Δευτέρα, Αυγούστου 09, 2021

Tί λέει στην πραγματικότητα το ΣτΕ για τις ανεμογεννήτριες σε αναδασωτέα έκταση

Ευρεία διάδοση έχει γνωρίσει τις τελευταίες ημέρες η απόφαση 2499/2012 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας με την οποία επετράπη η λειτουργία αιολικού πάρκου σε έκταση που είχε κηρυχθεί αναδασωτέα. Κατηγορείται μάλιστα η σημερινή Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Σακελλαροπούλου, επειδή τότε ήταν εισηγήτρια, δηλαδή μία (1) από τους συνολικά τριάντα (30) δικαστές που πήραν μέρος στη σύνθεση της Ολομέλειας, ενώ υπήρξαν και μειοψηφίες.  Πρόεδρος της Ολομέλειας ήταν ο κ. Μενουδάκος, σημερινός πρόεδρος της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Ας δούμε όμως αναλυτικά τί ακριβώς δίκασε και τί ακριβώς σημαίνει αυτή η απόφαση (το πλήρες κείμενό της είναι αναρτημένο εδώ).

 Η πυρκαγιά και η αναδάσωση του όρους Ελικώνα

Τον Ιούλιο του 1998 ξέσπασε πυρκαγιά στο όρος Ελικώνα. Με απόφαση του Διευθυντή Δασών που εκδόθηκε τον Αύγουστο του 1998 κηρύχθηκε αναδασωτέα μια δασική έκταση 47.500 στρεμάτων στο βουνό που περιλάμβανε τις κοινότητες Προδρόμου, Θίσβης, Δομβραίνας και Νεοχωρίου. Σε αυτή την έκταση περιλαμβάνεται μια περιοχή 127 περίπου στρεμμάτων που επελέγη περίπου οκτώ (8) χρόνια μετά, ενώ η έκταση παρέμενε αναδασωτέα, για την εγκατάσταση αιολικού σταθμού.

Ο αιολικός σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (ΑΣΠΗΕ) στο όρος Ελικώνα 

Ο ΑΣΠΗΕ αποτελείται από 12 ανεμογεννήτριες και από οικίσκο 120 τ.μ., με πρόσβαση σε αυτόν μέσω του υφιστάμενου οδικού δικτύου, αλλά και μέσω διάνοιξης νέας οδού πρόσβασης 4,3 χλμ, ενώ και εντός του ΑΣΠΗΕ για την διασύνδεση των α/γ προβλεπόταν και διάνοιξη εσωτερικής οδού 5, 3 χ.λ.μ. στο όρος Ελικώνα. Το συνολικό έργο καταλαμβάνει δημόσια έκταση  δασικού χαρακτήρα 188.404 τ.μ.

Οι αδειοδοτήσεις

Από το 2006 είχαν γνωμοδοτήσει θετικά για την εγκατάσταση του ΑΣΠΗΕ η Διεύθυνση Δασών (που είχε κηρύξει την αναδάσωση), η Εφορεία Νεοτέρων Μνημείων, η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και η Εφορεία Προϊστορικών & Κλασικών Αρχαιοτήτων του ΥΠΠΟ, το ΓΕΕΘΑ, ο ΟΤΕ, η ΥΠΑ και ο ΕΟΤ. 

Το 2007, με βάση αυτές τις θετικές γνωμοδοτήσεις, γνωμοδότησε θετικά και η Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας, στο πλαίσιο της προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης και αξιολόγησης.

Το 2009 εκδόθηκε: α) άδεια εγκατάστασης του ΑΣΠΗΕ και β) απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων και οι δύο από την Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας (γενικός γραμματέας).

Διαφωνούσε, όμως, ο Δήμος, ο οποίος προσέφυγε με αίτηση ακύρωσης στο ΣτΕ.

Η πρώτη απόφαση του ΣτΕ

Το 2011 το ΣτΕ (Ε' Τμήμα) απέρριψε τους λόγους ακύρωσης του Δήμου, εκτός από τον λόγο ακύρωσης που αφορούσε την συνταγματικότητα ή μη της νομοθεσίας που επιτρέπει την εγκατάσταση ΑΣΠΗΕ σε αναδασωτέα έκταση. Το Ε' Τμήμα ήταν υποχρεωμένο να παραπέμψει αυτό το θέμα στην Ολομέλεια του ΣτΕ, καθώς τα ζητήματα συνταγματικότητας επιβάλλεται, κατά το Σύνταγμα (άρθρο 100 παρ. 5), να επιλύονται από την ολομέλεια των ανώτατων δικαστηρίων κι όχι από τα τμήματα τους .

