Κυριακή, Ιουνίου 09, 2013

Η "άρνηση γενοκτονίας" κατά το ευρωπαϊκό δίκαιο

Η συζήτηση για την θέσπιση νέων ποινικών διατάξεων για την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας εκκινεί από την υποχρέωση της Ελλάδας να ενσωματώσει στο εθνικό δίκαιο την Απόφαση - πλαίσιο 2008/913/ΔΕ του Συμβουλίου της ΕΕ. Η απόφαση - πλαίσιο αποσκοπεί κυρίως στον συντονισμό των νομοθεσιών των κρατών - μελών της ΕΕ, προκειμένου να προωθηθεί η συνεργασία των κρατών μελών σε αστυνομικές και δικαστικές υποθέσεις. Η Ελλάδα έχει από το 1979 έναν νόμο για την καταπολέμηση των φυλετικών διακρίσεων. Αυτό που δεν έχει και είναι η ουσιαστικότερη απόκλιση του εθνικού δικαίου από την Απόφαση - πλαίσιο είναι μια διάταξη που να στοχοποιεί την "αρνηση γενοκτονιών", όπως θα λέγαμε σχηματικά το εν λόγω αδίκημα που προβλέπεται σε άλλες χώρες της Ευρώπης.

Η Απόφαση - πλαίσιο θεσπίστηκε το 2008, όταν ήταν ήδη γνωστές οι ενστάσεις για τέτοιου είδους νομοθεσίες, ως προς τον σεβασμό της ελευθερίας της έκφρασης από τους αρνητές του Ολοκαυτώματος, τους αναθεωρητές ιστορικούς που εξέφραζαν μια ιστορική άποψη διαφορετική από την "επίσημη" ή την κρατούσα σχετικά με τα γεγονότα του Γ' Ράιχ. Το 2008 η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε πλήρη επίγνωση της κριτικής που είχε αναπτυχθεί εναντίον αυτών των νομοθεσιών, αλλά και των διαδικασιών που υπέβαλαν σε έλεγχο συμβατότητας αυτών των διατάξεων προς την ελευθερία της έκφρασης. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση ελέγχου του γαλλικού νόμου Γκεϊσό ήταν η υπόθεση Faurisson κατά Γαλλίας. Η υπόθεση έφτασε στην Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου των Ηνωμένων Εθνών που ελέγχει κατά πόσον τα κράτη τηρούν το Διεθνές Σύμφωνο για τα Πολιτικά Δικαιώματα, στο άρθρο 19 του οποίου προστατεύεται η ελευθερία της έκφρασης. Η Επιτροπή έκρινε ότι ο νόμος Γκεϊσό, όπως εφαρμόστηκε από την δικαιοσύνη στην υπόθεση Faurisson δεν ήταν αντίθετος στην ελευθερία της έκφρασης γιατί δεν τιμωρούσε την άποψη, αλλά προστάτευε τους Εβραίους από τον κίνδυνο της εναντίον τους δημιουργίας ενός κλίματος αντισημιτισμού. Έτσι, η Ευρωπαϊκή Ένωση όταν αποφάσισε να τυποποιηθεί η άρνηση γενοκτονιών κλπ, έλαβε ιδιαίτερα υπόψη της ότι δεν πρέπει να ποινικοποιηθεί η διαφορετική άποψη αλλά κυρίως οι συνέπειες που μπορεί να έχει η έγερση βίας εναντίον ατόμων ή ομάδων για μη επιλεγόμενες, εγγενείς ιδιότητες. 

Η τυποποίηση του αδικήματος στην επίμαχη απόφαση πλαίσιο είναι η εξής:

Άρθρο 1 

1. Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίσει ότι τιμωρούνται οι ακόλουθες εκ προθέσεως τελούμενες πράξεις:
α)...
β) ...
γ) η δημόσια επιδοκιμασία, η άρνηση ή η χονδροειδής υποτίμηση της σοβαρότητας όσον αφορά εγκλήματα γενοκτονίας, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και εγκλήματα πολέμου, όπως ορίζονται στα άρθρα 6, 7 και 8 του Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, και η οποία στρέφεται κατά ομάδας προσώπων ή μέλους ομάδας που προσδιορίζεται βάσει της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, των γενεαλογικών καταβολών ή της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής όταν η συμπεριφορά εκδηλώνεται κατά τρόπο που είναι πιθανόν να υποκινήσει βία ή μίσος στρεφόμενο κατά μιας τέτοιας ομάδας ή μέλους μιας τέτοιας ομάδας,
δ) η δημόσια επιδοκιμασία, άρνηση ή χονδροειδής υποτίμηση της σοβαρότητας των εγκλημάτων τα οποία ορίζονται στο άρθρο 6 του Καταστατικού του Διεθνούς Στρατοδικείου που προσαρτάται στη συμφωνία του Λονδίνου της 8ης Αυγούστου 1945, η οποία στρέφεται κατά ομάδας προσώπων ή μέλους τέτοιας ομάδας που προσδιορίζεται βάσει της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, των γενεαλογικών καταβολών ή της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, όταν η συμπεριφορά εκδηλώνεται κατά τρόπο που είναι πιθανόν να υποκινήσει βία ή μίσος στρεφόμενο κατά μιας τέτοιας ομάδας ή μέλους μιας τέτοιας ομάδας.


 Επομένως, το αδίκημα όπως τυποποιείται από το ευρωπαϊκό δίκαιο που πρέπει να ενσωματώσουμε δεν περιορίζεται στην "άρνηση γενοκτονίας", αλλά συνοδεύεται και από την προϋπόθεση του κινδύνου επέλευσης ενός αποτελέσματος που αφορά την υποκίνηση βίας ή μίσους εναντίον ατόμου ή ομάδας. Με αυτόν τον τρόπο, η ΕΕ δεν καλεί σε ποινικοποίηση του  "μισαλλόδοξου λόγου", αλλά καλεί τα κράτη να συνδέσουν αναπόσπαστα την τιμωρητική διάταξη με την πιθανή υποκίνηση εγκληματικού αποτελέσματος. Στο άρθρο 2 της Απόφασης - πλαίσιο μάλιστα αναγνωρίζεται και η ευρύτατη ευχέρεια των κρατών για την επίτευξη του τιμωρητικού αποτελέσματος: "τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέγουν να τιμωρούν μόνον συμπεριφορά η οποία είτε εκδηλώνεται κατά τρόπο που διαταράσσει τη δημόσια τάξη είτε έχει απειλητικό, υβριστικό ή προσβλητικό χαρακτήρα."  Άρα, το πώς θα επιτευχθεί αυτή η ισορροπία στο εθνικό δίκαιο είναι αρμοδιότητα του εθνικού νομοθέτη.

  Πάντως οι ενστάσεις για την αοριστία της παραπάνω διατύπωσης, οι οποίες είναι εύλογες δεδομένου ότι με τον νόμο αυτόν θα ρυθμίζεται η σχέση δύο συνταγματικών δικαιωμάτων δηλαδή αφενός η ελευθερία της έκφρασης (άρθρο 14 του Σ.) κι αφετέρου η προστασία της ελευθερίας, τιμής και ζωής καθενός που βρίσκεται στην Ελληνική επικράτεια (άρθρο 5 παρ. 2 του Σ.), θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να συσσχετίζονται με τον νομοτεχνικά αποδεκτό βαθμό γενικότητας που περιέχουν οι ήδη υφιστάμενες διατάξεις του ποινικού κώδικα - εκείνες που δεν έχουν δημιουργήσει πρόβλημα συνταγματικότητας. 

Κατά τη γνώμη μου, το πλαίσιο διάταξης που ορίζει η απόφαση της ΕΕ είναι πιο συγκεκριμένο από υφιστάμενες διατάξεις του Ποινικού Κώδικα που είναι διατυπωμένες με σαφέστατα μεγαλύτερο βαθμό αφαίρεσης. Ας δούμε λ.χ. την διάταξη που τιμωρεί το ποινικό αδίκημα της απειλής (άρθρο 333 Π.Κ.):

"Όποιος προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή". 

Υπάρχει καμια αμφιβολία ότι η διατύπωση αυτή είναι πιο αόριστη από την τυποποίηση της Απόφασης - πλαίσιο για την "άρνηση γενοκτονιών"; Αν κάποιος δεν είχε ποτέ του εμπειρία εφαρμογής ποινικού δικαίου θα έλεγε κι εδώ "θα ποινικοποιήσουμε τον "τρόμο" και την "ανησυχία";" Ουδείς βέβαια ασχολείται, γιατί το άρθρο 333 εφαρμόζεται κάθε μέρα από τα ποινικά δικαστήρια χωρίς να έχει διαπιστωθεί ποτέ η "αντισυνταγματικότητά" του ή οποιαδήποτε άλλη πρόσκρουση στις διατάξεις που κατοχυρώνουν την ελευθερία της έκφρασης.  Το ίδιο ισχύει και για πληθώρα άλλων διατάξεων. 

Επιπλέον, η παραπάνω διάταξη της Απόφασης - πλαίσιο παραπέμπει στο Καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου που τυποποιεί τα αδικήματα της γενοκτονίας, των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και τα εγκλήματα πολέμου. Επομένως, το εύρος αυτής της διάταξης εμπλουτίζεται και από το κανονιστικό περιεχόμενο αυτών των διατάξεων. Διαφωνώ όμως με το γεγονός ότι η διάταξη της Απόφασης - πλαίσιο επιβάλλει τον κολασμό στις περιπτώσεις των αδικημάτων που προβλέπονται από το Καταστατικό, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη δικαστικής απόφασης του Δ.Π.Δ. για το θέμα αυτό. Η τιμωρία μιας άρνησης γενοκτονίας χωρίς την ύπαρξη προηγούμενης δικαστικής απόφασης κατά τη γνώμη μου βρίσκεται σε σχέση έντασης με την ελευθερία της έκφρασης καθώς και  με μια αντίστροφη αλλά ισχύουσα εκδοχή του τεκμηρίου της αθωότητας: δεν υπάρχει κάποιο τεκμήριο "ενοχής" επειδή κάποιος θεωρεί ότι ουδέποτε τελέστηκε μια θηριωδία που εμπίπτει στην έννοια λ.χ. στα εγκλήματα πολέμου, χωρίς σχετική δικαστική κρίση. Αν ήταν έτσι, θα ήταν εντελώς περιττό το Δ.Π.Δ. Σε αυτό θεωρώ ότι υπάρχει πρόβλημα και ότι τα ελληνικά νομοσχέδια που προϋποθέτουν την ύπαρξη δικαστικών αποφάσεων κινούνται προς την σωστή διορθωτική κατεύθυνση.

Η έκφραση μιας γενικής γνώμης είναι εντελώς διαφορετική νομική κατηγορία από την υποκίνηση σε πράξεις βίας εναντίον ατόμων ή ομάδων. Ο κίνδυνος μια γνώμη να εκληφθεί ως υποκίνηση είναι υπαρκτός και με το ισχύον δίκαιο, ακόμη και ως προς το αδίκημα της απειλής καθώς και άλλα αδικήματα. Ο υπερτονισμός του κινδύνου όμως υποβαθμίζει την εμπειρία και επάρκεια των δικαστών, των δικηγόρων αλλά και γενικότερα της νομικής ως επιστήμης και ως συστήματος απονομής του δικαίου. Και αρνείται ότι οι αντιρατσιστικοί νόμοι ανταποκρίνονται σε συγκεκριμένες κοινωνικές ανάγκες. 



Τετάρτη, Ιουνίου 05, 2013

Σχόλια στο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο του ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ.

Η πρόταση νόμου που κατέθεσε η αξιωματική αντιπολίτευση εκκινεί από διαφορετική αφετηρία σε σχέση με τα δύο προηγούμενα νομοσχέδια που είδαν το φως της δημοσιότητας αυτές τις ημέρες. Ενώ η πρόταση ΠΑΣΟΚ/ΔΗΜΑΡ κινείται στην εξ ολοκλήρου κατάρτιση ενός νομοσχεδίου που ακολουθεί λίγο πολύ την δομή της Απόφασης - πλαίσιο του Συμβουλίου της ΕΕ για την καταπολέμιση ορισμένων μορφών ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του ποινικού δικαίου και ενώ η πρόταση της ΝΔ επεμβαίνει διορθωτικά και τροποποιητικά στον ήδη ισχύοντα Ν.927/1979, ο ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ. προτείνει νομοθετικές τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα σε συνδυασμό με την δημιουργία μιας νέας κρατικής δομής για την χάραξη και παρακολούθηση της εθνικής αντιρατσιστικής πολιτικής. 

Η βασική νομοθετική τροποποίηση είναι η εισαγωγή μιας νέας νομικής έννοιας, του εγκλήματος "με ρατσιστικά χαρακτηριστικά", το οποίο μπορεί να είναι εν δυνάμει κάθε αδίκημα του Π.Κ. εάν ο λόγος της τέλεσης της πράξης είναι συγκεκριμένες ιδιότητες του θύματος. Σε αυτή την περίπτωση, τα "ρατσιστικά χαρακτηριστικά" του νομοσχεδίου αποτελούν επιβαρυντική περίσταση και λόγο για ειδικότερες ποινές, όπως η στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων κλπ. 

Αντί δηλαδή να τυποποιηθεί ένα νέο ποινικό αδίκημα (όπως η "δημόσια υποκίνηση σε πράξεις βίας / μίσους" του νομοσχεδίου ΠΑΣΟΚ/ΔΗΜΑΡ), το νομοσχέδιο προσφέρει ένα συμπλήρωμα στο γενικό μέρος του Ποινικού Κώδικα. 


