Κυριακή, Δεκεμβρίου 06, 2009

Το ΕΣΡ επιβάλλει πρόστιμο παρερμηνεύοντας την ΕΣΔΑ


Πρόστιμο 3.000 επέβαλε το ΕΣΡ στον ΣΚΑΪ  με την απόφαση 468-2009 για αναμετάδοση μια είδησης από την Deutsche Welle (περί 6-9 ποσοστιαίων μονάδων υπεροχής του ΠΑΣΟΚ στις βουλετικές εκλογές), κατά την προεκλογική περίοδο.

Ενώ στο ΕΣΡ δόθηκε η ευκαιρία να κρίνει την αντισυνταγματικότητα της απαγόρευσης των δημοσκοπήσεων για 2 βδομάδες πριν της εκλογές, δεν τόλμησε να προβεί σε ένα τέτοιο διάβημα για τη διασφάλιση των σχετικών ατομικών δικαιωμάτων.

Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι ότι το ΕΣΡ παρερμηνεύει απροκάλυπτα την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Διαβάζουμε στο κείμενο της απόφασης του ΕΣΡ:

"Το αποτέλεσµα της δηµοσκοπήσεως είναι προϊόν συγκεκριµένου έργου και δεν  αποτελεί έκφραση γνώµης συγκεκριµένου προσώπου και ως εκ τούτου η  προαναφερθείσα απαγορευτική διάταξη του νόµου δεν αντίκειται στο άρθρο 10 της ΕΣ∆Α η οποία προστατεύει το δικαίωµα της ελευθερίας της έκφρασης."

Το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ όμως εντάσσει στην έννοια της ελευθερίας της έκφρασης, πέρα από  το δικαίωμα "γνώμης συγκεκριμένου προσώπου", την ελεύθερη λήψη και μετάδοση πληροφοριών. Ας δούμε ακριβώς τη διατύπωση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης:

'Αρθρo 10Ελευθερία έκφρασης 

1. Παv πρόσωπov έχει δικαίωµα εις τηv ελευθερίαv εκφράσεως. Τδικαίωµα τoύτo περιλαµβάvει τηv ελευθερίαv γvώµης ως και τηελευθερίαv λήψεως ή µεταδόσεως πληρoφoριώv ή ιδεώv, άvευ επεµβάσεως δηµoσίωv αρχώv και ασχέτως συvόρωv. Τo παρόv άρθρov δεv κωλύει τα Κράτη από τoυ vα υπoβάλωσι τας επιχειρήσεις ραδιoφωvίας, κιvηµατoγράφoυ ή τηλεoράσεως εις καvovισµoύς εκδόσεως αδειώv λειτoυργίας.


Δεν θα μπορούσε να είναι διατυπωμένο με περισσότερη σαφήνεια - κι όμως το ΕΣΡ  αρνείται να εφαρμόσει το ευρωπαϊκό δίκαιο, παρερμηνεύοντάς το απροκάλυπτα.


Η απαγόρευση των δημοσκοπήσεων για 15 μέρες πριν τις εκλογές είναι ένα ζήτημα ελευθερίας της έκφρασης, όχι μόνο των μμε, αλλά και των πολιτών που έχουν δικαίωμα λήψεως πληροφοριών χωρίς κρατικές επεμβάσεις. 


Αφού το ΕΣΡ δεν είναι σε θέση να ασκήσει τα καθήκοντά του για ορθή εφαρμογή της νομοθεσίας, ήρθε η ώρα για τον Νομοθέτη να επέμβει και να αποκαταστήσει την ελεύθερη ροή της πληροφόρησης σε ένα τόσο δημόσιου ενδιαφέροντος ζήτημα, όπως η έρευνα της πρόθεσης ψήφου.


Διαβάστε επίσης:

Αντισυνταγματική η απαγόρευση των δημοσκοπήσεων

Επιτρέπεται η δημοσίευση δημοσκοπήσεων σε διαδικτυακά μέσα;

Άρχισαν οι μηνύσεις για την δημοσίευση δημοσκοπήσεων



Πέμπτη, Δεκεμβρίου 03, 2009

Η αβάσταχτη υποκρισία μιας κακώς νοούμενης διαφάνειας

Η γνωστή υπόθεση του κ. Κουτούπη που ορίστηκε Γενικός Γραμματέας ΔΕΚΟ και στη συνέχεια αποπέμφθηκε συνδέεται με δύο μεγάλα ζητήματα: το πρώτο είναι πόσο πρέπει να σκεφτόμαστε πριν γράψουμε κάτι στο facebook, στο twitter ή αλλού και το δεύτερο είναι πόσο υποκριτές είμαστε απέναντι στον αντισυμβατικό λόγο.  Για το πρώτο, μίλησα χθες στην τηλεόραση του ΣΚΑΪ. Εδώ θα ασχοληθώ με το δεύτερο.


Τι έγραψε λοιπόν ο κύριος Κουτούπης, αργά το βράδυ μετά την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ, στο προφίλ του στο facebook; Σύμφωνα με διάφορες δημοσιεύσεις, φέρεται ότι έγραψε (γιατί πλέον δεν υπάρχει το σχετικό profile) τα εξής:


 «ΠΑΣΟΚΟΙ, ξεκινάει περίοδος μεγάλης κονόμας, τα λαμόγια τρίβουν τα χέρια τους…»


Άρα δεν λέει "ΠΑΣΟΚΟΙ  = λαμόγια". Εξέφρασε με αυθόρμητο τρόπο μια σκέψη για την κυβερνητική αλλαγή και την εκτίμηση ότι αυτή ενδέχεται να εκμεταλλευτούν διάφοροι επιτήδειοι, όχι όμως οι του ΠΑΣΟΚ.


