Τρίτη, Φεβρουαρίου 28, 2017

Επικοινωνία πολιτών με δημόσιες υπηρεσίες μέσω fax και e-mail

Έχουν συμπληρωθεί 19 χρόνια από την θέση σε ισχύ του Ν.2462/1998 που προβλέπει το δικαίωμα των πολιτών να υποβάλουν ερωτήσεις και αιτήσεις μέσω fax και e-mail στις δημόσιες και δημοτικές υπηρεσίες. Αυτό δεν φαίνεται να έχει γίνει ακόμη πλήρης συνείδηση σε όλον τον δημόσιο τομέα, παρόλο που μεσολάβησαν κι άλλοι, πιο αναβαθμισμένοι, νόμοι για την ηλεκτρονική διακυβέρνηση. Παραθέτω την διάταξη του άρθρου 14 που ορίζει πώς γίνεται η εν λόγω ηλεκτρονική επικοινωνία, όπως ισχύει σήμερα.

Αρθρο 14 Διακίνηση εγγράφων με ηλεκτρονικά μέσα (τηλεομοιοτυπία - ηλεκτρονικό ταχυδρομείο)


1. Επιτρέπεται η διακίνηση εγγράφων μεταξύ των υπηρεσιών του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή μεταξύ αυτών και των ενδιαφερόμενων φυσικών προσώπων, νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου και ενώσεων προσώπων με τηλεομοιοτυπία και ηλεκτρονικό ταχυδρομείο.

2. Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου ορίζονται :
α. Ως τηλεομοιοτυπία, η πιστή αναπαραγωγή από απόσταση εγγράφων με τη βοήθεια κατάλληλων τερματικών συσκευών.


β. Ως τηλεομοιότυπο, το λαμβανόμενο αντίγραφο στην τερματική συσκευή λήψης.
γ. Ως ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, το σύστημα αποστολής και λήψης μηνυμάτων μέσω δικτύου, από και προς την ηλεκτρονική διεύθυνση των χρηστών.
δ. Ως μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, η πληροφορία, το κείμενο ή αρχείο δεδομένων ή άλλο έγγραφο, που μεταδίδεται με σύστημα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
ε. Ως ψηφιακή υπογραφή, η ψηφιακής μορφής υπογραφή σε δεδομένα ή συνημμένη σε δεδομένα ή λογικά συσχετιζόμενη με αυτά, που χρησιμοποιείται από τον υπογράφοντα ως ένδειξη αποδοχής του περιεχομένου των δεδομένων αυτών, εφόσον η εν λόγω υπογραφή :
αα) συνδέεται μονοσήμαντα με τον υπογράφοντα,
ββ) ταυτοποιεί τον υπογράφοντα,
γγ) δημιουργείται με μέσα τα οποία ο υπογράφων μπορεί να διατηρήσει
υπό τον έλεγχό του και
δδ) συνδέεται με τα δεδομένα στα οποία αναφέρεται κατά τρόπο ώστε να μπορεί να αποκαλυφθεί οποιαδήποτε επακόλουθη αλλοίωση των εν λόγω δεδομένων.



3. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου που αφορούν τη διακίνηση εγγράφων με τηλεομοιοτυπία εφαρμόζονται στα έγγραφα που συντάσσονται από όργανα των υπηρεσιών της παραγράφου 1 ή από φυσικά πρόσωπα, νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και ενώσεις προσώπων και ιδίως στις αποφάσεις, στις γνωμοδοτήσεις, στα πιστοποιητικά, στις βεβαιώσεις, στα ερωτήματα, στις αιτήσεις, στις εγκυκλίους, στις οδηγίες, στις εκθέσεις, στις μελέτες, στα πρακτικά, στα στατιστικά στοιχεία, στα υπηρεσιακά σημειώματα, στις έγγραφες εισηγήσεις, καθώς και στις απαντήσειςΤα έγγραφα που διακινούνται με τηλεομοιοτυπία μεταξύ των υπηρεσιών του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο. Τ .Α. α` και β` βαθμίδας επιτρέπεται να επικυρώνονται από τον εξουσιοδοτούμενο υπάλληλο της υπηρεσίας προς την οποία αποστέλλονται και να έχουν ισχύ ακριβούς αντιγράφου.

4. Μεταξύ των υπηρεσιών της παραγράφου 1, διακινούνται με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, μηνύματα που έχουν ως περιεχόμενο γνωμοδοτήσεις, ερωτήματα, αιτήσεις, απαντήσεις, εγκυκλίους, οδηγίες, εκθέσεις, μελέτες, πρακτικά, στατιστικά στοιχεία, υπηρεσιακά σημειώματα και έγγραφες εισηγήσεις. Κατά τον παραπάνω τρόπο διακινούνται μεταξύ των υπηρεσιών αυτών και των φυσικών και νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου μηνύματα που έχουν ως περιεχόμενο αιτήσεις παροχής πληροφοριών και σχετικές απαντήσεις.


5. Για τη διακίνηση εγγράφων με τηλεομοιοτυπία ή μηνυμάτων με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο προς φυσικά πρόσωπα, νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου ή ενώσεις φυσικών προσώπων απαιτείται η συγκαταθέσή τους. Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου μπορούν, με την υποβαλλόμενη αίτησή τους ή το διακινούμενο μήνυμα, να δηλώνουν την προτίμησή τους ως προς το μέσο της απάντησης. Σε διαφορετική περίπτωση τεκμαίρεται η συγκατάθεσή τους για τη διακίνηση της απάντησης με το ίδιο μέσο.

6. Από τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 εξαιρούνται :

α. Τα απόρρητα έγγραφα και εν γένει εκείνα των οποίων κωλύεται η χορήγηση αντιγράφων από τι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας.

β. Τα έγγραφα τα οποία περιέχουν ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για την προστασία ατόμων από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. [Σημειωτέον: ως "ευαίσθητα δεδομένα" ορίζονται από το άρθρο 2 (β) N.2472/1997 όσα αφορούν φυλετική ή εθνική προέλευση, πολιτικά φρονήματα, θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, υγεία, κοινωνική πρόνοια, ερωτική ζωή, σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες καθώς και στη συμμετοχή σε συναφείς με τα ανωτέρω ενώσεις προσώπων]. 

γ. Οι αιτήσεις, προσφορές και δικαιολογητικά συμμετοχής στις διαδικασίες πρόσληψης προσωπικού με οποιαδήποτε σχέση, στους διαγωνισμούς ή διαδικασίες ανάθεσης δημόσιων έργων, μελετών, προμηθειών, παροχής υπηρεσιών ή σε άλλους δημόσιους διαγωνισμούς, οι οποίοι πραγματοποιούνται βάσει προκήρυξης, εξαιρούνται από τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 μόνο στην περίπτωση που ορίζεται από ειδικές διατάξεις, ή την οικεία προκήρυξη ή πρόσκληση συμμετοχής με βάση ειδική αιτιολογία.

δ. Τα έγγραφα για τα οποία προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις η υποβολή τους σε πρωτότυπα ή επικυρωμένα αντίγραφα, καθώς και έγγραφα που χρησιμοποιούνται ως δικαιολογητικά για την εξόφληση τίτλων πληρωμής.


ε. Τα πάσης φύσεως αποδεικτικά είσπραξης.



στ. Με αποφάσεις του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του αρμόδιου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εκδίδονται εντός αποκλειστικής προθεσμίας τεσσάρων (4) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, δύνανται να εξαιρούνται και άλλες κατηγορίες εγγράφων,
εφόσον ειδικοί λόγοι επιβάλλουν την εξαίρεση αυτή.

[Έχουν εκδοθεί οι εξής υπουργικές αποφάσεις που αφορούν εξαιρέσεις πρόσθετων εγγράφων:
α) Απόφαση 1031022/472/0006Δ, ΦΕΚ Β' 486/28.4.1999, "Εξαίρεση εγγράφων και μηνυμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών από την κατά τις διατάξεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου 14 του Ν.2672/1998 διακίνησής τους με ηλεκτρονικά μέσα (τηλεομοιοτυπία και ηλεκτρονικό ταχυδρομείο αντίστοιχα)
β) Απόφαση 2/30049/0004. ΦΕΚ Β' 462/28.4.1999 για έγγραφα αρμοδιότητας του Γ.Λ.Κ.
γ) Απόφαση Φ.5/Β3/2427, ΦΕΚ Β' 462/28.4.1999 για έγγραφα αναγνώρισης τίτλων σπουδών από το ΔΙΚΑΤΣΑ
δ) Απόφαση Δ15/Α/Φ5/7199, ΦΕΚ Β' 484/28.4.1999 για έγγραφα αναζήτησης έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων (εμπορίας πετρελαιοειδών κ.τ.λ.)
κι ένα π.δ. 342/2002 που καταργήθηκε]

8. Οι αιτήσεις που υποβάλλονται με τηλεομοιοτυπία δεν χαρτοσημαίνονται. Αν για τη χορήγηση πιστοποιητικού ή άλλου είδους βεβαίωσης απαιτείται η καταβολή παραβόλου, τέλους ή άλλου ποσού υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων, τα σχετικά παραστατικά πρέπει να προσκομίζονται κατά την παραλαβή του. Στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η αποστολή του πιστοποιητικού ή της βεβαίωσης με τηλεομοιοτυπία.



9. Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, το μηχανικό μέσο (τηλεομοιτυπική συσκευή), με το οποίο μεταβιβάζεται το έγγραφο, πρέπει να αφήνει ευκρινές αποτύπωμα, ώστε να είναι δυνατή η αναγνώριση της συσκευής αποστολής. Το αποτύπωμα αυτό περιλαμβάνει τον αριθμό κλήσης της τηλεομοιοτυπικής συσκευής του αποστολέα και του παραλήπτη, την
ημερομηνία και την ώρα αποστολής, καθώς και τον αριθμό της τρέχουσας σελίδας.


10. Τα έγγραφα που αποστέλλονται από τις υπηρεσίες της παραγράφου 1 και τους ιδιώτες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, με τηλεομοιοτυπική συσκευή,  πρέπει, απαραιτήτως, να συνοδεύονται από φύλλο αποστολής. 