Τα νομικά προβλήματα που παρουσιάζει η πρόταση του ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ είναι ότι:

1)  δεν ξεκαθαρίζει την σχέση της πρότασης με τον υφιστάμενο Ν.927, αν δηλαδή τον καταργεί ως ειδικότερος νεότερος νόμος ή αν εξακολουθεί να ισχύει αυτός και μετά την τυχόν θέσπιση του νομοθετήματος (πιο πιθανό). Για λόγους ασφάλειας δικαίου θα πρέπει να ξεκαθαρίσει αν το νομοσχέδιο λειτουργεί παραπληρωματικά ή καταργητικά προς τον νόμο. Από την ίδια  την αιτιολογική έκθεση φαίνεται μάλλον να λειτουργεί παραπληρωματικά, καθώς στην 6η παράγραφο αναφέρεται μεταξύ άλλων: "Στο νόμο αυτό, ο νομοθέτης προέβλεψε την ποινική απαξία της έκφρασης ρατσιστικών ιδεών, όχι όμως και της τέλεσης πράξεων με ρατσιστικά χαρακτηριστικά". Η κρίση αυτή είναι εσφαλμένη, καθώς 
i) στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν.927 τιμωρείται η προτροπή σε τέλεση ρατσιστικών πράξεων, 
ii) στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου προβλέπεται ξεκάθαρα ως τιμωρούμενη πράξη η συμμετοχή σε ρατσιστική οργάνωση και 
iii) στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου τιμωρείται η άρνηση παροχής αγαθών ή υπηρεσιών για ρατσιστικούς λόγους ( αν και το άρθρο αυτό καταργήθηκε με το πολύ πιο συγκεκριμένο αλλά ταυτόσημο άρθρο 16 του Ν.3304/2005). 
Και τα τρία αυτά αδικήματα δεν αφορούν την "απαξία έκφρασης ρατσιστικών ιδεών", αλλά την τέλεση ρατσιστικών πράξεων. Πάντως, πιο υποστηρίξιμη είναι η εκδοχή ότι η πρόταση νόμου του ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ δεν καταργεί τον ν.927, παρά τις ελευθεριακές "κορώνες" στην αιτιολογική έκθεση κατά της ποινικοποίησης μισαλλόδοξου λόγου: το νομοσχέδιο δεν καταργεί ρητώς τον ν.927.

2) δεν εναρμονίζει το εθνικό δίκαιο με την Απόφαση - πλαίσιο του Συμβουλίου της ΕΕ που ρητώς αναφέρει στο άρθρο 1 παρ. 1 ότι τα κράτη μέλη της ΕΕ πρέπει να τυποποιήσουν ως ποινικό αδίκημα


"γ) η δημόσια επιδοκιμασία, η άρνηση ή η χονδροειδής υποτίμηση της σοβαρότητας όσον αφορά εγκλήματα γενοκτονίας, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και εγκλήματα πολέμου, όπως ορίζονται στα άρθρα 6, 7 και 8 του Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, και η οποία στρέφεται κατά ομάδας προσώπων ή μέλους ομάδας που προσδιορίζεται βάσει της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, των γενεαλογικών καταβολών ή της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής όταν η συμπεριφορά εκδηλώνεται κατά τρόπο που είναι πιθανόν να υποκινήσει βία ή μίσος στρεφόμενο κατά μιας τέτοιας ομάδας ή μέλους μιας τέτοιας ομάδας,

δ) η δημόσια επιδοκιμασία, άρνηση ή χονδροειδής υποτίμηση της σοβαρότητας των εγκλημάτων τα οποία ορίζονται στο άρθρο 6 του Καταστατικού του Διεθνούς Στρατοδικείου που προσαρτάται στη συμφωνία του Λονδίνου της 8ης Αυγούστου 1945, η οποία στρέφεται κατά ομάδας προσώπων ή μέλους τέτοιας ομάδας που προσδιορίζεται βάσει της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, των γενεαλογικών καταβολών ή της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, όταν η συμπεριφορά εκδηλώνεται κατά τρόπο που είναι πιθανόν να υποκινήσει βία ή μίσος στρεφόμενο κατά μιας τέτοιας ομάδας ή μέλους μιας τέτοιας ομάδας."


Σημειωτέον ότι η παρ. 2 της Απόφασης - πλαίσιο αναφέρει ότι τα κράτη έχουν την ευχέρεια να επιλέξουν αν θα τιμωρείται η τέλεση των παραπάνω σε επίπεδο προσβολής / εξύβρισης (αυξημένη προστασία) ή αν πρέπει να διαταράσσεται και η δημόσια τάξη για να είναι αξιόποινη η πράξη (μειωμένη πρακτικά προστασία). Ωστόσο, σε αυτήν την  πρόταση νόμου δεν υπάρχει τίποτε από τα δύο. 


 Επομένως, η πρόταση του ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ. δεν ανταποκρίνεται σε αυτή την ευρωπαϊκού δικαίου διάταξη και η τυχόν ψήφισή της μπορεί να οδηγήσει την χώρα ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά τις 14 Νοεμβρίου 2013. 


3) Υπό την εκδοχή ότι η πρόταση νόμου δεν καταργεί τον Ν.927/1979, ο ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ εξακολουθεί να αφήνει με αυτήν την πρόταση αποποινικοποιημένο τον ομοερωτοφοβικό και τρανσφοβικό λόγο, διατηρώντας την τιμωρία μόνο σε επίπεδο "επιβαρυντικής περίστασης" που ούτως ή άλλως ισχύει και σήμερα με το άρθρο 79 και δεν εφαρμόστηκε ποτέ σε συνδυασμό με τα άρθρα 361 επ. Π.Κ. όταν έφτασαν στα δικαστήρια ομοερωτοφοβικά δημοσιεύματα. 

4) Υπό την εκδοχή ότι η πρόταση νόμου καταργεί τον Ν.927/1979 (δεν προκύπτει ρητώς από το νομοσχέδιο, αλλά πρέπει να διευκρινιστεί), το νομοσχέδιο αποκλίνει σημαντικά από το άρθρο 4 της Διεθνούς Σύμβασης για την καταπολέμηση πάσης μορφής φυλετικών διακρίσεων. 

5) Ενώ δημιουργεί αυτοτελή επιβαρυντική περίσταση (προτεινόμενο άρθρο 93Α), δεν καταργείται η υφιστάμενη επιβαρυντική περίσταση λόγω ρατσιστικών κινήτρων του άρθρου 79 παρ. 3 περ. δ' του Π.Κ. Έτσι, στο ίδιο κεφάλαιο του Ποινικού Κώδικα θα υπάρχει και η αυτοτελής και η "ατελής" επιβαρυντική περίσταση.


6) Δεν προβλέπονται ειδικές διατάξεις για την τέλεση των ρατσιστικών εγκλημάτων μέσω Διαδικτύου.


Από την άλλη πλευρά, η πρόταση του ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ παρουσιάζει πολύ πιο αναλυτικές, σαφείς και προστατευτικές διατάξεις όσον αφορά την προστασία των θυμάτων. Ενώ το νομοσχέδιο της ΝΔ δεν προβλέπει τίποτε γι' αυτό το θέμα,  και η πρόταση ΠΑΣΟΚ/ΔΗΜΑΡ αναφέρεται στην προστασία θυμάτων το άρθρο 7 περί μη απέλασης, η πρόταση ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ περιλαμβάνει μια ολοκληρωμένη περιγραφή της διαδικασίας και αφορά ευρύτερο πεδίο εφαρμογής. 


Επίσης, η πρόταση ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ προβλέπει την παροχή δωρεάν νομικής βοήθειας, με απαλλαγή πληρωμής παραβόλων κλπ και σαφέστερα ευρύτερη αναγνώριση του δικαιώματος άσκησης πολιτικής αγωγής σε νομικά πρόσωπα. 

Σάββατο, Ιουνίου 01, 2013

Έγκριση κοινωνικών μηνυμάτων από το ΕΣΡ

Επειδή οι ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί διαχειρίζονται τις συχνότητες που τους έχουν χορηγηθεί, ένα αγαθό που λόγω της φυσικής σπανιότητάς του έχει χαρακτηρισθεί "δημόσιος πόρος", το Κράτος έχει θεωρηθεί ότι μπορεί να ασκεί μια αυξημένη ρυθμιστική παρέμβαση στην διαχείριση αυτή. Το άρθρο 15 του Συντάγματος όμως προβλέπει ότι ο άμεσος έλεγχος του Κράτους στην ραδιοτηλεόραση ασκείται από ανεξάρτητη αρχή, το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, προκειμένου αυτή η παρέμβαση να έχει εχέγγυα αμεροληψίας. 

Η ραδιοτηλεοπτική νομοθεσία προβλέπει ότι οι σταθμοί έχουν υποχρέωση να προβάλλουν υποχρεωτικά και "κοινωνικά μηνύματα". Η έννοια και οι προϋποθέσεις υποχρεωτικής προβολής "κοινωνικών μηνυμάτων" ορίζονται από μια υπουργική απόφαση του 1997 και η όλη διαδικασία περιγράφεται στην Υπόδειξη 3/19.12.2011 του Ε.Σ.Ρ. Υπάρχει Ειδική Επιτροπή από μέλη του Ε.Σ.Ρ. που εξετάζουν τα αιτήματα και αποφαίνονται σχετικά. 

Πρόσφατα ακολούθησα αυτή τη διαδικασία, στο πλαίσιο υποβολής αιτήματος για μετάδοση ενός ραδιοφωνικού μηνύματος που ετοιμάσαμε στον Δήμο Αθηναίων για την ενημέρωση του κοινού σχετικά με τον Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης. Οι διατάξεις για την υποβολή και την έγκριση του μηνύματος δεν ήταν τόσο απλές και σίγουρα η υποβολή μιας τέτοιας αίτησης απαιτεί προσαρμογές και ερμηνείες που είναι απαραίτητες ώστε η ανεξάρτητη αρχή να εγκρίνει το σποτ. Το σποτ που υποβάλαμε εγκρίθηκε σε ελάχιστες μέρες και η απόφαση μας κοινοποιήθηκε με φαξ. Θα περιγράψω εδώ τις προϋποθέσεις.

Ποιοί  υποβάλλουν το αίτημα;

"α) το Δημόσιο,
β) τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου
γ) τα Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα." 

Στην τελευταία κατηγορία εμπίπτουν τα σωματεία, τα ιδρύματα και οι αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρίες που έχουν αποκτήσει νομική προσωπικότητα. Επομένως, δεν εμπίπτουν οι ενώσεις προσώπων που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, οι εμπορικές εταιρίες και τα πολιτικά κόμματα. Ούτε φυσικό πρόσωπο υποβάλλει παραδεκτώς σχετικό αίτημα.  (Ο Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης υπάγεται στον Δήμο Αθηναίων που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου.)

Τί θεωρείται "μήνυμα κοινωνικού περιεχομένου";

Σύμφωνα με το νομικό και κανονιστικό πλαίσιο, τέτοια μηνύματα θεωρούνται όσα πληροφορούν το κοινωνικό σύνολο για θέματα που αφορούν σε: 

"α) Πρόληψη ασθενειών, ατυχημάτων ή παθήσεων που οφείλονται σε υπερβολική χρήση πάσης φύσεως αγαθών (ναρκωτικών ουσιών, οινοπνευματοδών καπνού κ.α.) ή σε οποιαδήποτε άλλη αιτία και σε θέματα υγιεινής διαβίωσης και διατροφής.

β) Προστασία του φυσικού, οικιστικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, προστασία του καταναλωτή, ενίσχυση της αιμοδοσίας, προαγωγή της οδικής ασφάλειας, λειτουργία θεσμών δημοκρατικού πολιτεύματος και άλλα συναφή θέματα. 

γ) Ανάγκες και απαραίτητα μέτρα προαγωγής της προστασίας, πρόνοιας και διευκόλυνσης των ατόμων με ειδικές ανάγκες και των ομάδων πληθυσμού που χρήζουν κοινωνικής προστασίας."  

Υπάρχουν λοιπόν τρεις μεγάλες κατηγορίες στις οποίες πρέπει να εμπίπτει ένα σποτ για να θεωρηθεί κοινωνικό μήνυμα: υγεία, συλλογικά αγαθά, προστασία ευπαθών πληθυσμιακών ομάδων. Στην περίπτωση του δικού μας σποτ, βασίσαμε τον χαρακτηρισμό στην περίπτωση "β", ως προς την λειτουργία θεσμών δημοκρατικού πολιτεύματος.

Στην πρόσφατη απόρριψη του σχετικού αιτήματος του Athens Pride, η αιτιολογία ήταν ότι το spot δεν εμπίπτει στην κατηγορία του κοινωνικού μηνύματος κι όχι ότι το περιεχόμενό του θεωρήθηκε άσεμνο ή ενοχλητικό. Αυτό σημαίνει ότι η απόρριψη μπορεί να αντικρουστεί νομικά, ιδίως με βάση της υποστήριξης του γεγονότος ότι μια παρέλαση περηφάνειας αποτελεί ενάσκηση δικαιωμάτων συνταγματικού και ευρωπαϊκού δικαίου και ως εκ τούτου συνδέεται με την λειτουργία των θεσμών του δημοκρατικού πολιτεύματος, ενώ αφορά μια ομάδα πληθυσμού που υφίσταται νομικά απαγορευμένες διακρίσεις, όπως έχει καταγραφεί στον Ν.3304/2005 και στο άρθρο 79 του Ποινικού Κώδικα. Με ένα τέτοιο σκεπτικό το spot θα εντασσόταν στις περιπτώσεις (β) και (γ) και θα μπορούσε να θεωρηθεί κοινωνικό μήνυμα.

