούνται οι ανεξάρτητες αρχές “ως προς την κύρια λειτουργία τους” (άρθρο 3 παρ. 2) . Αυτό σημαίνει ότι ο Συνήγορος μπορεί να εξετάσει μια αναφορά σχετική με μια ανεξάρτητη αρχή, εφόσον το επίμαχο ζήτημα δεν ανάγεται στην “κύρια λειτουργία” της ανεξάρτητης αρχής. Οπότε σε αυτό το σημείο ξεκινά η αναζήτηση περί του τι σημαίνει “κύρια λειτουργία”, αλλά και του εάν η διαμεσολαβητική αρμοδιότητα του Συνηγόρου του Πολίτη και η “έρευνα” που διεξάγει προκειμένου να επιλύσει εξωδικαστικά τις διαφορές κράτους – πολιτη, εμπίπτουν στην έννοια του “ελέγχου” που απαγορεύεται να ασκείται στις ανεξάρτητες αρχές.


Μια τέτοια “περιοχή” διοικητικού ελέγχου της δράσης των ανεξάρτητων αρχών είναι και ο διορισμός του προσωπικού τους. Υπαγόμενες στο νομικό πρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, οι ανεξάρτητες αρχές θα πρέπει να στελεχώνονται από προσωπικό που επιλέγεται μέσα από τις διαδικασίες του ΑΣΕΠ, σύμφωνα με τη σχετική συνταγματική επιταγή του άρθρου 103 παρ. 7 του Συντάγματος. Αυτό βέβαια σημαίνει ότι μία διοικητική αρχή, το ΑΣΕΠ, παρεμβαίνει σε ένα καθοριστικό ζήτημα για την αποτελεσματική λειτουργία όλων των  άλλων ανεξάρτητων αρχων: την επιλογή του προσωπικού τους! Μέχρι σήμερα, ο νομοθέτης είχε επιτύχει την εξής ισόρροπη λύση, ώστε ούτε να εκτοπίζεται  η συνταγματική αρμοδιότητα του ΑΣΕΠ, αλλά ούτε και να εξοβελίζεται η ευχέρεια της εκάστοτε ανεξάρτητης αρχής να συναποφασίζει για την επιλογή του προσωπικού της: η επιλογή γινόταν από κοινή επιτροπή αποτελούμενη από μέλη του ΑΣΕΠ και μέλη της εκάστοτε ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 4 παρ. 1 Ν.3051/2002) Είναι μια διαδικασία που σέβεται την ανεξαρτησία της κάθε αρχής, τηρώντας και την διαφάνεια που εγγυάται η συμμετοχή του ΑΣΕΠ.


Η προτεινόμενη ρύθμιση καταργεί αυτή την “συναρμοδιότητα”, μεταβιβάζοντας την επιλογή στην αποκλειστική σφαίρα ευθύνης του ΑΣΕΠ. Έτσι όμως  επηρεάζεται σοβαρά η συνταγματική ισορροπία που είχε επιτευχθεί με την προηγούμενη λύση. Το ΑΣΕΠ καθορίζει αποκλειστικά την επιλογή του προσωπικού των ανεξάρτητων αρχών, θίγοντας όμως έτσι μια ουσιαστική πτυχή της ίδια της ανεξαρτησίας τους.


Πέρα όμως από τις συνταγματικού δικαίου παρατηρήσεις, υπάρχουν και ενστάσεις που βασίζονται στην επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα των ανεξάρτητων αρχών, στοιχείο που αποτελεί εν μέρει και τον λόγο για τον οποίο δημιουργήθηκαν. Οι ανεξάρτητες αρχές δεν είναι (και δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται από το νομοθέτη) ως “άλλη μια δημόσια υπηρεσία” όπου θα προσληφθούν όσοι θα επιτύχουν σε έναν δημόσιο διαγωνισμό που διοργανώνει ένας τρίτος. Οι ανεξάρτητες αρχές ιδρύθηκαν για να αποτελέσουν ευέλικτες μονάδες του κράτους δικαίου, οι οποίες παρεμβαίνουν σε κρίσιμους τομείς (εκτός κομματικών παιχνιδιών) και χωρίς την δυσκινησία των κλασικών δημόσιων υπηρεσιών. Ιστορικά, οι πρώτες ανεξάρτητες αρχές  ήταν αποτέλεσμα γονιμοποίησης του θαυμασμού που έτρεφαν οι founding fathers των ΗΠΑ για την διάρθρωση των μεγάλων επιχειρήσεων, αλλά και την μονοκρατορική διοίκηση ορισμένων ευρωπαϊκών κρατιδίων: αποτελεσματικότητα χωρίς γραφειοκρατικες αγκυλώσεις. 


 Η προκήρυξη των θέσεων με αποκλειστικές διαδικασίες ΑΣΕΠ όμως βρισκεται στην αντίθετη κατεύθυνση: "φέρτε τα σούπερ ειδικά μεταπτυχιακά και διδακτορικά σας για να γίνετε ειδικοί επιστήμονες των ανεξάρτητων αρχών". Δεν γίνεται όμως δουλειά έτσι. Οι αρχές αυτές δεν είναι ακαδημαϊκά think tanks και το προσωπικό τους δεν χρειάζεται ούτε “γκουρού”, αλλά ούτε και ανθρώπους που προσπαθούν να βολευτούν στο Δημόσιο εξαργυρώνοντας τις εκκεντρικές σπουδές και την εξεζητημένη θεωρητική τους κατάρτιση. Το προσωπικό των ανεξάρτητων αρχών πρέπει να είναι “ράμπο”, όχι “δημόσιοι υπάλληλοι”. Πρέπει να έχει προϋπηρεσία στην πραγματική ζωή, όχι μόνο σε πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες. Οι ελληνικές ανεξάρτητες αρχές έχουν ήδη πάρα πολλούς“γκουρού”, οι οποίοι  λειτουργούν ως βαρίδια ως προς την αποτελεσματικότητα και την εξυπηρέτηση του πολίτη.  Χρειάζεται να αποκτήσουν και “ράμπο”. Το ΑΣΕΠ δεν είναι ακριβώς το κατάλληλο μέρος για να βρει κανείς αυτούς τους “ράμπο”. Τα μέλη των ανεξάρτητων αρχών, κινούμενα στα fora του τομέα τους, ξέρουν καλύτερα από οποιοδήποτε ΑΣΕΠ τα πρόσωπα που θα υπηρετήσουν καλύτερα τους επιχειρησιακούς στόχους τους. Κι αυτό δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκη λιγότερη διαφάνεια. 



Γι' αυτό η ρύθμιση της αποκλειστικής αρμοδιότητας του ΑΣΕΠ στην πρόσληψη του προσωπικού των ανεξάρτητων αρχών θα πρέπει να περιοριστεί στο μη επιχειρησιακό και το μη επιστημονικό προσωπικό τους, δηλαδή να αφορά μόνο τους κλασικά διοικητικούς υπαλλήλους (γραμματείς – κλητήρες – καθαρίστριες).  Οι υπόλοιποι πρέπει να επιλέγοναι από κοινή επιτροπή μελών ΑΣΕΠ και ανεξάρτητης αρχής. Σημειωτέον ότι η διάκριση ανάμεσα σε επιστημονικό και λοιπό προσωπικό δεν είναι αυθαίρετη, αλλά προβλέπεται και από το άρθρο 101Α του Συντάγματος.