Το συνταγματικό ζήτημα

Το μεγάλο ερώτημα που είχε να επιλύσει το ΣτΕ ήταν η σχέση ανάμεσα σε δύο συνταγματικές διατάξεις. 

Αφενός, η διάταξη του άρθρου 24  παρ. 1 εδ. δ' του Συντάγματος ορίζει ότι "απαγορεύεται η μεταβολή του προορισμού των δασών και δασικών εκτάσεων, εκτός αν προέχει για την Εθνική Οικονομία η αγροτική εκμετάλλευσή τους ή άλλη τους χρήση που την επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον". 

Αφετέρου, η διάταξη του άρθρου 117 παρ. 3 του Συντάγματος ορίζει ότι "δημόσια ή ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαγιά ή που με άλλο τρόπο αποψιλώθηκαν ή αποψιλώνονται δεν αποβάλλουν για το λόγο αυτό το χαρακτήρα που είχαν πριν καταστραφούν, κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέες και αποκλείεται να διατεθούν για άλλο προορισμό". 

Εκ πρώτης όψεως, οι δύο συνταγματικές διατάξεις φαίνονται αντιφατικές: η πρώτη μας λέει ότι υπάρχει εξαίρεση από την απαγόρευση  μεταβολής προορισμού των δασών για λόγους δημοσίου συμφέροντος, η δεύτερη όμως μας λέει ότι οι αναδασωτέες εκτάσεις (που είναι κι αυτές δάση) αποκλείεται να διατεθούν για άλλο προορισμό, χωρίς να προβλέπει την εξαίρεση του δημοσίου συμφέροντος! Άρα, τί γίνεται εδώ; Το Σύνταγμα φάσκει και αντιφάσκει ή μήπως οι διατάξεις μπορούν να συνδυαστούν και να συνυπάρξουν;

Ο κοινός νόμος

Ο κοινός νομοθέτης είχε προβλέψει ότι και για τις αναδασωτέες εκτάσεις επιτρέπεται η εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ο Ν.2941/2001 ορίζει ότι η απαγόρευση μεταβολής προορισμού των αναδασωτέων εκτάσεων δεν ισχύει εφόσον πρόκειται για: (α) εκτέλεση στρατιωτικών έργων που αφορούν άμεσα την εθνική ασφάλια της χώρας, (β) για διανοίξεις δημοσίων οδών, (γ) για την κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, (δ) για την κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και δικτύων σύνδεσης τους με το Σύστημα ή το Δίκτυο ενέργειας η χάραξη των οποίων προβλέπει διέλευση τους από το δάσος ή την δασική έκταση".

Άρα, η νομοθεσία είχε ήδη προβλέψει εξαιρέσεις από την φαινομενικά απόλυτη απαγόρευση του άρθρου 117 παρ. 3 του Συντάγματος και έργο του ΣτΕ ήταν να κρίνει κατά πόσον αυτές οι εξαιρέσεις ήταν τελικά σύμφωνες με το Σύνταγμα.

Η κρίση της πλειοψηφίας της Ολομέλειας

Η απόφαση της Ολομέλειας καταγράφει ότι το ΣτΕ ανέτρεξε στα πρακτικά της Βουλής που αφορούσαν την κατάρτιση του Συντάγματος για να εντοπίσει την βούληση του ιστορικού συνταγματικού νομοθέτη, σχετικά με το νόημα του άρθρου 117 παρ. 3.  Από τα πρακτικά αυτά προέκυψε ότι το αυστηρό καθεστώς για κήρυξη αναδασωτέας κάθε δασικής έκτασης που καίγεται είναι η αντιμετώπιση της "οικοπεδοποίησης". Ο ιστορικός συνταγματικός νομοθέτης επέβαλε αυτή την αυστηρή διάταξη με σκοπό να αντιμετωπίσει το πρόβλημα "κυρίως για περιοχές στις οποίες παρουσιάζονται έντονες οικιστικές πιέσεις με αποτέλεσμα να επέρχεται σημαντική αύξηση της αξίας γης και στις οποίες εμφανίζεται το φαινόμενο της καταστροφής από πυρκαγιές ευρείας έκτασης δασικών οικοσυστημάτων". Αυτός όμως ήταν ένας συνταγματικός στόχος εντελώς διαφοροποιημένος από την ανάγκη χρήσης αναδασωτέων εκτάσεων για σκοπούς ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ!