Τεχνικά χαρακτηριστικά

Το μήνυμα δεν πρέπει να είναι πάνω από 40'' και υποβάλλεται σε φορέα ενσωμάτωσης στον οποίο δεν πρέπει να καταλαμβάνει άνω των 10 ΜΒ. Σύμφωνα με απόφαση της Ειδικής Επιτροπής, στο μήνυμα δεν πρέπει να υπάρχουν:

- ενδείξεις της εταιρίας παραγωγής, οποιαδήποτε ένδειξη χορηγού, ή λογότυπο εταιρίας κερδοσκοπικού και μη δημόσιου χαρακτήρα
- αριθμοί τηλεφώνων ή SMS υψηλής χρέωσης
- τραπεζικοί λογαριασμοί, εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων. 

Σε περίπτωση που το µήνυµα είναι ξενόγλωσσο θα πρέπει να περιλαµβάνονται υπότιτλοι ή να έχει γίνει µεταγλώττιση. Η µετάφραση θα πρέπει να βεβαιώνεται από επίσηµο µεταφραστικό φορέα.

Εννοείται ότι το ΕΣΡ ελέγχει ως προς το περιεχόμενο κατά πόσον πληρούνται οι κανόνες δεοντολογίας που προβλέπονται από την ελληνική ραδιοτηλεοπτική νομοθεσία. Αυτό σημαίνει ότι όσο ευγενής κι αν είναι ο σκοπός, εάν το σποτ περιέχει σκηνές, κείμενο  ή εικόνες που θα απαγορεύονταν για οποιαδήποτε άλλη εκπομπή, μπορεί να μην εγκριθεί ως προς αυτή τη βάση και να μην μπορεί να παιχτεί τελικά ούτε επί πληρωμή, γιατί θα υπάρχει μια αρνητική κρίση από το ΕΣΡ που μπορεί να αποτελέσει λόγο επιβολής προστίμου. 

Συχνότητα προβολής

Εφόσον εγκριθεί το κοινωνικό μήνυμα από το ΕΣΡ, οι ραδιοφωνικοί/τηλεοπτικοί σταθμοί στους οποίους θα αποσταλεί υποχρεούνται να το προβάλλουν για ένα (1) μήνα. 

Σύμφωνα με την ίδια απόφαση της Ειδικής Επιτροπής, κάθε φορέας δικαίουται να υποβάλλει μόνο ένα (1) σποτ (τηλεοπτικό ή ραδιοφωνικό ή και τα δύο), δύο (2) φορές το χρόνο για το ίδιο ή διαφορετικό θέμα. Από τον περιορισμό αυτόν εξαιρούνται μηνύματα που αφορούν την δημόσια υγεία ή την ασφάλεια των πολιτών. 

Τυχόν έσοδα 

Προκειµένου να εγκριθεί κοινωνικό µήνυµα που σχετίζεται µε ενέργεια ή εκδήλωση (συναυλία, εορταγορά κλπ) η οποία απαιτεί την εισφορά αντιτίµου εκ µέρους των πολιτών, θα πρέπει να διασφαλίζεται η συµµετοχή όλων των παραγόντων της εκδήλωσης αφιλοκερδώς και να αναγράφεται/αναφέρεται τόσο στην αίτηση όσο και στο τηλεοπτικό/ ραδιοφωνικό µήνυµα ότι ΟΛΑ ΤΑ ΕΣΟ∆Α θα διατεθούν για τους σκοπούς του µη κερδοσκοπικού φορέα.

Απόφαση της Επιτροπής

Εφόσον η Επιτροπή Κοινωνικών Μηνυµάτων εγκρίνει την αίτηση δωρεάν µετάδοσης κοινωνικού µηνύµατος, αποστέλλεται στον φορέα µε φαξ η Απόφαση. Ο φορέας πρέπει µετά να έρθει σε επικοινωνία µε τους ραδιοφωνικούς ή / και τους τηλεοπτικούς σταθµούς, να τους αποστείλει αντίγραφο της Απόφασης καθώς και το µήνυµα στη µορφή που θα του ζητηθεί από τον σταθµό.
Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης δωρεάν µετάδοσης κοινωνικού µηνύµατος, αποστέλλεται στο φορέα επιστολή που τον ενηµερώνει για την απόρριψη της αίτησής του.

Οι αποφάσεις του ΕΣΡ προσβάλλονται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. 


Πέμπτη, Μαΐου 30, 2013

Σύγκριση αντιρατσιστικών νομοσχεδίων ΝΔ - ΠΑΣΟΚ/ΔΗΜΑΡ

Σήμερα κατατέθηκε στη Βουλή η πρόταση νόμου εκ μέρους των κομμάτων ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ με τίτλο "καταπολέμηση εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας" (βλ. εδώ). Μετά από έναν εκτεταμένο δημόσιο διάλογο, κατά τον οποίο το νομοσχέδιο κυκλοφορούσε μόνο ως διαρροή, αυτή τη στιγμή βρίσκεται αναρτημένο στην ιστοθέση της Βουλής. 

Παράλληλα, από την πλευρά του κόμματος της ΝΔ φέρεται ότι κατατέθηκε επίσης πρόταση νόμου, για την τροποποίηση του ισχύοντος αντιρατσιστικού Ν.927/1979. Το κείμενο αυτό δεν έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της Βουλής μέχρι την στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, υπάρχει όμως διασταύρωση για το περιεχόμενό του, καθώς μεταδίδεται από περισσότερα μέσα ενημέρωσης (εδώ, εδώ, εδώ). Η πρόταση της ΝΔ κινείται στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή της εναρμόνισης του Ν.927/1979 με την Απόφαση - πλαίσιο του Συμβουλίου της Ε.Ε. Ο λόγος για τον οποίο οι τροποποιήσεις του Ν.927/1979 δεν είναι ο ενδεικνυόμενος τρόπος εναρμόνισης με την απόφαση αναλύονται εδώ. 

Κατάργηση τιμωρίας ρατσιστικής εξύβρισης

Εξετάζοντας συγκριτικά τις δύο νομοθετικές προτάσεις, διαπιστώνεται μια συμφωνία: σε κανένα από τα δύο νομοσχέδια περιλαμβάνεται ένα ποινικό αδίκημα που να τιμωρεί τις απόψεις περί φυλετικής ανωτερότητας ή μίσους. Δηλαδή καταργείται το ποινικό αδίκημα του άρθρου 2 του Ν.927/1979 κατά το οποίο τιμωρείται όποιος προσβάλλει άτομο ή ομάδα ατόμων για τη φυλή, το θρήσκευμα και την εθνικότητά του.Αυτό καταργείται στην γενικότητά του κι έτσι, τόσο η πρόταση των ΠΑΣΟΚ/ΔΗΜΑΡ, όσο και η πρόταση της ΝΔ αποκλίνουν από την υποχρέωση της χώρας που απορρέει από το άρθρο 4 περ. (α) της Διεθνούς Σύμβασης για την Καταπολέμηση όλων των μορφών των Φυλετικών Διακρίσεων, την οποία η Ελλάδα κύρωσε με το ν.δ.474/1970. Επομένως, και με τα δύο νομοσχέδια, η ρατσιστική εξύβριση, τυποποιημένη ως σήμερα από το άρθρο 2 του ν.927, καταργείται. 

Update: το παραπάνω ανατρέπεται με βάση την διαρροή του νομοσχεδίου της ΝΔ μέσω της εφημερίδας "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ" (βλ. εδώ). Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, η πρόταση της ΝΔ διατηρεί την ρατσιστική εξύβριση, προσθέτοντας διατάξεις κι όχι καταργώντας το άρθρο 2 του Ν.927/1979, όπως ισχύει σήμερα. Έτσι, η πρόταση της ΝΔ εμφανίζεται σύμφωνη με την Διεθνή Σύμβαση. 

Πλαίσιο ποινής για την δημόσια υποκίνηση ρατσιστικής βίας

Ως προς το ποινικό αδίκημα που σήμερα προβλέπεται από το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.927, το οποίο αφορά την δημόσια προτροπή σε τέλεση πράξεων δυνάμενες να προκαλέσουν διακρίσεις, βία ή μίσος, η ΝΔ προτείνει την αυστηροποίηση της ποινής, από έως 2 ετών φυλάκιση ή/και χρηματική ποινή, σε φυλάκιση από 3 μήνες έως 3 έτη και χρηματική ποινή 5.000 - 20.000 ευρώ. 

Η πρόταση ΠΑΣΟΚ/ΔΗΜΑΡ προβλέπει την ίδια χρηματική ποινή με την ΝΔ, αλλά μεγαλύτερο πλαίσιο ποινής φυλάκισης, από 6 μήνες έως 5 έτη. Στην πρόταση αυτή προβλέπεται ρητά και η παρεπόμενη ποινή της στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων για ένα έως πέντε έτη, στην περίπτωση που ο δράστης καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης ενός έτους. 

Εύρος προστασίας

Η πρόταση ΠΑΣΟΚ/ΔΗΜΑΡ αναφέρεται σε διακρίσεις με βάση φυλή, χρώμα θρησκεία, γενεαλογικές καταβολές, εθνική/εθνοτική καταγωγή, "γενετήσιο" (σεξουαλικό) προσανατολισμό και ταυτότητα φύλου. Επίσης, η πρόταση αυτή ποινικοποιεί και την φθορά αντικειμένων που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά από τις ανωτέρω ομάδες ατόμων. 

Στην πρόταση ΝΔ ως προς το αδίκημα της υποκίνησης τιμωρείται μόνο όποιος στρέφεται "άμεσα" εναντίον προσώπου. Άρα όχι όποιος υποκινεί εναντίον ομάδας προσώπων. Επίσης στην πρόταση ΝΔ  δεν υπάρχει ο "γενετήσιος" προσανατολισμός και η ταυτότητα φύλου, προφανώς για να προστεθούν ως "παραχώρηση" κατά την κοινοβουλευτική διαδικασία των τροποποιήσεων του νομοσχεδίου, όπως έγινε πριν από ένα μήνα περίπου με την προσθήκη της ταυτότητας φύλου, αλλά και το 2008, όταν ο Υπουργός Δικαιοσύνης κ. Χατζηγάκης ύστερα από πρόταση του κ. Κουβέλη προσέθεσε τον "γενετήσιο" προσανατολισμό στους λόγους επιβαρυντικών περιστάσεων του άρθρου 79 του Ποινικού Κώδικα. Είναι ξεκάθαρο πισωγύρισμα όμως το γεγονός ότι στην πρόταση της ΝΔ τροποποιείται το άρθρο 79 του Ποινικού Κώδικα για να αφαιρεθεί από εκεί ο "γενετήσιος" προσανατολισμός που επί των δικών της ημερών του 2008 προστέθηκε στο νόμο, αλλά επιπλέον αφαιρείται και η ταυτότητα φύλου! 

Δημόσιοι λειτουργοί - δημόσιος τομέας

Η πρόταση ΠΑΣΟΚ/ΔΗΜΑΡ αναφέρει ότι η τέλεση της πράξης από δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο συνιστά επιβαρυντική περίσταση. 

Αντίθετα, η πρόταση της ΝΔ αναφέρει ότι τα ποινικά αδικήματα του νομοσχεδίου  «δεν εφαρμόζονται ως προς το κράτος και τα όργανά του, τα ΝΠΔΔ και τα όργανά τους, και τους διεθνείς οργανισμούς δημοσίου δικαίου». Ο αποκλεισμός αυτός είναι αντίθετος στο άρθρο 4 (γ) της Διεθνούς Σύμβασης για την Καταπολέμηση όλων των μορφών Φυλετικών Διακρίσεων, σύμφωνα με την οποία τα κράτη δεν θα επιτρέψουν σε δημόσιες αρχές και όργανα, εθνικά ή τοπικά, να προωθούν ή να υποκινούν σε φυλετικές διακρίσεις. 


Δημόσιος εγκωμιασμός - κακόβουλη άρνηση γενοκτονιών - ναζισμού  

Η πρόταση ΝΔ επεκτείνει το εύρος της ποινικά κολάσιμης "αρνησης" έτσι ώστε να αφορά όχι μόνο τις γενοκτονίες κλπ που προβλέπονται από το Διεθνές Ποινικό Δίκαιο, αλλά και όσες έχουν αναγνωριστεί ως τέτοιες από τα Ελληνικά δικαστήρια με αμετάκλητη απόφαση, καθώς και από τη Βουλή (όπως η γενοκτονία των Ποντίων). Στο ίδιο άρθρο, προβλέπονται επίσης και διοικητικά πρόστιμα από 10.000 ευρώ έως και 100.000 ευρώ, καθώς και αποκλεισμός από δημόσιες παροχές πάσης φύσεως, για νομικά πρόσωπα (π.χ. πολιτικά κόμματα), των οποίων οι νόμιμοι εκπρόσωποι έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα για παραβάσεις των ως άνω διατάξεων.

Στην πρόταση ΠΑΣΟΚ/ΔΗΜΑΡ περιλαμβάνει μόνο όσα προβλέπονται από το Διεθνές Ποινικό Δίκαιο. Υπάρχει ωστόσο ένα ολόκληρο άρθρο 5 με τίτλο "ευθύνη νομικών προσώπων ή ενώσεων προσώπων" (στις οποίες περιλαμβάνονται και τα πολιτικά κόμματα), για τα οποία προβλέπεται μια σειρά κυρώσεων που επιβάλλονται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Κατά τη γνώμη μου οι κυρώσεις δεν θα έπρεπε να επιβάλλονται από Υπουργό, αλλά για λόγους ανεξαρτησίας της κύρωσης, να επιβάλλονται από την Εθνική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία πρέπει να αναβαθμιστεί με κυρωτικές αρμοδιότητες. 
____



Αναμένεται επίσης η κατάθεση προτάσεων από τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ.