11. Προκειμένου για έγγραφα που αποστέλλονται από τις παραπάνω υπηρεσίες, το φύλλο αποστολής πρέπει να περιέχει :
α. τον πλήρη τίτλο και τη διεύθυνση της αποστέλλουσας υπηρεσίας, 


β. τα στοιχεία προσδιορισμού της ταυτότητας του αποστελλόμενου εγγράφου, όπως τον πλήρη τίτλο της εκδούσας υπηρεσίας, τον αριθμό πρωτοκόλλου και την ημερομηνία έκδοσης,
γ. τον αριθμό σελίδων του αποστελλόμενου εγγράφου και

δ. το ονοματεπώνυμο, την ιδιότητα, τον αριθμό τηλεφώνου και τηλεομοιοτυπικής συσκευής, καθώς και την υπογραφή του χειριστή.

12. Προκειμένου για έγγραφα που αποστέλλονται από ιδιώτη, το φύλλο αποστολής πρέπει να περιέχει :

α. το ονοματεπώνυμο ή την επωνυμία, τη διεύθυνση, τον αριθμό τηλεφώνου και, εφόσον υπάρχει, της τηλεομοιοτυπικής συσκευής του φυσικού ή νομικού προσώπου που υπογράφει το έγγραφο και την ημερομηνία έκδοσης,
β. τον αριθμό των σελίδων του αποστελλόμενου εγγράφου και

γ. την υπογραφή του αποστολέα.


Αν το έγγραφο αποστέλλεται από νομικό πρόσωπο, το φύλλο αποστολής πρέπει να περιέχει και τα στοιχεία που αναφέρονται στην περίπτωση δ` της προηγούμενης παραγράφου.


13. Τα εισερχόμενα με τηλεομοιοτυπία στις υπηρεσίες της παραγράφου 1 έγγραφα πρωτοκολλούνται με την ημερομηνία και κατά τη σειρά λήψης τουςΜε απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης καθορίζεται ο τρόπος συγκρότησης και τήρησης ενιαίου πρωτοκόλλου για τα έγγραφα που περιέχονται στην υπηρεσία, είτε κατατίθενται σε αυτήν είτε αποστέλλονται με το ταχυδρομείο ή τηλεομοιοτυπία.

14. Τα αναφερόμενα στις παραγράφους 10 ως και 12 στοιχεία και το περιεχόμενο του μεταβιβαζόμενου με τηλεομοιοτυπία εγγράφου θεωρούνται ότι έχουν ληφθεί πλήρως και ευκρινώς, εκτός αν ο παραλήπτης ζητήσει εκ νέου αποστολή του σε εύλογο χρόνο.


15. Τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μεταξύ των υπηρεσιών της παραγράφου 1 του παρόντος πρέπει να περιέχουν, τουλάχιστον, τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείόυ αποστολέα και λήπτη, τον πλήρη τίτλο της αποστέλλουσας υπηρεσίας, τα στοιχεία προσδιορισμού της ταυτότητας του αποστελλόμενου μηνύματος, το ονοματεπώνυμο, την ιδιότητα και τον αριθμό τηλεφώνου και χειριστή. Αν στο μήνυμα προσαρτώνται αρχεία δεδομένων, αναγράφεται ο χαρακτήρας και τα στοιχεία προσδιορισμού της ταυτότητας των δεδομένων αυτών.

[Οι παράγραφοι 7,16,17,18,19,20,22,23 και 24 ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΑΝ με την παράγραφο 4 άρθρου 48 Ν.3979/2011,ΦΕΚ Α 138/16.6.2011.]

21. Το τηλεομοιότυπο έχει την ισχύ του μεταβιβαζόμενου εγγράφου, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις και τηρείται η διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν άρθρο.

25. Η ισχύς του παρόντος άρθρου αρχίζει δύο (2) μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.


Σάββατο, Φεβρουαρίου 25, 2017

H Kυψέλη ανέκτησε την ιστορική Δημοτική Αγορά της!



Με μια τεκμηριωμένη απόφαση της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής ακυρώθηκε ως παράνομη η απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Αθηναίων με την οποία είχε παραδοθεί  η διαχείριση του νεοτερου μνημείου "Δημοτική Αγορά Κυψέλης" σε μια ΜΚΟ. Σύμφωνα με την Αποκεντρωμένη Διοίκηση, η απόφαση του δημοτικού συμβουλίου είναι άκυρη, διότι δεν ζητήθηκε η γνωμοδοτηση του Συμβουλίου της 6ης Δημοτικής Κοινότητας της Αθήνας, στην εδαφική αρμοδιότητα της οποίας βρίσκεται και η Δημοτική Αγορά Κυψέλης.

Σύμφωνα με την απόφαση (βλ. Διαύγεια), το δημοτικό συμβούλιο έλαβε την απόφασή του κατά παράβαση του άρθρου 83 του "Καλλικράτη" που ορίζει ότι το συμβούλιο της Δημοτικής Κοινότητας εκφράζει γνώμη για την αξιοποίηση των ακινήτων του δήμου που βρίσκονται στην περιοχή της δημοτικής κοινότητας.  Η εν λόγω "γνώμη" πρέπει να ζητηθεί από το όργανο που έχει αποφασιστική αρμοδιότητα, δηλαδή εδώ έπρεπε το Δημοτικό Συμβούλιο πριν αποφασίσει για το θέμα, να ζητήσει την γνώμη του Συμβουλίου της 6ης Δημοτικής Κοινότητας. Εάν μάλιστα η γνώμη του Συμβουλίου της Δημοτικής Κοινότητας είναι αρνητική, το Δημοτικό Συμβούλιο πρέπει να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν θετική απόφασή του για παραχώρηση. Δηλαδή, να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους ως Δημοτικό Συμβούλιο διαφωνεί με το Συμβούλιο της Δημοτικής Κοινότητας. Και η εξήγηση αυτή πρέπει να είναι σαφής, ειδικής και επαρκής γιατί αλλιώς και πάλι η απόφαση είναι ακυρώσιμη

Αυτή η απόφαση της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής έχει τεράστια βαρύτητα για την θέση των τοπικών κοινωνιών και ειδικότερα των συμβουλίων των Δημοτικών Κοινοτήτων ή και των Τοπικών Κοινοτήτων.  Υποχρεώνει τον Δήμο Αθηναίων (όπως και κάθε δήμος) να μην αποφασίζει με μονομερή πράξη του κεντρικού δημοτικού συμβουλίου του, αλλά να αναζητά πιο πριν την γνώμη των συμβουλίων των Δημοτικών Κοινοτήτων που κι αυτά αποτελούνται από αιρετούς κοινοτικού συμβούλους που τους έχουν ψηφίσει οι κάτοικοι της κάθε περιοχής! Ελλείψει τέτοιας αίτησης για γνώμη, αλλά και ελλείψει τυχόν ειδικής αιτιολογίας σε περίπτωση που το κεντρικό δημοτικό συμβούλιο διαφωνεί, οι αποφάσεις θα είναι παράνομες και θα ακυρώνονται.

Έπειτα, η Αποκεντρωμένη Διοίκηση με αυτή την απόφαση αναγνωρίζει ότι με βάση την νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας οι δημοτικοί και κοινοτικοί σύμβουλοι της πλειοψηφίας που μειοψηφούν σε μια απόφαση έχουν "έννομο συμφέρον" να προσβάλλουν για λόγους νομιμότητας τις σχετικές αποφάσεις. Αυτό μπορεί εκ πρώτης όψεως να ακούγεται απλό, δεν είναι όμως! Στα νομικά το έννομο συμφέρον πρέπει να αφορά προσοβλή των ατομικών δικαιωμάτων ενός προσώπου, το οποίο λόγω της συγκεκριμένης προσβολής επιτρέπεται να διεκδικήσει τον έλεγχο νομιμότητας της βλαπτικής πράξης. Με βάση αυτόν τον ορισμό δεν είναι προφανές ότι οι δημοτικοί / κοινοτικοί σύμβουλοι που μειοψηφούν θα είχαν άμεσο έννομο συμφέρον, αλλά εδώ το ΣτΕ και η Αποκεντρωμένη Διοίκηση τους αναγνωρίζουν αυτό το δικαίωμα. Τεράστιας σημασίας αναβάθμιση του ρόλου των δημοτικών / κοινοτικών συμβούλων!

Και πάμε τώρα στην ουσία του θέματος. Η πολύπαθη Δημοτική Αγορά Κυψέλης που χτίστηκε το 1935 και κηρύχθηκε νεότερο μνημείο από το Υπουργείο Πολιτισμού πάλι κατόπιν κινητοποίησης των πολιτών της Κυψέλης το 2004 όταν ακουγόταν ότι ο Δήμος ήθελε να χτίσει στην θέση της πολυόροφο κτίριο με γραφεία κ.τ.λ. ξαναγυρίζει στον έλεγχο της 6ης Δημοτικής Κοινότητας, δηλαδή της Κυψέλης και των αιρετών της. Ο Δήμος Αθηναίων από το 2012 που κάλεσε τα ΜΑΤ για να κλείσει την κατάληψη που υπήρχε στον χώρο εξήγγειλε τουλάχιστον τέσσερις διαβουλεύσεις με εξωκαλλικρατικές διαδικασίες, έδωσε έναν ιστορικό κι εμπορικό χώρο στην δημιουργία ΚΕΠ και σημείου εξυπηρέτησης δημότη κατ' απόκλιση της πρακτικής ότι τα Σ.Ε.Δ. λειτουργούν εντός του καταστήματος της δημοτικής κοινότητας (με αποτέλεσμα να ταλαιπωρούνται δυσανάλογα και οι ίδιοι οι εργαζόμενοι υπάλληλοι που έπρεπε να τρέχουν από το κατάστημα της 6ης Κοινότητας στο Σ.Ε.Δ. για να λέει ο δήμος ότι αξιοποιεί την Δημοτική Αγορά). Και τελικά το παρέδωσε σε έναν ιδιώτη για να διαχειριστεί το ακίνητο με μια άκυρη διαδικασία που παρέκαμπτε όπως αποδείχθηκε πλέον την τοπική κοινωνία. Τώρα ο Δήμος θα πρέπει να ξανακινήσει την διαδικασία, να υποβάλει το ερώτημα στην 6η Δημοτική Κοινότητα και εάν δεν συμφωνεί με την γνώμη της να αιτιολογήσει ειδικώς την αποφασή του (μπορεί βέβαια να εξακολουθήσει να ισχυρίζεται ότι δεν χρειάζεται την γνώμη της Κυψέλης και να προσβάλει την απόφαση στην "Επιτροπή του άρθρου 152").  Μια νίκη της τοπικής κοινωνίας και μια νίκη του "Καλλικράτη" απέναντι σε αυτούς που υποτίθεται ότι έχουν εκλεγεί με σφραγίδα την τήρηση της νομιμότητας.

