Κυριακή, Οκτωβρίου 24, 2010

H δημοσιοποίηση φορολογικών στοιχείων στο Διαδίκτυο

Σύμφωνα με το άρθρο 85 παρ. 3 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος,

"Ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας συντάσσει κάθε έτος, µε βάση τις δηλώσεις που του επιδίδονται, κατάλογο φορολογουµένων, ο οποίος περιέχει το ονοµατεπώνυµο ή την επωνυµία, τον τίτλο και τα λοιπά στοιχεία τους, το καθαρό εισόδηµα απο τις κατηγορίες ∆ και Ζ, το συνολικό καθαρό εισόδηµα το οποίο υπόκειται σε φορολογία. καθώς και το φόρο που αναλογεί σε αυτό. Ο κατάλογος αυτός καταρτίζεται µέσα σε έξι (6) µήνες από τη λήξη της προθεσµίας υποβολής των δηλώσεων και συµπληρώνεται µε τα αντίστοιχα στοιχεία της οριστικοποίησης της εγγραφής του υποχρέου. Τοποθετείται σε πρόσφορη θέση στο κατάστηµα της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας και των δήµων ή κοινοτήτων όπου εδρεύει δηµόσια οικονοµική υπηρεσία, ώστε να µπορεί να λαµβάνει γνώση αυτού οποιοσδήποτε. Επιτρέπεται η έκδοση καταλόγων των φορολογουµένων όλης της χώρας, καθώς και η δηµοσιευσή τους στις εφηµερίδες."

Σε αυτή τη διάταξη προστέθηκε με τον Ν.3842/2010 ("Αποκατάσταση φορολογικής δικαιοσύνης και αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής", βλ. εδώ) και η εξής προσθήκη:

"Ο κατάλογος είναι διαθέσιµος στο διαδικτυακό τόπο της Γενικής Γραµµατείας Πληροφοριακών Συστηµάτων. Η πρόσβαση στον κατάλογο γίνεται κατόπιν ταυτοποίησης του χρήστη και περιορίζεται µε βάση συγκεκριµένα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια. Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών καθορίζονται όλες οι αναγκαίες λεπτοµέρειες για την πρόσβαση στον κατάλογο αυτόν.»


Σύμφωνα με την ΠΟΛ 1135/4 Οκτωβρίου 2010 του Υπουργού Οικονομικών (βλ. εδώ),


"Με την τροποποιημένη διάταξη το δικαίωμα πρόσβασης στο συγκεκριμένο κατάλογο φορολογουμένων που αποτελεί δημόσια πληροφορία περιλαμβάνει και τη χρήση του διαδικτύου. Η δημοσιότητα των φορολογικών δεδομένων συγκεκριμένων κατηγοριών φορολογουμένων, που- σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία- αποφεύγουν να δηλώνουν τα πραγματικά τους εισοδήματα, αποτελεί ένα εύλογο μέτρο αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής. Η ταυτοποίηση του χρήστη που έχει πρόσβαση στον συγκεκριμένο κατάλογο επιτρέπει τη θέσπιση ποσοτικών κριτηρίων ως προς τον αριθμό των δεδομένων που θα εξαχθούν. Αυτό το μέτρο δυσχεραίνει τη μαζική εξαγωγή δεδομένων προστατεύοντάς τα έτσι από επεξεργασία που δε δικαιολογείται από το σκοπό της διάταξης αυτής, όπως π.χ. την εμπορική εκμετάλλευση των οικονομικών στοιχείων. Έτσι, επειδή η πρόσβαση στον κατάλογο δεν θα είναι ανοικτή αλλά ελέγξιμη και θα γίνεται με βάση συγκεκριμένες διαδικασίες και ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια που θα καθοριστούν από Υπουργική Απόφαση, τηρείται η αρχή της αναλογικότητας σε σχέση με την προστασία των προσωπικών δεδομένων και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής."


Επομένως εκκρεμεί η έκδοση της Υπουργικής Απόφασης που θα υλοποιεί την εν λόγω νομοθετική διάταξη και η οποία σύμφωνα με δημοσιεύματα έχει υποβληθεί στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για γνωμοδότηση.


Σύμφωνα με χθεσινό δημοσίευμα της εφημερίδας "ΤΑ ΝΕΑ" (βλ εδώ), με την εν λόγω Υπουργική Απόφαση


"κάθε πολίτης που είναι πιστοποιημένος χρήστης της υπηρεσίας Τaxisnet, με το πάτημα ενός κουμπιού θα μπορεί να βλέπει στην οθόνη του υπολογιστή του όχι μόνο πόσα εισοδήματα δήλωσε στην εφορία και τι φόρο πλήρωσε ο οποιοσδήποτε φορολογούμενος αλλά και πού κατοικεί καθώς και την αρμόδια εφορία. Για τους επιχειρηματίες, η ηλεκτρονική «ακτινογραφία» της δήλωσής τους θα είναι ακόμα πιο πλήρης. Ονομα, επώνυμο και πατρώνυμο ή επωνυμία και τίτλος της επιχείρησης, ΑΦΜ διεύθυνση έδρας και ταχυδρομικός κώδικας, κύρια δραστηριότητα, αρμόδια εφορία, ημερομηνία έναρξης ή διακοπής, καθαρό εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα ή επιχειρηματικές δραστηριότητες, συνολικό καθαρό εισόδημα και φόρος που αναλογεί. Η περιέργεια θα μπορούσε να αποτελέσει οδηγό πλημμυρίδας αναζητήσεων στο Διαδίκτυο για τα εισοδήματα που δηλώνουν και τους φόρους που πληρώνουν επώνυμοι καλλιτέχνες, επιχειρηματίες, πολιτικοί και οποιοσδήποτε άλλος φορολογούμενος. Η δυνατότητα αυτή σύμφωνα με ορισμένα στελέχη του υπουργείου Οικονομικών που θεωρούν το εγχείρημα «κακή ιδέα» δίνει ενδεχόμενη τροφή ακόμα και για κλοπές ενώ οι υπέρμαχοι αναδεικνύουν την άλλη όψη: η κοινωνική πίεση που θα ασκείται εξαιτίας της δημοσιοποίησης των εισοδημάτων που δηλώνουν και των φόρων που πληρώνουν φορολογούμενοι που διάγουν βίο δυσανάλογο με τα δηλωθέντα εισοδήματα θα οδηγήσει σε πάταξη της φοροδιαφυγής."


Ακόμη κι αν θεωρήσουμε ότι η απλή δημοσιοποίηση των καταλόγων αυτών σε εφημερίδες ή στους πίνακες ανακοινώσεων της κάθε Δ.Ο.Υ. αποτελεί ένα θεμιτό μέτρο, η ίδια η ανάρτηση τους στο Διαδίκτυο σημαίνει αλλαγή κλίμακας της δημοσιότητας. Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, με την απόφαση 61/2004 (βλ. εδώ) έκρινε ότι οι πίνακες βαθμολογίας του ΑΣΕΠ μπορούν να δημοσιοποιούνται με ανάρτηση στα κτίρια του ΑΣΕΠ και στις Νομαρχίες, όχι όμως και στο Διαδίκτυο:


"1. Ο Ε. Μ. διαμαρτύρεται στην Αρχή (αριθμ. πρωτ. ***), γιατί το Α.Σ.Ε.Π. δημοσιεύει πίνακες βαθμολογίας, καθώς και πίνακες διοριστέων και μη διοριστέων στο δικτυακό του τόπο (www.asep.gr). Η δημοσίευση περιλαμβάνει επώνυμο, κύριο όνομα, πατρώνυμο, μητρώνυμο, κωδικό αριθμό, αριθμό δελτίου ταυτότητας, καθώς και τους βαθμούς.

2. Όλα τα παραπάνω στοιχεία αποτελούν προσωπικά δεδομένα, χωρίς ευαίσθητο χαρακτήρα. Η επεξεργασία τους υπόκειται στο άρθρο 5 του Ν.2472/1997. Η αρχή της διαφάνειας επιβάλλει τη δημοσίευση των δεδομένων αυτών και χωρίς τη συγκατάθεση των υποκειμένων. Κατά συνέπεια, η ανάρτηση όλων των πινάκων διοριστέων και μη διοριστέων, επιτυχόντων και μη επιτυχόντων στα κτίρια του Α.Σ.Ε.Π., καθώς και στις κατά τόπο Νομαρχίες όλης της επικράτειας επιβάλλεται για λόγους διαφάνειας και επιτρέπεται και χωρίς τη συγκατάθεση των υποκειμένων των δεδομένων (άρθρο 5 § 2 περ. δ΄ και περ. ε΄ του Ν. 2472/1997). Η αρχή της διαφάνειας των διαγωνισμών εξυπηρετείται πλήρως από τη δημόσια ανάρτηση με τον τρόπο αυτό των αποτελεσμάτων. Ακόμα και η δια του τύπου δημοσιοποίηση, που είναι επιτρεπτή, δεν μπορεί να συγκριθεί με την καταχώριση στο διαδίκτυο. Η δημοσίευση, αντίθετα, στο διαδίκτυο των δεδομένων αυτών δύναται να υπερβαίνει τον επιδιωκόμενο σκοπό της διαφάνειας, αφού επιτρέπει την πρόσβαση στα δεδομένα αυτά σε απεριόριστο αριθμό ενδιαφερομένων ή μη προσώπων. Συγκεκριμένα, τον επιδιωκόμενο σκοπό της διαφάνειας υπερβαίνει η ανακοίνωση των δεδομένων αποτυχίας στο διαδίκτυο και η δυνατότητα γνώσης τους, ακόμη και τυχαία, από τρίτα πρόσωπα (βλ. και την 38/2001 Απόφαση της Αρχής).

3. Mε βάση, επομένως, την αρχή της αναλογικότητας, η δημοσίευση των αποτελεσμάτων στο δικτυακό τόπο του Α.Σ.Ε.Π. (www.asep.gr) θα πρέπει να περιορίζεται στους πίνακες επιτυχόντων και διοριστέων."


Πέρα όμως από τη διαδικτυακή ανάρτηση, η ίδια η δημοσιοποίηση των καταλόγων φορολογουμένων αποτελεί ένα μέτρο αμφισβητούμενο ως προς την συμβατότητά του σχετικά με την προστασία προσωπικών δεδομένων.


Μια υπόθεση που παρουσιάζει ομοιότητες με την δημοσιοποίηση αυτή χειριστηκε το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το οποίο κλήθηκε να κρίνει κατά πόσον η δημοσιοποίηση ονομάτων και μισθών υπαλλήλων της κρατικής ραδιοφωνίας, για λόγους διαφάνειας, ήταν συμβατό μέτρο με το ευρωπαϊκό δίκαιο. Το ΔΕΚ, στην υπόθεση Osterreichischer Rundfunk (βλ. εδώ) έθεσε τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνει υπόψη ο νομοθέτης όταν καταφεύγει σε τέτοιου είδους μέτρα (δημοσιοποίηση στοιχείων εισοδήματος) για λόγους "κοινωνικής πίεσης":


"64.
Επιβάλλεται η διαπίστωση, εκ προοιμίου, ότι τα επίμαχα δεδομένα στις υποθέσεις των κυρίων δικών, που αφορούν τόσο τις αποδοχές που χορηγούν ορισμένοι φορείς όσο και τους δικαιούχους τους, συνιστούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υπό την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο α´, της οδηγίας 95/46, καθόσον πρόκειται για «πληροφορία που αναφέρεται σε φυσικό πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί». Η καταχώριση και η χρησιμοποίησή τους εκ μέρους του ενδιαφερόμενου φορέα, καθώς και η διαβίβασή τους στο Rechnungshof και η εκ μέρους του τελευταίου μνεία τους σε έκθεση που προορίζεται να γνωστοποιηθεί σε διάφορα πολιτικά σώματα και να τύχει ευρείας δημοσιότητας, έχουν τον χαρακτήρα επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα υπό την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο β´, της οδηγίας αυτής.

65.
.μως, κατά τους ορισμούς της οδηγίας 95/46, με την επιφύλαξη των παρεκκλίσεων που δέχεται το άρθρο 13 της οδηγίας αυτής, κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να είναι σύμφωνη, αφενός, προς τις «αρχές που πρέπει να τηρούνται ως προς την ποιότητα των δεδομένων», τις οποίες θέτει το άρθρο 6 της ως άνω οδηγίας, και, αφετέρου, προς τις «βασικές αρχές της νόμιμης επεξεργασίας δεδομένων» που απαριθμεί το άρθρο 7 της οδηγίας.