Τρίτη, Μαΐου 28, 2013

Αντίφαση και κενά στο πρακτικό της ΚΕΝΕ για το αντιρατσιστικό ν/σ

Η Kεντρική Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή στο φερόμενο ως πρακτικό επεξεργασίας του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου αναφέρει ότι ο Ν.927/1979 και διάφοροι άλλοι νόμοι παρέχουν ένα επαρκές πλέγμα διατάξεων για την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας. Από την άλλη πλευρά, στα σχόλιά της για το αδίκημα της παρ. 2 του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου ("Δημόσια υποκίνηση σε πράξεις ή ενέργειες βίας - μίσους"), αναφέρει μεταξύ άλλων ότι: 

"Έτσι, η κατ΄ αρχήν απόλυτη απαγόρευση της με οποιονδήποτε τρόπο έκφρασης ρατσιστικών και ξενοφοβικών ιδεών δεν είναι συνταγματικά ανεκτή."

Ωστόσο, η απόλυτη απαγόρευση τέτοιων ιδεών συναντάται στον ισχύοντα Ν.927/1979 κι όχι στο φερόμενο αντίστοιχο άρθρο του νομοσχεδίου. Ας δούμε τις δύο διατυπώσεις: 


Άρθρο 2

"Όστις δημοσίως, είτε προφορικώς είτε δια του τύπου είτε δια γραπτών κειμένων ή εικονογραφήσεως ή παντός ετέρου μέσου εκφράζει ιδέας προσβλητικάς κατά προσώπου ή ομάδος προσώπων λόγω της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής των τιμωρείται με φυλάκισιν μέχρις ενός έτους ή χρηματική ποινήν ή και δι' αμφοτέρων των ποινών τούτων."

Νομοσχέδιο 2013:

"Όποιος με πρόθεση, δημόσια προφορικά ή δια του τύπου, μέσω του διαδικτύου ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ή μέσο ή τρόπο παροτρύνει, προκαλεί ή διεγείρει σε βιαιοπραγίες ή μίσος, κατά προσώπου  ή ομάδας προσώπων που προσδιορίζονται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, τον γενετήσιο προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή 5.000 έως 20.000 ευρώ."


Είναι ξεκάθαρο ότι η απόλυτη απαγόρευση στην ρατσιστική έκφραση προβλέπεται στον σημερινό ν.927 που τιμωρεί την απλή "έκφραση ιδεών προσβλητικών" κι όχι στην προτεινόμενη διάταξη που η εφαρμογή της δεν προϋποθέτει απλή έκφραση, αλλά πρόκληση "βιαιοπραγιών ή μίσους". 

Επομένως, το προτεινόμενο νομοσχέδιο αποποινικοποιεί την απλή έκφραση ρατσιστικών ιδεών και ανεβάζει τον πήχυ του ποινικού κολασμού της, προσθέτοντας μια ακόμη προϋπόθεση που ουδόλως βρίσκεται πέραν των συνταγματικών διατάξεων, οι οποίες περιλαμβάνουν και το άρθρο 5 παρ. 2 του Συντάγματος που "ξέχασε" να αναφέρει η Κεντρική Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή και το οποίο αναφέρει ότι όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την "απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων". Το ίδιο το Σύνταγμα λοιπόν αναφέρεται σε απόλυτη προστασία των ανωτέρω έννομων αγαθών. 

Κι όμως, η ΚΕΝΕ, ενώ αναφέρει ότι ο Ν.927 είναι ολοκληρωμένο πλαίσιο (με επιφύλαξη για βελτιώσεις), για την παραπάνω προτεινόμενη διάταξη αναφέρει ότι: 

"... η ποινικοποίηση της διαλαμβανόμενης συμπεριφοράς με τη συγκεκριμένη και σε πολλά σημεία αόριστη διατύπωση του κειμένου του σχεδίου νόμου [...] πρέπει να θεωρηθεί ότι βρίσκεται εκτός του προστατευτικού πεδίου της συνταγματικής διάταξης του άρθρου 14. Κι αυτό γιατί προσβάλλει τον πυρήνα της συνταγματικά κατοχυρωμένης ελευθερίας της έκφρασης με κίνδυνο να εκτεθούν σε διώξεις και να τιμωρηθούν πρόσωπα που διατυπώνουν, έστω και με οξύ ύφος, ακόμη και επιστημονικές απόψεις για τα θέματα αυτά."

Αδυνατώ να παρακολουθήσω ποια επιστημονική άποψη, σε οσοδήποτε οξύ ύφος διατυπωμένη, μπορεί να παρορτρύνει, να προκαλεί ή να διεγείρει σε βιαιοπραγίες ή μίσος για τις ανωτέρω περιπτώσεις. Ποια επιστήμη απευθύνεται στο συναίσθημα ή καλεί σε βίαιες ενέργειες;

Επίσης η παραπάνω θέση της ΚΕΝΕ έχει αντιπαρέλθει πλήρως την συνταγματική διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του Συντάγματος για την "απόλυτη προστασία" της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας καθενός ευρισκόμενου στην Επικράτεια χωρις διακρίσεις. Αντίθετα, το άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνει την ελευθερία διάδοσης των στοχασμών έχει σαφή επιφύλαξη υπέρ του νόμου ("τηρώντας τους νόμους του κράτους"). Βεβαίως οι νόμοι αυτοί πρέπει να είναι σύμφωνοι με την αρχή της αναλογικότητας, αλλά τέτοια κριτήρια δεν φαίνεται να απασχόλησαν την ΚΕΝΕ.  

Η κρίση της ΚΕΝΕ ότι οι έννοιες "μίσος", "θρησκεία", "σεξουαλικός προσανατολισμός" και "ταυτότητα φύλου" είναι αόριστες, μολονότι απαντούν ορισμένες από αυτές σε συνταγματικές και άλλες σε ευρωπαϊκού δικαίου διατάξεις που το ίδιο πρακτικό επικαλείται, είναι έωλη. Σε κάθε περίπτωση οι έννοιες αυτές είναι πιο συγκεκριμένες από τη λέξη "τιμή" που αποτελεί και το έννομο αγαθό στην περίπτωση της απλής εξύβρισης. 

Γενικά, οι αντιδρώντες στην εισαγωγή αντιρατσιστικής νομοθεσίας χρησιμοποιούν συχνά επιχειρήματα τα οποία στην ουσία βάλλουν ενάντια στην ίδια την φύση του δικαίου ως συνόλου γενικών κανόνων που ρυθμίζουν δεσμευτικά την κοινωνική ζωή.

Θεωρώντας λοιπόν η ΚΕΝΕ ότι ο απόλυτης απαγόρευσης ν.927 είναι "επαρκής", ενώ η στενότερης εμβέλειας προτεινόμενη διάταξη είναι αντισυνταγματική  και παραβλέποντας πλήρως το άρθρο 5 παρ. 2 του Συντάγματος, αλλά και το άρθρο 25 παρ. 1 ως προς την αρχή της αναλογικότητας, υπέπεσε σε πλημμέλειες που αποδυναμώνουν το συμπέρασμα περί δήθεν αντίθεσης του ν/σ στην ελευθερία της έκφρασης. 


Σάββατο, Μαΐου 25, 2013

Αρκεί η τροποποίηση του ισχύοντος αντιρατσιστικού νόμου ή χρειάζεται νέος νόμος;

Στο άρθρο 5 παρ. 2 του Συντάγματος αναφέρεται ότι όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων. Εξαιρέσεις επιτρέπονται στις περιπτώσεις που προβλέπει το διεθνές δίκαιο. 

Αυτή η συνταγματική διάταξη θα ήταν περιττή, εάν δεν υπήρχε η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος που αναφέρει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου". Στην ελληνική συνταγματική τάξη η ισότητα είναι μια αρχή του δικαίου που επιφυλάσσεται για τους Έλληνες. Στη συνέχεια, εμπλουτίζεται με άλλες διατάξεις όπως η πιο πάνω, προκειμένου να εξισορροπηθούν ορισμένες ανισότητες που μπορεί να προκληθούν και σε επίπεδο κοινής νομοθεσίας. Γιατί είναι η κοινή νομοθεσία εκείνη που θα εξειδικεύσει πώς ακριβώς προστατεύεται η "ζωή", η "τιμή" και η "ελευθερία" καθενός που βρίσκεται στην Επικράτεια χωρίς διάκριση "εθνικότητας", "φυλή", "γλώσσας" και "θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων". Ήδη λοιπόν το Σύνταγμα αναγνωρίζει τις ιδιότητες του ατόμου που είτε είναι Έλληνας είτε όχι, μπορεί να αποτελέσουν λόγο για διακρίσεις, σε βάρος των αγαθών της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας. Επομένως, το ίδιο το Σύνταγμα περιέχει αυτή τη θεμελιώδη αντιρατσιστική διάταξη ξεχωρίζοντας ιδιότητες των ατόμων που πρέπει να προστατεύονται κατά τρόπον ώστε οι εξαιρέσεις να είναι συμβατές με το "διεθνές δίκαιο". 

Το διεθνές δίκαιο περιλαμβάνει και τη Διεθνή Σύμβαση για την Εξάλειψη όλων των μορφών των Φυλετικών Διακρίσεων, ένα κείμενο που θεσπίστηκε από την Γενική Συνέλευση του Ο.Η.Ε και άνοιξε για υπογραφές το 1965, ενώ τέθηκε σε ισχύ το 1969. Η Ελλάδα υπέγραψε το 1966 την Σύμβαση και την κύρωσε με το νομοθετικό διάταγμα 494/1970. Δεν αρκούσε όμως η κύρωση της Σύμβασης, καθώς το κράτος έχει υποχρέωση να υλοποιήσει τις επιταγές της Σύμβασης, ανάμεσα στις οποίες και η θέσπιση διατάξεων του ποινικού δικαίου με τις οποίες να τιμωρείται η διάδοση ιδεών περί φυλετικής ανωτερότητας, η παρότρυνση για φυλετικές διακρίσεις και  πράξεις βίας, η παρότρυνση για διάπραξη αυτών εναντίον φυλετικών ομάδων και η χρηματοδότηση αυτών. Επίσης, κατά την ίδια Σύμβαση, το κράτος πρέπει να κηρύξει παράνομες τις οργανώσεις που προωθούν αυτές τις πράξεις, καθώς και κάθε προπαγάνδα που παροτρύνει σε διακρίσεις. Τέλος, πρέπει να απαγορευτεί σε κάθε δημόσια αρχή να ενθαρρύνει φυλετικές διακρίσεις.

 Η Ελλάδα, το 1979, για να εκπληρώσει αυτές τις διεθνείς υποχρεώσεις της, αλλά και για να διασφαλίσει την εφαρμογή του άρθρου 5 παρ. 2 του Συντάγματος, θέσπισε τον Ν.927/1979 , "περί κολασμού πράξεων ή ενεργειών αποσκοπουσών εις φυλετικάς διακρίσεις". Στο πρώτο άρθρο τιμωρείται ποινικά όποιος δημόσια, προφορικά, γραπτά κλπ προτρέπει σε πράξεις που μπορεί να επιφέρουν διακρίσεις εναντίον προσώπων ή ομάδων λόγω της φυλής ή της εθνικότητάς τους,  ενώ με νόμο του 1984 προστέθηκε και το θρήσκευμα ως λόγος απαγορευμένων διακρίσεων.. Κατά την παρ. 2 τιμωρείται και όποιος συμμετέχει σε οργανώσεις που προπαγανδίζουν οργανωμένα τις φυλετικές διακρίσεις. Στο δεύτερο άρθρο τιμωρείται  ποινικά όποιος εκφράζει ιδέες προσβλητικές κατά προσώπου ή ομάδας, λόγω της εθνικής ή φυλετικής καταγωγής του/τους. Με το τρίτο άρθρο τιμωρείται όποιος αρνείται την παροχή αγαθών/υπηρεσιών σε πελάτες λόγω της εθνικής/φυλετικής καταγωγής τους. Με το τέταρτο άρθρο αναφέρεται ότι απαιτείται έγκληση για την κίνηση της ποινικής δίωξης εναντίον των δραστών των ρατσιστικών αδικημάτων, ενώ με τροποποίηση του 2001 η δίωξη μπορεί να κινηθεί και αυτεπάγγελτα από τον εισαγγελέα. 

Από το 1979 μέχρι σήμερα υπάρχει μόνο μία (1) καταγεγραμμένη αμετάκλητη καταδίκη για παράβαση του Ν.927/1979, ενώ υπήρξε ένας μικρός αριθμός πρωτόδικων καταδικών που κατέπεσαν στα δευτεροβάθμια δικαστήρια ή με νομοθετική παρέμβαση που αμνήστευσε όσους καταδικάστηκαν για ποινές μέχρι ενός έτους όπως προβλέπει ο ν.927/1979 για την ρατσιστική εξύβριση (αυτό συνέβη στην περίπτωση των συνθημάτων που φώναξαν Λιμενικοί στην παρέλαση, δύο εκ των οποίων καταδικάστηκαν πρωτοβάθμια, αλλά στη συνέχεια με ειδικότερο νόμο η ποινή καταργήθηκε). Υπάρχει και μία απόφαση του Αρείου Πάγου (σε αναίρεση υπέρ του νόμου) με την οποία κρίνεται ότι ο νόμος δεν εφαρμόζεται σε έργο που μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην ιστορική έρευνα. 