Έτσι λοιπόν, το ΣτΕ κατά πλειοψηφία έκρινε ως εξής: "δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο συνταγματικός νομοθέτης είχε τη βούληση να απαγορεύσει τη χρησιμοποίηση αναδασωτέων εκτάσεων ακόμη και για σκοπούς ιδιαίτερης σημασίας για το δημόσιο συμφέρον που δεν μπορούν να καλυφθούν με άλλο τρόπο, αφού η απαγόρευση αυτή στις παραπάνω περιπτώσεις θα είχε ως συνέπεια να καταστεί αδύνατη η ικανοποίηση υπέρτερων δημόσιων σκοπών, λόγω του γεγονότος ότι προηγήθηκε καταστροφή της δασικής βλάστησης, που ενδεχομένως, μάλιστα, να προκλήθηκε, με σκοπό τη ματαίωση του έργου. Ως εκ τούτου, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του Συντάγματος, με την οποία συμπληρώνεται η ρύθμιση για την προστασία των δασικών οικοσυστημάτων που εισάγεται με το άρθρο 24 παρ. 1 και η οποία, ως εκ τούτου, αν και θεσπίζει αυστηρό καθεστώς προστασίας για τις αναδασωτέες εκτάσεις, είναι ερμηνευτέα στο πλαίσιο του επιδιωκόμενου με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 σκοπού, δεν αποκλείεται η θέσπιση από το νομοθέτη ρυθμίσεως, δια της οποίας παρέχεται η δυνατότητα σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να εγκριθεί επέμβαση σε έκταση που έχει κηρυχθεί αναδασωτέα, ακόμη και πριν ανακτήσει τη δασική μορφή της, προκειμένου να εκτελεστεί έργο, το οποίο αποβλέπει στην εξυπηρέτηση ανάγκης με ιδιαίτερη κοινωνική, εθνική ή οικονομική σημασία, αν η εκτέλεση του έργου στην έκταση αυτή είναι απολύτως αναγκαία και επιτακτική, στο μέτρο που η παρέλευση του απαιτούμενου για την πραγματοποίηση της αναδάσωσης χρονικού διαστήματος θα είχε ως συνέπεια τη ματαίωση του επιδιωκόμενου δημόσιου σκοπού."

Με αυτό το συνταγματικό σκεπτικό, οι διατάξεις του κοινού νομοθέτη που επέτρεπαν την εγκατάσταση ΑΣΠΗΕ σε αναδασωτέα περιοχή κρίθηκε από την πλειοψηφία του ΣτΕ ότι δεν είναι αντισυνταγματικές, αλλά ότι "οι διατάξεις αυτές, κατά την έννοια των οποίων η επέμβαση περιορίζεται στα τμήματα μόνο της εκτάσεως που είναι αναγκαία για την εγκατάσταση των ανεμογεννητριών και των συνοδών έργων, η δε υπόλοιπη έκταση διατίθεται για την πραγματοποίηση του σκοπού της αναδάσωσης, είναι συνταγματικά ανεκτές, κατά το μέρος που επιτρέπουν την επέμβαση αυτή, ενόψει της κατά τα ήδη εκτεθέντα εξαιρετικής σημασίας των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας για τη βιώσιμη ανάπτυξη, και ειδικότερα τη διασφάλιση της επάρκειας του ενεργειακού εφοδιασμού της χώρας και κυρίως την αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών, που αποτελεί αντικείμενο διεθνούς δεσμεύσεως της χώρας και ζήτημα έντονου κοινοτικού ενδιαφέροντος, σε συνδυασμό με το χαρακτήρα της άδειας επέμβασης, η οποία, σε αντίθεση με την άρση της αναδάσωσης, δεν συνεπάγεται μεταβολή του νομικού χαρακτήρα της αναδασωτέας εκτάσεως, αλλά μόνο προσωρινή δυνατότητα επεμβάσεως για την άσκηση συγκεκριμένης δραστηριότητας, με την υποχρέωση αποκαταστάσεως του δασικού χαρακτήρα της εκτάσεως, μετά την παύση λειτουργίας της δραστηριότητας, διατηρουμένου του προστατευτικού χαρακτήρα της αναδασώσεως. Ενόψει, πάντως, του εξαιρετικού χαρακτήρα της επεμβάσεως στις περιπτώσεις αυτές, η σχετική εγκριτική απόφαση πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, με κριτήρια αναφερόμενα τόσο στην ιδιαίτερη σημασία του έργου, ασυνδέτως προς την επιδίωξη αποδοτικότερης για το φορέα οικονομικής εκμετάλλευσης, όσο και στην αναγκαιότητα εκτέλεσής του στην αναδασωτέα έκταση πριν από την πραγματοποίηση της αναδάσωσης, με γνώμονα αφενός την ανάγκη προστασίας του δασικού οικοσυστήματος και αφετέρου την εξυπηρέτηση του δημόσιου σκοπού στον οποίο αποβλέπει το έργο."