Στη συνέχεια φέρεται ότι έγραψε:


«Θα στείλω βιογραφικό. Με το ΠΑΣΟΚ όλα θα γίνονται με διαφάνεια... Θα κονομήσουμε... Γουστάρω πολύ» 


Έστειλε βιογραφικό, επελέγη ύστερα από 2 συνεντεύξεις με τον Υπουργό Οικονομικών. Το "θα κονομήσουμε" γιατί να μην αντιστοιχεί επίσης στην πραγματικότητα, λόγω του μισθού του γενικού γραμματέα; Γιατί να μην "γουστάρει πολύ" ένας άνθρωπος με πλούσιο βιογραφικό, ο οποίος είχε και τις ικανότητες να επιλεγεί  για μια ανώτερη κρατική θέση, όπως και έγινε τελικά; 


Διαβάζω στην ανακοίνωση της Κυβέρνησης: «αποδείχτηκε εκ των υστέρων από στοιχεία που περιήλθαν σε γνώση της κυβέρνησης, ότι ο κ. Κουτούπης έχει έως και το πρόσφατο παρελθόν εκφραστεί συνεχώς και επωνύμως από το διαδίκτυο με χυδαίους, υβριστικούς και ακραίους χαρακτηρισμούς για την κυβέρνηση, την οποία ζήτησε να υπηρετήσει από θέση ευθύνης». Επίσης «η στάση αυτή αποδεικνύει πως, ανεξάρτητα των τυπικών προσόντων, ο κ. Κουτούπης όχι μόνο στερείται των στοιχείων της εμπιστοσύνης και του ήθους που είναι απαραίτητα για να υπηρετεί Έλληνας πολίτης σε δημόσια θέση, αλλά είναι επίσης, έκθετος και υπόλογος». Αναρωτιέμαι: "υπόλογος" σε ποιον; Ποιος τον κατέστησε "έκθετο", αν όχι αυτοί που έσπευσαν να δώσουν στην Κυβέρνηση τα αποσπάσματα από το facebook; Θα γνώριζε κανείς το θέμα εάν η ίδια η Κυβέρνηση δεν είχε φροντίσει να δώσει τόση δημοσιότητα, αποφασίζοντας δίκην Ανώτατου Ηθικοδικείου περί του συγκεκριμένου προσώπου; Δεν αρκούσε η ανάκληση του διορισμού, αλλά έπρεπε να προσβληθεί τόσο βάναυσα η προσωπικότητά του; 


Από τα αποσπάσματα που φέρεται ότι ανάρτησε ο κ. Κουτούπης, δεν βλέπω κανέναν απολύτως "υβριστικό χαρακτηρισμό" για την Κυβέρνηση και δεν κατανοώ για ποιο λόγο η Κυβέρνηση σε αυτή την ανακοίνωσή της παραβιάζει το τεκμήριο της αθωότητας του κ. Κουτούπη. Για ποιο λόγο δηλαδή τον παρουσιάζει ως ένοχο του αδικήματος της εξύβρισης, ενώ, απ' όσα τουλάχιστον δόθηκαν στη δημοσιότητα δεν έχει πει ούτε μισή λέξη εναντίον της Κυβέρνησης. Είναι απαράδεκτο να διασύρεται ένας άνθρωπος κατ' αυτόν τον τρόπο, μόνο και μόνο επειδή η ίδια η Κυβέρνηση δεν ήταν σε θέση εγκαίρως να διαμορφώσει μια πλήρη εικόνα για το προφίλ του υποψήφιου και μάλιστα ύστερα από δύο (2) συνεντεύξεις με τον ίδιο τον Υπουργό Οικονομικών!


Ποιο θέμα "ήθους" και "διαφάνειας" τίθεται, όταν κάποιος σχολιάζει αργά το βράδυ των εκλογών με τους φίλους του στο facebook τα εκλογικά αποτελέσματα, το κατεξοχήν αντικείμενο δημόσιου σχολιασμού; Απολύτως κανένα. Απλώς δεν αντέχουμε τις άμεσες διατυπώσεις, δεν αντέχουμε να σκέφτεται κάποιος φωναχτά, ούτε καν στον ιδιωτικό του χώρο, και θέλουμε να επιβραβεύουμε τον ηθικισμό, την υποκρισία, τον καθωσπρεπισμό και τις υπόλοιπες "αρετές" μιας ξεπερασμένης από τα πράγματα πολιτικής ορθότητας. Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης είναι ένας πολιτικός που χρησιμοποιεί κατά καιρούς πολύ πιο ακραία γλώσσα. Κι αυτό, για μένα, είναι ένα από τα πολύ θετικά του στοιχεία. 


Το θέμα όμως είναι πολύ πιο σοβαρό: η κύρωση που επιβλήθηκε στον κ. Κουτούπη για τις απόψεις που είχε εκφράσει σε περιορισμένο φιλικό κύκλο πριν από 50 μέρες, ήταν η αποπομπή του από τη θέση για την οποία είχε επιλεγεί. Η ανάκληση της απόφασης διορισμού οφείλεται λοιπόν αποκλειστικά και μόνο σε γνώμη που διατύπωσε, με ελαφρύ κι αυθόρμητο τρόπο, προφανώς αστειευόμενος και μη κυριολεκτώντας,  πολύ πριν του ανατεθεί οποιαδήποτε δημόσια θέση. Επομένως, η ανάκληση του διορισμού  του αποτέλεσε μια παρέμβαση του Κράτους στο δικαίωμά του στην ελεύθερη έκφραση της γνώμης του, αλλά πιθανόν (αν το profile ήταν κλειστό) και στο δικαίωμα για σεβασμό της ιδιωτικής του ζωής. Πολύ περισσότερο, η διαπόμπευσή του με την απαράδεκτη ανακοίνωση της Κυβέρνησης, μια ανακοίνωση η οποία δεν ήταν αναγκαία για την ανάκληση του διορισμού του, αποτέλεσε μια δεύτερη παρέμβαση στην ελευθερία της έκφρασης: όχι μόνο τον απέπεμψαν για όσα είπε σε άσχετο context, αλλά και τον διέσυραν ακριβώς για τον ίδιο λόγο. 


