Σάββατο, Απριλίου 25, 2020

Σεβασμός στην δημοκρατία, στο κράτος δικαίου και στα ανθρώπινα δικαιώματα στο πλαίσιο της υγειονομικής κρίσης του COVID-19

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ

SG/Inf(2020)11


7 Απριλίου 2020 

Σεβασμός στην δημοκρατία, στο κράτος δικαίου και στα ανθρώπινα δικαιώματα
στο πλαίσιο της υγειονομικής κρίσης του COVID-19

Εργαλειοθήκη για τα κράτη μέλη 



Εισαγωγή

Το έγγραφο φιλοδοξεί να αποτελέσει μια εργαλειοθήκη για τα κράτη μέλη, κατά την διαχείριση της πρωτοφανούς και μεγάλης κλίμακας υγειονομικής κρίσης, ώστε να γίνονται σεβαστές οι θεμελιώδεις αξίες της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Αναγνωρίζεται, αρχικά, ότι οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν ισχυρές προκλήσεις επιδιώκοντας να προστατεύσουν τους πληθυσμούς από την απειλή του COVID-19. Είναι επίσης κατανοητό ότι η κανονική λειτουργία της κοινωνίας δεν μπορεί να εξακολουθήσει, ιδίως υπό το φως του κύριου προστατευτικού μέτρου που απαιτείται για την καταπολέμηση του ιού, δηλαδή του κατ' οίκον περιορισμού. Επιπλέον γίνεται αποδεκτό ότι τα μέτρα που λαμβάνονται θα επηρεάσουν αναπόφευκτα τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που είναι αναπόσπαστο μέρος και αναγκαία συνθήκη σε μια δημοκρατική κοινωνία που διέπεται από την αρχή του κράτους δικαίου.

Η μεγάλη κοινωνική, πολιτική και νομική πρόκληση που αντιμετωπίζουν τα κράτη μέλη είναι η ικανότητά τους να ανταποκριθούν σε αυτή την κρίση αποτελεσματικά, ενώ διασφαλίζουν ότι τα μέτρα που λαμβάνουν δεν υποβαθμίζουν το διαχρονικό και ευγενές συμφέρον για την διασφάλιση των ιδρυτικών για την Ευρώπη αξιών της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Ειδικά τώρα είναι που το Συμβούλιο της Ευρώπης πρέπει να εκπληρώσει την κεντρική του αποστολή, παρέχοντας μέσω των θεσμικών οργάνων του και όλων των αρμοδίων σωμάτων και μηχανισμών το πεδίο για να διασφαλιστεί συλλογικά η συμφωνία των μέτρων αυτών με την αρχή της αναλογικότητας, ε σχέση με την απειλή που επισύρει η εξάπλωση του ιού και ότι ως μέτρα θα ισχύουν για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Αυτός ο ιός καταστρέφει πολλές ζωές και πολλά άλλα αγαθά μας. Δεν πρέπει να του επιτρέψουμε να καταστρέψει τις θεμελιώδεις αρχές και τις ελεύθερες κοινωνίες. 

  1. Παρέκκλιση σε περιόδους επείγουσας κατάστασης (Άρθρο 15 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου)
Η έκταση των μέτρων που έχουν ληφθεί για να αντιμετωπιστεί η παρούσα απειλή του COVID-19 και ο τρόπος με τον οποίο αυτά εφαρμόζονται διαφέρει από κράτος σε κράτος μέσα στον χρόνο. Ενώ κάποια περιοριστικά μέτρα που έχουν ληφθεί από κράτη μέλη μπορεί να είναι δικαιολογημένα στην βάση των συνήθων διατάξεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (η Σύμβαση) σχετικά με την προστασία της υγείας (βλ. αρθρα 5 παρ. 1 ε, παρ. 2 των άρθρων 8 έως 11 της Σύμβασης και άρθρο 2 παρ. 3 του 4ου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης), μέτρα εξαιρετικής φύσης μπορεί να προϋποθέτουν την παρέκκλιση από τις υποχρεώσεις των κρατών σύμφωνα με την Σύμβαση. Είναι καθήκον κάθε κράτους να αξιολογήσει κατά πόσον τα μέτρα που λαμβάνει επιβάλλουν τέτοια παρέκκλιση, ανάλογα με την φύση και την έκταση των περιορισμών και των δικαιωμάτων και ελευθεριών που προστατεύονται από την Σύμβαση. Η δυνατότητα των κρατών να ενεργούν έτσι είναι ένα σημαντικό χαρακτηριστικό του συστήματος που επιτρέπει την συνεχιζόμενη εφαρμογή της Σύμβασης και του εποπτικού μηχανισμού της ακόμη και στις πιο δύσκολες περιόδουςi.

Κάθε παρέκκλιση θα αξιολογηθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (το Δικαστήριο) επ' αφορμή των υποθέσεων που θα αχθούν ενώπιόν τουii. Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει στα κράτη ένα ευρύ περιθώριο ελεύθερης εκτίμησης σε αυτό το πεδίο: “Είναι επιλογή αρχικά του κάθε Συμβαλλόμενου Κράτους, με την ευθύνη του για “την ζωή του έθνους [του], να αποφασίσει εάν η ζωή αυτή απειλείται από μια “δημόσια κατάσταση ανάγκης” και, σε θετική περίπτωση, πόσο μακριά είναι αναγκαίο να φτάσει, κατά την προσπάθεια να αντιμετωπίσει αυτή την επείγουσα κατάσταση. Λόγω της άμεσης και διαρκούς επαφής τους με τις πιεστικές ανάγκες της εποχής, οι εθνικές αρχές είναι κατ' αρχήν σε καλύτερη θέση από έναν διεθνή δικαστή για να αποφασίσουν τόσο για την ύπαρξη μιας τέτοιας κατάστασης ανάγκης, όσο και για την φύση και το εύρος τον αναγκαίων παρεκκλίσεων προς αντιμετώπισή της. Γι' αυτό το άρθρο 15 παρ. 1 (...) καταλείπει σε αυτές τις αρχές ένα ευρύ πεδίο εκτιμήσεως.”iii

H παρέκκλιση υπόκειται επίσης σε επίσημες διατυπώσεις: η Γενική Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης, καθώς αποτελεί θεματοφύλακα της Σύμβασης, θα πρέπει να ενημερώνεται πλήρως για τα ληφθέντα μέτρα, τους λόγους λήψης τους και για τον χρόνο λήξης των μέτρων αυτών (https://www.coe.int/en/web/conventions/full-list/-/conventions/webContent/62111354)

Ορισμένα δικαιώματα της Σύμβασης δεν επιδέχονται παρεκκλίσεις: το δικαίωμα στην ζωή, εκτός από το πλαίσιο των παράνομων πράξεων πολέμου (άρθρο 2), η απαγόρευση των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας (άρθρο 3), η απαγόρευση της δουλείας (άρθρο 4 παρ. 1) και ο κανόνας της “απαγόρευσης κολασμού άνευ νόμου” (άρθρο 7). Δεν επιτρέπεται παρέκκλιση από την απαγόρευση της θανατικής ποινής ή του δικαιώματος περί μη διπλής δίκης ή τιμωρίας για το ίδιο αδίκημα (Πρωτόκολλα αρ. 6 και 13 καθώς και άρθρο 4 του Πρωτοκόλλου αρ. 7). 

H παρέκκλιση βάσει του άρθρου 15 δεν εξαρτάται από την επίσημη κήρυξη κράτους σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης ή από κάθε παρόμοιο καθεστώς σε εθνικό επίπεδο. Την ίδια στιγμή, κάθε παρέκκλιση πρέπει να έχει σαφή βάση στο εθνικό δίκαιο προκειμένου να αποτρέπονται οι αυθαιρεσίες και θα πρέπει να είναι αυστηρά αναγκαία για την καταπολέμηση του δημόσιου κινδύνου. Τα κράτη πρέπει να λαμβάνουν υπόψη ότι κάθε μέτρο λαμβάνεται για να προστατεύσει την δημοκρατική τάξη έναντι απειλών κατ' αυτής και θα πρέπει να καταβάλλεται κάθε προσπάθεια για να διασφαλιστούν οι αξίες μιας δημοκρατικής κοινωνίας, όπως ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και η ευρύτητα πνεύματοςiv. Ενώ οι παρεκκλίσεις γίνονται αποδεκτές από το Δικαστήριο για την δικαιολόγηση κάποιων εξαιρέσεων από την Σύμβαση, δεν μπορούν ποτέ να δικαιολογήσουν πράξεις που στρέφονται ενάντια στις θεμελιώδεις αρχές της Σύμβασης για νομιμότητα και αναλογικότητα.

  1. Σεβασμός του κράτους δικαίου και των δημοκρατικών αρχών σε περιόδους έκτακτης ανάγκης

    1. Η αρχή της νομιμότητας

Ακόμη και σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, πρέπει να κατισχύει η αρχή του κράτους δικαίουv. Θεμελιώδης αρχή του κράτους δικαίου είναι η υποχρέωση κάθε κρατικής πράξης να συμμορφώνεται με το δίκαιοvi. Το “δίκαιο” σε αυτό το πλαίσιο περιλαμβάνει όχι μόνο τις πράξεις του Κοινοβουλίου, αλλά μπορεί να περιλαμβάνει, για παράδειγμα, τα έκτακτα εκτελεστικά διατάγματα, εφόσον έχουν συνταγματική βάση. Πολλά συντάγματα προβλέπουν ειδικό νομικό καθεστώς (ή καθεστώτα) που ενισχύουν τις αρμοδιότητες των εκτελεστικών αρχών στην περίπτωση πολέμου ή μιας σοβαρής φυσικής καταστροφής ή άλλης συμφοράςvii. Ο νομοθέτης μπορεί επίσης να θεσπίζει επείγοντες νόμους που έχουν συνταχθεί ειδικά για την αντιμετώπιση της τρέχουσας κρίσης, πέραν από τους ήδη υπάρχοντες νομικούς κανόνες. Κάθε νέα νομοθεσία αυτής της κατηγορίας, θα πρέπει να συμμορφώνεται με το σύνταγμα και τα διεθνή πρότυπα και θα πρέπει να υπόκειται σε εξέταση από το Συνταγματικό Δικαστήριο, όταν υπάρχει τέτοιο. Εάν το κοινοβούλιο επιθυμεί να εξουσιοδοτήσει την κυβέρνηση να αποκλίνει από την νομοθεσία της ειδικής πλειοψηφίας (ή την νομοθεσία που εγκρίθηκε μετά από μία άλλη ειδική διαδικασία), αυτό πρέπει να γίνει με την πλειοψηφία που απαιτείται για την θέσπιση της νομοθεσίας ή ακολουθώντας την ίδια ειδική διαδικασία. 

  1. Περιορισμένη διάρκεια του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης και των έκτακτων μέτρων


Κατά την διάρκεια της έκτακτης ανάγκης, οι κυβερνήσεις μπορεί να έχουν μεγαλύτερη εξουσία έκδοσης διαταγμάτων με ισχύ νόμου. Αυτό είναι αποδεκτό, εφόσον προβλέπεται ότι αυτές οι γενικές εξουσίες έχουν περιορισμένη διάρκεια. Ο κύριος σκοπός ενός καθεστώτος έκτακτης ανάγκης (ή αντίστοιχων ρυθμίσεων) είναι η αντιμετώπιση της κρίσης, καθώς και η επιστροφή, στο μέτρο του δυνατού, στην κανονικότηταviii. Η διατήρηση του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης μπορεί να υπόκειται σε έλεγχο αναγκαιότητας από το κοινοβούλιο. Η ατέρμονη διατήρηση των γενικών εξαιρετικών εξουσιών της εκτελεστικής εξουσίας είναι ανεπίτρεπτηix.

Κατά την διάρκεια της κατάστασης ανάγκης, περιορισμένη είναι όχι μόνο η χρονική διάρκεια κατά την οποία η κυβέρνηση νομοθετεί, αλλά και η διάρκεια κάθε νομοθεσίας που έχει επιβληθεί θα πρέπει να περιλαμβάνει σαφή χρονικά όρια της διάρκειας αυτών των εξαιρετικών μέτρων (σαν ένας όρος “ηλιοβασιλέματος”). Πράγματι, μετά το τέλος της κατάστασης ανάγκης θα πρέπει να δικαιολογείται η συνέχιση ειδικών και στοχευμένων μέτρων, αλλά η επέκταση αυτή θα εμπίπτει στην αρμοδιότητα του κοινοβουλίου μέσω των κανονικών διαδικασιώνx.

    1. Περιορισμένο πεδίο εφαρμογής για την έκτακτη νομοθεσία: η αρχή της αναγκαιότητας


Η αρχή της αναγκαιότητας επιβάλει τα έκτακτα μέτρα να είναι ικανά να επιτύχουν τον σκοπό τους με την ελάχιστη δυνατή μεταβολή των κανονικών κανόνων και διαδικασιών της δημοκρατικής διαδικασίαςxi. Ως εκ τούτου, η εξουσία της κυβέρνησης για έκδοση έκτακτων διαταγμάτων δεν θα πρέπει να βασίζεται σε λευκή επιταγή από τον νομοθέτη προς την εκτελεστική εξουσία. Με δεδομένη την ταχεία και απρόβλεπτη εξέλιξη της κρίσης, οι σχετικά ευρείες νομοθετικές εξουσιοδοτήσεις μπορεί να χρειάζονται, αλλά πρέπει να είναι κατά το δυνατόν στενότερες ενόψει των περιστάσεων, προκειμένου να αποτρέψουν κάθε ενδεχόμενη κατάχρησηxii. Ως γενικός κανόνας, οι συνταγματικές αναθεωρήσεις θα πρέπει να περιμένουν κατά την διάρκεια της κατάστασης ανάγκηςxiii.

    1. Διάκριση των λειτουργιών και έλεγχος της εκτελεστικής λειτουργίας κατά την διάρκεια της κατάστασης ανάγκης

Οι εκτελεστικές αρχές θα πρέπει να ενεργούν σύντομα και αποτελεσματικά. Αυτό μπορεί να επιβάλλει την θέσπιση απλούστερων διαδικασιών λήψης των αποφάσεων και χαλάρωση των θεσμικών αντιβάρων. Αυτό μπορεί να σημαίνει επίσης, στο μέτρο που επιτρέπεται από το σύνταγμα, υπέρβαση της καθιερωμένης κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ τοπικών, περιφερειακών και κεντρικών αρχών, με αναφορά σε συγκεκριμένα, ειδικά και περιορισμένα πεδία για την διασφάλιση μιας πιο συντονισμένης αντιμετώπισης της κρίσης και με συμφωνία για πλήρη αποκατάσταση των πλήρων αρμοδιοτήτων των τοπικών και περιφερειακών αρχών, όταν η κατάσταση το επιτρέψει. 

Ωστόσο, τα κοινοβούλια πρέπει να διατηρούν την εξουσία να ελέγχουν την εκτελεστική λειτουργίαxiv, ιδίως διαπιστώνοντας, με εύλογες παρεμβάσεις, εάν οι έκτακτες εξουσίες της εκτελεστικής λειτουργίας εξακολουθούν να δικαιολογούνται ή παρεμβαίνοντας σε περιπτωσιολογική βάση για την τροποποίηση ή κατάργηση των αποφάσεων της εκτελεστικής εξουσίαςxv. Η διάλυση των κοινοβουλίων κατά την διάρκεια της έκτακτης ανάγκης δεν θα πρέπει επιτρέπεται και πράγματι, σύμφωνα με πολλά συντάγματα η αποστολή των κοινοβουλίων εξακολουθεί και μέχρι το τέλος της κατάστασης ανάγκης. 

Η κεντρική λειτουργία της Δικαιοσύνης – ιδίως των συνταγματικών δικαστηρίων όπου υπάρχουν – πρέπει να εξακολουθεί. Είναι σημαντικό οι δικαστές να μπορούν να εξετάζουν τους σοβαρότερους περιορισμούς των ανθρώπινων δικαιωμάτων που εισάγονται με την επείγουσα νομοθεσία. Διακοπές, ταχείες διαδικασίες ή ομαδικός χειρισμός συγκεκριμένων κατηγοριών υποθέσεων μπορεί να επιτρέπονται και η προληπτική δικαστική αδειοδότηση, υπό κάποιες περιστάσεις, μπορεί να αντικαθίσταται από τον εκ των υστέρων δικαστικό έλεγχο (βλ. επίσης κατωτ. κεφ. 3.2.). 

Κατά την διάρκεια της κατάστασης ανάγκης, η διεξαγωγή εκλογών και δημοψηφισμάτων μπορεί να είναι προβληματική, καθώς η δυνατότητα προεκλογικής εκστρατείας είναι ακραία περιορισμένη σε περιόδους κρίσεων.