Το 2008, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης θέσπισε μια απόφαση - πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του ποινικού δικαίου. Αυτή η απόφαση αποτελεί νομοθέτημα του "τρίτου πυλώνα" της Ευρωπαϊκής Ένωσης (του τίτλου VI της Συνθήκης ΕΕ), όχι δηλαδή κοινοτικό δίκαιο (ο "πρώτος πυλώνας"), ούτε απόφαση που αφορά τις εξωτερικές σχέσεις της ΕΕ (ο "δεύτερος πυλώνας"). Ο "τρίτος πυλώνας" αφορά την αστυνομική και δικαστική συνεργασία των κρατών - μελών της ΕΕ σε ποινικές υποθέσεις και οι αποφάσεις σε αυτό το επίπεδο λαμβάνονταν μόνο από τους εκπροσώπους των κυβερνήσεων (Συμβούλιο υπουργών), χωρίς την συν-αποφασιστική συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Σε εκείνη τη φάση της εξέλιξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (δηλαδή από την Συνθήκη του Μάαστριχτ -1993- έως και πριν την Συνθήκη της Λισαβόνας -2009-), τα ζητήματα ποινικού δικαίου είχε κριθεί ότι ανήκουν στον στενό πυρήνα των κρατών - μελών και δεν επιτρέπουν την δημιουργία μιας "Κοινότητας" (όπως η ενιαία εσωτερική αγορά) στην οποία προέχει το υπερεθνικό στοιχείο και συμμετέχει αποφασιστικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αλλά μια "Συνεργασία" στην οποία προέχει το διακυβερνητικό στοιχείο και οι αποφάσεις λαμβάνονται με ομοφωνία για τον ίδιο λόγο, αποφεύγοντας τις πολλές κοινοβουλευτικού τύπου αντιπαραθέσεις (αλλιώς απορρίπτονται). Όταν λοιπόν θεσπίστηκε η απόφαση - πλαίσιο ήταν μια απόφαση του Τρίτου Πυλώνα με πλήρως δεσμευτική ισχύ για τα κράτη μέλη ως προς το αποτέλεσμα, χωρίς να επιβάλλει τα μέτρα και χωρίς να παράγει άμεσο οριζόντιο αποτέλεσμα (όπως οι Οδηγίες που δεν είχαν μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο). Επομένως, τα κράτη είναι υποχρεωμένα να εφαρμόζουν τις αποφάσεις - πλαίσιο γιατί διαφορετικά έχουν ευθύνη έναντι της ΕΕ. Διαθέτουν όμως ελευθερία ως προς την επιλογή των μέτρων εφαρμογής.  

Σήμερα, όμως, ισχύει η Συνθήκη της Λισαβόνας, σύμφωνα με την οποία και για αυτές τις αποφάσεις υπάρχει συναπόφαση Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου - Συμβουλίου (εκτός εάν ένα κράτος προβάλλει ένα είδος veto που παραπέμπει το θέμα στο Συμβούλιο). Με το νέο καθεστώς, οι "παλιές" αποφάσεις του Τρίτου Πυλώνα διατηρούν την ισχύ τους. Σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις, μέχρι τις 14 Νοεμβρίου 2013, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο της Ε.Ε. για τη μη εφαρμογή τέτοιας απόφασης (βλ. Πρωτόκολλα Συνθήκης Λισαβόνας, σελ. 325 επ.). Αυτό σημαίνει ότι μετά την πρώτη πενταετία, οι αποφάσεις - πλαίσιο αποκτούν πλήρη ισχύ Οδηγίας. Ένας κατάλογος αυτών των αποφάσεων - πλαίσιο που ισχύουν και μετά την Λισαβόνα βρίσκεται εδώ και περιλαμβάνει και την επίμαχη απόφαση - πλαίσιο για τον ρατσισμό και την ξενοφοβία.  Επομένως, εάν η Ελλάδα δεν έχει λάβει μέτρα ενσωμάτωσης της απόφασης - πλαίσιο μετά τις 14 Νοεμβρίου 2013 μπορεί να κινηθεί εναντίον της η διαδικασία προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου  της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Εγείρεται λοιπόν το ερώτημα εάν αρκούν ορισμένες τροποποιήσεις του Ν.927/1979 ή εάν χρειάζεται ένα ολόκληρο εξ αρχής αντιρατσιστικό νομοθέτημα, όπως αυτό που θέσπισε η Κύπρος (βλ. εδώ). Η πρώτη παρατήρηση είναι ότι ο Ν.927/1979 είναι στην καθαρεύουσα και, εάν αποφασιστεί να διατηρηθεί σε ισχύ, πρέπει με μια τροποποιητική διάταξη να αποδοθεί στη δημοτική, ώστε να είναι εύχρηστος. 

Θα πρέπει να εξεταστεί έπειτα η έκταση στην οποία ο Ν.927/1979 καλύπτει το πεδίο ρύθμισης της απόφασης - πλαίσιο. Στο άρθρο 1 της απόφασης - πλαίσιο αναφέρονται δύο αδικήματα ρατσισμού και ξενοφοβίας που πρέπει να υπάρχουν στο εθνικό πλαίσιο.

 Το πρώτο αδίκημα είναι η δημόσια υποκίνηση βίας ή μίσους που στρέφεται κατά ομάδας ή μέλους ομάδας που προσδιορίζεται βάση της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, των γενεαλογικών καταβολών, της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής. Αυτό το αδίκημα αντιστοιχεί με το άρθρο 1 του Ν.927/1979, το οποίο καθώς περιορίζεται στην "φυλετική/εθνική καταγωγή" και την θρησκεία, θα πρέπει να εμπλουτιστεί και με τους υπόλοιπους τρόπους προσδιορισμού ατόμων ή ομάδων. 

Το δεύτερο αδίκημα είναι η δημόσια επιδοκιμασία, άρνηση ή χονδροειδής υποτίμηση εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, γενοκτονιών, εγκλημάτων πολέμου, με τρόπο που είναι πιθανό να υποκινήσει βία ή μίσος στις ανωτέρω ομάδες ή τα μέλη τους. Τα εγκλήματα αυτά απαριθμούνται στο Καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, ενώ η απόφαση - πλαίσιο αναφέρεται ρητά και στα αδικήματα του Καταστατικού του Διεθνούς Στρατοδικείου, δηλ. τα εγκλήματα του καθεστώτος του Γ' Ράιχ. Αυτό το αδίκημα δεν περιληφθεί στον Ν.927/1979 κι επομένως χρειάζεται μια νομοθετική προσθήκη. 

Με το άρθρο 1 παρ. 2 της απόφασης - πλαίσιο δίνεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στα κράτη να επιλέξουν εάν η τυποποίηση του αδικήματος στο νόμο θα περιορίζεται στις προσβολές χωρίς διατάραξη της δημόσιας τάξης (λ.χ. μορφές ρατσιστικής εξύβρισης, απειλής) ή αν θα τιμωρούνται μόνο οι πράξεις που είχαν γενικότερες επιπτώσεις. Η επιλογή του Ν.927/1979 είναι η πιο προστατευτική, καθώς δεν προϋποθέτει την διατάραξη της δημόσιας τάξης και αρκείται και στην διάδοση προσβλητικών ιδεών. Επίσης με την παρ. 4, το κράτος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει εάν θα τιμωρούνται οι χονδροειδείς αρνήσεις γενοκτονιών κλπ μόνο εάν έχουν αναγνωριστεί ως τέτοιες από δικαστήριο, στενεύοντας έτσι το πεδίο εφαρμογής μόνο στις περιπτώσεις που υπάρχει δικαστική κρίση περί γενοκτονίας. 

Με το άρθρο 2 της απόφασης πλαίσιο ορίζεται ότι πρέπει τα κράτη μέλη να λάβουν μέτρα για την τιμώρηση της ηθικής αυτουργίας και μορφών συμμετοχής στα ρατσιστικά αδικήματα. Η ηθική αυτουργία δεν ρυθμίζεται μεν από τον Ν.927/1979, θα μπορούσε όμως να υποστηριχθεί ότι το κενό καλύπτεται από τις γενικές διατάξεις του ποινικού κώδικα. Ο Ν.927/1979 προβλέπει εξάλλου τιμωρία για όποιον ιδρύει  ρατσιστική οργάνωση ή συμμετέχει σε αυτήν. Πάντως, η εφαρμογή του Ν.927/1979 δεν φάνηκε ιδιαίτερα αποτελεσματική στην περίπτωση της δίκης των Λιμενικών, κατά την οποία καταδικάστηκαν μόνο 2 μέλη της παράταξης της παρέλασης ως αυτουργοί των ρατσιστικών συνθημάτων (και η ποινή τους καταργήθηκε μετά από τον γενικό νόμο που για λόγους αποφόρτωσης της Δικαιοσύνης αμνήστευσε καταδικασθέντες για αδικήματα έως ενός έτους φυλάκισης). Επομένως, ορισμένες προσθήκες και για το θέμα της συμμετοχής πρέπει να υπάρξουν στον Ν.927/1979. 

Το άρθρο 3 της απόφασης - πλαίσιο αναφέρει ότι οι ποινικές κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές και αναλογικές. Οι ποινές μέχρι δύο ετών για υποκίνηση σε βία και μέχρι ενός έτους για ρατσιστική εξύβριση (εξομοιώνοντάς την με την απλή εξύβριση) είναι δεδομένο πια ότι δεν είναι αποτελεσματικές ούτε και αναλογικές και σίγουρα δεν λειτουργούν αποτρεπτικά. Χρειάζονται πιο σοβαρές ποινές κι επομένως ο Ν.927/1979 σίγουρα θα χρειαζόταν και ως προς αυτό το σημείο μια τροποποίηση. 

Το άρθρο 4 της απόφασης - πλαίσιο αναφέρεται στην αναγνώριση των ρατσιστικών κινήτρων ως επιβαρυντικές περιστάσεις. Η σχετική διάταξη υπάρχει στον Ποινικό Κώδικα. Όχι όμως και στον Ν.927/1979, ο οποίος σε περίπτωση τροποποίησής του θα πρέπει να περιέχει, έστω και για κωδικοποιητικούς λόγους, μια σχετική μνεία. 

Το άρθρο 5 της απόφασης - πλαίσιο αναφέρει ότι θα πρέπει να κατοχυρωθεί νομοθετικά και η ευθύνη νομικών προσώπων για τέτοια αδικήματα. Τέτοιου είδους διάταξη δεν υπάρχει στον Ν.927/1979 και θα πρέπει και ως προς αυτό να υπάρξει αντίστοιχη προσαρμογή. 

Εξάλλου, εκτός από την απόφαση - πλαίσιο του 2008, υπάρχει και η Σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης 5 (2010) σύμφωνα με την οποία πρέπει να διώκονται ποινικά και οι διακρίσεις, προτροπές βίας και μίσους κλπ λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου των θυμάτων. Ρύθμιση που ήδη έχει ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο, όσον αφορά το θέμα του κινήτρου, αλλά θα πρέπει να αποτελέσει και μέρος της τυποποίησης των ρατσιστικών αδικημάτων. 

Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι για να εναρμονιστεί ο Ν.927/1979 με την απόφαση πλαίσιο της ΕΕ καθώς και προς τις γενικότερες σύγχονες εξελίξεις, θα χρειαστεί να μεταβληθεί μεγαλύτερο μέρος του από αυτό που μπορεί να διατηρηθεί. Εξάλλου, ακόμη κι αν επιλεγεί η "τροποποίηση" του Ν.927 κι όχι η εισαγωγή νέου νομοθετήματος, το βέβαιο είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις θα χρειαστεί νομοσχέδιο. 



Τρίτη, Μαΐου 21, 2013

To νομοσχέδιο που δεν διάβασε κανείς

Στην αρχή θεώρησα ότι  μια εφημερίδα  που έδωσε  προ ημερών μια διαρροή του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου, είχε κάνει γκάφα.

 Ήταν η αρχική εκδοχή του "νομοσχεδίου Καστανίδη", όταν για πρώτη φορά συντάχθηκε απόπειρα ενσωμάτωσης της Απόφασης - Πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του ποινικού δικαίου. Εκείνη η πρώτη εκδοχή είχε επικριθεί εντονότατα, με πιο εμβληματικά απορριφθέντα τον όρο "εχθροπάθεια" που ενοχλούσε περισσότερο ως λόγια λέξη παρά ως οτιδήποτε άλλο (άλλωστε ήδη προβλέπεται εδώ και δεκαετίες στο άρθρο 196 ΠΚ). Ένα άλλο πρόβλημα που είχε εκείνο το νομοσχέδιο ήταν ότι πρόβλεπε άσκηση πολιτικής αγωγής μόνο για τις ΜΚΟ που είναι εγεγραμμένες στο μητρώο της ECOSOC, στενεύοντας υπέρμετρα την δυνατότητα υποστήριξης μιας μήνυσης από τρίτους. 

Τί δουλειά είχε όμως να επανέρχεται το πρωτόλειο κείμενο, όταν είχε μεσολαβήσει ήδη μια αξιόλογη (αν και όχι επαρκής) επεξεργασία του από το επιτελείο του Μιλτιάδη Παπαϊωάννου ως Υπουργού Δικαιοσύνης, οπότε και κατατέθηκε και στην Επιτροπή Δικαιοσύνης της Βουλής; Το νομοσχέδιο Παπαϊωάννου είχε απαλείψει ορισμένα λάθη και είχε βελτιώσεις τις διατάξεις του νομοσχεδίου λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που είχαν διατυπωθεί τόσο από βουλευτές (οκ, αυτούς που είχαν διαβάσει το νομοσχέδιο) όσο κι από θεωρητικούς και άλλους πολίτες που ενδιαφέρονταν για την ουσία ενός σοβαρού αντιρατσιστικού νόμου. 