Τρίτη, Νοεμβρίου 10, 2009

Ανθρώπινα δικαιώματα και συντηρητικό ακροατήριο

Παρατηρώ ότι ένας σταθερός αντίλογος που αναπτύσσεται από το συντηρητικό ακροατήριο είναι ότι η αξίωση για χωρισμό Κράτους – Εκκλησίας θα σημάνει τον “αποχριστιανισμό της κοινωνίας μας” ή θα αποστερήσει τους Χριστιανούς Ορθόδοξους από το δικαιωμά τους να πιστεύουν ή να δηλώνουν ελεύθερα την πίστη τους. Λίγες μέρες πριν, κάποιος είχε απαντήσει σε μια τοποθέτησή μου για την δημόσια διαβούλευση, ότι δεν χρειάζονται τέτοιες διαδικασίες, αφού η κοινωνία ούτως ή άλλως κυβερνά μέσα από τους αιρετούς εκπροσώπους της. Συγκεκριμένα, ο σχολιαστής αναφέρει: 

"Έχετε σκεφτεί μήπως ο νομικιστικού τύπου διαχωρισμός Πολιτείας-πολίτη σε ένα δημοκρατικό καθεστώς είναι ιδεολογικά παράλογος και ότι η μόνη διαφορά δημόσιας-κοινοβουλετικής διαβούλευσης είναι γραφειοκρατικού (μη ουσιαστικού) χαρακτήρα;"


Υπάρχει δηλαδή θεμελιώδης σύγχυση: ότι η κοινωνία ταυτίζεται με το Κράτος. Ότι όλοι είμαστε εξουσία, αφού είμαστε Έλληνες και ζούμε στην Ελληνική Δημοκρατία. Σύμφωνα με το ίδιο δόγμα, για να παραμείνουμε στην εξουσία θα πρέπει να καταλάβουν οι μειοψηφίες (οι μη - Έλληνες, οι μη-Χριστιανοί Ορθόδοξοι, και άλλα πολλά “μη”) ότι είναι “φιλοξενούμενες” και οφείλουν να δείχνουν σεβασμό στις επιλογές της πλειοψηφίας, η οποία απλώς τις ανέχεται. 


Αυτή η σύγχυση της ταύτισης της κοινωνίας με το Κράτος καλλιεργείται κι από πολιτικά κόμματα, κοινοβουλευτικά και εξωκοινοβουλευτικά. 


Είναι προφανές ότι απευθύνονται σε ένα κοινό, το οποίο δεν έχει διδαχθεί Στοιχεία Δημοκρατικού Πολιτεύματος και δεν έχει κάνει μια στοιχειώδη ανάγνωση του Συντάγματος. 


Το Σύνταγμα, λοιπόν, το ζήτησε ο λαός από τον βασιλέα του το 1843, ακριβώς επειδή είναι άλλο πράγμα ο λαός κι άλλο πράγμα το Κράτος. Το Σύνταγμα το ζήτησε ο λαός για να διευκρινιστεί ποιες εξουσίες έχει το Κράτος και ποια δικαιώματα έχουν οι πολίτες. Διότι είναι σαφές ότι οι εξουσίες του Κράτους – το οποίο έχει στα χέρια του όλες τις δυνατότητες επιβολής στους εξουσιαζόμενους- δεν θα βρίσκονται πάντα σε συμφωνία με τα ατομικά έννομα συμφέροντα του κάθε πολίτη. Πάρτε για παράδειγμα την απαλλοτρίωση οικοπέδων: αν ο πολίτης ταυτιζόταν με το Κράτος ή θα έπρεπε να παραχωρήσει δωρεάν το σπίτι του για να γίνει δρόμος (και να μείνει άστεγος) ή δεν θα γινόταν δημόσιο έργο στην έκταση που το απαιτούσε ο σχεδιασμός του. Με το Σύνταγμα τα συμφέροντα εξισορροπούνται: ο δικαστής ορίζει το τίμημα που το Κράτος θα καταβάλλει στον πολίτη. 


Τα ατομικά δικαιώματα είναι εξουσίες του ατόμου έναντι του Κράτους. Δεν είναι τυχαίο ότι κατοχυρώνονται μέσα από το Σύνταγμα – το οποίο δεν αλλάζει με τις κατά καιρούς πλειοψηφικές τάσεις, αλλά με δυσκίνητες και χρονοβόρες διαδικασίες που εγγυώνται την ευρύτατη συναίνεση στην μεταβολή του- κι όχι μέσα από τους κοινούς νόμους. Είναι χαζό το επιχείρημα που λέγεται: “ας κάνουμε ένα δημοψήφισμα και θα δείτε ποιοι θέλουν τους σταυρούς στα σχολεία”. Μα, δεν είναι θέμα πλειοψηφίας. Τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν αφορούν ούτε τους πολλούς, ούτε τους λίγους: αφορούν καθέναν ατομικά. Γι' αυτό τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν είναι μια υπόθεση που μπορεί να αφορά μόνο τους πολιτικούς, οι οποίοι άγονται και φέρονται από τις πρόσκαιρες πλειοψηφίες που καθορίζουν την εκλογή τους ή μη. Είναι υπόθεση που αφορά διακρατικούς νομοθέτες, χωρίς άμεσο φόβο του πολιτικού κόστους και είναι υπόθεση που αφορά δικαστές, οι οποίοι επίσης δεν είναι αιρετοί. Eίναι υπόθεση που αφορά μη κυβερνητικές οργανώσεις, την Κοινωνία των Πολιτών που δεν νοιάζεται για πολιτικό κόστος. Αυτή είναι η διαφορά του “κράτους δικαίου” από την “αρχή της πλειοψηφίας”. Και τα δύο όμως είναι συνιστώσες της δημοκρατίας. Δεν μπορούμε να έχουμε δημοκρατία μόνο με δικαιοκρατικούς θεσμούς (που δεν εκφράζουν την πλειοψηφία) αλλά  δεν μπορούμε να έχουμε δημοκρατία και μόνο με βάση τις πλειοψηφίες, διότι αυτές καταπνίγουν την ατομικότητα και την αυταξία της ανθρώπινης μονάδας. 


Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης αποτελεί ένα από τα ατομικά δικαιώματα που διασφαλίζει το Σύνταγμα της Ελλάδας ήδη από την πρώτη του έκδοση. Η ιστορική συγκυρία ήταν γνωστή: ο κορμός του λαού ανήκε στην Ορθόδοξη Εκκλησία και η ανεξιθρησκεία αποτελούσε αίτημα ήδη  έναντι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στη συνέχεια όμως, η Ορθόδοξη Εκκλησία, εκτός από  φορέας συλλογικής ενάσκησης ανθρώπινου δικαιώματος, έλαβε νομική θέση στην δημόσια ζωής της χώρας, μέσα από την κατοχύρωσή της ως φορέας του Κράτους. Έτσι έχουμε το νομικό παράδοξο ενός συλλογικού φορέα ανθρώπινου δικαιώματος, ο οποίος ταυτόχρονα αποτελεί και εξουσιαστικό παράγοντα και λειτουργικό μέτοχο δημοσίου δικαίου αρμοδιοτήτων. Έτσι η Εκκλησία απολαμβάνει τις δυνατότητες τόσο ενός κρατικού οργανισμού, όσο και ενός φορέα ανθρώπινων δικαιωμάτων. Το βέβαιο είναι ότι η Εκκλησία δεν ταυτίζεται με την κοινωνία. Διότι ακόμη και με εκκλησιαστικούς όρους, υπάρχει διάκριση ανάμεσα σε “κληρικούς” και “λαϊκούς”. Επιπλέον μέσα στην κοινωνία δεν υπάρχει μόνο το ποίμνιο της Εκκλησίας, αλλά και όλοι οι υπόλοιποι πολίτες, οι οποίοι μπορεί να είναι πιστοί άλλων δογμάτων ή θρησκειών ή να είναι άθρησκοι. 


Παρ' όλο που η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι κρατικός οργανισμός, το Κράτος έχει σίγουρα την υποχρέωση να υλοποιεί την δέσμευση του άρθρου 13 του Συντάγματος, δηλαδή να επιτρέπει σε κάθε πολίτη να πιστεύει σε όποιο θρήσκευμα επιλέγει ο ίδιος και να μετέχει στις λατρευτικές διαδικασίες κάθε γνωστής θρησκείας. Δηλαδή το Κράτος οφείλει να απέχει από την επιβολή ενός συγκεκριμένου θρησκεύματος, ακόμη κι αν αυτό έχει αναγνωριστεί ως το στατιστικά επικρατούν, ως η “επικρατούσα θρησκεία” που διαπιστώνεται στο άρθρο 3. Το συντηρητικό ακροατήριο υποστηρίζει ότι το άρθρο 3 δεν “διαπιστώνει” απλώς, έχει κανονιστικό περιεχόμενο (δηλ. επιβάλλει). Αν ίσχυε αυτό θα σήμαινε: α) ότι  το Κράτος οφείλει να διασφαλίζει εις τους αιώνες των αιώνων ότι ο Χριστιανισμός θα παραμείνει με το ζόρι η επικρατούσα θρησκεία και ότι: β) η ελευθερίας θρησκευτικής συνείδησης είναι κενό γράμμα, αφού αν πληθυσμιακά ξεφεύγουμε από την “επικρατούσα” θα πρέπει να λαμβάνονται μέτρα για να επανερχόμαστε. Δεν είναι όμως αυτό το περιεχόμενο ούτε του άρθρου 3, το οποίο διαπίστωνε μια πραγματικότητα του 1975– όπως και το άρθρο 16 παρ. 2 διαπιστώνει την “πραγματικότητα” ότι στα σχολεία φοιτούν Έλληνες και γι' αυτό πρέπει να φροντίσει το κράτος για την εθνική και θρησκευτική τους συνείδηση- ούτε του άρθρου 13. Το άρθρο 3 έρχεται να κατοχυρώσει συνταγματικά την θέση ενός συγκεκριμένου θρησκευτικού οργανισμού, επειδή ιστορικά εξέφραζε συλλογικά την κρατούσα θρησκεία. Όπως στο άρθρο 14 παρ. 9 εξαγγέλλεται η αρχή της διαφάνειας για να δικαιολογηθεί η (λάθος) ρύθμιση περί βασικού μετόχου.  Συνεπώς τα περί κρατούσας θρησκείας είναι  αιτιολογικά – διαπιστωτικά και το κανονιστικό περιεχόμενο βρίσκεται στην κατοχύρωση της Εκκλησίας ως δημόσιου οργανισμού. 


 Επομένως, το Κράτος οφείλει να διαμορφώσει ένα περιβάλλον στο οποίο θα είναι σεβαστή η ελεύθερη λατρεία κάθε θρησκεύματος και σαφώς προκειμένου να ικανοποιήσει αυτή την συνταγματική υποχρέωση, το περιβάλλον αυτό θα πρέπει να είναι διαμορφωμένο ανάλογα και με τους πληθυσμιακούς συσχετισμούς. Δηλαδή η διαμόρφωση του κατάλληλου περιβάλλοντος θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη και την έκταση των πραγματικών αναγκών. 


Αυτή η παραδοχή όμως, η οποία βασίζεται στην αρχή της αναλογικότητας, δεν μπορεί να φτάνει στην εξωλατρευτική προώθηση της επικρατούσας ή οποιασδήποτε άλλης θρησκείας στο πλαίσιο της εκπλήρωσης συνταγματικών υποχρεώσεων του Κράτους. Το ότι οι περισσότεροι που βρίσκονται στην Ελλάδα μάλλον είναι χριστιανοί δεν σημαίνει ότι θα πρέπει το Κράτος να εκλαμβάνει ως δεδομένο ότι επιθυμούν κι όλας την υπόμνηση των θρησκευτικών τους υποχρεώσεων ανά πάσα στιγμή. Η απομάκρυνση θρησκευτικών συμβόλων από αίθουσες διδασκαλίας και από δημόσιες υπηρεσίες δεν ισοδυναμεί με παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας των πιστών Χρισιτανών, οι οποίοι θα πρέπει να αναζητήσουν την ενάσκηση της λατρείας στο πλαίσιο των αφιερωμένων σε αυτήν χώρων ή και στο πλαίσιο της ιδιωτικής τους ζωής.


Το συντηρητικό ακροατήριο ισχυρίζεται ότι οι απομακρύνσεις θρησκευτικών συμβόλων από την εκπαιδευτική διαδικασία έρχεται σε αντίθεση με τη συνταγματική υποχρέωση της δημόσιας δωρεάν παιδείας  για ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης των Ελλήνων  (άρθρο 16 παρ. 2 Συντάγματος). Εκτός του ότι στις σχολικές αίθουσες της Ελλάδας δεν υπάρχουν πλέον μόνο Έλληνες (όπως γράφει το Σύναγμα του 1975), αλλά και πολίτες άλλων εθνοτικών καταγωγών και άλλων χωρών, η συνταγματική επιταγή δεν υποχρεώνει φυσικά το Κράτος να γίνει ο χριστιανικός πνευματικός πατέρας των μαθητών, ούτε η έννοια της “θρησκευτικής συνείδησης” ταυτίζεται με την ιδιότητα του καλού χριστιανού. Το Σύνταγμα σε αυτή την προγραμματικής φύσης διάταξή του,  ότι τα παιδιά πρέπει να συνειδητοποιήσουν τη σημασία που έχει το φαινόμενο της θρησκείας στην ζωή του ανθρώπου, δεν επιβάλλει ότι οι μαθητές πρέπει να καταστούν ποίμνιο. Το Σύνταγμα δεν ταυτίζει το ρόλο του σχολείου με το ρόλο της Εκκλησίας. 