  1. Σχετικά πρότυπα ανθρώπινων δικαιωμάτων

3.1. Δικαίωμα στην ζωή (άρθρο 2 της Σύμβασης) και απαγόρευση βασανιστηρίων και απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης (άρθρο 3 της Σύμβασης). Δικαίωμα πρόσβασης στην ιατρική φροντίδα (άρθρο 11 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη)


Το δικαίωμα στην ζωή και στην απαγόρευση των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ανήκουν στον πυρήνα των δικαιωμάτων της Σύμβασης, καθώς δεν χωρεί παρέκκλιση από αυτά, ακόμη και σε περίοδο κατάστασης ανάγκης όπως είναι το COVID-19. Έχει κριθεί κατ' επανάληψη ότι αυτά τα δικαιώματα επιβάλλουν την θετική υποχρέωση για παροχή κρατικής φροντίδας στους ανθρώπους έναντι των θανάσιμων ασθενειών και για ανακούφιση του πόνουxvi.

Η Σύμβαση διαρκώς επιβάλλει στα κράτη μέλη να διασφαλίζουν ένα επαρκές επίπεδο ιατρικής φροντίδας στους ανθρώπους που έχουν στερηθεί την ελευθερία τουςxvii. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Αποτροπή των Βασανιστηρίων εξέδωσε μια δήλωση αρχών σχετικά με την μεταχείριση ανθρώπων που έχουν στερηθεί την ελευθερία τους, στο πλαίσιο της πανδημίας COVID-19.  Αυτές οι αρχές εφαρμόζονται σε διάφορα περιβάλλοντα, συμπεριλαμβανομένων των αστυνομικών εγκαταστάσεων κράτησης, τα σωφρονιστικά ιδρύματα, τα κέντρα κράτησης μεταναστών, τα ψυχιατρικά νοσοκομεία και τους οίκους κοινωνικής προστασίας, καθώς επίσης και διάφορες νεοϊδρυθείσες εγκαταστάσεις ή ζώνες όπου τα πρόσωπα τίθενται σε καραντίνα για την αντιμετώπιση της πανδημίας COVID-19. Οι αρχές της Επιτροπής αναφέρονται επίσης στην ανάγκη για προστασία του εργαζόμενου προσωπικού σε αυτά τα ιδρύματα και για την διασφάλιση της διαρκούς πρόσβασης από εθνικά όργανα παρακολούθησης στις εγκαταστάσεις κράτησης. Η Επίτροπος για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα έχει επίσης δημοσιεύσει μια δήλωση : “Επιδημία COVID-19: επείγοντα βήματα αναγκαία για την προστασία των δικαιωμάτων των φυλακισμένων στην Ευρώπη”. 

Πέρα από την κρατική φροντίδα για τους ανθρώπους, η ευθύνη κατά τα άρθρα 2 και 3 της Σύμβασης μπορεί να αφορούν ιδίως τους ασθενείς που υποφέρουν από σοβαρά νοσήματα, τους ανθρώπους με αναπηρίες ή τους ηλικιωμένους (βλ. την Σύσταση CM/Rec(2014)2 για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων των ηλικιωμένων και τις Δηλώσεις της Επιτρόπου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα για τα άτομα με αναπηρίες και τα ηλικιωμένα άτομα κατά την πανδημία COVID-19xviii). Η έκθεσή τους στην ασθένεια και το ακραίο επίπεδο πόνου μπορεί να κριθούν ασύμβατα με τις θετικές υποχρεώσεις του κράτους για την προστασία της ζωής και την αποτροπή της κακομεταχείρισης. Αυτή η θετική υποχρέωση περαιτέρω επιβεβαιώνεται από το Άρθρο 11 του (αναθεωρημένου) Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, σύμφωνα με το οποίο τα κράτη μέλη οφείλουν να αποδεικνύουν την ικανότητά τους να αντιμετωπίζουν μολυσματικές ασθένειες με την διαχείριση της καταγραφής και της ενημέρωσης για τις ασθένειες και λαμβάνοντας όλα τα απαραίτητα επέιγοντα μέτρα σε περίπτωση επιδημίαςxix. Η αυξημένη προσοχή των κρατών για τις ευπαθείς ομάδες θα πρέπει να είναι συμβατή με το δικαίωμα για ίση πρόσβαση στην φροντίδα της υγείας (άρθρο 3 της Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και την Βιοϊατρική, “η Σύμβαση Οβιέδο” https://www.coe.int/en/web/conventions/full-list/-/conventions/treaty/164).

Υπογραμμίζεται σχετικά ότι η διαθεσιμότητα ποιοτικών φαρμάκων και η πρόσβαση των ασθενών σε αυτά είναι πιο σημαντική από ποτέ στο πλαίσιο της τρέχουσας πανδημίας COVID-19. H Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την ανάπτυξη μιας Ευρωπαϊκής Φαρμακοποιίαςxx σκοπεί να παράσχει μια νομική και επιστημονική βάση για την διασφάλιση ποιοτικών φαρμάκων και συστατικών αυτών σε μορφή μιας ενιαίας κλίμακας εργασίας, της Ευρωπαϊκής Φαρμακοποιίας. Υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Φαρμακοποιίας ενώνουν τις δυνάμεις τους 39 κράτη μέλη και η Ε.Ε. Μαζί με ειδικούς από 29 παρατηρητές συμπεριλαμβανομένου του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, προκειμένου να καθιερώσουν ποιοτικά πρότυπα που είναι εφαρμόσιμα σε όλα τα κράτη μέλη που έχουν υπογράψει και εφαρμόζονται σε πάνω από 120 χώρες του κόσμου. 

Τέλος, σύμφωνα με την Σύμβαση και τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη, τα κράτη έχουν καθήκον να ενημερώνουν τον πληθυσμό για τους γνωστούς κινδύνους που σχετίζονται με την πανδημία και για συμπεριφορές ή μέτρα για την αποτροπή της διάδοσης της νόσουxxi.

    1. Δικαίωμα σε ελευθερία και ασφάλεια (Άρθρο 5) και δικαίωμα σε δίκαιη δίκη (Άρθρο 6)

Τα πρωτοφανή μέτρα που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση το COVID-19 μπορεί να έχουν επιπτώσεις στην ικανότητα του κράτους να εγγυηθεί την ελευθερία και την ασφάλεια και να μεταβάλουν την κανονική λειτουργία του δικαστικού συστήματος.

Το άρθρο 5.1 (ε) ορίζει ότι η αποτροπή μολυσματικών ασθενειών είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους ένα πρόσωπο μπορεί να στερηθεί την ελευθερία του. Πριν καταφύγουν σε τέτοια μέτρα, τα κράτη αναμένεται να εξετάσουν την ύπαρξη μιας σχετικής νομικής βάσης και να κρίνουν εάν τα μέτρα που οδηγούν στην στέρηση της ελευθερίας είναι αυστηρώς αναγκαία έναντι κάθε άλλης λιγότερο αυστηρής εναλλακτικής. Η έκταση της υποχρεωτικής απομόνωσης και ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόζεται στην πράξη είναι σχετικά με το πλαίσιο αυτού του δικαιώματος. 

Τα μέτρα που αποσκοπούν σε προσαρμογή των διαδικασιών πρόσβασης στην δικαιοσύνη θα πρέπει να σχεδιάζονται κατά τρόπον ώστε να είναι συμβατά με το άρθρο 6, τουλάχιστον σε υποθέσεις που χρειάζεται ειδική δικονομική επιμέλεια (ευπαθείς διάδικοι, υποθέσεις οικογενειακού και εργατικού δικαίου, κ.τ.λ.). Η καθυστέρηση στην αστυνομική κράτηση ή ο καθυστερημένος δικαστικός έλεγχος της στέρησης της ελευθερίας μπορεί να οδηγήσουν σε παραβιάσεις του άρθρου 5 της Σύμβασης.

Επιπρόσθετα, οι παρεκκλίσεις κατά το άρθρο 15 μπορεί να διευρύνουν το φάσμα των επιτρεπόμενων μέτρων κατά τα άρθρα 5 και 6 της Σύμβασης και να ενισχύσουν το πεδίο ελεύθερης δράσης των κρατικών αρχών, εφόσον τηρούν συγκεκριμένες προθεσμίες και άλλες κανονικές διαδικαστικές προϋποθέσεις. Ωστόσο, η θεμελιώδης απαγόρευση της κράτησης χωρίς νομική βάση ή χωρίς έγκαιρο δικαστικό έλεγχο και η ανάγκη για παροχή ουσιωδών διαδικαστικών εγγυήσεων σε κρατούμενους, όπως είναι η πρόσβαση σε γιατρό, σε δικηγόρο ή σε συγγενή θα πρέπει κατ' αρχήν να εξυπηρετείται στις παρούσες περιστάσεις. Τα κράτη υπέχουν επίσης την γενική υποχρέωση διασφάλισης ότι οι δίκες τηρούν την θεμελιώδη υποχρέωση να είναι δίκαιες (με ισότητα των όπλων, για παράδειγμα) και να σέβονται το τεκμήριο της αθωότητας καθώς και να εγγυώνται ότι δεν γίνονται παρεμβάσεις στην ανεξαρτησία των δικαστών ή των δικαστηρίων.

  1. Δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή, στην ελευθερία της συνείδησης, στην ελευθερία της έκφρασης, στην ελευθερία του συνέρχεσθαι

Η αποτελεσματική ενάσκηση όλων αυτών των δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνονται από τα άρθρα 8,9,10 και 11 της Σύμβασης είναι η κορωνίδα για τις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες. Οι περιορισμοί σε αυτά τα δικαιώματα επιτρέπονται μόνον εάν προβλέπονται από τον νόμο και εάν είναι αναλογικοί ενόψει του επιδιωκόμενου σκοπού, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας της υγείας. Οι σημαντικοί περιορισμοί σε συνήθεις κοινωνικές δραστηριότητες, όπως η πρόσβαση σε δημόσιους χώρους λατρείας, οι δημόσιες συναθροίσεις και οι γαμήλιες και επικήδειες τελετές μπορεί αναπόφευκτα να οδηγήσουν σε συζητήσιμες προσφυγές για αυτές τις διατάξεις. Αποτελεί αρμοδιότητα των αρχών να εγγυηθούν ότι κάθε περιορισμός, είτε βασίζεται είτε όχι σε παρέκκλιση προβλέπεται ρητώς από τον νόμο, είναι σύμφωνος με σχετικές συνταγματικές εγγυήσεις και αναλογικός ενόψει των σκοπών που επιδιώκειxxii.

Ενώ αυξημένοι περιορισμοί στα προαναφερόμενα δικαιώματα μπορεί να δικαιολογούνται πλήρως σε περιόδους κρίσης, οι αυστηρές ποινικές κυρώσεις προκαλούν ανησυχία και πρέπει να υπόκεινται σε αυστηρό έλεγχο. Οι εξαιρετικές περιστάσεις δεν πρέπει να οδηγούν σε υπερβολές με ποινικά μέσα. Η δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στον εξαναγκασμό και την πρόληψη είναι ο πιο κατάλληλος, αν όχι ο μόνος τρόπος συμμόρφωσης με την προϋπόθεση για τήρηση της αρχής της αναλογικότητας που επιβάλλει η Σύμβαση.

Ελευθερία της έκφρασης και πληροφόρησης, ελευθερία των μέσων ενημέρωσης, πρόσβαση σε επίσημη ενημέρωσης

Η ελευθερία της έκφρασης, συμπεριλαμβανομένης της ελεύθερης και έγκαιρης ροής της πληροφορίας, είναι καθοριστικός παράγοντας για την ικανότητα των μέσων να ενημερώνουν για θέματα σχετικά με την πανδημία. Τα μέσα ενημέρωσης και οι επαγγελματίες δημοσιογράφοι, ιδίως εκείνοι των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών μέσων, έχουν κεντρικό ρόλο και ειδική ευθύνη για την έγκαιρη, έγκυρη και αξιόπιστη πληροφόρηση του κοινού, καθώς επίσης και για την αποτροπή του πανικού και την ενίσχυση της συνεργασίας του πληθυσμού. Πρέπει να εφαρμόζουν τα υψηλότερα επαγγελματικά και δεοντολογικά πρότυπα της υπεύθυνης δημοσιογραφίας κι έτσι να εκπέμπουν κατευθυντήρια μηνύματα σχετικά με την κρίση, αποφεύγοντας να δημοσιεύουν ή να ενθαρρύνουν μη επιβεβαιωμένες αναφορές, πόσο μάλλον ακατάλληλο ή σκανδαλοθηρικό υλικό. Οι εξαιρετικές περιστάσεις μπορεί να επιβάλλουν σε ορισμένους δημοσιογράφους να παραλείπουν να δημοσιεύουν κυβερνητικές πληροφορίες που προορίζονται για ελεγχόμενη χρήση, όπως πληροφορίες για την μελλοντική εφαρμογή αυστηρότερης πολιτικής απομόνωσηςxxiii.

Η πρόσβαση του κοινού σε δημόσια πληροφορία μπορεί να ελεγχθεί στην βάση των υπαρχουσών αρχών που έχουν νομολογηθεί από το Δικαστήριοxxiv. Κάθε περιορισμός της πρόσβασης στην δημόσια πληροφορία πρέπει να ισχύει κατ' εξαίρεση και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας ενόψει του επιδιωκόμενου στόχου της προστασίας της δημόσιας υγείας. Η Σύμβαση για την Πρόσβαση στα Δημόσια Έγγραφα (“Η Σύμβαση Tromsø” https://www.coe.int/fr/web/conventions/full-list/-/conventions/treaty/205) υπογραμμίζει την ανάγκη για διαφάνεια και προβλέπει ότι μια δημόσια αρχή πρέπει να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για την δημοσιοποίηση των εγγράφων της, με δική της πρωτοβουλία και όπου είναι αναγκαίο, για να ενθαρρύνει την ενημερωμένη συμμετοχή του κοινού σε ζητήματα δημόσιου ενδιαφέροντος. 

Ταυτόχρονα, τα επίσημα μέσα δεν μπορούν να είναι τα μόνα κανάλια ενημέρωσης για την πανδημία. Αυτό θα οδηγούσε σε λογοκρισία και καταστολή νόμιμων ανησυχιών. Οι δημοσιογράφοι, τα μέσα ενημέρωσης, οι επαγγελματίες ιατροί, οι ακτιβιστές της κοινωνίας των πολιτών και το κοινό θα πρέπει να μπορούν να ασκούν κριτική στις αρχές και να σχολιάζουν την ανταπόκρισή τους στην κρίση. Κάθε προηγούμενος περιορισμός επί συγκεκριμένων θεμάτων, κλείσιμο μέσων ενημέρωσης ή αποκλεισμός σε πλατφόρμες επικοινωνίας πρέπει να υποβάλλεται σε προσεκτικό έλεγχο και να δικαιολογείται μόνο σε ιδιαίτερα εξαιρετικές περιστάσειςxxv. Η πανδημία δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για να σιωπάσουν οι καταγγέλλοντες (βλ. Σύσταση CM/Rec(2014)7 για την προστασία των καταγγελλόντων https://search.coe.int/cm/Pages/result_details.aspx?ObjectId=09000016805c5ea5 )xxvi, ή οι πολιτικοί αντίπαλοιxxvii. Η κακόβουλη διάδοση παραπληροφόρησης θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με εκ των υστέρων κυρώσεις και με εκστρατείες κυβερνητικής πληροφόρησης. Τα κράτη θα πρέπει να συνεργάζονται με τις διαδικτυακές πλατφόρμες και με τα μέσα ενημέρωσης για να αποτρέπουν την χειραγώγηση της κοινής γνώμης, καθώς επίσης και να δώσουν μεγαλύτερη σημασία σε γενικά αξιόπιστες πηγές ειδήσεων και πληροφοριών, ιδίως εκείνων που κοινοπούνται από τις αρχές δημόσιας υγείας. 

Ιδιωτικότητα και προστασία δεδομένων 

Οι νέες τεχνολογίες της πρόσβασης και της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα έχουν την δυνατότητα να περιορίσουν και να συμβάλλουν στην αντιμετώπιση της πανδημίας. Η καταγραφή, ο εντοπισμός και η πρόβλεψη είναι καθοριστικής σημασίας βήματα για την παρακολούθηση της πανδημίας. Με τον πολλαπλασιασμό και την υπεραφθονία των διαθέσιμων εξελιγμένων ψηφιακών τεχνολογιών και εργαλείων (γεωεντοπισμού, τεχνητής νοημοσύνης, αναγνώρισης προσώπου, εφαρμογές κοινωνικής δικτύωσης) μπορεί να επιτευχθεί η παρακολούθηση της πανδημίας. 