Όλα αυτά σημαίνουν ότι το ΣτΕ έθεσε και τις δικλείδες ασφαλείας: θα ακυρώσει την περίπτωση άδειας εγκατάστασης ΑΣΠΗΕ σε αναδασωτέα έκταση αν δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία που να εξηγεί την ιδιαίτερη σημασία του έργου, αλλά και την αναγκαιότητα εκτέλεσης πριν την αναδάσωση. Αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό στοιχείο της απόφασης που δεν πρέπει να το παραβλέπουμε. 

Η άποψη της μειοψηφίας

Υπήρξε όμως και μειοψηφία εννέα (9) Συμβούλων της Επικρατείας (από τους 30 της Ολομέλειας), ανάμεσα στα ονόματα των οποίων είναι και αυτό της σημερινής Προέδρου του Δ' Τμήματος και Αντιπροέδρου ΣτΕ κ. Καραμανώφ, καθώς και του σημερινού Προέδρου του Β' Τμήματος και Αντιπροέδρου ΣτΕ κ. Πικραμμένου. 

Η μειοψηφία αναφέρει ότι "η αδιάστικτη γραμματική διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 117 παρ. 3 του Συντάγματος έχει ως συνέπεια ότι δεν είναι αυτή δεκτική ερμηνείας". Αυτή η άποψη, βέβαια, είναι κάπως αφοριστική δογματικά: όλες οι διατάξεις είναι δεκτικές ερμηνείας: ακόμη και το να λες ότι η διατύπωση τους είναι "αδιάστικτη" συνιστά ερμηνεία. 