Κι όμως! Απ' ό,τι διαδίδεται επίμονα, το Υπουργείο φαίνεται ότι "ξέθαψε" την αρχική εκδοχή, πριν την επεξεργασία του Παπαϊωάννου και της Επιτροπής της Βουλής!

Από εκεί και πέρα, κυκλοφορούν διάφορες απόψεις δεξιά κι αριστερά, από τις οποίες συνήθως προκύπτει ότι οι σχολιαστές όχι μόνο δεν έχουν υπόψη τους τι είναι αυτό που διαβάζουν, αλλά ούτε και την Απόφαση - Πλαίσιο που πρέπει να ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο, όπως έγινε με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Διαβάζουμε, φερ' ειπείν το άρθρο του βουλευτή κ. Μιχελάκη, ο οποίος λέει ότι η απόφαση - πλαίσιο είναι του 2001 (αντί του 2008, που το κόμμα του μετείχε ως κυβέρνηση στο Συμβούλιο της ΕΕ) κι ότι αποτελεί "κοινοτικό δίκαιο", ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί δίκαιο του Τρίτου Πυλώνα της ΕΕ. Η σύγχυσή του για το ευρωπαϊκό δίκαιο είναι βέβαια πρόδηλη, όταν μας λέει "ούτε βέβαια οι κοινοτικές αποφάσεις έχουν την δεσμευτικότητα Οδηγιών", ενώ οι κοινοτικές αποφάσεις ΕΙΝΑΙ οι Οδηγίες. Όταν υποπίπτει όμως σε τόσα σφάλματα από την πρώτη κι όλας παράγραφο, δεν θα περιμένω από τον κ. Μιχελάκη να μας αναλύσει την διαφορά στο βαθμό υποχρέωσης εναρμόνισης που ενέχει μια Οδηγία σε σχέση με μια Απόφαση - Πλαίσιο, αφού ο ίδιος αποφεύγει να μας πει τελικά αν η χώρα θα οδηγηθεί ή όχι στο Δικαστήριο της ΕΕ από την τυχόν μη εφαρμογή. 

Από την άλλη πλευρά, ανακοίνωση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας αναφέρει μεταξύ άλλων: "το συγκεκριμένο νομοσχέδιο, όπως ρητά αναφέρεται, ενσωματώνει απόφαση – πλαίσιο της ΕΕ στην οποία γίνεται λόγος για επικείμενες πρωτοβουλίες ποινικοποίησης της λαϊκής πάλης."  Προκαλώ οποιονδήποτε να  διαβάσει την απόφαση-πλαίσιο και να μου βρει σε ποιο ακριβώς σημείο γίνεται λόγος για επικείμενες πρωτοβουλίες ποινικοποίησης της λαϊκής πάλης. 

Προβλέπεται ότι η πορεία θα είναι μακρά ακόμη. Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι ότι τοποθετούνται όλοι για ένα νομοσχέδιο που δεν έχει καν κατατεθεί στη Βουλή και δεν έχει ανακοινωθεί επίσημα από το Υπουργείο, ούτε έχει δοθεί σε δημόσια διαβούλευση. Ένα νομοσχέδιο που δεν διάβασε κανείς. 

Παρασκευή, Μαΐου 03, 2013

Από τί κινδυνεύει η ελευθερία του τύπου σήμερα

Σήμερα είναι η Παγκόσμια Ημέρα για την Ελευθερία του Τύπου, δηλαδή ημέρα διάδοσης της επίγνωσης ότι η ελευθεροτυπία αποτελεί ανθρώπινο δικαίωμα. Στην έννοια αυτή περιλαμβάνεται κάθε μορφή τεχνικά πολλαπλασιαζόμενου δημόσιου λόγου, πέρα από τη μορφή του τεχνικού μέσου, πέρα από την ιδιότητα του εκφραζόμενου ως επαγγελματία ή μη. Η εξάπλωση του Διαδικτύου έχει ενισχύσει το ίδιο το εύρος του δικαιώματος, το οποίο παλαιότερα αναγνωριζόταν ως η θετική ελευθερία των δημοσιογράφων να πληροφορούν και το δικαίωμα του κοινού να πληροφορείται. 

Ενώ παλαιότερα οι κίνδυνοι για την ελευθερία του τύπου αφορούσαν επίσημες απαγορεύσεις και λογοκριτικές επιτροπές, σήμερα οι περιορισμοί είναι διαφορετικοί και συνήθως έχουν το πρόσχημα της νομικής προστασίας που επιχειρεί να λειτουργήσει "παραδειγματικά", προκειμένου να τιμωρηθεί ο ενοχλητικός δημοσιογράφος αλλά και να αποτραπούν οι τρίτοι να συνεχίσουν το δρόμο του. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου χρησιμοποιεί ένα συγκεκριμένο όρο για τέτοιου είδους νομικές επιδιώξεις: "chilling effect", αποτρεπτικό αποτέλεσμα. Οποιαδήποτε νομική ενέργεια σκοπεύει σε ένα αποτέλεσμα που επιδιώκει να αποτρέψει τον ίδιο τον δημοσιογράφο ή και οποιονδήποτε τρίτο να ασκήσει το δικαίωμα, αποτελεί παραβίαση του δικαιώματος. Δύο είναι οι περιπτώσεις στις οποίες θα κατηγοριοποιούσα το chilling effect στην Ελλάδα: το πρώτο είναι οι συλλήψεις για αδικήματα που τελούνται δια του τύπου και το δεύτερο είναι οι υπέρογκες αποζημιώσεις που ζητούνται από τα Δικαστήρια.

Στην πρώτη περίπτωση ήταν σαφέστατα η υπόθεση του Κώστα Βαξεβάνη. Ανεξάρτητα από την νομιμότητα της δημοσίευσης της φερομενης λίστας Λαγκάρντ, η ίδια η σύλληψή του για να δικαστεί άμεσα ήταν μια πολιτειακή πράξη που δημιουργούσε ένα αποτρεπτικό αποτέλεσμα. Πιο πριν, υπήρξε η σύλληψη του μπλόγκερ που είχε δημιουργήσει την σατιρική ιστοσελίδα του γέροντος Παστίτσιου. Ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των μηνυμάτων, οι συλλήψεις ήταν εντελώς περιττές, αφού οι δράστες ούτως ή άλλως θα μπορούσαν να δικαστούν κανονικά και χωρίς μια τόσο σοβαρή παρέμβαση στην προσωπική τους κατάσταση. 

 Στην δεύτερη περίπτωση, των υπέρογκων αποζημιώσεων, έχουμε πρόσφατα μια ενδιαφέρουσα εξέλιξη: παραλίγο να καταργηθεί ο "τυποκτόνος νόμος" που πρόβλεπε μεγάλες χρηματικές αποζημιώσεις ανάλογα με το αν το μέσο ενημέρωσης ήταν εφημερίδα κυκλοφορίας στην Αθήνα ή την Θεσσαλονίκη (30.000 ευρώ minimum)  ή αν ήταν τηλεόραση πανελλήνιας εμβέλειας (300.000 ευρώ minimum) ή τοπικής εμβέλειας ή ραδιόφωνο κλπ. Οι διατάξεις αυτές που υπήρχαν στο θεσμικό πλαίσιο της δεκαετίας του 1990, αποδυναμώθηκαν πρώτα από τα Δικαστήρια, τα οποία υποβάλλοντας σε έλεγχο συνταγματικότητας τις διατάξεις έκριναν ότι μόνη η κυκλοφορία ή η εμβέλεια δεν μπορεί να αποτελεί το κριτήριο για τον υπολογισμό της αποζημίωσης, καθώς υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες, όπως η αναγνωσιμότητα και η τηλεθέαση, που πρέπει να λαμβάνει υπόψη ο δικαστής για να κρίνει πόσα θα πληρώσει το μέσο ενημέρωσης. Τελικά, όμως, στο ψηφισθέν νομοσχέδιο, η προτεινόμενη διάταξη περί κατάργησης του "τυποκτόνου νόμου" απαλείφθηκε! Στην πράξη πάντως, τα δικαστήρια έχουν περιορίσει την εμβέλειά του ως προς τα ποσά των αποζημιώσεων. 

Πέρα από τις συλλήψεις και τις υψηλές αποζημιώσεις, υπάρχει και το πρόβλημα της επιβολής των διατάξεων "περί τύπου" στο Διαδίκτυο. Ενώ θα προσιδίαζε σε κάποιες διαδικτυακές εφαρμογές που παρουσιάζουν την κάθετη επιχειρηματική διάρθρωση, θεωρώ αδιανόητο αυτό να αφορά και το υλικό που αναρτούν οι επισκέπτες - χρήστες σε μια εφαρμογή web 2.0. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο σε μια σημαντική απόφαση σχετικά με αυτό το θέμα είχε κρίνει το 2011 ότι οι νόμοι περί τύπου δεν είναι ορθό να εφαρμόζονται αυτούσιοι στις διαδικτυακές εφαρμογές γιατί δεν ανταποκρίνονται στη φύση του πράγματος. 

Όταν κάποιος έχει βρεθεί ως συνήγορος και από τις δύο πλευρές, τόσο από την πλευρά του δικηγόρου του  blogger ή του μέσου ενημέρωσης, όσο κι από την πλευρά του δικηγόρου του θιγόμενου τρίτου, μπορεί να έχει μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για τα όρια. Είναι σαφές ότι τα όρια, τα οποία συμβαδίζουν με τους ισχύοντες δεοντολογικούς κανόνες που οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι έχουν θεσπίσει, δεν απειλούν από μόνα τους την ελευθερία του τύπου. Η απαγόρευση της λήψης προληπτικών μέτρων εναντίον του δημόσιου λόγου  είναι μια σημαντική εγγύηση, ώστε τουλάχιστον να μην χαθεί οτιδήποτε θετικό μπορεί να προσφέρει ακόμη και μια δήλωση που, με τεχνικούς όρους, βρίσκεται στο πλαίσιο του παρανόμου. Αυτός ο κανόνας σπάνια παραβιάζεται στην Ελλάδα σήμερα. 

Είναι δεδομένο όμως, ότι υπάρχουν πολλές νομοθετικές ρυθμίσεις που περιορίζουν την ελευθερία του Τύπου στην ουσία της και σε προληπτικό επίπεδο: η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι η απαγόρευση της δημοσίευσης των δημοσκοπήσεων δεκαπέντε ολόκληρες ημέρες πριν τις εκλογές. Η απαγόρευση αυτή θεσμοθετήθηκε το 2009 και ήδη το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει επιληφθεί δύο προσφυγών για παραβίαση της ελευθερίας μετάδοσης και λήψης πληροφοριών που προβλέπεται από το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ. Εκτός από αυτές τις μοντέρνες επιθέσεις στην ελευθερία του Τύπου παραμένουν πάντοτε οι απαρχαιωμένες διατάξεις για την προστασία από την βλασφημία κλπ που είναι εντελώς περιττές στο σύγχρονο νομικό πολιτισμό, στον οποίο περιλαμβάνονται εξάλλου επαρκείς θεσμικές προστασίες για την θρησκευτική ελευθερία και την απαγόρευση των διακρίσεων με κριτήριο το θρήσκευμα. 

Η ιστορία των κινδύνων της ελευθερίας του Τύπου είναι τελικά  μια  αποτίμηση της ουσιαστικής αξίας της ελευθερίας αυτής. Όσο πιο "ενοχλητικούς" δημοσιογράφους - bloggers έχουμε, τόσο πιο πολύ θα αναζητούνται τρόποι για να περιοριστεί η φωνή τους, με κατάχρηση πολλές φορές των νομικών κανόνων. Έργο των νομικών είναι να μεριμνούν για την ανάδειξη των καταχρήσεων, την διασφάλιση της ελευθερίας του Τύπου και της προσεκτικής εφαρμογής των κανόνων που περιλαμβάνουν τους θεμιτούς περιορισμούς της ελευθερίας αυτής. 

Δευτέρα, Απριλίου 29, 2013

Για την απόφαση του DVD

Αθωώθηκαν σήμερα οι κατηγορούμενοι για παραβίαση προσωπικών δεδομένων και απόπειρα εκβίασης στην υπόθεση του πρώην γενικού γραμματέα του Υπουργείου Πολιτισμού.

Δεν είναι βέβαια η πρώτη υπόθεση που αφορά το περίφημο DVD με προσωπικές στιγμές του πρώην γενικού γραμματέα: είχαν προηγηθεί η απόφαση της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων με την οποία επιβλήθηκε πρόστιμο για την χρησιμοποίηση φωτογραφιών από το εν λόγω DVD σε κυριακάτικη εφημερίδα καθώς και η καταδίκη των υπεύθυνων της εφημερίδας από τα δικαστήρια για την εν λόγω δημοσιοποίηση.

Αυτό που προκαλεί απορία είναι για ποιό λόγο δεν καταδικάστηκαν και σήμερα οι κατηγορούμενοι για παραβίαση προσωπικών δεδομένων - η δίκη αφορούσε αυτή καθαυτή την λήψη των εικόνων και την περιφορά του DVD σε διάφορα χέρια. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, η απόφαση αναφέρει ότι στην ουσία η συγκεκριμένη διάδοση του DVD από μόνη της δεν αποτελεί παραβίαση του νόμου για την προστασία προσωπικών δεδομένων. Αυτή η επισήμανση έχει προκαλέσει την απορία σε αρκετούς που αγνοούν ότι ο ν.2472/1997 έχει ένα απολύτως συγκεκριμένο πεδίο εφαρμογής: εάν η επεξεργασία των δεδομένων δεν είναι αυτοματοποιημένη εν όλω ή κατά ένα μέρος, τότε για να εφαρμοστεί ο νόμος, τα δεδομένα θα πρέπει να περιλαμβάνονται ή να πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο.