Ταυτόχρονα, η διείσδυση που μπορεί να επιτευχθεί με τις σύγχρονες τεχνολογίες δεν πρέπει να παραμένει ανεξέλεγκτη και αστάθμητη ενόψει της ανάγκης για προστασία της ιδιωτικής ζωής. Οι αρχές της προστασίας δεδομένων και η Σύμβαση 108 του Συμβουλίου της Ευρώπης (καθώς και η επικαιροποιημένη έκδοσή της, αναφερόμενη ως “Σύμβαση 198+”xxviii) πάντοτε επέτρεπαν την στάθμιση των υψηλών προστατευτικών προτύπων και των δημοσίων συμφερόντων, συμπεριλαμβανομένης της δημόσιας υγείας. Η Σύμβαση επιτρέπει εξαιρέσεις από τους κανονικούς κανόνες της προστασίας δεδομεννω, για μια περιορισμένη χρονική περίοδο και με κατάλληλες εγγυήσεις (π.χ. Ανωνυμοποίηση) καθώς κι ένα πλαίσιο αποτελεσματικής εποπτείας για να διασφαλισεί ότι αυτά τα δεδομένα έχουν συλλεγεί, αναλυθεί, αποθηκευθεί και κοινοποιηθεί με νόμιμους και υπεύθυνους τρόπους. Η επεξεργαία προσωπικών δεδομένων σε μεγάλη κλίμακα με μέσα τεχνητής νοημοσύνης θα πρέπει να εκτελείται όταν η επιστημονική απόδειξη παρουσιάζει πειστικά ότι τα δυνητικά ωφέλη για την δημόσια υγεία υπερέχουν του ωφέλους των εναλλατικών, λιγότερο διεισδυτικών λύσεων. Το δίκτυο ειδικών του Συμβουλίου της Ευρώπης για την τεχνητή νοημοσύνηxxix και οι συνεργάτες του μπορούν να διευκολύνουν την διάδοση της σχετικής γνώσης. 


3.4. Απαγόρευση διακρίσεων (Άρθρο 14 της Σύμβασης και άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αρ. 12, άρθρο ε του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη) και πρότυπα σχετικά με την ποικιλότητα και την συμπερίληψη



Η αρχή της μη διάκρισης είναι εξαιρετικά επίκαιρη στο τρέχον πλαίσιο. Όταν εξετάζονται τα μέτρα παρέκκλισης ως προς το αν είναι “αυστηρά αναγκαία” κατά το άρθρο 15 της Σύμβασης, το Δικαστήριο ελέγχει εάν τα μέτρα εισάγουν αθέμιτες διακρίσεις μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών προσώπωνxxx. Επίσης, συγκεκριμένοι τύποι διάκρισης μπορεί να συνιστούν εξευτελιστική μεταχείριση κατά το άρθρο 3, μια διάταξη που δεν υπόκειται σε παρέκκλισηxxxi. Περαιτέρω, το γεγονός ότι δεν λαμβάνονται υπόψη οι ειδικές ανάγκες των προσώπων που ανήκουν σε μια ευπαθή ομάδα μπορεί να συνιστά διάκρισηxxxii. Η απαγόρευση των διακρίσεων μπορεί έτσι να συνεπάγεται υποχρεώσεις για την λήψη θετικών μέτρων για την επιδίωξη της ουσιαστικής ισότηταςxxxiii. Μια παρόμοια προσέγγιση ακολουθείται από τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη (άρθρο ε)xxxiv. Κατ' αυτή την έννοια. πολλές από τις διατάξεις της Σύμβασης Πλαίσιο για την Προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων, του Ευρωπαϊκού Χάρτη των Περιφερειακών ή Μειονοτικών Γλωσσών, καθώς επίσης και τις Συστάσεις Γενικής Πολιτικής της Επιτροπής για την Καταπολέμηση του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας μπορεί να αποτελέσουν εκδηλώσεις της αρχής της ισότητας και της μη διάκρισης. 

Τα έκτακτα μέτρα που έχουν ληφθεί σήμερα στο πλαίσιο της μάχης κατά της διασποράς του ιού εγείρουν μάλλον τα ίδια ζητήματα με τις δυνητικές συνέπειες αθέμιτων διακρίσεων. Για παράδειγμα, το δικαίωμα στην εκπαίδευση που κατοχυρώνεται από την Σύμβαση (άρθρο 2 του πρωτοκόλλου 1) και από τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη (άρθρο 17) θα πρέπει να διασφαλίζεται ακόμη κι αν οι τρόποι με τους οποίους διασφαλίζεται χρειάζονται προσαρμογή. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί πάντως στην εξασφάλιση της συνέχισης της παροχής εκπαίδευσης και ίσης πρόσβασης στα εκπαιδευτικά υλικά και μέσα για τις ευπαθείς ομάδες, κατά την περίοδο της απομόνωσης. Υπό επεξεργασία βρίσκεται μια λεπτομερής μελέτη για τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι ρομά, οι μετανάστες, τα άτομα που ανήκουν σε εθνικές μειονότητες και τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα, καθώς επίσης και τις ειδικές πρακτικές συμπερίληψης που ήδη έχουν αναπτυχθεί κατά την διάρκεια αυτής της κρίσης από κάποια κράτη μέληxxxv.

  1. Προστασία από το έγκλημα: προστασία των θυμάτων του εγκλήματος

Έχει αυξηθεί η αναφορά περιστατικών και στοιχείων που δείχνουν ότι η πολιτική της απομόνωσης και της καραντίνας οδηγεί σε αύξηση των επιπέδων της ενδοοικογενειακής, της σεξουαλικής και της έμφυλης βίας, γι' αυτό και χρειάζεται αυξημένη προστασία εναντίον της. Η προσέγγιση εκείνων των κρατών μελών που, ευθυγραμμισμένα με το πνεύμα της Σύμβασης της Κωνσταντινούποληςxxxvi, ψάχνουν τρόπους να συνεχίσουν να παρέχουν υπηρεσίες υποστήριξης και προστασίας θυμάτων τέτοιας βίας, προσαρμοσμένων στο καθεστώς της απομόνωσης είναι καλοδεχούμενη. Το Συμβούλιο της Ευρώπης μπορεί να κοινοποιήσει πληροφορίες για τις ισχύουσες πρακτικές που έχουν τεθεί σε εφαρμογή στα κράτη μέλη, όπως για παράδειγμα η παροχή εναλλακτικών τρόπων ώστε τα θύματα να μπορούν να αναφέρουν περιστατικά βίαςxxxvii. Είναι επίσης σημαντικό να εξεταστούν καινοτόμα μέσα ώστε τα παιδιά να έχουν πρόσβαση σε γραμμές υποστήριξης και καταγγελίας, υπό το φως των διατάξεων της Σύμβασης Λανζαρότε του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των παιδιών έναντι της σεξουαλικής εκμετάλλευσης και σεξουαλικής κακοποίησης προκειμένου να μπορούν να καταγγείλουν βία, κακοποίηση και σεξουαλική κακοποίηση κατά την διάρκεια της πανδημίαςxxxviii.

Τα θύματα της εμπορίας ανθρώπων μπορεί να βρεθούν σε ακόμη πιο επικίνδυνη θέση, λόγω των περιορισμένων δυνατοτήτων επιβολής του νόμου και των υπηρεσιών που την υποστηρίζουν, όπως είναι τα καταφύγιαxxxix.

Καθώς οι σύγχρονες κοινωνίες βασίζονται περισσότερο από ποτέ στα πληροφοριακά συστήματα, σε περιόδους κρίσης διάφοροι κακόβουλοι μπορεί να εκμεταλλεύονται ακόμη περισσότερο την ανθεκτικότητα τους για δικό τους όφελος (σχέδια απάτης, εκστρατείες ψαρέματος και διάδοση κακόβουλου λογισμικού μέσω πανομοιότυπων ιστοσελίδων για πληροφορίες ή συμβουλές σχετικά με τo COVID-19 χρησιμοποιούνται για να επέμβουν σε υπολογιστές, να εξάγουν δεδομένα χρηστών ή για απατηλές πληρωμές). Τα παιδιά δεν εξαιρούνται από τον κίνδυνο στον κυβερνοχώρο και με το κλείσιμο των σχολείων, η αυξημένη χρήση του Διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από αυτά έχει επιπτώσεις στην ασφάλειά τους. Επιπλέον, η πανδημία του κορωνοϊού έχει δυστυχώς προσφέρει νέες ευκαιρίες σε εγκληματίες για να εκμεταλλευτούν την αυξημένη ανάγκη ιατρικής, προσωπικής προστασίας και προϊόντων υγιεινής. Αυτές περιλαμβάνουν ψευδείς ιατρικές συσκευές ή ψεύτικα φάρμακα, όπως πακέτα εξετάσεων για το COVID-19, τα οποία διατίθενται τόσο διαδικτυακά όσο και εκτός διαδικτύου. Η παραγωγή και διανομή ψεύτικων ιατρικών προϊόντων θέτει σε σοβαρό κίνδυνο την δημόσια υγεία και απειλεί το δικαίωμα στην ζωή και το δικαίωμα στην υγεία. Οι αρχές της ποινικής δικαιοσύνης πρέπει να συνεργαστούν πλήρως για να διερευνήσουν, να εξιχνιάσουν, να αποδώσουν ευθύνες και να διώξουν τις προαναφερθείσες προσβολές. Στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών Συμβάσεων (Σύμβαση της Βουδαπέστης για το Κυβερνοέγκλημα, Σύμβαση για τα Παραποιημένα Ιατρικά Προϊόντα MEDICRIMExl, η Σύμβαση Λανζαρότε για την προστασία των παιδιοών έναντι της σεξουαλικής εκμετάλλευσης και κακοποίησης) τα κράτη μέλη συνεργάζονται στενά για να βελτιώσουν τις ποινικές διατάξεις τους, τις δικονομικές εξουσίες και την διεθνή συνεργασία που χρειάζεται για την αντιμετώπιση αυτών των απειλών. 


  1. Επόμενα βήματα: το Συμβούλιο της Ευρώπης είναι πιο επίκαιρο από ποτέ

Το Συμβούλιο της Ευρώπης ιδρύθηκε για την ανοικοδόμηση της διαρκούς ειρήνης στην Ευρώπη μετά από τον πιο καταστροφικό πόλεμο που βίωσε ποτέ. Το έχει πετύχει ευρύτατα, μέσα από την 70χρονη ιστορία του, καθιστάμενο ένας πανευρωπαϊκός οργανισμός με μοναδικούς θεσμούς που ορίζουν ένα οικουμενικό υπόδειγμα ηγεσίας. Η πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι κοινωνίες μας είναι πρωτοφανείς. Ακόμη και μετά την κορύφωση της κρίσης, οι κοινωνίες μας θα πρέπει να βρουν μέσα για να αποκαταστήσουν την κοινωνική και οικονομική βλάβη και περαιτέρω να ενισχύσουν την εμπιστοσύνη των δημοκρατικών μας θεσμών. Μεταξύ άλλων, χρειάζεται η πρωτοβουλία για την εξεύρεση λύσεων σχετικά με την προστασία των πιο ευπαθών ατόμων και ομάδων στις κοινωνίες μας και για τα μέσα εξασφάλισης των δικαιωμάτων τους με πιο βιώσιμο και αλληλέγγυο μοντέλο διακυβέρνησης. 

Το Συμβούλιο της Ευρώπης θα συνεχίσει να καταβάλει κάθε προσπάθεια για βοήθεια των κρατών μελών κατά την διάρκεια της τρέχουσας κρίσης και μετά από αυτήν. Το ευρύ φάσμα αποτελεσματικών νομικών κειμένων, τεχνικής εξειδίκευσης και εκτεταμένων δικτύων ειδικών από κάθε χώρα προσφέρει πολύτιμα εργαλεία για τις κυβερνήσεις και τους πολίτες στην εξεύρεση των καλύτερων και πιο βιώσιμων λύσεων για την προστασία της δημόσιας υγείας, για την διατήρηση της δημοκρατικής σύνθεσης των κοινωνιών μας και τον μετριασμό των κοινωνικών επιπτώσεων της κρίσης. 

Τα καταστατικά σώματα, όλα τα όργανα του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Γραμματείας του έχουν κινητοποιηθεί και δεν θα φεισθούν κόπων για την χρήση των εργαλείων και των πόρων του Οργανισμού για την διάδοση πληροφοριών, καλών πρακτικών και εμπεδωμένων μαθημάτων μεταξύ όλων των παραγόντων, συμπεριλαμβανομένων των αρχών, της κοινωνίας των πολιτών και των πολιτών προκειμένου να βρουν κοινές λύσεις στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε. Όλα τα προγράμματα και οι δραστηριότητες του Οργανισμού (συμπεριλαμβανομένων – κατ' αίτηση- προγραμμάτων συνεργασίας με τα κράτη μέλη και με άλλα κράτη) θα επιδιώξουν να περιλάβουν στοιχεία που θα επιτρέψουν στην συμβολή του Οργανισμού να είναι επίκαιρη, έγκαιρη και όσο το δυνατόν πιο συγκεκριμένη.


iΑπάντηση Επιτροπής Υπουργών στην σύσταση 2125 (2018) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης
iiΒλ. Οδηγό εφαρμογής του άρθρου 15 της Σύμβασης (31 Δεκεμβρίου 2019) που δημοσιεύθηκε από την Γραμματεία του Δικαστηρίου.
iii Απόφαση της 18.1.1978 επί της υπόθεσης Ιρλανδία κατά Η.Β., Συλλογή A αρ 25, παρ. 207. 

iv Απόφαση Mehmet Hasan Altan κατά Τουρκίας, §§ 94 και 210. Απόφαση Şahin Alpay κατά Τουρκίας, §§ 78 και 180. 

v Βλ. την Γνώμη της Επιτροπής Βενετίας για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, CDL-AD(2006)015), παρ. 13. 

vi Βλ. τον κατάλογο ελέγχου κράτους δικαίου της Επιτροπής Βενετίας (CDL-AD(2016)007), παρ. 44 και 45. 

viiΜέχρι τις 29 Μαρτίου 2020, σε κατάσταση ανάγκης έχουν κηρυχθεί 22 από τα κράτη μέλη μας.
viii Η εμπειρία έχει δείξει ότι “όσο περισσότερο διαρκεί η κατάσταση ανάγκης, τόσο περισσότερο το κράτος μπορεί να απομακρυνθεί από τα αντικειμενικά κριτήρια που μπορεί να ενεργοποίησαν αρχικά τις έκτακτες εξουσίες. Όσο περισσότερο διαρκεί η κατάσταση, τόσο λιγότερο δικαιολογείται η διαχείριση της κατάστασης ως εξαιρετικής φύσεως με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αντιμετωπιστεί με την εφαρμογή των κανονικών νομικών εργαλείων” - Επιτροπή Βενετίας, Τουρκία – Γνώμη για τους Έκτακτους Νόμους αρ. 667-676 που εφαρμόστηκαν μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016, CDL- AD(2016)037, παρ. 41 

ix CommDH(2002)7, Γνώμη 1/2002 για ορισμένες πτυχές της παρέκκλισης του Ηνωμένου Βασιλείου από το άρθρο 5 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, σελ. 25. Βλ. επίσης, Επιτροπή Βενετίας, Παράμετροι στην σχέση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και της αντιπολίτευσης σε μια δημοκρατία: κατάλογος ελέγχου (CDL-AD(2019)019), παρ. 119). 

x Βλ. Απόφαση Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης 1659 (2009), Προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, σελ. 12. Βλ. επίσης κατάλογο ελέγχου, ο.π., άρθρο 15 της Σύμβασης (“Παρέκκλιση σε περίοδο έκτακτης ανάγκης”). Άρθρο 4 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Άρθρο 27 της Αμερικανικής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Για τις έκτακτες εξουσίες βλ. επίσης αναφορές της Επιτροπής Βενετίας σε Emergency Powers (CDL-STD(1995)012) και σε the Protection of Human Rights in Emergency Situations (CDL-AD(2006)015). 


xi H αρχή της αναγκαιότητας δεν αναφέρεται ρητώς στο πλαίσιο των θεσμικών μέτρων κατάστασης ανάγκης, αλλά μπορεί απορρέει από την αρχή της αναλογικότητας και αναγκαιότητας για τα επείγοντα μέτρα στον τομέα των ανθρώπινων δικαιωμάτων – βλ. Επιτροπή Βενετίας, Γνώμη για το συνταγματικό νομοσχέδιο περί “προστασίας του έθνους” της Γαλλίας, CDL-AD(2016)006, παρ. 71.