Το ερώτημα είναι εάν αυτή η κρατική παρέμβαση στην ελευθερία της έκφρασης ήταν αναγκαία για την υπεράσπιση κάποιου αγαθού από όσα προβλέπονται από το άρθρο 10 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Δηλαδή, οι 2 παρεμβάσεις της  Κυβέρνησης (αποπομπή και δημόσιος διασυρμός) ήταν άραγε "προβλεπόμενες από το νόμο" και αν ναι, εξυπηρετούσαν άραγε νόμιμους σκοπούς όπως:


"λόγους της εθνικής ασφάλειας,  εδαφικής ακεραιότητας ή  δημόσιας ασφάλειας, για την προάσπιση της τάξης και την αποτροπή του εγκλήματος, για την προστασία της υγείας ή των ηθών, για την προστασία της υπόληψης ή των δικαιωμάτων των άλλων, για την αποτροπή της κοινοποίησης εμπιστευτικών πληροφοριών ή την διατήρηση του κύρους και της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας.”


Νομίζω πως όχι. Ο κ. Κουτούπης δεν θα μπορούσε να είχε προβλέψει ότι το τίμημα για όσα έγραψε ένα βράδυ στο facebook θα ήταν να χάσει τη θέση στην οποία αξιοκρατικά διορίστηκε. Κι αν οι σκέψεις μου αυτές είναι σωστές, τότε έχουμε μια καραμπινάτη παραβίαση ανθρώπινου δικαιώματος, ακριβώς όπως έγινε και με την αποπομπή της Δικαστή Κουντέσκινα, στη Ρωσία, επειδή είπε καθαρά και ξάστερα την άποψή της (όταν είχε παραιτηθεί προσωρινά για να θέσει υποψηφιότητα) και την απέπεμψαν στη συνέχεια απο το δικαστικό σώμα ακριβώς γι' αυτά που είπε (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Κουντέσκινα κατά Ρωσίας). Αν οι σκέψεις μου είναι σωστές, η περίπτωση θα μπορούσε να οδηγήσει στην  πρώτη καταδίκη της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για παραβίαση ανθρώπινου δικαιώματος από την νέα Κυβέρνηση.


Αυτές είναι οι παρενέργειες μιας κακώς νοούμενης αντίληψης για τη διαφάνεια, η οποία δεν έχει καμία σχέση με το πραγματικό περιεχόμενο αυτής της έννοιας. Διότι η διαφάνεια δεν σχετίζεται με το πολιτικό κόστος που προφανώς παρακίνησε την Κυβέρνηση σε αυτή την απαράδεκτη ανακοίνωση. Διαφάνεια και αξιοκρατία θα ήταν να υπερασπιστεί έναν αξιότατο άνθρωπο που η ίδια επέλεξε, αδιαφορώντας τελείως για τις σαχλαμάρες που μπορεί να είπε ένα βράδυ με τους φίλους του και εξηγώντας στην κοινή γνώμη ότι αυτά δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματική διαφάνεια και τελικά την διοικητική και πολιτική αποτελεσματικότητα ενός γενικού γραμματέα. Γιατί έτσι θα αποδείκνυε ότι έπελεξε όντως έναν άριστο αν και  “μη αρεστό”, όπως έλεγε ο Γιώργος Παπανδρέου προεκλογικά.


Όταν όμως αυτοσχεδιάζουμε με την έννοια της διαφάνειας, είναι βέβαιο ότι θα φτάσουμε στην κοινωνία της “μηδενικής ανοχής”, στην παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας, την προσβολή προσωπικότητας, την δημόσια διαπόμπευση, την συκοφάντηση. Όπως όλοι αυτοί σε μέσα ενημέρωσης και σε blogs που έχουν αυταναγορευθεί άγγελοι της Διαφάνειας, χωρίς να έχουν την παραμικρή γνώση και την παραμικρή ευαισθησία για να ασχοληθούν με ίσους όρους και με δίκαιο τρόπο με τα μεγάλα θέματα,  που τελικά τους καταπλακώνουν. 


Αξιολόγηση προσώπων από στοιχεία του facebook

Τρίτη, Δεκεμβρίου 01, 2009

Η Στατιστική Υπηρεσία του νομοσχεδίου δεν είναι ανεξάρτητη αρχή

Δόθηκε στη δημοσιότητα και σε δημόσια διαβούλευση στην γνωστή κυβερνητική ιστοσελίδα το νομοσχέδιο για την ίδρυση μιας ανεξάρτητης διοικητικής αρχής - νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, σχήμα υπό το οποίο θα λειτουργήσει η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία.

Προτείνεται λοιπόν η ίδρυση ενός νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, το οποίο θα τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος ορίζει και τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρό του

Η λειτουργία ανεξάρτητης διοικητικής αρχής ως ν.π.δ.δ. δεν είναι συνηθισμένη. Μόνο η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λειτουργεί υπό αυτό το καθεστώς. Οι υπόλοιπες ανεξάρτητες αρχές νομικά είναι... ανεξάρτητες αρχές, δηλ. κρατικές οντότητες η φύση των οποίων  αναζητείται απευθείας στο νομικό πρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς πάντως δεν ορίζεται ως "ανεξάρτητη διοικητική αρχή" από τη νομοθεσία. Η υπαγωγή της σε αυτή την κατηγορία υποστηρίζεται θεωρητικά (και πρακτικά), αλλά τυπικά πρόκειται απλώς για ένα ν.π.δ.δ., το οποίο χαίρει της οργανικής αυτοτέλειας (όχι όμως και ανεξαρτησίας) κάθε τέτοιου κρατικού οργάνου. Συνεπώς, κατά νομική κυριολεξία, ένα ν.π.δ.δ. δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται "ανεξάρτητη διοικητική αρχή".

Έπειτα η έννοια της "ανεξαρτησίας" των ανεξάρτητων αρχών ορίζεται προϋποθέτει την έλλειψη κάθε είδους ιεραρχικού ελέγχου και διοικητικής εποπτείας. Επομένως η υπαγωγή μιας ανεξάρτητης αρχής στην "εποπτεία του Υπουργού Οικονομικών" αποτελεί ένα σημαντικό θεσμικό ατόπημα. 