66.
Ειδικότερα, τα δεδομένα πρέπει «να συλλέγονται για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς» (άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο β´, της οδηγίας 95/46), καθώς και να είναι «κατάλληλα, συναφή προς το θέμα και όχι υπερβολικά» σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους συλλέγονται και υφίστανται επεξεργασία (άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ´). Επιπλέον, κατά το άρθρο 7, στοιχεία γ´ και ε´, της ίδιας οδηγίας, η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι θεμιτή, αντιστοίχως, αν «είναι απαραίτητη για την τήρηση εκ του νόμου υποχρεώσεως του υπευθύνου της επεξεργασίας» ή αν «είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση έργου δημοσίου συμφέροντος ή εμπίπτοντος στην άσκηση δημοσίας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο της επεξεργασίας [...] στον οποίο ανακοινώνονται τα δεδομένα».

67.
Εντούτοις, κατά το άρθρο 13, στοιχεία ε´ και στ´, της εν λόγω οδηγίας, τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν ιδίως από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας όταν τούτο είναι αναγκαίο για τη διαφύλαξη «σημαντικού οικονομικού ή χρηματοοικοκονομικού συμφέροντος κράτους μέλους ή της Ευρωπαϊκής .νωσης, συμπεριλαμβανομένων των νομισματικών, δημοσιονομικών και φορολογικών θεμάτων» ή «αποστολής ελέγχου, επιθεώρησης ή ρυθμιστικών καθηκόντων που συνδέονται, έστω και ευκαιριακά, με την άσκηση δημόσιας εξουσίας» στις ειδικές περιπτώσεις που απαριθμούνται στο προαναφερθέν στοιχείο ε´.

68.
Πρέπει να προστεθεί ότι οι διατάξεις της οδηγίας 95/46, καθόσον διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που μπορούν να οδηγήσουν σε προσβολή των θεμελιωδών ελευθεριών και, ειδικότερα, του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, πρέπει οπωσδήποτε να ερμηνεύονται ενόψει των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τα οποία, κατά πάγια νομολογία, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του δικαίου, την τήρηση του οποίου διασφαλίζει το Δικαστήριο (βλ., ιδίως, την απόφαση της 6ης Μαρτίου 2001, C-274/99P, Connolly κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. Ι-1611, σκέψη 37).

69.
Οι εν λόγω αρχές επανελήφθησαν στο άρθρο 6, παράγραφος 2, ΕΕ, κατά το οποίο «η .νωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση [...] και όπως προκύπτουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, ως γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου».

70.
Η ίδια η οδηγία 95/46 έχει μεν ως κύριο σκοπό την εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, προβλέπει όμως παράλληλα, στο άρθρο 1, παράγραφος 1, ότι «τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, την προστασία των θεμελιωδών ελευθεριών και δικαιωμάτων των φυσικών προσώπων, και ιδίως της ιδιωτικής ζωής, έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα». Επίσης, την ίδια επιταγή εκφράζουν πολλές αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας, ιδίως η δέκατη και η ενδέκατη.

71.
Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως προβλέπει μεν, στην παράγραφο 1, την αρχή της μη αναμίξεως των δημοσίων αρχών στην άσκηση του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, παραδέχεται όμως παράλληλα, στην παράγραφο 2, ότι μια τέτοια παρέμβαση είναι δυνατή εφόσον «προβλέπεται από τον νόμο και αποτελεί μέτρον το οποίο, σε μια δημοκρατική κοινωνία, είναι αναγκαίο για την εθνική ασφάλεια, τη δημοσία ασφάλεια, την οικονομική ευημερία της χώρας, την προάσπιση της τάξεως και την πρόληψη ποινικών παραβάσεων, την προστασία της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων».

72.
'Ετσι, για τις ανάγκες εφαρμογής της οδηγίας 95/46 και, ειδικότερα, των άρθρων 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ´, 7, στοιχεία γ´ και ε´, και 13, έχει σημασία να εξακριβώνεται, καταρχάς, αν μια ρύθμιση όπως η επίμαχη στις υποθέσεις των κυρίων δικών προβλέπει παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή και, ενδεχομένως, αν η παρέμβαση αυτή δικαιολογείται έναντι του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως.

Επί της υπάρξεως παρεμβάσεως στην ιδιωτική ζωή

73.
Επιβάλλεται να γίνει εκ προοιμίου δεκτό ότι η συλλογή ονομαστικών δεδομένων σχετικά με τα επαγγελματικά εισοδήματα ατόμου, με σκοπό τη γνωστοποίησή τους σε τρίτους, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει κρίνει, επ' αυτού, ότι ο όρος «ιδιωτική ζωή» δεν πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά και ότι «δεν υφίσταται κανένας λόγος αρχής για τον αποκλεισμό των επαγγελματικών δραστηριοτήτων [...] από την έννοια της ”ιδιωτικής ζωής”» (βλ., ιδίως, ΕΔΔΑ, αποφάσεις Amann κατά Ελβετίας της 16ης Φεβρουαρίου 2000, Recueil des arrêts et décisions 2000-ΙΙ, § 65, και Rotaru κατά Ρουμανίας της 4ης Μα.ου 2000, Recueil des arrêts et décisions 2000-V, § 43).

74.
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, ναι μεν η απλή απομνημόνευση εκ μέρους του εργοδότη των ονομαστικών δεδομένων σχετικά με τις καταβαλλόμενες στο προσωπικό του αποδοχές δεν μπορεί να αποτελεί αυτή καθαυτή παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή, αλλά η ανακοίνωση των εν λόγω δεδομένων σε τρίτον, εν προκειμένω σε δημόσια αρχή, συνιστά προσβολή του δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής των ενδιαφερομένων, όποια και αν είναι η μεταγενέστερη χρησιμοποίηση των γνωστοποιούμενων με τον τρόπο αυτό πληροφοριών, και έχει τον χαρακτήρα παρεμβάσεως υπό την έννοια του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως.

75.
Προκειμένου να στοιχειοθετηθεί μια τέτοια παρέμβαση, ελάχιστη σημασία έχει αν οι γνωστοποιούμενες πληροφορίες είναι ή όχι ευαίσθητου χαρακτήρα ή αν οι ενδιαφερόμενοι υπέστησαν ή όχι ενδεχόμενες δυσμενείς συνέπειες λόγω της παρεμβάσεως αυτής (βλ. επ' αυτού την προαναφερθείσα απόφαση Amann κατά Ελβετίας, § 70). Αρκεί η διαπίστωση ότι τα στοιχεία σχετικά με τα εισοδήματα εργαζομένου ή συνταξιούχου κοινοποιούνται εκ μέρους του εργοδότη σε τρίτον.

Επί της δικαιολογήσεως της παρεμβάσεως

76.
Μια παρέμβαση όπως η παρατιθέμενη στη σκέψη 74 της παρούσας αποφάσεως αντιβαίνει προς το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως εκτός αν, «προβλεπόμενη από τον νόμο», επιδιώκει έναν ή περισσότερους από τους θεμιτούς σκοπούς που απαριθμεί η παράγραφος 2 της διατάξεως αυτής και«είναι αναγκαία, σε μια δημοκρατική κοινωνία» για την επίτευξη των σκοπών αυτών.

77.
Δεν αμφισβητείται ότι η εν λόγω παρέμβαση στις υποθέσεις των κυρίων δικών προβλέπεται από το άρθρο 8 του συνταγματικού νόμου. Εντούτοις, τίθεται το ζήτημα αν το άρθρο αυτό είναι επαρκώς σαφές ώστε να παρέχει τη δυνατότητα στους αποδέκτες του νόμου να ρυθμίζουν τη συμπεριφορά τους, ανταποκρινόμενο με τον τρόπο αυτό στην επιταγή που συνάγεται από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σχετικά με την υποχρέωση να είναι προβλέψιμες οι ενέργειες των δημοσίων αρχών (βλ., ιδίως, ΕΔΔΑ, απόφαση Rekvényi κατά Ουγγαρίας της 20ής Μα.ου 1999, Recueil des arrêts et décisions 1999-III, § 34).

78.
Συναφώς, το άρθρο 8, παράγραφος 3, του συνταγματικού νόμου προβλέπει ότι η έκθεση που συντάσσει το Rechnungshof «πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα άτομα των οποίων οι ετήσιοι μισθοί και οι συντάξεις που παρέχουν οι φορείς και οργανισμοί [...] υπερβαίνουν το συνολικό ποσό που παρατίθεται στην παράγραφο 1», χωρίς να επιτάσσουν ρητώς την ανακοίνωση του ονόματος των ενδιαφερομένων ατόμων σε σχέση με τα εισοδήματα που έχουν. Κατά τις διατάξεις των αιτούντων δικαστηρίων, η θεωρία είναι εκείνη η οποία ερμηνεύει υπό την έννοια αυτή τον συνταγματικό νόμο, στηριζόμενη στις προπαρασκευαστικές του εργασίες.

79.
Εναπόκειται στα αιτούντα δικαστήρια να εξακριβώσουν αν η ερμηνεία κατά την οποία το άρθρο 8, παράγραφος 3, του συνταγματικού νόμου επιβάλλει την ανακοίνωση του ονόματος των ενδιαφερόμενων σε σχέση με τα εισπραττόμενα εισοδήματα ικανοποιεί την επιταγή σχετικά με τη δυνατότητα προβλέψεως των ενεργειών των δημοσίων αρχών, η οποία υπενθυμίζεται στη σκέψη 77 της παρούσας αποφάσεως.

80.
Εντούτοις, το ερώτημα αυτό θα τεθεί ενδεχομένως μόνον αφού εξεταστεί αν μια τέτοια ερμηνεία της επίμαχης εθνικής διατάξεως είναι σύμφωνη προς το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως, έναντι της αρχής της αναλογικότητας, σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς. Το τελευταίο αυτό ζήτημα εξετάζεται στις ακόλουθες σκέψεις.

81.
Από τη διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου στην υπόθεση C-465/00 προκύπτει συναφώς ότι σκοπός του άρθρου 8 του συνταγματικού νόμου είναι η άσκηση πιέσεως στους δημόσιους φορείς να διατηρούν τους μισθούς τους εντός ευλόγων ορίων. Η Αυστριακή Κυβέρνηση παρατηρεί γενικότερα ότι η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή παρέμβαση αποσκοπεί στην εξασφάλιση της ορθής και πρόσφορης χρησιμοποιήσεως των δημοσίων πόρων εκ μέρους της δημοσίας διοικήσεως. Τούτο συνιστά νόμιμο σκοπό τόσο υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως, που αφορά «την ευημερία της χώρας», όσο και του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο β´, της οδηγίας 95/46, που αναφέρεται σε «καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς».

82.
Πρέπει να εξακριβωθεί ακόμη αν η εν λόγω παρέμβαση είναι αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία προς επίτευξη του νομίμως επιδιωκόμενου σκοπού.

83.
Κατά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το επίθετο «αναγκαίος», υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, της ΕυρωπαϊκήςΣυμβάσεως, συνεπάγεται την ύπαρξη μιας «επιτακτικής κοινωνικής ανάγκης» και ότι το λαμβανόμενο μέτρο είναι «ανάλογο προς τον νομίμως επιδιωκόμενο σκοπό» (βλ., ιδίως, ΕΔΔΑ, απόφαση Gillow κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 24ης Νοεμβρίου 1986, σειρά Α αριθ. 109, § 55). Επιπλέον, οι εθνικές αρχές έχουν διακριτική ευχέρεια «η έκταση της οποίας εξαρτάται όχι μόνον από τον σκοπό αλλά και από τον ίδιο τον χαρακτήρα της παρεμβάσεως» (βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση Leander κατά Σουηδίας της 26ης Μαρτίου 1987, σειρά Α αριθ. 116, § 59).