xiiCM(2008)170, έγγραφο της Επιτροπής Υπουργών περί το Συμβούλιο της Ευρώπης και το Κράτος Δικαίου, σελ. 46. Βλ. επίσης Επιτροπή Βενετίας, Παράμετροι επί των σχέσεων μεταξύ της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και της αντιπολίτευσης σε μια δημοκρατία: κατάλογος ελέγχων (CDL- AD(2019)019), παρ. 119 – 121, και Τουρκία – Γνώμη για το Διάταγμα έκτακτης ανάγκης αρ. 667-676 που θεσπίστηκε μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016 (CDL-AD(2016)037), παρ. 98. 

xiii Σημαντικός αριθμός ευρωπαϊκών συνταγμάτων περιλαμβάνει διατάξεις που απαγορεύουν την αναθεώρηση του συντάγματος σε περιόδους πολέμου, έκτακτης ανάγκης ή σε παρόμοιες περιστάσεις. Βλ. επίσης Επιτροπή Βενετίας, Τουρκία – Γνώμη για το Διάταγμα έκτακτης ανάγκης αρ. 667-676 που θεσπίστηκε μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016 (CDL-AD(2016)037), παρ. 80 και 90). 

xiv Βλ. Σύσταση της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης 1713 (2005), Δημοκρατικός έλεγχος του τομέα της ασφάλειας στα κράτη μέλη, σεολ. 38. 

xvΕπιτροπή Βενετίας, Κατάλογος ελέγχου για το κράτος δικαίου (CDL-AD(2016)007), παρ. 51. 

xvi Βλ. το έγγραφο με στοιχεία “Prisoners’ health-related rights” που έχει δημοσιευθεί από την Γραμματεία του Δικαστηρίου.

xvii Βλ. την υπόθεση Khudobin κατά Ρωσίας, αρ. 59896/00, 26 Οκτωβρίου 2006. Όπως κατέγραψε η Επιτροπή κατά των Βασανιστηρίων στην Δήλωση Αρχών σχετικά με την μεταχείριση των προσώπων που στερούνται την ελευθερία τους στο πλαίσιο της πανδημίας του κορονοϊού, “ένα ανεπαρκές επίπεδο φροντίδας υγείας οδηγεί άμεσα σε καταστάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο της απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης”. 

xviii Η Επίτροπος για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, η οποία στη δουλειά της τονίζει συχνά ότι οι μεγάλες δομές φιλοξενίας κρατουμένων είναι ακατάλληλες για άτομα με αναπηρία και ηλικιωμένα άτομα, κάλεσε τα κράτη μέλη που αντιμετωπίζουν την πανδημία να σταματήσουν τις νέες εισδοχές σε τέτοια ιδρύματα, να μετακινήσουν από αυτά τους ανθρώπους με αναπηρίες όσο το δυνατόν περισσότερο και να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία των εναπομείναντων κατοίκων · Δηλώσεις του ΕπιτρόπουΤα ηλικιωμένα άτομα χρειάζονται περισσότερη υποστήριξη στην εποχή της πανδημίας του COVID-19, 20 Μαρτίου 2020, και Τα άτομα με αναπηρίες δεν πρέπει να παραμελούνται στην αντιμετώπιση της πανδημίας COVID-19, 2 Απριλίου 2020. 

xix Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κοινωνικών Δικαιωμάτων, Συμπεράσματα, (2005), Λετονία.

xx Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Ανάπτυξη Ευρωπαϊκής Φαρμακοποιϊας, ETS No. 050, Στρασβούργο, 22 Ιουλίου 1964 και Πρωτόκολλο στην Σύμβαση για την Ανάπτυξη Ευρωπαϊκής Φαρμακοποιϊας, ETS No. 134, Στρασβούργο, 1 Νοεμβρίου 1989 

xxi Βλ. Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Guerra και άλλοι κατά Ιταλίας, απόφαση της 19 Φεβρουαρίου 1998, Reports of Judgments and Decisions 1998-I, σελ. 227, § 58. Öneryildiz κατά Τουρκίας [Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 48939/99, 30 Νοεμβρίου 2004. 

xxii Βλ. Mehmet Hasan Altan κατά Τουρκίας, 13237/17, 20 Μαρτίου 2018. Όσον αφορά την ελευθερία συνάθροισης, βλ.  Lashmankin και άλλοι κατά Ρωσίας, αρ. 57818/09, 7 Φεβρουαρίου 2017, παρ. 434. Σε αυτή την υπόθεση το Δικαστήριο έκρινε ότι  μια γενική απαγόρευση διαδηλώσεων είναι αποδεκτή εάν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος που οδηγεί σε διαταραχή της δημόσιας τάξης που δεν μπορεί να αποφευχθεί με άλλα, λιγότερο αυστηρά μέτρα και εάν το μειονέκτημα του αντίκτυπου της απαγόρευσης στις διαδηλώσεις αντισταθμίζεται σαφώς από τα επικαλούμενα ζητήματα ασφαλείας που το δικαιολογούν.

xxiii Βλ. τις Κατευθυντήριες οδηγίες του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία της ελευθερίας της έκφρασης και της πληροφόρησης σε περιόδους κρίσεως https://search.coe.int/cm/Pages/result_details.aspx?ObjectId=09000016805ae60e
xxiv Βλ. π.χ. Magyar Helsinki [Ευρείας Συνθέσεως], παρ. 156-170). 

xxv Cumpana Mazare [Ευρείας Συνθέσεως], παρ. 118. 

xxvi https://www.bbc.com/news/world-asia-china-51403795 

xxvii Βλ. τις Κατευθυντήριες οδηγίες του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία της ελευθερίας της έκφρασης και της πληροφόρησης σε περιόδους κρίσεως https://search.coe.int/cm/Pages/result_details.aspx?ObjectId=09000016805ae60e
xxviii Επικαιροποιημένη Σύμβαση για την Προστασία των Ατόμων έναντι της Επεξεργασίας Προσωπικών Δεδομένωνhttps://search.coe.int/cm/Pages/result_details.aspx?ObjectId=09000016807c65bf

xxix Η ad hoc Επιτροπή για την Τεχνητή Νοημοσήνη, CAHAI
xxx Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, A. Και άλλοι κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Ευρείας Συνθέσεως), 3455/05, 19 Φεβρουαρίου 2009, §§ 182-190. 

xxxi Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Κύπρος κατά Τουρκίας (Ευρείας Συνθέσεως), 25781/94, 10 Μαϊου 2001, §§ 312-315. 

xxxii Βλ. για παράδειγμα, ΕΔΔΑ, Horvath και Kiss κατά Ουγγαρίας, 11146/11, 29 Ιανουαρίου 2013.

xxxiii ΕΔΔΑ, Horvath και Kiss κατά Ουγγαρίας, 11146/11, 29 Ιανουαρίου 2013, § 116. ΕΔΔΑ, Çam κατά Τουρκίας, 51500/08, 23 Φεβρουαρίου 2016. Βλ. επίσης το Επεξηγηματικό Υπόμνημα στο Πρωτόκολλο αρ. 12 της Σύμβασης.

xxxiv Για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κοινωνικών Δικαιωμάτων (ΕΕΚΔ), η διάκριση μπορεί να απορρέει και από την μη λήψη κατάλληλων θετικών μέτρων αντιμετώπισης των διαφορών μεταξύ προσώπων σε όμοια κατάσταση ή με την μη λήψη κατάλληλων βημάτων εξασφάλισης ότι τα δικαιώματα και τα συλλογικά πλεονεκτήματα είναι ανοικτά σε όλους και προσβάσιμα από όλους. Βλ. π.χ., ΕΕΚΔ, Confederazione Generale Italiana del Lavoro (CGIL) κατά Ιταλίας, Καταγγελία αρ. 91/2013, 12 Οκτωβρίου 2015, § 237. ΕΕΚΔ, Confédération française démocratique du travail (CFDT) κατά Γαλλίας, Καταγγελία αρ. 50/2008, απόφαση επί της ουσίας της 9ης Σεπτεμβρίου 2009, §§ 39 και 41. 

xxxv Η μελέτη ετοιμάζεται από την Γραμματεία της νέας Μόνιμης Επιτροπής κατά των Διακρίσεων, για την Ποικιλότητα και την Συμπερίληψη (ΜΕΔΠΣ) και θα εξεταστεί από την ΜΕΔΠΣ. Σύντομα θα δημοσιευθεί ένα εισαγωγικό σημείωμα στην ιστοσελίδα της.
xxxvi Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας εναντίον των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας, CETS αρ. 2010, Κωνσταντινούπολη, 11 Μάη 2011: https://www.coe.int/conventions/treaty/210

xxxvii Βλέπε την δήλωση της Γενικής Γραμματέως του Συμβουλίου της Ευρώπης της 30 Μαρτίου 2020 (https://www.coe.int/en/web/portal/-/covid-19- crisis-secretary-general-concerned-about-increased-risk-of-domestic-violence)
και την δήλωση του προέδρου GREVIO στις 24 Μαρτίου 2020 https://rm.coe.int/grevio-statement-covid-24-march-2020/pdfa/16809cf55e
xxxviii Δήλωση προέδρου και αντιπροέδρου Επιτροπής Λανζαρότε: https://rm.coe.int/covid-19-lc-statement-en-final/16809e17ae

xxxix Βλ. την δήλωση GRETA της 3 Απριλίου 2020.
xlΗ επιτροπή των κρατών μελών στην Σύμβαση MEDICRIME θα εκδώσει συμβουλές για την εφαρμογή της Σύμβασης στο πλαίσιο της πανδημίας COVID-19 (https://www.coe.int/en/web/medicrime/home)

Παρασκευή, Απριλίου 24, 2020

Προσφυγή για πρόστιμο σε χειμερινό κολυμβητή της Άνδρου

Με ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφου υποβλήθηκε σήμερα στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Σύρου προσφυγή με αίτημα την ακύρωση προστίμου που επιβλήθηκε σε χειμερινό κολυμβητή σε ερημική παραλία της Άνδρου.
Ο κολυμβητής έφερε κανονικά την βεβαίωση κατ' εξαίρεση μετακίνησής του για σωματική άσκηση, σύμφωνα με την Κ.Υ.Α. Το λιμενικό όργανο, όμως, κρίνοντας ότι το θαλάσσιο λουτρό δεν εμπίπτει στην έννοια της σωματικής άσκησης, σύμφωνα και με την παράνομη και αντισυνταγματική απόφαση του Λιμενικού Σώματος - Ελληνικής Ακτοφυλακής περί μη υπαγωγής του θαλάσσιου λουτρού στην σωματική άσκηση, επέβαλε στον χειμερινό κολυμβητή πρόστιμο 150 ευρώ.
Το πρόστιμο αυτό έχει εκδοθεί κατά παράβαση της Κ.Υ.Α. που επιτρέπει την σωματική άσκηση, καθόσον όπως επιβεβαιώθηκε και με δήλωση του κ. Τσιόδρα το θαλάσσιο λουτρό έχει χαμηλή επικινδυνότητα μετάδοσης του ιού κι εξάλλου ο Πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης είχε δηλώσει σε τηλεδιάσκεψη του με αθλητές ιστιοσανίδας κ.α. ότι μέσα στην θάλασσα δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος από τον κορονοϊό.
Η εμμονή του Λιμενικού Σώματος να παραβιάζει την λογική, θεωρώντας το κατά μόνας θαλάσσιο λουτρό σε ερημικές παραλίες περίπτωση που εμπίπτει στις απαγορεύσεις μετακίνησης θα κριθεί τώρα από το αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο, το οποίο με την προσφυγή καλούμε να προβεί και σε παρεμπίπτοντα έλεγχο συνταγματικότητας της απόφασης του Λιμενικού Σώματος περί μη ένταξης του θαλάσσιου λουτρού στην έννοια της σωματικής άσκησης.
Αντίστοιχη ήταν εξάλλου και απόφαση Γερμανικού Δικαστηρίου που ανέστειλε την απαγόρευση πρόσβασης σε παραλία για κατοίκους της περιοχής στις 10.4.2020, ακυρώνοντας προσωρινά την σχετική απαγόρευση που είχε επιβάλλει κυβέρνηση κρατιδίου.
Μαζί με την προσφυγή, υποβλήθηκε και αίτημα για κατεπείγοντα ορισμό δικασίμου στο Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο της Σύρου, προκειμένου το θέμα να επιλυθεί τάχιστα με τον αρμόζοντα δικαστικό έλεγχο, καθώς η ουσία του νομικού ζητήματος αφορά χιλιάδες πολίτες που ασκούν την συγκεκριμένη σωματική άσκηση καθ' όλη την διάρκεια του έτους κι όχι μόνο τους θερινούς μήνες.
Ο έλεγχος της αναλογικότητας του μέτρου ενόψει του σκοπού καταδεικνύει ότι το μέτρο, μη συνοδευόμενο από ειδικότερους προσδιορισμούς (π.χ. απόσταση) κι ακολουθώντας μια απόλυτη και ανεπιφύλακτη απαγόρευση παραβιάζει τα συνταγματικά δικαιώματα των πολιτών, γεγονός που επιβάλλει την τάχιστη παρέμβαση της Δικαιοσύνης, η οποία σε συνθήκες πανδημίας και επιβολής αυστηρών μέτρων επιτήρησης των πολιτών οφείλει να επαγρυπνεί και να μην επαναπαύεται λόγω της αναστολής της τακτικής λειτουργίας της.

Τρίτη, Απριλίου 21, 2020

Προσφυγή για πρόστιμα λόγω μετακίνησης για σωματική άσκηση

Με ηλεκτρονική υποβολή δικογράφου στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών κατατέθηκε προσφυγή δύο πολιτών, στους οποίους επιβλήθηκαν πρόστιμα για μετακίνηση λόγω σωματικής άσκησης.
Συγκεκριμένα, οι δύο πολίτες ήταν εφοδιασμένοι με την βεβαίωση μετακίνησης του κωδικού αρ. 6 στα κινητά τους τηλέφωνα, καθώς πραγματοποιούν καθημερινο τρέξιμο για σωματική άσκηση, τηρώντας μεταξύ τους την νόμιμη απόσταση. 
Ωστόσο, την πορεία τους διέκοψαν αστυνομικοί υπάλληλοι κεντρικού Αστυνομικού Τμήματος, οι οποίοι προέβησαν σε έλεγχο και μόλις ενημερώθηκαν ότι οι πολίτες είναι ομόφυλο ζευγάρι που συγκατοικεί, αποφάσισαν να τους επιβάλλουν πρόστιμα επειδή δήθεν δεν εντοπίστηκαν "κοντά στο σπίτι τους" κι επειδή δεν είχαν πραγματοποιήσει "σύντομη" σωματική άσκηση, καθώς είχαν υπερβεί τις 2 ώρες από την αποστολή των μηνυμάτων.
Οι πολίτες υπέβαλαν αίτημα αντιρρήσεων στον αρμόδιο αστυνομικό διοικητή, ο οποίος απέρριψε το αίτημα με την φράση "οι αντιρρήσεις σας απορρίπτονται ως αβάσιμες". 
Η προσφυγή στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών επικαλείται ως λόγο ακύρωσης των προστίμων την παράβαση της Κ.Υ.Α. απαγόρευσης μετακίνησης, η οποία επιτρέπει την κατ΄εξαίρεση μετακίνηση για σωματική άσκηση χωρίς προϋποθέσεις εγγύτητας στην κατοικία των πολιτών και χωρίς κανέναν χρονικό περιορισμό, ενώ για άλλους λόγους μετακίνησης, όπου ο κανονιστικός νομοθέτης το επιθυμεί, έχει προβλέψει ρητούς χρονικούς και εδαφικούς περιορισμούς (“ια) Μετάβαση για σίτιση αδέσποτων ζώων, εφόσον η μετάβαση πραγματοποιείται εντός του δήμου
κατοικίας του πολίτη. “Ειδικώς για την εφαρμογή της περ. (ια) της παρ. 2 απαιτείται βεβαίωση του δήμου κατοικίας του πολίτη, στην οποία αναφέρονται ο τόπος, η ημέρα ή οι ημέρες και ο προγραμματισμένος χρόνος σίτισης, ο οποίος δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις τρεις (3) ώρες (προστέθηκε με το άρθρο μόνο παρ. 3 του ΦΕΚ B 1040
26.03.2020 Αριθμ. 20797)". 
Επιπλέον, οι προσφεύγοντες καταγγέλλουν την αθέμιτη διάκριση εις βάρος τους λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού, καθώς η ενεργοποίηση των αστυνομικών οργάνων για την επιβολή του προστίμου πραγματοποιήθηκε όταν ενημερώθηκαν ότι οι πολίτες συγκατοικούν ως ομόφυλο ζευγάρι, γεγονός που εγείρει και ζήτημα εφαρμογής του Ν.4443/2016 για τις αθέμιτες διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού κατά την παροχή υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένης της αντιστροφής του βάρους απόδειξης που συνεπάγεται ο συγκεκριμένος ισχυρισμός. 
Παράλληλα με την προσφυγή, υποβλήθηκε στον Πρόεδρο του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών αίτημα για κατεπείγοντα προσδιορισμό ημερομηνίας δικασίμου, προκειμένου η υπόθεση να εκδικαστεί κατά το δυνατόν ταχύτερα, ώστε να διευκρινιστεί ο τρόπος ορθής εφαρμογής του συγκεκριμένου έκτακτου μέτρου, όσο υπάρχει η συγκεκριμένη πιεστική κοινωνική ανάγκη. Με την υποβολή του αιτήματος επισημαίνεται στον Πρόεδρο ότι έχουν σημειωθεί κι άλλες τέτοιου είδους παρερμηνείες της Κ.Υ.Α. από αστυνομικά όργανα, με αποκορύφωμα την επιβολή προστίμου σε πρωταθλητή της ποδηλασίας επειδή εντοπίστηκε να προπονείται με το ποδήλατό του σε μεγάλη απόσταση από το σπίτι του, ενώ κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται από το κανονιστικό πλαίσιο.
Επιπλέον, επισημάνθηκε στον Πρόεδρο του Διοικητικού Πρωτοδικείου η εργαλειοθήκη του Συμβουλίου της Ευρώπης με τίτλο "Σεβόμενοι την δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα στο πλαίσιο της υγειονομικής κρίσης του COVID-19", στο οποίο αναφέρεται μεταξύ άλλων: "Η κεντρική λειτουργία της Δικαιοσύνης – ιδίως των συνταγματικών δικαστηρίων όπου υπάρχουν – πρέπει να εξακολουθεί. Είναι σημαντικό οι δικαστές να μπορούν να εξετάζουν τους σοβαρότερους περιορισμούς των ανθρώπινων δικαιωμάτων που εισάγονται με την επείγουσα νομοθεσία."
Σημειώνεται ότι η προσφυγή αυτή έχει ασκηθεί για λόγους αρχής και, κυρίως, για την έκδοση δικαστικής απόφασης η οποία θα υποδείξει την κατεύθυνση της ορθής εφαρμογής της Κ.Υ.Α. για τον περιορισμό μετακίνησης και τις νόμιμες εξαιρέσεις του. Ο κανόνας παραμένει πάντοτε η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας καθενός (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος) και ο περιορισμός μετακίνησης είναι η εξαίρεση από τον κανόνα αυτόν. Η Ελληνική Δικαιοσύνη έχει μια θαυμάσια αφορμή να επιβεβαιώσει με τον θεσμικό της ρόλο ως τρίτη κρατική λειτουργία το γεγονός ότι τα ατομικά δικαιώματα στην Ελλάδα εξακολουθούν να ισχύουν στην πράξη και ότι κάθε κρατικό όργανο είναι υποχρεωμένο να διασφαλίζει την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική ενάσκησή τους.