Η επιλογή του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της από τον Υπουργό Οικονομικών αποτελεί ακόμη ένα θεσμικό ατόπημα, εάν πράγματι υπάρχει η βούληση για τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης αρχής. Στις μη συνταγματικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές (ΕΕΤΤ, ΡΑΕ, Επιτροπή Ανταγωνισμού, Συνήγορος Καταναλωτή, Αρχή Διασφάλισης Ποιότητας Εκπαίδευσης, Αρχή Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής) υπάρχει πάντοτε η συμμετοχή του Κοινοβουλίου (με γνώμη της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας συνήθως) στην επιλογή των προσώπων. Η ορθότερη μάλιστα επιλογή θα ήταν να ακολουθηθεί το προβλεπόμενο από το Σύνταγμα μοντέλο για επιλογή των μελών της Αρχής όχι από Υπουργό ή Κυβέρνηση, αλλά από την Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής με ομοφωνία ή πλειοψηφία των 4/5, η οποία είναι ένα διακομματικό όργανο. Μόνο έτσι μπορούμε να μιλάμε εγγυήσεις προσωπικής ανεξαρτησίας των μελών της. Αλλιώς η "ανεξαρτησία" είναι απλώς κενή συνθηματολογία που δεν ανταποκρίνεται σε νομικώς απτά στοιχεία. 

Οι συμμετέχοντες στην διαβούλευση του Υπουργείου έχουν ήδη επισημάνει τις παραπάνω ελλείψεις για την κατοχύρωση της θεσμικής ανεξαρτησίας της υπό ίδρυση Υπηρεσίας. Έχει ενδιαφέρον να δούμε αν το Υπουργείο επιθυμεί να δημιουργήσει μια όντως ανεξάρτητη αρχή ή θα παραμείνει στην συνθηματολογική υποστήριξη αυτού του όρου, χωρίς τις επιβαλλόμενες εγγυήσεις.

Ενδεχομένως το Υπουργείο να εμμείνει στις  επιλογές του νομοσχεδίου όπως είναι σήμερα, επικαλούμενο ένα αμφιλεγόμενο κείμενο του Συνηγόρου του Πολίτη, ο οποίος είχε υποστηρίξει ότι μετά την συνταγματική αναθεώρηση του 2001, μόνο οι προβλεπόμενες απο το Σύνταγμα ανεξάρτητες αρχές θα πρέπει να επιλέγονται από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, υποστηρίζοντας λίγο-πολύ ότι είναι αντισυνταγματικό οι υπόλοιπες -νομοθετικά κατοχυρωμένες- ανεξάρτητες διοικητικές αρχές να διορίζονται με τον ίδιο τρόπο αυξημένης διαφάνειας, ομοφωνίας, κοινοβουλευτικής συμμετοχής και αμεροληψίας. Όπως προκύπτει απο την ανάγνωση του κειμένου του Συνηγόρου, αυτός προσπαθούσε κυρίως να προστατεύσει την ιδιότητά του ενόψει της ίδρυσης του "Συνηγόρου του Καταναλωτή". Αυτή η επιχειρηματολογία του Συνηγόρου του Πολίτη συντέλεσε  το καλοκαίρι του 2005 στο να μεταβληθεί ο νόμος της ΕΕΤΤ και να διορίζεται η ηγεσια της από τον Υπουργό Μεταφορών και το Υπουργικό Συμβούλιο, εκμηδενίζοντας τον ρόλο του Κοινοβουλίου στην επιλογή των προσώπων. Έτσι, με επίκληση του ... Συνηγόρου του Πολίτη - ο οποίος προφανώς επιδίωκε απλώς να επιφυλάξει για τον εαυτό του και τις άλλες 4 συνταγματικά προβλεπόμενες ανεξάρτητες αρχές την αυξημένη νομιμοποίηση της διαδικασία του άρθρου 101Α Σ.- υποβαθμίστηκε σοβαρά η ανεξαρτησία της ΕΕΤΤ, η οποία κατέστη άλλο ένα κυβερνητικό όργανο.

Ας δούμε τι έλεγαν τότε στελέχη του ΠΑΣΟΚ για τον νομοθετικό περιορισμό του ρόλου του Κοινοβουλίου στην επιλογή μελών ανεξάρτητης αρχής:


Χαράλαμπος Καστανίδης Μέσα στο κείμενο, επίσης, του Επιστημονικού Συμβουλίου υπάρχει μια εξαιρετική εισήγηση που γίνεται από συγκεκριμένο καθηγητή –είναι ο καθηγητής Σκανδάμης- ο οποίος λέγει το εξής: Οι ανεξάρτητες διοικητικές αρχές χωρίζονται σε τρία είδη: αυτές οι οποίες προβλέπονται απευθείας από τον συνταγματικό νομοθέτη, αυτές που ιδρύονται από τον κοινό νομοθέτη και αυτές που έχουν τον χαρακτήρα της ρυθμιστικής ανεξάρτητης αρχής και προκύπτουν πρωτίστως από το δίκαιο του κοινοτικού ανταγωνισμού και ενσωματώνονται στο εθνικό δίκαιο.
Για τις πρώτες ανεξάρτητες αρχές δεν υπάρχει κανένα θέμα. Η εγγύηση της ανεξαρτησίας τους αποτυπώνεται στη συνταγματική πρόβλεψη ότι ο διορισμός τους γίνεται με απόφαση της πλειοψηφίας των τεσσάρων πέμπτων της Διάσκεψης των Προέδρων. Για τις ανεξάρτητες διοικητικές αρχές, οι οποίες προβλέπονται από τον κοινό νομοθέτη, θα μπορούσαμε να δεχθούμε ότι ίσως πρέπει να είναι διαφορετικό το καθεστώς ορισμού της ηγεσίας τους και των μελών τους.
Αλλά –συνεχίζει επίσης ο καθηγητής- σε ό,τι αφορά τις ρυθμιστικές αρχές που είναι αποτέλεσμα της διαμόρφωσης πρώτα απ’ όλα της κοινοτικής αγοράς, όπως συμβαίνει στις τηλεπικοινωνίες και στην ενέργεια, οι ρυθμιστικές αυτές αρχές πρέπει να έχουν τους ίδιους όρους και εγγυήσεις της ανεξαρτησίας, που προβλέπονται και για τις κατά τη συνταγματική πρόβλεψη ανεξάρτητες αρχές. Διότι εδώ το Κοινοτικό Δίκαιο -και αναφέρεται στην Οδηγία 2081- έχει την ίδια ισχύ με το Εθνικό μας Δίκαιο.
Άρα –και είναι σωστή αυτή η ερμηνευτική εκδοχή- και οι ρυθμιστικές ανεξάρτητες αρχές, που παρεμβαίνουν με κανονιστικό τρόπο στις απελευθερωμένες αγορές, πρέπει να απολάβουν των ίδιων όρων ανεξαρτησίας, όπως είναι ο τρόπος του διορισμού τους. Συνεπώς και γι’ αυτές θα πρέπει να ισχύει η αρχή του διορισμού τους από τη Διάσκεψη των Προέδρων με πλειοψηφία τεσσάρων πέμπτων.
Θα πρέπει, εξάλλου, να ακολουθήσουμε το παράδειγμα ισχυρών χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως είναι η Γερμανία και η Ιταλία, όπου τα ομοσπονδιακά κοινοβούλια ή οι γερουσίες παίζουν ιδιαίτερα αποφασιστικό ρόλο στον διορισμό εθνικών ρυθμιστικών αρχών και γενικότερα των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών.
Σε κάθε περίπτωση, κυρία Πρόεδρε, θεωρώ ότι αποτελούσε κατάκτηση για τον κοινοβουλευτικό μας πολιτισμό και για τη δημοκρατία ότι η Διάσκεψη των Προέδρων με πλειοψηφία τεσσάρων πέμπτων διόριζε τις ηγεσίες και τα μέλη των ανεξάρτητων αρχών.
Θυμίζω –και με αυτό τελειώνω- ότι στη σχετική συζήτηση που έγινε στα πλαίσια της Αναθεώρησης του Συντάγματος η τότε μειοψηφία και σήμερα πλειοψηφία ισχυριζόταν –μπορείτε να ανατρέξετε στα Πρακτικά Αναθεώρησης του Συντάγματος- ότι δεν αρκούσε ο ορισμός των ανεξαρτήτων αρχών από τη Διάσκεψη των Προέδρων με πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων. Η τότε αντιπολίτευση πρότεινε την εκλογή των ανεξαρτήτων αρχών από την αρμόδια Κοινοβουλευτική Επιτροπή με πλειοψηφία των τριών πέμπτων.
Σήμερα τι είναι αυτό που σας αναγκάζει να πάτε πίσω; Νομίζω ότι και συμφέροντα συγκεκριμένα υπερασπίζεστε, αλλά και τη δημοκρατία εξασθενίζετε.

Κωνσταντίνος Ρόβλιας:  Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θα σας μιλήσω μόνο για την πρώην ανεξάρτητη αρχή τηλεπικοινωνιών –και νομίζω ότι οι συνάδελφοι που έχουν μιλήσει και αυτοί που θα ακολουθήσουν εξαντλούν με τον καλύτερο τρόπο όλα τα άλλα θέματα- και την επερχόμενη νέα ευρωπαϊκή γελοιοποίηση της χώρας μας από το «Βασικό Μέτοχο» Νο 2, όπως θα εξελιχθεί αυτή η ιστορία.
Πριν από λίγες εβδομάδες η χώρα μας καταδικάστηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, διότι η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δεν έχει καταφέρει επί δεκαέξι μήνες να φέρει για ψήφιση την ενσωμάτωση των πέντε κοινοτικών οδηγιών που αφορούν τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες. Παρεμπιπτόντως, σας ενημερώνω ότι το σχετικό νομοσχέδιο η προηγούμενη κυβέρνηση, η προηγούμενη πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, το παρέδωσε έτοιμο στην Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.
Δεν άρκεσε λοιπόν αυτή η καταδίκη που είχαμε ως χώρα πριν από μερικές εβδομάδες για τη μη ενσωμάτωση των κοινοτικών οδηγιών, αλλά η Κυβέρνηση φέρνει σήμερα το άρθρο 72 του νομοσχεδίου που συζητάμε. Λυπάμαι που δεν είναι εδώ ο Υπουργός Μεταφορών ο κ. Λιάπης, ούτε ο αρμόδιος για θέματα Κοινοβουλίου ο κ. Νεράντζης. Απουσιάζει και ο κ. Παυλόπουλος που ειδικεύεται στα θέματα των «Βασικών Μετόχων». Εν πάση περιπτώσει, ελπίζω ότι ο παριστάμενος Υπουργός θα μεταφέρει αυτές τις σκέψεις μας στους αρμόδιους Υπουργούς.
Τι λέει το άρθρο 72; Λέει ότι στο εξής δεν θα ορίζεται η Ανεξάρτητη Αρχή Τηλεπικοινωνιών από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, όπως προβλέπεται από το Σύνταγμα και τις κοινοτικές οδηγίες, αλλά θα ορίζεται από το υπουργικό συμβούλιο.
Θα μου πείτε τι σημασία έχει αυτό; Ίσως δεν το καταλαβαίνει ο πολύς κόσμος, αλλά θα σας πω τι σημασία έχει. Σε όλη την Ευρώπη υπάρχει πλέον μια απελευθερωμένη αγορά τηλεπικοινωνιών, μια αγορά που απελευθερώθηκε στην Ελλάδα πριν από μερικά χρόνια χωρίς να «ανοίξει μύτη» και με πολύ μεγάλα οφέλη για τον Έλληνα καταναλωτή. 
Αλλά μια απελευθερωμένη αγορά δεν είναι μια ασύδοτη αγορά. Είναι μια αγορά που έχει κανόνες και κυρίως έχει κάποιον, ο οποίος τη ρυθμίζει και την παρακολουθεί. Αυτός είναι ο διαιτητής της απελευθερωμένης αγοράς τηλεπικοινωνιών. Και αυτός ο διαιτητής είναι ανεξάρτητος, επιβάλλεται να είναι ανεξάρτητος. Δεν μπορεί ο διαιτητής να είναι ταυτόχρονα και παίκτης της αγοράς τηλεπικοινωνιών. 
Τι εννοώ με αυτό; Ο μεγάλος, ο κυρίαρχος παίκτης είναι ο ΟΤΕ. Και το ελληνικό δημόσιο θα έχει σε μερικές ημέρες το 46% των μετοχών του ΟΤΕ. Το ίδιο το ελληνικό δημόσιο, που είναι μέσω του ΟΤΕ ο βασικός παίκτης στην αγορά τηλεπικοινωνιών, θα ορίζει με το άρθρο 72 και τον διαιτητή αυτής της αγοράς.
Αυτή η ρύθμιση παραβιάζει ευθέως το Σύνταγμα, παραβιάζει τον Κανονισμό της Βουλής, παραβιάζει κυρίως το κοινοτικό δίκαιο και αποδυναμώνει τη Βουλή από αρμοδιότητές της. Γιατί παραβιάζει το Σύνταγμα; Διότι το άρθρο 101 Α΄ παράγραφος 2 του Συντάγματος λέει ότι κάθε ανεξάρτητη αρχή ορίζεται από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής και κάθε παρερμηνεία αυτής της διάταξης δεν είναι αποδεκτή. 
Σας παραπέμπω στο εγχειρίδιο διοικητικού δικαίου Σπηλιωτόπουλου, στο κεφάλαιο «Ανεξάρτητες Αρχές» που λέει ότι από τη διατύπωση της παραγράφου 2 προκύπτει ότι οι ρυθμίσεις που θεσπίζει το Σύνταγμα εφαρμόζονται σε κάθε ανεξάρτητη αρχή, είτε αυτή προβλέπεται από το Σύνταγμα είτε προβλέπεται από τους νόμους. 
Παραβιάζεται ευθέως ο Κανονισμός της Βουλής, το άρθρο 14 περίπτωση δ΄, που λέει ότι η Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής επιλέγει τα μέλη των ανεξαρτήτων αρχών. Παραβιάζεται η οδηγία 2002/21, άρθρο 3, που λέει ότι η ανεξαρτησία των εθνικών κανονιστικών αρχών από τους οργανισμούς παροχής δικτύων, εξοπλισμών και υπηρεσιών είναι υποχρεωτική. 
Παρ’ όλα αυτά, προχωράτε στον κομματικό έλεγχο της Ανεξάρτητης Αρχής Τηλεπικοινωνιών. Γιατί; Γιατί θέλετε να ελέγξετε τα πάντα, γιατί θέλετε στο μέλλον να αυξάνει ο ΟΤΕ τις τιμές ανεξέλεγκτα, γιατί θέλετε να εξαφανιστεί ουσιαστικά ο ανταγωνισμός, γιατί θέλετε να ωφελήσετε τον ιδιώτη επενδυτή στον οποίο θα παραδώσετε τον ΟΤΕ. 
Το θέμα της πρώην Ανεξάρτητης Αρχής Τηλεπικοινωνιών, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι πακέτο με το θέμα της εθελουσίας εξόδου. Και τα δύο διευκολύνουν τον αγοραστή του ΟΤΕ και επιβαρύνουν τον Έλληνα πολίτη. 
Ευχαριστώ πολύ. 