 Η μειοψηφία συνεχίζει λέγοντας: "Πράγματι, τόσο ο απαγορευτικός της χαρακτήρας όσο και η συστηματική της τοποθέτηση σε ιδιαίτερο άρθρο και κεφάλαιο του Συντάγματος, διαφορετικό εκείνου που περιέχει το άρθρο 24 αυτού, το οποίο ρυθμίζει κατά τρόπο εξαντλητικό τις κατ ́ εξαίρεση επιτρεπτές μεταβολές του προορισμού μόνο των δασών και των δασικών εκτάσεων, μαρτυρούν τη σαφή βούληση του συνταγματικού νομοθέτη να αποκλείσει εντελώς κάθε ενδεχόμενο διασταλτικής ή τελολογικής  ερμηνείας της διατάξεως αυτής προς την κατεύθυνση της δυνατότητας μεταβολής του προορισμού του διαφορετικού είδους εδαφών που ρυθμίζει, δηλαδή των αναδασωτέων εκτάσεων." Εδώ, όμως, διαφεύγει της μειοψηφίας ότι υπάρχει και μια μέθοδος ερμηνείας που δεν μπορεί να αποσιωπηθεί: η συστημική ερμηνεία των μεμονωμένων διατάξεων, η θεώρησή τους δηλαδή ως μέρος ενός ενιαίου νομικού κειμένου, ίσης τυπικής ισχύος, που επιβάλλει την πρακτική εναρμόνισή τους για να μην καταλήξουμε να κάνουμε λόγο για "αντισυνταγματικές" διατάξεις του συντάγματος και να μπορούμε να αποσοβήσουμε τις εσωτερικές αντιφατικότητες μιας στενά γραμματολογικής προσέγγισης, Αυτή την εξισορρόπηση θεωρώ ότι έχει επιτύχει η απόφαση της πλειοψηφίας, περιλαμβάνοντας μάλιστα και εγγυητικές προβλέψεις που αποτρέπουν την καταστρατήγηση. Η μειοψηφία, όμως, διαφωνεί: "Eξ άλλου, η ερμηνεία μιάς διατάξεως εναντίον του γράμματός της, και αν ακόμα γίνεται κατ ́ εξαίρεση και κατ ́ οικονομία δεκτή προκειμένου για διάταξη κοινού νόμου ώστε να επιτευχθεί η συμφωνία της με το υπέρτερης αυτής τυπικής ισχύος Σύνταγμα και η καλύτερη εναρμόνισή της προς το όλο πλέγμα της εννόμου τάξεως, δεν είναι πάντως νοητή προκειμένου για συνταγματική διάταξη, κατά μείζονα δε λόγο όταν αυτή θεσπίζει ρητή και απόλυτη απαγόρευση ώστε να εναρμονισθεί προς διάταξη κοινού νόμου, κατώτερης δηλαδή αυτής τυπικής ισχύος.  Αντίθετη εκδοχή, σύμφωνα με την οποία ο κοινός νομοθέτης δύναται, επικαλούμενος σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, να θεσπίζει εξαιρέσεις από ρητή και απόλυτη συνταγματική απαγόρευση, όπως η του άρθρου 117 παρ. 3, καθιστά αυτήν ανίσχυρη και ισοδυναμεί πράγματι με ανεπίτρεπτη άσκηση αναθεωρητικής εξουσίας.

 Η μειοψηφία συνεχίζει, επιστρατεύοντας και την συστηματική προσέγγιση, την οποία όμως ορίζει κάπως φορμαλιστικά, ανάλογα με τα κεφάλαια της "χωροταξίας" του Συντάγματος και όχι με βάση την αρχή της πρακτικής εναρμόνισης: "από την αδιάστικτη διατύπωση της δεύτερης από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, που όπως έχει ήδη λεχθεί δεν τοποθετείται συστηματικώς ούτε καν στο κεφάλαιο στο οποίο περιλαμβάνεται το ανωτέρω άρθρο 24 περί επιτρεπτών μεταβολών των εκτάσεων με δασική βλάστηση, εν όψει δε και του άρθρου 37 παρ. 1 του Ν. 998/1979, προκύπτει ότι τίθεται με αυτήν ο άνευ ουδεμιάς προβλεπόμενης εξαιρέσεως για δημοσίου συμφέροντος σκοπούς  κανόνας ότι μία έκταση με δασική βλάστηση που έχει υλικώς απολέσει την κατά τα οριζόμενα στην προαναφερόμενη ερμηνευτική δήλωση ιδιότητά της αυτή όχι κατ ́ εκτέλεση νομικής πράξεως, αλλά από υλικές πράξεις ή φυσικά αίτια (ΣτΕ Ολομ. 2753/1994, Ολομ. 2281/1992), ναι μεν δεν παύει νομικώς να την έχει, εφ ́ όσον υλικώς την έχει κατά τα προαναφερόμενα απολέσει, αλλά επί πλέον α) όχι μόνον κηρύσσεται αναδασωτέα, προφανώς για να επανακτήσει υλικώς την υλικώς και μόνο απολεσθείσα, κατά τα ανωτέρω ιδιότητα, εφ ́ όσον καμία άλλη έννοια της αναδασώσεως δεν δίνεται από τη νομοθεσία ούτε και είναι νοητή, αλλά και β) αποκλείεται να διατεθεί για άλλον προορισμό, δηλαδή κατά τρόπο αναιρούντα τη δυνατότητα υλικής επανακτήσεως της υλικώς απολεσθείσης ιδιότητας, για την οποία ακριβώς κηρύχθηκε αναδασωτέα και μετά την επίτευξη της οποίας (επανακτήσεως) η έκταση αυτή παύει να είναι αναδασωτέα με την έκδοση της οικείας περί άρσεως της αναδασωτέας πράξεως ως καταστάσα πλέον και υλικώς έκταση με δασική βλάστηση και, συνεπώς, υποκείμενη εφεξής πλέον στις διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 1 του Συντάγματος, άρα και στην προβλεπόμενη από αυτές εξαίρεση (ΣτΕ Ολομ. 2778/1988). Η διάθεση της αναδασωτέας εκτάσεως κατά τρόπο αναιρούντα την κατά τα ανωτέρω δυνατότητα ολικής επανακτήσεως της υλικώς απολεσθείσας ιδιότητάς της θα ήταν επιτρεπτή μόνον αν η διάταξη του άρθρου 117 παρ. 3 του Συντάγματος δεν προέβλεπε και τον προαναφερόμενο αποκλεισμό της διαθέσεως της εκτάσεως αυτής για άλλον προορισμό, αλλά περιοριζόταν στην συνεπεία της υλικής απώλειας της ιδιότητάς της διατήρηση αυτής (της ιδιότητάς της) νομικώς και την κήρυξή της ως αναδασωτέας, οπότε ως αναδασωτέα έκταση κατά πλάσμα δικαίου έχουσα δασική βλάστηση θα υπέκειτο στις διατάξεις του άρθρ. 24 παρ. 1 του Συντάγματος.