Επειδή διαβάζουμε όμως και κάτι ανυπόστατα, όπως ότι η απόφαση αυτή είναι νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και άλλων, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι κανένας από την αριστερά του Δημοτικού Συμβουλίου δεν προσέφυγε στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση. Η νίκη είναι της κυρίας Δήμητρας - Ινές Λυκούδη - Αγγελή, κοινοτικής συμβούλου της 6ης Δημοτικής Κοινότητας που έχει εκλεγεί με την παράταξη "Αθήνα, πόλη της ζωής μας" με επικεφαλής τον κ. Νικήτα Κακλαμάνη, ο οποίος έδειξε και ιδιαίτερο ενδιαφέρον για να επιστήσει στο Υπουργείο Εσωτερικών την προσοχή στην συγκεκριμένη καταγγελία της κοινοτικής συμβούλου. Η νίκη λοιπόν της τοπικής κοινωνίας ανήκει εξ ολοκλήρου στην κ. Λυκούδη - Αγγελή και πιστώνεται στην δική της παράταξη και όχι σε άλλους που μπορεί να μειοψηφισαν, αλλά περιορίστηκαν στο να μειοψηφίσουν. 

Κι επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ τολμάει και διεκδικεί συμμετοχή στην συγκεκριμένη νίκη (δεν αναφέρομαι στην παράταξη "Ανοιχτή Πόλη" που στελεχώνεται από σοβαρότατους ανθρώπους με σειρά προσφοράς στα δημοτικά πράγματα της πόλης, αλλά στο κόμμα), ας μας εξηγήσει με ποια λογική ακριβώς, μετά από αυτή την νίκη της 6ης Δημοτικής Κοινότητας θα προτείνει μεθαύριο, όπως έχει διαρρεύσει, την ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ των Συμβουλίων των Δημοτικών Κοινοτήτων! Σε μια εποχή που ο ρόλος των Δημοτικών Κοινοτήτων θωρακίζεται απο την νομολογία και από τους θεσμούς της αποκέντρωσης, της αυτοδιοίκησης και της Δικαιοσύνης, κάποιοι Συριζαίοι του υπουργείου Εσωτερικών (στην πράξη μια ισχνή μειοψηφία) θα εισηγηθούν την κατάργηση του δικαιώματος των πολιτών να εκπροσωπούναι και σε τοπικό επίπεδο, μεταβιβάζοντας όλη την εξουσία στο κεντρικό Δημοτικό Συμβούλιο, όπως ακριβώς συμπεριφέρθηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση ο Δήμος Αθηναίων παρακάμπτωτας την Κυψέλη και τους κοινοτικούς αιρετούς της. Λέει βέβαια η εισήγηση της "επιτροπής" ότι θα αναγνωριστεί δεσμευτικότητα σε αποφάσεις των "τοπικών συνελεύσεων", όπου θα μπορεί να μπαίνει δηλαδή το κάθε τάγμα εφόδου και με "αμεσοδημοκρατικές" διαδικασίες θα εκδίδει ... δεσμευτικές αποφάσεις, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΛΟΓΟΔΟΤΕΙ βέβαια σε κανένα εκλογικό σώμα και σε κανέναν απολύτως ελεγκτικό μηχανισμό, άρα χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση. Αυτός είναι ο "Συριζα" που έρχεται να οικειοποιηθεί σήμερα την νίκη της κ. Αγγελή - Λυκούδη με την βαρύτητα που αυτή έχει για την τοπική δημοκρατία στην χώρα μας. 

Αυτή η ιστορία θα πρέπει να αποτελέσει ένα σοβαρό μάθημα, καθώς συγκεφαλαιώνει ένα αυτοδιοικητικό κεκτημένο που ξεκίνησε από το 1982, όταν ο αείμνηστος δήμαρχος Δημήτρης Μπέης εισήγαγε το θεσμό των δημοτικών διαμερισμάτων ενισχύοντας το λόγο των τοπικών κοινωνιών και βαθαίνοντας την δημοκρατία στις γειτονιές της Αθήνας. 

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 20, 2017

Διαγραφή αποτελεσμάτων από την Google λόγω προσωπικών δεδομένων

Μια νέα δυνατότητα για την διαγραφή αποτελεσμάτων που εμφανίζονται στην μηχανή αναζήτησης "Google" δίνεται τώρα με την σχετική αρμοδιότητα της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Η Αρχή έχει ήδη δημοσιεύσει αποφάσεις με τις οποίες εξετάζει προσφυγές για διαγραφή εναντίον της Google, δηλαδή για κατάργηση συνδέσμων που οδηγούν σε τρίτες ιστοσελίδες και εμφανίζονται ως αποτέλεσμα στην μηχανή αναζήτησης με κριτήριο το όνομα του ενδιαφερομένου (το όνομα αποτελεί δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα). Από τις υποθέσεις πάντως που χειρίστηκε η Αρχή προκύπτει ότι η Google είχε ισχυρή νομική εκπροσώπηση στην σχετική διαδικασία και ότι αντιμετώπισε με σοβαρές ενστάσεις τις προσφυγές των αιτούντων, πετυχαίνοντας την απόρριψη ορισμένων αιτημάτων
Στην πρώτη περίπτωση η εταιρεία Google έκανε εν μέρει δεκτό το αίτημα διαγραφής, ενώ απέρριψε το αίτημα για κατάργηση συγκεκριμένων συνδέσμων που σχετίζονται με τη θέση του προσφεύγοντος, θεωρώντας ότι οι επίμαχες πληροφορίες ενδιαφέρουν το κοινό, συνδέονται με την επαγγελματική του ζωή και με την ιδιότητά του ως προσώπου που έχει σημαντικό ρόλο στο δημόσιο βίο, και ότι δεν κρίθηκε αρμοδίως ότι είναι ανακριβείς ούτε είναι χρονικά ξεπερασμένες σε σχέση με το χρόνο δημοσιεύσεώς τους. Η Αρχή έκρινε ότι η απάντηση της Google Inc, κατά το μέρος που απορρίπτει το σχετικό αίτημα διαγραφής, είναι νόμιμα αιτιολογημένη με βάση τα νόμιμα κριτήρια αξιολόγησης. Δείτε την απόφαση 82/2016. Στη δεύτερη περίπτωση η εταιρεία Google Inc απέρριψε το αίτημα του προσφεύγοντος για κατάργηση του συγκεκριμένου συνδέσμου, θεωρώντας ότι η επίμαχη πληροφορία ενδιαφέρει το κοινό, συνδέεται με την επαγγελματική ζωή και με την ιδιότητα του προσφεύγοντος ως ιατρού, και ότι δεν είναι ανακριβής ή ξεπερασμένη, δεδομένου ότι καταδικάστηκε πρόσφατα και από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Η Αρχή έκρινε ότι η απάντηση της εταιρείας Google στο αίτημα του προσφεύγοντος δεν είναι νόμιμα αιτιολογημένη με βάση τα νόμιμα κριτήρια αξιολόγησης και ότι οφείλει άμεσα να προβεί σε κατάργηση του συγκεκριμένου συνδέσμου. Δείτε την απόφαση 83/2016.
Στην τελευταία περίπτωση αιτήματος διαγραφής, η Google απάντησε ότι οι επίμαχες αναρτήσεις αφορούν σε διαφορετικό πρόσωπο και όχι στην προσφεύγουσα και ότι συνεπώς δεν προκύπτει παραβίαση των δικαιωμάτων της. Η Αρχή ζήτησε την επανεξέταση της υπόθεσης. Κατόπιν τούτου, η Google έστειλε απάντηση στην Αρχή, με την οποία αναθεώρησε τη θέση της και ικανοποίησε το αίτημα της προσφεύγουσας για διαγραφή των συγκεκριμένων συνδέσμων. Στην απόφαση 84/2016 της Αρχής επισημαίνεται περαιτέρω ότι στην περίπτωση που μελλοντικά εμφανιστούν παρόμοιες αναρτήσεις πρέπει απαραιτήτως να επαναληφθεί η ίδια διαδικασία, δηλαδή αίτηση στην εταιρεία με αναφορά στους προς διαγραφή συνδέσμους και ανάλογη ειδική αιτιολόγηση του αιτήματος. Η προσφυγή στην Αρχή χωρίς την προηγούμενη τήρηση της παραπάνω διαδικασίας θεωρείται πρόωρη και ως εκ τούτου απαράδεκτη. 

Σάββατο, Φεβρουαρίου 18, 2017

Εμφυτεύματα στήθους και ευθύνη της εταιρίας πιστοποίησης


Το 2008, η Elisabeth Schmitt υποβλήθηκε στη Γερμανία σε επέμβαση τοποθετήσεως εμφυτευμάτων στήθους τα οποία είχαν κατασκευαστεί στη Γαλλία. Το 2010, οι γαλλικές αρχές διαπίστωσαν ότι ο γάλλος κατασκευαστής είχε παρασκευάσει τα εμφυτεύματα στήθους από βιομηχανική σιλικόνη που δεν πληρούσε τις προδιαγραφές ποιότητας και, συνεπεία τούτου, η Ε. Schmitt υποβλήθηκε σε επέμβαση αφαιρέσεως των εμφυτευμάτων της. Ο κατασκευαστής εν τω μεταξύ πτώχευσε.

Ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων, η Ε. Schmitt ζητεί από την TÜV Rheinland, τον οργανισμό στον οποίον ο κατασκευαστής ανέθεσε την αξιολόγηση του συστήματός του ποιότητας στο πλαίσιο της πιστοποίησης ΕΚ, αποζημίωση ύψους 40 000 ευρώ για την ηθική βλάβη που υπέστη. Ζητεί, επίσης, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της TÜV για αποκατάσταση τυχόν μελλοντικών υλικών ζημιών. Κατά την άποψή της, αν η TÜV είχε ελέγξει τα δελτία αποστολής και τα τιμολόγια, θα ήταν σε θέση να διαπιστώσει ότι ο κατασκευαστής δεν είχε χρησιμοποιήσει εγκεκριμένη σιλικόνη.