Τρίτη, Απριλίου 07, 2020

Απαγόρευση σύναψης συμφώνου συμβίωσης

Αυτές τις δύσκολες μέρες, είναι αρκετά τα ζευγάρια τα οποία επιθυμούν να επισημοποιήσουν την σχέση τους συνάπτοντας σύμφωνο συμβίωσης. Οι λόγοι είναι συνήθως πρακτικοί και συνδέονται με ζωτικά συμφέροντα, όπως είναι εύκολα αντιληπτό.
Ωστόσο, αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο. Το σύμφωνο συμβίωσης στην Κύπρο είναι απλά μια δήλωση που κάνουν δύο άτομα σε ένα ληξιαρχείο. Στην Ελλάδα, όμως, είναι μια συμβολαιογραφική πράξη, την οποία πρέπει να συντάξει ο συμβολαιογράφος με αυτοπρόσωπη παρουσία και των δύο ενδιαφερομένων: πρώτη γραφειοκρατική πεπονόφλουδα. Άρα είτε πρέπει να πας σε συμβολαιογραφείο (που δεν επιτρέπεται βάσει των εξαιρέσεων μετακίνησης) ή πρέπει να βρεις συμβολαιογράφο να μεταβεί στην οικία σου που επιτρέπεται ως επαγγελματική κίνηση της/του συμβολαιογράφου. Αλλά βέβαια δεν είναι καθόλου ασφαλές για τους ίδιους τους συμβολαιογράφους να μεταβαίνουν σε κατοικίες. Πες όμως, ότι έχεις έναν γνωστό συμβολαιογράφο που σε εμπιστεύεται και έρχεται και το συνάπτεις.
ΜΕΤΑ, πρέπει να καταθέσεις το συμβολαιογραφικό έγγραφο του συμφώνου συμβίωσης στο ληξιαρχείο του τόπου κοινής κατοικίας και αυτό πρέπει να το κάνουν οπωσδήποτε και τα δύο μέρη ή έστω το ένα από τα δύο μέρη του συμφώνου συμβίωσης: δεύτερη γραφειοκρατική πεπονόφλουδα. Διότι τα αρμόδια υπουργεία δεν έχουν προβλέψει να μπορεί με εξουσιοδότηση ο συμβολαιογράφος ή ο δικηγόρος του ζεύγους να μεταβαίνει στο ληξιαρχείο για να εγγραφεί το σύμφωνο συμβίωσης. Αντιθέτως μάλιστα, το αρμόδιο Υπουργείο Εσωτερικών έδωσε "μάχη" ώστε να μην δικαιούνται οι δικηγόροι με ερμηνεία των διατάξεων να μπορούμε να εκπροσωπούμε πολίτες κατά την κατάθεση των συμφώνων συμβίωσης στα ληξιαρχεία.
Τελείωσε η ιστορία στο ληξιαρχείο; Όχι, βέβαια! Διότι πρέπει να ανοίξεις και "οικογενειακή μερίδα", στο κατά τόπον αρμόδιο δημοτολόγιο: τρίτη γραφειοκρατική πεπονόφλουδα. Αλλιώς, μην περιμένετε πιστοποιητικά εγγυτέρων συγγενών σε περιπτώσεις που μπορεί να χρειαστούν. Άλλες αυτοπρόσωπες παρουσίες εκεί!
Αυτή την στιγμή, με τις τρεις γραφειοκρατικές πεπονόφλουδες, το Κράτος απαγορεύει κατ΄ουσίαν στα ζευγάρια να συνάψουν σύμφωνο συμβίωσης. Προσέξτε: για τα ετερόφυλα ζευγάρια δεν απαγορεύεται ο γάμος! Έχει προβλεφθεί ειδικά ως εξαίρεση στην Κ.Υ.Α. ότι μπορεί κάποιος να μετακινηθεί για να παρασταθεί σε τελετή όπως ο γάμος, η κηδεία κτλ. Τίποτε, όμως για το σύμφωνο συμβίωσης! Πρόκειται για μια ξεκάθαρη διάκριση λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού, δηλαδή για μια σοβαρότατη παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων. Η Ελληνική Δημοκρατία συγκεκριμένα, έχοντας απαγορεύσει ουσιαστικά την σύναψη συμφώνου συμβίωσης, παραβιάζει το άρθρο 8 (σεβασμός ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής) σε συνδυασμό με το άρθρο 14 (απαγόρευση διακρίσεων) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, λόγος για τον οποίο καταδικάστηκε το 2013 στην υπόθση Βαλλιανάτος κ.τλ. από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Αυτή είναι η "ψηφιακή διακυβέρνηση" στην Ελλάδα. Τι είναι λοιπόν αυτό που διαφημίζει το κράτος ότι θα παίρνουμε τις ληξιαρχικές πράξεις ψηφιακά κτλ; Μα, ότι θα μπορούμε να λάβουμε ένα α ν τ ί γ ρ α φ ο τους μέσω διαδικτύου, αφού βέβαια πρώτα θα έχουμε ήδη υποβληθεί σε όλες τις προαναφερθείσες αυτοπρόσωπες παρουσίες στις δημοτικές υπηρεσίες κτλ. Το "ψηφιακό κράτος" είναι το παλιό, καλό φαξ, τώρα και σε e-mail.

Δευτέρα, Απριλίου 06, 2020

Κορύφωση της αστυνομικής αυθαιρεσίας και δικαστικός έλεγχος

Από όλη την χώρα έρχονται μηνύματα για παράλογες επιβολές προστίμων σε πολίτες που έχουν τηρήσει την νόμιμη διαδικασία βεβαίωσης - γνωστοποίησης των λόγων μετακίνησης.
Πολίτες μου στέλνουν τις κλήσεις που αστυνομικοί υπάλληλοι έχουν βεβαιώσει τσάτρα - πάτρα διάφορα παράλογα περιστατικά και το κακό είναι ότι πηγαίνουν να υποβάλουν αντιρρήσεις στους διοικητές των αστυνομικών τμημάτων, οι οποίοι τις απορρίπτουν όλες ως αβάσιμες.
Οι καταγγελίες αφορούν ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς: "εκτιμήσεις" ότι δεν είναι σύντομη και κοντά στο σπίτι η έξοδος (ενώ η νομοθεσία δεν επιβάλλει ούτε ΣΥΝΤΟΜΗ, αλλά ούτε και ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ, αυτές είναι προσθήκες αυθαίρετες της προβληματικής ιστοσελίδας forma.gov.gr που για κάποιον άγνωστο λόγο έχει εισπράξει και "εύσημα" ενώ δεν έχει τηρήσει καν τις διατάξεις του #GDPR). Πολίτες που ως σωματική άσκηση, του νόμου μη διακρίνοντος, έχουν επιλέξει την κολύμβηση, με χαρτί γιατρού ή και χωρίς και τιμωρούνται με πρόστιμα. Πολίτες που έκατσαν αποδεδειγμένα με μάρτυρα να παρουν μια ανάσα μετά το τρέξιμο σε ένα παγκάκι και τους κόβουν πρόστιμο. Πολίτες που φορούσαν τζιν και θεωρήθηκε ότι δεν είναι κατάλληλο ρούχο για σωματική άσκηση. Για αλλοδαπούς, νόμιμα διαμένοντες, έχοντες τηρήσει την διαδικασία, καλύτερα να μην σημειώσω τι έχω διαβάσει διότι δεν τιμάει κανέναν που ζει σε αυτή την χώρα. Καταγγελίες για κάθε απίθανο λογο, από πολίτες που είχαν ΟΛΟΙ τους τηρήσει την διαδικασία!!!
Τίποτε από αυτά δεν πρέπει να μείνει αναπάτητο. Η αρχική ΠΝΠ για τα μέτρα αναφέρει (κυρώθηκε με τον Ν.4682/2020) ότι οι αντιρρήσεις προβάλλονται ενώπιον του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου, ώστε να υπάρχει δικαστικός έλεγχος από τέτοιες παραβάσεις. Η αντίρρηση υποβάλλεται υποχρεωτικά από δικηγόρο και το κόστος του γραμματίου ΔΣΑ ειναι 85 ευρώ, αλλά ο δικαστής έχει το δικαίωμα να επιδικάσει τα δικαστικά έξοδα στο Ελληνικό Δημόσιο. Δηλαδή εφόσον γίνουν δεκτές οι αντιρρήσεις, το Δημόσιο μπορεί να υποχρεωθεί να επιστρέψει τα δικαστιμά έξοδα και το τυχόν πρόστιμο αν έχει πληρωθεί. Τα Διοικητικά Πρωτοδικεία έχουν ανακοινώσει ότι, παρόλο που γενικά είναι κλειστά, δέχονται τα σχετικά δικόγραφα αντιρρήσεων. 
Το βασικότερο όμως είναι να ασχοληθεί η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, διότι αυτό που κάνουν οι αστυνομικοί, προφανώς εκτελώντας εντολές για εξάντληση της αυστηρότητας, στοιχειοθετεί ποινικά αδικήματα. Είναι σαφές ότι οι αστυνομικοί νιώθουν καλυμμένοι για τις αυθαιρεσείες αυτές από την πολιτική ηγεσία που τους έχει δώσει την εντολή και τους έχει υποσχεθεί την κάλυψη. Γι' αυτό δεν αρκεί σε τέτοιες συνθήκες να συρρικνώνονται όλες οι λειτυουργίες και να απομένει μόνο η εκτελεστική. Είναι καθήκον της ίδιας της Δικαιοσύνης να αντιδράσει! Να εκδώσει άμεσα η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου μια εγκύκλιο στην οποία να ενημερώνει τους Αστυνομικούς για το αληθές νόημα των διατάξεων της απαγόρευσης κυκλοφορίας και των εξαιρέσεών της και να τους ενημερώνει ότι αν υπερβαίνουν τα καθήκοντά τους εκτίθενται οι ίδιοι σε ποινικές διώξεις. Για να τελειώσει κάποια στιγμή η πλάκα.

Σάββατο, Απριλίου 04, 2020

Κακοδιοίκηση στον έλεγχο μετακίνησης των πολιτών

Τα μέτρα είναι απολύτως απαραίτητα για την δημόσια υγεία. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να κατοχυρώνονται με τον αρτιότερο νομικά τρόπο, ώστε η εφαρμογή τους να γίνεται με τρόπο αδιαμφισβήτητο και ενιαίο, χωρίς προχειρότητα. Μόνο έτσι θα γίνονται απολύτως αποδεκτά και δεν θα υπονομεύεται το κύρος τους και η εμπέδωση της υποχρέωσης τήρησής τους από τους πολίτες.

Η  Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών ορίζει ως εξαίρεση  από την γενική απαγόρευση μετακίνησης την "Σωματική άσκηση σε εξωτερικό χώρο". Χωρίς καμία απολύτως προϋποθέση: ούτε "κοντά" στο σπίτι, ούτε "σύντομη" μετακίνηση. Αυτό αποφάσισε το Κράτος με την θεσμική διαδικασία που προβλέπεται από το Σύνταγμα,

Ξαφνικά όμως, στο έντυπο "Βεβαίωση μετακίνησης" που είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα forma.gov.gr με ευθύνη του "Υφυπουργείου" Πολιτικής Προστασίας και του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, προστίθενται από το πουθενά και χωρίς καμία νομική βάση δύο γενικές και αόριστες έννοιες:

"Σύντομη" μετακίνηση, ενώ η Κ.Υ.Α. των υπουργών δεν λέει τίποτε για "σύντομη" μετακίνηση και

"Κοντά στην κατοικία μου", ενώ η Κ.Υ.Α. των υπουργών δεν λέει τίποτε για "κοντά" και τίποτε για καμία "κατοικία" μου/σου/του.

Πρόκειται λοιπόν για μια σοβαρή εστία "ερμηνείας" κατά το δοκούν, με αποτελέσματα εις βάρος των δικαιωμάτων των πολιτών, αλλά και εις βάρος του ίδιου του μέτρου. 

Ένα από τα δυσάρεστα αποτελέσματα αυτής της μορφής κακοδιοίκηση είναι η επιβολή προστίμου σε διεθνή πρωταθλητή ποδηλάτου, ο οποίος έκανε προπόνηση, επειδή το αστυνομικό όργανο δεν έκρινε ότι ήταν "κοντά" στο σπίτι του η Ποσειδώνος.

ΕΝΩ, αν είχε εφαρμοστεί σωστά η Κ.Υ.Α. στο forma.gov.gr και δεν είχε αυτοσχεδιάσει το "Υφυπουργείο" ή η "Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση", δεν θα είχε επιβληθεί κανένα πρόστιμο.
Ερώτηση: το μέτρο αφορά την αποτροπή του συνωστισμού. Το κοντά ή μακριά από το σπίτι μου, το "σύντομη" ή μακροχρόνια μετακίνηση, ΤΙ ΕΞΥΠΗΡΕΤΕΙ σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό; ΑΠΑΝΤΗΣΗ: μα φυσικά την πλήρη αυθαιρεσία των οργάνων που καλούνται να εφαρμόσουν και τελικά την εισπραξη προστίμων που θα ακυρωθούν ΟΛΑ δικαστικά και μετά το Κράτος θα πληρώνει και τα δικαστικά έξοδα των προσφευγόντων στα διοικητικά πρωτοδικεία.

Τέτοιες αστοχίες είναι που υπονομεύουν την σοβαρότητα των μέτρων και ευτελίζουν την γενικότερη προσπάθεια που κάνουμε όλοι μας.