 Στο σημείο αυτό, η μειοψηφία αναζητά στα Πρακτικά της Βουλής για την κατάρτιση του Συντάγατος ένα ιστορικό επιχείρημα αρκετά πειστικό: "Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί και το ότι  στις συζητήσεις κατά την 25η Συνεδρίαση/22.3.1975 της Ολομέλειας της Επιτροπής του
Συντάγματος 1975, οπότε η ανωτέρω διάταξη προτάθηκε για πρώτη φορά και περιελήφθη ως παρ. 12 του άρθρ. 111 του σχεδίου αυτής με τη διατύπωση «Δημόσιαι και ιδιωτικαί δασικαί εκτάσεις αποψιλωθείσα ή άλλως πως καταστραφείσαι είναι μόνον αναδασωτέαι, ουδέποτε δε διατίθενται δι ́ έτερον σκοπόν», η αποφυγή οικοπεδοποιήσεως των εκτάσεων με δασική βλάστηση που καταστράφηκε αναφέρθηκε απλώς ως παράδειγμα τέτοιας διαθέσεως και
μάλιστα συνεπεία της καταστροφής της μόνο από πυρκαϊά. Το ανωτέρω δε παράδειγμα δεν το
ανέφεραν οι βουλευτές που είχαν υποβάλει τη σχετική πρόταση (σελ. 423-425 πρακτικών). Επί
πλέον, στην Ολομέλεια της Βουλής (Συνεδρίαση Θ ́/2.6.1975, σ. 1055 πρακτικών), ο ***,
εκπρόσωπος των βουλευτών που υπέβαλαν την τροπολογία, η οποία αποτέλεσε την ισχύουσα
διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 117, ρητώς ανέφερε ότι ο κίνδυνος είναι η μετατροπή των
καταστροφεισών εκτάσεων με δασική βλάστηση «είτε εις οικόπεδα είτε εις χωράφια», δηλαδή η διάθεσή τους για οιονδήποτε άλλο πλην της ανακτήσεως της δασικής βλαστήσεως προορισμό, παραθέτων τους δύο συνηθέστερους πλην όχι μοναδικούς τέτοιους προορισμούς, εν γνώσει βεβαίως της προβλεπόμενης από το άρθρ. 24 παρ. 1 εξαιρέσεως, το οποίο είχε γίνει
ήδη δεκτό ως άρθρο 27 (συνεδρ. ΟΘ/26.4.1975, σ. 551 πρακτικών). Τούτων έπεται ότι οι επίδικες διατάξεις, καθ ́ όσον επιτρέπουν την κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Α.Π.Ε. σε αναδασωτέες εκτάσεις πριν την έκδοση πράξεως περί άρσεως της αναδασώσεώς τους λόγω επανακτήσεως της ιδιότητας για την απώλεια της οποίας κηρύχθηκαν αναδασωτέες είναι ανίσχυρες ως αντίθετες προς το άρθρ. 117 παρ. 3 του
Συντάγματος." Εδώ βέβαια, η μειοψηφία, κάνει σαφέστατα και ερμηνεία της ιστορικής πηγής που παραθέτει!

