Πέμπτη, Οκτωβρίου 22, 2026

Η διαγραφή δεδομένων βάφτισης από καθολική εκκλησία

 

Τα θρησκεύματα δεν έχουν κανένα πρόβλημα να καταχωρούν στα κατάστιχά τους νέους πιστούς χωρίς να τους ερωτούν, όπως γίνεται με τον νηπιοβαπτισμό. Πρόκειται για το προπατορικό αμάρτημα της ίδιας της Εκκλησίας: χωρίς καν να μπορεί να ερωτηθεί το άτομο και χωρίς να μπορεί να συναινέσει, εντάσσεται αυτόματα, κατ' επιλογή των γονιών του φυσικά, σε ένα συγκεκριμένο θρήσκευμα. Άλλα θρησκεύματα έχουν ακόμη πιο βαριές διαδικασίες παραβίασης δικαιωμάτων κατά την ένταξη πιστών, ακόμη και με ανεπανόρθωτες σωματικές επεμβάσεις όπως είναι η περιτομή. Αυτά όλα για κάποιον λόγο τα έχουμε αποδεχθεί ως κανονικότητα. Το θέμα είναι όταν ένα ενήλικο άτομο επιθυμεί να διαγραφεί από τα εκκλησιαστικά κατάστιχα. Δεν εννοώ εδώ τη μεταβολή της καταχώρισης θρησκεύματος στο ληξιαρχείο, αλλά τη διαγραφή των προσωπικών δεδομένων του ατόμου από την ίδια την εκκλησιαστική εγγραφή της βάφτισης. Κάτι στο οποίο όλες οι εκκλησίες αντιστέκονται σθεναρά: άπαξ κι έχεις βαφτιστεί, τελείωσες. Είσαι δικός τους για πάντα! Αυτό φυσικά δεν μπορεί να γίνει ανεκτό σε ένα κράτος δικαίου και από πέρσι υπάρχει μια τέτοια προσφυγή με προδικαστικό ερώτημα ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
 
Πρόκειται για την υπόθεση C-12/25, Bisdom Gent VZW κατά Gegevensbeschermingsautoriteit, η οποία προέρχεται από το Βέλγιο και αφορά ακριβώς το δικαίωμα ενός ανθρώπου να απαιτήσει τη διαγραφή των προσωπικών δεδομένων του από τα μητρώα βαπτίσεων της Καθολικής Εκκλησίας. Ένας πολίτης, ο οποίος είχε βαπτιστεί όταν ήταν ανήλικος, ζήτησε από την Επισκοπή της Γάνδης να διαγράψει την εγγραφή της βάπτισής του, επικαλούμενος το δικαίωμα διαγραφής του άρθρου 17 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (ΓΚΠΔ). Η Επισκοπή αρνήθηκε, υποστηρίζοντας ότι η βάπτιση αποτελεί ιστορικό γεγονός που δεν μπορεί να αναιρεθεί και ότι τα εκκλησιαστικά μητρώα πρέπει να διατηρούν την καταγραφή του. Η βελγική Αρχή Προστασίας Δεδομένων δικαίωσε τον πολίτη και διέταξε τη διαγραφή των δεδομένων του, αλλά η Επισκοπή προσέφυγε στη Δικαιοσύνη. Το Εφετείο Βρυξελλών υπέβαλε προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να διευκρινιστεί πώς εφαρμόζεται ο ΓΚΠΔ στα εκκλησιαστικά μητρώα και πώς συνδυάζεται το δικαίωμα διαγραφής με τη θρησκευτική αυτονομία.
 