Κατά το Bundesgerichtshof (Ομοσπονδιακό Δικαστήριο, Γερμανία), προκειμένου να θεμελιωθεί ευθύνη της TÜV, ο εν λόγω οργανισμός πρέπει να έχει παραβεί είτε έναν παρέχοντα προστασία κανόνα, είτε μια συμβατική υποχρέωση. Προκειμένου να είναι σε θέση να αποδείξει την ύπαρξη τέτοιας παραβάσεως, το Bundesgerichtshof ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει προηγουμένως τη σχετική ευρωπαϊκή νομοθεσία, δηλαδή την οδηγία 93/42 περί των ιατροτεχνολογικών προϊόντων 1. Η οδηγία αυτή εναρμονίζει τις απαιτήσεις, τις οποίες πρέπει να πληρούν τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα, όπως τα εμφυτεύματα στήθους, προκειμένου να είναι δυνατή η διάθεσή τους στην αγορά. Ρυθμίζει, μεταξύ άλλων, τη διαδικασία σχετικά με τη δήλωση πιστότητας ΕΚ, καθώς και τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις των κοινοποιημένων οργανισμών που παρεμβαίνουν στο πλαίσιο του συστήματος αυτού για τη διασφάλιση της ποιότητας.

Με την απόφαση που εξέδωσε σήμερα, το Δικαστήριο απαντά ότι, κατά την οδηγία αυτή, ένας κοινοποιημένος οργανισμός ο οποίος, όπως η TÜV, παρεμβαίνει στο πλαίσιο της διαδικασίας σχετικά με τη δήλωση πιστότητας ΕΚ, δεν οφείλει γενικώς να πραγματοποιεί αιφνιδιαστικές επιθεωρήσεις, να ελέγχει τα προϊόντα και/ή να εξετάζει τα επιχειρησιακά έγγραφα του κατασκευαστή. Εντούτοις, οσάκις υφίστανται ενδείξεις που υποδηλώνουν ότι ένα ιατροτεχνολογικό προϊόν ενδέχεται να μη συνάδει προς τις απαιτήσεις που απορρέουναπό την οδηγία, ο οργανισμός αυτός οφείλει να λάβει κάθε αναγκαίο μέτρο προς εκπλήρωση των προβλεπόμενων από την οδηγία υποχρεώσεών του 2.

Το Δικαστήριο διαπιστώνει, επίσης, ότι η παρέμβαση του κοινοποιημένου οργανισμού στο πλαίσιο της διαδικασίας σχετικά με τη δήλωση πιστότητας ΕΚ αποβλέπει στην προστασία των τελικών αποδεκτών των ιατροτεχνολογικών προϊόντων. Εντούτοις, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες η εκ μέρους του οργανισμού αυτού υπαίτια παράβαση των υποχρεώσεων που προβλέπονται από την οδηγία στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας μπορεί ενδεχομένως να θεμελιώσει την ευθύνη του έναντι των αποδεκτών, διέπονται από το εθνικό δίκαιο, υπό την επιφύλαξη των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας. 
___

1 Οδηγία 93/42/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί των ιατροτεχνολογικών προϊόντων (ΕΕ 1993, L 169, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003 (ΕΕ 2003, L 284, σ. 1). Η οδηγία αυτή τροποποιήθηκε με την οδηγία 2007/47/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Σεπτεμβρίου 2007 (ΕΕ 2007, L 247, σ. 21). Εντούτοις, οι τροποποιήσεις αυτές αφορούν διατάξεις εφαρμοστέες από την 21η Μαρτίου 2010 οι οποίες, κατά συνέπεια, δεν ασκούν επιρροή στο πλαίσιο της προκειμένης διαφοράς. 


2 Μεταξύ των υποχρεώσεων αυτών συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η διασφάλιση ότι ο κατασκευαστής πληροί δεόντως τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το εγκεκριμένο σύστημα και η διαπίστωση, ενδεχομένως, ότι μπορεί να διατηρηθεί η πιστοποίηση ΕΚ

Το κείμενο αναπαράγει το Δελτίο Τύπου του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Τρίτη, Φεβρουαρίου 07, 2017

Πρόστιμο στο μετρό για άρνηση χορήγησης δεδομένων

Πρόστιμο 10.000 ευρώ επιβλήθηκε από την Αρχή, επειδή το μετρό δεν χορήγησε αντίγραφο του βίντεο που εικονίζει περιστατικό με αστυνομικό που κατήγγειλε ο Μανώλης Τρίκας (βλ. εδώ). Η Αρχή με την απόφαση 16/2017 διατάσσει την ΣΤΑΣΥ ΑΕ να ικανοποιήσει αμελλητί το δικαίωμα πρόσβασης του ατόμου στα προσωπικά δεδομένα του και "να προβεί στις κατάλληλες ενέργειες ώστε να διασφαλίζεται ότι θα είναι σε θέση να ανταποκρίνεται ως υπεύθυνος επεξεργασίας σε κάθε άσκηση δικαιώματος πρόσβασης από υποκείμενα των δεδομένων". Η Αρχή ασχολήθηκε κατόπιν προσφυγής που υποβάλαμε τον Σεπτέμβριο. Το πρόστιμο εισπράττεται από το κράτος.

Το μέτρο είχε ισχυριστεί ότι δεν μπορεί να δώσει το βίντεο γιατί δεν διαθέτει εξοπλισμό θόλωσης των προσώπων των άλλων ατόμων που εικονίζονται σε αυτό.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 20, 2017

Ταυτότητα φύλου χωρίς χειρουργείο και χωρίς ορμόνες

Με την απόφαση 1572/2016 του Ειρηνοδικείου Αθηνών έγινε ένα ακόμη βήμα για την νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου χωρίς υπέρμετρες ιατρικές προϋποθέσεις. Είχε προηγηθεί η απόφαση 418/2016, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι η χειρουργική αφαίρεση αναπαραγωγικών οργάνων θα ήταν προϋπόθεση αντίθετη στα ανθρώπινα δικαιώματα. Στην πιο πρόσφατη απόφαση, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι γενικά οι ιατρικές επεμβάσεις δεν είναι υποχρεωτικές προϋποθέσεις για την αναγνώριση της ταυτότητας φύλου, συμπεριλαμβανομένης και της ορμονικής θεραπείας. Στο αποτέλεσμα αυτό κατέληξε το Δικαστήριο, καθώς στα δικόγραφά μας και στον φάκελο είχαμε συμπεριλάβει και όλα τα σχετικά επίσημα έγγραφα του Συμβουλίου της Ευρώπης, αλλά και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τον σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων για την αναγνώριση της ταυτότητας φύλου.

Έτσι, το Ειρηνοδικείο Αθηνών, πηγαίνοντας ένα βήμα ακόμη πιο πέρα από την προηγούμενη απόφασή του 418/2016, έδωσε και ορισμό της "ταυτότητας φύλου", για πρώτη φορά σε Ελληνική δικαστική απόφαση, ακολουθώντας τους ορισμούς των Αρχών της Yogyakarta, καθώς και του π. Επιτρόπου του Συμβουλίου της Ευρώπης Thomas Hammarberg, στο έργο του "Ανθρώπινα Δικαιώματα και Ταυτότητα Φύλου".

 Το αίτημα υποβλήθηκε από άτομο που ζητούσε την μεταβολή της ληξιαρχικής πράξης γέννησής του από θήλυ σε άρρεν, χωρίς να έχει προχωρήσει σε χειρουργικές επεμβάσεις αναπαραγωγικών οργάνων αλλά ούτε και στο στήθος, έχοντας υποβληθεί μόνο σε ορμονική θεραπεία. Το Δικαστήριο στην απόφασή του έκρινε ότι και η ορμονική θεραπεία δεν μπορεί να τεθεί ως προϋπόθεση (παρόλο που συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση). Το σκεπτικό της απόφασης έχει ως εξής:


"ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 
ΤΜΗΜΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ


Α ρ ι θ μ ό ς  Α π ό φ α σ η ς 
1572/2016
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τον Ειρηνοδίκη ******, τον οποίο όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, και από την Γραμματέα *******.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2016, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση: 
Της ********************************, κατοίκου Αθηνών, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Σωτηρόπουλου Βασίλειου, δικηγόρου Αθηνών (ΑΜ ΔΣΑ 27027).
Η αιτούσα ζητεί να γίνει δεκτή η από *********** αίτησή της, διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης ****** και προσδιορίστηκε για την ανωτέρω δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αιτούσας, ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις του.

Μελέτησε τη δικογραφία.
Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο.