Κατά τη γνώμη μου, το λάθος της μειοψηφίας είναι ότι υπερασπίζεται την απόλυτη απαγόρευση, χωρίς να την βλέπει μέσα στο πλαίσιο της αρχής της αναλογικότητας όπως επιβάλλει το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Εφόσον το άρθρο 117 παρ. 3 επιβάλλει έναν περιορισμό σε ατομικό δικαίωμα, ο περιορισμός αυτός πρέπει να σταθμιστεί με το ατομικό δικαίωμα και όχι να επιβληθεί με αυτοματισμό. Η στάθμιση επιβάλλει τις κρίσεις αναγκαιότητας, καταλληλότητας και προσφορότητας ενόψει του επιδιωκόμενου στόχου. Αυτή την στάθμιση την έχει κάνει η πλειοψηφία της ΟλΣτΕ προβλέποντας και τις σχετικές εγγυητικές ρήτρες για να μην εκμηδενιστεί η απαγόρευση του 117 παρ. 3. Αλλά και η πλειοψηφία έπρεπε ρητά να είχε αναφερθεί στην αρχή της αναλογικότητας για να σχετικοποιήσει κανονιστικά την απαγόρευση, ώστε να μην κατηγορείται για οικειοποίηση ύλης συνταγματικού νομοθέτη.

Συμπέρασμα 

 Το ΣτΕ έπρεπε να επιλύσει ένα δύσκολο νομικό ζήτημα συνταγματικότητας που του τέθηκε για πρώτη φορά από το 1975 που ψηφίστηκε η διάταξη του άρθρου 117 παρ. 3 που απαγορεύει την μεταβολή προορισμού μιας αναδασωτέας έκτασης που κηρύχθηκε ως τέτοια κατόπιν πυρκαγιάς. Είχε δύο οδούς να ακολουθήσει. Η μία οδός ήταν να πει ότι απαγορεύεται ίσον απαγορεύεται, όπως είπε η μειοψηφία. Η άλλη οδός ήταν να δει ότι οι απαγορεύσεις όταν αφορούν συνταγματικά έννομα αγαθά πρέπει να σταθμίζονται, αλλά όχι και να εκμηδενίζονται. Πολλές απόλυτες απαγορεύσεις του Συντάγματος σταθμίζονται και χωρίς ρητή συνταγματική σήμανση: η ελευθερία του τύπου, έναντι της ιδιωτικότητας (άρθρο 14 παρ. 3 Σ.) , η ιδιωτικότητα έναντι της δημόσιας ασφάλειας (άρθρο 9Α), η  απαγόρευση των παράνομων αποδεικτικών μέσων έναντι της ανάγκης απονομής δικαιοσύνης (άρθρο 19 παρ. 3 Σ). Όλα αυτά τα ήξερε ο αναθεωρητικός νομοθέτης του 2001 που προσέθεσε στο άρθρο 25 την αρχή της αναλογικότητας: όλα πρέπει να σταθμίζονται πλέον! Στάθμιση σημαινει σχετικοποίηση του απόλυτου, συγκερασμός αντιτιθέμενων έννομων συμφερόντων. Αποφυγή εκμηδενισμού του γράμματος του Συντάγματος σημαίνει πρόβλεψη εγγυήσεων για την μη καταστρατήγηση. Ολα αυτά τα έλαβε υπόψη η πλειοψηφία της Ολομέλειας, προβλέποντας τις εγγυήσεις για να αποτραπεί η ασυδοσία όσων επιχειρήσουν και στο μέλλον να υπερβούν την απαγόρευση. 

Θεωρώ ότι η απόφαση είναι σωστή, αλλά για την αποφυγή παρεξηγήσεων έπρεπε να περιλαμβάνει και μια ρητή αναφορά στο άρθρο 25 παρ. 1 που δικαιολογεί, ως μεταγενέστερο του 117 παρ. 3, την ανάγκη της στάθμισης. 

 

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

7 νομικές νίκες κατά του Υπουργείου Παιδείας σε 2 χρόνια

  Tα τελευταία δύο χρόνια και τις επτά (7) φορές που συγκρουστήκαμε νομικά ως δικηγορικό γραφείο με το Υπουργείο Παιδείας, το αντιμετωπίσαμε...