Τα ερωτήματα που υπέβαλε το Εφετείο στο ΔΕΕ είναι: 
 
1. Δικαίωμα διαγραφής από το μητρώο βαπτίσεων
Έχει το άρθρο 17 παρ. 1 του ΓΚΠΔ, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το δικαίωμα προστασίας των προσωπικών δεδομένων που κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, την ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 10 του Χάρτη και στο άρθρο 9 της ΕΣΔΑ, καθώς και την αρχή του διαχωρισμού Εκκλησίας και Κράτους που προβλέπεται στα άρθρα 19 και 21 του βελγικού Συντάγματος, την έννοια ότι ένα πρόσωπο το οποίο βαπτίστηκε ως ανήλικο και επιθυμεί, ως ενήλικο, να αποστασιοποιηθεί από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία έχει ή δεν έχει δικαίωμα διαγραφής των προσωπικών δεδομένων του από το μητρώο βαπτίσεων;
 
2. Θρησκευτική ελευθερία της Εκκλησίας
Έχει συναφώς σημασία, για τους σκοπούς του άρθρου 17 παρ. 1 στοιχ. γ΄ του ΓΚΠΔ, το γεγονός ότι, κατά τον υπεύθυνο επεξεργασίας, η καταχώριση στο μητρώο βαπτίσεων αφορά τα προαναφερθέντα θεμελιώδη δικαιώματα (θρησκευτική ελευθερία) του ίδιου του υπευθύνου επεξεργασίας και της κοινότητας της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας την οποία εκπροσωπεί;
 
3. Έντυπη μορφή του μητρώου
Έχει συναφώς σημασία το γεγονός ότι το μητρώο βαπτίσεων δεν είναι ψηφιακό, αλλά αποτελεί μοναδικό υλικό φορέα υπό τη μορφή βιβλίου με σελίδες δύο όψεων, στην πίσω πλευρά των οποίων περιλαμβάνονται επίσης δεδομένα άλλων υποκειμένων;
 
4. Ιστορική αξία και αρχειοθέτηση προς το δημόσιο συμφέρον
Έχει συναφώς σημασία το γεγονός ότι το ίδιο το βιβλίο αποτελεί ιστορικό τεκμήριο και ότι το μητρώο βαπτίσεων συνιστά μοναδική καταγραφή ιστορικών γεγονότων τα οποία δεν έχουν καταγραφεί αλλού, με αποτέλεσμα η επεξεργασία των δεδομένων να πραγματοποιείται επίσης για σκοπούς αρχειοθέτησης προς το δημόσιο συμφέρον, επιστημονικής ή ιστορικής έρευνας ή στατιστικούς σκοπούς, κατά την έννοια του άρθρου 17 παρ. 3 στοιχ. δ΄ του ΓΚΠΔ;
 
5. Αρκεί η σημείωση αποχώρησης από την Εκκλησία;
Στον βαθμό που υφίσταται δικαίωμα διαγραφής δεδομένων κατά την έννοια του άρθρου 17 παρ. 1 του ΓΚΠΔ και εφόσον δεν εφαρμόζεται κάποια εξαίρεση από το δικαίωμα αυτό κατά την έννοια του άρθρου 17 παρ. 3 του ΓΚΠΔ, ικανοποιείται κατ' αναλογία το δικαίωμα διαγραφής με την προσθήκη σημείωσης στο περιθώριο του μητρώου βαπτίσεων ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο έχει αποχωρήσει από την Εκκλησία;
 
Την 1η Οκτωβρίου 2026 δημοσιεύθηκαν οι προτάσεις της γενικής εισαγγελέως Laila Medina, οι οποίες απευθύνονται προς τους Δικαστές και εισηγούνται έναν τρόπο απάντησης στα προδικαστικά ερωτήματα. Η γενική εισαγγελέας υποστηρίζει ότι ένα πρόσωπο που βαπτίστηκε ως ανήλικο και στη συνέχεια αποφάσισε να αποχωρήσει από τη θρησκευτική κοινότητα μπορεί καταρχήν να απαιτήσει τη διαγραφή των προσωπικών δεδομένων του. Η Εκκλησία δεν απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις του ΓΚΠΔ λόγω της θρησκευτικής της φύσης ούτε αρκεί να επικαλεστεί γενικά τη σημασία της διατήρησης των εκκλησιαστικών αρχείων. Οφείλει να αποδείξει συγκεκριμένους επιτακτικούς νόμιμους λόγους που δικαιολογούν τη συνέχιση της επεξεργασίας. Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης η θέση ότι η απλή προσθήκη μιας σημείωσης περί αποχώρησης από την Εκκλησία ή η διαγραφή με μια γραμμή που αφήνει τα στοιχεία αναγνώσιμα δεν ισοδυναμεί με πραγματική διαγραφή κατά την έννοια του ΓΚΠΔ. Η γενική εισαγγελέας διακρίνει, πάντως, τη διαγραφή των προσωπικών δεδομένων από την εξάλειψη του ιστορικού γεγονότος της βάπτισης, ενώ αναγνωρίζει ότι πρέπει να εξετάζονται οι συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε περίπτωσης.
 