84.
Συναφώς, πρέπει να σταθμιστεί το συμφέρον της Δημοκρατίας της Αυστρίας να εξασφαλίζει την καλύτερη δυνατή χρησιμοποίηση των δημοσίων πόρων και, ειδικότερα, τη διατήρηση των μισθών σε εύλογα όρια έναντι της βαρύτητας της προσβολής του δικαιώματος των ενδιαφερομένων ατόμων σχετικά με τον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής τους.

85.
Συναφώς, αφενός, προκειμένου για τον έλεγχο της ορθής χρησιμοποιήσεως των δημοσίων πόρων, το Rechnungshof και τα νομοθετικά σώματα έχουν αναμφισβήτητα ανάγκη να γνωρίζουν το ύψος των δαπανών που αφορούν το προσωπικό, στους διάφορους δημόσιους φορείς και οργανισμούς. Σ' αυτό προστίθεται το δικαίωμα των φορολογουμένων και της κοινής γνώμης γενικά να πληροφορούνται στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής κοινωνίας σχετικά με τη χρησιμοποίηση των δημοσίων εσόδων, ιδίως όσον αφορά τις δαπάνες για το προσωπικό. Τέτοιες πληροφορίες, που συλλέγονται στο πλαίσιο της σχετικής εκθέσεως, είναι ικανές να συμβάλουν στον δημόσιο διάλογο σχετικά με ένα ζήτημα γενικού συμφέροντος, οπότε είναι προς το δημόσιο συμφέρον.

86.
Εντούτοις, τίθεται το ζήτημα αν η μνεία του ονόματος των εμπλεκομένων προσώπων όσον αφορά τα αποκτούμενα εισοδήματα είναι ανάλογη προς τον νομίμως επιδιωκόμενο σκοπό και αν οι αιτιολογίες των οποίων έγινε επίκληση ενώπιον του Δικαστηρίου προς δικαιολόγηση της σχετικής δημοσιότητας είναι ουσιώδεις και επαρκείς.

87.
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, κατά την ερμηνεία που δέχονται τα αιτούντα δικαστήρια, το άρθρο 8 του συνταγματικού νόμου επιβάλλει τη δημοσιότητα των ονομάτων των εμπλεκομένων ατόμων σε σχέση με τα εισοδήματα εκείνα που υπερβαίνουν ένα ορισμένο ανώτατο όριο όχι για τα άτομα που απασχολούνται σε υπηρεσία για την οποία προβλέπεται η δημοσίευση του σχετικού μισθολογικού πίνακα αλλά για όλα τα άτομα που αμείβονται από φορέα ή οργανισμό ο οποίος υπόκειται στον έλεγχο του Rechnungshof. Επιπλέον, οι πληροφορίες αυτές υποβάλλονται όχι μόνο στο Rechnungshof και, μέσω αυτού, στα διάφορα νομοθετικά σώματα, αλλά τυγχάνουν επίσης ευρείας δημοσιότητας.

88.
Εναπόκειται στα αιτούντα δικαστήρια να εξακριβώσουν αν μια τέτοια δημοσιότητα είναι τόσον αναγκαία όσο και ανάλογη προς τον σκοπό της διατηρήσεως των μισθών εντός ευλόγων ορίων και, ειδικότερα, να εξετάσουν αν ο σκοπός αυτός θα μπορούσε να επιτευχθεί με εξίσου αποτελεσματικό τρόπο με τη διαβίβαση ονομαστικών πληροφοριών μόνο στα όργανα ελέγχου. Ομοίως, τίθεται το ζήτημα αν θα αρκούσε να ενημερωθεί το ευρύ κοινό μόνο σχετικά με τις αμοιβές και τα άλλα οικονομικά πλεονεκτήματα των οποίων απολαύουν οι υπάλληλοι των δημοσίων φορέων και οργανισμών βάσει συλλογικής συμβάσεως ή διατάξεως νόμου, όχι όμως του ποσού που εισπράττει συγκεκριμένα κάθε άτομο κατά τη διάρκεια του κάθεέτους, ένα ποσοστό του οποίου μπορεί να εξαρτάται από την οικογενειακή και προσωπική του κατάσταση.

89.
Αφετέρου, όσον αφορά τη βαρύτητα της προσβολής του δικαιώματος των ενδιαφερομένων ατόμων έναντι του σεβασμού της ιδιωτικής τους ζωής, δεν αποκλείεται τα άτομα αυτά να θίγονται λόγω των αρνητικών επιπτώσεων της δημοσιότητας των επαγγελματικών τους εισοδημάτων, ιδίως σε σχέση με τις προοπτικές τους να προσληφθούν σε άλλες επιχειρήσεις, ευρισκόμενες στην Αυστρία ή αλλού, μη υποκείμενες στον έλεγχο του Rechnungshof.

90.
Επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι η παρέμβαση που απορρέει από την εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως όπως η επίμαχη στις υποθέσεις των κύριων δικών δεν μπορεί να δικαιολογηθεί έναντι του άρθρου 8, παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως παρά μόνον εφόσον η ευρεία δημοσιότητα όχι μόνον του ύψους των ετησίων εισοδημάτων, όταν αυτά υπερβαίνουν ένα ορισμένο ανώτατο όριο, των εργαζομένων σε φορείς και οργανισμούς που υπόκεινται στον έλεγχο του Rechnungshof, αλλά και των ονομάτων των εργαζομένων αυτών, είναι τόσον αναγκαία όσο και πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού της διατηρήσεως των μισθών σε εύλογα όρια, πράγμα το οποίο εναπόκειται στα αιτούντα δικαστήρια να εξετάσουν."

Δηλαδή ο έλεγχος νομιμότητας του μέτρου καταλήγει να είναι έλεγχος άκρων ορίων ως προς την αποτελεσματικότητά του: η δημοσιοποίηση των στοιχείων θα είναι νόμιμη μόνον εάν δεν υπάρχουν άλλοι τρόποι για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.

Επομένως, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, στη γνωμοδότησή της θα πρέπει να επισημάνει στο υπουργείο ότι εφόσον υπάρχουν ηπιότερα μέτρα για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, δεν θα πρέπει να δημοσιοποιηθούν οι κατάλογοι των φορολογούμενων.

Eπιπλέον, κατά τη γνώμη μου το μέτρο είναι αντισυνταγματικό, λόγω παραβίασης της αρχής του δεσμευτικά καθορισμένου σκοπού, η οποία αρχή αποτελεί μέρος του άρθρου 9Α του Συντάγματος (βλ. σχετική ανάλυση εδώ).






Συμμετοχή στην διαβούλευση για τα διαδικτυακά μέσα ενημέρωσης κι επικοινωνίας

Τα Υπουργεία Εσωτερικών και Πολιτισμού έχουν ανακοινώσει την πρόθεσή τους να αναλάβουν πρωτοβουλία δημόσιας διαβούλευσης για τα “θέματα”, τις “δυνατότητες ανάπτυξης”, τις “ανάγκες” και τις “προκλήσεις” που αντιμετωπίζουν τα “μέσα διαδικτυακής ενημέρωσης και επικοινωνίας στην Ελλάδα”. Σύμφωνα με το αρχικό κείμενο έκφρασης της πρόθεσης αυτής, στόχος είναι η διαφάνεια και οι καθαροί κανόνες “για τη δημιουργία ενός πλαισίου λειτουργίας και ανάπτυξης των διαδικτυακών μέσων ενημέρωσης και επικοινωνίας, τη θεμελίωση της πολυφνίας, την έννομη σχέση με την πολιτεία και την κοινωνία, την τήρηση της δεοντολογίας και της ελεύθερης έκφρασης”. Στη συνέχεια, τα Υπουργεία καλούν τους ενδιαφερόμενους φορείς και ιδιώτες να αποστείλουν τις προτάσεις τους για την οργάνωση της διαβούλευσης. (βλ. εδώ)

Το κείμενο με το οποίο τοποθετούμαι σε αυτό το αρχικό προ-στάδιο διαβούλευσης έχει ως εξης:

Τα δύο Υπουργεία δημοσιεύουν το σύντομο κείμενο με την πρόθεσή τους για έναρξη δημόσιας διαβούλευσης, επειδή προφανώς η αμηχανία εκκινεί από την μεθοδολογία που θα πρέπει να ακολουθηθεί για την ίδια τη διοργάνωση του σχετικού διαλόγου κράτους – πολίτη.

Αρχικά θα πρέπει να επισημάνουμε ότι το κείμενο σχολιασμού θέτει μια σειρά ζητημάτων, τα οποία δεν μπορούν να συζητηθούν όλα μαζί. Περισσότερη σύγχυση θα προκαλέσει η ταυτόχρονη συζήτηση της ασφαλιστικής κάλυψης των εργαζόμενων σε διαδικτυακά μέσα ενημέρωσης δημοσιογραφικών οργανισμών μαζί με ένα θέμα όπως λ.χ. το αγγελιόσημο και τους κανόνες δεοντολογίας που πρέπει να επιβληθούν στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Δικτύωσης, παρά λύση στα συγκεκριμένα προβλήματα. Πρέπει να γίνει ένας κάθετος διαχωρισμός ανάμεσα στους επαγγελματίες των μέσων ενημέρωσης κι επικοινωνίας αφενός και στους απλούς χρήστες των Υπηρεσιών Κοινωνικής Δικτύωσης αφετέρου. Διότι είναι διαφορετικά τα συμφέροντα των δημοσιογράφων/συμβούλων επικοινωνίας/υπεύθυνων ύλης/κλπ από τα δικαιώματα του κάθε πολίτη που χρησιμοποιεί τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Δικτύωσης, όπως είναι το twitter, το facebook, αλλά και τα blogs. Συνεπώς, θα ειναι μεθοδολογικό σφάλμα να γίνουν αυτές οι συζητήσεις μαζί, διότι αναπόφευκτα θα δημιουργηθούν πολλαπλά ζητήματα ορθής επιλογής των θεσμικών συνομιλητών.

Προέχει λοιπόν ο διαχωρισμός των ζητημάτων που ανακύπτουν από τη χρήση του Διαδικτύου ως μέσου ενημέρωσης και επικοινωνίας, με γνώμονα τα επιδιωκόμενα συμφέροντα του κάθε κλάδου. Ο διαχωρισμός των ζητημάτων σε θεματικές ενότητες, θα πρέπει να οδηγήσει αναγκαστικά στην έναρξη διαφορετικών φόρουμ διαβούλευσης. Είναι άλλο το ζήτημα του αγγελιόσημου, άλλο το ζήτημα της υπαγωγής ή μη στον νόμο περί Τύπου, άλλο το ζήτημα της ευθύνης του Φορέα παροχής υπηρεσίας κοινωνίας της πληροφορίας, άλλο η εισαγωγή της διαδικτυακής δεοντολογίας ως ένα minimum περιεχόμενο στους Όρους Χρήσης των Φορέων παροχής υπηρεσίας κοινωνίας της πληροφορίας και άλλο το ζήτημα της εξέτασης της νομοθεσίας περί άρσης του απορρήτου.

Σε αυτές τις περιπτώσεις ενδείκνυται η δημιουργία θεματικών Ομάδων Εργασίας, ολιγομελών, οι οποίες θα οργανώσουν τον διάλογο κάθε ενότητας. Οι Ομάδες δεν θα υποκαταστήσουν τη συμμετοχή των φορέων, αλλά θα λειτουργήσουν περισσότερο ως οργανωτικές γραμματείες για την συλλογή και τη ζύμωση των απόψεων. Εξυπακούεται ότι θα πρέπει να υπάρχει κι ένας Συντονιστής των Ομάδων Εργασίας, που θα παρεμβαίνει για να εναρμονίζει την εξέλιξη του κάθε θεματικού διαλόγου, παρακολουθώντας οριζόντια τα πορίσματα και το σημείο στο οποίο βρίσκεται ο διάλογος κάθε Ομάδας.

Ακόμη όμως και πριν από την δημιουργία των Ομάδων Εργασίας, θα πρέπει να τεθούν τα ζητήματα σε κάθε κλάδο συμφερόντων της διαδικτυακής ενημέρωσης κι επικοινωνίας. Πρέπει δηλαδή να ξεκινήσουμε από τα δεδομένα που έχουμε ήδη μπροστά μας, σε επίπεδο τεχνικής, σε επίπεδο επιχειρηματικών εφαρμογών, σε επίπεδο νομοθεσίας - νομολογίας και ως προς τις διαφαινόμενες προοπτικές, ώστε να εντοπιστούν απολύτως συγκεκριμένες παράμετροι που αποτελούν τους θύλακες που θα κληθεί να καλύψει η δημόσια διαβούλευση. Θα πρέπει να γίνει λοιπόν ανάθεση θεματικών μελετών πριν ακόμα από την σύσταση των Ομάδων Εργασίας, ώστε οι Ομάδες να ξεκινήσουν από τα δεδομένα και να αρχίσουν την διερεύνηση των ζητουμένων.