Η αιτούσα ζητεί να γίνει δεκτή η αίτησή της και να βεβαιωθεί, με σκοπό διόρθωσης της με αριθμό **** ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως (τόμος ***, έτος ****) – βαπτίσεως του Ληξιάρχου του Δήμου **** οτι το φύλο της αιτούσας είναι “ΑΓΟΡΙ”, αντί του αναγραφέντος στην ληξιαρχική πράξη “ΚΟΡΙΤΣΙ”, το δε κύριο όνομα αυτής είναι “*****”, αντί του αναγραφέντος στην ληξιαρχική πράξη “*****” και το επίθετο “*****”, αντί του αναγραφέντος στην ληξιαρχική πράξη “******”, επικαλούμενη άμεσο έννομο συμφέρον. 
Με το περιεχόμενο αυτό, η αίτηση που κρίνεται, φέρεται αρμόδια στο παρόν δικατήριο και εκδικάζεται  κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 739, 740 παρ. 1 και 782 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 του Συντάγματος, 13 παρ. 1 Ν.344/1976 και 782 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. Χρήζει, συνεπώς, η περαιτέρω έρευνα της αίτησης, δεδομένου ότι έχει τηρηθεί η προδικασία που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 748 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (με αριθμό ********* έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών ****** προς τον κ. Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών). Η ταυτότητα φύλου αναφέρεται στον ατομικό και εσωτερικό τρόπο που βιώνεται το φύλο από κάθε άτομο και που μπορεί να συμπίπτει ή όχι με το αποδοθέν κατά τη γέννησή του φύλο, συμπεριλαμβανομένου του πώς βιώνει προσωπικά το σώμα (που θα μπορούσε να συνεπάγεται τροποποίηση της εμφάνισης ή της λειτουργίας μέσω ιατρικών, χειρουργικών ή άλλου τύπου μέσων, πάντα με την προϋπόθεση της ελεύθερης επιλογής) και άλλες εκφράσεις φύλου που περιλαμβάνουν την ένδυση, τον τρόπο ομιλίας και την συμπεριφορά (Αρχές για την Εφαρμογή του διεθνούς δικαίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σε σχέση με τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου). O όρος “ταυτότητα φύλου” αναφέρεται στην ατομική και εσωτερική εμπειρία του φύλου, η οποία μπορεί να μην βρίσκεται σε ευθεία αντιστοιχία με το φύλο που γεννιέται και εσωκλείει την προσωπική αισθηση του σώματος και του φύλου (δηλ. έκφραση φύλου) και τούτο μπορεί να εκφραστεί στο ντύσιμο, τον τρόπο ομιλίας, τους τρόπους συμπεριφοράς (“Ανθρώπινα Δικαιώματα και ταυτότητα φύλου” - THOMAS HAMMARBERG). Aπό την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος που εξετάτηκε στο ακροατήριο, τα έγγραφα που η αιτούσα προσκομίζει και επικαλείται προκύπτουν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η αιτούσα γεννήθηκε την ********** στην Αθήνα, συνετάγη δε προς τούτο η με αριθμό **** (τόμος *****, έτος *******) ληξιαρχική πράξη γένησης από τον Ληξίαρχο του Δήμου ********.  Στην ως άνω ληξιαρχική πράξη αναγράφεται το κύριο όνομα που έλαβε “********”, το φύλο “*********” και το επώνυμο “*******”. Ήδη από την ηλικία των 4 ετών η αιτούσα παρουσίασε συμπτώματα διεμφυλικής διαταραχής (θήλυ προς άρρεν), ητοι η προσωπικοτητά της αναπτύσσεται περισσότερο προς τα χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν σε άρρενα άτομα και οι επιλογές της τόσο στην εμφάνιση (ενδυμασία, κόμμωση, υπόδυση) όσο και στα ενδιαφέροντα του ελεύθερου χρόνου ταυτίζονταν με τις επιλογές των αρρένων παρά με αυτές των θηλέων. Περαιτέρω, από την εφηβεία της αισθάνεται έλξη για τα άτομα του γυναικείου φύλου, χωρίς να επιθυμεί σχέσεις ως ομοφυλόφιλο άτομο, αλλά ως άρρεν. Αποφάσισε έτσι να ακολουθήσει ορμονική θεραπεία, προκειμένου να ευθυγραμμιστεί η βιολογική της ταυτότητα με την ταυτότητα του φύλου της. Σύμφωνα με την από **** 2011 ψυχιατρική γνωμάτευση του ψυχιάτρου κ. ****** η αιτούσα διαγνώστηκε με διαταραχή ταυτότητας φύλου. Επίσης, σύμφωνα με την από ****-2015 ιατρική γνωμάτευση του ενδοκρινολόγου ιατρού ****** επιβεβαιώνεται η διεμφυλική διαταραχή της αιτούσας και έγινε έναρξη θεραπείας με τεστοστερόνη το 2010. Σχετική είναι και η από ******-2016 ιατρική βεβαίωση της ενδοκρινολόγου ιατρού ******. Περαιτέρω, σύμφωνα με την Ιατρική Γνωμάτευση του Ψυχιάτρου – Ψυχοθεραπευτή *******, από *****-2016 η αιτούσα έχει μεταβεί επιτυχώς στο επιθυμητό φύλο, τόσο ό,τι αφορά την ψυχοκοινωνική προσαρμογή όσο και σε ό,τι αφορά την αρρενοποίηση των επιμέρους χαρακτηριστικών του φύλου με την απαραίτητη επικουρική ορμονοθεραπεία. Η αλλαγή των στοιχείων στην ταυτότητά της συνιστάται ως απολύτως αναγκαία υπερ της προάσπισης της καλής ψυχικής υγείας και υπέρ της περαιτέρω εξασφάλισης της ποιότητας ζωής, προσωπικά και κοινωνικά. 
Το να ζητείται η πρόκληση μόνιμης στειρότητας ή άλλης χειρουργικής επέμβασης σαν προαπαιτούμενο της νομικής αναγνώρισης του επιθυμητού φύλου ενός ατόμου, δείχνει ότι δεν λαμβάνεται υπ' όψιν το γεγονός ότι ενώ τέτοιου είδους επεμβάσεις είναι συχνά επιθυμητές από διεμφυλικά άτομα, συγχρόνως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και εξαιρέσεις. Ακόμη μία επέμβαση τέτοιου τύπου δεν είναι πάντοτε ιατρικώς δυνατή, διαθέσιμη ή προσιτή από οικονομικής άποψης, ειδικώς όταν δεν καλύπτεται οικονομικά – ασφαλιστικά (Ανθρώπινα Δικαιώματα και Ταυτότητα Φύλου, THOMAS HAMMARBERG). Aκόμη, η νομική αναγνώριση του φύλου ενδέχεται να εξαρτάται από υπερβολικές απαιτήσεις, όπως είναι η απαίτηση για την απόδειξη στειρότητας ή αδυναμία τεκνοποίησης με φυσικό τρόπο, χειρουργικής αλλαγής φύλου, ορμονικής θεραπείας. Τα ανωτέρω προσκρούουν στο δικαίωμα για ισότητα και μη επιβολή διακρίσεων των άρθρων 2 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ICCPR) και του άρθρου 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα (ΙCESCR) (Σημείωμα του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης απο 24-6-2013 – COHOM 134 COPS 251 PESC 775). Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι το ανδρικό φύλο, το όνομα ********* και το επώνυμο *********  αποτελούν για την αιτούσα απαραίτητα και μόνιμα χαρακτηριστικά στοιχεία της προσωπικότητάς της με τα οποία την γνωρίζουν στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον. Η υφισταμένη αναντιστοιχία ανάμεσα στην εμφάνιση της αιτούσας και στην επίσημη ταυτοποιησή της με το δελτίο ταυτότητας δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα στην καθημερινή ζωή της αιτούσας και μπορεί να προκαλέσει σοβαρή σύγχυση στις συανναλλαγές της (αιτούσας). Συνεπώς είναι  προφανής η ανάγκη να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση υφισταμένου άμεσου εννόμου συμφέροντος κατά το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει  παρούσας της αιτούσας.
Δέχεται την αίτηση.
Ββαιώνει με σκοπό την διόρθωση της με αριθμό ***** τόμος *****, έτος ******  ληξιαρχικής πράξης γέννησης – βάφτισης που έχει συνταχθεί από τον Ληξίαρχο του Δήμου ****** ότι το φύλο της αιτούσας είναι “ΑΓΟΡΙ”, αντί του αναγραφέντος στην ως άνω ληξιαρχική πράξη “ΚΟΡΙΤΣΙ”, το δε κύριο όνομα της αιτούσας είναι “*******” αντί του αναγραφέντος στην ληξιαρχική πράξη “*****” και το επίθετο “******” αντί του αναγραφέντος στην ως άνω ληξιαρχική πράξη “******”. 
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του

Αθήνα, 19 Δεκεμβρίου 2016

Ο ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                                        Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 



Τετάρτη, Ιανουαρίου 11, 2017

Ασφαλιστικά μέτρα κατά Δημοσίου για προσωπικά δεδομένα

Όταν  κάποια δημόσια υπηρεσία διατηρεί στο αρχείο της προσωπικά δεδομένα ενός πολίτη για σκοπούς πέραν των αρμοδιοτήτων της, ο πολίτης έχει δικαίωμα να διακόψει αυτή την διαδικασία. Το θέμα είναι πώς μπορεί να το κάνει με τον πιο γρήγορο και αποτελεσματικό τρόπο. Ως δικηγόρος είχα αυτόν τον προβληματισμό: να πάμε στην Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων που θέτει η ίδια κατά το δοκούν τις προτεραιότητες εξέτασης; Να πάμε στα διοικητικά δικαστήρια με τις επείγουσες διαδικασίες; Ή να πάμε στα πολιτικά δικαστήρια με την κλασική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων; Εξετάζοντας όλες τις δυνατότητες στην νομολογία, κατέληξα ότι καθώς η παράνομη διακράτηση των προσωπικών δεδομένων είναι και προσβολή προσωπικότητας, ζήτημα κατ' εξοχήν ιδιωτικού δικαίου, σε συνδυασμό με τις αυξημένες προϋποθέσεις που θέτουν τα διοικητικά δικαστήρια για προσωρινή διαστική προστασία (προϋπόθεση να έχει ασκηθεί αγωγή - προσφυγή), υπήρχε μια παγιωμένη κατάσταση. Τα πολιτικά δικαστήρια θεωρούν εαυτά αρμόδια, βάσει και μιας απόφασης του Α.Ε.Δ. που αναφέρει ότι αν η προσβολή προσωπικότητας βασίζεται σε υλικές πράξεις της διοίκησης (δηλαδή δεν πρόκειται για ατομικές διοικητικές πράξεις ή παραλείψεις) και το αίτημα δεν ειναι χρηματικό όπως στην αποζημίωση του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, τότε η διαφορά δεν είναι διοικητική! Έτσι, ασκήσαμε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά διαφόρων υπηρεσιών του Δημοσίου, με αίτημα την παύση χρήσης των δεδομένων, λόγω προσβολής προσωπικότητας στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. 

Mε την απόφαση 129/2017, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε αυτό το σκεπτικό και απέρριψε την σχετική ένσταση του Δημοσίου περί ελλείψεως δικαιοδοσίας. Το σκεπτικό είναι το εξής:

"Η αίτηση αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού για να συζητηθει κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (αρ. 686 επ. ΚΠολΔ), απορριπτομένης της ενστάσεως των καθ' ων περί ελλείψεως δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου για την εξέταση της προκείμενης αίτησης, δεδομένου ότι όταν με υλική πράξη των οργάνων του δημοσίου προσβάλλεται ιδιωτικό δικαίωμα που δεν έχει περιουσιακό χαρακτήρα και οι αξιώσεις που δίδει ο νόμος προς προστασία του είναι η άρση της προσβολής και η παράλειψή της στο μέλλον (και όχι καταψήφιση σε παροχή περιουσιακή), τότε δεν υπάρχει διοικητική διαφορά ουσίας, ούτε δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, αλλά η υπόθεση ανήκει στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων εκ των οποίων επί αιτήσεως για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων έχει το Μονομελές Πρωτοδικείο κατ' άρθρο 683 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΠΠΑθηνών 1026/1994 ΑρχΝ 95.59, ΜΠΑ 10691/1997 Δ. 3/97)."