Η έννοια του "αρχείου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" οριοθετείται από το άρθρο 2 του νόμου, το οποίο αναφέρει ότι ως τέτοιο νοείται κάθε διαρθρωμένο σύνολο προσωπικών δεδομένων τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια. Επομένως, εάν η καταγραφή μιας προσωπικής στιγμής δεν έχει υπαχθεί σε τέτοιο διαρθρωμένο σύνολο και δεν έχει υποστεί αυτοματοποιημένη επεξεργασία, δεν εφαρμόζεται ο νόμος αυτός. Μπορεί να εφαρμόζονται άλλες διατάξεις, του Ποινικού Κώδικα για την προστασία από την κρυφή μαγνητοσκόπηση, αλλά πάντως όχι ο Ν.2472/1997 - και πάντως οι κατηγορούμενοι δικάζονται με βάση το κατηγορητήριο με το οποίο έχει εισαχθεί η υπόθεση στο δικαστήριο. Για παράδειγμα, το άρθρο 370Α παρ. 2 του Π.Κ. αναφέρει "όποιος αθέμιτα παρακολυθεί με ειδικά τεχνικά μέσα ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα μη δημόσια πράξη άλλου τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Άλλη όμως αυτή η πράξη κι άλλη η παράβαση του Ν.2472 περί προσωπικών δεδομένων. 

Στην υπόθεση της εφημερίδας, το "αρχείο" ήταν το σύνολο δεδομένων που τηρούνται στα αρχεία της εφημερίδας και είναι προσιτά με γνώμονα τον αριθμό φύλλου και την ημερομηνία κυκλοφορίας της εφημερίδας. Έτσι σ' εκείνη την υπόθεση η Αρχή και τα δικαστήρια μπορούσαν ευπρόσωπα να διαγνώσουν την ύπαρξη αρχείου. Το μεμονωμένο DVD όμως δεν παρουσιάζει τέτοια διάρθρωση και ως εκ τούτου εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής του Ν.2472. Παρόμοια απόφαση είχε εκδοθεί και προ ετών, σε μήνυση για διάδοση προσωπικών πληροφοριών από καλεσμένο μιας εκπομπής: καθώς η διάδοση είχε γίνει προφορικά δεν υπήρχε το στοιχείο του "αρχείου". 

Προφανώς αυτά μπορεί να ακούγονται αδιανόητα σε μη νομικούς και να θεωρούν ότι πρόκειται για "παραθυράκι", αλλά αυτό δεν είναι ακριβές. Ο νόμος για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων προστατεύει ως έννομο αγαθό το άτομο από την ευρύτατη δυνατότητα εντοπισμού, προσβασιμότητας και διασύνδεσης των προσωπικών στοιχείων μέσω των τεχνολογιών πληροφορικής κι επικοινωνίας. Δεν προστατεύει αυτή καθ' αυτή την ιδιωτικότητα, η οποία αποτελεί έννοια γένους και διακριτό έννομο αγαθό, προστατευόμενο από άλλες διατάξεις, ποινικές και αστικές. 

Συνεπώς,η αιτιολογία της απόφασης ως προς το συγκεκριμένο ζητούμενο είναι σωστή, τουλάχιστον όπως έχει αναπαραχθεί από τα μέσα ενημέρωσης. 

Πέμπτη, Απριλίου 25, 2013

Αποτελεσματικότητα ή διαφάνεια;



To ερώτημα, έτσι όπως τίθεται αντιθετικά και απόλυτα, είναι βέβαια προκλητικό. Θεωρώ όμως ότι πρέπει να τίθεται σε κάθε πολιτικό πρόσωπο, ώστε να του δίνεται η δυνατότητα να καταθέσει την σύνθεση που εκφράζει, το μείγμα αποτελεσματικότητας/διαφάνειας που ακολουθεί ως πολιτική πρακτική. Σπάνια ένας πολιτικός θα απορρίψει κάθετα την "αποτελεσματικότητα", δηλαδή την διαθεσιμότητά του να παρέμβει παρασκηνιακά σε ένα πιθανό "δίκαιο αίτημα". Ταυτόχρονα, γνωρίζει ότι θα εκτεθεί εάν δεν χαράξει ο ίδιος τον αυτοπεριορισμό του, διακηρύσσοντας την ανάγκη τήρησης των κανόνων του παιχνιδιού, με όρους εντιμότητας και δικαιοσύνης.  Κι επειδή ο τίτλος της εκδήλωσης χτες στο Free Thinking Zone ήταν Catch him if you can, ένιωσα ότι είχα κι εγώ μια ευκαιρία να τον τσακώσω, βάζοντας τον να μας πει πόσο πιάνει στο "ρουσφετόμετρο".

Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ξεκινά την απάντησή του, αναφέροντας, πριν απ' όλα, ότι είναι ένας παλιός πολιτικός. Οι τρόποι επικοινωνίας και προσωπικής επαφής με τον πολιτικό φίλο και εν δυνάμει ψηφοφόρο, για το μοντέλο αυτό, περιέχουν και την προσωπική εξυπηρέτηση. Ακόμη και τώρα που έχει ολοκληρώσει την κοινοβουλευτική του πορεία, ο παλιός πολιτικός δέχεται φίλους του και, όταν του υποβάλλουν αιτήματα που ο ίδιος κρίνει δίκαια, τους βοηθά. Ο Κ.Μ. διανθίζει την απάντησή του με αναφορά στην ανθρώπινη διάσταση των προβλημάτων καθημερινότητας που μπορεί να κληθεί να λύσει ένας πολιτικός και χρησιμοποιεί συναισθηματικούς όρους, όπως "άκαρδη γραφειοκρατία". Χαρακτηρίζει αυτήν την βοήθεια "παρεξηγημένο ρουσφέτι" και θέτει -ενδεικτικά- το όριο σε περιπτώσεις όπως οι "υπερβολικοί, άχρηστοι και επιζήμιοι" διορισμοί στο δημόσιο. Ταυτόχρονα, θεωρεί "χρέος" να βοηθήσει κάποιον ο οποίος αδικείται 100%. Εντάσσει αυτή την υποχρέωση στα καθήκοντα του πολιτικού, αναγνωρίζοντας όμως ότι, από εκεί και πέρα, πρέπει να λειτουργούν οι θεσμοί, για τους οποίους θεωρεί ζητούμενο την περιφρούρηση και την διαρκή υποστήριξη και βελτίωσή τους. 

Από θέση αρχής, δεν μπορώ παρά να διαφωνήσω με αυτήν την  τοποθέτηση που περιέχει μια δόση ειλικρίνειας, αλλά και μια μεγαλύτερη δόση ρητορικής υποστήριξης των πολιτικών παρεμβάσεων σε ατομικές υποθέσεις των πολιτών.  Για κάθε πολίτη που θα βοηθήσει ένας πολιτικός να βρει κρεβάτι στην κλινική, υπάρχει κι ένας άλλος πολίτης που έχει τα ίδια ακριβώς δικαιώματα σε αυτό το κρεβάτι, αλλά το στερήθηκε. Ο αντίλογος περιορίζεται στερεότυπα στην αναποτελεσματικότητα των ελεγκτικών θεσμών: πού  να προσφύγει αυτός που δεν βρίσκει θέση σε δημόσιο νοσοκομείο και πότε θα δικαιωθεί; Είναι ένα δίλημμα που μπορεί να γίνει κυριολεκτικά τραγικό για κάθε έντιμο άνθρωπο. Το κακό είναι ότι τα στερεότυπα εκπορεύονται συχνά από όσους δεν προσπάθησαν ποτέ να τεστάρουν την αποτελεσματικότητα των θεσμών, αναπαράγοντας την μεμψιμοιρία της άγνοιας ή και της τεμπελιάς. Από την άλλη πλευρά, όμως, το αίσθημα δικαιοσύνης που μπορεί να χαρακτηρίζει έναν πολιτικό δεν θα ταυτίζεται με την πραγματική δικαιοσύνη, η απονομή της οποίας  προϋποθέτει ως θεμελιώδη κανόνα να έχει ακούσει κανείς όλες τις πλευρές πριν αποφασίσει και να έχει προδιατυπωμένους δείκτες που θα τον κατευθύνουν. Η δικαιοσύνη, πολύ συχνά, δεν είναι καθόλου ευχάριστη και δημοφιλής. 

Θεωρώ πάντως ιδιαίτερα ωφέλιμες τις παραδοχές του Κ.Μ., κυρίως γιατί ο ίδιος χαρακτήρισε αυτό το σκεπτικό ως πρακτική ενός παλιού πολιτικού και - ελπίζω ν' αποδειχθούν -  ενός παλιού κόσμου. To ερώτημα του τίτλου παραμένει και οι απαντήσεις αφορούν κάθε πολιτικό, ιδίως αυτές κι αυτούς που θέλουν να εκφράσουν το μέλλον.

Κυριακή, Απριλίου 21, 2013

H "Ελληνική υπόθεση": Στρασβούργο 1967-1970

Το πραξικόπημα του 1967 συγκλόνισε την Ευρώπη: πώς ήταν δυνατόν η Ελλάδα, ένα από τα παλαιότερα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, να έχει κλειστό κοινοβούλιο και δικτατορία; Στην κατάσταση αυτή επιχείρησε να παρέμβει με τον πιο ηχηρό τρόπο ο εν λόγω διεθνής οργανισμός, το Συμβούλιο της Ευρώπης που ιδρύθηκε το 1949 για να υπερασπιστεί την δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα σε αυτή την ήπειρο, μετά την τραγωδία του Β΄Π.Π.

Ο Τόμας Χάμαρμπεργκ, πολλές δεκαετίες μετά Επίτροπος Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ήταν τότε ένας νέος της Διεθνούς Αμνηστείας που επισκέφθηκε την Αθήνα αμέσως μετά το πραξικόπημα για να συλλέξει στοιχεία σχετικά με τους βασανισμούς. Το 2007, έγραψε ένα σχετικό άρθρο στο site του Επιτρόπου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ο θεσμός αυτός ιδρύθηκε μετά την κατάργηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ενός δικαιοδοτικού οργάνου που λειτουργούσε τότε στο Στρασβούργο, ως προστάδιο της διαδικασίας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. 

Τέσσερα ευρωπαϊκά κράτη προσέφυγαν σε αυτή την Επιτροπή εναντίον της Ελλάδας για παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων από το δικτατορικό καθεστώς.  Επρόκειτο για την πρώτη φορά που ενεργοποιήθηκε η δυνατότητα διακρατικών προσφυγών και η υπόθεση έγινε γνωστή ως  "the Greek case", η "Ελληνική υπόθεση". Oι προσφυγές υποβλήθηκαν από την Δανία, την Νορβηγία, την Σουηδία και την Ολλανδία. Εδώ μπορείτε να δείτε ένα σημαντικό αρχειακό υλικό: την δακτυλογραφημένη έκθεση της αρμόδιας υπο-επιτροπής του Συμβουλίου της Ευρώπης, στην οποία περιλαμβάνονται και οι απαντήσεις που έδωσε το δικτατορικό καθεστώς στις αιτιάσεις. 

Στις 18.11.1969 η Επιτροπή απέστειλε την τελική έκθεσή της στην Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Στις 7.12.1969, το δικτατορικό καθεστώς διακήρυξε ότι θεωρεί άκυρο το πόρισμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ανακοινώνοντας ότι δεν το θεωρεί νομικά δεσμευτικό.  

Στις 12.12.1969 το καθεστώς αποφάσισε να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου,  η οποία έπαψε να ισχύει στην Ελλάδα στις 13.6.1970, αλλά και από το ίδιο το Συμβούλιο της Ευρώπης! 

Στη συνέχεια, συνήλθε η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, καλώντας και την Ελλάδα, η οποία ωστόσο με επιστολή της ανακοίνωσε ότι δεν θα έπαιρνε μέρος στη συνεδρίαση, θεωρώντας αυτήν άνευ αντικειμένου αφού είχε ήδη αποκηρύξει την ΕΣΔΑ. 'Ετσι, η Επιτροπή Υπουργών αποφάσισε να εκδώσει το Ψήφισμα DIII (70) 1 της 15.4.1970, επιβάλλοντας ως μείζονα πολιτικού τύπου κύρωση την δημοσιοποίηση της έκθεσης της Επιτροπής Δικαιωμάτων για την Ελληνική υπόθεση. 

Παρά την καταδικαστική απόφαση για το δικτατορικό καθεστώς, ο Χάμαρμπεργκ επισημαίνει ότι η χούντα έμεινε για άλλα 5 χρόνια στην Ελλάδα. Ο Επίτροπος αποδίδει αυτή την κατάσταση στην έλλειψη ευρωπαϊκής και διεθνούς αλληλεγγύης και αναφέρει ότι ακόμη και η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης δεν καταδίκασε ομόφωνα το καθεστώς.

Σάββατο, Απριλίου 13, 2013

Συνήγορος του Πελάτη: ενδοεταιρική επίλυση διαφορών

Η δυνατότητα της προσφυγής σε ανεξάρτητη αρχή με διαμεσολαβητικές και ελεγκτικές αρμοδιότητες έχει επεκταθεί και στον τομέα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Ενώ παραδοσιακά ο Οmbudsman ("Συνήγορος του Πολίτη") είναι μια δομή για την εξωδικαστική  επίλυση διαφορών μεταξύ πολίτη και κράτους, το μοντέλο ακολουθείται και σε μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν συχνά καταγγελίες από πελάτες. Πρόκειται για την λειτουργία ενός  εσωτερικού ombudsman, ο οποίος αποτελεί μεν στέλεχος της επιχείρησης, αλλά η δουλειά του είναι να εξετάζει παράπονα με αντικειμενικότητα και να εισηγείται στην διοίκηση προτάσεις για την εξωδικαστική επίλυση της διαφοράς. 