Σε κάθε περίπτωση, ήδη η αναζήτηση της μεθοδολογίας για ένα τόσο σύνθετο πλέγμα ζητημάτων αποκαλύπτει και ένα πολύ πιο δομικό κενό: την ανάγκη θέσπισης συγκεκριμένων κανόνων για τη διενέργεια των δημόσιων διαβουλεύσεων. Τέτοια κανονιστικά πλαίσια υπάρχουν ήδη σε μεμονωμένους κλάδους, όπως οι τηλεπικοινωνίες. Εφόσον θέλουμε η δημόσια διαβούλευση να γίνει μια θεσμική κατάκτηση, θα πρέπει οι κανόνες της να διατυπωθούν ρητά και να αποτελέσουν έναν Κώδικα Δημόσιων Διαβουλεύσεων.

Σάββατο, Οκτωβρίου 23, 2010

Μια νομική λύση για την απαγόρευση του καπνίσματος

Αναπόφευκτα η γενική απαγόρευση του καπνίσματος σε κλειστούς δημόσιους χώρους και καταστήματα υγειονομικου ενδιαφέροντος επαναφέρει, για μια ακόμη φορά, την αναζήτηση ανάμεσα στο δημόσιο και στο ιδιωτικό. Είναι σαφές ότι η νομοθεσία αφορά την κοινή συμβίωση, αφήνοντας όμως ένα πεδίο ελεύθερης δράσης του ατόμου, ένα πεδίο ιδιωτικότητας, στο στενό πυρήνα της οποίας ούτε ο νομοθέτης μπορεί να επέμβει.

Στην ιδιωτική σφαίρα ανήκει προ πάντων η κατοικία κι εφόσον ο καπνός δεν αποτελεί μια απαγορευμένη ουσία, ο νομοθέτης φυσικά οφείλει να σέβεται το άσυλο της κατοικίας, το οποίο κατοχυρώνεται και με συνταγματικές διατάξεις. Στην ιδιωτική σφαίρα όμως ανήκουν και οι ιδιωτικές σχέσεις των ατόμων, όπως οι ενώσεις προσώπων και οι αστικές εταιρίες που προβλέπονται ως συμβάσεις του Αστικού Κώδικα.

Στο πλαίσιο μιας αστικής εταιρίας, τα μέλη της μπορούν να αφιερώνουν το χρόνο τους, το κεφάλαιό τους και την προσωπική τους εργασία σε μια κοινή απόλαυση, όπως αυτή του καπνίσματος. Η έδρα μιας τέτοιας εταιρίας δεν αποτελεί δημόσιο χώρο, εφόσον η πρόσβαση σε αυτήν επιτρέπεται μόνο στα μέλη της, ακριβώς όπως η πρόσβαση στην κατοικία καθενός επιτρέπεται μόνο για τα μέλη του νοικοκυριού του. Επομένως, ο κλειστός χώρος που χρησιμοποιείται για μια αστική εταιρία με σκοπό την απόλαυση του καπνού δεν αποτελεί δημόσιο κλειστό χώρο κι έτσι εκφεύγει, ως προς αυτή την παράμετρο, των απαγορευτικών διατάξεων του νόμου.

Η απαγόρευση όμως ισχύει και για τα "καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος". Σύμφωνα με τον ορισμό του Ν.3643/2006, κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος είναι εκείνο στο οποίο γίνεται παρασκευή ή/και διάθεση σε πελάτες (καθισμένους, όρθιους, περαστικούς) ή διανομή φαγητών ή γλυκισμάτων ή οποιουδήποτε άλλου παρασκευάσματος τροφίμων ή ποτών ή αποθήκευση ή συντήρηση ή εμπορία κάθε είδους τροφίμων ή ποτών, καθώς και τα καταστήματα προσφοράς υπηρεσιών, εξαιτίας των οποίων μπορεί να προκληθεί βλάβη στη δημόσια υγεία, όπως αναλυτικά αναφέρονται στις ισχύουσες υγειονομικές διατάξεις.

Εάν δηλαδή στην έδρα μιας αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας διατίθενται και τέτοια είδη "σε πελάτες", τότε κι εκεί εφαρμόζεται η νομοθεσία για την απαγόρευση του καπνίσματος. Ωστόσο, τα μέλη μιας αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας δεν αποτελούν "πελάτες" της εταιρίας, όταν τα ίδια φροντίζουν για την παρασκευή και διάθεση των προϊόντων στους εαυτούς τους. Κατά την έννοια που οι αγορανομικές διατάξεις δεν εφαρμόζονται στην κουζίνα του σπιτιού μας για τα εδέσματα που παρασκευάζουμε για τον εαυτό μας και την οικογένειά μας, έτσι και τα μέλη μιας αστικής εταιρίας μπορούν να παρασκευάζουν για τους εαυτούς τους φαγητό και να διαθέτουν στους εαυτούς τους ποτό, εφόσον βέβαια δεν πρόκειται για απαγορευμένες ουσίες, χωρίς να δεσμεύονται από τις αγορανομικές διατάξεις και χωρίς να ισχύει μεταξύ τους η απαγόρευση του καπνίσματος.

Αυτά ισχύουν εφόσον η έδρα της αστικής εταιρίας δεν αποτελεί ταυτόχρονα και χώρο εργασίας, στον οποίο απασχολούνται δηλαδή και μισθωτοί - τρίτοι ως προς την εταιρία.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο ιδιωτικός χώρος μιας αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας, ακόμη κι όταν σε αυτόν τα μέλη της παρασκευάζουν και διανέμουν στους εαυτούς τους τρόφιμα ή ποτά, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της νομοθεσίας για την απαγόρευση του καπνίσματος. Διότι αποτελεί μια σφαίρα ιδιωτικότητας, στην οποία ο κοινός νομοθέτης δεν διαθέτει εξουσία επέμβασης.

Έχετε δηλώσει το e-shop σας στο Υπουργείο Ανάπτυξης;

Όταν από την ιστοσελίδα της επιχείρησής σας μπορούν να πραγματοποιηθούν παραγγελίες προϊόντων, τότε ο καταναλωτής συνάπτει μαζί σας σύμβαση "πώλησης εξ αποστάσεως" (βλ. εδώ). Η συγκεκριμένη μορφή πώλησης παρέχει στον καταναλωτή ειδικά δικαιώματα, όπως το δικαίωμα αναιτιολόγητης υπαναχώρησης εντός 14 ημερών, την υποχρέωση του προμηθευτή να ενημερώσει αναλυτικά τον αγοραστή για μια σειρά πληροφοριών σχετικά με την ταυτότητά του κλπ. Όλα αυτά προβλέπονται από το άρθρο 4 του Ν.2251/1994, περί προστασίας του καταναλωτή (βλ. εδώ).

Μια ειδική υποχρέωση που έχουν όσοι διατηρούν τέτοιες ιστοσελίδες είναι ότι πρέπει να έχουν εγγραφεί στο "Μητρώο Προμηθευτών που συνάπτουν Συμβάσεις από Απόσταση", του Υπουργείου Ανάπτυξης. Η σχετική υπουργική απόφαση υπάρχει από το 1997 (βλ. εδώ), ενώ το ίδιο το Μητρώο είναι δημοσιευμένο στο διαδίκτυο (βλ. εδώ) και αριθμεί μέχρι σήμερα 451 επιχειρήσεις που συνάπτουν συμβάσεις από απόσταση. Προφανώς υπάρχουν πάρα πολλά e-shop που δεν έχουν εγγραφεί στο Μητρώο.

Σύμφωνα με την ιστοσελίδα της Γενικής Γραμματείας Καταναλωτη, εφόσον δεν έχει τηρηθεί αυτή η διαδικασία, επιβάλλονται κυρώσεις (βλ. εδώ, όπου αναφέρεται στο άρθρο 14 του νόμου, αλλά η αρίθμηση έχει αλλάξει και οι κυρώσεις προβλέπονται στο άρθρο 13α).

Την αίτηση για την εγγραφή της επιχείρησής σας στο μητρώο μπορείτε να κατεβάσετε από εδώ.

Τρίτη, Οκτωβρίου 19, 2010

Αντισυνταγματική η ανάρτηση φορολογικών στοιχείων στο διαδίκτυο


Η σχεδιαζόμενη κυβερνητική πρωτοβουλία για την ανάρτηση φορολογικών στοιχείων των πολιτών στο διαδίκτυο, με καθολική πρόσβαση, είναι αντίθετη στο Σύνταγμα και συγκεκριμένα στο άρθρο 9Α.

Σύμφωνα με το άρθρο 9Α του Συντάγματος, "καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει." Ο οργανωτικός νόμος που υλοποιεί το συγκεκριμένο συνταγματικό δικαίωμα και κεκτμένο είναι ο Ν.2472/1997.

Κατά το άρθρο 2 (α) του Ν.2472/1997, "δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα" (δηλ. προσωπικά δεδομένα) είναι κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. "Υποκείμενο των δεδομένων" είναι το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και η ταυτότητά του είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί. Επομένως τα φορολογικά στοιχεία που αναφέρονται σε ένα φυσικό πρόσωπο με γνωστή ταυτότητα αποτελούν "δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα" και η επεξεργασία τους διέπεται από τον Ν.2472/1997.

Το άρθρο 4 παρ. 1 περ. (α) του Ν.2472/1997 ορίζει ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας "πρέπει να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών." Αυτό σημαίνει ότι δεν επιτρέπεται για άλλο σκοπό να συλλέγονται τα δεδομένα και για άλλον σκοπό να χρησιμοποιούνται. Η αρχή του δεσμευτικά καθορισμένου σκοπού επιβάλλει τα δεδομενα να χρησιμοποιούνται μόνο για τον σκοπό για τον οποίο συνελέγησαν. Σημειωτέον ότι ο κανόνας εμπεριέχεται και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία προσωπικών δεδομένων που έχει κυρώσει η Ελλάδα με το Ν.2068/1992 (βλ. εδώ, άρθρο 5 b). Συνεπώς, η παράβαση της αρχής αυτής σημαίνει και παραβίαση των διεθνών υποχρεώσεων της χώρας.

Σύμφωνα με το άρθρο 85 παρ. 2 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, "οι φορολογικές δηλώσεις, τα φορολογικά στοιχεία, οι εκθέσεις, οι πράξεις προσδιορισμού αποτελεσμάτων (...) και κάθε στοιχείο του φακέλου που έχει σχέση με τη φορολογία ή άπτεται αυτής είναι απόρρητα και δεν επιτρέπεται η γνωστοποίησή τους σε οποιονδήποτε άλλον εκτός από τον φορολογούμενο στον οποίο αφορούν αυτά. " Αυτό σημαίνει ότι ο σκοπός συλλογής των φορολογικών στοιχείων από το Κράτος είναι μόνον η διεκπεραίωση της διαδικασίας φορολόγησής τους και κανένας άλλος, ενώ οι λόγοι για τους οποίους επιτρέπεται η άρση του φορολογικού απορρήτου προβλέπονται αποκλειστικά και περιοριστικά στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου. Οι διατάξεις για το φορολογικό απόρρητο μπορούν βεβαίως να τροποποιηθούν νομοθετικά, αλλά μόνο στο μέτρο που δεν μειώνεται το επίπεδο προστασίας των δικαιωμάτων των πολιτών. Δηλαδή μία διάταξη με την οποία καταργείται συνολικά το φορολογικό απόρρητο απλώς θα παραβιάζει το θεσμικό κεκτημένο προστασίας των συγκεκριμένων δεδομένων, κατά τρόπο που θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος.