Προσωπικά θα ήμουν πολύ πιο κάθετος: δεν υπάρχει απολύτως κανένα έννομο συμφέρον ή δικαίωμα της εκκλησίας να διατηρήσει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στο αρχείο της, δεδομένου ότι όταν τα συμπεριέλαβε το άτομο ήταν βρέφος. Για μένα είναι τελείως ξεκάθαρο ότι η μόνη λύση είναι η απόλυτη διαγραφή, με απόδειξη καταστροφής των στοιχείων και βεβαίωση περί μη τήρησης αντιγράφου. Για τα "άλλα δεδομένα άλλων ανθρώπων" δεν μας ενδιαφέρει καθόλου αν θα καταστραφούν: να ειχαν μεριμνήσει να ψηφιοποιήσουν τα μητρώα τους οι παπάδες. Σιγά μην δεχτούμε ότι αυτός είναι σοβαρός λόγος μη διαγραφής!
 
Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έχει ακόμη εκδώσει την οριστική απόφασή του και οι προτάσεις της γενικής εισαγγελέως δεν είναι δεσμευτικές. Ωστόσο, η υπόθεση αναδεικνύει μια θεμελιώδη σύγκρουση ανάμεσα στη θρησκευτική αυτονομία των εκκλησιών και στο δικαίωμα του ατόμου να ελέγχει την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων που αποκαλύπτουν τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι εάν η Εκκλησία μπορεί να θεωρεί, σύμφωνα με το δόγμα της, ότι η βάπτιση έχει ανεξάλειπτο χαρακτήρα. Είναι εάν αυτή η θεολογική αντίληψη μπορεί να δικαιολογήσει τη διατήρηση προσωπικών δεδομένων ενός ανθρώπου που δεν επιθυμεί πλέον να ανήκει στη συγκεκριμένη θρησκευτική κοινότητα. Η απόφαση που αναμένεται θα έχει ιδιαίτερη σημασία για την εφαρμογή του δικαιώματος διαγραφής σε θρησκευτικά αρχεία σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, συμπεριλαμβανομένης φυσικά της Ελλάδας.
 
Η πιθανότερη κατά τη γνώμη μου έκβαση είναι να κρίνει το ΔΕΕ ότι η Εκκλησία, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, υπάγεται στις υποχρεώσεις του ΓΚΠΔ και ότι η επίκληση της ανεξάλειπτης φύσης του μυστηρίου της βάπτισης δεν αρκεί από μόνη της για να αποκλείσει το δικαίωμα διαγραφής. Θα πρέπει να αποδεικνύεται συγκεκριμένη νομική βάση για τη διατήρηση των δεδομένων και, όπου εφαρμόζεται το άρθρο 21 παρ. 1 ΓΚΠΔ, επιτακτικοί νόμιμοι λόγοι που υπερισχύουν των δικαιωμάτων του υποκειμένου.

Η αντίδραση της Επιτροπής Επισκοπικών Διασκέψεων της ΕΕ (COMECE), η οποία εξέφρασε έντονη ανησυχία για τις προτάσεις Medina, επιβεβαιώνει τη θεσμική σημασία της διαφοράς, χωρίς βεβαίως να προδικάζει την κρίση του Δικαστηρίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Η διαγραφή δεδομένων βάφτισης από καθολική εκκλησία

  Τα θρησκεύματα δεν έχουν κανένα πρόβλημα να καταχωρούν στα κατάστιχά τους νέους πιστούς χωρίς να τους ερωτούν, όπως γίνεται με τον νηπιοβα...