Έπειτα το συντηρητικό ακροατήριο ισχυρίζεται ότι στερείται δικών του δικαιωμάτων από την απομάκρυνση των θρησκευτικών συμβόλων από τα σχολεία και τις δημόσιες υπηρεσίες. Εμμένει ότι η μειοψηφία και οι αξιώσεις της για θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους, αποστερεί από τους Χριστιανούς Ορθόδοξους ένα κεκτημένο: το χριστιανικό ιστορικό υπόβαθρο της Ελληνικής κοινωνίας και τις παραδόσεις της δημόσιας ζωής στην Ελλάδα. Υποστηρίζει ότι ως πλειοψηφία, δεν νοείται να παραβιάζονται τα δικαιώματά του επειδή το ζητούν μεμονωμένοι πολίτες ή μικρότερες θρησκευτικές ομάδες ή και τρίτοι όπως οι μη κυβερνητικές οργανώσεις. Οι διαφορετικοί έχουν υποχρέωση, σύμφωνα με την άκρα δεξιά, να ανέχονται ότι είναι φιλοξενουμενοι (ακόμη κι αν είναι γηγενείς) σε μια χριστιανική χώρα.  Είναι όμως όντως παραβίαση των δικαιωμάτων του χριστιανικού πληθυσμού η αφαίρεση των συμβόλων από τις διαδικασίες δημοσίου δικαίου; Ασκείται κάποιο ανθρώπινο  δικαίωμα μέσα από την ανάρτηση του σταυρού στα σχολεία ή στα δικαστήρια; Είναι προφανές πως, όχι. Το δικαίωμα της λατρείας ασκείται θετικά μέσα από συγκεκριμένες τελετές της γνωστής θρησκείας, μέσα από την ελευθερία της ομολογίας, την ύπαρξη ναών και υποδομών για την ενάσκηση των θρησκευτικών υποχρεώσεων κάθε ατόμου. Δεν ασκείται μέσα στα σχολεία, δεν ασκείται μέσα στα δικαστήρια. 


Αλλά ούτε η αφαίρεση των συμβόλων αποστερεί τους φορείς του δικαιώματος από την απόλαυση ενός περιβάλλοντος ανάπτυξης των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων: δεν ισοδυναμεί με γκρέμισμα ναών ή επιβολής απαγορεύσεων στην ελευθερία της έκφρασης.  Είναι αντίστοιχο με την αφαίρεση του υποχρεωτικού πεδίου για την δήλωση του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες: δεν αποτελεί δικαίωμα του καθενός το τι θα γράφει ένα δημόσιο έγγραφο. Αποτελεί ενάσκηση δημόσιας εξουσίας, η οποία αποφασίζει κυριαρχικά για το περιεχόμενό του. Ο πιστός μπορεί να ομολογήσει την πίστη του το πλαίσιο της ελευθεριας της έκφρασης και της θρησκευτικής συνείδησης, η οποία προφανώς και δεν περιλαμβάνει τα δημόσια μητρώα που πρέπει να περιέχουν κατά το δυνατό ελάχιστα δεδομένα. 


Ορισμένα μέλη του συντηρητικού ακροατηρίου το πάνε πιο πέρα: αφού τα σχολεία και  τα δικαστήρια δεν είναι τόποι θρησκευτικής λατρείας, γιατί οι μειοψηφίες ζητάνε τη αφαίρεση των συμβόλων επικαλούμενες την ελευθερίας της θρησκευτικής τους συνείδησης; Μα επειδή η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης έχει κυρίως αμυντικό περιεχόμενο: το κράτος οφείλει να διαμορφώνει ένα περιβάλλον για την ανάπτυξη όλων των θρησκευμάτων (θετικό περιεχόμενο) αλλά πιο πριν οφείλει να απέχει από την επιβολή ενός συγκεκριμένου θρησκεύματος σε διαδικασίες υποχρεωτικές για όλους τους πολίτες (αμυντικό περιεχόμενο). Η παρουσία του σταυρού στα δικαστήρια και τα σχολεία  δεν αποτελεί μεν “υποχρεωτικό εκκλησιασμό” (πρακτική που ακόμη συνεχίζεται στο στρατό), συνιστά όμως επιβολή θέασης ενός συγκεκριμένου συμβόλου με τεράστια συνειδησιακή επιρροή στους κρίνοντες ως προς την τοποθέτηση του κρινόμενου. Η σταθερά ενός συμβόλου μέσα στον χώρο, αποτελεί αναπόφευκτα μέτρο σύγκρισης συμπεριφοράς ως προς την αποδοχή ή μη αποδοχή του συμβόλου. Έτσι, ο καλός μαθητής είναι ο καλος χριστιανός και ο αξιόπιστος μάρτυρας είναι αυτός που ορκίζεται στο ιερό ευαγγέλιο όχι αυτός που το αποφεύγει, επικαλούμενος το αόριστο μέγεθος της τιμής και της υπόληψής του. Επίσης η μετάνοια ενός χριστιανού κατηγορούμενου και η προφορική ενδεχομένως επίκληση του θεού κατά την απολογία του, αυτομάτως τον τοποθετεί σε ευθυγράμμιση με το τυχόν υφιστάμενο σύμβολο. Όλα αυτά τα συνειδησιακά προβλήματα επιλύονται με μια κίνηση: με την αφαίρεσή των συμβόλων από τις υποχρεωτικές διαδικασίες και την αφαίρεση γενικά κάθε κριτηρίου το οποίο μπορεί να αποτελέσει αφορμή για διακρίσεις με βάση τις προκαταλήψεις του κρίνοντος. 


Η επιστροφή των εικόνων από τα σχολεία και τα δικαστήρια στις εκκλησίες και τα εικονοστάσια δεν συνιστά “αποχριστιανισμό” της κοινωνίας, αφού δεν αφορά την κοινωνία, αλλά το Κράτος. Δεν αφορά τους φορείς των ανθρώπινων δικαιωμάτων, αλλά την εξουσία. 



Η αποκαθήλωση αυτή είναι αναγκαία γιατί απελευθερώνει την κοινωνία από συγχύσεις και οδηγεί τους πολίτες που αναζητούν αξίες στα μέρη όπου  αυτές καλλιεργούνται: η δικαιοσύνη στα δικαστήρια, η εκπαίδευση στα σχολεία, η λατρεία στους ναούς. 


Απομάκρυνση θρησκευτικών συμβόλων από δικαστικές αίθουσες

Πριν λίγες ημέρες υποστήριξα ότι η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στην υπόθεση για την απομάκρυνση του σταυρού από τις σχολικές αίθουσες επιδέχεται γενικότερης εφαρμογής, καθώς το ΕΔΔΑ αναφέρει στην αιτιολογία του ότι η θρησκευτική ελευθερία αναπτύσσεται έναντι του Κράτους σε όλες τις διαδικασίες στις οποίες το άτομο έχει σχέση εξάρτησης, δηλαδή όταν δεν έχει επιλογή. Έτσι, η νομολογία αυτή δεν αφορά μόνο τα σχολεία, αλλά και κάθε άλλη δημόσια υπηρεσία. Η νομολογία αυτή αφορά και τις αίθουσες των δικαστηρίων.