Περαιτέρω, το δικαστήριο πιθανολόγησε ότι η χρήση των προσωπικών δεδομένων από μια δημόσια υπηρεσία στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν νόμιμη, διότι τα εν λόγω στοιχεία δεν ήταν "συναφή οιύτε και πρόσφορα" ενόψει των αρμοδιοτήτων της υπηρεσίας, άρα η κατοχή τους ήταν αντίθετη στον νόμο για την προστασία προσωπικών δεδομένων: 

"Επομένως η κατοχή του αρχείου και η επεξεργασία των πληροφοριών που έχουν καταχωρηθεί σε αυτό δεν είναι σύμφωνη με το νόμο και δη με τη διάταξη της περ. β, της παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν.2472/1997". 

Με το σκεπτικό αυτό, το Δικαστήριο αναφέρει μεταξύ άλλων στο διατακτικό του:

"Υποχρεώνει το καθ' ου Ελληνικό Δημόσιο και δη τη Γενική Διεύθυνση Υπηρεσίας Διεθνούς Αναπτυξιακής Συνεργασίας του Υπουργείου Εξωτερικών, να απέχει προσωρινά από την οποιαδήποτε χρήση των αναφερόμενων στην αίτηση εγγράφων που αφορούν σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του αιτούντος". 






Τετάρτη, Δεκεμβρίου 28, 2016

Καταδίκη Δημοσίου σε αποζημιώσεις για καθυστέρηση διεκπεραίωσης υποθέσεων πολιτών

Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών σε πέντε (5) αγωγές πολιτών και μιας εταιρίας εναντίον του Ελληνικού Δημοσίου για υπέρβαση της προθεσμίας των 50 ημερών που αναφέρει ο νόμος για την διεκπεραίωση υποθέσεων επιδίκασε αποζημιώσεις από 1.500 - 3.000 ευρώ έντοκα. Πρόκειται για αιτήματα πολιτών και μιας επιχείρησης που υποβλήθηκαν στα τέλη της περασμένης δεκαετίας στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Οι ενδιαφερόμενοι είχαν επισημάνει στο αίτημά τους ότι κατά τον νόμο η Αρχή πρέπει να διεκπεραιώσει τις υποθέσεις τους εντός 50 ημερών (άρθρο 4 Ν.2690/1999). Η Αρχή άφησε να περάσουν μήνες ή χρόνια μέχρι τις τελικές απαντήσεις προς τους πολίτες. Στο Δικαστήριο δήλωσε ότι δεν δεσμεύεται από την προθεσμία των 50 ημερών. Το Δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς της Αρχής και καταδίκασε το Δημόσιο να καταβάλει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από 1.500 σε κάθε ενάγοντα και 3.000 στην επιχείρηση που προσέφυγαν δικαστικώς. 

Κανονικά οι αποζημιώσεις αυτές επιδικάζονταν για τις δημόσιες υπηρεσίες από τις Επιτροπές Ελέγχου και Εφαρμογής της Νομοθεσίας που λειτουργούσαν στις  επτά (7) Αποκεντρωμένες Διοικήσεις της χώρας έχοντας ιδρυθεί επί πρωθυπουργίας Κωνσταντίνου Μητσοτάκη (Ν.1943/1991) και καταργήθηκαν με νόμο επί υπουργίας του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Οι πέντε αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωρίζουν ότι η ανεξάρτητη Αρχή δεσμεύεται κι αυτή από τις διατάξεις του άρθρου 4 ως προς την προθεσμία, τουλάχιστον κατά τον κρίσιμο χρόνο των υποθέσεων (γιατί το 2011 ψηφίστηκε ένας άλλος νόμος που δίνει στην Αρχή το δικαίωμα να δίνει προτεραιότητα στις υποθέσεις). Στην απόφαση που αφορά την επιχείρηση που στράφηκε εναντίον της Αρχής, για να εκδώσει μια άδεια επιτρεπόμενης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων (ήθελε να δημιουργήσει το 2008 μια εφαρμογή για εντοπισμό ιατρών της Αττικής ανάλογα με την ιατρική ειδικότητά τους και η Αρχή θεώρησε το αίτημα "καινοφανές" καθυστερώντας επί μήνες να εκδώσει την άδειά της), το Διοικητικό Πρωτοδικείο αναφέρει μεταξύ άλλων: 

"Επειδή το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι: α) σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην 7η σκέψη, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, β) το γεγονός ότι οι ανεξάρτητες διοικητικές αρχές απολαμβάνουν λειτουργικής και διοικητικής ανεξαρτησίας και δεν υπόκεινται σε οποιονδήποτε διοικητικό έλεγχο δεν συνεπάγεται και την απαλλαγή τους από την υποχρέωση να τηρούν την νομιμότητα, γ) σε κάθε περίπτωση η διάταξη του άρ. 15 παρ. 3 του ν.3917/2011 δεν ίσχυε στην προκειμένη περίπτωση, δ) η ευθύνη του Δημοσίου κατ' αρ. 105 ΕισΝΑΚ είναι αντικειμενική και συνεπώς ενδεχόμενες οργανωτικές και λειτουργίκές ατέλειες και ελλείψεις της Διοίκησης δεν μπορούν να οδηγήσουν στην απαλλαγή του, ε) η Αρχή δεν έστειλε οποιαδήποτε ενημέρωση στην ενάγουσα για την υπόθεσή της, παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 4 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, όφειλε να γνωστοποιήσει εγγράφως τους λόγους της καθυστέρησης, στ) η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα δεν απέδειξε με ειδικό και συγκεκριμένο τρόπο τους ισχυρισμούς της περί του ότι το κρινόμενο θέμα ηταν "καινοφανές και σύνθετο", κρίνει ότι η ως άνω Αρχή μη νομίμως δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 4 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και δεν δικεκπεραίωσε το αίτημα της ενάγουσας μέσα στην τασσόμενη προθεσμία των 50 ημερών. Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη την ταλαιπωρία που υπέστη η ενάγουσα εταιρεία από την συμπεριφορά της ως άνω Αρχής, τον κλονισμό της εμπιστοσύνης της απέναντι σε αυτή, το χρονικό διάστημα που είχε παρέλθει άπρακτο από την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος (30-6-2008) έως την κατάθεση της αγωγής της (18-3-2009) και το γεγονός ότι η ενάγουσα ανέμενε την διεκπεραίωση της υπόθεσής της προκειμένου να αναπτύξει την συγκεκριμένη επιχειρηματική δράση, κρίνει ότι συντρέχει περίπτωση επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κατ' άρθρο 932 ΑΚ, η οποία πρέπει να ορισθεί στο εύλογο και ανάλογο προς το είδος της προσβολής ποσό των 3.000 ευρώ". 

Οι αποφάσεις δεν είναι τελεσίδικες και μπορεί να προσβληθούν με έφεση και από τις δύο πλευρές των διαδίκων. 


Πέμπτη, Δεκεμβρίου 22, 2016

Ένας χρόνος σύμφωνο συμβίωσης για ομόφυλα ζευγάρια

Πέρσι τέτοια ημέρα βρισκόμασταν στην Βουλή για την παρακολούθηση της ψήφισης του νομοσχεδίου του συμφώνου συμβίωησης, με την επέκταση του στα ομόφυλα ζευγάρια, αλλά και με τον εμπλουτισμό του για όλα τα ζευγάρια με δικαιώματα κοινωνικοασφαλιστικά και εργατικού δικαίου, εκτός βέβαια από την τεκνοθεσία. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, 216 ομόφυλα ζευγάρια προχώρησαν στην σύναψη συμφώνου συμβίωσης μέσα σε αυτό το έτος. Το περιοδικό antivirus φιλοξενεί ένα εκτενές αφιέρωμα, παρουσιάζοντας και ζευγάρια που μίλησαν για την εμπειρία. Ανάμεσα σε αυτά, κι ένα άρθρο που υπογράφω:

Τι θα πρέπει να προσέξετε πριν προχωρήσετε στην υπογραφή Συμφώνου Συμβίωσης

από τον δικηγόρο Βασίλη Σωτηρόπουλο
  • Όταν ένα ζευγάρι αποφασίσει να συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, πρέπει να προετοιμαστεί για μια ενδελεχή νομική ανάλυση πολλών στοιχείων που αφορούν την σχέση του. Η διαδικασία δεν ξεκινά από το γραφείο του συμβολαιογράφου. Ένα ζευγάρι πρέπει να έχει λάβει μια σειρά αποφάσεων πριν φτάσει να αναθέσει την σύνταξη της συμβολαιογραφικής πράξης του συμφώνου συμβίωσης. Γι’ αυτό το λόγο είναι χρήσιμο το ζευγάρια να εκθέσει το σύνολο των αναγκών του σε μία/έναν δικηγόρο με εξειδίκευση στο σύγχρονο οικογενειακό δίκαιο ή το δίκαιο των ανθρώπινων δικαιωμάτων ώστε να προτείνει τις κατάλληλες λύσεις. Για παράδειγμα, εάν υπάρχουν προβλήματα αποδοχής της/του συντρόφου από μέλη της οικογένειας του ενός ή και των δύο, μπορούν να ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα προστασίας της σχέσης, ώστε να μην υπάρξουν προβλήματα στο μέλλον, περιουσιακά ή άλλα. Είναι κρίσιμο για το ζευγάρι να γνωρίζει ότι όταν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, οι συγγενείς κάθε μέρους του συμφώνου καθίστανται συγγενείς του άλλου μέρους του συμφώνου. Αυτό σημαίνει μια σειρά από νομικές συνέπειες όχι μόνο σε περιουσιακό ή κληρονομικό επίπεδο, αλλά και σε επίπεδο απαγορεύσεων τέλεσης γάμου ανάμεσα σε συγγενείς μέχρι τον προβλεπόμενο βαθμό συγγένειας εξ αγχιστείας. Αυτή η συγγένεια δεν καταργείται ούτε με την λύση του συμφώνου συμβίωσης, γεγονός που σημαίνει ότι θα εξακολουθήσουν να ισχύουν οι απαγορεύσεις ακόμη κι αν το ζευγάρι χωρίσει. Ένα άλλο ζήτημα είναι η περίπτωση της απόκτησης τέκνων με ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή. Η σύναψη συμφώνου συμβίωσης μεταξύ γυναικών πριν από την διαδικασία της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα καθώς κέντρα γονιμότητας στην Ελλάδα ζητούν υπογραφή υπεύθυνης δήλωσης ότι η ενδιαφερόμενη είναι άγαμη και ότι δεν έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης. Γι’ αυτό ενδείκνυεται η ενδιαφερόμενη να επιδιώξει πρώτα την κύηση και στην συνέχεια την σύναψη του συμφώνου με την σύντροφό της.
  • Δεν υπάρχει ένα προκαθορισμένο πρότυπο συμφώνου συμβίωσης το οποίο τα μέρη απλά υπογράφουν. Κάθε ζευγάρι παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά που πρέπει να γίνονται σεβαστά από τους νομικούς που επιμελούνται την νομική κατοχύρωση της σχέσης. Για παράδειγμα, εάν ένα από τα δύο άτομα είναι τρανς που δεν έχει προχωρήσει σε μεταβολή στοιχείων, αυτό είναι ένα θέμα, το οποίο μπορεί να μνημονευθεί με ειδικό τρόπο μέσα στο κείμενο του συμφώνου συμβίωσης. Εάν το ζευγάρι επιλέγει το σύστημα της κοινοκτημοσύνης όσον αφορά την περιουσία που θα αποκτηθεί, μπορεί επίσης να το ρυθμίσει με το σύμφωνο συμβίωσης. Ειδικότερα ζητήματα όπως τα δικαιώματα χρήσης της κοινής οικογενειακής στέγης ακόμη και μετά την λύση του συμφώνου συμβίωσης ή το δικαίωμα διατροφής (από το οποίο μπορούν τα μέρη να παραιτηθούν), της επιλογής του ονόματος του τέκνου και της διατήρησης ή της παραίτησης από κληρονομικά δικαιώματα συνθέτουν ένα ευρύτατο φάσμα που πρέπει να εκτεθεί αναλυτικά στο ζευγάρι, ώστε το τελικό κείμενο του συμφώνου συμβίωσης να ανταποκρίνεται πλήρως στις ανάγκες της εκάστοτε περίπτωσης.
  • Διαδικασία υπάρχει επίσης και μετά την υπογραφή του συμφώνου συμβίωσης στον συμβολαιογράφο. Για να ξεκινήσει η ισχύς του συμφώνου πρέπει να κατατεθεί στο ληξιαρχείο του δήμου που βρίσκεται η κοινή κατοικία του ζευγαριού, δηλαδή στο δημαρχείο (συνήθως). Κάποιοι δήμοι ζητούν από τα ζευγάρια να αποδείξουν ότι είναι όντως κάτοικοι της διεύθυνσης που δηλώνουν, προσκομίζοντας λογαριασμούς ΔΕΚΟ (ΔΕΗ, ΟΤΕ, κτλ). Πολλά ζευγάρια δεν επιθυμούν να εμφανιστούν στο ληξιαρχείο για την υποβολή του κειμένου και την δήλωση για την έκδοση της σχετικής ληξιαρχικής πράξης. Ο νόμος περί ληξιαρχείων αναφέρει ότι την κατάθεση μπορεί να κάνει και αντιπρόσωπος, αρκεί να έχει εξουσιοδοτηθεί με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο. Γι’ αυτόν τον λόγο, καλό ειναι τα ζευγάρια που δεν θέλουν να εμφανιστούν τα ίδια στο ληξιαρχείο, να εξουσιοδοτήσουν έναν αντιπρόσωπο, με το ίδιο το κείμενο του συμφώνου συμβίωσης – που είναι συμβολαιογραφικό- ώστε να πάει να το καταθέσει στο ληξιαρχείο. Αυτή συνήθως είναι η δουλειά του δικηγόρου του ζεύγους. Στη συνέχεια, θα πρέπει να δημιουργηθεί η σχετική οικογενειακή μερίδα στο δημοτολόγιο. Εάν ένα εκ των δύο μερών είναι δημότης του δήμου στον οποίο κατοικεί το ζευγάρι, αυτό γίνεται στο δημοτολόγιο αυτού του δήμου. Αλλιώς, εάν δηλαδή το ζευγάρια αποτελείται από δημότες άλλων δήμων, όχι των δήμων της κατοικίας τους, το ληξιαρχείο στέλνει φαξ με το σύμφωνο συμβίωσης εκεί για να γίνουν οι σχετικές δημοτολογικές εγγραφές. Το πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης που εκδίδεται από το δημοτολόγιο χρειάζεται για διαδικασίες όπως είναι η η εγγραφή του τυχόν ανασφάλιστου μέρους στον ασφαλιστικό φορέα του έτερου μέρους.
Κόστος
Το κόστος για αυτές τις διαδικασίες δεν είναι σταθερό. Η χρήση των συμβουλευτικών υπηρεσιών ενός δικηγόρου αμείβεται κανονικά με το σύστημα της χρονοχρέωσης, με ελάχιστο τίμημα τα 100 ευρώ (+24% ΦΠΑ)/ώρα, ενώ σε περίπτωση που η/ο δικηγόρος συντάξει και σχέδιο συμφώνου συμβίωσης προς την/τον συμβολαιογράφο, όπως είναι η συνήθης περίπτωση, καθώς και εάν οριστεί πληρεξούσιος για την κατάθεση στο ληξιαρχείο, η συνολική αμοιβή – μαζί με τον φόρο- δεν μπορεί να εκτιμηθεί σε ποσό κατώτερο των 500 ευρώ. Οι συμβολαιογράφοι αμείβονται με βάση τον αριθμό φύλλων μιας συμβολαιογραφικής πράξης, γεγονός που σημαίνει ότι ένα σύμφωνο συμβίωσης με το ελάχιστο περιεχόμενο που ορίζουν οι σχετικές εγκύκλιοι δεν μπορεί να είναι φθηνότερο των 150 ευρώ. Εξαρτάται πάντως από το πόσο αναλυτικά επιθυμεί το ζευγάρι να ορίσει την σχέση του. Πάντως, το σύμφωνο συμβίωσης δεν υποκαθιστά την διαθήκη, η οποία επίσης είναι απαραίτητη διαδικασία σε περίπτωση που υπάρχουν αξιόλογα περιουσιακά στοιχεία.
Λύση Συμφώνου
Το θέμα της λύσης του συμφώνου συμβίωσης είναι επίσης πολύ σοβαρό. Εάν το ζευγάρι συμφωνήσει από κοινού την λύση του συμφώνου, τότε μπορεί, κατόπιν σχετικής συμβουλής από δικηγόρο, να ρυθμίσει την τύχη των περιουσιακών του στοιχείων (όπως π.χ. να παραιτηθεί το ένα μέρος από κάθε αξίωση στην περιουσία του έτερου μέρους που αποκτήθηκε μετά τη σύναψη του συμφώνου) καθώς και άλλων λεπτομερειών της κοινής συμβίωσης. Όλα αυτά θα εγγραφούν στο συμβολαιογραφικό έγγραφο της λύσης του συμφώνου συμβίωσης και το σύμφωνο θα λήξει κατευθείαν, με την σχετική ληξιαρχική ενημέρωση. Όμως, εάν το ζευγάρι δεν συμφωνεί για την από κοινού λύση του συμφώνου, ο νόμος προβλέπει και μια άλλη, μονομερή δυνατότητα: το μέρος που επιθυμεί την λύση, στέλνει εξώδικο στο άλλο μέρος και το σύμφωνο λύεται μετά από 3 μήνες, πάλι όμως με συμβολαιογραφική πράξη που υπογράφει αυτή τη φορά το ένα μέρος. Επομένως, στην δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος προβλέπει ένα 3μηνο “περίσκεψης”, μέσα στο οποίο μπορεί το ζευγάρι είτε να συμφωνήσει στην από κοινού λύση, είτε στην συνέχιση του συμφώνου συμβίωσης. Σε περίπτωση λύσης εφαρμόζονται οι διατάξεις για το διαζύγιο, δηλαδή αν το ζευγάρι δεν συμφωνεί για περιουσιακά ή άλλα θέματα μπορεί η υπόθεση να καταλήξει στο δικαστήριο, αν και ο νόμος αρκείται για την ίδια την λύση στο ληξιαρχείο.