Κεγκέρογλου Βασίλειος: [...]Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών. Παρά αυτά τα οποία λέγατε στο πρόγραμμά σας, κύριε Υπουργέ, παρά το ότι λέγατε ότι θα την κάνετε πραγματικά ανεξάρτητη αρχή -θεωρώντας ότι μέχρι τότε δεν είχε πλήρη ανεξαρτησία- έρχεστε σήμερα να επικαλεστείτε μια γνωμοδότηση η οποία βγήκε αφού έληξε η θητεία της επιτροπής και έπρεπε ήδη να έχει διοριστεί καινούργια. Έρχεστε σήμερα να επαναφέρετε στην απόλυτη εξουσία του Υπουργού και φυσικά της Κυβέρνησης συνολικά, δεν θα αποφασίσει μόνο ο Υπουργός, το διορισμό του προέδρου σε μια ανεξάρτητη αρχή.

Aπόστολος Κακλαμάνης: [...] Έρχομαι τώρα στο θέμα αυτό, για να πω στον αγαπητό κ. Νεράντζη ότι αυτήν τη στιγμή υπάρχει νόμος του κράτους και υπάρχει και ο Κανονισμός της Βουλής, που ενσωματώνει ό,τι το Σύνταγμα και ο νόμος του κράτους αναθέτει στο Κοινοβούλιο ή σε όργανά του.
Μόνο η τροποποίηση του Κανονισμού της Βουλής μπορεί να επιτρέψει να απεκδυθούν είτε η Ολομέλεια είτε οι επιτροπές είτε η Διάσκεψη των Προέδρων από αρμοδιότητες που δίνει το Σύνταγμα και ο κοινός νομοθέτης. 
Είναι λάθος, κύριε Νεράντζη και απευθύνομαι σε σας. Αυτήν τη στιγμή η αρχή αυτή είναι ανεξάρτητη πραγματικά, κατά το Κοινοτικό Δίκαιο. Διότι η απελευθέρωση των συναλλαγών και γενικά των δραστηριοτήτων στο χώρο των τηλεπικοινωνιών είναι βασική αρχή της λεγόμενης ελευθερίας της αγοράς, των συναλλαγών, της διακίνησης κεφαλαίων κλπ. Δεν νομίζετε, λοιπόν, ότι πρέπει να λάβετε υπόψη αυτά που σας λέμε, ότι όπως είχατε το πρόβλημα με το «Βασικό Μέτοχο», έτσι θα έχετε αύριο και μ΄ αυτήν τη διάταξη; Διότι μία ανεξάρτητη αρχή που ψηφίζεται και επιλέγεται ομοφώνως από ένα όργανο της Βουλής, εσείς τη μεταφέρετε και ως προς την επιλογή των προσώπων και ως προς τη λειτουργία της στον αρμόδιο Υπουργό, που θα εισηγηθεί στο Υπουργικό Συμβούλιο αναλόγως. [...] Λέει ο κ. Κανδάμης, καθηγητής του Κοινοτικού Δικαίου, άλλοτε γενικός διευθυντής αρμοδίας διευθύνσεως της Κοινότητας, από τα πρόσωπα από τα οποία εγώ συγκρότησα αυτό το Επιστημονικό Συμβούλιο και το οποίο δεν έχει κομματικές ταμπέλες. Και αν δείτε και τα άλλα πρόσωπα, θα δείτε ότι δεν έχουν και αυτοί κομματικές ταμπέλες. Λέγει, λοιπόν, ότι είναι βασική αρχή του Κοινοτικού Δικαίου η ανεξαρτησία των λεγομένων εθνικών ρυθμιστικών αρχών. Εάν οι αρχές αυτές ελέγχονται από οποιονήποτε εκ των ανταγωνιζομένων στην αγορά συμφερόντων, δεν είναι ανεξάρτητες, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι."