Χθες μου δόθηκε η δυνατότητα να υποστηρίξω αυτή την άποψη σε ένα δευτεροβάθμιο δικαστήριο: μία διάδικος που δεν είναι χριστιανή μου ζήτησε να την εκπροσωπήσω στο αίτημά της για απομάκρυνση των θρησκευτικών συμβόλων, αισθανόμενη ότι η δίκαιη αντιμετώπισή της από το Δικαστήριο διακυβευόταν μεταξύ άλλων και για λόγους συνειδησιακής ετερότητας. Μικρή αλλά σημαντική λεπτομέρεια: επρόκειτο για διαδικασία διόρθωσης πρακτικών απόφασης, για την οποία είχε ήδη ζητηθεί η διόρθωση μία φορά, αλλά η απόφαση δεν είχε ακόμη διορθωθεί.
Πρέπει να σημειώσω ότι η αντίδραση του Δικαστηρίου ήταν ιδιαίτερα θετική. Ούτε απαξίωση, ούτε ξάφνιασμα, ούτε φωνές από το ακροατήριο, όπως είχα ακούσει ότι είχε συμβεί σε άλλες υποθέσεις που αφορούν την θρησκευτική ελευθερία στην Ελλάδα. Θυμάμαι σε ένα βιβλίο του ο καθηγητής μου Ν. Αλιβιζάτος ανέφερε πως όταν υπερασπίστηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας την απάλειψη του θρησκεύματος από τις ταυτότητες κάποιος από το κοινό τον πλησίασε στη δίκη και του είπε κάτι σαν "δεν είσαι Έλληνας εσυ;". Οι εφέτες μας χθες αντιμετώπισαν με την σοβαρότητα που επιβάλλεται το συγκεκριμένο αίτημα, επιφυλασσόμενοι να μελετήσουν την νομολογία που τους προσκομίσαμε όπως και έκαναν.
Η πρόταση του κ. εισαγγελέα ήταν αρνητική, με επίκληση στο άρθρο 3 και την "επικρατούσα θρησκεία". Την αντέκρουσα με ευκολία, γιατί αποτελεί κοινό τόπο σε όλα τα εγχειρίδια συνταγματικού δικαίου ότι η αναφορά του Συντάγματος σε "επικρατούσα θρησκεία" αποτελεί μια ιστορική διάπίστωση του συνταγματικού νομοθέτη του 1975 χωρίς κανένα απολύτως κανονιστικό περιεχόμενο. Κανονιστικές είναι οι υπόλοιπες διατάξεις του άρθρου 3. Εν προκειμένω εφαρμοστέο ήταν το άρθρο 13 του Συντάγματος για την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης και, φυσικά, το άρθρο 14 της ΕΣΔΑ (απαγόρευση διακρίσεων για λόγους θρησκεύματος) σε συνδυασμό με τα άρθρα 6 (δίκαιη δίκη) και το άρθρο 9 (ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης). Εκεί εστίασα και την ανάπτυξή μου.
Θυμήθηκα επίσης και εξέθεσα στο Δικαστήριο μια ενδιαφέρουσα επιχειρηματολογία: από την ανάρτηση θρησκευτικών συμβόλων στις δικαστικές αίθουσες θίγονται και οι ίδιοι οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι, οι οποίοι επιλέγουν ως τόπο θρησκευτικής λατρείας του ιερούς ναούς και πολλοί από αυτούς όταν προσέρχονται σε Δικαστήρια αρνούνται να δώσουν θρησκευτικό όρκο επειδή ακολουθούν την σχετική εντολή περί άκρως προσεκτικής χρήσης του όρκου. Συγγενικό μου πρόσωπο βαθύτατα θρησκευόμενο μου έχει εξομολογηθεί ότι θίγεται από την εικόνα της Παναγίας στο Πρωτοδικείο επειδή θεωρεί ότι δεν έχει καμία θέση ένα ιερό σύμβολο σε αίθουσες όπου εκτυλίσσονται διαδικασίες αμφιλεγόμενες κατά την χριστιανική ηθική. Υπάρχουν λοιπόν και αυτοί οι συμπολίτες μας, εκτός από τους αλλόθρησκους και τους άθρησκους, οι οποίοι σε σημαντικό βαθμό θίγονται από αυτές τις διαδικασίες.
Ανεξάρτητα από το που πιστεύει καθένας, το θρησκευτικό συναίσθημα βρίσκεται στα έγκατα της ύπαρξης και αποτελεί ένα θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα για όλους: είτε πρόκειται για αυτούς που ανήκουν στην επικρατούσα θρησκεία είτε όχι. Το γεγονός ότι υπάρχει επικρατούσα θρησκεία (η οποία εν πολλοίς ταυτίζεται με μια εξουσιαστική κατάσταση στην Ελλάδα) δεν σημαίνει ότι οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι δεν έχουν ανθρώπινο δικαίωμα να γίνεται σεβαστό το δικό τους θρήσκευμα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία πρέπει να υποστηρίξει την έκφραση του ανθρώπινου δικαιώματος που συλλογικά εκπροσωπεί σε ένα βαθμό και να αναγνωρίσει ότι ο ρόλος της δεν πρέπει και δεν μπορεί πια να είναι ο ρόλος της εξουσίας, αλλά ο ρόλος του φορέα άσκησης ενός ανθρώπινου δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 9 της ΕΣΔΑ. Όπως και όλες οι υπόλοιπες Εκκλησίες, όπως και όλες οι υπόλοιπες θρησκευτικές πεποιθήσεις που έχει κάθε άνθρωπος. Πραγματικά απορώ που η Ορθόδοξη Εκκλησία σε κάποιες περιπτώσεις αντιλαμβάνεται τα ανθρώπινα δικαιώματα ως εχθρούς, αντί να αντιληφθεί ότι βάσει του άρθρου 9 της ΕΣΔΑ προστατεύεται και η ίδια ως συλλογικότητα.
Το Δικαστήριο ύστερα από μελέτη της απόφασης Lautsi αναγνώρισε ότι πρέπει να γίνουν οι σχετικές αλλαγές, αλλά δεν πήρε βέβαια το ρίσκο να αποκαθηλώσει για 5 λεπτά που θα κρατούσε η δίκη την εικόνα του Χριστού. Αδυνατώ να αντιληφθώ το λόγο για τον οποίο το Εφετείο αρνείται να υποβάλλει σε έλεγχο συνταγματικότητας και έλεγχο συμβατότητας με την (αυξημένης τυπικής ισχύος) Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Γιατί χρειάζεται να περιμένουν οι Δικαστές τον νομοθέτη; Δεν είναι πλέον υποχρεωμένοι από το Σύνταγμα να προβαίνουν σε έλεγχο συνταγματικότητας κάθε διοικητικής πρακτικής; Κι αν όχι τότε ποιο το νόημα της αυξημένης τυπικής ισχύος του συντάγματος και του διεθνούς δικαίου;
Το Δικαστήριο υπέπεσε σε ένα απαράδεκτο ατόπημα επίσης, όπως καταγράφεται και από το ρεπορτάζ της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ. Ενώ έκανε δεκτή την εκπροσώπηση της αιτούσας από συνήγορο, στη συνέχεια αιτιολόγησε την απόρριψη του αιτήματος επί τη βάση ότι η ίδια δεν ήταν παρούσα για να υποστηρίξει το αίτημά της. Πρόκειται για ακύρωση του δικαιώματος του διαδίκου να παρίσταται τελικά με συνήγορο. Η αιτούσα σαφώς και παρίστατο δικονομικά δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου κι αλίμονο αν κάθε φορά απαιτείτο η φυσική παρουσία όποιου επικαλείται παραβίαση ανθρώπινου δικαιώματος. Αλίμονο αν έπρεπε όλοι αυτοί οι χιλιάδες κρατούμενοι που προσφεύγουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο να πρέπει να πάνε οι ίδιοι στο Στρασβούργο για να υποστηρίξουν τα δικαιώματά τους. Μια εξαιρετικά άσχημη στιγμή του Εφετείου Αθηνών.
Διαβάζω σήμερα σχόλια ιερωμένων που προκαλούν απορία. "Αρνούμαι να μου στερούν το δικαίωμα να πιστεύω και να υπερασπίζομαι αυτό που πιστεύω" αναφέρει ένας Μητροπολίτης στην Απογευματινή. Δεσμεύομαι δημόσια να αναλάβω την υπεράσπιση του συγκεκριμένου Μητροπολίτη και όποιου άλλου όντως στερηθεί το δικαίωμα του να πιστεύει και να υποστηρίζει αυτό που πιστεύει. Αλλά όπως γνωρίζουμε, ουδείς αφαίρεσε στις συγκεκριμένες υποθέσεις το δικαίωμα άλλου να πιστεύει. Τα δικαστήρια και τα σχολεία δεν είναι τόποι θρησκευτικής λατρείας. Είναι τόποι απονομής θετής Δικαιοσύνης (όχι θείας δίκης) τα μεν, και τόποι εκπαίδευσης τα δε. Το ότι τα σχολεία έχουν στην Ελλάδα συνταγματική υποχρέωση από το άρθρο 16 παρ. 2 να μεριμνούν για την θρησκευτική συνείδηση των Ελλήνων, δεν σημαίνει ότι το Σύνταγμα επιβάλλει στα σχολεία να κατηχούν τα παιδιά με βάση συγκεκριμένο δόγμα και σε κάθε περίπτωση΄θα πρέπει να γίνονται σεβαστές οι απόψεις των γονέων τους αλλά και των ίδιων των παιδιών.
Το Κράτος δεν δικαιούται να θρησκεύεται, επαναλαμβάνει ορθά ο καθηγητής μου κ. Σταθόπουλος στην Απογευματινή. Διότι το κράτος δεν είναι φορέας ανθρώπινων δικαιωμάτων, είναι ο φορέας της δημόσιας εξουσίας. Η οποία πρέπει να σέβεται τα δικαιώματα των φορέων των ανθρώπινων δικαιωμάτων.
Για την ιστορία, ούτε και πάλι διορθώθηκε η απόφαση και η υπόθεση πήρε αναβολή ως προς την ουσία της!