Eπομένως η θέσπιση μιας νέας διάταξης με την οποία τα φορολογικά στοιχεία εισοδήματος θα αναρτώνται σε κοινή θέα στο διαδίκτυο θα παραβιάζει την "αρχή του δεσμευτικά καθορισμένου σκοπού" του Ν.2472/1997, δηλαδή έναν θεμελιώδη κανόνα της συνταγματικά κατοχυρωμένης προστασίας προσωπικών δεδομένων.

H απόφαση για τη δημοσιοποίηση των φορολογικών στοιχείων θυμίζει έντονα την απόφαση της προηγούμενης κυβέρνησης, της Νέας Δημοκρατίας, για δημοσιοποίηση των ονομάτων όλων όσων απαλλάχθηκαν από την υποχρέωση στράτευσης. H απόφαση αυτή προσέκρουσε σε απόφαση της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, η οποία επικυρώθηκε με την υπ΄αρ. 2629/2006 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. εδώ την απόφαση με σχόλιο "Διαφάνεια και δημόσια διαπόμπευση: οριοθετήσεις με γνώμονα την προστασία προσωπικών δεδομένων").

Για άλλη μια φορά έχουμε μια κυβερνητική πρωτοβουλία χωρίς έλεγχο της συμβατότητάς της με την προστασία προσωπικών δεδομένων και τα συνταγματικά δικαιώματα.


Δευτέρα, Οκτωβρίου 18, 2010

Αρμοδιότητα δημοτικής αστυνομίας και αντικαπνιστικός νόμος

Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας "Ελευθεροτυπία" (βλ. εδώ) το Σωματείο Δημοτικών Αστυνομικών Αθήνας έχει επισημάνει ότι η πρόσθετη αρμοδιότητα της δημοτικής αστυνομίας για τον έλεγχο και τη βεβαίωση προστίμων λόγω παραβίασης της αντικαπνιστικής νομοθεσίας δεν έχει περιληφθεί στον Ν.3731/2008, ο οποίος προβλέπει τις αρμοδιότητες της δημοτικής αστυνομίας (βλ. εδώ). Ο πρόεδρος του Σωματείου αναφέρει ότι η ανάθεση της αρμοδιότητας είναι "εντελώς παράνομη, καθώς δεν προβλέπεται στα 28 σημεία που ορίζουν αποκλειστικά τις αρμοδιότητές μας". Εάν η αρμοδιότητα είναι όντως παράνομη, τότε και το πρόστιμο θα μπορεί να ακυρωθεί δικαστικά, ύστερα από προσφυγή, ως επιβληθέν από αναρμοδιο όργανο.

Όλο το σκεπτικό βασίζεται στο ότι η νέα αρμοδιότητα δεν προβλέφθηκε με μια προσθήκη στα 28 σημεία του Ν.3731/2008 περί δημοτικής αστυνομίας, αλλά αναφέρεται στον αντικαπνιστικό Ν.3730/2008 (όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.3868/2010), όπου αναφέρεται ότι "αρμόδιες αρχές για τον έλεγχο εφαρμογής του παρόντος, τη βεβαίωση των παραβάσεων και την επιβολή των κυρώσεων είναι οι Διευθύνσεις δημόσιας υγείας των Νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων, η δημοτική αστυνομία, καθώς και οι λιμενικές αρχές στην περιοχή της ευθύνης τους". Πρόκειται δηλαδή για έναν νεότερο νόμο, ο οποίος προσθέτει μία ακόμη αρμοδιότητα στη δημοτική αστυνομία.

Ο Ν.3731/2008 είναι ο "οργανωτικός νόμος" για την δημοτική αστυνομία, αυτός που οριοθετεί το γενικό πλαίσιο για την λειτουργία του θεσμού. Οι αρμοδιότητες ενός αστυνομικού σώματος πρέπει να προβλέπονται "αποκλειστικά", σύμφωνα και με την αρχή της νομιμότητας που προβλέπει ότι το Δημόσιο - σε όλες του τις μορφές - έχει μόνον όση εξουσία του δίνει ρητώς ο Νόμος. Το πρόβλημα που επισημαίνεται εδώ είναι ότι οι νέες αρμοδιότητες που προστίθενται στην δημοτική αστυνομία θα πρέπει να περιλαμβάνονται σε αυτο το κωδικοποιητικό κείμενο το Ν.3731/2008 και όχι να βρίσκονται εγκατεσπαρμένες σε διάφορες διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. Πρόκειται όμως για μια παρατήρηση περί παραβίασης της αρχής της "καλής νομοθέτησης" (good legislation), καθόσον το πρόβλημα συνδέεται με την νομοτεχνική αρτιότητα των ρυθμίσεων και την ευχερή πρόσβαση του πολίτη στη νομοθεσία. Δυστυχώς, η αρχή της "καλής νομοθέτησης" δεν αποτελεί ακόμη έναν δεσμευτικό νομικό κανόνα, ώστε να μιλάμε για "παράνομη ρύθμιση" όταν μια πρόσθετη αρμοδιότητα δεν προστίθεται στο κείμενο του "οργανωτικού νόμου", αλλά σε κάποιο παράπλευρο νομοθέτημα. Τόσο ο "οργανωτικός νόμος" όσο και ο νόμος για την απαγόρευση του καπνίσματος έχουν απολύτως την ίδια νομική ισχύ και ο έλεγχός τους μπορεί να γίνει μόνο με αναγωγή σε συνταγματικές διατάξεις που τυχόν παραβιάζουν. Η αρχή της ορθής νομοθέτησης, αλλά και ο κλειστός αριθμός των αρμοδιοτήτων της δημοτικής αστυνομίας δεν είναι βέβαια συνταγματικά κατοχυρωμένοι κανόνες, ώστε να μιλήσει κανείς για παράνομη αρμοδιότητα.

Αντίστοιχες παρατηρήσεις ορθής νομοθέτησης περιλαμβάνονται και σε σχετικό post στο ανεπίσημο ιστολόγιο της δημοτικής αστυνομίας (βλ. εδώ). Επί της ουσίας το κείμενο έχει δίκιο και είναι ανεπίτρεπτο να παρεμβαίνει το υπουργείο υγείας χωρίς διαβούλευση με την τοπική αυτοδιοίκηση, στη σφαίρα αρμοδιότητας του υπουργείου εσωτερικών που έχει την κεντρική αρμοδιότητα για την δημοτική αστυνομία. Νομικά, όμως, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για υπέρβαση εξουσιοδότησης, διότι η διάταξη που προσθέτει την αρμοδιότητα δεν περιλαμβάνεται σε υπουργική απόφαση, δηλαδή σε διοικητική πράξη, ώστε να ελέγξουμε την αρμοδιότητα του υπουργείου υγείας βάσει κάποιας εξουσιοδοτικής διάταξης (δυνάμει του άρθρου 43 του Συντάγματος). Διότι μπορεί το νομοσχέδιο να προέρχεται από το Υπουργείο Υγείας, αλλά ο Νόμος ψηφίστηκε από τη Βουλή, δηλαδή από το πολιτειακό όργανο που ασκεί την νομοθετική λειτουργία (άρθρο 26 παρ. 1 του Συντάγματος) κι όχι βέβαια από την Κυβέρνηση που ασκεί την εκτελεστική λειτουργία (άρθρο 26 παρ. 2 του Συντάγματος). Ακόμα κι αν διασαλεύεται δηλαδή η κατανομή των υπουργικών αρμοδιοτήτων, η Βουλή διατηρεί την "αρμοδιότητα της αρμοδιότητας" (Kompetenz-Kompetenz) όταν πρόκειται για την πρώτη κρατική λειτουργία, την νομοθεσία. Eξάλλου, τα ζητήματα κοινοβουλευτικής τάξης δεν ελέγχονται δικαστικά.

Πάντως, σύμφωνα με το άρθρο 1 περ. 13 του Ν.3731/2008, η δημοτική αστυνομία έχει ήδη την αρμοδιότητα να "ελέγχει την τήρηση των διατάξεων που αφορούν στη λειτουργία καταστημάτων, επιχειρήσεων, θεάτρων, κινηματογράφων, ψυχαγωγικών και λοιπόν δραστηριοτήτων, για τις οποίες αρμόδιος για την χορήγηση, ανάκληση και αφαίρεση αδειών ίδρυσης είναι ο οικείος Δήμος ή Κοινότητα, εκτός από τις περιπτώσεις εκείνες για τις οποίες έχουν ορισθεί άλλες αρχές αρμόδιες για το σχετικό έλεγχο." Στις διατάξεις που αφορούν την λειτουργία καταστημάτων περιλαμβάνονται φυσικά και οι διατάξεις για την απαγόρευση του καπνίσματος. Οπότε, τελικά, η δημοτική αστυνομία και χωρίς την ρητή ανάθεση της αρμοδιότητας του Ν. 3868/2010 έχει την αρμοδιότητα του ελέγχου τήρησης της αντικαπνιστικής νομοθεσίας, αφού αυτή περιλαμβάνει διατάξεις για τη λειτουργία των καταστημάτων. Συνεπώς, η διάταξη του αντικαπνιστικού νόμου με την οποία ανατίθεται η αρμοδιότητα - μεταξύ άλλων αρχών, και - στη δημοτική αστυνομία, αποτελεί εξειδίκευση μιας ήδη υπάρχουσας. ευρύτερης αρμοδιότητας της δημοτικής αστυνομίας, χωρίς να προσθέτει δηλαδή κάτι νεότερο. Στο πλαίσιο της ασφάλειας δικαίου, η νέα διάταξη διευκρινίζει ότι η δημοτική αστυνομία έχει αρμοδιότητα και για την επιβολή των κυρώσεων που προβλέπονται από τον αντικαπνιστικό νόμο. Δεν ιδρύει λοιπόν νέα αρμοδιότητα, αλλά επιβεβαιώνει μια ήδη υπάρχουσα αρμοδιότητα, στο ειδικό πεδίο εφαρμογής του αντικαπνιστικού νόμου.


Έτσι, η μη περίληψη της αρμοδιότητας στον οργανωτικό νόμο για τη δημοτική αστυνομία δεν καθιστά "παράνομη" την εν λόγω αρμοδιότητα. Οπότε δεν θεωρώ ότι μια δικαστική προσφυγή κατά προστίμου που θα βασιζόταν στο σχετικό επιχείρημα θα είχε κάποια τύχη. Πιο πιθανή θεωρώ την ευδοκίμηση μιας προσφυγής που θα βασιζόταν στην παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, από κάποιον ιδιοκτήτη καταστήματος που επιθυμεί να παραμείνει αποκλειστικά χώρος για καπνιστές (smoker's club), αλλά του απαγορεύεται από τη νομοθεσία, χωρίς κάποια εξαίρεση - οι απόλυτες απαγορεύσεις στην επιχειρηματική ελευθερία δεν είναι ανεκτές από το συνταγματικό μας δίκαιο κι αυτό είναι κάτι που μπορεί να αναγνωριστεί δικαστικά.


Δημοσιοποίηση ονομάτων συλληφθέντων

Κυκλοφορεί στο διαδίκτυο μια λίστα με ονόματα ατόμων που συνελήφθησαν και φέρονται να είχαν στην κατοχή τους υλικό παιδικής πορνογραφίας. Η δημοσίευση των ονομάτων έγινε με απόφαση της εισαγγελίας Αθηνών και βασίζεται στο άρθρο 2 (β) του ν.2472/1997, όπως τροποποιήθηκε το 2008 από τη Νέα Δημοκρατία.

Το συγκεκριμένο άρθρο αναφέρει ότι με διάταξη του αρμόδιου εισαγγελέα επιτρέπεται η δημοσιοποίηση ονομάτων ποινικώς διωκώμενων ακόμα και χωρίς να υπάρχει δικαστική κρίση, με σκοπό την προστασία του κοινωνικού συνόλου, των ανηλίκων κλπ "προς ευχερέστερη πραγμάτωση της αξίωσης της Πολιτείας για κολασμό των παραπάνω αδικημάτων". Αυτό σημαίνει ότι εφόσον ο κολασμός είναι εφικτός με άλλα μέσα (λ.χ. η σύλληψη του υπόπτου), δεν συντρέχει λόγος δημοσιοποίησης των ονομάτων. Διότι η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει όταν υπάρχει ένα ηπιότερο μέτρο για την επίτευξη ενός σκοπού (λ.χ. σύλληψη), να μην ακολουθείται και το δυσμενέστερο μέτρο (λ.χ. δημόσια διαπόμπευση).