Η λειτουργία ενός ενδοεταιρικού ombudsman ("συνήγορος του πελάτη") σημαίνει ιδιαίτερη φροντίδα και πρόληψη για τους καταναλωτές εκ μέρους της επιχείρησης. Ο πελάτης μπορεί άμεσα να καταθέσει την καταγγελία του σε ένα πρόσωπο (όχι σε ένα "κουτί παραπόνων") που θα ασχοληθεί ατομικά με την υπόθεση. Αυτό σημαίνει ότι ο πελάτης δεν χρειάζεται να αναζητήσει εξωτερικές πηγές βοήθειας για να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα, αλλά η ίδια η εταιρία του προσφέρει την υποδομή αυτή. Το γεγονός ότι ο συνήγορος του πελάτη είναι δομή διακριτή από την νομική υπηρεσία, το τμήμα επικοινωνίας ή ακόμη και την εξυπηρέτηση πελατών, καθιστά πιο σαφή στον πελάτη την ανεξάρτητη θέση του και διευκολύνει την οικοδόμηση εμπιστοσύνης. 

Η λειτουργία των organizational ombudsmen σε επιχειρήσεις διαφόρων χωρών εξαπλώνεται ολοένα και περισσότερο, ιδίως σε τομείς όπως η υγεία (νοσοκομεία, φαρμακευτικές εταιρίες), η εκπαίδευση (πανεπιστήμια, κολλέγια), η ιδιωτική ασφάλιση, τα μέσα ενημέρωσης, τα μεγάλα εμπορικά καταστήματα, αλλά και οι τράπεζες, οι χρηματιστηριακές εταιρίες και η αυτοκινητοβιομηχανία. Πρόκειται για ένα μέτρο αυτορρύθμισης, το οποίο για να πετύχει και να μην θεωρείται ως ένα φύλλο συκής ή ένα προπέτασμα καπνού ή ως μια μέθοδος κουκουλώματος, πρέπει να βασίζεται σε ένα ολοκληρωμένο σχεδιασμό που εγγυάται την διαφανή λειτουργία και την αμερόληπτη στάση του συνηγόρου. Ως ένας φορέας πιστοποίησης λειτουργεί η Διεθνής Ένωση Οmbudsman (Ιnternational Ombudsman Association), με έδρα στις Η.Π.Α. Πρόκειται για οργανισμό διαφορετικό από το Διεθνές Ινστιτούτο Ombudsman (www.theioi.org) που μέλη του αποτελούν μόνο Συνήγοροι του Πολίτη του δημόσιου τομέα. 

Οι πρώτες ιδιωτικές επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης που προσέλαβαν ombudsmen ήταν οι εφημερίδες, ως "reader's advocate" (ήταν δύο εφημερίδες των Η.Π.Α. που το 1967 απέκτησαν συνηγόρους για το κοινο: η Courier Journal και η Louisville Times) O Συνήγορος του Αναγνώστη των New York Times (2003-2005) και ο συνάδελφός του της Washington Post (2000-2005) αναφέρονται στην βιβλιογραφία ως οι δύο πιο ανεξάρτητοι από τους 39 Συνηγορους του Αναγνώστη που μετείχαν στον Οργανισμό Συνηγόρων του Αναγνώστη. 

Στην Ελλάδα, σε επίπεδο αυτορρύθμισης λειτουργεί ο Μεσολαβητής Τραπεζικών - Επενδυτικών Υπηρεσιών. Είναι ένας οριζόντιος banking/investment ombudsman, στον οποίο μπορούν να απευθυνθούν οι πελάτες όλων των τραπεζών/χρηματιστηριακών, αλλά σε δεύτερο επίπεδο, αφού δηλαδή έχουν προηγουμένως απευθυνθεί στην τράπεζά τους/χρηματιστηριακή τους χωρίς θετική έκβαση. Η προσπάθεια για ίδρυση ενός Συνηγόρου του Τηλεθεατή στην Ε.Ρ.Τ. που ξεκίνησε το 2011, δεν ευοδώθηκε. 

Η ύπαρξη ενός Συνηγόρου του Πελάτη έχει και μια συμβολική διάσταση: η επιχείρηση "θέλει να ακούσει", είναι ανοικτή και αποδέχεται εξ αρχής ότι μπορεί να σφάλλει, λαμβάνοντας το συγκεκριμένο μέτρο για να υπάρχει η δυνατότητα να επανορθώνει, χωρίς να υποβάλλει τον πελάτη σε πρόσθετα έξοδα. Iδιαίτερα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, η αποφυγή δικαστικών διαδικασιών μπορεί να αποβεί επωφελής τόσο για τις επιχειρήσεις, όσο και για τους πελάτες. Παράλληλα, η λειτουργία Συνηγόρων του Πελάτη αποφορτίζει παρώνυμες δημόσιες αρχές από τυχόν καταγγελίες και αναφορές που δεν εμπίπτουν στο πεδίο της αρμοδιότητάς τους. 




Σάββατο, Μαρτίου 30, 2013

Η νέα ρύθμιση για την δημοσιοποίηση στοιχείων κατηγορουμένων

Με το άρθρο 79 του Ν.4139/2013, με τίτλο "δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων κατηγορουμένων" ο νομοθέτης αντιμετώπισε εκ νέου το σχετικό νομικό πρόβλημα. Αξίζει να σημειωθεί ότι η συζήτηση άνοιξε και πάλι ύστερα από την δημοσιοποίηση των προσωπικών δεδομένων οροθετικών εκδιδόμενων γυναικών που συνελήφθησαν πέρσι τον Μάιο και οι φωτογραφίες και άλλα προσωπικά δεδομένα τους ανακοινώθηκαν κατόπιν εισαγγελικής εντολής μέσα από την ιστοσελίδα της ελληνικής αστυνομίας. 

Η παγκόσμια κατακραυγή που ακολούθησε αυτή την εισαγγελικά παραγγελθείσα, αλλά αμφισβητήσιμη από πλευράς σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων δημοσιοποίηση οδήγησε το υπουργείο Δικαιοσύνης στην σύνταξη μιας τροποποίησης του νόμου, ώστε να υπάρχουν ορισμένες ασφαλιστικές δικλείδες στην σχετική εξουσία του εισαγγελέα. 

Έτσι, με την νέα διάταξη, η οποία αφορά την δημοσιοποίηση που αφορά δεδομένα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες (άρα όχι δεδομένα πριν ή χωρίς να έχει ασκηθεί ποινική δίωξη), πρέπει η απόφαση του εισαγγελέα να είναι αιτιολογημένη, ενώ προβλέπεται και η δυνατότητα του κατηγορούμενου να προσφύγει εντός δύο ημερών κατά της εισαγγελικής διάταξης, στην προϊσταμένη εισαγγελική αρχή, η οποία έχει άλλες δύο μέρες μέχρι να αποφανθεί. Μέχρι να εκδοθεί η τελική απόφαση, απαγορεύεται η δημοσιοποίηση των στοιχείων. 

Η διάταξη θεσπίστηκε ακριβώς όπως την εισήγαγε το υπουργείο. Αντιρρήσεις για την επάρκειά της είχαν διατυπωθεί ήδη από τότε που ήταν νομοσχέδιο: εδώ.

Αναμένεται να δούμε πώς και εάν θα εφαρμοστεί η διάταξη αυτή στην πράξη. Ήδη βλέπουμε  να δημοσιοποιούνται φωτογραφίες ακόμη και ανηλίκων συλληφθέντων, χωρίς να είναι γνωστό εάν έχουν ασκήσει την προβλεπόμενη από το άρθρο 79 προσφυγή και εάν υπάρχει η δευτεροβάθμια απόφαση του προϊσταμένου του εισαγγελέα. 

Σάββατο, Μαρτίου 09, 2013

Το ιδιωτικό και το δημόσιο: ένα παλιο quiz πάλι της μόδας

Η συζήτηση για την ερμηνεία της διάταξης περί θέσης σε αργία δημοσίων υπαλλήλων που έχουν στερηθεί την ελευθερια τους, επαναφέρει στο προσκήνιο την αιώνια αναζήτηση των ορίων ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό. Το υπουργείο υποστηρίζει με την εγκύκλιό του ότι η διάταξη αφορά κάθε περίπτωση καταδίκης σε φυλάκιση, περιλαμβάνοντας έτσι ακόμη και τις συμβολικές ποινές που επιβάλλονται με αναστολή, για ήσσονος σημασίας ποινικά αδικήματα που συνήθως δεν συνδέονται με την υπηρεσιακή ζωή του ατόμου. Το κράτος θέλει λοιπόν να τιμωρήσει τον δημόσιο υπάλληλο για κάθε αδίκημα που μπορεί να τέλεσε και τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή, ανεξάρτητα από το εάν αυτό αφορά ή όχι την υπηρεσία και τη θέση του σε αυτήν. Το κράτος βαφτίζει "επίορκους" τους πολίτες που ενώ έτυχε να είναι δημόσιοι υπάλληλοι καταδικάστηκαν για κάθε περίπτωση πλημμελήματος που τιμωρείται με φυλάκιση, ακόμη κι όταν η παράβαση αφορά την ιδιωτική ή οικογενειακή του ζωή. 

Ένας αντίλογος θα αναπτυσσόταν πάνω στο σκεπτικό ότι ο υπάλληλος που έχει καταδικαστεί, έχει λάβει μέρος σε μια δημόσια διαδικασία και η καταδικαστική απόφαση έχει απαγγελθεί από έναν ανεξάρτητο λειτουργό σε ένα προσβάσιμο ακροατήριο. Επομένως, θα συνέχιζε αυτό το σκεπτικό, αφού η πληροφορία αυτή δεν είναι ιδιωτική, προφανώς θίγεται το κύρος του υπαλλήλου ως άμεμπτου κι αμόλυντου υπηρέτη του Ελληνικού λαού. Άρα, η δημόσια υπηρεσία δεν μπορεί να λειτουργήσει σωστά, όταν στους κόλπους της έχει και τον καταδικασθέντα, τον οποίο οφείλει να αποβάλλει ως μίασμα. Όλη αυτή η διανοητική διαδρομή, πρόδηλα εσφαλμένη και γεμάτη λογικά κενά, έχει αφετηρία μια αντίληψη για την διαφάνεια και την ιδιωτικότητα που βλέπει μόνο τον φορμαλισμό και τον τύπο, χάνοντας όμως την ουσία. Υπάρχουν ποινικά αδικήματα που αφορούν αποκλειστικά την ιδιωτική ζωή του ατόμου. Η Πολιτεία παρεμβαίνει με τις διαδικαστικες εγγυήσεις της τήρησης των ανθρώπινων δικαιωμάτων στην ιδιωτική ζωή, προκειμένου να τιμωρήσει τέτοιες πράξεις. Το γεγονός ότι η παρέμβαση αυτή είναι πολιτειακή, δεν σημαίνει ότι αυτομάτως καθιστά δημόσια την πληροφορία που παράγεται από την ίδια την διαδικασία: μόνο η απαγγελία της απόφασης είναι δημόσια - η αναπαραγωγή του εγγράφου μιας καταδικαστικής απόφασης επιτρέπεται υπό αυστηρούς όρους και μόνο με την επίκληση ειδικού έννομου συμφέροντος. Μια ιδιωτική πληροφορία, σε ένα δημόσιο έγγραφο.

Όποιος έχει υπερασπιστεί δημόσιους υπαλλήλους σε πειθαρχικά όργανα και σε δικαστήρια για πράξεις που ανάγονται στην ιδιωτική τους σφαίρα, ενώ κυνηγήθηκαν υπηρεσιακά, γνωρίζει ότι η ιδιότητά τους είναι καθοριστικής σημασίας για την έκβαση της υπόθεσης. Τα όρια ιδιωτικότητας-δημοσιότητας για τους δημόσιους υπαλλήλους είναι μετατοπισμένα σε σχέση με τους υπόλοιπους πολίτες. Προκειμένου όμως η μετατόπιση αυτή να είναι δίκαιη και σύμφωνη με το Σύνταγμα και τις κατοχυρώσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων, η επιπλέον επέμβαση πρέπει να αφορά μόνο τις πράξεις ή παραλείψεις τους που αφορούν την ενάσκηση των καθηκόντων τους. Διαφορετικά, θα πρόκειται για άλλη μια πράξη βίας   εναντίον της ελευθερίας. Μια κρατική παρέμβαση καθόλου δικαιολογημένη, ευθέως άδικη.

Η διάταξη για την θέση σε αργία των υπαλλήλων που έχουν στερηθεί την ελευθερία τους δεν μπορεί λοιπόν να αφορά την περίπτωση της απλής καταδίκης σε φυλάκιση, αλλά μόνο την περίπτωση κατά την οποία η ποινή εκτελείται. Αυτά ως προς την γραμματική ερμηνεία. Γιατί ούτως ή άλλως το μέτρο είναι αντισυνταγματικό, καθώς δεν προβλέπει ειδικότερες διαβαθμίσεις, αναγκαίες για να υπάρχει συμβατότητα με την αρχή της αναλογικότητας. 




Η διαγραφή δεδομένων βάφτισης από καθολική εκκλησία

  Τα θρησκεύματα δεν έχουν κανένα πρόβλημα να καταχωρούν στα κατάστιχά τους νέους πιστούς χωρίς να τους ερωτούν, όπως γίνεται με τον νηπιοβα...