Δευτέρα, Νοεμβρίου 09, 2009

Επέκταση της αντιρατσιστικής νομοθεσίας στα ΛΟΑΤ άτομα

Αριστερά βλέπουμε ένα σημερινό πρωτοσέλιδο που συνοψίζει την είδηση στην διατύπωση "η πανούργα τρανσέξουαλ κατέστρεψε το παιδί μας". Τι καταλαβαίνουμε από αυτό; H είδηση λοιπόν είναι ότι η "δράστης" είναι τρανσέξουαλ - αλλιώς δεν θα απασχολούσε ούτε καν την Espresso. Διότι δεν έχουμε δει βεβαίως πρωτοσέλιδο "ετεροφυλόφιλος δολοφόνος σκότωσε τρανσέξουαλ". 

Προ μηνών ένας κρατικός λειτουργός, ο Μητροπολίτης Πειραιώς δήλωσε: "Οι συζητήσεις που γίνονται για σύμφωνο συμβίωσης ομοφυλοφίλων και άλλων τέτοιων ψυχοπαθολογικών καταστάσεων νομίζω ότι είναι τόσο παρανοϊκές που μόνο άνθρωποι που στερούνται τον κοινό νου μπορούν να τα εισηγούνται και να τα σκέπτονται. Το εξομοιώνω με το να έρθει η πολιτεία και να περιβάλει με νομικό κύρος κάθε ψυχοσωματική και ψυχοπαθολογική εκτροπή. Με αυτό το σκεπτικό θα μπορούσαν να ζητήσουν τη νομιμοποίηση του σαδομαζοχισμού, της ουρολαγνείας, της κοπρολαγνείας, της παιδοφιλίας, της νεκροφιλίας και δεν ξέρω ποιας άλλης ανισορροπίας και ψυχασθένειας, η οποία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή".

Θα μπορούσε κάποιος να απαντήσει ότι η δήλωση αυτή είναι επιστημονικά ατεκμηρίωτη, επειδή η ομοφυλοφιλία δεν αποτελεί ψυχοπαθολογική κατάσταση και έχει αφαιρεθεί εδώ και δεκαετίες από αυτή την ταξινόμηση της ιατρικής επιστήμης. Αλλά δεν το έκανε κανείς. Υπήρξε η δικαιολογημένα οργισμένη απάντηση από τον Λύο Καλοβυρνά, στην οποία ο Μητροπολίτης αντέδρασε με αγωγή προσβολής προσωπικότητας, η οποία εκδικάζεται εντός ολίγων ημερών. Διακινδυνεύνοτας μια πρόβλεψη, νομίζω ότι  Καλοβυρνάς θα κερδίσει τη δίκη, επειδή βρισκόταν σε δικαιολογημένη αγανάκτηση που ακολούθησε την ιδιαίτερα σκληρή δήλωση του Μητροπολίτη. Η δικαιολογημένη αγανάκτηση αποτελεί λόγο νόμιμης ατιμωρησίας σε περιπτώσεις εξύβρισης. [Όπως περίπου και η νόμιμη άμυνα]. Εκτός αν θεωρηθεί ότι η οργισμένη απάντηση στον Μητροπολίτη δεν αποτελούσε "άμυνα", επειδή ο Μητροπολίτης δεν επιτέθηκε προσωπικά εναντίον του Καλοβυρνά, αλλά εναντίον γενικά των ομοφυλόφιλων. Οπότε εδώ ακριβώς αρχίζει η συζήτηση για την επέκταση της αντιρατσιστικής νομοθεσίας στα ΛΟΑΤ πρόσωπα. Διότι η επέκταση της αντιρατσιστικής νομοθεσίας θα προσέφερε ασφάλεια δικαίου σε μια υπόθεση όπως αυτή: δεν θα αναζητούσαμε το αν ο Λύο υπέστη επίθεση ως μη κατονομαζόμενο μέλος μιας ομάδας, επειδή θα το έλεγε ξεκάθαρα ο νόμος. 