Το ΠΑΣΟΚ λοιπόν αντιτάχθηκε το 2005 στο να επιλέγονται μέλη ανεξάρτητης αρχής από τους Υπουργούς κι όχι από την Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής. Σήμερα όμως, εισάγεται ακριβώς αυτό, στο οποίο είχε αντιταθχεί ως αντιπολίτευση!


Δεν είναι αλήθεια ότι το Σύνταγμα εμποδίζει να επιλέγονται τα μέλη των νομοθετικά κατοχυρωμένων ανεξάρτητων αρχών από την Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής. Με την ίδια ακριβώς λογική θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι "απαγορεύεται" ο κοινοβουλευτικός έλεγχος στις νομοθετικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές. Το Σύνταγμα τυποποιεί και "κλειδώνει" ένα minimum θεσμικών εγγυήσεων για την ανεξαρτησία των 5 συνταγματικά προβλεπόμενων αρχών, χωρίς να απαγορεύει να ακολουθούνται οι ίδιες -πρότυπες- διατάξεις του για τις άλλες ανεξάρτητες αρχές. Η επιχειρηματολογία του Συνηγόρου του Πολίτη υποστηρίζει ουσιαστικά ότι μόνο με το άρθρο 101Α του Συντάγματος περιήλθε η επιβαλλόμενη εξαίρεση από την (συνταγματικά προβλεπόμενη) διάκριση των λειτουργιών, ώστε το πολίτευμά μας να υποδεχθεί το φαινόμενο των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών. Αλλά αυτή η επιχειρηματολογία οδηγεί αναπόφευκτα στη σκέψη ότι η λειτουργία του Συνηγόρου και των άλλων ανεξάρτητων αρχών ήταν... αντισυνταγματική μέχρι την Αναθεώρηση του 2001. Πρόκειται για μια προσέγγιση που δεν αντέχει στην συγκριτική συνταγματολογική ανάλυση, εάν παρατεθούν παραδείγματα από άλλες έννομες τάξεις, χωρών στις οποίες δημιουργήθηκε και αναπτύχθηκε η θεσμική καινοτομία των ανεξάρτητων αρχών. Χώρες με πολύ πιο "καθετοποιημένη" διατύπωση κι εφαρμογή της αρχής της διάκρισης των λειτουργιών (όπως οι ΗΠΑ και η Γαλλία) έχουν ανεξάρτητες αρχές χωρίς το Σύνταγμά τους να προβλέπει τίποτε επ' αυτού. Η νομολογία των χωρών αυτών, όταν τέθηκαν αυτά τα ζητήματα, αν και κυμαινόμενη, κατέληξε ότι δεν υπάρχει κανένα συνταγματικό ζήτημα με τη λειτουργία ανεξάρτητων επιτροπών. Αλλά και στις χώρες με νεότερα Συντάγματα, τα οποία -όπως και το δικό μας- προβλέπει την λειτουργία ανεξάρτητων αρχών, ουδέποτε αμφισβήτησαν την σύμφυτη με την έννοια της ανεξάρτητης αρχής σχέση τους με τα Κοινοβούλια. Το ίδιο και στο διοικητικό οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο του οποίου λειτουργούν πολλές ανεξάρτητες υπηρεσίες. Για παράδειγμα ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων, ο οποίος επιλέγεται με κοινή απόφαση Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Συμβουλίου ΕΕ, ύστερα από γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, χωρίς βέβαια να προβλέπει κάτι τέτοιο η Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. 

Συνεπώς, η Κυβέρνηση εάν θέλει να δημιουργήσει μια όντως ανεξάρτητη διοικητικη αρχή κι όχι άλλη μία κρατική υπηρεσία, έχει υποχρέωση να αναγνωρίσει το ρόλο που πρέπει να έχει το Κοινοβούλιο στην επιλογή των μελών και στον έλεγχο ενός τέτοιου μορφώματος. 


Δημοψήφισμα για μιναρέδες: ανθρώπινα δικαιώματα σε δημοψήφισμα;

Ένα κλασικό επιχείρημα που ακουγόταν τον περασμένο μήνα για τα θρησκευτικά σύμβολα σε κρατικούς οργανισμούς ήταν "εμείς έχουμε χριστιανική πλειοψηφία". Νομικά αλυσιτελές, φυσικά, αφού τα ατομικά δικαιώματα δεν κρίνονται με βάσει πλειοψηφίες-μειοψηφίες. Η δημοκρατία δεν περιλαμβάνει μόνο την αρχή της πλειοψηφίας, περιλαμβάνει και την αρχή του κράτους δικαίου, όπου οι πλειοψηφίες δεν έχουν κανέναν λόγο. Τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν επιτρέπεται να αποτελούν αντικείμενο δημοψηφίσματος, όπως γράφτηκε εκτενώς και για το θέμα των ταυτοτήτων.

Αυτά επισημαίνει και ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης σε χθεσινή δήλωσή του για το θέμα των μιναρέδων:

|"Λαμβανομένου υπόψη ότι ο δημόσιος διάλογος και η ψήφος σε ζητήματα σημαντικά για τις κοινωνίες είναι ένα θεμελιώδες δικαίωμα των δημοκρατικών κρατών, το δημοψήσμα που πραγματοποιήθηκε χθες για την κατασκευή νέων μιναρέδων στην Ελβετία εγείρει ανησυχίες ως προς το εάν τα θεμελιώδη δικαιώματα των ατόμων, τα οποία προστατεύονται από διεθνείς συνθήκες, πρέπει να είναι αντικείμενο εκλογικών διαδικασιών.