Εφόσον λοιπόν αφενός έχουν συλληφθεί οι ύποπτοι κι αφετέρου δημοσιοποιούνται τα ονόματά τους, είναι σαφές ότι η δημοσιοποίηση δεν αποσκοπεί στην διευκόλυνση των πολιτειακών αξιώσεων, αλλά επιβάλλεται με αυτόν τον τρόπο μια πρόσθετη, μη προβλεπόμενη από τη νομοθεσία κύρωση: η δημόσια διαπόμπευσή τους, κατά παράβαση του τεκμηρίου της αθωότητας, δηλαδή κατά παράβαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων τους. Η χώρα οδηγείται έτσι για άλλη μια φορά υπόλογη στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για παραβίαση των διεθνών υποχρεώσεών της.

Αυτή η συμπεριφορά των διωκτικών αρχών έχει στο παρελθόν καταδικαστεί ακόμα και από τα εθνικά δικαστήρια (βλ. εδώ).

Το γεγονός ότι η παιδική πορνογραφία είναι ένα από τα ειδεχθέστερα αδικήματα δεν σημαίνει ότι η δημοσιοποίηση του ονόματος ενός υπόπτου είναι και αποτελεσματικό μέσο, αφού με αυτόν τον τρόπο δεν μπορούν να προστατευθούν τα μελλοντικά ενδεχόμενα θύματα. Πιο αποτελεσματικός τρόπος είναι αυτός που ακολουθείται στις ΗΠΑ: η δημιουργία μιας απόρρητης βάσης δεδομένων με τους δράστες σεξουαλικών αδικημάτων, πρόσβαση στην οποία έχουν μόνο οι γονείς και μόνον για την περιοχή στην οποία κατοικούν, ώστε να ξέρουν ποιους πρέπει να αποφύγουν. Ένα πολύ πιο στοχευμένο κι αποτελεσματικό μέσο.

Επομένως, η αναπαραγωγή στο διαδίκτυο της λίστας με τα ονόματα - μιας λίστας που πρακτικά δεν σημαίνει απολύτως τίποτα τελικά υπέρ των θυμάτων ή υπέρ της προστασίας των ανηλίκων - είναι απλώς συνέργεια σε μια κρατική παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων. Το κράτος ομολογεί ουσιαστικά ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο και προσχηματικά δημοσιοποιεί την λίστα με τους φερόμενους ως δράστες, για να παρουσιάσει ένα "έργο". Οι πολίτες θα "τσιμπήσουν" παίζοντας το παιχνίδι και αναπαράγοντας αυτή τη λίστα;


Κυριακή, Οκτωβρίου 17, 2010

To προσχηματικό ενδιαφέρον της ΕΕΔΑ για τα ΛΟΑΤ δικαιώματα

Η Εθνική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έστειλε στις 27.9.2010 μια επιστολή στον υπουργό Δικαιοσύνης υπενθυμίζοντάς του ότι πρέπει να θεσπιστεί σύμφωνο συμβίωσης για ομόφυλα ζευγάρια (βλ. εδώ).

Κατά τις αντιλήψεις της ΕΕΔΑ, εκεί εξαντλούνται τα ΛΟΑΤ δικαιώματα. Ήδη από την σχετική έκθεσή της το 2004 είχε θεωρήσει ότι το σύμφωνο συμβίωσης είναι η "οροφή" όσον αφορά την αναγνώριση των ζευγαριών, αποκλείοντας την αναγνώριση γάμου. Όπως ακριβώς μας επανέλαβε πρόσφατα και ο κ. Καμίνης που ως Συνήγορος του Πολίτη συμμετείχε στην σύνθεση της ΕΕΔΑ και που ως υποψήφιος δήμαρχος έχει για σύμβουλό του τον πρόεδρο της ΕΕΔΑ κ. Παπαϊωάννου. Και ο οποίος μιλάει για την ομοφυλοφιλία ως "σκελετό στην ντουλάπα κάθε ελληνικής οικογένειας" (βλ. εδώ).

Στις 7.10.2010 η ΕΕΔΑ εξέδωσε δελτίο τύπου στο οποίο καταδικάζει τα φαινόμενα ρατσιστικής βίας και καλέι την πολιτεία να λάβει μέτρα που εγγυώνται την σωματική ακεραιότητα όλων των ατόμων, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, καταγωγής και καθεστώτος διαμονής (βλ. εδώ). Ούτε λέξη δηλαδή για τα φαινομενα ρατσιστικής βίας που ασκείται με κίνητρο τον διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου.

Στις 12.10.2010 ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος της ΕΕΔΑ συναντιούνται με τον πρωθυπουργό για να του παραδώσουν την ετήσια έκθεση. Σε όλο το διάλογο που καταγράφηκε, ο πρόεδρος αναφέρει τις γενικές κατηγορίες δικαιωμάτων με τις οποίες ασχολήθηκε η Επιτροπή (βλ. εδώ). Φυσικά, ούτε λέξη για τα ΛΟΑΤ δικαιώματα. Δεν είναι αρκετά σοβαρά για να τα εκθέσουν στον Πρωθυπουργό;





Σάββατο, Οκτωβρίου 16, 2010

Απαγόρευση καπνίσματος και Συνταγματικές ελευθερίες

Θα διευκρινίσω πρώτα ότι είμαι κατά του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους, διότι με ενοχλεί να μην μπορώ να αναπνεύσω καθαρό αέρα επειδή κάποιος άλλος αποφάσισε να μου το επιβάλει. Προσωπικά λοιπόν είμαι υπέρ της απαγόρευσης του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους. Αλλά στο πλαίσιο του κράτους δικαίου και της δημοκρατικής αρχής, οι προσωπικές απόψεις δεν φτάνουν μέχρι του σημείου να επιβάλλουν μια απαγόρευση στον άλλο: πρέπει να υπάρχει και η έδραση της απαγόρευσης στο Σύνταγμα.

Η νομοθετική επιβολή της απαγόρευσης του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους αποτελεί παρέμβαση του Κράτους (α) στη ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας των καπνιστών, προκειμένου να προστατευθούν τα δικαιώματα των μη καπνιστών και (β) στην επιχειρηματική ελευθερία των καταστημάτων που έχουν επιλέξει να λειτουργούν ως χώροι καπνιστών.

Το Σύνταγμα επιτρέπει μια τέτοια παρέμβαση του νομοθέτη, η οποία γίνεται για λόγους προστασίας δικαιωμάτων τρίτων, εφόσον όμως το μέτρο αυτό είναι σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Σ.). Η αρχή της αναλογικότητας σημαίνει πρακτικά ότι δεν υπάρχει κάποιο ηπιότερο μέτρο για να διασφαλιστούν τα αντικρουόμενα δικαιώματα, εν προκειμένω των μη καπνιστών. Δηλαδή θα πρέπει τελικά να μην υπάρχει ηπιότερο μέτρο από την απαγόρευση του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους.

Ο έλεγχος της συνταγματικότητας του μέτρου θα πρέπει λοιπόν να εστιάσει σε δύο κριτήρια: (α) αποτελεί όντως ένα μέτρο προστασίας της δημόσιας υγείας; και
(β) είναι το συγκεκριμένο μέτρο το ηπιότερο μέτρο για την προστασίας της δημόσιας υγείας;

Η απάντηση στο (α) θα πρέπει να δοθεί από την επιστήμη. Υπάρχουν ορισμένες αμφισβητήσεις για το κατά πόσον το "παθητικό" κάπνισμα έχει αποδειχθεί επιστημονικώς ότι είναι επιζήμιο για τον μη καπνιστή. Εάν τελικά αποδειχθεί ότι δεν υπάρχουν σχετικές μελέτες, τότε το μέτρο δεν είναι πρόσφορο για την προστασία της δημόσιας υγείας.

Η απάντηση στο (β) προϋποθέτει θετική απάντηση στο (α). Εάν όντως η απαγόρευση προστατεύει την δημόσια υγεία, θα πρέπει να εξεταστεί μήπως υπάρχουν κι άλλα μέτρα, ηπιότερα.

Οι ιδιοκτήτες καταστημάτων αποφάσισαν να μην απαγορεύσουν οι ίδιοι το κάπνισμα των πελατών στις επιχειρήσεις τους, αναλαμβάνοντας με την ανακοίνωσή τους, το όποιο κόστος. Εφόσον η Πολιτεία αποφάσισε να λάβει το συγκεκριμένο μέτρο, δηλαδή τη νομοθετική πρόβλεψη προστίμων και της αφαίρεσης αδειών από καταστήματα, θα πρέπει να είναι σε θέση να το εφαρμόσει.

Δεν θεωρώ λοιπόν ότι οι καταστηματάρχες "αυτοδικούν" ή ότι "πήραν το νόμο στα χέρια τους" όπως γράφεται σε διάφορα σημεία, από τη στιγμή που ο νόμος έχει ορισμένα ανοιχτά συνταγματικά ζητήματα και κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα να αντιστέκεται στην κρατική παρέμβαση που θεωρεί ότι προσβάλλει τα συνταγματικά του δικαιώματα. Η ανοησία που άκουσα πριν ότι "το Σύνταγμα προβλέπει αντίσταση σε κάποιον νόμο, αλλά μόνο όταν κινδυνεύει η δημοκρατία, όχι το τσιγάρο" υποπίπτει στο κλασικό σφάλμα της διαλεκτικής που οι νομικοί ονομάζουμε "λήψη του ζητουμένου". Η δημοκρατία δεν απειλείται μόνο από "τανκς", απειλείται κάθε φορά που θεσπίζεται ένας αντισυνταγματικός νόμος. Τον οποίο, αφού οι δικαστές οφείλουν να μην εφαρμόζουν, οι πολίτες έχουν δικαίωμα να αμφισβητούν.



Πέμπτη, Οκτωβρίου 14, 2010

Νέος Ευρωπαίος Δικαστής ο κ. Σισιλιάνος


Από την Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης εξελέγη για τη θέση του Δικαστή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ο κ. Λίνος - Αλέξανδρος Σισιλιάνος, ένας εκ των τριών υποψηφίων που είχε προτείνει για τη θέση αυτή η Κυβέρνηση.

Σύμφωνα με την ιστοσελίδα της Συνέλευσης, κατά την εκλογή της 5.10.2010, τον κ. Σισιλιάνο ψήφισαν 115 βουλευτές, την κ. Τσίρλη 70 βουλευτές και τον κ. Στάγκο 24 βουλευτές (βλ. εδώ).

Ο κ. Σισιλιάνος, τον οποίο οι απόφοιτοι της Νομικής Αθήνας θυμόμαστε από τις παραδόσεις του στο Διεθνές Δίκαιο, είναι αναπληρωτής καθηγητή, αντιπρόεδρος μέχρι πρόσφατα της Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς και μέλος επιτροπών διεθνών οργανισμών, όπως ο ΟΗΕ και το Συμβούλιο της Ευρώπης. Το βιογραφικό του σημείωμα βρίσκεται αναρτημένο εδώ.

Η θητεία του κ. Σισιλιάνου στο ΕΔΔΑ αρχίζει στις 18.5.2011 και έχει διάρκεια εννέα χρόνια. Του ευχόμαστε καλή επιτυχία στην ιδιαίτερα σοβαρή αποστολή που αναλαμβάνει

To Eυρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αποτελείται από 47 δικαστές, ένας/μία από κάθε κράτος - μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης.


Τετάρτη, Οκτωβρίου 13, 2010

Η κάρτα του Διαβόλου

Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, η θέσπιση Ενιαίου Κωδικου Αριθμού Μητρώου με το Ν.1599/1986 είχε προκαλέσει την αντίδραση παραθρησκευτικών οργανώσεων που θεωρούσαν ότι επρόκειτο για υλοποίηση χωρίου από την "Αποκάλυψη" του Ιωάννη και συγκεκριμένα για την σφράγιση που θα έδινε το θηρίο στους ανθρώπους με τον αριθμό χξς' (δηλαδή: 666). Από τότε, ο αριθμός 666 αναζητείται από ορισμένους ζηλωτές σε κάθε μαζική ρύθμιση που σχετίζεται με την ηλεκτρονική διακυβέρνηση, περίπου όπως κάθε περίεργη και φουτουριστική ημεροχρονολογία συνδέεται με το Τέλος του Κόσμου.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ως 666 θεωρήθηκε το bar code που τοποθετήθηκε σε καταναλωτικά προϊόντα.