Υπάρχουν πολλοί που σπεύδουν να θεωρήσουν τον Μητροπολίτη Πειραιώς ως ομιλητή ενός συγκεκριμένου ποιμνίου, στο οποίο έχει κάθε δικαίωμα να απευθύνεται χρησιμοποιώντας όποιους χαρακτηρισμούς θέλει. Αυτό θα ίσχυε, εν μέρει, εάν ο μητροπολίτης Πειραιώς δεν ήταν ταυτόχρονα και δημόσιος λειτουργός: το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει νομολογήσει ότι οι δημόσιοι λειτουργοί όταν ασκούν την ελευθερία της έκφρασης έχουν καθήκον να αποφεύγουν δηλώσεις που μπορεί να οδηγήσουν τους υφισταμένους τους ή τους αποδέκτες των κηρυγμάτων τους σε πράξεις που οδηγούν σε αθέμιτες διακρίσεις. Στην υπόθεση Μπατσκόφσκι, το ΕΔΔΑ καταδίκασε την Πολωνία επειδή ο δήμαρχος έκανε ορισμένες ομοφοβικές δηλώσεις που είχαν σαν αποτέλεσμα οι δημοτικοί υπάλληλοι να απαγορεύσουν το gay pride. Διότι η ελευθερία της έκφρασης, εκτός από ανθρώπινο δικαίωμα, όταν ασκείται από κρατικούς λειτουργούς, συνιστά μορφή ενάσκησης δημόσιας εξουσίας. Και η δημόσια εξουσία δεν μπορεί να είναι απόλυτη, ανέλεγκτη ή απεριόριστη, γιατί κάτι τέτοιο δεν είναι αποδεκτό σε μια δημοκρατική κοινωνία. Απεριόριστη εξουσία = ολοκληρωτισμός.

Αλλά ακόμη κι αν δεν ήταν δημόσιος λειτουργός, η μεγάλη προβολή που είχε η συγκεκριμένη δήλωση του εν λόγω προσώπου, έχει ως αποτέλεσμα την εξουσιαστική καλλιέργεια μίσους ενάντια στον διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το μίσος δεν αποτελεί από μόνο του εγκληματική πράξη. Υπάρχουν σήμερα νέοι οι οποίοι αυτοκτονούν επειδή είναι ΛΟΑΤ ακριβώς λόγω του κλιματος που συντηρείται κυριαρχικά με τέτοιες δηλώσεις. Υπάρχουν κι άλλοι οι οποίοι βιαιοπραγούν εναντίον ΛΟΑΤ, παίρνοντας θάρρος από δηλώσεις όπως αυτές. Yπάρχουν τρανσέξουαλ στην σύγχρονη Ελλάδα που πεθαίνουν από ασιτία, επειδή κανένας θεσμός και κανένας άνθρωπος δεν θα περιθάλψει έναν ηλικιωμένο που ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Διότι αυτές οι κατηγορίες ανθρώπων υπάρχουν στην πράξη (και στον νόμο) όσο κι αν θέλουμε να πιστεύουμε ότι όλοι είμαστε ίσοι. Υπάρχουν πολλοί -πάρα πολλοί- που ξεκινούν από το -1 όσον αφορά τον σεβασμό τους ως ανθρώπων. Αυτή την παραδοχή ορισμένοι την θεωρούν ρατσιστική. Όπως η Κατερίνα Παπακώστα που είπε το καλοκαίρι στη Βουλή ότι είναι ρατσιστικό να επεκταθεί και στα ομόφυλα ζευγάρια το δικαίωμα σύναψης συμφώνου συμβίωσης επειδή δήθεν έτσι εισάγουμε διακριτική μεταχείριση! Δηλαδή ο νόμος που έρχεται να άρει μια διάκριση, αναγνωρίζοντας βέβαια ότι αυτή υφίσταται στην πράξη, θεωρείται ρατσιστικός! Πρόκειται για μια ψευτοφιλελεύθερη ρητορική ("δεν χρειαζόμαστε ειδική νομοθεσία αφού κατά το Σύνταγμα όλοι έχουμε τα ίδια δικαιώματα") η οποία δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα - και καμία σχέση με την νομική επιστήμη. 

Ας δούμε τι λέει η Έκθεση του Οργανισμού Θεμελιωδών Ελευθεριών της ΕΕ για την ομοφοβία στην Ελλάδα: 

"Toυλάχιστον 6 παράγοντες μπορούν να επισημανθούν:
α) ο κυρίαρχος ρόλος της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελληνική κοινωνία και η καθαρά ομοφοβική στάση της
β) η macho και ομοφοβική συμπεριφορά της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτικών
γ) η αρνητική παρουσίαση από τα μέσα ενημέρωσης
δ) ο ρόλος της αστυνομίας
ε) η απουσία σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης στα σχολεία και 
στ) η άρνηση όλων των κυβερνήσεων στα αιτήματα των ΛΟΑΤ για σχετική νομοθεσία"

Από αυτά, τα (α), (β) και (γ) εκδηλώνονται μέσα από τον λόγο μίσους που καλλιεργείται από την Εκκλησία και τα κηρύγματα των λειτουργών τους,  από τους πολιτικούς  με τις ομιλίες τους, από τα μέσα ενημέρωσης με τα αρνητικά στερεότυπα και τις καρικατούρες.

Η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση (ε) είναι θέμα του Υπουργείου Παιδείας και δεν μπορεί να επηρεάσει την υπόλοιπη κοινωνία, ο ρόλος της αστυνομίας (δ) είναι ένα ζήτημα εκπαίδευσης των αστυνομικών αλλά και επιβολής πειθαρχικών μέτρων σε ομοφοβικές συμπεριφορές και η νομοθεσία (στ)  είναι ένα γενικότερο θέμα που διατρέχει όλα τα παραπάνω. 

Στην ίδια Έκθεση [σελ. 22] επισημαίνεται ότι ο αντιρατσιστικός νόμος 927/1979 δεν περιλαμβάνει ως ποινικό αδίκημα την προσβολή της τιμής προσώπου ή ομάδας λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου του. Επίσης αναφέρεται ότι τα κηρύγματα μίσους δεν καταλαμβάνονται από το Ν.3304/2005 (ο οποίος περιορίζεται στην παρενόχληση σε συγκεκριμένα πεδία όπως η εργασία), αλλά και ότι η ομοφοβία δεν αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα στα αδικήματα του ποινικού κώδικα (κάτι το οποίο άλλαξε τον επόμενο χρόνο -η Έκθεση είναι του 2007- με την προσθήκη ως επιβαρυντικής περίστασης το μίσος λόγω διαφορετικού γενετήσιο προσανατολισμού του θύματος στο άρθρο 79 του Ποινικού Κώδικα).

Υπάρχει μόνο το προεδρικό διάταγμα 77/2003, το οποίο περιλαμβάνει κανόνες για τις ενημερωτικές ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές και στο οποίο περιλαμβάνεται σχετική απαγόρευση:

Άρθρο 4

Δυσμενείς διακρίσεις

1. Δεν επιτρέπεται η παρουσίαση προσώπων με τρόπο ο οποίος, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, μπορεί να ενθαρρύνει, τον εξευτελισμό, την κοινωνική απομόνωση ή τις δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος τους από μέρος του κοινού βάσει ιδίως του φύλου, της φυλής, της εθνικότητας, της γλώσσας, της θρησκείας, της ιδεολογίας, της ηλικίας, της ασθένειας ή αναπηρίας, του γενετήσιου

προσανατολισμού ή του επαγγέλματος.