Παρασκευή, Απριλίου 03, 2020

Στο Συμβούλιο Επικρατείας για την απαγόρευση μετακίνησης για θαλάσσιο λουτρό

Αίτηση ακύρωσης κατατέθηκε σήμερα από τον δικηγόρο Βασίλη Σωτηρόπουλο ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, με αίτημα να ακυρωθεί η απόφαση του Λιμενικού Σώματος και του οικείου Λιμεναρχείου για απαγόρευση μετακίνησης για θαλάσσιο λουτρό. Το αίτημα υποβλήθηκε για λογαριασμό κατοίκου νησιού του Αιγαίου, ο οποίος υποχρεώθηκε να διακόψει την καθημερινή κολύμβηση, λόγω σχετικής διαταγής του Λιμενικού Σώματος. Ο πολίτης κατοικεί σε απόσταση 20 μέτρων από την παραλία. 
Η διαταγή του Λιμενικού Σώματος αναγράφει ότι “δεν εμπίπτει” στην έννοια της σωματικής άσκησης το θαλάσσιο λουτρό, ώστε να επιτρέπεται η μετακίνηση πολίτη στην θάλασσα σύμφωνα με τα οριζόμενα στην Κ.Υ.Α των Υπουργών Προστασίας του Πολίτη, Υγείας και Εσωτερικών. Σύμφωνα με την Κ.Υ.Α., επιτρέπεται η μετακίνηση πολιτών για σωματική άσκηση ακόμη και ανά δύο άτομα με απόσταση 1,5 μέτρου το ένα από το άλλο, εφόσον προηγουμένως συμπληρωθεί σχετικό έντυπο μετακίνησης ή αποσταλεί σύντομο μήνυμα μέσω κινητού τηλεφώνου.
Η δικαστική προσφυγή αφορά την παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος για ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας που προβλέπεται από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη. Επιπλέον, κατά το άρθρο 25 του Συντάγματος, οι περιορισμοί στα ατομικά δικαιώματα επιτρέπονται εφόσον προβλέπονται από τον νόμο ή το Σύνταγμα κι εφόσον είναι σύμφωνοι με την αρχή της αναλογικότητας. Στην προκειμένη υπό κρίση περίπτωση, ο προσφεύγων, κάτοικος νησιού του Αιγαίου προβάλλει ότι παραβιάζεται το συνταγματικό δικαίωμά του, κατα τρόπον ο οποίος δεν είναι σύμφωνος με την αρχή της αναλογικότητας. Συγκεκριμένα, ζητά την δικαστική προστασία του Συμβουλίου της Επικρατείας, ώστε να ασκηθεί ο ακυρωτικός έλεγχος του Δικαστηρίου στις προσβαλλόμενες διοικητικές πράξεις, κατ' εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας. Το μέτρο του περιορισμού του θαλάσσιου λουτρού δεν είναι ούτε πρόσφορο, ούτε αναγκαίο, αλλά ούτε και αντίστοιχης έντασης με τον νόμιμα επιδιωκόμενο στόχο της προστασίας της δημόσιας υγείας. Όπως ακριβώς δεν είναι νόμιμος κάθε άλλος περιορισμός της ατομικής σωματικής άσκησης, με τήρηση μέτρων ασφαλείας.
Στην προκειμένη περίπτωση, η απαγόρευση του δικαιώματος στο μπάνιο έχει επιβληθεί χωρίς καν προηγούμενη γνωμοδότηση του πολιτειακού οργάνου που είναι αρμόδιο για την δημόσια υγεία. Η απαγόρευση επιβλήθηκε επίσης εκτός του πλαισίου της εξουσιοδότησης της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου που όρισε αρμόδιους μόνο τους υπουργούς Προστασίας του Πολίτη, Υγείας και Εσωτερικών και όχι τον υπουργό Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, στον οποίο υπάγονται οι Λιμενικές αρχές, για την επιβολή περιορισμών μετακίνησης πολιτών και την πρόβλεψη των σχετικών εξαιρέσεων επιτρεπόμενης μετακίνησης.
Οι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων σαφώς και επιτρέπονται για την επιδίωξη υπέρτερων έννομων αγαθών όπως η δημόσια υγεία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι περιορισμοί είναι δικαστικά ανεξέλεγκτοι. Ούτε βέβαια ότι μπορούν να είναι άσχετοι, μη αναγκαίοι και υπερβολικοί ενόψει του εκάστοτε επιδιωκόμενου σκοπού, ακόμη κι όταν πρόκειται για το αγαθό της δημόσιας υγείας. 
Μαζί με την αίτηση ακύρωσης υποβλήθηκε και αίτηση επίσπευσης, προκειμένου να προσδιοριστεί άμεσα η ημερομηνία της συνεδρίασης του Συμβουλίου της Επικρατείας για την εκδίκαση της υπόθεσης.

Κυριακή, Μαρτίου 22, 2020

Πώς η Κυβέρνηση παραβιάζει τον GDPR

Yπάρχει μια εσφαλμένη αντίληψη ότι επειδή βρισκόμαστε σε άλλη μια περίοδο κρίσης, δεν εφαρμόζονται οι κανόνες για την προστασία δεδομένων. Ότι δηλαδή, το κράτος μπορεί να κάνει ό,τι θέλει με τα προσωπικά δεδομένα των πολιτών και ότι αυτό θα δικαιολογηθεί ή δεν θα έχει επιπτώσεις.
Είναι αδιανόητο ένα κράτος να λαμβάνει τόσο παρεμβατικά μέτρα που περιορίζουν τα δικαιώματα των πολιτών, για το καλό τους (όλα για το καλό των πολιτών θα ισχυρίζεται πάντοτε ότι το κράτος ότι τα κάνει), χωρίς να έχει μεριμνήσει για τις απαραίτητες διασφαλίσεις δικαιωμάτων. Για παράδειγμα, προ καιρού εστάλη από το Υπουργείο Υγείας ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με ενημέρωση για τον κορονοϊό με άντληση των ηλεκτρονικών διευθύνσεων μας από το αρχείο της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων. Αυτό από μόνο του συνιστούσε μια δευτερεύουσα χρήση για σκοπό διαφορετικό από την συλλογή του (φορολογική διοίκηση) που θα μπορούσε, έχω υποστηρίξει, να δικαιολογηθεί για σκοπούς προστασίας της δημόσιας υγείας. Εφόσον όμως έγινε αυτή η δευτερεύουσα χρήση δεδομένων, έπρεπε προηγουμένως να έχει ολοκληρωθεί η ενημέρωση των πολιτών ότι τα δεδομένα τους θα χρησιμοποιηθούν για νέο σκοπό, διαφορετικό από τον σκοπό της συλλογής! Και έπρεπε να υπάρχει νομική βάση για αυτό. Η ενημέρωση έπρεπε να γίνει σύμφωνα με το άρθρο 14 του GDPR ("Πληροφορίες που παρέχονται εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν έχουν συλλεγεί από το υποκείμενο των δεδομένων"). Διότι κάθε τέτοια επεξεργασία δεδομένων πρέπει να γίνεται με πλήρη διαφάνεια, ώστε καθένας να γνωρίζει πότε, για ποιόν σκοπό και από ποιόν θα καταστούν τα προσωπικά δεδομένα που τον αφορούν αντικείμενο επεξεργασίας.
Υπάρχει βέβαια ως νόμιμη βάση επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων η σχετική απαλλακτική ρήτρα του άρθρου 9 ("Ειδικές κατηγορίες δεδομένων") για την επεξεργασία με σκοπό την αποτροπή απειλών της δημόσιας υγείας, αλλά αυτό απλά επιτρέπει την συλλογή και επεξεργασία, ΧΩΡΙΣ να απαλλάσσει το κράτος από την τήρηση ΟΛΩΝ των άλλων υποχρεώσεων διαφάνειας και σχεδιασμού με ελαχιστοποίηση των δεδομένων που ζητούνται.
Μου φαίνεται πραγματικά αδιανόητο ότι ουδείς από την Κυβέρνηση ασχολείται με αυτό το θέμα, ενώ μπορεί να γίνει μια ωραιότατη καταγγελία ανά πάσα στιγμή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για μη εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας και να έχουμε διαδικασίες ελέγχου, κυρώσεων και παραπομπής στο Δικαστήριο της Ε.Ε.
Ιδιαίτερα ανήσυχοι πρέπει να είμαστε και για το γεγονός ότι η διαδικασία γνωστοποίησης των μετακινήσεων των πολιτών για όσο διαρκεί το μέτρο της απαγόρευσης κυκλοφορίας δεν συνοδεύεται από ανακοινώσεις σχετικά με την τήρηση των εν λόγω διατάξεων.
Ξαφνικά το κράτος θα αρχίσει να συλλέγει σημαντικότατες πληροφορίες που αφορούν την ατομική κίνηση του ατόμου (σημειωτέον ότι κατά τον GDPR τα δεδομένα μετακινήσεων είναι εκείνα που αποτελούν τα ενδεικτικά στοιχεία της "κατάρτισης προφί", σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις) μέσω δηλώσεων με σύντομα μηνύματα κινητής τηλεφωνίας. Ενώ δηλαδή έχουν ανακοινωθεί αριθμοί και διαδικασίες, απολύτως τίποτε δεν έχει ανακοινωθεί για την τήρηση του GDPR!
Συγκεκριμένα:
1) Δεν υπάρχει καμία απολύτως ενημέρωση των πολιτών για την τύχη των δεδομένων αυτών όπως απαιτείται κατά το άρθρο 13 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων ("Πληροφορίες που παρέχονται εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα συλλέγονται από το υποκείμενο των δεδομένων").
2) Δεν υπάρχει απολύτως καμία ενημέρωση σχετικά με την τήρηση του κανόνα του άρθρου 25 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων ("Προστασία των δεδομένων ήδη από το σχεδιασμό και εξ ορισμού") που επιβάλλει στον υπεύθυνος επεξεργασίας να εφαρμόζει αποτελεσματικά, τόσο κατά τη στιγμή του καθορισμού των μέσων επεξεργασίας όσο και κατά τη στιγμή της επεξεργασίας, κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα, όπως η ψευδωνυμοποίηση, σχεδιασμένα για την εφαρμογή αρχών προστασίας των δεδομένων, όπως η ελαχιστοποίηση των δεδομένων, και την ενσωμάτωση των απαραίτητων εγγυήσεων στην επεξεργασία κατά τρόπο ώστε να πληρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και να προστατεύονται τα δικαιώματα των υποκειμένων των δεδομένων.
3) Δεν υπάρχει καμία ενημέρωση για την συμφωνία των "από κοινού υπεύθυνων επεξεργασίας", καθώς εδώ δεν είναι εμπλεκόμενη μόνο μία κρατική υπηρεσία, αλλά ένα μπουκέτο δημόσιων και ιδιωτικών (εταιρίες τηλεφωνίας) οργανισμών. Αυτό κατά το άρθρο 26 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων επιβάλλει, σε περίπτωση που δύο ή περισσότεροι υπεύθυνοι επεξεργασίας καθορίζουν από κοινού τους σκοπούς και τα μέσα της επεξεργασίας, να καθορίζουν με διαφανή τρόπο τις αντίστοιχες ευθύνες τους για συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό, ιδίως όσον αφορά την άσκηση των δικαιωμάτων του υποκειμένου των δεδομένων και τα αντίστοιχα καθήκοντά τους για να παρέχουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στα άρθρα 13 και 14, μέσω συμφωνίας μεταξύ τους, εκτός εάν και στον βαθμό που οι αντίστοιχες αρμοδιότητες των υπευθύνων επεξεργασίας καθορίζονται από το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο υπόκεινται οι υπεύθυνοι επεξεργασίας. Στη συμφωνία μπορεί να αναφέρεται ένα σημείο επικοινωνίας για τα υποκείμενα των δεδομένων. Τίποτε από αυτά δεν έχει δημοσιοποιηθεί.
4) Δεν υπάρχει καμία απολύτως ενημέρωση σχετικά με την διενεργηθείσα εκτίμηση αντικτύπου που επιβάλλει το άρθρο 35 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (" Όταν ένα είδος επεξεργασίας, ιδίως με χρήση νέων τεχνολογιών και συνεκτιμώντας τη φύση, το πεδίο εφαρμογής, το πλαίσιο και τους σκοπούς της επεξεργασίας, ενδέχεται να επιφέρει υψηλό κίνδυνο για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των φυσικών προσώπων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας διενεργεί, πριν από την επεξεργασία, εκτίμηση των επιπτώσεων των σχεδιαζόμενων πράξεων επεξεργασίας στην προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Σε μία εκτίμηση μπορεί να εξετάζεται ένα σύνολο παρόμοιων πράξεων επεξεργασίας οι οποίες ενέχουν παρόμοιους υψηλούς κινδύνους.").
Αυτά δεν υποβαθμίζουν την συλλογική προσπάθεια που κάνει η χώρα για να αποφύγει τον τεράστιο κίνδυνο για την δημόσια υγεία. Είναι η απόδειξη ότι μπορείς να έχεις και δημοκρατία και κράτος δικαίου, μαζί με την επιδίωξη των στόχων γενικού συμφέροντος. Αλλά πρέπει κάποιοι να ασχοληθούν και μάλιστα σοβαρά. Τα χειροκροτήματα και η "επικοινωνία" δεν αρκούν. Ούτε πρέπει να επικαλούμαστε συνέχεια τις κυρώσεις που θα έρθουν. Είναι ζητήματα αρχής.

Δευτέρα, Μαρτίου 09, 2020

Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι είναι προσωπικά δεδομένα του δικηγόρου το e-mail του σε εντολέα