Το 1995, η Συνθήκη του Σένγκεν θεωρήθηκε σάλπισμα της Αποκάλυψης, μολονότι με αυτήν καθιερώθηκε ένας ενιαίος εσωτερικός χώρος ελεύθερης μετακίνησης χωρίς διασυνοριακούς ελέγχους, με την μεταφορά του ελέγχου στα εξωτερικά σύνορα μόνο (που σχεδόν ταυτίζονται με τα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ).

Η ίδια η θέσπιση της νομοθεσίας για την προστασία προσωπικών δεδομένων στην Ελλάδα, δεν διέφυγε των επαγρυπνούντων ζηλωτών. Όταν ψηφιζόταν στην Βουλή ο Ν.2472/1997 ("Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα"), οι ζηλωτές είχαν κατασκηνώσει απέξω με πανό που ταύτιζαν τον νόμο με τον Σατανά. Έτσι ένας νόμος που απηχεί ατομικό δικαίωμα οδήγησε ακόμα και βουλευτή της τότε αντιπολίτευσης, τον κ. Γιακουμάτο, να αξιώσει κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου να αναρτηθεί στην αίθουσα της Βουλής μια εικόνα του Χριστού!

Πιο μετά, αφού το bar code ήταν ήδη τόσο μπανάλ, ώστε να υπάρχει ακόμα και σε βιβλία του τότε Αρχιεπισκόπου, το "σφράγισμα" αναζητήθηκε στα RFID. Περάσαμε δηλαδή και στις mobile εφαρμογές

Πριν από ένα χρόνο περίπου, οι ζηλωτές "ανακάλυψαν" το 666 στον ΑΜΚΑ και οργάνωσαν διαδηλώσεις διαμαρτυρίας.

Τις τελευταίες ημέρες, σημεία της Αποκάλυψης εντοπίζονται από τους ειδικούς στην Κάρτα του Πολίτη (βλ. ΤΑ ΝΕΑ: Οι "σκληροί" της Εκκλησίας ανοίγουν πόλεμο με την Πολιτεία).

Πρόκειται για ένα κοκτέηλ τεχνοφοβίας και παιχνιδιού ισχύος, όπως είχε γίνει με τις ταυτότητες πριν 10 χρόνια. Ενώ όμως τότε η Εκκλησία ήταν υπέρ της συλλογής του ευαίσθητου δεδομένου του θρησκεύματος (άρα κατά των δικαιωμάτων περί μη αναγραφής περιττών δεδομένων σε δημόσια έγγραφα), σήμερα υποκαθιστά την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, αναθέτοντας μάλιστα σε ειδικούς επιστήμονες να αποφανθούν για τη συμβατότητα της Κάρτας του Πολίτη με δογματικές επιταγές της Ορθοδοξίας, αλλά και προς το Συνταγματικό Δίκαιο!

Απέναντι σε όλα αυτά, αντί η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων να έχει λάβει μια σαφή τοποθέτηση, όπως έχει αρμοδιότητα (βλ. Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων δεν αρκεί να "ανησυχεί" για την Κάρτα του Πολίτη), ξοδεύει ενέργεια και πόρους με την έκδοση ενός δελτίου τύπου (βλ. εδώ) στο οποίο μας αναφέρει ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι εάν δεν ερωτηθεί από την Κυβέρνηση, δεν πρόκειται να βασιστεί σε "δημοσιεύματα" για να γνωμοδοτήσει σχετικά με την Κάρτα του Πολίτη. Αφήνοντας ουσιαστικά την Εκκλησία και τους εσωτερικούς της συσχετισμούς να θέσουν τους κανόνες στον σχετικό διάλογο και την διαβούλευση που ήδη έχει ουσιαστικά ξεκινήσει. Φυσικά, η εξαγγελία της Κάρτας του Πολίτη από τον Πρωθυπουργό στην Έκθεση Θεσσαλονίκης δεν αποτελεί "δημοσιεύματα", αλλά κυβερνητική ανακοίνωση.


Τρίτη, Οκτωβρίου 12, 2010

Αξιολόγηση εργαζομένων από "πελάτες" - μυστικούς πράκτορες του εργοδότη

Μια νέα πρακτική που ακολουθούν ορισμένες επιχειρήσεις για να αξιολογήσουν την αποδοτικότητα των εργαζομένων είναι η πρόσληψη πρακτόρων, οι οποίοι υποδύονται τους πελάτες. Ο "πελάτης" - πράκτορας προσεγγίζει τον εργαζόμενο δείχοντας ενδιαφέρον να εξυπηρετηθεί και στη συνέχεια αξιολογεί κρυφά την απόδοσή του. Πρόκειται δηλαδή για ένα μέτρο παραπλήσιο με την κρυφή κάμερα: ο εργαζόμενος δεν γνωρίζει πότε και από ποιον αξιολογείται, οπότε δεν μπορεί να φέρει και αντίρρηση στις τυχόν εσφαλμένες βαθμολογίες που μπορεί να οφείλονται σε λανθασμένη πρόσληψη του "πελάτη" - πράκτορα. Θα εξετάσω την νομιμότητα αυτού του μέτρου από απόψεως προστασίας προσωπικών δεδομένων.

Η αξιολόγηση της αποδοτικότητας του εργαζόμενου αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη, ο οποίος πρέπει να είναι σε θέση να γνωρίζει την καλή εκτέλεση της αποστολής που έχει αναθέσει στον μισθωτό, αλλά το δικαίωμα αυτό πρέπει να ασκείται με πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων του εργαζόμενου. Αυτό σημαίνει ότι ο εργοδότης έχει δικαίωμα να θεσπίσει ένα σύστημα αξιολόγησης των εργαζομένων, ακόμα και με βαθμολόγησή του σε συγκεκριμένες κατηγορίες (όπως λ.χ. η ταχύτητα, η ευγένεια κλπ), αλλά η βαθμολόγηση αυτή θα πρέπει να γίνεται με διαφανείς και θεμιτούς τρόπους. Η ίδια η πληροφορία της αξιολόγησης αποτελεί "πληροφορία που αναφέρεται σε φυσικό πρόσωπο το οποίο μπορεί να προσδιοριστεί", δηλαδή η βαθμολόγηση αυτή αποτελεί "προσωπικά δεδομένα", κατά την έννοια του άρθρο 1 (α) του Ν.2472/1997.

Για να διαπιστωθεί το κατά πόσον η συγκεκριμένη πρακτική της βαθμολόγησης από μυστικούς πράκτορες που παριστάνουν τους πελάτες είναι σύμφωνη με τον Ν.2472/1997 θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον τηρουνται τα δικαιώματα του εργαζόμενου, δηλαδή του "υποκειμένου των δεδομένων".

Μια βασική αρχή που διέπει το δίκαιο της προστασίας προσωπικών δεδομένων είναι η διαφάνεια της συλλογής τους: το άτομο πρέπει να ενημερώνεται κατά το στάδιο της συλλογής των στοιχείων του. Σύμφωνα με το άρθρο 11 του Ν.2472/1997, κατά το στάδιο της συλλογής των προσωπικών δεδομένων, το άτομο πρέπει να ενημερώνεται για: (α) την ταυτότητα του ατόμου που συλλέγει τα στοιχεία, (β) τον σκοπό της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, (γ) τους αποδέκτες των προσωπικών δεδομένων, (δ) το δικαίωμα του εργαζόμενου για πρόσβαση στα προσωπικά δεδομένα που τον αφορούν, δηλ. την αξιολόγηση.

Αυτό πρακτικά όμως σημαίνει ότι κατά το στάδιο της συλλογής των δεδομένων, δηλαδή όταν ο "πελάτης" - πράκτορας προσεγγίζει τον εργαζόμενο ή όταν παραδίδει την αξιολόγησή του στον εργοδότη, θα πρέπει να ενημερώνεται ο εργαζόμενος για όλα τα παραπάνω. Όπως είναι αυτονόητο, η τήρηση των υποχρεώσεων του άρθρου 11 απλώς θα ακύρωνε όλη τη διαδικασία της "διεισδυτικής" αξιολόγησης με κρυφούς πράκτορες, γιατί πολύ απλά θα έπρεπε να αποκαλύπτουν την ταυτότητά τους. Επιπλέον θα πρέπει να σημειωθεί ότι η άρση της υποχρέωσης ενημέρωσης επιτρέπεται απο το άρθρο 11 μόνο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για λόγους διακρίβωσης ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να διακυβεύονται αγαθά που αφορούν το δημόσιο συμφέρον για να επιτραπούν εξαιρέσεις από την αρχή της διαφάνειας - όχι απλώς να εξυπηρετούνται ιδιωτικά εργοδοτικά συμφέροντα. Σε αυτό το σημείο, ο νομοθέτης εξειδικεύει συνταγματικές επιταγές: η κάμψη μιας σφαίρας ιδιωτικότητας επιτρέπεται μόνο για να εξυπηρετηθούν συγκεκριμένοι σκοποί, ένας εκ των οποίων είναι να προστατεύονται "τα δικαιώματα των άλλων". Από την προστασία των δικαιωμάτων των άλλων, μέχρι την ενισχυμένη εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους όμως υπάρχει μια μεγάλη απόσταση, η οποία δεν δικαιολογεί την συλλογή προσωπικών δεδομένων χωρίς ταυτόχρονη ενημέρωση του εργαζόμενου.

Έτσι λοιπόν, η πρακτική αυτή των μυστικών πρακτόρων της εργοδοσίας που εμφανίζονται ως πελάτες, δανεισμένη από τις αστυνομικές διαδικασίες της ανακριτικής διείσδυσης, προσκρούει στις διατάξεις για προστασία των προσωπικών δεδομένων, όπως εξάλλου και η διαδικασία της παρακολούθησης των εργαζομένων μέσω κρυφής κάμερας, η οποία προσκρούει επίσης στην έλλειψη προηγούμενης ενημέρωσης. Η τυχόν γενική γνώση του εργαζόμενου ότι η επιχείρηση ακολουθεί αυτή την πρακτική δεν καλύπτει την νομοθετική υποχρέωση της "κατά το στάδιο της συλλογής" ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων, διότι "κατά το στάδιο της συλλογής" σημαίνει ούτε πριν, αλλά ούτε και μετά την συλλογή των προσωπκών δεδομένων. Εξάλλου, ακόμα και η παροχή γενικής συγκατάθεσης ότι ενδέχεται να ακολουθηθεί η πρακτική προσκρούει στην υποχρέωση λήψης "ειδικής" συγκατάθεσης για κάθε επιμέρους συλλογή, αλλά και στην απόρριψη της συγκατάθεσης ως νομιμοποιητικής λύσης για την συλλογή προσωπικών δεδομένων των εργαζόμενων, σύμφωνα με την Οδηγία 115/2001 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (βλ. εδώ) . Δηλαδή ακόμα και να πει εργαζόμενος "συναινώ στην μυστική αξιολόγηση με πράκτορα", νομικά ο εργοδότης δεν είναι καλυμμένος.

Και εξυπακούεται ότι ο εργαζόμενος έχει κάθε δικαίωμα να αποκτήσει πρόσβαση σε όλα τα στοιχεία αξιολόγησης που τον αφορούν και που τηρούνται στους υπολογιστές της επιχείρησης (άρθρο 12 Ν. 2472/1997) καθώς και να προβάλλει αντιρρήσεις για την διόρθωση τυχόν εσφαλμένης βαθμολόγησης (άρθρο 13 Ν.2472/1997).

Συνεπώς πρόκειται για μία παράνομη πρακτική και κάθε συνέπεια που μπορεί να επέλθει λόγω αυτής σε μια εργασιακή σχέση είναι άκυρη λόγω αντίθεσης στο νόμο.


Δευτέρα, Οκτωβρίου 11, 2010

Στην Ελλάδα τα ισόβια είναι το πολύ είκοσι χρόνια

Όχι ότι δεν υπάρχουν και εξαιρέσεις (και δεν εννοώ τους χουντικούς) που βρίσκονται στον Κορυδαλλό από τη δεκαετία του 1970. Αλλά οι ποινικοδικονομικές διατάξεις επιτρέπουν όπως είναι γνωστό την έξοδο από τη φυλακή σε συντομότερο διάστημα απ' ό,τι η "ονομαστική" ποινή. Εξ ου και οι "παράλογες" ποινές τύπου τρις ισόβια κλπ.