2. Δεν επιτρέπεται η προβολή μειωτικών, ρατσιστικών, ξενοφοβικών ή σεξιστικών μηνυμάτων και χαρακτηρισμών καθώς και μισαλλόδοξων θέσεων και γενικά δεν πρέπει να θίγονται εθνοτικές και θρησκευτικές μειονότητες και άλλες ευάλωτες ή ανίσχυρες πληθυσμιακές ομάδες.


Ωστόσο, οι απαγορεύσεις που περιέχονται σε αυτό το προεδρικό διάταγμα οδηγούν μόνο σε κυρώσεις του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης και αφορούν μόνο τις ενημερωτικές ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές. Δεν οδηγούν σε ποινικές κυρώσεις από τα Δικαστήρια (ώστε να μπορεί κάποιος να τις επικαλεστεί ο ίδιος ενώπιον τις Δικαιοσύνης) και δεν αφορούν άλλου είδους μέσα ενημέρωσης, όπως λ.χ. τις εφημερίδες, τα περιοδικά και κάθε μεμονωμένο πολιτικό ή δημόσιο λειτουργό ή δημοσιογράφο που μπορεί να προβεί σε μια ομοφοβική δήλωση. 


Αναπτύσσεται ο αντίλογος μήπως η ποινικοποίηση του ομοφοβικού λόγου προσκρούει στην ελευθερία της έκφρασης. Ωστόσο, η ελευθερία της έκφρασης αποτελεί ένα οικουμενικό, καθολικό, ανθρώπινο δικαίωμα, το οποίο δεν κατοχυρώνεται όμως ως "ανεπιφύλακτο", δηλαδή απόλυτο (χωρίς περιορισμούς). Το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα προβλέπει ότι η ελευθερία της έκφρασης συνεπάγεται "ειδικά καθήκοντα και ευθύνες" και επιδέχεται νομοθετικούς περιορισμούς για τον σεβασμό της "υπόληψης των άλλων". 



Άρθρο 19

1. Κανείς δεν πρέπει να υπόκειται σε διακριτική μεταχείριση και να παρενοχλείται για τις απόψεις του.

2. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία της αναζήτησης, της λήψης και της μετάδοσης πληροφοριών και απόψεων κάθε είδους, ανεξαρτήτως συνόρων, προφορικά, γραπτά, σε έντυπα, σε κάθε μορφή τέχνης ή με κάθε άλλο μέσο της επιλογής του.

3. Η άσκηση των δικαιωμάτων, που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, συνεπάγεται ειδικά καθήκοντα και ευθύνες. Μπορεί, επομένως, να υπόκειται σε ορισμένους περιορισμούς, οι οποίοι όμως πρέπει να προβλέπονται με σαφήνεια από το νόμο και να είναι απαραίτητοι: 

α. Για το σεβασμό των δικαιωμάτων ή της υπόληψης των άλλων

β. Για την προστασία της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας τάξης, της δημόσιας υγείας ή των χρηστών ηθών.


Όμοια και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου:


’Αρθρo 10 -  Ελευθερία έκφρασης


1. Παv πρόσωπov έχει δικαίωµα εις τηv ελευθερίαv εκφράσεως. Τo δικαίωµα τoύτo περιλαµβάvει τηv ελευθερίαv γvώµης ως και τηv ελευθερίαv λήψεως ή µεταδόσεως πληρoφoριώv ή ιδεώv, άvευ επεµβάσεως δηµoσίωv αρχώv και ασχέτως συvόρωv. Τo παρόv άρθρov δεv κωλύει τα Κράτη από τoυ vα υπoβάλωσι τας επιχειρήσεις ραδιoφωvίας, κιvηµατoγράφoυ ή τηλεoράσεως εις καvovισµoύςεκδόσεως αδειώv λειτoυργίας.


2. Η άσκησις τωv ελευθεριώv τoύτωv, συvεπαγoµέvωv καθήκovτα και ευθύvας δύvαται vα υπαχθή εις ωρισµέvας διατυπώσεις, όρoυς, περιoρισµoύς ή κυρώσεις, πρoβλεπoµέvoυς υπό τoυ vόµoυ και απoτελoύvτας αvαγκαία µέτρα εv δηµoκρατική κoιvωvία δια τηv εθvικήv ασφάλειαv, τηv εδαφικήv ακεραιότηταv ή δηµoσίαv ασφάλειαv, τηv πρoάσπισιv της τάξεως και πρόληψιv τoυ εγκλήµατoς, τηv πρoστασίαv της υπoλήψεως ή τωv δικαιωµάτωv τωv τρίτωv, τηv παρεµπόδισιv της κoιvoλoγήσεως εµπιστευτικώv πληρonoριώv ή τηv διασφάλσισιv τoυ κύρoυς και αµερoληψίας της δικαστικής εξoυσίας.


Ας δούμε και το Ελληνικό Σύνταγμα:


Άρθρο 5Α, δικαίωμα πληροφόρησης 



Καθένας έχει δικαίωμα στην πληροφόρηση, όπως νόμος ορίζει. Περιορισμοί στο δικαίωμα αυτό είναι δυνατόν να επιβληθούν με νόμο μόνο εφόσον είναι απολύτως αναγκαίοι και δικαιολογούνται για λόγους εθνικής ασφάλειας, καταπολέμησης του εγκλήματος ή προστασίας δικαιωμάτων και συμφερόντων τρίτων. [...]


Άρθρο 14, ελευθερία του τύπου


1. Kαθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του τηρώντας τους νόμους του Kράτους. [...]


Άρθρο 25, περιορισμοί


[...] Oι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. [...]



 Η ποινικοποίηση της ομοφοβικής ρητορικής αποτελεί λοιπόν έναν περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης, ο οποίος  είναι αποδεκτός από το διεθνές και το συνταγματικό δίκαιο, επειδή κατατείνει στην προστασία άλλων ανθρώπινων δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα σεβασμού του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλου. 

Οι εξουσίες που χρησιμοποιούν την ελευθερία της έκφρασης (εκκλησία, πολιτικοί, media) και οι οποίες βρίσκονται προφανώς σε πλεονεκτική θέση έναντι των ίδιων των ατόμων, όσον αφορά την πραγματική τους ισχύ και την επιβολή τους στην κοινωνία, δεν νομιμοποιούνται λοιπόν να παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα στο όνομα του δικού τους "δικαιώματος έκφρασης".  Η νομοθεσία που περιορίζει τις εξουσίες από την ασυδοσία τους επί των ατόμων είναι η πραγματικά φιλελεύθερη νομοθεσία, γιατί απελευθερώνει το άτομο από τα δεσμά που του επιβάλλονται από τα πάνω και του δίνει το μέσο να αντιδράσει και να διεκδικήσει το δίκιο του, όσο ισχυρός κι αν είναι ο αντίδικός του. 


31 Aυγούστου 2025: η προθεσμία του Υπουργείου Παιδείας για το εναλλακτικό μάθημα

Την 31 Αυγούστου 2025 λήγει η προθεσμία που έχει τάξει το Συμβούλιο της Επικρατείας στο Υπουργείο Παιδείας για "να ολοκληρώσει τις απαρ...