Δικαιολογητικά 
H Δήλωση του Συμφώνου Συμβίωσης γίνεται στο Ληξιαρχείο του τόπου κατοικίας των συμβαλλομένων, όπως αναγράφεται στο Σύμφωνο. Στην περίπτωση που οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν κοινή κατοικία, τότε δηλώνεται στο Ληξιαρχείο του τόπου κατοικίας του δηλούντος συμβαλλομένου.
Τα απαραίτητα δικαιολογητικά που απαιτούνται – σύμφωνα με το Ληξιαρχείο του Δήμου Αθηναίων – είναι τα εξής:
1. Το Σύμφωνο Συμβίωσης που κατήρτισε ο Συμβολαιογράφος.
2. Δήλωση προσδιορισμού επωνύμου τέκνων, η οποία να περιλαμβάνεται στο Σύμφωνο.
3. Ταυτότητες ή Διαβατήριο με άδεια παραμονής (για τους αλλοδαπούς). Σε περίπτωση κατόχου ροζ κάρτας (αίτησης πολιτικού ασύλου) χρειάζεται και η βεβαίωση κατάθεσης διαβατηρίου ή οποιουδήποτε άλλου έγκυρου εγγράφου που πιστοποιεί ταυτότητα, στο αστυνομικό τμήμα αλλοδαπών που εξέδωσε την αίτηση ασύλου.
Υπόχρεοι προς δήλωση: Ο ένας εκ των δυο συμβαλλομένων ή τρίτος με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο.
Τα βήματα που ακολουθεί το ζευγάρι μόλις απευθυνθεί στο συμβολαιογράφο που θα συντάξει το σύμφωνο
1. Για να ξεκινήσει η ισχύς του συμφώνου πρέπει να κατατεθεί στο ληξιαρχείο του δήμου που βρίσκεται η κοινή κατοικία του ζευγαριού, δηλαδή στο δημαρχείο (συνήθως). Κάποιοι δήμοι ζητούν από τα ζευγάρια να αποδείξουν ότι είναι όντως κάτοικοι της διεύθυνσης που δηλώνουν, προσκομίζοντας λογαριασμούς ΔΕΚΟ (ΔΕΗ, ΟΤΕ, κτλ). Πολλά ζευγάρια δεν επιθυμούν να εμφανιστούν στο ληξιαρχείο για την υποβολή του κειμένου και την δήλωση για την έκδοση της σχετικής ληξιαρχικής πράξης. Ο νόμος περί ληξιαρχείων αναφέρει ότι την κατάθεση μπορεί να κάνει και αντιπρόσωπος, αρκεί να έχει εξουσιοδοτηθεί με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο. Γι’ αυτόν τον λόγο, καλό ειναι τα ζευγάρια που δεν θέλουν να εμφανιστούν τα ίδια στο ληξιαρχείο, να εξουσιοδοτήσουν έναν αντιπρόσωπο, με το ίδιο το κείμενο του συμφώνου συμβίωσης – που είναι συμβολαιογραφικό- ώστε να πάει να το καταθέσει στο ληξιαρχείο. Αυτή συνήθως είναι η δουλειά του δικηγόρου του ζεύγους.
2. Στη συνέχεια, θα πρέπει να δημιουργηθεί η σχετική οικογενειακή μερίδα στο δημοτολόγιο. Εάν ένα εκ των δύο μερών είναι δημότης του δήμου στον οποίο κατοικεί το ζευγάρι, αυτό γίνεται στο δημοτολόγιο αυτού του δήμου. Αλλιώς, εάν δηλαδή το ζευγάρια αποτελείται από δημότες άλλων δήμων, όχι των δήμων της κατοικίας τους, το ληξιαρχείο στέλνει φαξ με το σύμφωνο συμβίωσης εκεί για να γίνουν οι σχετικές δημοτολογικές εγγραφές. Το πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης που εκδίδεται από το δημοτολόγιο χρειάζεται για διαδικασίες όπως είναι η η εγγραφή του τυχόν ανασφάλιστου μέρους στον ασφαλιστικό φορέα του έτερου μέρους.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 10, 2016

Τί αφορά ο νέος νόμος κατά των διακρίσεων

Δημοσιεύθηκε χθες στο ΦΕΚ ο νέος Ν.4443/2016 για την ίση μεταχείριση χωρίς διακρίσεις, σε ενσωμάτωση ορισμένων οδηγιών της ΕΕ στο εσωτερικό δίκαιο. Οι δύο πρώτες οδηγίες (2000/43 και 2000/78) που είχαν εκδοθεί από την ΕΕ όταν επίτροπος εργασίας ήταν η Άννα Διαμαντοπούλου είχαν ήδη ενσωματωθεί στο Ελληνικό δίκαιο πριν 11 χρόνια με τον Ν.3304/2005. Απέμενε μια οδηγία 2014/54 με κάποιες γενικές αναφορές για τις οικογένειες των εργαζομένων που ως τέτοιες πρέπει να αναγνωρίζονται και αυτές με σύμφωνο συμβίωσης. 

Ο νόμος αυτός είναι στον πυρήνα του εργατικό δίκαιο. Η ίση μεταχείριση χωρίς διακρίσεις είναι βέβαια μια συνταγματική αρχή που ο κοινός νομοθέτης καλείται να εφαρμόσει στην πράξη με νομοθετικές ρυθμίσεις, αλλά εδώ περιορίζεται στο εργατικό δίκαιο και μόνο για συγκεκριμένες μορφές διάκρισης σε άλλες περιοχές. Για να καλάβουμε αυτόν τον νόμο και το προβληματικό πεδίο εφαρμογής του, πρέπει να έχουμε κατά νου δύο διαφορετικά πράγματα: είναι άλλο οι λόγοι διάκρισης και άλλο οι τομείς εφαρμογής της ίσης μεταχείρισης.

Λόγοι διάκρισης

Ο Ν.4443/2016 αναφέρεται σε μια σειρά από λόγους διάκρισης: φυλή, χρώμα, εθνική ή εθνοτική καταγωγή, γενεαλογικές καταβολές, θρησκευτικές ή άλλες πεποιθήσεις, αναπηρία, χρόνια πάθση, ηλικία, οικογενειακή ή κοινωνική κατάσταση, σεξουαλικός προσανατολισμός ταυτότητα ή χαρακτηριστικά φύλου. 

Όμως, ο Ν.4443/2016 δεν απαγορεύει τις διακρίσεις για όλους αυτούς τους λόγους διάκρισης σε όλους τους τομείς. Ατυχώς ιεραρχεί τους λόγους διάκρισης φύλου, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής ως πιο σοβαρούς από όλους τους υπόλοιπους!

Τομείς εφαρμογής

Α. Μερική εφαρμογή: εργασία και απασχόληση

Όλοι οι ανωτέρω λόγοι διάκρισης απαγορεύονται σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα στον τομέα της εργασίας και απασχόλησης. Ως "τομέας εργασίας και απασχόλησης", με βάση τουν Ν.4443/2016 ορίζεται ένα μεγάλο φάσμα δραστηριοτήτων που περιλαμβάνει: (α) όρους πρόσβασης στην εργασία & απασχόληση (κριτήρια επιλογής, όρους προσληψεων κ.τ.λ.), (β) πρόσβαση στην επαγγελματική εκπαίδευση, επιμόρφωση, πρακτική επαγγελματική εμπειρία κ.τ.λ., (γ) τους όρους και τις συνθήκες εργασίας όπως οι αποδοχές, η υγεία, η ασφάλεια στην εργασία και σε περίπτωση ανεργίας η επανένταξη και η εκ νέου απασχόληση και (δ) η συμμετοχή σε συνδικαλιστικές οργανώσεις.

Σε αυτούς τους τομείς (α-δ) απαγορεύονται οι διακρίσεις για ΟΛΟΥΣ τους λόγους διακρίσεων, συμπεριλαμβανομένης της αναπηρίας, του σεξουαλικού προσανατολισμού, της ταυτότητας και χαρακτηριστικών φύλου.

Β. Πλήρης εφαρμογή: τομείς πέραν της εργασίας και απασχόλησης

Υπάρχουν όμως και άλλοι τομείς σε δημόσιο και αγορά που παρατηρούνται διακρίσεις, πέραν του τομεά της εργασίας και απασχόλησης. 

Ο Ν.4443/2016 αναγνωρίζει ότι οι διακρίσεις μόνο για λόγους φυλής, χρώματος, εθνικής εθνοτικής καταγωγής απαγορεύονται στο δημόσιο και την αγορά όσον αφορά όχι μόνο την εργασία/απασχόληση αλλά και: 

α) την κοινωνική προστσσία συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικης ασφάλισης και της υγειονομικής περίθαλψης
β) τις κοινωνικές παροχές και τις φορολογικές διευκολύνσεις ή πλειονεκτήματα
γ) την εκπαίδευση
δ) την πρόσβαση στην διάθεση και την παροχή αγαθών και υπηρεσιών που διατίθενται συναλλακτικά στο κοινό, συμπεριλαμβανομένης της στέγης

Έτσι όμως, δεν απαγορεύονται οι διακρίσεις στους τομείς α-δ για μια σειρά από λόγους: αναπηρία, ηλικία, σεξουαλικός προσανατολισμός, ταυτότητα φύλου.

Πρακτικό παράδειγμα: η άνιση μεταχείριση για την πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη/εκπαίδευση/κοινωνικές προχές/ πρόσβαση σε αγαθα και υπηρεσίες απαγορεύεται αν είσαι Ρομά, όχι όμως αν είσαι ανάπηρος/γκέι/λεσβία/τρανς.

Σε αυτό το σημείο ο Ν.4443/2016 είναι εξόχως προβληματικός, αφού παρέχει μειωμένη προστασία για μια σειρά κατηγοριών προσώπων που υφίστανται διακρίσεις στους τομείς α-δ, ενώ τέτοια μειωμένη προστασία δεν είναι συνταγματικά επιτρεπτή.

Ποια προστασία;

Η ουσιαστική προστασία που παρέχει ο νόμος είναι η αντιστροφή του βάρους απόδειξης: αν είσαι θύμα μιας από τις παραπάνω διακρίσεις στους τομείς που απαγορεύονται, αρκεί απλώς να επικαλεστείς στο δικαστήριο ή στον Συνήγορο του Πολίτη ή σε άλλη ανεξάρτητη αρχή ότι είσαι θύμα, χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξεις. Αντιστροφή βάρους απόδειξης σημαίνει ότι το θύμα δεν χρειάζεται να αποδείξει τον ισχυρισμό του. Σημαίνει ότι ο φερόμενος ως θύτης καλείται να ανταποδείξει. Στην περίπτωση π.χ. της διάκρισης λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού στον χώρο της εργασίας, αρκεί το άτομο να ισχυριστεί (χωρίς να πρέπει να αποδείξει) ότι υπέστη διακριτική μεταχείριση λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού. Ο εργοδότης είναι εκείνος που καλείται να αποδείξει (όχι δηλαδή απλως να αρνηθεί, αλλά να αποδείξει με μάρτυρες, έγγραφα, στοιχεία κ.τ.λ.) ότι η τυχόν διακριτική μεταχείριση δεν οφείλεται στον σεξουαλικό προσανατολισμό του εργαζόμενου. 

Αυτή είναι η μόνη ουσιαστική νομική συμβολή του Ν.4443/2016: η αντιστροφή του βάρους απόδειξης και η επέκταση της υποχρέωσης τήρησης της ίσης μεταχείρισης σε όλες τις ανεξάρτητες αρχές, όχι μόνο από τον Συνήγορο του Πολίτη που παραμένει φορέας προώθησης της αρχης της ίσης μεταχειρισης. 

Η απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων για το SMS του Υπουργείου Μεταφορών

  Η απόφαση 17/2026 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για το SMS του Υπουργείου Μεταφορών που αφορούσε το τριήμερο της 28η...