Με ιδιαίτερη ικανοποίηση ανακοινώνουμε την έκδοση της απόφασης 186/2020 του Α'1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση αυτή, ο Άρειος Πάγος δέχτηκε αίτηση αναίρεσης κατά εφετειακής απόφασης που απέρριψε έφεση επί πρωτόδικης απορριπτικής απόφασης. Την αγωγή είχε υποβάλει δικηγόρος, η οποία ζήτησε δικαστικη προστασία, διότι ο εντολέας της χρησιμοποίησε σε άσχετη δίκη μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στο οποίο εκείνη του είχε γνωστοποιήσει την δικηγορική αμοιβή της, τον τραπεζικό λογαριασμό της, στοιχεία για τον δικηγορικό χειρισμό υπόθεσης ενώπιον του ΣτΕ και άλλα δεδομένα της.
Το Εφετείο Αθηνών, αναπαράγοντας την γνωστή και παντελώς εσφαλμένη αιτιολογία που, δυστυχώς, εμφανίζεται τα τελευταία χρόνια επαναλαμβανόμενη σε δικαστικές αποφάσεις, είχε κρίνει ότι "δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του, χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να του τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του άρθρου 22 παρ. 4 του Ν.2472/1997 [...] η αγωγή ορθά απερρίφθη με την εκκαλουμένη ως νόμω αβάσιμη καθόσον η κρίσιμη επιστολή, η οποία δεν αναφέρεται ότι αποκτήθηκε από τον εναγόμενο με παράνομο τρόπο, δεν αποτελεί διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ούτως ώστε να εμπίπτει στην έννοια του αρχείου, όπως προβλέπεται στο ν. 2472/1997, ούτε η προσκόμισή της ενώπιον του δικαστηρίου συνιστά άνευ ετέρου παράνομη πράξη ήτοι παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η ενάγουσα, προκειμένου να θεμελιώσει την αξίωσή της στην παράβαση του ν.2472/1997. Ο δε ισχυρισμός της ότι αρχείο νοείται κατά βάση το έγγραφο υπό διάφορες μορφές του, με την έννοια ότι η έγγραφη πληροφορία είναι αυτή που μπορεί να αποτελεί αφ' εαυτής αντικείμενο επεξεργασίας, δεν ευρίσκει έρεισμα στο νόμο και αντιβαίνει το σκοπό αυτού". 
Εκπροσωπήσαμε την συνάδελφο ενώπιον του Αρείου Πάγου με αίτηση αναίρεσης, προβάλλοντας δύο λόγους: την εσφαλμένη ερμηνεία του πεδίου εφαρμογής του Ν.2472/1997 (και κατ' επέκταση και του ΓΚΠΔ), καθώς και την εσφαμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα που απαγορεύει την χρήση άσχετων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ενόψει του σκοπού της επεξεργασίας. 
Ο Άρειος Πάγος έκρινε δεκτούς και τους δύο λόγους αναίρεσης. Συγκεκριμένα, αναφέρει στην απόφασή του:
"Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε την διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 και 2 του ν.2472/1997, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 2,3 παρ. 1, 4 παε 1 στοιχ. α' και β', 5 παρ. 1, 11 παρ. 1 και 3 του ίδιου νόμου και εκείνες των άρθρων 57,59.299 και 932 του ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, απορρίπτοντας ως νομικά αβάσιμη την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή, αν και αυτές έπρεπε να εφαρμοστούν στην κρινόμενη υπόθεση, καθόσον, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, συγκροτείται το πραγματικό των διατάξεων των πιο πάνω άρθρων και συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους και ως εκ τούτου η αγωγή ήταν νομικά βάσιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις αυτές. Τούτο δε διότι αποφασιστικής σημασίας στοιχείο στην προκειμένη περίπτωση για την στοιχειοθέτηση της επικαλούμενης αστικής ευθύνης του αναιρεσιβλήτου (εναγομένου) δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο ο τελευταίος απέκτησε το συγκεκριμένο έγγραφο (επιστολή), το οποίο αποτελούσε μέρος (περιεχόμενο) αρχείου κατά την έννοια του ν.2472/1997. ως περιλαμβανόμενο σε διαρθρωμένο σύνολο δεδομε΄νων, που είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια. Ειδικότερα, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, το έγγραφο αυτό απεστάλη από την αναιρεσείουσα (ενάγουσα) υπό τη μορφή συνημμένου μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) προς το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας *** και ως εκ τούτου παρέμεινε στα ψηφιακά δεδομένα της εν λόγω εταιρείας, με αποτέλεσμα να είναι ευχερής η πρόσβαση στα δεδομένα αυτά των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με συγκεκριμένα κριτήρια, όπως είναι η ημερομηνία αποστολής, ο αποστολέας, το θέμα, κλπ. Επίσης, κρίσιμο ζήτημα στην παρούσα περίπτωση δεν είναι το εάν ο αναιρεσίβλητος έλαβε νομίμως ή όχι γνώση των περιλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό προσωπικών δεδομένων της αναιρεσείουσας, αλλά το ότι, αν και το εν λόγω έγγραφο περιήλθε σ' αυτόν, στη συνέχεια προέβη σε περαιτέρω επεξεργασία αυτού με την προσκόμισή του ως αποδεικτικού εγγράφου στο προαναφερόμενο Δικαστήριο και ως εκ τούτου με χρήση των καταγεγραμμένων σ' αυτό πληροφοριών, που αφορούσαν, εκτός των άλλων, το ποσό της αμοιβής της αναιρεσείουσας, τον αριθμό του τραπεζικού της λογαριασμού και όλα τα στοιχεία θυέσης της (ακριβής διεύθυνση / τηλέφωνο / ηλεκτρονικό ταχυδρομείο). Επιπλέον, κρίσιμο στοιχείο εν προκειμένω είναι το εάν η ως άνω περαιτέρω επεξεργασία (χρήση) εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου έγινε νόμιμα, λαμβανομένου υπόψη ότι, όπως άλλωστε αναφέρεται στην αγωγή, η επίδικη επιστολή εστάλη στην εντολέα της αναιρεσείουσας *** για την εκκαθάριση των λογαριασμών της δικηγορικής της αμοιβής και την καταβολή του υπολοίπου αυτής στον προσωπικό της λογαριασμό και με το σκοπό η τελευταία να τηρήσει αυτήν στο αρχείο της για την επίλυση της μεταξύ τους διένεξης. Με τα δεδομένα αυτά είναι σαφές ότι καθοριστικής σημασίας στην παρούσα περίπτωση είναι το εάν ο αναιρεσίβλητος, αφού έλαβε την επιστολή αυτή με τα προσωπικά δεδομένα της αναιρεσείουσας, τα υπέβαλε σε περαιτέρω επεξεργασία και τα χρησιμοποίησε εναντίον του εντολέα της *** χωρίς να εξυπηρετεί συγκεκριμένο νόμιμο σκοπό και χωρίς τα κρίσιμα προσωπικά δεδομένα να είναι συναφή με τους σκοπούς της επεξεργασίας εκ μέρους του, η οποία, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, έγινε για την πρόκληση εντυπώσεων και την παραπλάνηση του δικαστηρίου και ως εκ τούτου κατά παράβαση των ως άνω καθιερούμενων με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του νόμου αυτού αρχών της νομιμότητας του σκοπού της επεξεργασίας και της αρχής της αναλογικότητας". 
Με αυτό το σκεπτικό,το Ανώτατο Δικαστήριο δικαιώνοντας την δικηγόρο τελικά (παρά τις απορριπτικές αποφάσεις του Πρωτοδικείου και του Εφετείου στα οποία δεν την εκπροσώπησε το γραφείο μας), αναίρεσε την εφετειακή απόφαση, ανέπεμψε την υπόθεση για εκδίκαση από το Εφετείο, διέταξε την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα και καταδίκασε τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία όρισε στις 3.000 ευρώ.

Τρίτη, Μαρτίου 03, 2020

Τι πραγματικά έκρινε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για την συστηματική απώθηση προσφύγων

Υπάρχει μια απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που κάποιοι υποστηρίζουν ότι ενθαρρύνει την συστηματική πρακτική του "push back" (απώθηση) που εφαρμόζει η Ισπανία, χωρίς να προλάβουν οι ενδιαφερόμενοι να υποβάλουν αιτήματα παροχής ασύλου στην χώρα που εισέρχονται παρανόμως. 
Είναι, όμως, έτσι;
Ας δούμε αναλυτικά την απόφαση N.D. και Ν.Τ. κατά Ισπανίας (Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως του ΕΔΔΑ) της 13.2.2020.
Τα σύνορα της Ισπανίας με το Μαρόκο:
Η Μελίγια είναι παράλια πόλη στη βόρεια ακτή της Αφρικής, η οποία αποτελεί έδαφος της Ισπανίας. Είναι κτισμένη επί της ανατολικής πλευράς της ομώνυμης χερσονήσου που καταλήγει στο ακρωτήριο Τρες Φόρκας. Αποτελεί μια από τις 17 αυτόνομες κοινότητες (Περιφέρειες) της χώρας (αυτόνομη πόλη) και έχει χερσαία σύνορα στα νότια με το Μαρόκο. Βρίσκεται σε απόσταση 15 περίπου χιλιομέτρων από την Μαροκινή πόλη Ναντόρ. Η Μελίγια αν και αρχικά φοινικική πόλη υποτάχθηκε διαδοχικά από τους Ρωμαίους, τους Βανδάλους, τους Βυζαντινούς και τους Άραβες. Το 1496 καταλήφθηκε από τους Ισπανούς παραμένοντας έκτοτε υπό την κυριαρχία τους. Στην πόλη αυτή το 1936 κηρύχθηκε η επανάσταση από τον στρατηγό Φρανθίσκο Φράνκο, η οποία προκάλεσε τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο. Οι περισσότεροι σήμερα κάτοικοι είναι Ισπανοί. Τα εδάφη της Μελίγιας και της Θέουτα είναι σήμερα τα μοναδικά εδάφη Ευρωπαϊκών κρατών στην Αφρική. Το σύνορο με το Μαρόκο περιλαμβάνει τρεις παράλληλους φράκτες, ανάμεσα στους οποίους κάνει περιπολίες η φρουρά της Ισπανίας για να αποτρέψει την παράνομη είσοδο. 
Οι προσφεύγοντες:
Οι δύο προσφεύγοντες, ο Ν.D και ο N.T. είναι άτομα που διέφυγαν ο ένας από το Μάλι το 2012 (σε εμπόλεμη κατάσταση) και ο άλλος από την Ακτή του Ελεφαντοστού και κατέληξαν στο Μαρόκο, από το οποίο επιχείρησαν μαζί με άλλους να περάσουν παράτυπα τα σύνορα με την Ισπανία, οπότε οι ισπανικές αρχές τους επέστρεψαν στο Μαρόκο, χωρίς να εξετάσουν ατομικά αιτήματα ασύλου.
Ποιες διατάξεις εξέτασε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο πλαίσιο της προσφυγής:
Το ΕΔΔΑ δεν είναι δικαστήριο που δικάζει το άσυλο, ως δικαίωμα. Δικάζει αν τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης εφαρμόζουν σωστά τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Πρωτοκόλλων της. Στο 4ο πρωτόκολλό της περιλαμβάνεται το άρθρο 4 με τίτλο "Απαγόρευση ομαδικής απέλασης αλλοδαπών" το οποίο έχει μία και μόνο φράση:
"Απαγορεύεται η ομαδική απέλαση αλλοδαπών". 
Ότι, δηλαδή, η απέλαση πρέπει να εξετάζεται με βάση τα ατομικά χαρακτηριστικά κάθε αλλοδαπού. Δεν αναφέρει τίποτε για πρόσφυγες, τίποτε για μετανάστες. Κάθε αλλοδαπός πρέπει να απελαύνεται κατόπιν ατομικής εξέτασης της υπόθεσης του. Η διάταξη δεν περιλαμβάνει εξαιρέσεις. Αφορά όμως την "απέλαση", όχι κάθε μορφή απώθησης. Καθένας, νομίζω, μπορεί να αντιληφθεί την διαφορά.
Το άλλο άρθρο που εξέτασε το ΕΔΔΑ είναι το 13 της ΕΣΔΑ, δηλαδη το "δικαίωμα πραγματικής/αποτελεσματικής προσφυγής":
"Παν πρόσωπον του οποίου τα αναγνωριζόμενα εν τη παρούση Συμβάσει δικαιώματα και ελευθερίαι παρεβιάσθησαν, έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και αν η παραβίασις διεπράχθη υπό προσώπων ενεργούντων εν τη εκτελέσει των δημοσίων καθηκόντων των."
Τι έκρινε η απόφαση του ΕΔΔΑ:
Αφού πάνω στα σύνορα η Ισπανία είχε Γραφείο Υποβολής Αιτήσεων Ασύλου (ιδρύθηκε λίγο μετά την προσπάθεια παράτυπης εισόδου στην χώρα), όπου οι προσφεύγοντες μπορούσαν να υποβάλουν το αίτημα ασύλου (ακόμη και πριν την ίδρυση του Γραφείου, υπήρχε "οδός" υποδοχής αιτημάτων από την Ισπανία) και δεν το υπέβαλαν, η ομαδική απώθηση τους χωρίς να εξεταστούν ατομικά αιτήματα δεν παραβίασε τον κανόνα του άρθρου 4. Η Ισπανία απέδειξε ότι είχαν υποβληθεί σε αυτό το Γραφείο έξι αιτήσεις το ίδιο έτος, άρα δεν είχαν πρόβλημα και οι προσφεύγοντες να κάνουν το ίδιο. Οι προσφεύγοντες, ενώ δεν είχαν ισχυριστεί καν ότι προσπάθησαν να εισέλθουν νόμιμα στην Ισπανία, ξαφνικά στην ακροαματική διαδικασία ενώπιον της Ευρείας Σύνθεσης ΕΔΔΑ είπαν ότι πήγαν να προσεγγίσουν την υπηρεσία αλλά τους κυνήγησαν οι μαροκανικές αρχές. Αυτό, όμως, κι αληθές υποτιθέμενο, δεν σήμαινε ότι έφταιγε η Ισπανία!
Επομένως, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι δεν παραβιάστηκε ο κανόνας της απαγόρευσης ομαδικής απέλασης και το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής. 
ΔΕΝ ΕΚΡΙΝΕ ΔΗΛΑΔΗ, ότι σε κάθε περίπτωση ένα Κράτος έχει δικαίωμα να απελαύνει ομαδικά αλλοδαπούς. Αυτό θα σήμαινε κατάργηση του άρθρου 4 του 4ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Έθεσε κριτήρια για τις περιπτώσεις που μια ομαδική απέλαση αλλοδαπών δεν παραβιάζει την απαγόρευση.
Τα κριτήρια που έθεσε το ΕΔΔΑ:
1. Η Ισπανία επικαλέστηκε το κυριαρχικό δικαίωμα άμυνας σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης. Το ΕΔΔΑ επέλεξε να μην εξετάσει αυτή την επίκληση, σημειώνοντας, ομως, με νόημα ότι Η ΙΣΠΑΝΙΑ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΕΙΣΑΓΑΓΕΙ ΚΑΠΟΙΟ ΤΕΤΟΙΟ ΘΕΜΑ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΟΗΕ (παρ. 166). Άρα, τέτοια επιχειρήματα περί εισβολής που θίγει την εθνική ασφάλεια πρέπει να συνοδεύονται από σχετική απόδειξη, έγκυρη με βάση τις διαδικασίες του διεθνούς δικαίου.
2. Τα κράτη καθορίζουν τα ίδια τις πολιτικές του ασύλου τους, αλλά οι πολιτικές αυτές δεν επιτρέπεται να είναι ασύμβατες με την ΕΣΔΑ και τα Πρωτόκολλά της (παρ. 170): άρα, η δικαιοδοσία του ΕΔΔΑ είναι στο πλαίσιο πάντα της επικουρικότητας του διεθνούς δικαίου, αλλά ΥΠΑΡΧΕΙ.
3. Το ΕΔΔΑ ακολουθεί μια σούπερ - ευρεία ερμηνεία του άρθρου 4, θεωρώντας ότι απαγορεύεται η ομαδική απέλαση καθ' οιονδήποτε έννοια, είτε ο αλλοδαπός είναι αιτών άσυλο, είτε βρίσκεται νόμιμα στη χώρα, είτε όχι. Το ίδιο και για την έννοια της "απέλασης": κάθε ομαδική εκτόπιση αλλοδαπών απαγορεύεται, είτε διενεργείται με τυπικές διαδικασίες, είτε άτυπα (παρ. 173-185). Απέρριψε την ένσταση της Ισπανίας ότι η επιστροφή των ενδιαφερόμενων "δεν ήταν απέλαση". 
4. Αυτό σημαίνει ότι σε όλες αυτές τις διαδικασίες εφαρμόζεται το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ: απαγόρευση βασανιστηρίων ή απάνθρωπης / εξευτελιστικής μεταχείρισης. 
5. Πάντως, ένα "δικαίωμα στο άσυλο" δεν το κατοχυρώνει η ΕΣΔΑ και τα Πρωτόκολλά της. Αυτό που προβλέπεται κατά το άρθρο 3 είναι ότι απαγορεύεται στο Κράτος που δεσμεύεται από την ΕΣΔΑ να επιστρέψει κάθε αλλοδαπό που βρίσκεται στην δικαιοδοσία του σε ένα άλλο Κράτος στο οποίο αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο να υποβληθεί σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή σε βασανιστήρια. Από αυτή την άποψη, η ΕΣΔΑ περιλαμβάνει και την απαγόρευση επαναπροώθησης κατά την έννοια της Συνθήκης της Γενεύης (παρ. 188). 
6. Εάν το Κράτος παρέχει προσβάσιμη διαδικασία για εξατομικευμένη εξέταση και το ενδιαφερόμενο άτομο δεν ακολουθεί αυτή την διαδικασία, τότε το Κράτος δεν ευθύνεται για παραβίαση της απαγόρευσης της ομαδικής απέλασης. Ειδικότερα, το ΕΔΔΑ αναφέρει ότι αντικείμενο της δικαστικής έρευνας του είναι αν το Κράτος παρέχει πραγματική και προσβάσιμη διαδικασία στα ΣΥΝΟΡΑ (παρ. 201). Εάν το Κράτος παρέχει τέτοια διαδικασία και ο ενδιαφερόμενος δεν κάνει χρήση, τότε το ΕΔΔΑ ελέγχει αν υπήρχαν σοβαροί λόγοι (δικαιώματος στην ζωή ή κινδύνου απάνθρωπης/εξευτελιστικής μεταχείρισης ή βασανιστηρίων) που ο ενδιαφερόμενος δεν έκανε χρήση.
Εφαρμόζοντας όλα αυτά, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι για την υποβολή αιτήματος στην Ισπανία υπήρχε διαδικασία στα σύνορα και φυσικά στις πρεσβείες της Ισπανίας στο Μαρόκο, όπου μπορούσαν να υποβάλουν το αίτημα ασύλου οι ενδιαφερόμενοι και δεν το έκαναν. Στη συνέχεια, το ΕΔΔΑ εξέτασε αν υπήρχαν λόγοι κινδύνου ζωής ή απάνθρωπης κτλ μεταχείρισης που δικαιολογούσαν ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν ακολούθησαν την νόμιμη διαδικασία.
Η Ισπανία απέδειξε μέχρι και το γεγονός ότι υπήρχε ειδική διαδικασία, νομοθετημένη κατά το εθνικό δίκαιο που πρόβλεπε ότι εάν αιτών άσυλο υπέβαλε το αίτημα σε μια Ισπανική πρεσβεία και αυτό κρινόταν δεκτό, μπορούσαν να οργανώσουν την δυνατότητα μετάβασης του πρόσφυγα στην Ισπανία, εφόσον η παραμονή στην τρίτη χώρα ήταν επικίνδυνη για τα δικαιώματά του.
Μετά απ' όλ' αυτά, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η Ισπανία δεν παραβίασε τα ανθρώπινα δικαιώματα των προσφευγόντων. Δεν έκρινε ότι μπορεί κάθε κράτος να απωθεί τους αλλοδαπούς που επιδιώκουν να εισέλθουν παράνομα στη χώρα χωρίς να παρέχουν την εξατομικευμένη υποδομή για νόμιμη εξέταση του αιτήματος στα σύνορα. Όρισε ότι μόνο αν εκπληρώνονται όλες αυτές οι εγγυήσεις από το κράτος και ο ενδιαφερόμενος δεν έχει κάνει τίποτε απολύτως, τότε και μόνο τότε επιτρέπεται η απώθησή του.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 24, 2020

Για πρώτη φορά άσυλο λόγω αθεΐας σε Πακιστανό

Σε υπόθεση που χειρίζεται το γραφείο μας, αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά από Ελληνικό Δικαστήριο ότι η αθεϊα πρώην μουσουλμάνου πολίτη χώρας που διώκει με την θανατική ποινή το αδίκημα της "βλασφημίας" αποτελεί λόγο ευαλωτότητας που επιτρέπει την παροχή διεθνούς προστασίας από την Ελληνική Δημοκρατία.