Η απαγόρευση της δημιουργίας νέων μιναρέδων συνδέεται με ζητήματα όπως η ελευθερία της έκφρασης, η ελευθερία της θρησκείας και η απαγόρευση των διακρίσεων, τα οποία εγγυάται η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Γι' αυτό, έαν ασκηθεί μια προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αυτό θα αποφασίσει εάν η απαγόρευση της ανέγερσης νέων μιναρέδων είναι σύμφωνο με τη Σύμβαση."

Είναι σαφέστατα μια δήλωση στήριξης στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, το οποίο υπάγεται στο Συμβούλιο της Ευρώπης (κι όχι στην ΕΕ όπως γράφουν διάφοροι αστοιχείωτοι) και το οποίο βάλλεται από διάφορες σκοταδιστικές πλευρές τις τελευταίες εβδομάδες, λόγω της απόφασής του σχετικά με τα θρησκευτικά σύμβολα. 

Για να μην ξεχνιόμαστε ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν είναι πολιτική συνθηματολογία, αλλά νομικά δεσμευτικοί κανόνες.


Οι αναβολές καταπνίγουν το δικαιοδοτικό σύστημα


Οι δικαστικές διαδικασίες είναι εξαιρετικά αργές και οδηγούν την Ελλάδα σε καταδίκες, σχεδόν κάθε μήνα, στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Κατά το διάστημα 1999-2008, η Ελλάδα καταδικάστηκε 272 φορές για υπέρβαση του εύλογου χρόνου απονομής Δικαιοσύνης (Ετήσια Έκθεση Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου 2008, σελ.138). Οι 750.000 μηνύσειςπου ασκήθηκαν φέτος συνιστούν ένα βαρύτατο φορτίο για τα ελληνικά δικαστήρια, αλλά σε αυτό δεν έχει ευθύνη μόνο ο νομοθέτης και η Πολιτεία (που μπορούν λ.χ. να αποποινικοποιήσουν ορισμένες περιπτώσεις αδικημάτων). Σε πολλές περιπτώσεις υπάρχουν εναλλακτικοί τρόποι επίλυσης διαφορών, όπως μέσω των ανεξάρτητων αρχών - οι οποίες βέβαια δυστυχώς πολλές φορές είναι πιο αργές και από τη Δικαιοσύνη.

Η πιο σημαντική αιτία για τις καθυστερήσεις δεν είναι ο φόρτος, αλλά οι αναβολές. Θεωρείται σχεδόν αυτονόητο ότι ένας από τους διαδίκους μπορεί να μπλοκάρει την εκδίκαση μιας υπόθεσης που έρχεται σε δίκη κατά την πρώτη δικάσιμο. Οι "πρωτοείσακτες" υποθέσεις κατά κανόνα αναβάλλονται, αν ζητηθεί, ακόμα και χωρίς να υπάρχει "σπουδαίος λόγος", όπως επιβάλλει ο νόμος. Επίσης ο νόμος αναφέρει ότι αναβολή γίνεται μόνο για μία φορά, αλλά κι αυτό στην πράξη καταστρατηγείται. Ο νόμος προβλέπει επίσης επιδίκαση αποζημίωσης για τον διάδικο που ζητά αναβολή (στις αστικές υποθέσεις), αλλά κι αυτο εφαρμόζεται με ύψιστη φειδώ από τα Δικαστήρια, χωρίς να λειτουργεί αποτρεπτικά.

Αρκετές φορές την αναβολή επιθυμεί ο διάδικος και επιβάλλει στον δικηγόρο του να την ζητήσει. Υπάρχουν περιπτώσεις που καλλιεργείται η ελπίδα ότι η αναβολή μπορεί να οδηγήσει σε παραγραφή. Άλλες φορές, ζητείται για ψυχολογικούς λόγους, ως "πίστωση χρόνου", ενώ κάποιες άλλες, με την προσδοκία του συμβιβασμού με τον αντίδικο. Θα έπρεπε όταν μια υπόθεση λήγει συμβιβαστικά, να δίνεται δυνατότητα διαγραφής από το πινάκιο, ώστε να απελευθερώνονται αριθμοί για άλλες δίκες. Υπάρχει επίσης η περίπτωση κατά την οποία οι δικηγόροι επιδιώκουν την αναβολή για να προετοιμαστούν. 

Η αναβολή είναι ένα σοβαρό στοιχείο παθογένειας της Δικαιοσύνης και γι' αυτό θα πρέπει όλοι να λάβουμε ορισμένα μέτρα. Καλό θα ήταν να μην ενθαρρύνεται ο διάδικος σε περίπτωση που η υπόθεση είναι έτοιμη να δικαστεί. Πρέπει να καταλάβει ότι ο ίδιος έχει βέβαια τη δική του υπόθεση, αλλά εδώ υπάρχει ένα ολόκληρο σύστημα το οποίο δεν πρέπει να επιβαρύνεται για ασήμαντους ή ανύπαρκτους λόγους. Οι ημερομηνίες δικασίμων που δίνονται είναι αρκετά "μακρινές" για να έχει όλο το χρόνο κάποιος να προετοιμαστεί έγκαιρα και να μην αναζητά λόγους αναβολής στο παρα πέντε. Αυτό το χάσιμο χρόνου δεν εξυπηρετεί κανέναν, αντιθέτως εκθέτει την Χώρα διεθνώς. 

Γι' αυτό είναι ύψιστη προσβολή να κατηγορείται κάποιος ως "αναβολάκιας", διότι ουσιαστικά χαρακτηρίζεται ως επιζήμιος για την Δικαιοσύνη. 


31 Aυγούστου 2025: η προθεσμία του Υπουργείου Παιδείας για το εναλλακτικό μάθημα

Την 31 Αυγούστου 2025 λήγει η προθεσμία που έχει τάξει το Συμβούλιο της Επικρατείας στο Υπουργείο Παιδείας για "να ολοκληρώσει τις απαρ...