Σχετικά με την απόφαση της δίκης για την υπόθεση Γρηγορόπουλου, σχολιάζεται εκτενώς η επιβολή ποινής, η οποία είναι διαφορετική από την κατηγορία (βλ. εδώ). Δηλαδή ενώ η κατηγορία αφορούσε ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο, τελικά η ποινή που επιβλήθηκε είναι αυτή της ανθρωποκτονίας με άμεσο δόλο. Θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι η διάκριση ανάμεσα σε "ενδεχόμενο" και σε "άμεσο" δόλο δεν βρίσκεται στο κείμενο του Ποινικού Κώδικα. Δεν πρόκειται δηλαδή για άλλο ποινικό αδίκημα: και στις δύο περιπτώσεις μιλάμε για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως. Επομένως δεν υπάρχει "αλλαγή του κατηγορητηρίου", ότι δηλαδή καταδικάστηκε για άλλο αδίκημα από αυτό για το οποίο κατηγορήθηκε. Πάντως είναι λάθος ότι η μεταβολή του κατηγορητηρίου απαγορεύεται απόλυτα: υπάρχει η επιτρεπτή διαδικασία της "βελτίωσης της κατηγορίας", κατά την οποία από την ίδια τη δίκη διαπιστώνονται στοιχεία που αντικειμενικώς δεν θα μπορούσε να είχε λάβει υπόψη ο εισαγγελέας, αλλά δεν μετατοπίζουν το κέντο βάρους της υπόθεσης και δεν εκφεύγουν τους αρχικώς καθορισθέντος πλαισίου ποινών.

Η διαφοροποίηση στη συγκεκριμένη υπόθεση έγκειται στο είδος του δόλου, δηλαδή ενός στοιχείου της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος της ανθρωποκτονίας. Άλλο είναι να σηκώσεις το χέρι και να πυροβολήσεις κάποιον επειδή θέλεις να τον σκοτώσεις (άμεσος δόλος), άλλο είναι να σηκώσεις το χέρι και να πυροβολήσεις κάποιον θεωρώντας ότι μπορεί και να τον σκοτώσεις (έμμεσος δόλος) κι άλλο να σηκώνεις το χέρι να πυροβολήσεις κάποιον ελπίζοντας ότι δεν θα τον σκοτώσεις (ενδεχόμενος δόλος).

Το τελευταίο είδος δόλου βρίσκεται στα όρια της άλλης μορφής υπαιτιότητας, της αμέλειας. Αν δηλαδή αποδειχθεί ότι σηκώνεις και το χέρι να πυροβολήσεις και πίστεψες ότι δεν θα τον σκοτώσεις, τότε δεν έχεις δόλο, αλλά εν συνείδητη αμέλεια. Επομένως δεν έχεις τελέσει ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, αλλά ανθρωποκτονία εξ αμελείας (όπως γίνεται συνήθως στα τροχαία δυστυχήματα).

Αυτή είναι η κλασική διδασκαλια για τις διακρίσεις δόλου ( άμεσου, έμμεσου, ενδεχόμενου) και αμέλειας. Παρ' όλο που δικαστηριακά αντανακλά την τρέχουσα αντίληψη, υπάρχουν σημαντικές αμφισβητήσεις της στην επιστήμη, οι οποίες εστιάζουν κυρίως στα άκρως υποκειμενικά εργαλεία που επιστρατεύονται για να αξιολογηθεί ποινικά μια συμπεριφορά, φτάνοντας τελικά στα έγκατα της ψυχολογικής ανάλυσης για τα οποία πολύ δυσκολα μπορεί να υπάρχει και "απόδειξη".




Κυριακή, Οκτωβρίου 10, 2010

Ανεπίτρεπτη κυβερνητική καθυστέρηση για το σύμφωνο συμβίωσης

Το καλοκαίρι του 2009, το ΠΑΣΟΚ έφερε στο θερινό τμήμα της Βουλής ένα νομοσχέδιο για την θέσπιση του "συμφώνου συμβίωσης" και για τα ομόφυλα ζευγάρια. Ήδη η προσκόμιση του στην περίοδο της θερινής ραστώνης αλλά και η ανάθεση της υπεράσπισής του σε μια μάλλον άπειρη βουλευτή, επέτρεψε την υποβάθμιση το ζητήματος και την επικέντρωση της δημοσιογραφικής κάλυψης στο ενδυματολογικό σκέλος της εμφάνισης των δύο μητέρων του Έθνους που ξιφούλκησαν για το θέμα (βλ. ΤΟ ΒΗΜΑ). Η κ. Παπακώστα της ΝΔ μάλιστα είπε ότι το νομοσχέδιο του ΠΑΣΟΚ ήταν "εν μέρει ρατσιστικό", ακριβώς επειδή επέκτεινε το δικαίωμα σύναψης συμφώνου στα ομόφυλα ζευγάρια! Τώρα που έχει άπλετο χρόνο ύστερα από την αποτυχία της στις εκλογές του 2009, ίσως να το ξανασκέφτηκε.

Το ΠΑΣΟΚ είχε καταθέσει το νομοσχέδιο από το 2008, ως απάντηση στην αντισυνταγματική διάταξη της ΝΔ με την οποία αποκλείονταν τα ομόφυλα ζευγάρια από το δικαίωμα σύναψης συμφώνου. Επομένως είχε έτοιμο το υλικό.

Στις 17 Σεπτεμβρίου 2010, ο υπουργός Δικαιοσύνης του ΠΑΣΟΚ δήλωσε ότι έχει δημιουργηθεί μια επιτροπή που θα καταθέσει προτάσεις για το νομοσχέδιο (βλ. ΤΑ ΝΕΑ). Aπό την περσινή ετοιμότητα της κατάθεσης νομοσχεδίου, γυρνάμε δηλαδή πίσω, στην κατάθεση "προτάσεων". Σε σημερινό δημοσίευμα μάλιστα αναφέρεται ότι από τον Ιανουάριο 2011 θα ξεκινήσουν οι σχετικές διαδικασίες (βλ. ΤΟ ΒΗΜΑ).

Η συμπεριφορά του υπουργού κ. Καστανίδη ταυτίζεται απόλυτα με την στάση του κ. Χατζηγάκη, υπουργού Δικαιοσύνης της ΝΔ που ψήφισε το αντισυνταγματικό νομοσχέδιο που αποκλείει τα ομόφυλα ζευγάρια και περικόπτει σημαντικά δικαιώματα από τα συμβιούντα ζευγάρια. Διότι και ο κ. Χατζηγάκης το 2008, όταν του επισημάνθηκε ο αποκλεισμός των ομοφυλων ζευγαριών, είπε ότι θα συστήσει μια "ομάδα εργασίας" που θα διερευνήσει το θέμα (βλ. εδώ: Υπό εξέταση η επέκταση του συμφώνου συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια, 28.3.2008.) . Μετά από λίγο καιρό, η Εθνική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έστειλε επιστολή στον κ. Χατζηγάκη, ζητώντας τις εξελίξεις πάνω στη δράση της "ομάδας εργασίας" που υποτίθεται ότι είχε συγκροτηθεί. Φυσικά ουδέποτε προέκυψε τίποτε επί Νέας Δημοκρατίας. Μετά τις πρόσφατες δηλώσεις Καστανίδη, ο Πρόεδρος της Εθνικής Επιστολής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έστειλε επιστολή με την οποία καλείται ο υπουργός να προχωρήσει άμεσα στην προώθηση του συμφώνου συμβίωσης (βλ. εδώ). Αντί αυτού, ο κ. Καστανίδης, όπως και ο κ. Χατζηγάκης, μεταθέτει το ζήτημα στις καλένδες, "μετά τον Ιανουάριο του 2010".

Οι καθυστερήσεις αυτές είναι ανεπίτρεπτες και εγκληματικές. Πρόκειται για ένα ζήτημα εφαρμογής ανθρώπινων δικαιωμάτων και ιδίως του σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής χωρίς διακρίσεις λόγω φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού (άρθρο 14 και 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου). Ήδη έχουν προσφύγει ομόφυλα ζευγάρια στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατά της Ελλάδας, ακριβώς επειδή έχουν αποκλειστεί από το δικαίωμα σύναψης συμφώνου συμβίωσης. Η κυβερνητική καθυστέρηση είναι πολύ πιθανό να οδηγήσει σε άλλη μια καταδίκη της χώρας και σε πληρωμή αποζημιώσεων στους προσφεύγοντες.

Ήδη υπάρχουν πολλές περιπτώσεις ανθρώπων που έχουν συμβιώσει επί πολλά χρόνια κι έχουν πληγεί ανεπανόρθωτα από την μη αναγνώριση των δικαιωμάτων τους. Υπάρχουν και δραματικές υποθέσεις, όπως σύντροφοι που δεν τους επιτράπηκε να παραστούν ούτε καν στην κηδεία του αγαπημένου τους προσώπου. Το σύμφωνο συμβίωσης δεν θα επιλύσει βέβαια όλα αυτά τα προβλήματα, τα οποία είναι περισσότερο κοινωνικά παρά νομικά, ακριβώς επειδή ως θεσμός δεν έχει την ίδια βαρύτητα με τον θεσμό του γάμου, που τόσο επιδεικτικά περιφρονούν ακόμη και να συζητήσουν οι πολιτικοί στην Ελλάδα - ενώ σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο η αναγνώριση δικαιωμάτων γάμου σε ομόφυλα ζευγάρια αποτελεί δείκτη σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων και αρχηγοί κρατών σπεύδουν να προβάλλουν την θεσμική παρέμβαση προς την κατεύθυνση της ισότητας ως μια εθνική επιτυχία.

Εάν το υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρώπινων Δικαιωμάτων δεν καταθέσει άμεσα την από καιρό έτοιμη πρόταση νόμου στη Βουλή, καλύτερα να αφαιρέσει από την επωνυμία του το τελευταίο συνθετικό της.


Σάββατο, Οκτωβρίου 09, 2010

1st Greek Food Blogger Camp


Το επόμενο Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2010 θα γίνει το 1ο Camp των Food Bloggers στην Αθήνα, στο ίδρυμα Κακογιάννη (βλ. εδώ).

Aν και δεν είμαι food blogger, έχω προσκληθεί να πάρω μέρος στο πρόγραμμα ως ομιλητής. Θα παρουσιάσω μερικές νομικές "συνταγές" για τα πνευματικά δικαιώματα των food bloggers. Στόχος της ομιλίας θα είναι να διευκρινιστεί με εύληπτο τρόπο το κατά πόσον υπάρχουν πνευματικά δικαιώματα σε συνταγές μαγειρικής, εάν μπορεί να "κατοχυρωθεί" ένα έδεσμα ή μια μέθοδος παρασκευής του και γενικά τι προβλέπει η νομοθεσία για αυτά τα ζητήματα.

Παράλληλα, με διάφορα παραδείγματα και με συζήτηση θα παρουσιάσουμε τις δυνατότητες για αυτο-προστασία των δικαιωμάτων, τους κινδύνους από την "αντιγραφή", τις δυνατότητες αποζημίωσης και δικαστικής προστασίας σε περίπτωση που κλοπής ή παραποίησης ενός προϊόντος που έχετε δημιουργήσει.

Επειδή μέχρι το επόμενο Σάββατο υπάρχει χρόνος μιας εβδομάδας, μπορείτε αν θέλετε να μου αφήσετε εδώ ως σχόλια ποιες απορίες ή ερωτήσεις έχετε (ή να στείλετε e-mail), ώστε να εστιάσουμε και σε ειδικότερα ζητήματα που θέλετε να συζητήσουμε στο Camp.

Θα χαρώ πολύ να σας δω και να μιλήσουμε κι από κοντά!




Καταδίκη συγγραφέα - δημοσιογράφου για συκοφαντικές αναρτήσεις του σε βάρος της Ρένας Δούρου

 Με την απόφαση 1394/2026 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταδικάστηκε  συγγραφέας - δημοσιογράφος για αναρτήσεις του στο FACEBOOK ...