Επρόκειτο για την υπόθεση Πακιστανού πολίτη, ο οποίος επικηρύχθηκε για την αθεϊα του από διάφορους φορείς στο κράτος του, στο οποίο προβλέπεται η θανατική ποινή για τα άτομα που υποπίπτουν στο αδίκημα της "βλασφημίας". Για την μεταβολή των επιλογών του υπήρχε πλήρης τεκμηρίωση από αναρτήσεις του σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, γεγονός που δεν ελήφθη κατάλληλα υπόψη από τις αρμόδιες υπηρεσίες ασύλου με αποτέλεσμα να απορριφθεί το αίτημά του για διεθνή προστασία και να κινδυνεύει να επιστρέψει στο Πακιστάν όπου θα διωκόταν με βεβαιότητα και θα καταδικαζόταν με την ποινή του θανάτου, όπως συνέβη σε φίλους και ομοϊδεάτες του.

Προσφύγαμε με αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπου υποβάλλαμε και αίτημα αναστολής εκτέλεσης, προβάλλοντας ότι η εφαρμογή της απόφασης για επιστροφή του Πακιστανού στην χώρα του θα τον εκθέσει σε ανεπανόρθωτη βλάβη και κυρίως θα απειληθεί εναντίον του η θανατική ποινή.

Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την απόφαση 49/2020 επί της αίτησης αναστολής, αφού εξέτασε τον φάκελο καθώς και τα επιχειρήματα του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου που ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, διαπίστωσε ότι όντως συντρέχει λόγος κατεπείγουσας προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων του αιτούντος. Αναφέρει, βέβαια, ότι η απόρριψη του αιτήματος χορηγήσεως διεθνούς προστασίας αποτελεί πράξη αρνητικού περιεχομένου και , ως εκ τούτου, δεν είναι δεκτική αναστολής εκτέλεσης. Ξεπερνώντας, όμως, αυτό τον νομικό σκόπελο, το Δικαστήριο καταλήγει:

"Ωστόσο, το δικαστήριο σε συμβούλιο ή ο αρμόδιος δικαστής δύναται, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 52 του π.δ/τος 18/1989 όπως ισχύει, να διατάξει κάθε κατάλληλο για την προστασία του αιτούντος μέτρο. Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω ισχυρισμών και των περιλαμβανομένων στο διοικητικό φάκελο εγγράφων ενδέχεται να τεκμηριώνεται κίνδυνος είτε σύλληψης του αιτούντος από τις αρχές της χώρας του με την κατηγορία της βλασφημίας, είτε επίθεσης σε βάρος του από φανατικές θρησκευτικές ομάδες, σε περίπτωση επαναπροωθήσεώς του στο Πακιστάν, για το λόγο δε αυτό κρίνεται ότι από την απομάκρυνσή του από την Ελλάδα πιθανολογοείται ο κίνδυνος επέλευσης σε βάρος του ανεπανόρθωτης βλάβης με τη σύλληψή του από τις αρχές της χώρας του ή του εντοπισμού του από φανατικούς ισλαμιστές. Κατόπιν αυτών, κρίνεται αναγκαιο να διαταχθεί η Διοίκηση να απόσχει, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως επι της εκκεμούς αιτήσεως ακυρώσεως, από κάθε ενέργεια στηριζόμενη αποκλειστικώς στην προσβαλλόμενη πράξη, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα την εξαναγκασμένη αναχώριση του αιτούντος από την Ελλάδα. Περαιτέρω, διατάσσει την Διοίκηση να μην προχωρήσει στην αφαίρεση του χορηγηθέντος στον αιτούντα δελτίου αιτήσαντος διεθνή προστασία ή, εάν τυχόν το δελτίο αυτό έχει ήδη αφαιρεθεί, να του επιστραφεί και, εάν έχει λήξει, να παραταθεί η ισχύς του, ώστε να αποκατασταθεί πλήρως η πραγματική κατάσταση, στην οποία τελούσε ο αιτών, προ της απορρίψεως, με την προσβαλλόμενη απόφαση, του αιτήματος χορηγήσεως διεθνούς προστασίας".

Κυριακή, Φεβρουαρίου 16, 2020

Ηχογραφήσεις συνεδριάσεων Εurogroup από πρώην υπουργό οικονομικών

Η συλλογή δεδομένων φωνής που ανήκει σε φυσικά πρόσωπα αποτελεί δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κι επομένως η συλλογή τους πρέπει να γίνεται με την συγκατάθεση των υποκειμένων των δεδομένων. Ο κανόνας της συγκατάθεσης δεν είναι βέβαια ανεξαίρετος, αφού προβλέπονται κι άλλοι λόγοι που επιτρέπουν την συλλογή δεδομένων φωνής, όταν αυτό επιβάλλεται π.χ. από ένα υπέρτερο έννομο συμφέρον. Και σε αυτή την περίπτωση όμως, όταν δηλαδή ένα υπέρτερο έννομο συμφέρον επιβάλλει την ηχογράφηση δεδομένων φωνής φυσικών προσώπων, η διαφάνεια επιβάλλει την προηγούμενη ενημέρωση των καταγραφομένων.

Αυτοί οι θεμελιώδεις κανόνες υποχωρούν όταν τα συλλεγόμενα δεδομένα αφορούν δημόσια πρόσωπα και η χρήση γινεται στο πλαίσιο δημοσιογραφικών σκοπών ή άλλων σκοπών δημοσίου δικαίου για να αποδειχθεί κάποιο μεγάλο περιστατικό που αποκρύπτεται και το οποίο έχει δημόσιο ενδιαφέρον. Πρέπει όμως η συλλογή και χρήση των δεδομένων να είναι το μοναδικό μέσο της απόδειξης. Ένας κανόνας που έχει ακολουθήσει και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο όταν πρέπει να σταθμίσει ανάμεσα σε ελευθερία της πληροφόρησης αφενός και σεβασμό του ιδιωτικού βίου αφετέρου (στον οποίο ιδιωτικό βίο περιλαμβάνονται και οι επαγγελματικές δραστητιότητες ακόμη και δημόσιων αξιωματούχων) είναι η κραυγαλέα α   ν τ ι ν ο μ ί α  ανάμεσα στον δημόσιο λόγο και στον άλλως πράττειν των δημοσίων προσώπων. Πρέπει να υπάρχει λοιπόν αντινομία, όπως είναι για παράδειγμα το ψέμα.

Εδώ έχουμε το περιστατικό ενός πρώην υπουργού οικονομικών που συμμετείχε πριν πέντε (5) χρόνια στην κλειστή συνεδρίαση του Eurogroup, το οποίο είναι ένα άτυπο όργανο της ευρωζώνης και αποτελείται από τους υπουργούς οικονομικών των κρατών - μελών που έχουν ευρώ.  Ο πρώην υπουργός χαίρει της βουλευτικής ασυλίας και ισχυρίζεται ότι έχει ηχογραφήσεις από εκείνες τις συνεδριάσεις προ πενταετίας. Επιθυμεί να δημοσιοποιήσει αυτές τις ηχογραφήσεις, για να γνωρίζει ο ελληνικός λαός τι ειπώθηκε σε κρίσιμες συνεδριάσεις για την πορεία της χώρας και της ευρωζώνης.

Έχει προηγηθει βέβαια το βιβλίο που έχει συγγράψε ο εν λόγω πρώην υπουργός, το οποίο έχει γίνει διεθνές μπεστ σέλλερ και έχει γυριστεί και σε ταινία από διεθνούς φήμης σκηνοθέτη κι έχει προβληθεί διεθνώς. Έχουν προηγηθεί ατέλειωτες συνεντεύξεις του πρώην υπουργού, αλλά και άλλων πρωταγωνιστών εκείνης της περιόδου. Φαίνεται μάλιστα ότι όλοι συμφωνούν ως προς τα πραγματικά περιστατικά. Δεν φαίνεται να υπάρχει η κραυγαλέα αντινομία ανάμεσα στον δημόσιο λογο και στα εξ απορρήτων λεχθέντα στο Eurogroup. Επίσης έχουν περάσει και πέντε χρόνια, γεγονός που, μαζί με τις συνεντεύξεις, το βιβλίο, την ταινία έχουν αφαιρέσει από το περιεχόμενο των συνομιλιών στο Eurogroup κάθε ενδεχόμενο μη κάλυψης που θα συνέβαλε σε έναν δημόσιο διάλογο για θέμα γενικότερου ενδιαφέροντος.

Με αυτά τα χαρακτηριστικά, η δημοσίευση τέτοιων ηχογραφήσεων που μπορεί όταν έγιναν να είχαν μια κάποια αποδεικτική αξία, σήμερα δεν μπορούν πλέον να συγκεντρώσουν τα στοιχεία εκείνα που θα δικαιολογούσαν την υπέρβαση της υποχρέωσης διαφάνειας και λήψης συγκατάθεσης. Μόνο αν οι ηχογραφήσεις περιλαμβάνουν κάτι που όχι απλά δεν έχει αποκαλυφθεί, αλλά θα μπορούσε να ανατρέψει πλήρως την δημόσια αντίληψη για τα γεγονότα όπως τα έχουν μεταφέρει οι πρωταγωνιστές τους, θα επέτρεπαν την υπέρβαση των προϋποθέσεων διαφάνειας και συγκατάθεσης. Κάτι τέτοιο όμως δεν το ισχυρίζεται ούτε ο πρώην υπουργός. Δεν έχει πει δηλαδή ότι σε αυτές υπάρχει συγκεκριμένο περιστατικό, για το οποίο το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο είναι οι ηχογραφήσεις και το οποίο έχει συστηματικά διαστρεβλωθεί από άλλους που έχουν αμφισβητήσει την δική του εκδοχή.

Συνεπώς, μια δημοσιοποίηση πλέον, δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί στην βάση της ελευθερίας της πληροφόρησης χωρίς να τραυματίζονται άλλες θεμελιώδεις κατακτήσεις του νομικού μας πολιτισμού. Η διαρροή δεν αποτελεί έκφανση της αρχής της διαφάνειας. Η κρυφή καταγραφή μιας συνομιλίας επιτρέπεται κατ' εξαίρεση και μόνο υπό αυστηρούς όρους. Γι' αυτό και το ποινικό μας δίκαιο την ταξινομεί στις κακουργηματικές περιπτώσεις και μόνο κατ' εξαίρεση νοείται η απαλλαγή, όπως στην απαλλαγή Κασιδιάρη για την καταγραφή Μπαλτάκου. Κι εκεί όμως θα μπορούσε να έχει υπάρξει σοβαρός αντίλογος και είχε προηγηθεί και μια σύλληψη και προσωρινή κράτηση του βουλευτή όπως θυμόμαστε.

Η τήρηση των πρακτικών συνεδριάσεων προϋποθέτει ρυθμισμένη διαδικασία, με καθορισμένες παραμέτρους προηγούμενης ενημέρωσης και συγκατάθεσης. Δεν γίνεται με μονομερή πρωτοβουλία του ενός συμμετέχοντος. Γίνεται με την διαδικασία της συναπόφασης. Διαφορετικά, πρόκειται για κατ' αρχήν παράνομη πράξη, με όλως περιοριστικές εξαιρέσεις. 

Τρίτη, Φεβρουαρίου 11, 2020

Δικαίωση διευθύντριας δήμου που υποβιβάστηκε σε τμηματάρχη




Με ιδιαίτερη ικανοποίηση υποδεχόμαστε την απόφαση με την οποία ακυρώθηκε ο υποβιβασμός της Διευθύντριας του Δήμου Λοκρών κυρία Άννα Παπαναγιώτου, σε προϊσταμένη Τμήματος. 

Συγκεκριμένα, η υπάλληλος ήταν Διευθύντρια της Δ/νσης Κοινωνικής Προστασίας, Παιδείας και Πολιτισμού. Με απόφαση του νέου Δημάρχου Λοκρών μετακινήθηκε σε θέση προϊσταμένης Τμήματος, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 72 παρ. 4 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, η οποία απαγορεύει την μετακίνηση προϊσταμένων σε θέσεις προϊσταμένων οργανικής μονάδας κατώτερου επιπέδου (από διεύθυνση σε τμήμα).

Η υπάλληλος προσέφυγε αρχικά στον Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας – Στερεάς Ελλάδας, με αίτημα να ακυρωθεί η παράνομη μετακίνησή της. Όμως, η προσφυγή της απορρίφθηκε από τον Συντονιστή, χωρίς να εφαρμοστεί η απαγόρευση του άρθρου 72 παρ. 4. Κατόπιν αυτής της εξέλιξης, η υπάλληλος προσέφυγε στην Επιτροπή του άρθρου 152 του Ν.3453/2006, με αίτημα την ακύρωση της απόφασης.

Με το Πρακτικό 2/2020, η Επιτροπή έκρινε ότι η υπάλληλος είχε δίκαιο κι ότι δεν έπρεπε να είχε μετακινηθεί σε θέση προϊσταμένης τμήματος. Ειδικότερα η Επιτροπή έκρινε ότι “ο χαρακτηρισμός της ανωτέρω μετακινήσεως της προσφεύγουσας στην προσβαλλόμενη απόφαση ως επανατοποθέτησης, πέραν του ότι είναι ανακριβής, διότι η προσφεύγουσα δεν ήταν ποτέ προηγούμενα τοποθετημένη ως Προϊσταμένη στο Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής και Πολιτικής Ισότητας των Φύλων, αλλά ήταν τοποθετημένη ως Προϊσταμένη στο Αυτοτελές Τμήμα, που εν συνεχεία κατέστη Διεύθυνση, Κοινωνικής Προστασίας, Παιδείας και Πολιτισμού του Δήμου Λοκρών, επιπλέον είναι και νομικά αδιάφορος, διότι βέβαιον και αναντίρρητον είναι ότι η σχετική ανάθεση των καθηκόντων της προσφεύγουσας έγινε από το αρμόδιο για κάθε διορισμό και κάθε υπηρεσιακή μεταβολή όργανο, ήτοι τον Δήμαρχο Λοκρών και επιπλέον ότι ανεξαρτήτως του μόνιμου ή παροδικού χαρακτήρα της μετακίνησής της, αφού το άρθρο 72 παρ. 4 του Ν.3584/2007 δεν διακρίνει σχετικά, η μετακίνηση από τη θέση προϊσταμένου μιας οργανικής μονάδας είναι νόμιμη μόνον εφόσον γίνεται σε θέση προϊσταμένου οργανικής μονάδας αντίστοιχου επιπέδου”. Η Επιτροπή έκρινε ότι ο Δήμαρχος έχει μεν διακριτική ευχέρεια για μετακινήσεις προσωπικού, όμως δεν μπορεί να αντιστρατεύεται την διάταξη του άρθρου 72 παρ. 4. 

Είναι μία μέρα δικαίωσης για την κυρία Παπαναγιώτου”, δήλωσε ο Βασίλης Σωτηρόπουλος που την εκπροσώπησε ως πληρεξούσιος στην Επιτροπή, “και μια μέρα επιβεβαίωσης της αρχής της αξιοκρατίας. Η απόφαση της Επιτροπής επιβεβαιώνει την σχετική νομολογία των Διοικητικών Εφετείων της χώρας που θα έπρεπε να είχαν λάβει υπόψη τους τόσο ο Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης, όσο και ο Δήμαρχος Λοκρών”.



Αθώωση εικαστικού για κινούμενο σχέδιο με κάψιμο εκκλησίας

Στις 17.5.2024 εκπροσώπησα ως δικηγόρος τον εικαστικό Γιώργο Μικάλεφ στο Η' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, στο οποίο είχε παραπεμφθε...